e. e. cummings – επτά σημεία «σύγκλισης», επτά ποιήματα

cummings

Του Βασίλη Αμανατίδη

Η μετάφραση (κυρίως, μάλιστα, της ποίησης) όταν δεν υπαγορεύεται από στείρα επαγγελματική επιταγή (και στην ποίηση σπάνια υπαγορεύεται), είναι συνήθως μια αργή και απολαυστική διαδικασία, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις θα ήταν καλό να γεννιέται από περιέργεια, υποψία ή βεβαιότητα εκλεκτικής συγγένειας με το προς μετάφραση κείμενο. Μέσα από μια χρονοβόρα, πολύπλοκη και σχεδόν ατέρμονη διαδρομή αντιμεταχωρήσεων κι εγκολπώσεων, η μεταφραστική διαδικασία οφείλει πάντως να διατηρεί ως υψηλό στόχο έναν τελικό μεγαλειώδη «κανιβαλισμό»: ο μεταφραστής, αφού πολέμησε με την ατίθαση φύση του δυσμετάφραστου, προβαίνει κάποια στιγμή σε μια αποφασιστική «κανιβαλική ενσωμάτωση», δηλαδή «τρώει» το πρωτότυπο και το μεταμορφώνει σε «πρωτότυπο». Εννοώ πως: κάθε μετάφραση είναι, αναγκαστικά, μια παρερμηνεία, που για να μπορέσει να λάμψει με τρόπο ανάλογο αλλά διάφορο του πρωτοτύπου, οφείλει να είναι πραγματοποίηση μιας παράλογης αντίφασης – μια «αγαπώσα και σεβαστική άπιστη» ή μια «διαρκώς αμφιβάλλουσα και διερωτώμενη πιστή». Κοινώς, τίποτε στη μετάφραση να μη θυμίζει μετάφραση. Το μεταφρασμένο κείμενο ν’ αποτελεί ένα καινούργιο κείμενο που, αν και αναμετράται αδυσώπητα με τον αρχικό συγγραφέα ή ποιητή, ανήκει πλέον κυρίως στον μεταφραστή. Υπό την έννοια αυτή -και ασχέτως του δικού μου μεταφραστικού αποτελέσματος-, μια προσεγμένη και δημιουργική μετάφραση (δηλαδή μια μετάφραση -ό,τι άλλο θα έπρεπε να αποκαλείται «μεταγλώττιση», και είναι δυστυχώς η μεγάλη πλειονότητα) θα έπρεπε κανονικά να υπογράφεται εξίσου από τον αρχικό συγγραφέα και από τον δευτερογενή συγγραφέα (μεταφραστή), και επομένως από το αναγκαστικό δίδυμο αυτής της υπέροχα παρά φύσιν συνέργειας.

Όσο κι αν η ιδιοτροπία της ποίησης του e.e.cummings βολεύει έναν τέτοιον ισχυρισμό, δεν υπάρχει εύκολα ποίημά του που να μην μπορεί να μεταφραστεί. Νομίζω, άλλωστε, πως όλα τα ποιήματα είναι μεταφράσιμα, αν διευρύνουμε ελάχιστα το εννοιολογικό πλαίσιο της λέξης «μετάφραση». Απλώς, ένα δυσμετάφραστο ποίημα δε ζητάει διστακτική μετάφραση αλλά επανεγγραφή, η επιτυχία της οποίας, όμως, προϋποθέτει την ύπαρξη αυτού του νεφελώδους, δυσπρόσιτου αλλά υπαρκτού συνδετικού ιστού που δένει τον μεταφραστή με τον ποιητή, και το οποίο λέγεται «εκλεκτική συγγένεια». Κατευθύνθηκα προς τον e.e.cummings το 2000. Υπηρετούσα τη θητεία μου στην Πολεμική Αεροπορία. Βαριόμουν φρικτά. Μέσα σ’ ένα περιβάλλον που επιδιώκει την επανάληψη, τη ρουτίνα και την εξομοίωση, χρειαζόμουν επειγόντως ενέσεις αμετανόητης εφευρετικότητας και υπερήφανα ιδιοσυγκρασιακής διαφοροποίησης. Ξεκίνησα να τον μεταφράζω σαν ηδονικό παιχνίδι. Την εποχή εκείνη είχα ήδη αρχίσει να γράφω το τρίτο μου ποιητικό βιβλίο Τριαντατρία (Γαβριηλίδης 2003), στο πλαίσιο του οποίου κατευθυνόμουν συνειδητά προς μια απενοχοποιημένη υβριδοποίηση των στιλ και των ειδών. Παντιέρα του Τριαντατρία ήταν το εξής τριμερές σχήμα: Αποδοχή του ναρκισσισμού – Διαίρεση αλλά και τήξη των ειδών – Τεμαχισμός του εγώ, του ύφους, του στίχου. Ο e.e.cummings, που ήρθε σε μένα στα μισά της διαδρομής εκείνου του βιβλίου, καθόρισε αρκετά, υποθέτω, τον κυματισμό αυτής της παντιέρας. Η ελευθερία του, ο παιδευμένος παιδισμός του, η σοφή του αφέλεια, ο παραδόξως πειστικός και ιαματικός ρομαντισμός του, η «άτσαλη» φόρμα της γλώσσας του, ο αγέραστος μοντερνισμός του πειραματισμού του, η πρωτοπόρος δυναμική του προδρομικά λετριστικού κοσμοειδώλου του, σε συνδυασμό με την επανανακάλυψή του από τα καινούργια ιντερνετικά παιδιά, τους νέους ηλεκτρονικούς ποιητές και την αενάως παίζουσα αβάν γκαρντ της σύγχρονης μετα-ποπ σκηνής (Bjork) με ώθησαν κατά τρόπο αβίαστο να τον ανακαλύψω ως έναν παράλογα μοντέρνο, ως έναν εντελώς σημερινό, ως κάποιον το παράδειγμα του οποίου όφειλα ν’ ακολουθήσω. Αν ο Beckett είναι για μένα ο ένας πόλος που μπορεί να καθορίσει και τον αιώνα που διανύουμε, ο e.e.cummings -παρά το «μικρότερο» και πιο περιθωριακό δέμας του- έγινε αυτόματα ο άλλος. Γύρω από αυτούς τους τόσο διαφορετικούς πόλους, ανακάλυψα ένα άνυσμα που με τις άπειρες ταλαντώσεις του ορίζει, αλλά και διευκολύνει, την υπαρξιακή και καλλιτεχνική μου αναπνοή. Στην ποίησή του -μια ποίηση ιδιότροπα ατελή, τεμαχισμένα ολόκληρη- ανακάλυψα έναν σπάνιο αναπνευστήρα. Είμαι όμως σίγουρος πως το στόμιο αυτού του αναπνευστήρα ταίριαζε ήδη στο σχήμα του στόματός μου. Στο εξής, έπιανα τον e.e.cummings, δοκίμαζα, μετέφραζα. Πυρετικά ή οργανωμένα. Με διαλείψεις, παύσεις, επανακάμψεις, διαρκείς αναθεωρήσεις. Ξανά και ξανά. ‘Εχοντας πρoηγουμένως βρει ένα μεταφραστικό στίγμα, άρχισα να μαζεύω και τις λίγες μεταφράσεις του e.e.cummings στα ελληνικά που δεν είχα υπόψη μου. ‘Αρχισα έτσι να υποπτεύομαι τις ξεχωριστές προϋποθέσεις, τους συμβιβασμούς, τις επιτυχίες και τις διαφοροποιήσεις κάθε μεταφραστή, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου. ‘Εχοντας πια μεταφράσει πάνω από τριάντα ποιήματά του, προχωρώντας και σε άλλα, και ετοιμάζοντας σιγά σιγά ένα βιβλίο, διακρίνω πια αρκετά καθαρά πού κάνω τον e.e.cummings «κυκλικό» και πού τον «τετραγωνίζω». Πού αφήνομαι (ελάχιστα είναι η αλήθεια) να τον προδίδω και πού παρουσιάζομαι εμφανέστερα σαν ιδιωτικό «μας» παιχνίδι ανάμεσα στους στίχους, πού επιθυμώ να τον μπολιάσω (παράλογα, αλλά και ταιριαστά με ένα π.χ. «ελυτικό» ή ακόμη και «τσελανικό» στοιχείο) και πού να εφαρμόσω αναλογίες και να πάρω ελευθερίες. ‘Ετσι, μεταφράζοντας τον ποιητή που έχει αναγάγει το απόσπασμα και την τμήση σε αισθητική αξία, πώς θα μπορούσα π.χ. να μην προβώ μια-δυο φορές σε εσωτερικές τομές λέξεων, όταν η ελληνική γλώσσα το ευνοεί, ακόμη κι αν ο ίδιος στον στίχο εκείνο δεν το πράττει. (Το «spine», φερ’ ειπείν, έγινε με τομή στίχου «σπονδ/υλική στήλη», υποθέτοντας ότι η ευρηματικότητά του θα συναινούσε, αν ο ίδιος μπορούσε να γνωρίζει τις δυνατότητες επήρειας της ελληνικής επί του λόγου του). Το σίγουρο, πάντως, είναι το εξής: από τις μεταφράσεις αυτές δεν επιθύμησα ποτέ να εξαφανιστώ ως ποιητής. Αντιθέτως, επιδίωξα παθιασμένα να συμπλεύσω μαζί του εμφανώς, και -για να το πω έτσι- κατά έναν τρόπο ισότιμο: ως δύο ποιητές που συμπαθιούνται και αγαπιούνται, ακόμη κι αν ο e.e.cummings αυτό το αγνοεί. Δηλαδή, ενσωμάτωσα μερικά ποιήματα του e.e.cummings διά της βίας (αναγκαστικά, χωρίς τη συναίνεσή του), με την ελπίδα να βγουν από μέσα μου με καισαρική τομή προς το ενδιάμεσο πεδίο μιας άλλης γλώσσας, με φαινομενικά ανώδυνη ύπνωση, χωρίς εμφανείς τους πόνους του τοκετού, αλλά με τη μοιραία ρήξη της γέννας, και μάλιστα με το στίγμα του «μη φυσιολογικού» τοκετού. ‘Οπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε μετάφραση που επιχειρεί -με έκβαση επιτυχή ή μη- να σεβαστεί τον εαυτό και την πηγή της.

Η ποίηση του e.e.cummings, ειδικά η οψιμότερη, βασίζεται πολύ (θα έφτανα στο σημείο να πω ότι βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά) σε μια πολύ ιδιαίτερη χρήση του μέτρου, του ρυθμού και της ρίμας. Σε μεγάλο μέρος της ποίησής του γράφει σατιρικά ποιήματα ή δοξαστικά ερωτικά «τραγούδια», τα οποία μοιάζουν (περιέργως; τυχαία;) με μια ιδιόμορφη «λευκή» εκδοχή των γκόσπελ, ή ακόμη, όσο παρακινδυνευμένος κι αν ακούγεται ένας τέτοιος ισχυρισμός, του σημερινού ραπ. Πρόκειται για μια παιγνιωδώς λόγια εκδοχή «λαϊκής» και «αχειροποίητης» ποίησης, που στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη φωνηματική και φωνητική λειτουργία του λόγου και των παρηχήσεων, στο παιχνίδισμα των ήχων και των σημασιών τους – στοιχεία, πάντως, που εγνωσμένα προορίζονται να ξετυλιχθούν πάνω στην οπτική παγίωση του λευκού «καμβά» της τυπογραφικής σελίδας. Με αυτόν τον υψηλά δημιουργικό περιορισμό κατά νου, στα περισσότερα ποιήματά του, παίζει διαρκώς με την ομοιοκαταληξία στο εσωτερικό των στίχων, και κυρίως μ’ ένα πολύ προσωπικό είδος «οπτικής ρίμας», που στην ηχητική της εκδοχή ακούγεται λοξή, ατελής, «στραμπουληγμένη» και παραφθαρμένη ή μπορεί και να προσπερνιέται ως αθέατη – και εννοώ ανήκουστη (π.χ. know-grow-how / proclaim-dream-seem / amaze-paradise-yes κ.ο.κ.). Αυτή, λοιπόν, η καίρια -για να μην πω πρωταρχική- ηχητική-οπτική διάσταση της ρίμας και του ρυθμού, η ακολουθία και η τήρηση της ιδιόρρυθμης ρυθμολογίας και μουσικότητας του e.e.cummings (που λόγω της εκτεταμένης αγγλικής χρήσης των μονοσύλλαβων λέξεων αποτελεί στην ελληνική μετάφραση ένα μάλλον δύσκολο εγχείρημα), στη συγκεκριμένη μεταφραστική προσέγγιση καταβλήθηκε προσπάθεια όχι απλώς να μην παραμεριστεί αλλά και να τηρηθεί απαρέγκλιτα, ακριβώς επειδή είναι κατεξοχήν ένας ποιητής «σωματικός» (δεν έχω άλλη λέξη), τα ποιήματα του οποίου είναι «πράγματα» που ηχούν και φαίνονται και όχι ιδέες που απηχούν και παραπέμπουν. ‘Αλλα βασικά μεταφραστικά ζητούμενα ήταν η αναλογική ισορροπία του ποιήματος ως μορφολογικής ολότητας και όχι απλώς η κατά λέξη ακρίβεια. Η ανάγλυφη αποτύπωση, και σε καμία περίπτωση η εξομάλυνση, των εσωτερικών ρήξεων, των ασυνεχειών, των επιτηδευμένων υπερβολών και των γραμματικών «λαθών», ακόμη και των αντιφάσεων της γλώσσας του. Ενώ ταυτόχρονα, και παρά την αντίξοη επιβάρυνση των προηγούμενων όρων και ζητούμενων, εδώ καταβλήθηκε προσπάθεια να τηρηθεί, κατά το δυνατόν απαράβατα, και η πιστότητα του νοήματος, φροντίζοντας να περιορίσω στο ελάχιστο ακόμη και τη χρήση των αναλογιών. Σε κάποιες περιπτώσεις έκρινα απαραίτητο να πάρω ορισμένες «χτυπητές» ελευθερίες, κυρίως όμως ως ένα εκ των υστέρων κλείσιμο του ματιού προς έναν πραγματικά ελεύθερο, ανένταχτο και ακατάτακτο ποιητή-εφευρέτη, που αποτέλεσε διά βίου μια ανακουφιστικά «αυθαίρετη» δημιουργική εξαίρεση. Θα θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό, εάν μόνο λίγα από αυτήν την προσπάθεια φαίνονται διά γυμνού οφθαλμού στην τελική μετάφραση, και τελικά εάν αυτή δεν μοιάζει και τόσο με μετάφραση. Επομένως, εάν η «κανιβαλική ενσωμάτωση» του πρωτοτύπου έχει επιτευχθεί με ισορροπία απόλυτης βίας-ρήξης και απόλυτης τρυφερότητας-επανόρθωσης.

1.
άνοιξη!μάης –
το παντού είν’ εδώ
(με ένα χάμω πάνω χάμω
και το πουλί στο κλαδί)
πώς όμως; γιατί;
δεν μας είν’ εμάς γνωστό
(φίλα με άρα)σεμνή μου γλυκιά με λαχτάρα και πιο
λατρευτή μου στον κόσμο αυτό
(πέθανε!ζήσε!)
το νέο είν’ τ’ αληθινό
και το να χάνεις το να έχεις
μα δεν μας είν’ εμάς γνωστό-γενναίος!γενναία (αντέχω΄ αντέχεις; απόψε η γη
κι ο ουρανός γίναν ένα)ω χαρούμενή μου τόσο,εσύ που για μένα
η νεαρή μου αγάπη είσαι
γιατί όμως;πώς;
δεν μας είν’ εμάς γνωστό
(μ’ ένα πάνω χάμω πάνω
μες στην άνοιξη στον μάη)
πέθανε!ζήσε
(χαμένο τίποτα δεν πάει:το για πάντα είν’ εδώ)
και δέντρο μου στα ξαφνικά που ανθοβολείς,χόρευε εσύ
-εγώ θα τραγουδώ

2.
αυτά τα παιδιά που τραγουδούν σε πέτρα μια
σιωπή της πέτρας αυτά
τα μικρά παιδιά που τυλιγμένα με πέτρας
ανθούς ανοίγουν για
πάντα αυτά τα σιωπηλά μικρά γεμά-
ταφος παιδιά είναι πέταλα
το άσμα τους είναι ένα λουλούδι του
πάντοτε τα άνθη τους
από πέτρα είναι
οι σιωπηλοί τραγουδιστές
ενός τραγουδιού σιωπηλότερου
από σιωπή αυτά τα πάντοτε
παιδιά για πάντα
που τραγουδούν στεφανωμένα με ασμα-
νθούς τα παιδιά της
πέτρας με άνθη
στα μάτια
αυτά ξέρουν καλά αν ένα
μικρό δέντρο
ακούει
για πάντα τα πάντοτε παιδιά που τραγουδούν για πάντα ένα
άσμα πλασμένο
από σιωπηλή σαν πέτρα σιωπή
τραγουδιού

3.
τον καιρό του ασφόδελου (που γνωρίζει
πως στόχος του ζην είναι ν’ ανθίζεις)
το γιατί ξεχνώντας, θυμήσου το πώς
τον καιρό της πασχαλιάς που διακηρύσσει πως το
να ονειρεύεσαι είναι του ξυπνήματος μόνος σκοπός
(ξεχνώντας το φαίνεται)θυμήσου το τόσο
τον καιρό των ρόδων (που εκπλήσσουν σαν άβυσσος
το εδώ και το τώρα μας με παράδεισο)
ξεχνώντας το αν, θυμήσου το ναι
τον καιρό των γλυκών παραπέρα πραγμάτων
ό,τι και αν κατανοεί ο νους εκ των θαυμάτων
θυμήσου το ψάχνω (ξεχνώντας το βρίσκω)
και σ’ ένα μυστήριο που θα έλθει να σώσει
(όταν απ’ τον χρόνο ο χρόνος μάς ελευθερώσει)
ξεχνώντας με, θυμήσου με

4. μου αρέσει το σώμα μου όταν είναι με το σώμα σου. Τόσο που είναι φρέσκο αυτό το πράγμα. Μύες καλύτεροι, νευρώνες περισσότεροι.
μου αρέσει το σώμα σου. μου αρέσει αυτό που κάνει,
μου αρέσουν τα πώς του. μου αρέσει απ’ το σώμα σου να νιώθω τη
σπονδυλική στήλη και κόκαλα, και την τρεμουλιαστή
κρουστο-απαλό τητά του και που εγώ θα το
ξανά και ξανά και ξανά
φιλήσω, μου αρέσει να φιλώ αυτό κι εκείνο σου,
μου αρέσει, αργά να χαϊδεύω το, χνούδι φουντωτό το
γουνάκι ηλεκτρισμένο σου, και τι-ν’-αυτό που βγαίνει
από τη χωρισμένη σάρκα … Και μάτια μεγάλα ερωτο-ψίχουλα,
και ίσως μου αρέσει το ρίγος
του από κάτω μου εσύ τόσο, που, αλήθεια, φρέσκο πόσο

5.
η αγάπη είναι πιο πυκνότερη του λησμονώ
πιο λεπτότερη του θυμούμαι
πιο σπάνια απ’ ό,τι είναι το κύμα υγρό
πιο συχνή του θ’ αποτύχουμε
είναι φεγγαρόπληκτη και πιο σαλή
και πιο δεν θα ξε-είναι
απ’ ό,τι όλη η θάλασσα η αλμυρή
που μόνο από τη θάλασσα βαθύτερή ‘ναι
η αγάπη είναι λιγότερο πάντα του κερδίζω
πιο λίγο ποτέ του ζωντανός
λιγότερο μεγαλύτερη απ’ το ελάχιστα αρχίζω
πιο λίγο μικρότερη του συγχωρώ
είναι πιο ηλιόλουστη και λογική
και πιο ποτέ της δεν πεθαίνει
απ’ ό,τι ο ουρανός όλος που στη γη
από τον ουρανό μόνο ψηλότερος μένει

6.
σε πείσμα του οτιδήποτε
αναπνέει και κινείται, μια κι ο Θάνατος
(με χέρια λευκά μακρύτατα
που στρώνουν κάθε ζάρα)
ολοσχερώς θα λειάνει τον νου μας
πριν βγω απ’ την κάμαρά μου
γυρνώ, και(γέρνοντας
μες στο πρωινό)φιλάω,
το μαξιλάρι αυτό, αγάπη μου,
όπου τα κεφάλια μας ζούσαν και ήταν.

7. αν «πάνω» είναι η λέξη΄και πρασινίζει μια γη κάθε λεπτό δευτερόλεπτο, και κάθε περισσότερο πιο-αν είν’ ο θάνατος ο χαμένος και νικητής η ζωή (κι είν’ ο ζητιάνος πλούσιος μα ο τσιγκούνης φτωχός)
πάμε να πιάσουμε ουρανό:
με ένα πέρα δώθε πού
(και ένα εδώ εκεί όπου)και κινάμε γι’ αλλού και στο πιο τεμπέλικο πλάσμα ανάμεσά μας υπάρχει μια σοφία ορθή:να τη θανατώσει δεν μπορεί γνώση καμιά-τώρα η αμβλεία όραση είν’ οξεία, βλέπει όλο και πιο πέρα (αφού πριν λίγο άρχισε η χρονιά, πριν λίγο άρχισε η χρονιά)
πάμε να πιάσουμε ουρανό:
με μια μεγάλη(κι εύθυμη κι απότομη)βαθιά ορμή μέσα από την εκπληκτική ημέρα μόνο μυαλά χωρίς καρδιές έβαλαν τον αμαρτωλό κόντρα στον άγιο΄ πάνω απ’ την ευφροσύνη το κέρδος και κάτω από την έγνοια τη χαρά-ας κάνουμε όπως μία γη που φύσει αδύνατον ποτέ να κάνει λάθος (κάθε λεπτό δευτερόλεπτο, και κάθε περισσότερο πιο)
πάμε να πιάσουμε ουρανό με άλμα εις βάθος: με μια περίεργη(και αληθινή) πτώση -ψηλοκρεμαστή-, προς το μακρινά κοντινό γαλανό αν είν’ ο ζητιάνος πλούσιος(και στον κοκκινολαίμη του τραγουδήσει ο κοκκινολαίμης τραγούδι)μα ο τσιγκούνης φτωχός-ας αγαπηθούμε ωσότου δε μείνει κανείς(πριν λίγο έχει αρχίσει, καλή μου,η χρονιά)που θα είναι όσο εγώ κι όσο εσύ ζωντανός -πάμε να πιάσουμε ουρανό: μ’ ένα εσύ κι ένα εγώ κι ένα καθ(όλα,που είν’ όποιος,που είναι κάποιος,που είν’)ένα,που είναι: εμείς

*Από το http://www.poets.org/poet.php/prmPID/156

Για τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο

exofyllo 20

Θα μπορούσα να συνυπογράφω το editorial αυτού του τεύχους –γραμμένο, όπως πάντα, από τον Κώστα Δεσποινιάδη– χωρίς να αλλάξω ούτε λέξη. Βλέπετε, για εμάς που εμπνευστήκαμε από τα γραπτά, τις ιδέες αλλά κυρίως την ηθική στάση του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου δεν υπάρχουν και πολλά να διαφωνούμε. Ο Λυκιαρδόπουλος είναι για εμένα ένας από τους μεγάλους δασκάλους. Από αυτούς που διαβάζεις ξανά και ξανά όχι μόνο γιατί θέλεις να εντοπίσεις πάλι αυτά που ήδη έχεις δει αλλά για να νιώσεις αυτή την απεριόριστη πνευματική γαλήνη που εμπνέουν τα γραπτά του. Γιατί μέσα στις καταιγίδες και τους ανεμοστρόβιλους, μέσα στις λυσσασμένες θάλασσες και τα απέραντα αδιέξοδα των ωκεανών που βρεθήκαμε, η σκέψη του είναι ένα μικρό αλλά αβύθιστο ιστιοφόρο. 

Αποσπώ μόνο ορισμένα χωρία από τα κείμενα:

Ένας παλιός σουφικός θρύλος λέει πως υπάρχουν πάντα στον κόσμο τρεις κρυφοί άγιοι που με την ύπαρξή τους τον κρατούν στην πορεία του. Αν λείψουν, θα βυθιστεί στο χάος. Είναι η μυστική θεωρία του κουτμπ (άξονας) στην αραβική παράδοση. Αν υπάρχει ένας τέτοιος αόρατος άξονας που φυλάει ό,τι εξακολουθητικά λέμε νεοελληνικό πνεύμα από την απόλυτη σήψη, ένας αφανής άτλας που σηκώνει στους λιγνούς ώμους του το βάρος τής σκέψης ενός αιώνα στις άγονες ημέρες μας, θα ήταν ένας άνθρωπος που έχουμε το προνόμιο να βαδίζει ακόμα δίπλα μας, να συνομιλεί μαζί μας, μεταγγίζοντας ακατάπαυστα στη ζωή μας πολύτιμες ποιότητες: θα ήταν ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος 
Φώτης Τερζάκης

ο Λυκιαρδόπουλος ακολουθεί τα χνάρια μιας ανανεωμένης παράδοσης, με σταθμούς σε ποιητές που στήριξαν το ποιητικό οικοδόμημα που δεν κατεδαφίστηκε (π.χ. Βάρναλης, Καρυωτάκης), παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειες διαφόρων εποχιακών -ισμών, ευκαιριακών επιδιώξεων, βερμπαλιστικών διαθέσεων και άλλων ηχηρών παρομοίων, εχθρός της ασάφειας και των μπιχλιμπιδιών που κρέμονται από τους στίχους κουδουνίζοντας σε κάθε στροφή, τα αντιπαρέρχεται «πηγαίνοντας προς την τιμή και την υπόληψή του». 
Τάσος Πορφύρης

Η ποιητικότητα είναι αυτή που γεννά το ποίημα του Λυκιαρδόπουλου. Η ποιητικότητα είναι η ψυχική αφετηρία του ποιήματος, το ψυχικό του εκ των προτέρων. Το ποίημα πάντα ακολουθεί σαν λαχάνιασμα, είναι εκ των υστέρων, είναι η λογοτεχνική μορφή της ποιητικότητας, και επιπλέον είναι μια γλώσσα αντιληπτή στο μεταίχμιο που εγκαταλείπει τον ήχο της στην ανάγνωση ή στην παρανάγνωση – πράγματι, έχει αυτή την ικανότητα – του αναγνώστη.
Στέφανος Ροζάνης

Η οξυδερκής πολιτική σκέψη τού Λυκιαρδόπουλου και η θεωρητική του συγκρότηση δεν τον οδηγούν ούτε σε έναν εύκολο, κανοναρχούμενο από μια άκριτη εξύμνηση μιας εργαλειακής εκδοχής του Διαφωτισμού, αντι-ανατολισμό ή φιλοδυτικισμό, ούτε στην εμμονική υπεράσπιση εκείνου που αυτή η εργαλειακή εκδοχή σκοτώνει, απομαγεύει, μεταλλάσσει, καταστρέφει ή διαστρέφει. Καμιά νοσταλγία για ένα «οργανικό παρελθόν» και κανένας εύκολος «φίλαθλος» μανιχαϊσμός (βασικό σχεδόν χαρακτηριστικό στην πολιτική σκέψη εκείνης της μεταπολιτευτικής περιόδου) δεν χαρακτηρίζει τη γραφή, καθώς υπερασπίζεται τη νομαδικότητα της κριτικής σκέψης που αναγκαίος όρος ύπαρξής της είναι η a priori καταστατική εναντίωσή της προς το υπάρχον, και η συγκρότησή της ως μια «κακορίζικη, αρνητική, “αρρωστημένη” διάθεση που δεν αφήνει κανέναν αστό στη χώνεψή του, κανένα φασισμό στην ευτυχία του, κανέναν πιστό στην ησυχία του ύπνου του» (σσ. 17-18). Μια κριτική σκέψη που σαφώς δεν έχει πατρίδα και ιθαγένεια, και η ίδια δεν είναι ούτε βόρεια ούτε νότια, ούτε ανατολική ούτε δυτική (για να μας θυμίζουν κάποιοι την αμαρτωλότητά της: «λες κι όλη η ουσία της “δυτικής σκέψης” συμποσούται στο εμπράγματο σκατό της που είναι ο καπιταλισμός» και λες «σαν να ’ταν από κόσμους διαφορετικούς ο Νίτσε και ο Ντοστογιέφσκι, ή σαν να μην ήταν η ιστορία της ανθρώπινης σκέψης μια ιστορία των αδιεξόδων της»).
Βασίλης Αλεξίου

Απόψε βρέχει
κάποιοι στον κόσμο
κρυώνουν – όπως πάντα
κλείστε τα όλα
τηλεοράσεις, κινητά, διαδίκτυο
τον θόρυβο του κόσμου
και διαβάστε
μόνοι,
παντέρημοι
Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο

Κώστας Δεσποινιάδης

Δεν θα ’ρθούμε. Τα χρόνια τα κύματα μας έβγαλαν αλλού. Το σπαθί βρέθηκε είναι χαρτοκόπτης, το εμβατήριο μακρινό τραγούδι μες στη νύχτα. Εδώ χρειάζονταν ταμπούρλα και αντοχή εδώ χρειάζονταν λαοί ολόκληροι με τα μπράτσα τους και τα κεφάλια τους. Τι να σου κάνει ο φίλος εκείνος που ξεχάσαμε κι ο άλλος που μας ξέχασε ή θα μας ξεχάσει; Τι να σου κάνουνε τα λίγα εκείνα χρόνια που μπορέσαμε να σταθούμε όρθιοι γύρω σε μια ιαχή; Εδώ χρειάζονταν αιώνες καθαρής γεωμετρίας, κανόνες ανοξείδωτοι σε όλους τους καιρούς, κι εμείς δεν είχαμε ούτε δυο στέρεα χρόνια. Μονάχα λέξεις αφήσαμε πίσω μας, λέξεις κλεμμένες από φτωχούς άρρωστους προγόνους που ξεχάσαμε κιόλας τ’ όνομά τους. Δεν θα ’ρθούμε. Πέρασε η πλώρη μας στ’ ανοιχτά του μέλλοντος, η λάμψη του χαράχτηκε για πάντα στα μάτια μας και στα χειρόγραφά μας αθάνατη σαν την πληγή της πρώτης μας αγάπης. 

….

Κάνε τουλάχιστο σωστά τις τελευταίες κινήσεις 
γιατί ο καιρός είναι στη μπάντα μας
κι ο ναύτης που ‘ρχεται να πιάσει το τιμόνι
ανήξερος και φοβισμένος.

Εσύ που ξέρεις πότε θα πνιγούμε 
δείξε του πού πονάει το καράβι

κι άσ’ τον στην τέχνη σου που δεν είναι πια δική σου.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος

*Αναδημοσίευση από το http://stratigos-anemos.blogspot.gr/2015/10/blog-post_30.html#more

Jessica Likar reviews Andy Jackson’s Immune Systems

unnd

Immune Systems
by Andy Jackson

Transit Lounge, 2015

Andy Jackson’s viscerally potent anthology Immune Systems exposes the reader to the bloodline of medical India, where medical tourism leaves the general population battling fraught poverty and the medical afflictions which accompany it.

Tripartite in structure, the series begins with a verse novella which explores medical tourism with an uncanny and thought provoking lens. A series of quick witted haiku’s offering small dense exposures of humour follow, while the series ends in a suite of complex and lyrically engaging Ghazals.
Jackson uses the insights of poetry to blur the lines of the physical experience, dissolving the state of otherness which exists when rigid physical boundaries are used to establish a sense of self and other. Jackson demonstrates the personal body and the societal body of urban India, to be experiencing the same contingencies and complications. This allows the reader to establish an empathic solidarity for the portraitures and circumstances presented throughout the series, rather than generating feelings of sympathy and otherness.

Jackson attaches you to the beating transport – ‘ the heart of this city of millions’ (15) – with a warm touch which takes in and acknowledges the desperation of people, evolving a tourist experience beyond the untouchable and distancing ‘ clichéd images of India’ (11). Abject vagrant bodies are observed with an eerie silence as city noises are decomposed and images are evoked like a ‘light film’ (15) which settles over the eyes.

An intimate connectivity is developed Immediately as the boundaries separating tourist from local are scattered by the reflective mirror surface present in the anthologies first poem, ‘Apollo Hospital’. Beginning at a point of vulnerability, the sweat fuelled and panicked speaker searches skyward for a hospital – an emergent layer – amongst a population condensed within an unrelenting street level filled with ‘crushed plastic and food scraps’ (11). The skyline holds a ‘white and mirrored’ (11) luxury hotel. The hotel’s reflective state creates a symbolic socio-economic barrier which perpetually projects poverty back onto its own reflection. Whereas the non-reflective steadfast ‘white–grey’ (11) water of the canal – which the speaker passes on the way to the hospital – threatens to pull its surroundings ‘down [into its] … banks’ (11). With these images Jackson illustrates the post-colonised space which the poverty afflicted are forced to hover in between. Progression is left ‘unfinished’ (11), and medical infrastructure suffers; ‘a British surgeon gives up translating/ Ayurvedic texts’ (31). The speakers taxi driver later says ‘The British brought good things,/ but divided us, kept people uneducated’ (15). Taking this in the speaker ‘keep(s) walking’ (11) and instead focuses on the portraitures of people – observing them with a tender observatory gaze – without letting the ‘shocking/ clichéd images of urban India‘(11) amount people to a state of caricatured otherness.

Jackson breathes humanity into the societal body locked out of medical treatments and forced to live ‘in clusters of concertinaed flesh/outside the best hotels, the five-star hospitals’ (19). He uses space and rhythm to symbolically embody the state of the medical infrastructure in a man with ‘no legs … crossing the road,/ using his calloused hands,/ moving slowly towards the gutter, backwards/ [while] An autorickshaw honks in protest/or warning’ (31). All encounters are felt with a devastation, as the sense of normalcy with which ‘you just have to accept suffering’ (25) is felt like the bloody reports of ‘newsprint (staining) your fingers … black’ (14).

The language is hygienically simple and unflinching and, despite the haze brought on by the sheer density of desperation, the anthology does not shy from questioning the fraught system which perpetual cycles poverty.

The speaker’s anger emerges in ‘Whatever exists in the universe’ where statistics of ‘unlicensed medicine factories’ (33) cover a prose type space, while excerpts for medical tourism marketing sit neatly aligned and centralised attempting to cover the poverty fuelled edges;

India is an extraordinary destination,
Ideally suited for recovery and unwinding
after a stressful surgical intervention. Our after-care … (33)

Jackson turns a fraught interwoven society characterised by poverty into an ‘inverted jewel’ (17, Sadhu) through its efficacious portraitures. He skilfully demonstrates urban India as an intrinsically and inextricably connected body, characterised by ancient tradition and globalised entrepreneurialism. The series feels as intimate as a heat driven dream in the first few glossy moments of waking and ‘the sun is everywhere … swollen’ (22) and unforgiving.

Jackson forces poverty to be seen as a unattended wound, which despite ‘police/ resorting to batons to subdue’ (14), remains a festering limb infecting and disturbing the whole immune system of society; he refuses to let poverty be reduced to a phantom limb. Immune Systems raises pertinent issues about the effects of medical tourism on an already impoverished society, while its efficacious portraitures itch and stay with the body like a ‘mosquito’ (37) bite.

*Jessica Likar is a passionate, vivacious writing and literature student at Deakin University on the homestretch of her BA degree. She writes poetry reviews for Rabbit, volunteers with Writers Victoria and was the Creative Producer of the 2015 Digital Writers’ Festival.

**Taken from Cordite Poetry Review at http://www.cordite.org.au

Ξαναδιαβάζοντας την ποίηση του Γιώργου Ιωάννου

giorgos+ioannou

Του Δημήτρη Ι. Καραμβάλη

Τριάντα ολόκληρα χρόνια από την εκδημία του ποιητή και συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου, του λογοτέχνη που σφράγισε με τον δικό του, ανεπανάληπτο τρόπο και το ξεχωριστό του ύφος και ήθος, τη λογοτεχνία μας. Γυρνώντας, μετά από τρεις δεκαετίες στο ποιητικό έργο, καταθέτουμε μερικές ίχνιες σκέψεις για το ποιητικό του σώμα και αίμα.

Τα περισσότερα ποιήματα έχουν ένα ή δύο στίχους στο τέλος, που λειτουργούν σαν επιμύθιο ή συμπέρασμα ή καρπός αντίθεσης με το όλο σώμα του ποιήματος, ή ακόμη λειτουργούν σαν μπούσουλας και σαν σηματωρός στη συνέχεια του ποιήματος, στη συνέχεια της ζωής, όπως:

 «Ας κατεβούμε γρήγορα – ξέρει ο Θεός τι κάνει» (δράση) ή
«Αυτοί αντλούνε από κάπου εξουσία»

(ή προσπάθεια ερμηνείας του απύθμενου θράσους) ή

«Τώρα γυρίζω για να βρω τον εαυτό μου»
(η αλήθεια – η αναζήτηση της χαμένης ταυτότητας)

ή ακόμη
«Αυτό το απόστημα θα σπάσει σαν τον ήλιο»
(η διέξοδος-λύση)…

Μέσα στους στίχους του Γιώργου Ιωάννου, αναπτύσσεται με σφοδρότητα μεγάλη η αντιπαράθεση ανάμεσα σε δυο διαφορετικούς κόσμους – της σιωπής της γόνιμης και της φλύαρης και ανούσιας πολυλογίας, η υποκρισία και το ξέσπασμά της με την αιμάσσουσα καταγραφή της ειλικρίνειας, το μαρτύριο γιατί τα πάντα οδηγούν στην απευχόμενη λύση:

«Κι όμως για κει όλα τραβούν.
Το βλέπω με τα μάτια μου, το ξέρω»…

Ο Γιώργος Ιωάννου υπήρξε ένας «ελεύθερος πολιορκημένος» από τους σκληρούς ανθρώπους των γραφείων, με μια «σφραγίδα μοναξιάς» στο μέτωπο, αρνούμενος παρ’ όλ’ αυτά να συνθηκολογήσει:

«Όλη τη μέρα πέθανα να τρέχω
από γραφείο σε γραφείο
να δείχνω τις συστατικές επιστολές,
να κάνω υποκλίσεις»…

Έτσι περνά με αλληλοδιαδεχόμενα ρεύματα από την ελπίδα («Πάλι θαρθεί όμως ο καιρός/πάλι θα πάμε ραντεβού όλο γλυκά απρόοπτα») στην απελπισία («Τι σχέση έχω εγώ μ’ αυτή τη νύχτα;») μέσα σ’ ένα αδιάκοπο πεδίο βολής με τη νοσταλγία των αγαπημένων του προσώπων όπως «η μάνα του των πρώτων πρώτων παιδικών του χρόνων» με την ιδιαίτερη επισήμανση ακατάλυτη και καθοριστική «Τότε που τον φωνάζαμε μοναχογιό»…

Τα ποιήματα του Γιώργου Ιωάννου είναι προπομπός για τη δημοσίευση των πεζογραφημάτων του, μέσα από μια διαλεκτική σχέση που αναπτύσσεται και οριοθετεί το ποίημα αλλά και μια γόνιμη αμφιβολία και μια σκληρή αυτοκριτική απολογισμού που τρυπά κατάσαρκα τον ίδιο:

«Και δεν σε φτάνει ο πυρετός, έχεις και τύψεις,
Γιατί ποτέ σου δεν κατάλαβες ποιοι σ’ αγαπούσαν»….

Η αναμονή, η διάψευση, η προσμονή, η απογοήτευση, η αξία και η απαξία, το ανελέητο μαστίγωμα και η αναζήτηση της ταυτότητας, η πίκρα και η απογύμνωση μέσα σε τρεις μόνο στίχους, το παράπονο, το μεγάλο σχολείο του πόνου, η συνειδητοποίηση πως δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τίποτα, το γενικότερο κλίμα αδυναμίας διαφυγής μέσα από μια έξοδο κινδύνου:

«Νιώθω σαν σπόρος αγκαθιού
με γαντζωμένο το κεντρί
στην αγκαθένια την καρδιά μου»…

Μέσα στο καμίνι της ερημιάς ψυχής του ο ποιητής νιώθει αδύνατο να περιγράψει αφού θα πρέπει πρώτα να διαγράψει κι αυτό το ρολόι είναι ανήμπορο να δείξει τα πραγματικά όρια του χώρου και του χρόνου. Η μοναξιά φτάνει φορές που δεν παλεύεται αφού εξαντλημένη η φαντασία αδυνατεί να φέρει πίσω τις ξεθωριασμένες μνήμες. Και μπορεί να έχει την αίσθηση του ρολογιού, όμως αυτό σε τίποτα δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τα λιμνάζοντα και τα σήποντα:

«Ύστερα έχασα τον ύπνο.
………………………………….
Άκουγα μόνο το ρολόι ως το πρωί»…
Δεν επιθυμεί τέτοια σιγουριά κι ασφάλεια, προκαλεί ακόμη κι αυτό τον ίδιο το θάνατο, ν’ αλλάξει κάτι, και μέσα σ’ αυτή την εξομολόγηση τη λυρική, η σπαραχτική κραυγή του ανθρώπου όπου γης, προσλαμβάνει πλατύτερες διαστάσεις, όταν θυμάται τις εκτελέσεις των αθώων, τις ριπές των πολυβόλων τις ανατριχιαστικές!

«Ο τοίχος είναι απέναντί μου που τους έστηναν
στο δέντρο που ακουμπάω τους κρεμνούσαν.
Το όπλο αυτό ζωντάνεψε κάτω απ’ τη νύχτα»…

Η ερωτική προσμονή, η αφοσίωση, έστω και η καταδίκη και η τιμωρία αντέχεται φτάνει ναρθεί το αγαπημένο πρόσωπο που χρόνια έχει να φανεί. Ως τότε κάποιο σημείωμα, η θολή μνήμη, η ψευδαίσθηση θα συντηρούν την ελπίδα:

«Μπορώ να περιμένω χρόνους άπειρους
να περπατώ και να μη βλέπω γύρω μου.
Έστω για να με φτύσεις, έλα κάποτε»…

Ποίηση με θραυσματικές απολήξεις, με αγώνα και αγωνία, γνήσιες λυρικές καταθέσεις, απόσταγμα ζωής:

«Και με το στήθος ίδιο ρόδι να τριζοβολά,
να χαίρεται να αποστάζει την ανάσα»!

Σημ.: Αναδημοσίευση από το βιβλίο “Γιώργος Ιωάννου – οκτώ κείμενα για την ποίησή του” του Δ. Ι. Καραμβάλη (εκδ. Δρόμων, 2015) στο οποίο ο συγγραφέας επιχειρεί μια προσέγγιση στο ποιητικό έργο του Ιωάννου “Τα χίλια δέντρα” (εκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1963), όπου “βρίσκεται σε μικρογραφία το κατοπινό πεζογραφικό του έργο”. Τα κείμενα που περιλαμβάνει το βιβλίο έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά έντυπα.

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.gr

Για την παρουσίαση του βιβλίου «Το γέλιο του νερού» από τον Χ.Π.Σοφία

Unknown

«Με τέτοια έλλειψη λογοτεχνίας που υπάρχει σήμερα , τι μπορεί να κάνει ένας ευφυής άνθρωπος αν όχι να γίνει ο ίδιος λογοτεχνία;»
FERNANDO PESSOA

Ήμασταν όλοι εκεί μέλη μιας κοινότητας που αντιστέκεται και ήθελε μες από το «γέλιο του νερού» να δηλώσει παρών . Οτι παραμένει αλληλέγγυα, πολιτικά ανθρώπινη μη έχοντας χάσει τον πολιτισμό της ενάντια και απέναντι στη βαρβαρότητα της οικονομικής και πολιτικής ελίτ και των υποτελών της, των κάθε είδους δημοσιογράφων, διανοούμενων, δικαστών.

Εκεί στα σπλάχνα της ΑΣΟΕΕ σ’ ένα αμφιθέατρο που παραχωρήθηκε από τα παιδιά του ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΖΟΜΕΝΟΥ ΣΤΕΚΙΟΥ της σχολής, πραγματοποιήθηκε όχι μια λογοτεχνική βραδιά σαν αυτές που γίνονται στους πολυχώρους και τα καφέ της εμπορευματικής και καταναλωτικής κοινωνίας από σκυφτούς συγγραφείς, κοινό, χειροκροτητές και χορηγούς κρασιού.

Η ανταπόκριση ήταν μεγάλη αν κρίνω από τη σιγή που επικρατούσε και τη συγκίνηση στα πρόσωπα όλων αυτών που συμμετείχαν.

Η παρουσίαση του βιβλίου έγινε από τον Σαμψών Ρακά ένα νέο λογοτέχνη χαμηλών τόνων ταπεινό μπροστά στο κοινό της  εκδήλωσης, που αναφέρθηκε στη συγγραφέα και στη προσωπική του σχέση μ’αυτήν  που τον έχει καθορίσει και μετά πέρασε όχι στην κριτική του βιβλίου αλλά σε μια συγκινησιακή καταβύθιση στο υγρό στοιχείο των λέξεων των 21 αφηγημάτων διηγημάτων του βιβλίου.

Σε αυτήν την καταβύθιση που έχουμε κάνει όσοι έχουμε διαβάσει το γέλιο του νερού.

Στη συνέχεια μας προετοίμασε ότι θα μα αναγνώσει κάτι δικό του ως μορφή αντίδωρου: ήταν σαν ο Νετσάγεφ στο σκοτεινό και υγρό δωμάτιό του, στο φως του κεριού, με την εκρηκτική του μελάνη να τελειοποιούσε τη συνδεσμολογία των λέξεων.

Η συρμάτινη φωνή της Αθηνάς Τσάκαλου μαζί με τον ήχο της βροχής έφθασε στα αυτιά μας από τον τόπο της εξορίας της τη Σαλαμίνα.

Ήταν γλυκιά, ευθυτενής, συγκινησιακά τονισμένη υπερήφανη μας μίλησε όπως θα μιλούσε στους δικούς της ανθρώπους για την αναγκαιότητα του πετάγματος, το πρώτο πλάνο της εξέγερσης.

Το πολιτικό κείμενο που γράφτηκε στο υπόγειο του Κορυδαλλού από το Δημήτρη Κουφντίνα και διαβάστηκε μας ξαναθύμισε τους Τουπαμάρος «τα λόγια μας χωρίζουν η πράξη όμως μας ενώνει».

Η Εύη Στατήρη από την εξορία του Γκύζη διαχύθηκε στο αμφιθέατρο μας μίλησε για τον αγώνα της ενάντια στη λήθη και την εξουσία.

Για την αλληλεγγύη τη δύναμη της επαναστατικής συνείδησης  που αντιστέκεται και δεν υποτάσσεται ακόμα και όταν φυλακίζουν το σώμα της.

Το λογοτεχνικό κείμενο της Ιωάννας Καρυστιάνη που διαβάστηκε μας μίλησε για την περιεκτικότητα και την ποιητικότητα του διηγήματος σε αντίθεση με το μυθιστόρημα, τη δυσκολία της γραφής του, που στα χέρια της Αθηνάς Τσάκαλου έγινε ονειρική μαγεία.

Η φυλακισμένη μητέρα Μαρία Θεοφίλου μέσα από κείμενό της που διαβάστηκε  μας επεσήμανε τη δίωξή της ως συγγενής του πολιτικού κρατούμενου Τάσου Θεοφίλου.

Έγιναν τοποθετήσεις και ερωτήσεις προς την Εύη Στατήρη από το κοινό που συμμετείχε ενεργά.

Τοποθέτηση έκανε και μια εμβληματική μορφή του επαναστατικού κινήματος, ο Χρήστος Τσιγαρίδας.

Τα κείμενα του Δημήτρη Κουφοντίνα ,της Ιωάννας Καρυστιάνη, της Μαρίας Θεοφίλου και αποσπάσματα από το βιβλίο το γέλιο του νερού της Αθηνάς Τσάκαλου διάβασαν με σωστή άρθρωση μέλη της συλλογικότητας «Συγγενείς-Φίλοι κρατουμένων και διωκόμενων αγωνιστών» που διοργάνωσε την εκδήλωση.

Έπειτα από σχεδόν 2 ώρες όλοι εμείς που συμμετείχαμε φύγαμε γεμάτοι πιστεύοντας ότι αξίζει να αντιστέκεσαι σε βροχερούς  καιρούς αλλά πιο πολύ αξίζει να παραμένεις άνθρωπος.

Εγώ
Κληρονόμος πουλιών
Πρέπει
Έστω και με σπασμένα φτερά
Να πετάω

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ
 
Παρασκευή 23/10/ ΑΣΟΕΕ

Χ.Π.Σοφίας
http://www.Xpsofias.com

AFISA_indy

Εκδόσεις-Περιοδικό Πανοπτικόν – Συνέντευξη στον Γιάννη Τσιτσίμη, περιοδικό Ένεκεν, τχ. 30, Δεκέμβριος 2013

12107797_10153761778874887_4439856233434672890_n

Η ποιητική συλλογή “Kλέφτικο’ του Γ. Πρεβεδουράκη είναι τελείως διαφορετική και μη συνηθισμένη στη δομή της από τα συνήθη “ποιητικά σχέδια” της εποχής μας. Αυτός είναι και ένας λόγος που την εκδώσατε, η εκκεντρικότητα σε σχέση με το ουσιώδες περιεχόμενο σάς ώθησαν ως αφετηρία έκδοσης;
Το «τελείως διαφορετική» και «μη συνηθισμένη» που αναφέρετε, αν ισχύει, αρκεί από μόνο του για να εκδώσω ένα ποιητικό βιβλίο· αλλά αυτό δεν συνιστά κατ’ ανάγκη «εκκεντρικότητα» (η εκκεντρικότητα πολλές φορές μπορεί να συνοδεύεται από απουσία περιεχομένου, γι’ αυτό και δεν μ’ αρέσει ως όρος). Μπορεί να είναι τόλμη, τάλαντο, καινοτομία. Το «Κλέφτικο» το εξέδωσα γιατί ήταν ένα ποιητικό κείμενο που μου ήρθε από τον άγνωστό μου τότε Γιώργο Πρεβεδουράκη, το οποίο με συγκίνησε βαθύτατα. Θεωρώ ότι είναι από τα σημαντικότερα ποιητικά βιβλία νέων ανθρώπων που έχουν βγει τα τελευταία χρόνια (τουλάχιστον από όσα έτυχε να δω) και περιμένω πολλά από τον άνθρωπο που το έγραψε.

Τι είναι αυτό που εσείς θα αποκαλούσατε “εκδόσιμη ποίηση” στα 2013;
Ό,τι δεν είναι παραλογοτεχνία (που δυστυχώς αφθονεί γύρω μας) θεωρώ ότι είναι καταρχήν εκδόσιμο. (Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι είναι και πολύ καλό). Το πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι επειδή τις περισσότερες φορές οι ποιητές χρηματοδοτούν οι ίδιοι τις εκδόσεις των βιβλίων τους (και σε ορισμένους οίκους πανάκριβα) πολλοί εκδότες είναι έτοιμοι να τυπώσουν οτιδήποτε, χωρίς κανένα κριτήριο, αρκεί ο υποψήφιος συγγραφέας να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη. Έχω δει με τα μάτια μου Θεσσαλονικιό εκδότη να κλείνει οικονομική συμφωνία με νεαρό συγγραφέα δίχως να έχει κοιτάξει καν το δακτυλόγραφο που του προσκόμισε. Και είναι επίσης γνωστό ότι πολλοί εκδότες δεν διαβάζουν ούτε τα βιβλία που οι ίδιοι εκδίδουν…

Πόσο μακριά από την ποίηση βρίσκεται ο μέσος έλληνας αναγνώστης και ειδικά ο νέος κατά την άποψή σας; Πού οφείλεται αυτό;
Οι Έλληνες γενικά δεν διαβάζουν. Περαιτέρω, η ποίηση είναι κατ’ ουσίαν εκτός εμπορίου (αυτό βέβαια ίσως και να την σώζει με μια έννοια). Ενδεχομένως αυτό να οφείλεται στο γεγονός ότι η εκδοτική βιομηχανία (υπάρχει και τέτοια και καταλαμβάνει το 80% της πιάτσας) έχει ρίξει το βάρος της στο μυθιστόρημα που είναι ογκωδέστερο, συνεπώς και ακριβότερο. Δεν ξέρω ποια άλλη εξήγηση μπορεί να δοθεί, γιατί κατά τεκμήριο η Ελλάδα είχε πάντοτε καλύτερους ποιητές από ό,τι πεζογράφους.

Θεωρείτε ότι οι μεγάλοι ποιητές της χώρας μας κατά τα παρελθόντα έτη στοιχειώνουν τους σύγχρονους δημιουργούς και τους οδηγούν σε τέλμα μάλλον αξεπέραστο και σε μιμητικές επαναλήψεις;
Τίποτα δεν είναι αξεπέραστο, απλώς ενώ η ματαιοδοξία πέφτει με το τουλούμι, το ταλέντο πέφτει με το σταγονόμετρο. Μεγάλοι ποιητές (και θεωρώ ότι πρέπει να χρησιμοποιούμε τη λέξη με φειδώ) δυστυχώς βγαίνουν ελάχιστοι. Έτσι συνέβαινε πάντα. Κατά τα άλλα, μάλλον δεν είμαι αρμόδιος να απαντήσω πιο συγκεκριμένα στο ερώτημά σας, μιας και δεν έχω εποπτεία της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής.

Τι εκπροσωπούν λοιπόν οι εκδόσεις “Πανοπτικόν”, με ποια φιλοσοφία αναζητούν μια θέση στα βιβλιοπωλεία της ζωής μας;
Δεν εκπροσωπούν τίποτα (συγγνώμη, αλλά η λέξη εκπροσώπηση μου προκαλεί δυσφορία, σε ό,τι κι αν αναφέρεται). Όπως έχω ξαναπεί, το Πανοπτικόν είναι ένας μικρός, προσωποπαγής, ανεξάρτητος εκδοτικός οίκος, έξω από τα κυκλώματα της διαφήμισης και της οργανωμένης προβολής. Είναι ένας οίκος που τον ξεκίνησα με ανύπαρκτο –κυριολεκτικά– αρχικό κεφάλαιο και περίσσευμα από μεράκι το 2001, μαζί με το ομώνυμο περιοδικό, όπου τα πάντα σχεδόν τα κάνω μόνος μου. Εκδίδω λίγα βιβλία κάθε χρόνο και δεδομένου ότι δεν βιοπορίζομαι αποκλειστικά και μόνο απ’ το Πανοπτικόν (επί χρόνια η βασική πηγή βιοπορισμού μου ήταν μεταφράσεις και επιμέλειες εκδόσεων που έκανα για λογαριασμό τρίτων) έχω την πολυτέλεια να εκδίδω βιβλία που μου αρέσουν, χωρίς να λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη μου εμπορικά κριτήρια. Η θεματολογία των εκδόσεων χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες: είναι κυρίως πολιτικά δοκίμια (ελευθεριακής και αντιεξουσιαστικής, με την ευρεία έννοια, κατεύθυνσης), υπάρχει μια λογοτεχνική σειρά, με κείμενα που θέλω να «ξεφεύγουν» από την πεπατημένη, τόσο ως τρόπος γραφής όσο και ως συνολική αντίληψη για το τι είναι και ποιον ρόλο επιτελεί η λογοτεχνία στην εποχή των βιομηχανοποιημένων best-seller, η συγγραφή των οποίων διδάσκεται σε κάτι απερίγραπτα σεμινάρια δημιουργικής γραφής, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει προστεθεί η σειρά των Απάντων του Φρίντριχ Νίτσε, στις κλασικές πλέον μεταφράσεις του Ζήση Σαρίκα. Μακάρι τα βιβλία που εκδίδω να είναι για κάποιους –όπως θα το ήθελε ο Κάφκα– τα τσεκούρια που θα σπάσουν την παγωμένη θάλασσα μέσα τους.

Ελένη Φουρνάρου, Microαστές, Εκδόσεις vakxikon.gr

BKS.0080058

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Πώς θα μας φαινόταν μια εξυπνότερη, ωριμότερη αλλά και κοινωνικότερη ελληνική εκδοχή του Sex and the City? Και πως θα μας φαινόταν αν αυτή η εκδοχή δεν ήταν μια ακόμα εύπεπτη τηλεοπτική σειρά, αλλά ένα πολλά υποσχόμενο μυθιστόρημα;

Έχουμε, λοιπόν, την ευκαιρία να έχουμε στα χέρια μας το μυθιστόρημα της Ελένης Φουρνάρου: Microαστές, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις: Vakxikon.gr. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα γλαφυρό με ζωντανές περιγραφές και ρέουσα πλοκή. Με χιούμορ, τροφή για σκέψη και μια γλυκόπικρη επίγευση, που αφήνει σε κάθε αναγνώστη.

Ας δούμε λίγο την υπόθεση: Μια παρέα γυναικών γύρω στα τριάντα ζουν και κινούνται στα Εξάρχεια και τα πέριξ, τα πρώτα χρόνια του νέου αιώνα. Στο επίκεντρο η Ιωάννα, η Κάτια και η Δέσποινα, φίλες από τα φοιτητικά τους χρόνια. Πίνουν καφέδες και ποτά συζητώντας πρωτίστως τα ερωτικά τους και ό,τι άλλο ελαφρύ ή βαρύτερο προκύψει. Ώσπου στη ζωή τους εμπλέκονται αναπάντεχα μια διεθνής τρομοκρατική οργάνωση, η ελληνική αστυνομία, οι μυστικές υπηρεσίες και, φυσικά, η οικονομική κρίση. Οι αντοχές τους δοκιμάζονται, οι φιλίες επίσης και τα προσωπικά τους αφηγήματα υπονομεύονται από την αναπόφευκτη πραγματικότητα.

Ξεκινώντας, ας σταθούμε λίγο στον τίτλο. Αντί του γνωστού όρου μικροαστές, η συγγραφέας κάνει λογοπαίγνιο γράφοντας microαστές χρησιμοποιώντας τον όρο micro, που χρησιμοποιείται τόσο στην τεχνολογία όσο και στην οικονομία για να εκφράσει μικρά και πολλές φορές απειροελάχιστα μεγέθη δίνοντάς έτσι από την αρχή έναν ειρωνικό τόνο στο μυθιστόρημα.

Διαβάζοντας το μυθιστόρημα Microαστες διαπιστώνουμε ότι η Ελένη Φουρνάρου περιγράφει πολύ γλαφυρά κωμικοτραγικές καταστάσεις με αρκετή δόση αυτοσαρκασμού καθώς η ίδια παίρνει το ρόλο της Ιωάννας, που αναφέρεται σε πρώτο πρόσωπο. Μέσω της Ιωάννας η συγγραφέας δεν μας αφηγείται μόνο γεγονότα, αλλά στέκεται πίσω από αυτά και φιλοσοφεί καυστικά. Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: «Η κρίση των σαράντα δεν είναι εφεύρεση των επιτήδειων ψυχολόγων, ούτε των λάιφ στάιλ περιοδικών-σας τ’ ορκίζομαι. Υπάρχει στ’ αλήθεια. Παραμονεύει χαιρέκακα να νιώσει πως το ξέχασες, καιροφυλακτεί σατανικά να σε πιάσει αφηρημένο. Και σε χτυπάει αλύπητα. Εκεί που δεν το περιμένεις. Και σου θυμίζει μονομιάς όλα αυτά που έτρεχες να προλάβεις. Και δεν πρόλαβες γιατί δεν βρήκες το χρόνο. Δεν θα γίνεις ποτέ πρίμα μπαλαρίνα, ολυμπιονίκης στο έπταθλο, πυρηνικός επιστήμονας, αστροναύτης, ούτε καν προπονητής του Παναργειακού. Ή δεν θα κάνεις τέσσερα ξανθά, στρουμπουλά μωρά που τρέχουν μέσα σ’ ένα μαγευτικό κήπο με σιντριβάνια…. Τα σαράντα σου σκάνε στη μούρη κωμικά, σαν τούρτα από το υπερπέραν.»

Το μυθιστόρημα της Ελένης Φουρνάρου microαστες, θα μπορούσε, λοιπόν, να είναι ένα χιουμοριστικό βιβλιαράκι για να περνάει ευχάριστα ή ώρα, όμως, οι κοινωνικές προεκτάσεις, που εμπεριέχει βάζουν σε σκέψεις τον αναγνώστη για την οικονομική κρίση, αλλά και το για το πώς πρέπει να αντιστεκόμαστε στο σύστημα. Πως αγωνιζόμαστε; Με ατομική τρομοκρατία ή μέσα από συλλογικότητες; Το μυθιστόρημα δεν απαντά. Θέτει το ερώτημα και αφήνει τον αναγνώστη να προβληματιστεί. Η φιλία δοκιμάζεται. Ποιος θα νικήσει; Η φιλία ή η ιδεολογική περιχαράκωση;

Κλείνοντας, οφείλουμε να ευχαριστήσουμε την Ελένη Φουρνάρου για το πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημά της microαστές και να περιμένουμε τις νέες πνευματικές της δημιουργίες.
ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Μια αντι-ιστορία, μια βάση δεδομένων για την αγάπη και τον πόνο – Π.Ο., Fitzroy: The Biography, Collective Effort Press, 2015

po2

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ*

Το 1974, στην παρουσίαση ενός φωτογραφικού βιβλίου Robert Ashton για το Fitzroy, ένας νεαρός ντόπιος ποιητής, γνωστός ως Π.Ο. άρπαξε μερικά βιβλία και άρχισε να τρέχει στο δρόμο φωνάζοντας ότι τα απελευθέρωσε για χάρη του πραγματικού κόσμου του Fitzroy. Σαρανταένα χρόνια αργότερα, το περασμένο Σάββατο, στο , ο Π.Ο. παρουσίασε το δικό του προφίλ του πιο παλιού προαστίου της Μελβούρνης.

Ο Π.Ο. γράφει πάντα για το Fitzroy για πάνω από 40 χρόνια τώρα, αλλά μόλις τώρα κατάφερε να κυκλοφορήσει έναν ολόκληρο τόμο 740 σελίδων, ένα έργο ολκής και μεγάλης τόλμης, το οποίο συγκεντρώνει αρκετές πρωτιές και πρωτοτυπίες, με την πλέον χαρακτηριστική, ότι είναι ένα βιογραφικό βιβλίο, το οποίο, όμως, είναι γραμμένο εξ ολοκλήρου με στίχους. Ωστόσο, «η ειρωνεία», λέει ο ίδιος, «είναι ότι το εν λόγω βιβλίο είναι πολύ μικρό σε σχέση με το αντικείμενο που πραγματεύεται…»

Το Fitzroy: The Biography είναι μια σειρά πορτραίτων ανθρώπων, γεγονότων και τοποθεσιών που έχουν άμεση σχέση με το εν λόγω θρυλικό εσωτερικό προάστιο της Μελβούρνης. Πασίγνωστες φυσιογνωμίες του Fitzroy παρελαύνουν μέσα από τις σελίδες του βιβλίου όπως ο Squizzy Taylor, ο Robert Hoddle -αυτός που χάραξε και σχεδίασε τους δρόμους και το ρυμοτομικό σχέδιο της πρώιμης Μελβούρνης-, ή ο ντόπιος ποδοσφαιριστής Kevin Murray, και ακόμα προσωπικότητες όπως οι Allen Ginsberg, Mary MacKillop και πάμπολλοι άλλοι. Ωστόσο, την τιμητική τους έχουν και λιγότερο γνωστές προσωπικότητες της περιοχής όπως η Ellen Fincham -η οποία μάλλον δολοφονήθηκε απόν εραστή της το 1899 ενώ ήσαν και οι δύο μεθυσμένοι-, ή ο William Keyang, που τυφλώθηκε σε ένα εργατικό ατύχημα το 1916 και, στη συνέχεια, αυτοκτόνησε. Θέση έχουν ακόμα και ονομαστοί επισκέπτες στο Fitzroy, όπως ο Bob Dylan ή ο Muhammad Ali.

Ο Π.Ο. εργάστηκε ως σχεδιαστής (draughtsman) επί 40 χρόνια και έχει εδώ και πολλές δεκαετίες τη φήμη ενός από τους πλέον αναγνωρισμένους και καθιερωμένους avant garde ποιητές, όχι μόνο στην Αυστραλία αλλά και έξω από τα σύνορά της. Άλλαξε το ονοματεπώνυμό του αφού ερωτεύθηκε τα Μαθηματικά. «Συνειδητοποίησα ότι καθώς το Π, το οποίο ήταν το αρχικό γράμμα του ονόματός μου, ήταν το επόμενο γράμμα από το O, στο ελληνικό αλφάβητο, τότε το Π ήταν αντανάκλαση του κύκλου. Για μένα αυτό από μόνο του ήταν έναν ποίημα» λέει. Έτσι, κατά τη διάρκεια μιας παρουσίασης στο Πανεπιστήμιο La Trobe Uni υιοθέτησε το Π.Ο. το οποίο και καθιερώθηκε έκτοτε.
Η οικογένειά του μετανάστευσε από την Ελλάδα στην Αυστραλία το 1954 όταν ο ίδιος ήταν τριών χρόνων, με ενδιάμεσο σταθμό στο μεταναστευτικό κέντρο της Bonegilla. «Ζήσαμε σε περίπου 20 σπίτια στο Fitzroy και η οικογένειά μου λειτούργησε γύρω στα 10 διαφορετικά καταστήματα στην περιοχή. Μεγαλώσαμε σε μια αρκετά δύσκολη περιοχή η οποία ήταν γνωστή τα στενά (the Narrows), τα δρομάκια δηλαδή γύρω από το Gertrude Street, και λειτουργούσαμε ένα καφενείο όπου έπαιζαν χαρτιά και άλλα τυχερά παιχνίδια, εκεί που τώρα είναι το συγκρότημα των πολυκατοικιών (commission flats). Είμαστε οι προτελευταίοι που φύγαμε από εκεί πριν τα κατεδαφίσουν» λέει.

Με μια τέτοια … ισόβια -θα λέγαμε- θητεία στην περιοχή του Fitzroy, ο Π.Ο., όχι μόνο ανέπτυξε μια αγάπη και ένα ασίγαστο ενδιαφέρον για το εμβληματικό αυτό προάστιο, αλλά το χρησιμοποίησε και ως βάση της έρευνάς του, άρα και ως πηγή της πειραματικής ποίησής του.

«Όταν μού καρφώθηκε η ιδέα να κάνω ένα πορτραίτο του Fitzroy δεν είχα κατά νου να γράψω για μένα ή την οικογένειά μου. Νόμιζα ότι θα ήταν μια παρουσίαση αυτών των ανθρώπων του Fitzroy, αλλά όταν άρχισα να ταξινομώ τις διαφορετικές αυτές ιστορίες κατά χρονολογική σειρά ήταν σαν να έβλεπα μπροστά μου ολόκληρη την τοπική ιστορία» λέει ο ίδιος.

Έτσι, λοιπόν, στο βιβλίο παρελαύνουν γεννήσεις και θάνατοι, διαμάχες και βεντέτες, οίκοι ανοχής και μπυραρίες, η ανάδυση του τοπικού κομμουνιστικού κινήματος, ο ερχομός των μεταναστών και η εμπειρία τους.
«Ως παιδιά ζούσαμε όλοι σαν σε συμμορίες. Η δική μου παρέα ήταν γνωστή ως “η συμμορία με τα πλακάκια” γιατί είχαμε ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε πλακάκια δίπλα μας και όταν έρχονταν οι άλλες συμμορίες παιδιών στο δρόμο και στο μικρό μας πάρκο για να μας πετάξουν πέτρες εμείς αμυνόμασταν πετώντας πλακάκια, που τα κομμάτια τους έκοβαν σαν μαχαίρια» θυμάται.

Όπως και οι περασμένες δουλειές του Π.O. – για παράδειγμα, τα Number Poems, τα οποία αποτελούνται ολοκληρωτικά από μαθηματικά και αριθμούς– το ογκώδες αυτό έργο του πηγαίνει ακόμα πιο πέρα από την καθιερωμένη αντίληψη του τι ακριβώς είναι η ποιητική γλώσσα και τι μπορεί να πετύχει. Ο ποιητής πειραματίζεται με τα όρια μεταξύ πρόζας και ποίησης, δίνοντας έμφαση σε παλιές εφημερίδες και το τοπικό φολκλόρ. Είναι μια αντι-ιστορία που δεν χωράει σε καμιά Wikipedia, είναι όμως και μια βάση δεδομένων για την αγάπη και τον πόνο.
Όπως και η ίδια η αρχιτεκτονική του Fitzroy, στο βιβλίο δεν υπάρχει χρονολογική σειρά, ο αναγνώστης πηδά δεκαετίες ακόμα και αιώνες πίσω και μπροστά. Έτσι δεν μπορείς να διαβάσεις το βιβλίο αυτό σελίδα τη σελίδα, αλλά αναζητείς ονόματα και τοποθεσίες από τον πίνακα περιεχομένων.

Ο ίδιος λέει ότι δεν επιχειρεί να χαράξει κάποιες διαχωριστικές γραμμές αλλά να παραδεχτεί ότι η δημιουργία μιας βιογραφίας οικοδομείται μέσα του, στον δικό του εσωτερικό κόσμο, ως προσαύξηση. Ως βιογραφία δεν στέκει, γιατί το βιβλίο αυτό δεν αρχίζει με την ημερομηνία γέννησής του ή με τον ερχομό του στην Αυστραλία μέχρι και την 500ή σελίδα.

Αναδύεται από αυτή την ολάκερη εμπειρία, των καυγάδων, της έντασης, της βίας αρκετές φορές, ένα ασύλληπτο χιούμορ, μια ασυναγώνιστη ζωτικότητα στην ποίησή του. Η εικόνα της οικογένειας του Π.O. , τα μέλη της οποίας εργάζονται όλοι μαζί για να εξυπηρετήσουν τζογαδόρους, πόρνες, μεθυσμένους, πάνκηδες και μηχανόβιους, ξεχειλίζει από ενέργεια.

*Για τη συγγραφή του παρόντος χρησιμοποιήθηκαν (και) αποσπάσματα του ρεπορτάζ του Jason Steger στην εφημερίδα The Age (Δευτέρα, 28 Σεπτέμβρη) καθώς και από σχετικό δημοσίευμα στη The Saturday Paper. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Νέος Κόσμος”, Πέμπτη, 22 Οκτώβρ 2015, σελ. 6.

po1

Fernando Pessoa, Γράμματα στην Οφέλια

gramofel180

Του Διονύση Μαρίνου

Fernando Pessoa, Γράμματα στην Οφέλια
Εκδ. GUTENBERG
Μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα

Ο ποιητής γυμνός, ερωτευμένος, τσακισμένος

Ο Γκυστάβ Φλωμπέρ με τη Λουίζ Κολέ. Ο Τζέιμς Τζόις με τη Νόρα. Ο Χένρι Μίλερ με την Αναΐς Νιν. Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ με τη Μαίρη Γουέλς. Ο Πάμπλο Νερούντα με τη Ματίλντε Ουρούτια. Και φυσικά ο Φερνάντο Πεσσόα με την Οφέλια Κεϊρός. Ποιο ένστικτο (ταπεινό, σκαμπρόζικο, φιλοπερίεργο ή, μήπως, σκανδαλοθηρικό) μας προκαλεί να σκύψουμε στην ιδιωτική σφαίρα των συγγραφέων και να σκαλίσουμε τις κρυμμένες πτυχές των βίων τους – ιδιαιτέρως εκείνες που αγγίζουν τη ρόδινη περιοχή του έρωτα;

Υπό τον κίνδυνο τούτη η οξυμμένη περιέργεια να προκαλέσει πλείστες όσες απομυθοποιήσεις για την εξιδανικευμένη εικόνα που έχουμε στο μυαλό μας, τα τοτέμ λογοτεχνίας, αίφνης, εμφανίζονται τρωτοί, ανθρώπινοι, ηδυπαθείς, κόλακες, κοινοί ερωτιδείς αλλά και πνευματώδεις, ρήτορες του μεγάλου –και ιδανικού– έρωτα, έμφοβοι μπρος στην απόρριψη, τρομαγμένοι στην πιθανότητα το σώμα να υποσκελίσει την πνευματική εργασία τους.

Στα «Γράμματα στην Οφέλια», ο Φερνάντο Πεσσόα δεν είναι ο γνωστός Πεσσόα αλλά ούτε και κάποιος ετερώνυμός του. Ίσως, δίχως να το επιδιώκει, όντως, μέσα από αυτές τις επιστολές προς μια γυναίκα, να εμφανίζεται ένας… ενδιάμεσος ετερώνυμος του Πορτογάλου. Αδιαμόρφωτος ακόμη, νεφοσκεπής, περιδεής αλλά και παιγνιώδης ταυτοχρόνως.

Η επιστολική (και όχι μόνο) σχέση του Πεσσόα με την κατά πολύ μικρότερή του Οφέλια είχε διάρκεια 16 χρόνια και είναι χωρισμένη σε δύο βασικές περιόδους. Η πρώτη είναι των ρόδων και του… μελιού και η δεύτερη του ρήγματος και του αποχωρισμού. Και στις δύο, όμως, ο μέγιστος ποιητής έχει αποστερηθεί το στεφάνι της ποιητικής του δόξας και εμφανίζεται… γυμνός, σωματικός και πλήρης συναισθημάτων. Αν και το ερωτικό στοιχείο δεν είναι ξένο στην ποίησή του, εντούτοις δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «ερωτικός ποιητής» – τουλάχιστον με τη συμβατική ερμηνεία του όρου. Σε αυτές τις επιστολές, ωστόσο, ο Πεσσόα αφήνει έναν χείμαρρο ερωτικών καλεσμάτων, ακκισμών στα όρια της παιδικότητας και ιμερικών τόνων που δεν περιμένει κανείς να ξεχυθούν από έναν άνθρωπο με τη δική του εκκεντρική ιδιοσυγκρασία. Εντέλει, είναι ο ίδιος ο Πεσσόα, ένας άλλος, ή κάποιες φορές και ο ετερώνυμός του, Άλβαρο Ντε Κάμπος (αυτός ο σκληροπυρηνικός μηχανικός), που μετέχουν στο ερωτικό γαϊτανάκι. Ο Πεσσόα είναι ερωτευμένος, υποδύεται τον ερωτευμένο, παίζει με τα συναισθήματά του αλλά και με εκείνα της Οφέλια.

Μα, κι εκείνη, αν και δεν είναι πνευματώδης και δεν θα μπορέσει ποτέ να αφουγκραστεί το ηφαιστειώδες ταλέντο του αγαπημένου της, μετέχει του παιχνιδιού, ως ένα σημείο, με ανυπόκριτο πνεύμα. Ναι, φτάνει στο σημείο να συνομιλεί με τον «ανύπαρκτο» Άλβαρο Ντε Κάμπος, να τον εχθρεύεται και να προσπαθεί να αμυνθεί υπέρ του αγαπημένου της Νινίνιο/ Φερναντίνιο. Το όνειρό της είναι να παντρευτεί τον Πεσσόα, να ζήσουν μαζί κάτω από την ίδια εστία, να ακολουθήσουν μια συμβατική ζωή ως ένα συνηθισμένο ζευγάρι ερωτευμένων. Στο μυαλό της έχει δημιουργήσει μια «κουκλίστικη» εκδοχή στην οποία ο Πεσσόα, φευ, δεν θα μπορέσει ποτέ να ανταποκριθεί. Όντως, κάποια στιγμή η σύγκρουση με τον… άλλο του εαυτό θα αποβεί μοιραία για τη σχέση. Ο Πεσσόα δεν είναι άνθρωπος των συγχρωτισμών και της αμοιβαιότητας των αισθημάτων. Η μόνη σχέση που παραμένει μέσα του αδιασάλευτη είναι αυτή του δημιουργού, του ποιητή. Ακολουθώντας το πεπρωμένο του, δεν μπορεί να αποχωρήσει από τη σχέση, αφήνοντας την Οφέλια μόνη με τη ραγισμένη καρδιά της. Μέσα από μια σειρά καθημερινών συμβάντων, ερωτικών διαχύσεων, πληγωμένων κατηγοριών, αγαπητικών υποσημειώσεων, συμβουλευτικών παραινέσεων (μην πίνεις, του λέει εκείνη – να τρως, της λέει ο άλλος) και άλλων πολλών αποκαλύψεων, διαγράφεται ο κύκλος της σχέσης του Φερνάντο με την Οφέλια και, υπό διαφορετική οπτική γωνία, βλέπουμε τον ποιητή μέσα από τον άνθρωπο αλλά και τον άνθρωπο που είναι ταγμένος σε μια μόνο θωπεία: σε αυτήν της ποίησης.

Η μετάφραση ανήκει στην Μαρία Παπαδήμα, η οποία συγγράφει και ένα άκρως κατατοπιστικό επίμετρο για την ερωτική (έως σεξουαλική) πτυχή της ποίησης του Πεσσόα. Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα και συγκροτημένη ανάλυση που συμπληρώνει την παρούσα έκδοση και εξηγεί γιατί τούτες οι επιστολές ενδέχεται να είναι κάτι παραπάνω από μια προσέγγιση από την… κλειδαρότρυπα, αλλά να φωτίζουν αυτό που πραγματικά ήταν και έμελλε να γίνει ο Πεσσόα στα κατοπινά χρόνια.

*Αναδημοσίευση από το http://www.diavasame.gr/page.aspx?itemID=PPG1396_2268

Jennifer Mackenzie reviews Rimbaud in Java by Jamie James

rimbaud-in-java-233x300

Rimbaud in Java
by Jamie James
Editions Didier Millet
Singapore , 2011
Reviewed by JENNIFER MACKENZIE
 

Of the biographies of poets, it is that of Arthur Rimbaud (1854-1891) which continues to perplex and confound. Why is it that someone so gifted should abandon poetry at the age of twenty-one for the life of a trader, filling his head with accounting ledgers rather than visionary poetry? Why did he, in 1876, enlist in the Royal Netherlands Army, taking an arduous journey to Java, only to remain there for a few short weeks before returning to France, most probably, though not conclusively, on the vessel The Wandering Chief ?  Jamie James, novelist and critic and resident in Indonesia, turns his attention to those few short weeks. In his exquisitely written and presented little book Rimbaud in Java, James invites us to explore the very nature of poetic consciousness through the writings and journeys of this poet of the modern. He has succeeded in taking the reader on a journey by Rimbaud’s side, from the poet’s early days at school in Charleville in France, to his desultory wanderings in Europe, to his love affair with poet Paul Verlaine, and finally to the possible trajectories for his brief journey through Java. The book concludes with an enthralling account of the pervasive influence of Orientalist imagery on the art and literature of France in the eighteenth and nineteenth centuries, while at the same time connecting it with Rimbaud’s exposure to that current of thought.

In all its dizzying brilliance, it is the great work and the giving up of it which entrances us. How would Rimbaud be viewed say, if he had died at twenty-one, a poet of youthful masterpieces, a poet whose life was tragically cut short? In such a case the response would be overwhelmingly elegiac. It is the giving up, these journeys-trajectories without art which alarm, fascinate and compel us to hazard an answer.  As James demonstrates, there is a sense that the trading, the journeys have become for Rimbaud’s  readers  part of the work, part of the way we perceive it. A trader in Abyssinia, a fugitive in the wilds of Java, are they not unwritten Illuminations in which we search for the touch of the pen on the paper, for the hand dictating the invisible words?  We are drawn into the character of an artist who appears both impetuous and strong-willed, mercurial and knowing, and in regard to his legacy, the creator of a poetic persona both indifferent and calculating. As James so eloquently puts it:

The aesthetic, political and psychological reasons are much more rewarding to the imagination [than his status as a fugitive] …Rimbaud was already on his way toward a mythic identity as a protean hero, capable of becoming whatever one wanted him to be. The glamour that has attached itself to Rimbaud’s odyssey-in-reverse, the reason some people care so passionately about reconstructing the itinerary of his ceaseless efforts to escape from home, partakes of the magnetic attraction of his poetry (67).

Jamie James originally conceived the project about Rimbaud’s missing weeks in Java, of which no convincing explanation has been established, as a novel, as an account of his lost voyage, but the number of directions in which the narrative could run ‘saw disaster lurking’:

Above all it was the prospect of writing dialogue for Arthur Rimbaud that terrified me: he probably ordered a cup of coffee like anyone else, but who knows? Perhaps he made ordering coffee an interesting little event. Every previous attempt to put words in that pretty little mouth that I was aware of had ended in unintentional burlesque … (75)

On taking a ‘Rimbaud pilgrimage’ through Java some years ago, James writes that he could ‘do little more than tread in the Master’s known footsteps to the vanishing point’ (75). In his journey from Batavia to Semerang and to Salatiga, site of the army barracks where Rimbaud was billeted, the author found that, ‘The decommissioned train station in Tuntang [from where Rimbaud would have continued by foot to Salatiga] was the only place I sensed Rimbaud at my side’ (77).  James delicately  guides the reader through Java, from Batavia’s old port district of the still-extant Sunda Kelapa, to the capital’s colonial streets, to the compellingly rich landscapes of rural Java – those of Rimbaud’s ‘peppery and water-soaked lands’  (54) of ‘Democracy’ in Illuminations. He evocatively presents a ‘scorching two-hour march’ from Tuntang to Salatiga, with a glimpse of what Rimbaud would have seen, ‘The soldiers passed through terraced rice-fields, swampy lakes where carp were farmed, and small settlements of bamboo houses in the forest, sited beside the creeks that crisscrossed the dense jungle’ (54). A fortnight after that march, Rimbaud had disappeared, leaving his military uniform behind, probably wearing ‘a flannel vest and white trousers, standard colonial mufti’ (54).

It is at this point in the narrative that we reach the unknown, moving from that which can be faithfully portrayed, to a return to a deeper engagement with the enigma of the poet, and his protean consciousness, as he disappears from view. The only known account of these missing weeks is by his first biographer, brother-in-law Paterne Berrichon, who had noted that Rimbaud’s gaze ‘remained fixed with obstinacy on the Orient’(39).  In a tale which James amusingly characterises as Rousseau-like, Berrichon claiming that Rimbaud ‘had to conceal himself in the redoubtable virgin forest, where orang-utans still thrive. They taught him how to live undercover, to survive the attacks of the tiger and the tricks of the boa’ (29). The misplaced orang-utan and boa pale beside the reality of what, as James points out, any reader of the naturalist Alfred Russell Wallace would know, of the tropical jungle crawling ‘with tigers and rhinoceros, monitor lizards and crocodiles, pythons and kraits’ (70).  As for Berrichon’s fable, would it be possible to imagine Rimbaud telling a gullible confidant this story? Could we add the helpful orang-utan to an imagined unwritten text?

Did Rimbaud plan his escape during that fortnight domiciled in the barracks, concealing himself near a port before embarkation back to Europe? Was it the sheer reality of what confronted him in colonial Java, of what he had previously captured in A Season in Hell:   ‘The white men are coming. Now we must submit to baptism, wearing clothes, and work’ (69) that compelled him to up and leave?  Did he travel to Darwin? Did he visit opium dens, encounter monks at spiritual retreats, trajectories acting as a coda to what had been written, to what would no longer be written? Rimbaud in Java  concludes with a lively survey of the Orientalist imagination in France, covering the bizarre fantasies of writers such as Eugene Sue and his improbable Oriental prince, Djalma, the centrality of the East in the art of the Romantics and its importance to the Parnassian poets (of immediate connection to Rimbaud) such as Leconte de  Lisle. Baudelaire’s aborted voyage to Calcutta is amusingly recounted, as is the Javanese painter Raden Saleh’s depiction in a letter to a friend of Paris as an exotic paradise, ‘Paris is a garden at the centre of the universe, full of fragrant and delicious flowers and fruits…’ (113). A text previously unknown to this writer is mentioned, Balzac’s imaginary My Journey from Paris to Java (106).

Throughout his book Jamie James has included quotations from Rimbaud’s poetry ‘at every plausible occasion’ (12). He is right to have done so, as his translations are excellent, comparing favourably with John Ashbery’s recent Norton translation of Illuminations (2011).  Rimbaud is depicted with much love and respect, as well as with delight in the way the poet has left his readers with the enigma of his disappearance. In this indispensable book, Rimbaud in Java leaves us to consider the tantalising question: did Java in fact represent the very image of the hallucinatory which Rimbaud had determined to leave behind forever?
 
JENNIFER MACKENZIE is the author of Borobudur (Transit Lounge 2009) reprinted in Indonesia as Borobudur and Other Poems (Lontar, Jakarta 2012)

http://mascarareview.com/jennifer-mackenzie-reviews-rimbaud-in-java-by-jamie-james/