Dada 23 Ιούνη 1916-23 Ιουνη 2016 – Η επίδραση του αναρχισμού στο κίνημα του ντανταϊσμού

Το κίνημα του ντανταϊσμού προέκυψε από ομάδες ανθρώπων, σε διάφορες πόλεις κυρίως της Ευρώπης αλλά και στην Αμερική (Η.Π.Α.), ως μια αντίδραση (άντι)καλλιτεχνικής εκφράσεως απέναντι στις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες, οι οποίες καθορίζονταν σε μεγάλο βαθμό εκείνη την εποχή από το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αναμφίβολα, η εναντίωση στον πόλεμο ήταν ένα κοινό σημείο για σχεδόν όλους τους ντανταϊστές. Και λέμε σχεδόν όλους, επειδή για παράδειγμα κάποιοι από τους ντανταϊστές στο Παρίσι επέλεξαν να πάρουν θέση τασσόμενοι υπέρ του ρόλου του γαλλικού στρατού και σε μια επίδειξη σωβινισμού περιφρονούσαν τους γερμανούς (συμπεριλαμβανομένου ακόμα και των εκεί ντανταϊστών). Επιπλέον, μερικοί ντανταϊστές κατατάχθηκαν στο στρατό.

Αυτό όμως που δεν είναι ξεκάθαρο συχνά στις αναφορές που γίνονται για το Dada είναι κατά πόσο συμμετείχαν αναρχικοί σε αυτό ή αν υπήρξε ιδεολογική επιρροή από αναρχικούς της εποχής αυτής. Το να είσαι εναντίον του πολέμου (όχι ταξικού αλλά εξουσιαστικού) είναι ένα στοιχείο, αλλά δεν αποτελεί απαραίτητο σημάδι για να συνδέσουμε το Dada με την αναρχία.

Οι αναφορές που υπάρχουν συναινούν στο γεγονός ότι το Dada ήταν ένας συνδυασμός διαφορετικών ατομικών θέσεων που κάποιες φορές ερχόντουσαν και σε αντίθεση μεταξύ τους. Οι περισσότερες δράσεις του Dada είχαν καθαρά (αντι)καλλιτεχνικό χαρακτήρα χωρίς πολιτική έκφραση, υπήρξαν όμως και κάποιες άλλες, όπως θα δούμε αργότερα, που παραπέμπουν σε πολιτικές πράξεις. Αυτό που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι ο ντανταϊσμός ήταν ένα αυτοαποκαλούμενο διεθνές κίνημα (άρα δεν χωράει η έννοια του ρατσισμού σε αυτόν) χωρίς «κατεστημένο», χωρίς κάποιο ιδρυτικό κείμενο ή κάποια δομή-ιεραρχία (δεν υπήρχαν αρχηγοί), χωρίς οργανωτικές επιτροπές ή εκτελεστικά τμήματα. Κατά αυτό τον τρόπο, το Dada υπήρξε χαρακτηριστικό παράδειγμα, όχι δημοκρατικών αξιών, αλλά κάτι που μοιάζει περισσότερο με την εφαρμογή της αναρχίας σε μια καλλιτεχνική έκφραση (εξού και το anti-art), που πολλοί τη συνδέουν με την avant-garde.

Ξεκινώντας από τη Ζυρίχη, όπου χτίστηκαν τα θεμέλια του Dada, γύρω από το Cabaret Voltaire χώρο ψυχαγωγίας και καλλιτεχνικής έκφρασης, αξιοσημείωτο είναι ότι ο ιδιοκτήτης Hugo Ball ασχολήθηκε με τη μετάφραση κειμένων του Bakunin. Αυτό αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι ο Ball είχε επηρεαστεί σημαντικά από το έργο του Bakunin. Επίσης, o ίδιος πριν το Dada συμμετείχε σε επαναστατικού περιεχομένου εφημερίδες όπως οι Die Aktion, Der Sturm, Die Revolution. Η θεματολογία των κειμένων του σε αυτές περιλάμβανε μεταξύ άλλων το μηδενισμό και το ρώσικο αναρχισμό4. Εκτός από Bakunin είχε διαβάσει και Kropotkin. Ωστόσο, όσον καιρό ο Hugo Ball παρέμενε στο προσκήνιο του Dada της Ζυρίχης, το κίνημα αντι-τέχνης δεν πήρε ποτέ τη μορφή της αναρχίας6. Άλλωστε ο ίδιος έγραφε το 1915 (ένα χρόνο πριν το Dada): “Έχω εξετάσει τον εαυτό μου προσεχτικά. Δεν θα μπορούσα ποτέ να αποδεχτώ το χάος, να βάζω βόμβες, να ανατινάζω γέφυρες και να τρέφομαι με ιδέες. Δεν είμαι αναρχικός”. Ο Hugo Ball υπήρξε θαυμαστής του Νίτσε και φαίνετε να ασπαζότανε κάποιες θεωρήσεις του4 και εν γένει τον ατομικισμό. Όταν όμως αποσύρθηκε από το Dada επέλεξε να ζήσει μια θρησκευτική ζωή.

Ο νιτσεϊκός μηδενισμός επηρέασε και τους Richard Huelsenbeck και Francis Picabia. Με την άφιξη του τελευταίου στη Ζυρίχη το 1919 προστέθηκε ένα νέο στοιχείο που χαρακτηριζότανε από την απόλυτη έλλειψη σεβασμού προς κάθε αξία, μια απελευθέρωση από όλους τους κοινωνικούς και ηθικούς καταναγκασμούς.

Όσον αφορά τους υπόλοιπους ντανταϊστές της Ζυρίχης, τόσο ο Hans Richter όσο και ο Tristan Tzara είχαν επαφές με αναρχικές ομάδες. Αργότερα όμως ο Tristan Tzara θα κινηθεί στα πλαίσια του κομμουνισμού: στο Παρίσι όπου κατέφυγε μετά τη Ζυρίχη είχε δεσμούς με το Γαλλικό Κουμμουνιστικό Κόμμα, έγινε μέλος του και μετέπειτα ασπάστηκε τον Σταλινισμό. Πολέμησε επίσης εναντίον του φασισμού το 1936 στην Ισπανία και ενάντια στους Ναζί στην περιοχή της Τουλούζης στα 1940-44). Ενδεικτικό όμως των κινήτρων του Tristan Tzara τον πρώτο καιρό δράσης του ως ντανταϊστής αποτελεί το παρακάτω απόσπασμα (από ένα εκ των μανιφέστων που είχε γράψει): «Είμαι κατά των συστημάτων. Το πιο αποδεκτό σύστημα είναι να μην έχεις κανένα σύστημα και καμιά αρχή».

Αναζητώντας τις επιρροές των ντανταϊστών εκτός Ζυρίχης: οπαδοί του Stirner, που θεωρείται από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του μηδενισμού και της αναρχικής ιδεολογίας, υπήρξαν οι Max Ernst και Theodor Baargeld, ιδρυτές του Dada στην Κολωνία. Ο τελευταίος έβγαζε το περιοδικό Der Ventilator (Ο Ανεμιστήρας) μέσα από το οποίο επιδιδόταν σε επιθέσεις εναντίον της εκκλησίας και της πολιτείας, του κατεστημένου και της τέχνης. Όμως, ο Baargeld το 1918 θα γίνει μέλος του μαρξιστικού, πασιφιστικού Ανεξάρτητου Σοσιαλοδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (USPD). Χαρακτηριστικό του προσανατολισμού που θέλανε να δώσουν στο Dada στην Κολωνία αποτελεί μια αφίσα που αποτελούσε μέρος μιας έκθεσης ντανταϊστών και στην οποία αναγραφόταν: «Tο Dada είναι με την επαναστατική πλευρά του προλεταριάτου, το Dada είναι πολιτικό».

Οι Marchel Duchamp και Man Ray που πρωτοστατούσαν στο κίνημα Dada στη Νέα Υόρκη είχαν διαβάσει Stirner. Το ίδιο όμως και ο Julius Evola από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ντανταϊσμού στην Ιταλία, ο οποίος ήταν ακόμα μεγαλύτερος οπαδός του Νίτσε. Ο Evola συνδεόταν φιλικά με τον Μουσολίνι, παρά ταύτα δεν υποστήριξε πλήρως το φασιστικό του καθεστώς και δήλωνε αντιφασίστας. Προτιμούσε όμως τον φασισμό απέναντι στον κομμουνισμό και τη δημοκρατία. Αργότερα, με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δήλωσε εθελοντής για να ακολουθήσει το στρατό ενάντια στους Κομμουνιστές στο Ρωσικό μέτωπο (αν και τελικά δεν επιλέγει). Επίσης, έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη των SS. Η διαφορά τη φασιστικής ιδεολογίας του Evola συγκρινόμενη με αυτή του Ναζισμού (που πίστευε στη βιολογική ανωτερότητα των Αρίων) ήταν ότι πίστευε στην «πνευματική» ανωτερότητα. Ο Evola και άλλοι διανοούμενοι του φασισμού επισκέφθηκαν τον Χίτλερ το Σεπτέμβριο του 1943 με σκοπό να ιδρύσουν το φασιστικό ψευδο-κράτος του Salo στη Βόρεια Ιταλία.

Σε αντίθεση με τον Evola, oι ντανταϊστές του Βερολίνου, Raul Hausmann και Johannes Baader, εκδήλωναν τάσεις φιλο-αναρχικές. Μάλιστα, ενδεχομένως η κορυφαία πολιτική πράξη του Dada να είναι αυτή με πρωταγωνιστή τον Baader (αλλά ιθύνον νου τον Hausmann), όταν στην τελετή για την ανακύρηξη της 1ης Γερμανικής Δημοκρατίας στο Κρατικό θέατρο της Βαϊμάρης το 1919, πέταξε από τον εξώστη στα κεφάλια των πατέρων του έθνους προκηρύξεις που τον αυτοανακήρυσσαν πρώτο πρόεδρο της νέας αυτής δημοκρατίας. Το κείμενο της προκήρυξης τελείωνε ως εξής: «Θα ανατινάξουμε τη Βαϊμάρη μέχρι τα ουράνια… δεν θα λυπηθούμε κανέναν και τίποτε. Παρουσιαστείτε όλοι μαζικά! Το Ντανταϊστικό Αρχηγείο της Παγκόσμιας Επανάστασης». Σε μια άλλη περίπτωση ο Baader διέκοψε τον Εφημέριο που λειτουργούσε στον Καθεδρικό ναό του Βερολίνου, φωνάζοντας από το χώρο της χορωδίας: «Στο διάολο ο Χριστός» ή σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή: «εσείς είστε εκείνοι που κοροϊδεύετε τον Χριστό, δεν δίνετε δεκάρα για αυτόν». Στο Βερολίνο ο Hausmann και ο ποιητής Franz Jung κυκλοφορούσαν το περιοδικό Die Freie Strasse (= Ο Ελεύθερος Δρόμος), με έντονες αναρχικές τάσεις.

Peret, Picabia, Jung, Baader, Mehring, Cravan, είναι μερικά ονόματα νταναταϊστών που είτε αυτοπροσδιορίζονταν ως αναρχικοί είτε είχαν κατά βάση αντιεξουσιαστικές απόψεις9. Ο Περέ μάλιστα, εξέφραζε την αντίθεσή του απέναντι σε κάθε εθνική και εκκλησιαστική εξουσία και την υπερασπίστηκε εξίσου απόλυτα μέχρις ότου πέθανε, σε ένα μικρό βρωμερό δωμάτιο, στη Γαλλία το 1959. Πολέμησε με τους αναρχικούς στον Ισπανικό Εμφύλιο.

Σε συλλογικό επίπεδο τώρα, η συγγραφή ντανταϊστικών μανιφέστων αποτελούσε συχνά μέσο έκφρασης ιδεών και ουσιαστικά τη «φωνή» του Dada. Τα μανιφέστα του Dada λειτουργούσαν πολλές φορές ως αναρχικές διακυρήξεις.

Οι φουτουριστές χρησιμοποιούσαν επίσης το μανιφέστο πριν το Dada. Όμως, το ντανταϊστικό μανιφέστο είχε τις καταβολές του στον αναρχισμό του 19ου αιώνα και θεωρείται «απόγονος» της ιδέας για «έμπρακτη προπαγάνδα» (propaganda by deed) που επινοήθηκε από τους ιταλούς αναρχικούς Errico Malatesta, Carlo Cafiero και Emilio Covelli.

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι ο συσχετισμός του Dada με την πολιτική δεν ήταν ποτέ ξεκάθαρος και αυτό διότι οι ντανταϊστές λειτουργούσαν πάντα μέσα στα πλαίσια της ατομικότητας του καθενός και της αλληλοσυμπλήρωσης χαρακτήρων και δυνατοτήτων. Υπήρχαν ντανταϊστές σχεδόν αδιάφοροι για την πολιτική, αλλά και κομουνιστές, σοσιαλιστές, αναρχικοί, ακόμα και φασίστες όπως είδαμε και στην περίπτωση του Evola. Ωστόσο αν κάποιος μπορεί να ισχυριστεί πως το κίνημα σαν σύνολο έτεινε προς τα κάπου από πολιτικής άποψης, θα πρέπει να αποδεχθεί ότι έτεινε προς την αναρχία. Ενδεικτικά είναι τα λόγια του Ribemont-Dessaignes: «Ήταν απαραίτητο να τους κάνουμε να καταλάβουν ότι είμαστε εναντίον της κουλτούρας και ότι είμαστε αντίθετοι όχι μόνο με την αστική τάξη πραγμάτων αλλά και με κάθε τάξη πραγμάτων, κάθε ιεραρχία, κάθε ηρωοποίηση, κάθε ειδωλολατρία, όποιο και αν ήταν το είδωλο».

Λευτέρης Σ.

ΑΝΑΦΟΡΕΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

“A brief history of Dada”, David Smith, 2007.
“Dada in Context”, Henri Behar, Université de la Sorbonne-Nouvelle, Paris III, 2005
“A short account of the Dada movement”, Nick Heath, Anarchist Federation in London (http://libcom.org/library/dada)
“A Cultural Revolution for the “Free Spirits”: Hugo Ball’s Nietzschean Anarchism”, Maftei Ştefan-Sebastian, PhD, “Babeş-Bolyai” University Department of Philosophy Cluj, Romania, 2011.

“Dada & Anarchy”, By Mark Holsworth, 2012 (http://melbourneartcritic.wordpress.com/2012/08/18/dada-anarchy/)
“Hans Richter: DADA, Art and Anti-art”, μετάφραση: Ανδρέας Ρικάκης, Εκδόσεις Υποδομή, Αθήνα 1983.
“Μανιφέστα του Ντανταϊσμού”, Τριστάν Τζαρά, Εκδόσεις Αιγόκερως, 1998.
“Myth and Violence: The Fascism of Julius Evola and Alain Benoist”, Thomas Sheehan, Social Research, Vol. 48 No 1, Spring 1981.
Περιοδικό ΝΑΡΑΡΧΙΑ, Νο 11, Πρωτοβουλία Αναρχικών, Σεπτέμβριος 2002.
“ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΝΤΑΝΤΑΪΣΜΟΣ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ”, Γιάννης Σολδάτος, Εκδόσεις Αιγόκερως 2007.
http://www.dada-companion.com/dada-messe/hism”,
Erickson D. John, French Literature Series: Manifestoes and Movements 7: p98-109, 1980.

*Από το http://zerogeographic.wordpress.com/

Στέλλα Μιχαηλίδου, Φωνές σιωπής, Εκδόσεις vakxikon.gr

page_1_thumb_large

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ*

Θα διαβάζατε ποτέ μια ποιητική συλλογή δίχως να γνωρίζετε τίποτα για τον ποιητή, που την έγραψε; Τι θα κάνατε αν έπεφτε στα χέρια σας μια ποιητική συλλογή χωρίς βιογραφικά στοιχεία; Είναι αλήθεια, πως όταν διαβάζουμε μια ποιητική συλλογή, θέλουμε να γνωρίσουμε, που και πότε γεννήθηκε ο ποιητής, ποιες είναι οι σπουδές του, αν υπάρχουν, αν έχει εκδόσει άλλα έργα και ποια είναι τα ενδιαφέροντά του πέρα από την ποίηση. Όμως, η έλλειψη βιογραφικών στοιχείων μπορεί και να υποβοηθά μια ποιητική συλλογή, καθώς αφήνει ένα μυστήριο να πλανάται γύρω από τον δημιουργό της. Σε τελική ανάλυση, τι θέλουμε να γνωρίσουμε; Τα ποιήματα ή τον ποιητή; Αν είμαστε αληθινοί εραστές της ποίησης, θα προτιμήσουμε τα ποιήματα. Κανείς δεν γνωρίζει, ποιοι έγραψαν τα δημοτικά τραγούδια, όμως, κανείς δεν αμφισβητεί την διαχρονική αξία τους. Πόσο μάλλον, που οι ανώνυμοι ποιητές των δημοτικών τραγουδιών ήταν απλοί άνθρωποι του λαού, χωρίς περισπούδαστους τίτλους και περγαμηνές.

Τα ίδια με όσα γράψαμε παραπάνω ισχύουν όσον αφορά και την έλλειψη προλόγων και βαρύγδουπων εισαγωγών. Αν ένα ποιητικό έργο αξίζει, τότε μιλάει από μόνο του. Οι πρόλογοι και οι εισαγωγές χρησιμοποιούνται συνήθως, σε μια απέλπιδα προσπάθεια κατανόησης δυσνόητων ποιημάτων, από το αναγνωστικό κοινό.

Ένα ποιητικό έργο χωρίς βιογραφικά στοιχεία και χωρίς προλόγους και εισαγωγές είναι και η ποιητική συλλογή της Στέλλας Μιχαηλίδου: «Φωνές σιωπής», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις “Vakxikon.gr”.

Το πρώτο στοιχείο, που τραβάει την προσοχή του αναγνώστη, είναι ο τίτλος: Φωνές σιωπής. Εδώ έχουμε ένα οξύμωρο, που έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον από πολλούς ποιητές. Μιλά η σιωπή, εκκωφαντική σιωπή, φωνάζει η σιωπή, είναι μόνο λίγες από τις ποιητικές εκφράσεις, που συναντάμε αρκετά συχνά, αλλά εδώ ο τίτλος μπορεί να ερμηνευτεί με δύο εκδοχές. 1): Φωνές σιωπής είναι τα διαλείμματα, που κάνει η ποιήτρια ανάμεσα σε μεγάλες σιωπηλές περιόδους για να πει αυτό που θέλει, όταν νομίζει ότι είναι η κατάλληλη στιγμή για να το πει. 2): Φωνές σιωπής είναι τα ίδια τα ποιήματα γιατί ενώ γράφονται με απόλυτη προσήλωση και σιωπή, προκαλούν θόρυβο, πολλές φορές και πάταγο.

Περνώντας στο περιεχόμενο, βλέπουμε πως τα ποιήματα, που περιλαμβάνονται είναι ως επί το πλείστον άτιτλα. Άλλα ποιήματα είναι ολιγόστιχα και άλλα πολύστιχα, χωρίς να πλατειάζουν, με μια μερική προτίμηση της ποιήτριας σε μικρές φόρμες. Ποίηση λιτή χωρίς περιττά στολίδια και φιοριτούρες.

Ένα σεβαστό μέρος της ποιητικής συλλογής της Στέλλας Μιχαηλίδου «Φωνές σιωπής» είναι αφιερωμένο στον έρωτα. Ο έρωτας φέρνει την αγάπη. Η αγάπη φέρνει τα όνειρα. Τα όνειρα φέρνουν την φυγή. Η φυγή φέρνει την ανατροπή. Μήπως και ο έρωτας δεν είναι μια ανατροπή του μέχρι πρότινος συναισθηματικού μας κόσμου;

Όμως, ο έρωτας δεν οδηγεί πάντα σε μια ιδανική κατάσταση, όπου το ζευγάρι μένει ερωτευμένο μια ζωή. Υπάρχει ο έρωτας από απόσταση. Υπάρχει ο χωρισμός, που μερικές φορές είναι απαραίτητος, όσο οδυνηρός κι αν είναι: «Ποια καράβια θα με ταξιδέψουν; Ποια; / Δε σε νοιάζει που μου λείπεις / και δακρύζω. / Φεύγω.» Άρα, μερικές φορές, η φυγή ίσως να είναι η πιο σωστή απόφαση.

Γράφοντας για τον έρωτα η Στέλλα Μιχαηλίδου γίνεται σε ορισμένες περιπτώσεις αποφθεγματική δείχνοντάς μας πως τα πιο ολιγόστιχα ποιήματα δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τα ποιήματα-ωκεανούς, που γράφονται σήμερα για τον έρωτα: «Μη μ’ αγαπάς γι’ αυτό που είμαι / αγάπα με γι’ αυτό που έχεις μέσα σου / για μένα.» Απλή ποίηση, που έρχεται σε αντίθεση με ερωτικά παραληρήματα, που έχουμε διαβάσει κατά καιρούς.

Όμως, όσο κι αν ακούγεται παράξενο, υπάρχει και ο έρωτας με τα αντικείμενα. Αντικείμενα, που ενέπνευσαν την Στέλλα Μιχαηλίδου να γράψει στίχους, που της κράτησαν συντροφιά, όπως το πολυαγαπημένο τζάκι, που όταν βρέχει, η ποιήτρια κάθεται δίπλα του και νιώθει ότι γράφουν και οι δύο «με κάρβουνο και μελάνι».

Σε μια όμορφη ποιητική συλλογή, φρονούμε πως ο κάθε αναγνώστης βρίσκει ένα δικό του αγαπημένο ποίημα. Το ποίημα της Στέλλας Μιχαηλίδου, που θεωρούμε ομορφότερο βρίσκεται στη σελίδα 33 και είναι αφιερωμένο στη μνήμη του πατέρα της ποιήτριας και περιγράφει τα συναισθήματα, που της γεννά η απεικόνισή του σε ένα κάδρο. Το ποίημα είναι συγκλονιστικό και αποδεικνύει ότι σε στιγμές μεγάλου πόνου, οι ποιητές μας δίνουν τους καλύτερούς τους στίχους.

Στις «Φωνές Σιωπής», οι υπαρξιακές αγωνίες, ο φόβος του θανάτου, η φθορά του χρόνου και τα γηρατειά είναι μερικά από τα θέματα, που απασχολούν την ποιήτρια και μας τα μεταφέρει με ένα τρόπο απέριττο και συνάμα περιεκτικό: «Μα πάλι θρηνώ / στους χτύπους της καρδιάς / της ημερομηνίας λήξης.» Με αυτούς τους στίχους η Στέλλα Μιχαηλίδου εκφράζει την τραγικότητα του ανθρώπου, που είναι το μόνο έμβιο ον, που γνωρίζει ότι θα πεθάνει.

Όμως, παρά τις υπαρξιακές αγωνίες, παρά το φόβο του θανάτου και την τραγικότητα του ανθρώπου, που αναφέραμε πιο πάνω, η ποιήτρια δεν απογοητεύεται. Δεν μας συμβουλεύει να κλειστούμε στον εαυτό μας και να σταυρώσουμε τα χέρια περιμένοντας το μοιραίο, αλλά ίσα-ίσα μας προτρέπει να χαμογελάμε και να κοιτάμε μπροστά. «Προχώρα! / Τίποτα δε μένει στάσιμο.», θα γράψει, παραπέμποντάς μας στην φιλοσοφία του Ηράκλειτου. Κι αν έρθουν δύσκολες στιγμές και παρουσιαστούν ψευδαισθήσεις παραίτησης και χαλάρωσης, δεν είναι παρά όνειρα κακά, που πρέπει να τα διώξουμε για να νιώσουμε την ελευθερία: «Λίγες ερωτήσεις / και η υποψία, το κακό το όνειρο / κάνει φτερά. / Πάλι ελεύθερη. / Πάλι εγώ.» Άρα ο άνθρωπος μόνο, όταν είναι ελεύθερος, μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του.

Πολλοί σύγχρονοι ποιητές θέλοντας να αιτιολογήσουν τον τρόπο γραφής τους, γράφουν ποιήματα, που αναφέρονται στην ποίηση. Γιατί γράφουν; Πως γράφουν; Από πού εμπνέονται; Ποιες είναι οι επιρροές τους; Δυστυχώς, οι περισσότεροι καταφεύγουν σε κοινοτοπίες ή προσπαθούν να εξηγήσουν κάτι που και για τους ίδιους είναι ανεξήγητο. Η Στέλλα Μιχαηλίδου δίνει τις δικές της απαντήσεις με δύο ποιήματα πρωτότυπα σε σύλληψη και ευρηματικά. Ο ποιητής γράφει πρώτα για τον εαυτό του και αυτό δεν είναι εγωιστικό. Ξεκινάει από την εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου για δημιουργία. Ακόμα και η λιγότερο αυτοαναφορική ποίηση, ακόμα και η πιο στρατευμένη στην υπηρεσία μιας καλύτερης κοινωνίας ποίηση, ξεκινά από αυτή την ανάγκη. Και η έμπνευση; Ο ποιητής μπορεί να εμπνευστεί απ’ οπουδήποτε, όμως, αν δεν σημειώσει τον πρώτο στίχο την ώρα της έμπνευσης, το ποίημα χάνεται για πάντα. Όπως, έχει γράψει ο Paul Valery: «Τον πρώτο στίχο μας τον δίνουν οι θεοί» για να συμπληρώσει ο Διονύσιος Σολωμός ότι το ποίημα γράφεται «με καιρό και κόπο». Διαβάζοντας τα ποιήματα της Στέλλας Μιχαηλίδου διαπιστώνουμε ότι μόνο με καιρό και κόπο θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί.

Αρκετά ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ποίημα στη σελίδα 44, που αναφέρεται στην Αραβία με μια περιγραφή πολύ όμορφη, που θα ζήλευαν αρκετοί συγγραφείς ταξιδιωτικών εντυπώσεων. Το ποίημα τελειώνει με λέξεις στα αραβικά, που μιλάνε για παγκόσμια ειρήνη, δείχνοντάς μας πως η ποίηση της Στέλλας Μιχαηλίδου έχει διεθνιστικό προσανατολισμό.

Τα τελευταία ποιήματα της συλλογής «Φωνές σιωπής» είναι ολιγόστιχα και θα ‘λεγε κανείς ότι η Στέλλα Μιχαηλίδου χάνεται στα μονοπάτια της σκέψης της, όμως, φρονούμε πως η φαντασία της ποιήτριας την οδηγεί σε πολύ λιγότερο μπερδεμένα μονοπάτια από πολλούς καταξιωμένους σήμερα ποιητές. Για να ακολουθήσουμε λίγο τη φαντασία της ποιήτριας, παραθέτουμε λίγους στίχους, που κοσμούν το οπισθόφυλλο του βιβλίου της: «Δαίμονες τριγυρίζουν / στο μυαλό μου / κι εχθροί αόρατοι. / Μια συνουσία σκέψεων / τετραπληγικής ψυχής.» Όμως, ακόμα και σε αυτά τα ποιήματα οι προτροπές της ποιήτριας συνεχίζονται. Ο άνθρωπος πρέπει να πετάει με τα δικά του φτερά ακόμα κι αν είναι ένα καρυδότσουφλο στο πέλαγος.

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Στέλλας Μιχαηλίδου «Φωνές σιωπής» είναι μια αρκετά αξιόλογη απόπειρα ποιητικής γραφής. Ο πρόσφατα εκλιπών Ουμπέρτο Έκο είχε γράψει: «Η τέχνη του διαβάσματος έγκειται στο να ξέρεις ποιες σελίδες να πηδήξεις». Προτρέπουμε, λοιπόν, τον αναγνώστη, από το βιβλίο της Στέλλας Μιχαηλίδου, να μην παραλείψει καμιά σελίδα.

*Το παραπάνω αποτελεί κείμενο ομιλίας, που διαβάστηκε στην εκδήλωση: «Ελλάδα-Σλοβενία: Η ποίηση ενώνει», που οργάνωσε το περιοδικό “Vakxikon.gr” στις 17 Μαρτίου 2016.

Δείγμα ποιήματος από τη συλλογή

Παρουσίαση

Απομεσήμερα μιας νιότης ξεχασμένης,
Παπαρούνες της καρδιάς μου.
Φεγγοβολώ το άπειρο,
σ’ αναπολώ.
Στις μελωδίες της καρδιάς μου
θέλω να τραγουδήσεις
εκείνο τ’ όμορφο, γλυκό χαιρέτισμά σου.
Φίλα με, παντού και πάντα
σε νοσταλγώ.

Λουκάς Λιάκος, Στροφορμή, Εκδόσεις Straw Dogs

liakos-stroformi20.6.16


σελ. 13
[…]
Πρέπει να σκέφτομαι πως τα μαλλιά σου μεγαλώνουν
γρήγορα λόγω έλλειψης ύπνου. Κλείσε την πόρτα αθόρυβα,
άραγε θα ξαναβρεθούμε; Απροσδιοριστία. Έλλειψη πίστης.
Μια νέα εξουσία ταυτόχρονη, γεμάτη φραγμένες αρτηρίες και
αιφνιδιασμούς.
Όμως εγώ σ’ έχω μες στην κοιλιά μου
κι ο παράδεισος κλείνεται για άλλο ένα βράδυ.
Αδυσώπητα με ξυπνούν χαράματα οι βελόνες και τα προνόμια,
η ταχύτητα των διακοσίων χιλιομέτρων, η ασυγκράτητη πείνα,
η ομαδική τρέλα.
Και σε μεταλαβαίνω και λέω θαύμα, πιστεύω, δεν πιστεύω.
σελ.15
[…]
Η πραγματικότητα μας έχει μάθει να καταβροχθίζουμε
ακουμπώντας το πετσί και το κόκαλο κάτω στο χώμα. Νικημένα,
νικημένοι ζητάμε συμβουλές αρνούμενοι την αποτυχία, αρνούμενοι
την παντοδυναμία του χαμένου. Οι γιατροί είναι λωποδύτες και τα
νοσοκομεία γεμάτα σώβρακα με ατέλειωτη διάρροια και περίεργα
στραβωμένα χαμόγελα. Ο θάλαμος που περιμένει να μας δεχτεί είναι
γεμάτος σαπούνι, οι νοσηλεύτριες γρυλλίζουν αντί να ονειρεύονται
κι όταν πέφτει η νύχτα τρυπώνουν στο δέρμα προσπαθώντας να
ξαλαφρώσουν από την ένταση της ημέρας. Τρυπώνουν στο δικό
μας δέρμα για να βρουν καταφύγιο. Τι χυδαιότητα. Ω ψυχή μου
ζαλισμένη! Ω πονεμένο μου σώμα!
κάθε νύχτα μαζί μου σ’ ένα σώμα
οι εραστές πανομοιότυποι
στην αθλιότητα του κρεβατιού
πως χαίρονται τα χείλη σου
νεκρά και καμαρώνουν
Τη σιωπή
ή αλλιώς
ν’ αφήνεις το νερό
για να βουλιάξεις στην όχθη
σελ. 65
[…]
η μάχη βούιζε στα αυτιά μου και δεν είχα πια ελπίδες μόνο εξομολόγηση χωρίς
χρονικό περιορισμό κι ευγνωμοσύνη να κάνω το λάθος και το σωστό
επιβεβλημένα έτσι χωρίς να κάνω αγγαρείες το φαινόμενο απλά μου
ανήκει δεν ζητώ ψυχικό ενώ εγώ ερχόμουν σπίτι δεν βρέθηκε τόπος
και δεν βρέθηκε ψυχή ζώσα στον τόπο ουδείς βρέθηκε στον τόπο της
τραγωδίας ο άνθρωπος πρέπει να το φροντίζει μόνος του κι αυτό να
ενεργεί όπως η βροχή λυτρώνοντας και καταστρέφοντας να προξενεί
με εξομολόγηση το ερωτικό αίσθημα τη συνουσία κυρίως να μπορεί
να πει δεν έχω πεθάνει ακόμα και κάποιοι θα μιλήσουν γι’ αυτό θα
τους ακούω να μιλούν μη ξέροντας καν αν γεννήθηκα.
Και μας τραβάνε οι μέρες κι η ζωή μας μετρά, με το σταχτί
της συννεφιάς να συγγενέψουμε λέγοντας έλεος. Κι όσο
ανασαίνεις σε γνωρίζω περισσότερο από την ελάττωση παρά
από τη κατηγόρια για το ανέφικτο. Να ξαναφτιάχνεις τον
κόσμο. Πρωί τον ουρανό που ίδια κι αξιολύπητα αρκείται,
να βρίσκει τόσες δυνάμεις που μετά βίας να γράφω:
σ κ ο υ π ι δ ό τ ο π ο ς  ο ξ υ γ ό ν ο υ
Κι άλλο δεν έχεις
από τα πλάσματα που πετάνε

Μια μερική κρίση

Όσο διάβαζα τη νέα ποιητική συλλογή του Λουκά Λιάκου (Λ.Λ.) τόσο μου επιβεβαιωνόταν το κοινότοπο όσο και ζωντανό, ότι  η λογοτεχνία είναι η συνείδηση του κόσμου και η Ποίηση το βάθος και η ουσία της λογοτεχνίας –ιδιαίτερα όταν η αυλαία ενός ποιητικού πονήματος κλείνει σιωπηλά κι αθόρυβα όπως «μια λέξη μας απόμεινε, μπορεί και δύο»- ναι· διότι το πιστεύω, μια λέξη, μπορεί και δύο θα απομείνουν από τις απόλυτες αλήθειες, τις ίντριγκες, τις ιδεολογίες, τις θρησκείες και τις μικρότητες της ανθρώπινης υπόστασης, θα μείνει μια λέξη, μπορεί και δύο –διότι πάντα, Το Έργο θα είναι αυτό που απομένει.

Τί ζητάς αφού δεν βρίσκεσαι με το πρώτο; /Υπάρχεις όταν πέφτω για ύπνο /παριστάνοντας το φως ή κάτι παρόμοιο. /Στην πραγματικότητα /το μόνο που μας απέμεινε είναι μια λέξη/ μπορεί και δύο.

Ο Λ.Λ. φαίνεται, και είναι μέγα ευτύχημα, έχει βαθύτατα συνειδητοποιήσει ότι: η ανθρώπινη Ζωή είναι Στιγμή και τίποτα περισσότερο -Κι όλο αυτό διαρκεί και λίγο ενδιαφέρει και ξεχνιέται – κι αφήνει πίσω της χυμούς από μια μουσική κρυφή, υπέροχη, μαγική κι ανεπιτήδευτη, ούτε δίκαιη είναι, ούτε άδικη, ούτε ποτέ καταδέχτηκε· ούτε καταδέχεται, ούτε τον «Κύριο» ενδιαφέρει, όπως αναφέρει ο ποιητής, εάν εσύ τριγυρνάς μες στους καπνούς / μια ολόγυμνη καμπύλη / σαν ήχος / βέβηλος.
Ο Λ.Λ. φαίνεται, και είναι μέγα ευτύχημα, έχει βαθύτατα συνειδητοποιήσει το κατά τον Γ.Χ. Ώντεν[1]: «Στις μέρες μας το έργο τέχνης από μόνο του αποτελεί πολιτική πράξη» και ότι η πρώτη ύλη του ποιητικού λόγου και γίγνεσθαι στην κοινωνία και τον κόσμο δεν αποκλείεται –το λέω δίχως καμία βεβαιότητα διότι γνωριζόμαστε μόνον διαδικτυακά- να ξεκινά από μια πρόδηλη ή λανθάνουσα αμφισβήτηση, από μία ή πολλές νεανικές ή παιδικές εμπειρίες, ή· από το ανέβασμα του Εαυτού στη σκηνή, ή ακόμα και από τον εσώτερο προβληματισμό για τον εαυτό του  –και από εκεί, ίσως, αρχίζει ο αγώνας του ποιητή Λ.Λ. όπως διαφαίνεται στο ποίημα με τίτλο «Σαν να σε μαλώνει η μάνα σου»:

Στην αρχή απορείς, ο έρωτας καθημερινός ή αιώνιος; Ολέθριος ή απλό παραμίλημα;  Ο θάνατος πάντα ευσεβής, φανερός μες στην απλότητά του. Απαγορεύεται να υποθέσεις.

Αυτά ως πρώτη ελλιπή ανάγνωση της ποιητικής συλλογής του Λουκά Λιάκου. Ελπίζω να συνεχίσει να προσφέρει ποιητική συνείδηση με φειδώ, μέτρο και σύνεση, δίχως να παρασυρθεί από τις φανερά μεγάλες δυνατότητες του αξιόλογου ταλέντου (μέγας ο πειρασμός στην διαδικτυακή πλέον, εκκλησία του δήμου) που διαθέτει και ξοδευτεί.΄Ελπίζω να συνεχίσει να μας προσφέρει εδέσματα εξαίσια, όπως η τωρινή Στροφορμή, διότι όταν σημαίες και λάβαρα σιγήσουν, το Έργο πάντα, είναι αυτό που θα μας απομείνει. Φωνές σαν του Λ.Λ. μας είναι οδυνηρά αναγκαίες.

[Στράτος Φουντούλης]
*
[1] Γ.Χ. Ώντεν, Ο Ποιητής και η Πολιτεία, μτφρ. Ελένη Πιπίνη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2012, σ. 165-166]

Την ποιητική συλλογή του Λουκά Λιάκου, μπορείτε να την προμηθευτείτε από:
Λευκωσία:
– Βιβλιοπωλείο ΜΑΜ / Κωνσταντίνου Παλαιολόγου 19
– Καφενείο – Αναγνωστήριο «πρόζακ» / Μέδοντος 3Α
Αθήνα:
– Βιβλιοπωλείο Πολιτεία / Ασκληπιού 1 – 3 & Ακαδημίας
– Βιβλιοπωλείο του Φαρφουλά / Μαυρομιχάλη 18
– Βιβλιοπωλείο Μωβ Σκίουρος / Πλατεία Καρύτση
Ναύπλιο:
– Βιβλιοπωλείο Αποσπερίτης / Αμαλίας 30

*Αναδημοσίευση από τις Στάχτες στο http://staxtes.com/2003/?p=9444

Με αφορμή το πρόσφατο βιβλίο της Lena Hoff “Νικόλας Κάλας και η πρόκληση του σουρεαλισμού”

10363366_518120628310643_1812891174733751388_n

Eπαναστάτης, μετανάστης, επαγγέλλομαι
τον ονειροκρίτη. Mελετώ Mάγους

τον van Eyck και τον Bosch, τον Breton

και τον Duchamp. Xαιρετώ άθεους Bουδιστές

του Kολοράντο, αναρχικούς κι αιρετικούς.

Γιορτάζω το ηλιοστάσιον και την επέτειο

κάθε Kομμούνας. Σέβομαι τη σκιά του Άθωνα

τις πυραμίδες, την Aφροδίτη.

Xάνομαι στο πλήθος, ξαναβρίσκω τον εαυτό μου

στις αρτηρίες της Bαβυλώνας

στην παλάμη του μέλλοντος.

(Mανχάταν 1977)

Το 1990 ο τότε διευθυντής του Louisiana Μuseum of Modern Art της Δανίας και φίλος της οικογένειας Κάλας, Steingrim Laursen, κληρονόμησε το αρχείο του Νικόλα και της Έλενας Κάλας, καθώς και τη συλλογή τους έργων τέχνης. Τα μεν έργα φιλοξενούνται και εκτίθενται στο Μουσείο Louisiana, το δε αρχειακό υλικό παραχωρήθηκε από τον Steingrim Laursen στο Ινστιτούτο της Δανίας στην Αθήνα, όπου και ταξινομήθηκε από την ερευνήτρια Lena Hoff. Τον Ιανουάριο του 2002 το Αρχείο μεταφέρθηκε στη Βιβλιοθήκη των Βορείων Χωρών που συνέστησαν από κοινού τα Ινστιτούτα σκανδιναβικών χωρών της Ελλάδας και στεγάζεται στην οδό Καβαλλότι 7, στου Μακρυγιάννη, με αποτέλεσμα να είναι εύκολα προσπελάσιμο για το αναγνωστικό κοινό. Μέρος του υλικού αυτού αξιοποιήθηκε στο αφιέρωμα του Μανδραγόρα αλλά και στο συνέδριο που ακολούθησε στην Κομοτηνή σε συνεργασία του Μανδραγόρα με τον Τομέα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, τον Ιούνιο του 2005, όπως και στη βραδιά που οργανώθηκε από τον Μανδραγόρα στον ΙΑΝΟ, όλα με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννηση του Νικόλαου Κάλα. (Τρεις δράσεις μας για τον Νικόλαο Κάλα στις οποίες συμμετείχε η Λένα Χοφ, αλλά να σημειώσουμε την απουσία του επίσημου ελληνικού κράτους που δεν συμπεριέλαβε τον ποιητή και διανοητή.

Το πρόσφατο βιβλίο της Λένας Χοφ βασισμένο στη διατριβή της (Παν/μιο Birmingham, 2006 Νικόλας Κάλας και η πρόκληση του σουρεαλισμού έρχεται να περιγράψει συστηματικά τις πολυδαίδαλες πτυχές της ζωής και του έργου του ποιητή, θεωρητικού, τεχνοκριτικού και πολιτικού (μέσω της αρχαιοελληνικής σημασίας του όρου «πολιτικός» εκ του «πολίτης»), Μ. Σπιέρου (σύντμηση του ονόματος των εκ των πρωτεργατών της γαλλικής επανάστασης Μαξιμιλιανού Ροβεσπιέρου), Νικήτα Ράντου (αναγραμματισμός του πραγματικού ονόματος Νικόλαος Καλαμάρης) και τελικώς Νικόλα Κάλας.

Η λέξη «πρόκληση» αμέσως ή εμμέσως καταλαμβάνει τη οπτική του Κάλα, άλλωστε ήταν και τίτλος της εισήγησής του τον Μάρτη του 1971 σε μια σειρά διαλέξεων του στο Οντάριο: «Η πρόκληση του Νταντά: η σχέση ζωής και τέχνης» με υπότιτλο Το μεγαλείο του σουρεαλισμού βρίσκεται στη συμφωνία με το διάβολο που κάνει ο καλλιτέχνης όποτε το μπορεί. Αλλά και άποψη του καλλιτέχνη η πρόκληση που σημείωνε: αισθάνομαι την ανάγκη να αντιμετωπίσω την πρόκληση λέγοντας μη αναμενόμενα πράγματα, ώστε να προκληθούν περισσότερες ερωτήσεις από απαντήσεις. Άλλωστε προσωπικά προτιμώ τις ερωτήσεις.

Και πραγματικά ξεκινώντας από διάθεση ανατροπής, πρόκλησης, επανάστασης, όχι με τη στενή πολιτική διάσταση, ή με την περιοριστική έννοια της ένταξής του σε ένα κόμμα, αλλά με τον ευρύτερο ιδεολογικό του προσανατολισμό στην αριστερά και την επιλογή του να προχωρήσει σε πολλαπλές ρήξεις κοινωνικές αλλά και ατομικές/προσωπικές ρήξεις, έμεινε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του πιστός στην προτροπή του Breton: Μετασχηματίστε τον κόσμο, αλλά και του Marx: Αλλάξτε τη ζωή.
Πριν αναφερθώ επιγραμματικά στις «ρήξεις» του Κάλα που τελικά του στοίχισαν την αναγνώριση και την αποδοχή στον τόπο του θα ήθελα να σταθώ στις συγγένειές του με τον Μπρετόν: σαφείς οι επιδράσεις του στην τέχνη, στην άποψή τους για την επαναστατικότητα του έργου τέχνης, με ντανταϊστικές καταβολές και αφετηρίες και οι δυο, συγγενείς και στα δοκίμια που δημοσίευσαν και οι δυο για τη ζωγραφική –σημαντικά άλλωστε τα τεχνοκριτικά κείμενα του Κάλα, ομοιότητες και στη σχέση τους με τον Φρόιντ και τις επισημάνσεις τους για την προέκταση της φροϊδικής θεωρίας στο καλλιτεχνικό έργο, αλλά συγγενείς ακόμα και στην πολιτική: τον Μάιο του 1938 ο Μπρετόν επισκέφτηκε το Μεξικό, όπου συνέταξαν στις 25 Ιουλίου 1838 με τον Τρότσκι (σ. 126) το περίφημο κείμενο Για μία ανεξάρτητη επαναστατική τέχνη, που τελικώς έφερε την υπογραφή των Μπρετόν και Ντιέγκο Ριβέρα. Το βιβλίο του Κάλα «Εστίες πυρκαγιάς έτυχε θερμής υποδοχής από τον ίδιο τον Τρότσκι, ενώ ο Κάλας προσανατολίστηκε από νωρίς στον τροτσκισμό –βασική αιτία που αγνοήθηκε από την ελληνική αριστερά και αποσιωπήθηκε σχεδόν μέχρι σήμερα το έργο του. Ο Κάλας επεδίωξε στην Αμερική συναντήσεις του με το στέλεχος του τροτσκιστικού κόμματος Felix Morrow, θέλησε να γίνει μέλος του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος. Τέλος Μπρετόν και Κάλας άσκησαν δριμεία κριτική στο φαινόμενο του σταλινισμού.

Ο Κάλας ήρθε τελικά σε
Α) Ρήξη με την τάξη του. Αναφέρεται σχετικά η Λένα Χοφ ήδη στο πρώτο κεφάλαιο του τόμου στον προσανατολισμό του Κάλα προς την Αριστερά («Διαμόρφωση μιας αριστερής πολιτικής για τον πολιτισμό»), όπως αποτυπώθηκε στο πρώιμο κριτικό του έργο αλλά και στην ποίησή του εκείνα τα χρόνια: συμμετείχε στη Φοιτητική Συντροφιά, πήρε μέρος φοιτητικές διαδηλώσεις ως φοιτητής της Nομικής αντιμέτωπος με το κατεστημένο της σχολής επειδή τόλμησε να γράψει στη δημοτική ήδη από το 1923, ως φοιτητής κλήθηκε σε απολογία για κομμουνιστική δράση, κατήγγειλε το 1930 την τρομοκρατία που ασκείται εις βάρος των δασκάλων για να μην πυκνώσουν τις τάξεις του προοδευτικού Eκπαιδευτικού Oμίλου. «Θεωρώ το εαυτό μου σαν τέκνο της φοιτητικής συντροφιάς, αυτή ήταν η πνευματική υποδομή μου που με ελευθέρωσε από το φρικτό οικογενειακό μου περιβάλλον. Και ο μεγάλος δάσκαλος της φοιτητικής συντροφιάς ήταν ο Γληνός. Κάτω από την καθοδήγησή του έκαμα ότι μπορούσα να δημιουργηθεί ένα νέο περιοδικό οι «Νέοι Πρωτοπόροι». Συνεργάστηκε επίσης και με άλλα αριστερά έντυπα: Nέα Eπιθεώρηση, Kύκλος, κλπ. «Αιρετικός» κομμουνιστής στα θεωρητικά του κείμενα, πιστός στις επαναστατικές ιδέες στην ποίηση, όσο και στην πολιτική, ο Kάλας δε δίστασε να υποστηρίξει την ανάγκη ενός νέου ακτιβισμού για την τέχνη «πέρα από τον παλαιολιθικό [Φιλολογικό Όμιλο] Παρνασσό και την ετοιμόρροπη Nέα Eστία». Χαρακτηριστικές οι ιδεολογικές διαμάχες/αντιθέσεις με τον συγραφέα του «Ελεύθερου πνεύματος» Γιώργο Θεοτοκά (σ. 28) αλληλογραφία πρώτη επιστολή Νοέμβριο 1929.

Β) Ρήξη με την οικογένεια του δικηγόρου, αντιβενιζελικού πολιτευτή και βουλευτή Λέσβου, εμπόρου σιτηρών, εργοστασιάρχη και ιδιοκτήτη ναυτιλιακών επιχειρήσεων στη Pουμανία πατέρα του Iωάννη Kαλαμάρη. Σε μια από τις συνεντεύξεις του (17.11.1982, βλ. σ. 359 του βιβλίου) σημειώνει την επίδραση της Μικρασιατικής καταστροφής και του δράματος των προσφύγων, γεγονός που οδήγησε στη ριζοσπαστικοποίηση του Κάλα (η γαλλική και η Ρώσικη επανάσταση ήταν οι δύο άλλοι σταθμοί στη διαμόρφωση της ιδεολογίας του). Αλλά η Μικρασιατική καταστροφή του 1922 συνέβαλε και στην οριστική ρήξη του με το οικογενειακό περιβάλλον. «Το δράμα των προσφύγων με είχε καταταράξει», λέει συχνά, ενώ περιγράφει την αποστροφή των αστών της εποχής έναντι των προσφύγων: «O πατέρας μου ήταν ένας από τους πλουσιότερους Aθηναίους bourgeois και είχε έρθει μια μέρα σπίτι (ένα μεγάλο γωνιακό Kριεζώτου 2 και Πανεπιστημίου, με τέσσερα πατώματα και κήπο από πίσω) και είδε Mικρασιάτες να τους έχουν βάλει μέσα εις το πλυσταριό και εις όλα τα δωμάτια της υπηρεσίας. Eίπε ότι αυτό τού ήταν απαράδεκτο και έκανε το παν να τους εξώσει. Tο θεώρησα μεγάλη αδικία και από τότε κατάλαβα ότι ο πατέρας μου και εγώ είμεθα δύο άνθρωποι αντιθέτων φρονημάτων· και αυτό εβάστηξε για όλα μας τα χρόνια».

γ) Ρήξη με τις κυρίαρχες κοινωνικές συμβάσεις σχετικά με τη σεξουαλικότητά του. Όπως επισημείνει και η Λένα Χοφ (σ. 110) από την αλληλογραφία του με τον Θεοτοκά, αλλά και από αναφορές του στο βιβλίο του «Συμβόλαιο με τους δαίμονες» διατυπώνει αβίαστα και με παρρησία νύξεις για ομοφυλοφιλική ροπή: «Αλλά οι ιδέες μου για τον έρωτα, ή μάλλον η στάση μου απέναντί του άλλαξε τρομερά. Είμαι άλλος άνθρωπος… ζητώ ορισμένες συγκινήσεις που μου λείπανε (2ο κεφ. Σημ 37 σελ. 374).

Δ) ρήξη ακόμα και με τους υπερρεαλιστές: κάνει κριτική στον Mπρετόν, δημοσιεύει στο «Partisan Review» το άρθρο «Προς ένα τρίτο υπερρεαλιστικό μανιφέστο» (σελ. 201) που θεωρήθηκε τολμηρό από πολλούς υπερρεαλιστές που χαρακτήρισαν την κίνησή του αυτή αποσχιστική και θρασεία προς τον Μπρετόν. Όταν κατέφυγε ο Mπρετόν στις HΠA ο Kάλας του πήρε συνέντευξη για το περιοδικό View στην οποία εντέλει τον χαρακτηρίζει άτολμο με βάσει τις απαντήσεις του (Χίτλερ). Τέλος μέσω δημοσιευμάτων ήδη από τον Νοέμβριο του 1940 στο περιοδικό «New Directions in Prose and Poetry» ο Κάλας διαχωρίζει τους Γάλλους ντανταϊστές και τον Τριστάν Τζαρά, που εντάχθηκαν στη συνέχεια στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας, από τους Ντισάν, Πικάμπια, Μαν Ρέι, που «ήταν στο σύνολό τους απολιτικοί, [ενώ] οι προκλήσεις τους δεν είχαν ως αφετηρία την πολιτική δράση και ένταξη», όπως έλεγε.

Ε) Ρήξη με την κυρίαρχη αριστερά καθώς από νωρίς προσανατολίστηκε στον τροτσκισμό: μετά τη διάσπαση του Εκπαιδευτικού Ομίλου εντάχθηκε στην Aριστερή Aντιπολίτευση που εμπνεόταν από τις θεωρίες του Τρότσκι, το 1932 δημοσίευσε το άρθρο του με τίτλο «Προβλήματα Προλεταριακής Τέχνης» που προκάλεσε τις αντιδράσεις του πυρήνα της ελληνικής αριστεράς καθώς επιχείρησε να πείσει την αριστερή διανόηση να αναζητήσει νέες αισθητικές λύσεις και εκφραστικά μέσα πέραν του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού».

Στ) Ρήξεις με το λογοτεχνικό κατεστημένο της χώρας του που όπως ο ίδιος έλεγε υποδέχτηκε τα βιβλία του με γέλια και καγχασμούς». Άλλωστε όπως περιγράφει και η Λένα Χοφ στο 6ο κεφάλαιο του βιβλίου της οι δύο κυρίαρχες μορφές στην Ελλάδα Σεφέρης και Ελύτης που αναζητούσαν την ελληνικότητα μέσω της ποίησής τους, πολύ μικρή σχέση είχαν με τους ποιητικούς πειραματισμούς του Κάλας, με τα σατιρικά και ειρωνικά καυστικά στιχουργήματα του Κάλα. (σελ. 267 και επόμενες). Ενδεικτικό της οξύτατης επίθεσης των Ελλήνων κριτικών απέναντι στο έργο του είναι τα παραθέματα της Λένας Χοφ από τον Ανδρέα καραντώνη, Θόδωρο Ξύδη και άλλους (Κεφ 2, σελ. 66-69) όπου μεταξύ άλλων σημειώνουν: ο Ράντος ταλέντο δεν έχει. Φιλοδοξίες μονάχα και πείσματα […] δεν είναι καλλιτέχνης είναι υπερμοντέρνος θορυβοποιός με αντιαισθητική ιδιοσυγκρασία. …δεν άφησε τίποτα το ελληνικό δίχως να το βρίσει και να το στραπατσάρει., η νεοελληνική λογοτεχνία του είναι μισητή, (βλ. Λένα Χοφ 369-370).

Ίο 1953 αποπειράθηκε να γυρίσει στην Eλλάδα αλλά σύντομα έφυγε απογοητευμένος. Την εποχή εκείνη δημοσιεύει κείμενά του στο περιοδικό «Πάλι» του Nάνου Bαλαωρίτη. (Μια ανάλογη απόπειρα επανασύνδεσης με το ελληνικό αναγνωστικό κοινό θα γίνει μετά τη μεταπολίτευση, όταν δημοσιεύει ποιήματά του στο περιοδικό «Xνάρι» του Aντρέα Παγουλάτου, με τον οποίο είχε συνδεθεί στο Παρίσι στις αρχές της δεκαετίας του 1970).

Μετά από αρκετά χρόνια πολιτικής αδράνειας, ο Κάλας αναζωπυρώθηκε πνευματικά και ξαναβρήκε το ενδιαφέρον του για την πολιτική μόνο με το βίαιο θυμό που ένιωσε με τα γεγονότα του Βιετνάμ και την ελληνική χούντα –κάτι που γίνεται ολοφάνερο από τα γράμματα και τα άρθρα του από την εποχή αυτή και μετά. Ύστερα από τόσα χρόνια στέρησης της πολιτικής συζήτησης και της ουσιαστικής πνευματικής ανταλλαγής, ξαναβρίσκει τον παλιό του φίλο, που συμμερίζεται τις πολιτικές του ανησυχίες και αντιλήψεις, σε βασικές γραμμές.

Ο Μιχάλης Ράπτης και ο Νικόλας Κάλας γνωρίστηκαν στο Παρίσι το 1938-39, την εποχή που δημοσιεύθηκε εκεί η εκτενής υπερρεαλιστική μελέτη του Κάλας Foyers d’ Incendie. Στο διάστημα του πολέμου οι δυο φίλοι χαθήκανε, ξανασυναντήθηκαν στη Νέα Υόρκη το 1946 ή το 1947 για να ξαναχαθούν έκτοτε για αρκετά χρόνια. Με την αντιστασιακή δουλειά του Ράπτη ξαναζωντάνεψε το 1967 η παλιά τους φιλία και άρχισε η τακτική αλληλογραφία τους στις 23.9.1967 που συνεχίστηκε μέχρι τις 23.10.1984. Η αλληλογραφία αποτελείται από 71 επιστολές -47 προέρχονται από τον Ράπτη, μία από τη γυναίκα του Ράπτη, την Έλλη, και 23 είναι του Κάλας. (Νικόλας Κάλας-Μιχάλης Ράπτης, Μια πολιτική αλληλογραφία (1967-1984), Εισαγωγή-επιμέλεια Lena Hoff.

Για να επιζήσουμε χρειάζεται να δημιουργηθεί μια τρίτη δύναμη που θα επιβάλλει τη δύναμη των λύσεών της σε έναν κόσμο που απειλείται να καταλυθεί από τη δύναμη. Πέρασε ο καιρός που οι μάζες είχαν την πολυτέλεια της αδυναμίας και εμπιστεύονταν τη μοίρα τους σε αυτοδιοριζόμενους σωτήρες. λέει σε ένα σημείο από τα θραύσματα που βρέθηκαν στο Αρχείο του. Και βέβαια την άποψή του για την τέχνη τη συνοψίζει στο περίφημο:

H τέχνη τρομάζει, αναμοχλεύει την επιθυμία, ερεθίζει το φύλο, κάνει τα μέλη μας να τρέμουν… H τέχνη δεν είναι ποτέ συναισθηματική, ποτέ ηθική· η τέχνη είναι εναντίον της καθεστηκυίας τάξης, εναντίον της κυρίαρχης τάξης, εναντίον κάθε κομφορμισμού, εναντίον των αγάδων κάθε είδους και προέλευσης. O Παρθενώνας το αποδεικνύει: η Tέχνη είναι μπαρουταποθήκη!

Ο Κάλας πλήρωσε τις απόψεις του με απομόνωση από το ελληνικό κατεστημένο και από την άποψη αυτή η μελέτη της Λένας Χοφ έρχεται να δώσει νεώτερο φως σ’ έναν σκοπίμως παραγκωνισμένο καλλιτέχνη-επαναστάτη. Είναι ενδεικτικό ότι εν ζωή κυκλοφόρησε ουσιαστικά μόλις δύο ποιητικές συλλογές! Tην πρώτη ―και μάλιστα μετά από μεσολάβηση του Eλύτη στον «Ίκαρο»― 35 χρόνια μετά τις πρώτες του δημοσιεύσεις, μόλις το 1976! Tη δεύτερη ―όπου επίσης περιλαμβάνονται ποιήματα του 1933 ―50 χρόνια μετά, (το 1983), και μόλις πέντε πριν το θάνατό του!.. Eπίσης το βιβλίο του «Kείμανα ποιητικής και αισθητικής», με άρθρα και επιστολές του σε περιοδικά και εφημερίδες της περιόδου 1929-1937, σε επιμέλεια Aλ. Aργυρίου, κυκλοφόρησε το 1982! Eνώ τα δύο κατεξοχήν θεωρητικά του βιβλία «Εστίες πυρκαγιάς» και «H τέχνη την εποχή της διακύβευσης», μεταφράστηκαν μετά θάνατον ―60 και 30 χρόνια αντιστοίχως από την έκδοσή τους σε Παρίσι και Nέα Yόρκη― και κυκλοφόρησαν στην Eλλάδα ταυτοχρόνως μόλις τον Δεκέμβριο του 1997, με αφορμή προφανώς τα δεκάχρονα από το τέλος του, στις 31 Δεκεμβρίου 1988 στη Nέα Yόρκη.

*Αναδημοσίευση από τη σελίδα του Κώστα Κρεμμύδα και των εκδόσεων “Μανδραγόρας” στο Facebook.

Μια προφητική και πρωτότυπη «ακτινογραφία» της σύγχρονης Ελλάδας

tsitas2

Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το «Μάρτυς μου ο Θεός»

ΤΟΥ ΔΡΑ ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΥ*

Το πρώτο μυθιστόρημα του Μάκη Τσίτα «Μάρτυς μου ο Θεός» (εκδ. Κίχλη, Αθήνα 2013), αν και έργο-αποκάλυψη για την ελληνική μυθιστοριογραφία, δεν αποκλείεται να περνούσε απαρατήρητο αν δεν τύχαινε να αποσπάσει – δικαιωματικά άλλωστε, όπως θα φανεί στη συνέχεια – το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2014, πράγμα που κι επίσημα επισφράγησε την λογοτεχνική του αξία.

Χοντρικά, η θεματολογία του περιστρέφεται γύρω από ζητήματα όπως: η ανεργία, η μοναξιά, οι ερωτικές σχέσεις, ο κοινωνικός αποκλεισμός, ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, και η κρίση αξιών. Συγκεκριμένα, εστιάζεται σ’ έναν απλό, καθημερινό άνθρωπο με το βυζαντινίζον όνομα Χρυσοβαλάντης, κάτοικο δυτικού προαστίου της προολυμπιακής Αθήνας, ο οποίος ζει την επίπλαστη ευμάρεια, λίγο πριν τη φιέστα της Ολυμπιάδας του 2004. Ο πενηντάρης, πρώην λιθογράφος, διαδραματίζει διττό ρόλο: αυτόν του αντι-ήρωα (με πολλά πρόσωπα και προσωπεία) και, ταυτοχρόνως, του αφηγητή. Πρόκειται για έναν πολύπαθο και αποτυχημένο γεροντοπαλίκαρο, θρησκόληπτο, φαντασιόπληκτο, κομπλεξικό και μοιρολάτρη, χωρίς σταθερή δουλειά και εισόδημα – καθώς τελευταία έχει μείνει άνεργος (μετά από ευδόκιμη εργασία 11 χρόνων), με πολλά χρέη στις τράπεζες. Υπέρβαρος, λιχούδης, διαβητικός, εμμονικός, και σεξουαλικά ανίκανος (λόγω πολυφαρμακίας), αυτοχαρακτηρίζεται ως «φιλόπατρις, φιλογύνης, ηδονομανής, φιλοευρωπαίος, φιλορώσος, αγαθόπατρις». Ένα μεγάλο παιδί, ή ανερμάτιστος έφηβος, κάνει συνεχώς λάθος επιλογές στη ζωή του, πέφτοντας θύμα εξαπάτησης από όλους (εργοδότες, γυναίκες, φίλους) που τον εκμεταλλεύονται, τον προδίδουν, και τον εγκαταλείπουν – εξαιτίας του αγαθιάρικου, παθητικού κι ευθυνόφοβου χαρακτήρα του. Μέχρι και οι δικοί του τον διώχνουν τελικά από την οικογενειακή εστία όταν μαθαίνουν ότι είναι άνεργος και αδυνατεί να τους βοηθήσει οικονομικά (τον άρρωστο ηλικιωμένο πατέρα και τη φιλάσθενη μικρή αδερφή του). Πράξη που αποτελεί και τη χαριστική βολή στις ισορροπίες του ήδη εύθραυστου ψυχισμού του, αφού, μαζί με τον κοινωνικό αποκλεισμό, τον οδηγεί στην απόλυτη περιθωριοποίηση και την παραφροσύνη. Ανερμάτιστος (ηθικά, οικονομικά, πνευματικά, κοινωνικά) και διανοητικά ελλειμματικός, αδυνατεί να πάρει τη ζωή στα χέρια του – να βρει μόνιμη δουλειά, σταθερό δεσμό, κτλ. Προτιμά να εξαρτάται από άλλους (οικογένεια, εργοδότες, φίλους, ερωμένες) και να αφήνεται στο τυχαίο, το περιστασιακό, την ανέξοδη ονειροπόληση, το παραμύθιασμα. Θεωρεί τους άλλους υπεύθυνους για τις ατυχίες και την κατάντια του, μη συνειδητοποιώντας ότι κύρια αιτία της κακοδαιμονίας του είναι ο ίδιος και η παθητική στάση του.

Ο ήρωας του Τσίτα αναπολεί συνειρμικά, και διηγείται αυτοεξομολογητικά, με συγχρονίες και αναδρομές – σαρκάζοντας και αυτοσαρκαζόμενος – πάντα σε πρωτοπρόσωπη σπειροειδή αφήγηση, θραύσματα της ζωής του. Περιστατικά κι εμπειρίες, κυρίως από το παρελθόν, αλλά αφορμώμενος από συμβάντα του παρόντος. Αφού μετανοεί για την άχαρη και χαραμισμένη ζωή του, ορκίζεται – «μάρτυς μου ο Θεός» – ότι σκοπεύει ν’ αλλάξει πορεία, γιατί βρίσκεται πλέον σ’ ένα κρίσιμο (υπαρξιακά και ηλικιακά) μεταίχμιο, ένα απόλυτο αδιέξοδο (ψυχολογικό, οικονομικό, συναισθηματικό, οικογενειακό, θρησκευτικό, κτλ). Ως ξερόλας Νεοέλλην, έχει άποψη για όλους και για όλα, τα οποία και σχολιάζει μέσα απ’ τη δική του ιδιότυπη λογική και διαγώνια ματιά στα πράγματα, και το δικό του εμμονικό ντελίριο. Πρόκειται για μια περιδιάβαση (από το παρόν στο εγγύς, αλλά και το απώτερο παρελθόν) στα ανεπούλωτα ψυχικά τραύματα της παιδικής του ηλικίας, όπου έγκειται και η ρίζα της όλης κακοδαιμονίας και ψυχοπαθολογίας του. Δυστυχώς οι ψυχίατροι και πνευματικοί πατέρες, στους οποίους απευθύνεται, αδυνατούν να τον βοηθήσουν, με αποτέλεσμα η ψυχο-σωματική του κατάσταση να επιδεινώνεται. Εξού και μέσα απ’ το συσκοτισμένο του μυαλό παρελαύνει αυτή η αλληλουχία συμβάντων – όλα μπερδεμένα και ανάκατα, που αντανακλώνται σαν από παραμορφωτικό καθρέφτη. Χωρίς ειρμό, συνοχή, συνέχεια και συνέπεια λόγου (σκέψεων) και πράξεων – ουσιώδους προϋπόθεσης για να κατευνάσει τις ανησυχίες, αβεβαιότητες και ταραχές του, και να επιφέρει την πολυπόθητη ψυχική ηρεμία και γαλήνη.

Στην απέλπιδα προσπάθειά του να σταθεί στα πόδια του για να αντιμετωπίσει μια εχθρική πραγματικότητα και να επιβιώσει κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, ο Χρυσοβαλάντης, μη διαθέτοντας άλλον εξοπλισμό (πέραν της ακατάσχετης απολογητικής εξομολόγησης, των φαντασιώσεων, των παραισθήσεων, της ευφράδειας και του χιούμορ του) καταφεύγει σ’ ένα αυτοψυχαναγκαστικό, ατέρμονο παραλήρημα. Αυτή η πρακτική (του να υποδύεται τον κλόουν/τρελό, ακροβατώντας πάνω σ’ ένα λεπτό σκοινί μιας φαντασιωτικής όσο και απτής πραγματικότητας) πρώτον, τον διευκολύνει στο να δραπετεύει από την οικτρή, απελπιστική κατάσταση της ανημπόριας του. (Σημειωτέον, ότι ο ρόλος του «κλόουν/τρελού» ο οποίος εξωτερικεύει αλήθειες που οι νορμάλ άνθρωποι δυσκολεύονται να ομολογήσουν δημόσια, δεν είναι καινούργιος. Οι ηγεμόνες παλαιότερων εποχών τούς χρησιμοποιούσαν για να διασκεδάζουν, αλλά και να μαθαίνουν πράγματα που οι συμβουλάτορές τους δεν τολμούσαν να θίξουν).

Δεύτερον, εκτός απ’ το να εξιστορεί τον πόνο του, τα λάθη και τις περιπέτειές του – άλλοτε σε δραματικό κι άλλοτε σε ιλαροτραγικό τόνο – του επιτρέπει επίσης να εκφράζει τις ονειροφαντασίες, τα σχέδια και τους ευσεβείς πόθους του (να σπουδάσει βυζαντινή μουσική, αλλά και να εμφανιστεί ως τραγουδιστής στη Λυρική Σκηνή· να εκδώσει τα στιχουργικά του σκαριφήματα· να νοικοκυρευτεί, νυμφευόμενος μια καλή κοπέλα και να ζήσει μια ήρεμη, τίμια κι αξιοπρεπή οικογενειακή ζωή, κατά προτίμηση στο Παρίσι ή το Λονδίνο). Όλες οι προσδοκίες του όμως αποδείχνονται χίμαιρες, καθώς διαψεύδονται παταγωδώς. Η κοινωνία (ανάλγητη και άδικη, αλλοτριωμένη και σάπια, υλιστική και χωρίς αξίες) αδυνατεί να περιθάλψει ευπαθή άτομα σαν τον Χρυσοβαλάντη, αφήνοντάς τα στη μοίρα τους. Ακριβώς επειδή και η ίδια αποτελεί αιτία της παρακμής και βρίσκεται στα πρόθυρα κατάρρευσης. Γι’ αυτό και ο ήρωας του Τσίτα αναζητά διέξοδο σε μια εικονική πραγματικότητα. Συγκεκριμένα, μέσα απ’ την χειμαρρώδη αφήγησή του και την απασφάλιση της λεκτικής ευφορίας, ο ήρωας κατασκευάζει έναν παράλληλο εικονικό κόσμο (αφού σύμφωνα με τον Wittgenstein «ο κόσμος είναι η γλώσσα μας») στον οποίο αρέσκεται να παραδίδεται για να χαθεί, να πάρει μια ανάσα ζωής απ’ το πνιγηρό άγχος και άχθος της ύπαρξης. Έτσι, βιώνοντας έναν παράλληλο (με τον πραγματικό) κόσμο της δικής του ασύμβατης λογικής (όπου τα διάφορα πρόσωπα αλλάζουν προσωπείο και συμπεριφορά – όπως κι αυτός άλλωστε – ανάλογα με την εκάστοτε περίσταση και οπτική του) ο Χρυσοβαλάντης έχει διπλή (ψευδ)αίσθηση: Πρώτον, ότι αυτοπροστατεύεται από την εχθρική εξωτερική πραγματικότητα. Δεύτερον, ότι καθάρεται, καθώς νιώθει ότι λύνονται –χιμαιρικά και πρόσκαιρα – όλα του τα προβλήματα και ο ίδιος εκτονώνεται μέσω του ντελιριακού του ξεστηθιάσματος.

Το εν λόγω πεζογράφημα, μολονότι δίνει την αίσθηση εύκολου και απλού αναγνώσματος – εξαιτίας της πρωτοπρόσωπης μονολογικής αφήγησης, που φαίνεται βολική πρακτική – κάθε άλλο παρά απλοϊκό είναι. (Διότι η απατηλή «ευκολία» κρύβει παγίδες στις οποίες εύκολα μπορεί να πέσει ο συγγραφέας, καταλήγοντας σ’ ένα ανεξέλεγκτο, χαλαρό, φλύαρο και ανούσιο κείμενο). Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει εδώ. Τουναντίον, το μυστικό της πρωτοτυπίας του έγκειται σ’ αυτό το γεγονός: Στο ότι, ενώ έχουμε ένα κατ’ εξοχήν οδυνηρό και δραματικό μυθιστόρημα, το υπόβαθρο που πλαισιώνει τα αφηγούμενα έχει έναν έντονα εύθυμο, παιγνιώδη και χιουμοριστικό χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να κυριαρχεί η διακωμώδηση και ο κλαυσίγελος. Ο ήρωας είναι ένας καθ’ όλα οικείος και αναγνωρίσιμος τύπος, ενδεχομένως ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, ίσως και η αντανάκλαση του εαυτού μας. Διότι, σ’ ένα βαθύτερο επίπεδο, αντανακλά τον ψυχισμό του Έλληνα καθώς απομυθοπιεί τις αλήθειες που τον έχουν διαμορφώσει, αλλά και αυτές τις ελληνικής πραγματικότητας. Κινούμενος μεταξύ λεπτής ειρωνείας και γκροτέσκου χιούμορ, ο Χρυσοβαλάντης μέμφεται τον ξεπεσμό της Ελλάδας (οικονομικό, ηθικό, πολιτισμικό, κτλ), όταν ο ίδιος αποτελεί ζώσα ενσάρκωση των παθογενειών που την οδήγησαν σ’ αυτόν. Ξενομανής αλλά και ρατσιστής, θρησκόληπτος αλλά και ερωτόληπτος, μεγαλομανής αλλά και μοιρολάτρης, ο ήρωας αντί να δράσει ορθολογικά, αναλίσκεται στις επιθυμίες, τις εσωτερικές αντιφάσεις και συγκρούσεις του. (Για παράδειγμα, εκκλησιάζεται αλλά επισκέπτεται και οίκους ανοχής. Κατηγορεί τους αλλοδαπούς, επειδή «έρχονται και παίρνουν τις δουλειές μας», αλλά ταυτόχρονα νιώθει ευγνώμων απέναντι στις αλλοδαπές, αφού, όπως παρατηρεί, «ευτυχώς που ήρθαν οι ξένες και αισθανόμαστε άντρες…»). Η υποκριτική στάση του, πέρα απ’ το νοσηρό (κυριολεκτικά και μεταφορικά) οικογενειακό περιβάλλον που τον γαλούχισε, αντικατοπτρίζει αλάνθαστα όλα τα τρωτά και τη σήψη της ελληνικής κοινωνίας. Εξού και η μεταλλακτική και μεταπτωτική σοβαροφανής και αστεία στάση στον τρόπο σκέψης και τα λεγόμενά του προκαλούν είτε οίκτο είτε θυμηδία – με την αυτομαστίγωση και/ή την επίκριση των άλλων.
Οι θέσεις του απηχούν την επιπολαιότητα, τη σύγχυση, τις αντιθέσεις/αντιφάσεις και τις συγκρούσεις (ατομικές και διαπροσωπικές) που διέπουν το ελληνικό μενταλιτέ. Διότι όχι μόνο ασπάζεται το συντηρητισμό, τα στερεότυπα και τις αγκυλώσεις αυτής της νοοτροπίας, αλλά και ενσαρκώνει, με μοναδικό για τη νεοελληνική πεζογραφία τρόπο, τη λεκτική κοινοτοπία τους. Η τελευταία εκδηλώνεται υπό μορφήν γενικών, απόλυτων και βαρύγδουπων δηλώσεων (που ακούγονται ως θέσφατα, όπως π.χ. το δόγμα «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια») οι οποίες, συχνά, διανθίζονται από ποικίλα τσιτάτα: αποφθέγματα λαϊκής σοφίας, αλλά και επιπολαιότητας, εξωκειμενικές παρεμβολές εκκλησιαστικών παραθεμάτων, παιδαριωδών στίχων και διάφορους καθαρευουσιανισμούς-κορώνες που προκαλούν θυμηδία. Όλα τα παραπάνω στοιχεία, ωστόσο, είναι αναγκαία, διότι θα ήταν αφόρητο για τον αναγνώστη να παραμένει ενοχικά παθητικός αυτήκοος μάρτυς της αδικίας, του εξευτελισμού και της ταπείνωσης ενός αθώου, ταλαίπωρου ανθρώπου, επί 260 σελίδες. Έτσι, τα αστεία καμώματα του ήρωα – μολονότι δεν αποκρύπτουν το δράμα του, καθώς πίσω από τις φαιδρότητες υπάρχει αγανάκτηση και θυμός – αποτελούν μια όαση για τον αναγνώστη, αφού μεγιστοποιούν σε βαθμό γελοιοποίησης τις προαναφερθείσες «κοινοτοπίες», καταλήγοντας στη μόνιμη επωδό τού (φαινομενικά καταφατικού, πλην διφορούμενου) «Ναι». Κι αυτό διότι δεν ξέρουμε αν με το «Ναι» θέλει να εκφράσει την απόλυτη βεβαιότητα των λεχθέντων του ή, αβέβαιος για όσα λέει, επιχειρεί να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους για την ορθότητά τους – πράγμα που δημιουργεί μαύρο χιούμορ, αφού είναι σα να αυτοπαρωδείται.

Η αφήγηση υιοθετεί την τεχνική του media res και όχι τη γραμμική, δεδομένου ότι η πρώτη ταιριάζει ιδανικά στον αλλοπρόσαλλο και προβληματικό χαρακτήρα του ήρωα. Έτσι, ο κατακερματισμένος χρόνος και το αποσπασματικό είδος της αφήγησης (με τα φλας-μπακ, τις παλινδομήσεις, τις απροσδόκητες παρεμβολές σκέψεων, συναισθημάτων, σχολίων, συμβάντων, κτλ) αντανακλούν πειστικά τον διαταραγμένο ψυχισμό του Χρυσοβαλάντη. Στο πρόσωπο του τελευταίου, εκτός απ’ το να απομυθοποιείται η μικροαστική τάξη, αντανακλάται, σαν σε μικρογραφία/ακτινογραφία, και η αποδιοργανωμένη, ασυνάρτητη και ανισόρροπη υφή της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας (με τα διάφορα εμβόλιμα «χάπενινγκ» της καθημερινότητας) την εκτροπή και τα οικεία κακά της οποίας ανατέμνει και ξεγυμνώνει. Απ’ αυτή την άποψη πρόκειται για ένα πιστό ψυχογράφημα του Νεοέλληνα, ενδεχομένως και του Ευρωπαίου γενικότερα. Ωστόσο, παρά την κατακερματισμένη δομή του έργου, η αφήγηση δεν εκφυλίζεται αλλά διατηρεί τη συνοχή της, χάρη στον ήρωα-αφηγητή που λειτουργεί σαν ομφάλιος λώρος, τόσο των επί μέρους ενοτήτων όσο και του μυθιστορηματικού όλου. Τα προαναφερθέντα «χάπενινγκ» αναπαρίστανται ακόμη και οπτικά στο κείμενο (με μεγαλύτερα ή μικρότερα αποσπάσματα που, προς το τέλος, καταλήγουν σε σύντομες, μικροπερίοδες και ασύνδετες παραγράφους των δύο λέξεων) για να οδηγήσουν στην τελική κατάρρευση του ήρωα. Δηλαδή όταν ο τελευταίος προσβάλλεται από ένα ψυχωτικό επεισόδιο στη Μητρόπολη Αθηνών, έχοντας την παραίσθηση ότι τον χειροτονούν μητροπολίτη, και όλοι οι γνωστοί και άγνωστοί του τον επευφημούν με το επαναληπτικό: «Άξιος! Άξιος! Aξιος!» κτλ, το οποίο εκφυλίζεται στο λεκτικά αφασιακό:

«Άξιος,άξιάξιάξιάξιάξιάξιάξιάξιάξιάξιαααααααααααααααααααααααααααααααααααααααα».

Το πόνημα του Τσίτα δεν είναι ακριβώς «μυθιστόρημα» – με την αυστηρή έννοια του όρου – όπως χαρακτηρίζεται στο εξώφυλλο, αφού απουσιάζει η πλοκή. Υπάρχει μόνο μια υπολανθάνουσα εσωτερική πλοκή, αποτελούμενη από μονολογικά θραύσματα επεισοδίων. (Ο ήρωας-αφηγητής το χαρακτηρίζει «Αναμνήσεις»). Περισσότερο μοιάζει με ημερολόγιο (αν και χωρίς ημερομηνίες), καθώς εγκολπούται θυμικές και μελοδραματικές εξάρσεις του ήρωα. Ο Τσίτας χειρίζεται με έναν ανανεωτικό τρόπο τη σύγχρονη ελληνική ηθογραφία του άστεως. Καθοριστικό δε όχημα που «προσδιορίζει έναν καινούργιο τρόπο ηθογραφικής αποτύπωσης της ζωής στις πόλεις» (για να παραθέσω τη φρασεολογία του Αλέξη Ζήρα – για προηγούμενο πεζογράφημα του συγγραφέα) είναι η γλώσσα του. Μια εξαιρετικά επεξεργασμένη, ευρηματική, νευρώδης, καίρια γλώσσα, η οποία αποδίδει ιδανικά τις λεπτές αποχρώσεις του ταραγμένου ψυχισμού του ήρωα, αφού είναι εναρμονισμένη με τη μοναδική και αξέχαστη φυσιογνωμία του, αλλά και τις αξιολογικές του κρίσεις/ερμηνείες για τον εαυτό του και τους άλλους. Κρίσεις οι οποίες, βέβαια, αυτοϋπονομεύονται εξαιτίας της αφέλειας και των υπερβολών του. Η γλώσσα αυτή συντίθεται από νεολογισμούς, μια ιδιοσυγκρασιακή ιδιόλεκτο (όπως π.χ. «αυτοπάθος, προσαγαπώ, εξαπόδειος, εξαποδωβιωματίας, ξελαρδιάζω, θέλγος, ψυχοκαταφυγή, κοιτολογώ, υπολαμπή, λαγνάρω/λαγνίζω, υποχόμπιον», κτλ) και ιδιότυπες, αστείες λέξεις (π.χ. «τσογλανοπουτανιζέ, πονηροπρόστυχη, σεξοφαντασία, ψυχοκαταφυγή, ετεροσκοπιμότητα», κτλ), παρατσούκλια ανθρώπων του κύκλου του Χρυσοβαλάντη (π.χ. «ο Εξαποδώ, η Πατσαβουρόπιτα, η Μαλακοευμορφία, ο Θου Κύριε», κτλ), καθώς κι ένα συνδυασμό γλωσσικών ιδιωμάτων κι ένα μίγμα καθομιλουμένης, καθαρεύουσας και εκκλησιαστικής γλώσσας.

Οι μόνες μικροενστάσεις μου – για το, κατά τα άλλα, έξοχο αυτό πεζογράφημα – είναι οι εξής: Πρώτον, δεν ξέρουμε σε ποιον ακριβώς απευθύνεται ο ήρωας με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Σίγουρα θα ωφελούσε πολύ το κείμενο αλλά και τον αναγνώστη, αν ο συγγραφέας είχε επινοήσει κάποιον αποδέκτη αυτού του σχοινοτενούς μονολόγου – κυρίως επειδή δεν είναι «εσωτερικός». Δεύτερον, οπωσδήποτε θα κέρδιζε το πεζογράφημα, αν περιοριζόταν το μήκος του. Διότι η φύση του είναι τέτοια που, με τις τόσες επαναλήψεις, αυτοεπαναλήψεις, την κυκλική/ανακυκλούμενη αφήγηση, και άλλα λεκτικά τερτίπια του ήρωα-αφηγητή, το κείμενο, ενίοτε, ξεχειλώνει. Κάποιες φορές, μάλιστα, ίσως και να κουράζει. Οι παρατηρήσεις αυτές όμως ελάχιστα μειώνουν την ποιότητα και αξία του έργου του Τσίτα, το οποίο, δικαίως, πιστεύω, καταξιώθηκε. Επειδή, εκτός των άλλων, εντοπίζει όλες εκείνες τις ελληνικές παθογένειες (τις υπερβολές με τις πιστωτικές κάρτες, τη «μεγάλη ζωή» με δανεικά, τις κίβδηλες σχέσεις, κτλ) που οδήγησαν αναπότρεπτα στη σημερινή κατάρρευση των πάντων.

(Εγκάρδιες ευχαριστίες στο φίλο συγγραφέα Μάκη Τσίτα για την ευγενική αποστολή του βιβλίου του και, βέβαια, για τη θερμή του αφιέρωση).

*Ο Γιάννης Βασιλακάκος είναι πανεπιστημιακός (νεοελληνιστής), συγγραφέας και βιβλιοκριτικός. Το τελευταίο του βιβλίο είναι η αγγλική έκδοση της συλλογής διηγημάτων In Chloe’s Secret Parts and Other Portents and Monsters (Papyrus Publishing 2015).

Ποιητική οφειλή στην Αναρχία

anarhia

«Το ποιητικό μονόφυλλο με τίτλο “Αγία Αναρχία” εκδόθηκε τον Μάρτιο του 2016 και αποτελεί μια ποιητική οφειλή του συγγραφέα στην Αναρχία» διαβάζουμε στη λιτή ανακοίνωση. Δημιουργός ο Χαράλαμπος Π. Σοφίας (Εκδόσεις «Κουκκίδα»). Από τα περιεχόμενα (οκτώ ποιήματα) μπαίνουμε στο κλίμα του κειμένου: Αλφα, Αναρχικοί, Μαύρος Σπόρος, Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς Μπακούνιν, Σεργκέι Γκενάτιεβιτς Νετσάγιεφ, Μαύρη Σημαία, Μητρόπολη, Αγία Αναρχία.

Ιδού η κατακλείς από το ποίημα για τους Μπακούνιν – Νετσάγιεφ:

Στης νύχτας τη χαρά, το χώμα από ενοχή απάντησε/περιμένοντας κι αυτό τον δαίμονα του ανθρώπου./Εκείνον που αγρυπνά στο πρόσωπό του η ομορφιά της ταραγμένης θάλασσας./Εκείνον που πολεμάει τις λέξεις εμπρός στον καθρέφτη μη αντέχοντας το μοιρολόγι του δούλου./Εκείνον που στο χείλος της αβύσσου συλλέγει κάθε νύχτα από τη σιωπή των άστρων την αστρόσκονη/χορεύοντας ξυπόλυτος/σκορπίζοντας την εξέγερση που γεννάει την επανάσταση.

Τα ποιήματα «υπακούουν» στο μότο που κραυγάζει, θα ‘λεγε κανείς: «Πυρπολήστε το παρόν αν θέλετε να έχετε μέλλον».

Πώς βλέπει τους αναρχικούς στο ομότιτλο ποίημα;
Είναι έτοιμοι να πυροδοτήσουν τα όνειρά τους/Σκιές με ασημένια φτερά στον αέναο κύκλο/ Ταξιδιώτες του μέλλοντος με το όπλο στο χέρι/Ετοιμοι να παγιδεύσουν τις ήρεμες νύχτες σας/Να διαταράξουν τη λογική της αρχής/Να επιτεθούν στη συνεχή ροή του χρόνου/Είναι ήδη έτοιμοι να κηρύξουν την κοινωνική επανάσταση.

Τι κάνει η Αγία Αναρχία;
Δαγκώνει τα χείλη της καθώς η αστροβροχή συνεχίζει να πέφτει/Αγκαλιάζει τα παιδιά της/Τους μιλά για την Αγία Αναρχία/Το οπλισμένο χέρι της/Τη νεανική της φλόγα/Την περπατησιά της/Το θάρρος της όταν πυροβολεί τον καθρέπτη και τις μισές λέξεις/Την ιερή οργή της για τους ανθρώπους που σιωπούν στο φως της ψυχής.

Μια πραγματικά αυστηρή ματιά μέσα από έναν εσωτερικό κόσμο που εκρήγνυται και φωτίζει τις νύχτες και τα «αγόρια και τα κορίτσια με μαύρα ρούχα, που μοιράζονται τη χαρά στους δρόμους καίγοντας είδωλα» (Μητρόπολη). Ασημοφέγγαρο, σύμβολο της αναρχίας το θέλει ο ποιητής: «Ανθίζουν μαύρα λουλούδια στον ουρανό/Ενα ασημένιο φεγγάρι ανατέλλει και μέσα του ένα Αλφα».

Μαύρη Σημαία:
Στου χρόνου τη λήθη δε λυγίσαμε, δεν σωπάσαμε/Παραμείναμε με τον άνεμο της πρώτης νιότης/Με τα φτερά του πετάξαμε στις πράξεις της φωτιάς/Στο τέλος του αγνώστου κλέψαμε τον ήχο του κύκλου/Και όλο χαρά τσακίσαμε τη φορά του βέλους/Σηκώσαμε ψηλά τη μαύρη σημαία/Ετσι φτάσαμε πολύ ψηλά ώς τα άστρα/Δεν αφανιστήκαμε μέσα στης νύχτας τη σκοτεινή βλάστηση.

(Ηλεκτρονική διεύθυνση: xpsofias@gmail.com).
Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος
*Από το https://www.efsyn.gr/arthro/i-viosi-mias-xenitias

Simon Eales reviews On Violence in the Work of J.H. Prynne

unnamed

On Violence in the Work of J.H. Prynne
by Matthew Hall

Cambridge Scholars Publishing, 2015

Violence and poetics are the key poles in Canadian-Australian critic and poet Matthew Hall’s new scholarly release. Hall charts how the British late-modernist poet, Prynne, responds to violent events of the twentieth and early twenty-first centuries – from the Holocaust, through apartheid, Chernobyl, and Australian colonialism, to Abu Ghraib. These affective sites of violence are linguistic, too: chapter two takes its subject as the ‘the sociolinguistic war’ which takes place under ‘the strain of economic factions and the reach of the multinational resource sector’. In dealing with these events, which are all tied up in language whether they seem so or not, Hall argues that Prynne infects his work with that which cannot be reconciled; ‘pure violence’. He writes, ‘Prynne’s poetry problematises an experience of the world inextricably knotted with the manners in which it may be understood’. Violence, consisting of its ‘perpetration’ and its associations with ‘systematic and political constructs’ of power, frames this experience of the knotted world.
In considering these violent events, the book dedicates its five chapters to close readings of three of Prynne’s editions – News of Warring Clans (1977), Bands Around the Throat (1987) and Acrylic Tips (2002) – and two of his poems, ‘Es Lebe der König’ from Brass (1971) and ‘Refuse Collection,’ published in a special edition of Quid journal in 2004. As Hall argues, his readings, like Prynne’s poems, are ‘engrained with the history of the event’. Much of Hall’s argument around the significance of Prynne’s work hinges on Alain Badiou’s theory of the event, which, for Hall, consists of a ‘real rupture’ of an existent paradigm, in the wake of which forms a ‘new subject,’ which persists by ‘fidelity’: ‘the name of the continuation of the existence of the process of the new subject’. Similarly to John Kinsella’s argument that ecopoetics is largely an ‘egopoetics’ in that its placement of nature as a dialogic correspondent is ‘an act of convenience and not reality’, Hall emphasises the reality that the three elements of Prynne’s project – the historical event, its non-poetic (mythic or mediatised) representation, and the poem – sit together irregularly. Such an emphasis drives his attention to the fact that the poem is a ‘momentary clarity, easily soluble,’ or, in other words, that it holds its structure briefly before subsumption, and until further attestation.
Violence is articulated in various ways throughout the book. In chapter one, the Holocaust is the violent event and we track the aesthetic distension and incompleteness it causes – its ‘estrangement’, ‘displacement’, and ‘dissonance’ – through Prynne’s elegy (of sorts) to Paul Celan, ‘Es Lebe der Konig’. In chapter three, on Bands Around the Throat and looking at Chernobyl and South African apartheid’s ‘necklace killings,’ violence is experienced as a ‘“continuous formation, rupture and reformation” of sensation’. Chapter five deals with the embodiment and sexualisation of violence via Kafka, Judith Butler, Elizabeth Grosz, and Giorgio Agamben’s state of exception. But it is Hall’s identification of a public ‘coopt[ed]’ into the ‘democratic process of decision making’ that is most compelling here, and that indicates the most insidious violence, in a poem responding to the mainstream media-spread images of torture at Abu Ghraib. It reveals Prynne’s poetic function of critical resistance: America’s mediatised coercion – or Prynne’s great metonym, ‘call-sign Freedom’ – is interrupted by his use of its ‘public language’ against itself. Aporias double up and down, and the ouroboros is reinvited.
The way that Hall is able to be close to the linguistic ‘constriction’ and ‘censorship’ that Prynne represents is really the outstanding mark of this book. The concept of ‘survivors keeping watch over the annihilated’ expounded in the first chapter carries throughout. It is through this kind of attestation that language and, indeed, scholarship can do ethical work. (Ethics is broached fleetingly, but seems more of an implicit motivation of the study). It can symbolically, or, in the case of scholarship, analytically, admit its complicity in the violence (and there’s a substantial nod to Slavoj Žižek on this point) while concurrently bearing what Derrida calls ‘witness for the absence of attestation’. Long sections of glistening, close poetic analysis demonstrate how comfortable Hall is in this space.

An abstract conceptualisation of the usually lyric subject also occupies this closeness to Prynne’s poetic re-events. Violence is done to it, but it also attests to violence. Chapter Two draws us into tracking this almost paratactical progression of the lyric through Prynne: Hall shows that News of Warring Clans uses ‘the usurpation and subsumption of the lyric into the violence of exploitative and warmongering language’ as its material constraints. He elucidates Prynne’s precarious maintenance of the lyric in his analysis of the subject’s catharsis in Acrylic Tips. The book perhaps even shows symptoms of being over-invested in this maintenance of the lyric and its associated person-centered approach to violence response. When ‘Vocab[ility]’ is the position to which a child ‘graduat[es]’, we might be drawn to enquire after those who cannot lyricise their own experience. Or can everyone lyric? As Hall makes explicit, though, that we’re asking these questions are part of the point of Prynne’s affect: ‘The reader is left travelling into the heart of a contaminated country [both Ukraine and the lyric form] without the means of expressing the horror of bearing witness, and with the knowledge of the eradication of the account of the victims’.

The book’s attempt to negotiate the tensions between a dialectical procedure and a nomadic one is clearer and more critically generative. Fittingly, Hall seems to wrestle with the dialectical, and I think he lets it maintain its corner. He quotes the famously dialectical Clausewitz in the introduction to chapter five, and in chapter four proposes that the ‘occasion[ing]’ of a ‘cultural hybridity’ made of Indigenous and Western ‘values and traditions’ would be ‘the most providential conclusion’ possible for a nation built on colonial violence. Although the adjective, providential, seems to come out of nowhere, we might understand Hall’s expression in light of Dominique Schnapper’s notion of ‘providential democracy,’ a projected conclusion that orients practice (which, in regards to Schnapper’s term, privileges equanimity between individuals as an alternative to ‘civic transcendence’). Dialecticism in this case of Prynne’s is particularly challenging because it asks us to look at both sides, the violator and violated, fully in the face, up close and ugly, and accept that parts of each will constitute the new subject.

It is hard to discern from the book what should be done in response to violence; either what Prynne advocates doing, or whether the point of his work sits at a distance from the idea that something could or should be actively done at all. In the conclusion to his analysis of the title poem of Acrylic Tips, a short work dealing with ‘forced adaptation’ (‘language … under pressure’) in direct reference to British colonialism’s imposition on the indigenous people of this land, Hall writes, ‘The utilisation of a model of pastoral elegy aligns the poem’s narrative and Prynne’s poetic construction of colonial conditions to a movement from loss to possible consolation’. Consolation is a significant idea for Prynne via Hall in making sense of the after-realm of violence. It is central to the arch of this pastoral elegy form he uses and departs from, and is analogous to the subject’s return to a musical fugue’s tonic key, a form riffed on in Hall’s analysis of ‘Es Lebe der König’. Hall suggests that in the face of violence, Paul Celan in the poem ‘Todesfuge,’ and Prynne responding to ‘Todesfuge’ in ‘Es Lebe der König,’ use the fugal form and its boomerang-like fidelity to itself as a way of representing a remembrance of the pre-violated subject.

The book advances several distinct and significant contributions to Prynne scholarship. Being on a dramatically under-read poet, the book benefits from Hall’s deep historiographical research and its resultant new theoretical concepts. One can imagine that a few of these have initiated what will become further enquiry, perhaps beyond Prynne studies. The idea of public language as refuse, which underpins chapter five, for example, opens a field of enquiry into the power of the public reader. This is also the utility of ‘Refuse Collection’ as lyric poem, which ‘asks the reader to formulate her or his own judgements with regard to the experience of suffering, a judgement the reader must create and defend from her or his own position within the world’. Hall’s attitude towards discourse and its subject, here, is representatively and demonstrably non-violent. One might further identify the importance of thinking about dialecticism in relation to Prynne’s work, in that the reader is invited to form their own judgement in the face of Prynne actively subsuming meaning and obfuscating ‘expressive interpretation’ through devices like ‘glottal sonority’. Again, we’re called to fidelity. And then there are Hall’s many, many crystalline insights into the affect of Prynne’s poetic practice, such as his examination of ‘the function of the command, used in close proximity to alliterative, onomatopoeic word clusters’ in Prynne poetry since Brass.

Hall’s depth and rigour of analysis relating to single poems, concepts, or words is necessary with Prynne’s work, which deliberately charts its own various, thoroughly developed, and interweaved, ontologies. In chapter three, for example, Hall identifies in ‘Fool’s Bracelet’ that ‘specialised languages of economic theory and financial trading, biblical data, reports on psychoanalytic testing, and nursery rhymes all have contingent and mixed operations’. Hall doesn’t ease the complexity of these interweavings, rather he pin-points some of their affective capacities and suggests connections. On the poem ‘Ein Heldenleben,’ Hall states that ‘Leisurely movement and its pastoral associations are radically juxtaposed against the imposed restrictions on movement for the people living in the direct line of fallout of the Chernobyl reactor,’ incorporating a historiographical sense-making into Prynne’s deliberately jarring juxtapositions. Hall refuses to simplify Prynne’s interruption of these lines of movement, whether they chart the passage of thought, displaced persons, or lines of a poem (as in the poem ‘Write Out,’ in Bands).

Another key introduction to Prynne studies is the book’s focus on ‘experiential knowledge within the poem,’ as is the argument that the experiential is fundamental to Prynne’s work, ‘even if the manner in which experiential knowledge is utilised is not explicit’. The argument along this line is that, in response to extra-linguistic violence, as well as the violence of the speech act, both of which he would say he (as a representative of we) is complicit, Prynne ‘turns upon his own prior propositions and reinserts presence within the questioning framework of the poem’. An effect of this experiential approach is that Hall’s work is very much middle, and not so concerned with resounding conclusions. Linking the torturers’ craft in staging the Abu Ghraib atrocities for cameras with their self-protection against the recollection of childhood trauma in the last paragraph of the last chapter, for example, leaves a lot unexplained. It opens a psychoanalytic line we have not yet pursued, and will not. We are not left with the realisation of an argument Hall has been building, rather, a hypothetical question, and highly contingent strands of its constitution. The subject we began with, namely, the poem, has transformed into the subject we finish with, a polysemous one: ‘life,’ but in the tight framing of the function of sovereign power, ‘unreal suffering’ and the violence done to identities. I think this is testament to the kind of reading that Hall provides, which shares traits with the reading styles of his Australian poet-critic contemporaries, Michael Farrell (see a really nice section on constriction, bridging, camping, and puns on pages 158-9) and Astrid Lorange: precise and radically generative, theoretically accomplished, referential and witty, and less concerned with dictum than it is with the responsive stuff of the procedure.

Hall uses the word ‘the’ a lot, which might seem facile to note, but it indicates a few important things about this scholarly style. The’s effects is to encumber Hall with a mandate to prove existent knowledge. The ‘the’ sentence’s passivity indicates an objectivity conceit. Similarly to Prynne of his conceits, Hall seems acutely aware of the semi-permanence of his scholarly voice, only willing to lean truth-objects against each other in an almost deliberately awkward way, and not against anything more ecologically certain. As mentioned above, his close analysis feels palpable and counterposes any ‘innocuous tedium of the “slogan vestry”’ that might be represented by his ‘the’-full sentences. A further effect of Hall’s ‘the’ sentences is the feeling that these sections are collections of sense data. Their pieces are valuable in themselves – the book is highly quotable – but they sit together, I think deliberately, uneasily. It’s indicative of Hall’s internally cohesive argument concerning attention and responsive intertwinement that the ‘the’ sentence is endemic to Prynne’s own theoretical style. For example, charting a sentence like, ‘Through these experimental linguistic means, the conditions of labour and the relation to the sustentive are also problematised’, would involve the kind of minute deconstruction of the phrase that Hall conducts on sections of Acrylic Tips.

On Violence in the Work of J.H. Prynne is a valuable addition to what should be described as an invigorated moment in Australian poetic criticism. Taking on the transnational, decolonising, and ecopoetical sensitivities of this moment, Hall turns alertly to a powerful poetic, and perhaps pioneering, proponent of this mode.

*Simon Eales was born and lives in Melbourne. He recently completed a MA on Australian satirical poetics at the University of Melbourne.

**Taken from http://cordite.org.au/reviews/eales-hall/

Ivy Ireland reviews Cassandra Atherton’s Exhumed

CAthertonExhumed

Exhumed
by Cassandra Atherton
Grand Parade Poets, 2015

Dazzling, vibrant and terribly witty, Cassandra Atherton’s Exhumed does not give itself over entirely to the horribly serious, gruesome images invoked by its title. Nor of course does it travel down to the desperate depths of its epigraph’s hero, Rosetti, who (in)famously ‘recovered’ the book of poems he had buried with his wife. Yet Atherton’s collection of prose poems is nonetheless morbidly fascinating and even darkly exhilarating, with some of the more raw, emotionally-fierce poems evoking similar queasy feelings in the twenty-first century reader, perhaps, as the nineteenth-century poet might have experienced recovering writings from the grave of a loved one. For loved ones haunt the pages of Exhumed in abundance, with all their conceits and betrayals on display, coupled seamlessly with high literature or popular TV, colour or sound, texture, taste and scent. These are embodied, visceral poems, alive with sticky sex, sugary gastronomy, grandiose and not so grandiose imbibing: ‘no gripe water. Maybe absinthe’ (‘Seed’ 22).

Picking up Exhumed, I confess I was daunted. Perhaps I was in a bad mood, perhaps glancing over the great chunks of text with their pages of intertext endnotes felt a little like facing the suggested reading list for an end of semester essay. This collection felt heavy, both in word length and subject matter. And yet within moments, the opening poem, ‘Bonds,’ sucked me in and under, even with its thirteen references in the back pages:

There can be no valedictions here./ So now our lives are cotton. And although cotton breathes, it is also the/sarcophagus of our relationship. Embalmed memories. But I promise to/ dig you up. Like Heathcliff. Or Rossetti. I promise to unbind you and gather you in my arms (11).

Exhumed contains a romantic, Romantic quest: to ‘write the space between / my heart and my pen’ (‘A Room of One’s Own’ 28) or perhaps to uncover what was lost (often before it becomes lost): ‘I worry every day that you will go to ‘Empty Trash’ and / I will disappear.’ (‘Rubbish’ 49). The quest of the reader, then, is to follow along, to become lost deep inside the narrative (and then of course endeavour to dig themselves back out). For this book of prose poems unfolds a love story, with its everyday ins and outs: ‘I want a red Smeg 473L fridge. I want my whole kitchen/ to be red. He draws the line at a red fridge.’ (‘Plum(b)’ 12), moments of exhilarated hope: ‘I belong / in Massachusetts twirling myself in his sheets. Rotation. Revolution. / Spinning ginny. Ginnie to his Riddell’ (‘Anonymous’ 15) and boldly confessed fears of the imminent end: ‘But you have never bought me flowers. / Or shown up unexpectedly. And you won’t stay for a lifetime. Because / neither of us has a lifetime left to spend. Together. Or apart.’ (‘Tsundoku, Neon Love’ 74). There is no small amount of sorrow at the inevitability of imperfection in relationship here, coupled with a maudlin yearning for perfection nonetheless; all cleverly drawn out with the grand device of allusion. A supermarket notebook in ‘More’ becomes a motif for all that cannot be gained: ‘You want to buy/ all the green notebooks at $1.99 each but know they will replenish the / stock when you leave. You can never have them all. Somewhere, someone / else will be using one of your green notebooks’ (34). Yet, in ‘Chigger’ there is still joy in what can be experienced, what may be grasped, albeit momentarily: ‘I fell in love with fireflies in Pennsylvania. / I remember trying to take photos of their luminous green abdomens as / they took of and landed in the long grass’ (60).

Exhumed contains far too much viscera to dissect in such a short review. For all their sparkling intelligence and playful satire, these poems, I believe, are profoundly embodied and emotive. There is a glorious layering here, and the themes flow on from each other through the interring process to the necessary disinterring to create what is an (albeit diverse) narrative whole. The ‘glue’ (‘Bonds’ 11) of childhood food such as a ‘McDonald’s Happy Meal’ (‘Alice’ 41) sticks literature giants like Nabokov (‘Lolita’ 23) to the ‘Hello Kitty love hotel’ (‘Shinjuku Morning’ 74) with seemingly little effort.

While there are some actual belly laughs to be had throughout, the vast blocks of text (and endless intertexts) do not make for easy reading. Sometimes it is difficult to determine who or what is hiding whom: does the sarcasm reveal a vast emotional void or does the almost gruesome body imagery and heavy reliance upon others serve to place a shield over what is perhaps a raw and unknowable human response to upheaval? Everything slightly mentioned on this expansive ground seems to open the way to something else entirely, and heaven forefend we should arrive at a conclusion concerning the speaker here, the quixotic voice is only too ready to set us off on yet another bisecting or bifurcating path. Perhaps, though, this obfuscation hardly matters, the pikes of prose alone are enough to ward off the queasy reader and the robust reader will devour it all, with vigour and a large dose of ‘Apple Pie Moonshine’ (‘Seed’ 22).

*Ivy Ireland is a writer who runs a bookstore café with her partner. She teaches Creative Writing at the University of Newcastle, where she completed her Ph.D in 2012. She has been awarded the Australian Young Poet Fellowship, the Harri Jones Memorial Prize for poetry, and has been commended in the Newcastle Poetry Prize and awarded the local section. Her poems have been published in various magazines and anthologies around the world. Ireland’s first book, Incidental Complications, was published in 2007 and her new collection, Porch Light, was published earlier this year with Puncher & Wattmann.

*Taken from http://cordite.org.au/reviews/ireland-atherton/

Λίτσα Καβάκου-Στρατηγού, Ονειρικοί δρόμοι, εκδόσεις Vakxikon.gr

c7acc3e7-d87e-4c67-9638-b2d37b524983_5

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

«Ονειρικοί δρόμοι» ονομάζεται το νέο βιβλίο της Λίτσας Καβάκου-Στρατηγού, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις “Vakxikon.gr”. Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που περιλαμβάνει ποιήματα σε ελεύθερο ή παραδοσιακό στίχο, ανάλογα με την έμπνευση της ποιήτριας και μας δείχνει τη δεινή στιχουργική της δυνατότητα, αφού στα παραδοσιακά της ποιήματα, χρησιμοποιεί ευρηματικές ομοιοκαταληξίες και τηρεί αυστηρά τα μέτρα της παραδοσιακής φόρμας, ενώ στον ελεύθερο στίχο μας δίνει άρτιες εικόνες με τις αδρές πινελιές της γραφίδας της.

Η ποιητική συλλογή της Λίτσας Καβάκου-Στρατηγού «Ονειρικοί δρόμοι» ξεκινά με το προσωπικό δράμα του ανθρώπου, όμως, όσο προχωράμε στο διάβασμα του βιβλίου, το προσωπικό γίνεται συλλογικό και καταλήγει πανανθρώπινο. Έτσι, ενώ στην αρχή διαβάζουμε για τον σύζυγο, που χάθηκε και για την απουσία, που η ποιήτρια δεν μπορεί να αντέξει, συναντάμε τη μάνα του σκοτωμένου επαναστάτη, όπου η Λίτσα Καβάκου-Στρατηγού στέκεται ως παρηγορήτρα στον πόνο της, τον ήρωα, που με το αίμα του χτίζει την ελευθερία και στον τυχερό πολεμιστή, που πέθανε πριν δει την ειρήνη να σέρνεται σαν σκλάβα.

Αρκετό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η άποψη της ποιήτριας για το χρόνο και τη φθορά, που γίνεται όλο και πιο αντιληπτή με το πέρασμά του. Η Λίτσα Καβάκου-Στρατηγού διαπιστώνει με τραγική ειρωνεία: «Πάντα νόμιζα πως έχω / κι άλλο χρόνο, / μόνο που ο χρόνος / δεν νόμιζε το ίδιο.», για να καταλήξει: «Τώρα στυγνός κι απρόσωπος / συνοδοιπόρος μου ο χρόνος / συντροφεύει την πορεία μου».

Σε άλλο σημείο η ποιήτρια γράφει για την μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου. Την φοβίζει «η ερημιά των πόλεων». Ανησυχεί για «τ’ όνειρο που χαμήλωσε». Αλλά, αυτό, που φοβάται περισσότερο η Λίτσα Καβάκου-Στρατηγού είναι η αλλοτρίωση της συνείδησης του σύγχρονου ανθρώπου: «Μα πιότερο φοβάμαι την ανοχή / που μεγαλώνει την αδυναμία μας / και την συνείδησή μας που συνθηκολογεί».

Κλείνοντας, θα θέλαμε να συγχαρούμε την ποιήτρια για τους ονειρικούς δρόμους, που μας ταξίδεψε. Περιμένουμε καινούργια «ονειρικά ταξίδια» με την ποίησή της.

***

Μαχητής

Δεν έχω κάτι να σου δώσω
μαχητή του πολέμου.
Αφουγκράζομαι την περπατησιά σου
στα μονοπάτια της άρνησης.
Μαζί σου σέρνεις
της κάθε φυλακής τις αλυσίδες
του κάθε συμπολεμιστή σου
την απορία και το θυμό.
Κι εγώ δεν έχω μια γωνιά
για ν’ ακουμπήσεις την απόγνωση
του λαού σου.
Ήρθες και πέρασες σαν το οργισμένο κύμα του πελάγου
που λαβώνει την αμμουδιά.
Αγωνιστής μιας περασμένης γενιάς
που ξεχάστηκες στο δικό μου δρόμο
κι ο χρόνος σε γυρνά ξανά και ξανά
στους ίδιους χώρους που μάτωσες
για να μας θυμίζεις
πως υπάρχει κι από ένας ήρωας
στον καθένα από μας.
Φτάνει να μην αφήνουμε
να τον ακυρώνει
και να τον μηδενίζει
η ανοχή, ο συμβιβασμός και η αδιαφορία μας.

*Η Λίτσα Καβάκου-Στρατηγού γεννήθηκε στα Κύθηρα και ζει στον Πειραιά. Ο πατέρας της, Ιωάννης Τριφύλλης (Φώτης Κάβος), ποιητής και δημοσιογράφος, ήταν εκδότης της τοπικής εφημερίδας «Κυθηραϊκός Τύπος» (1954-1966). Έχει εκδώσει τρία βιβλία ποίησης, το πρώτο με τίτλο «Παλμοί», το δεύτερο με τον τίτλο «Ανηφοριές» και το τρίτο με τίτλο «Ονειρικοί Δρόμοι»

**Το ποίημα και το σύντομο βιογραφικό αναδημοσιεύονται από το http://fractalart.gr/litsa-kavakou-strathgou/

Βασίλης Κουντζάκης – Μια συνέντευξη και μια κριτική

kountzakissite

Βασίλης Κουντζάκης: “Το ζήτημα του ελεύθερου χρόνου είναι κρίσιμο”

Συνέντευξη στον Θεοχάρη Παπαδόπουλο

Συνομιλήσαμε με τον ποιητή Βασίλη Κουντζάκη με αφορμή την κυκλοφορία της ποιητικής του συλλογής “Δίχως όνομα” (Εκδόσεις Εκάτη 2015).

“Δίχως όνομα” είναι ο τίτλος της ποιητικής σας συλλογής και όλα τα ποιήματα, που περιλαμβάνει είναι άτιτλα. Το είχατε σκεφτεί από πριν να μη χρησιμοποιήσετε τίτλους ή σας βγήκε στην πορεία; Ο τίτλος δόθηκε, επειδή τα ποιήματα είναι άτιτλα;
Ο τίτλος της συλλογής και το γεγονός ότι τα όλα τα ποιήματα είναι άτιτλα αποτελούν μέρος της αρχικής σύλληψης και δεν προέκυψαν στην πορεία. Τα δύο αυτά σημεία σε συνδυασμό με τα χαρακτηριστικά των ποιημάτων επιχειρούν να συνθέσουν μια προσωπική προσέγγιση και αισθητική.

Πιστεύετε ότι οι ποιητές γράφουν κυρίως τις νύχτες; Εσείς πότε εμπνέεστε περισσότερο;
Δε γνωρίζω πότε ακριβώς εμπνέονται οι ποιητές. Σε προσωπικό επίπεδο, η νύχτα σηματοδοτεί το τέλος μιας εργάσιμης ημέρας. Συνεπώς υπάρχει το ελεύθερο εκείνο χρονικό πεδίο μέσα στο οποίο ζυμώνονται καλύτερα και με μεγαλύτερη άνεση σκέψεις και ιδέες. Το ζήτημα του ελεύθερου χρόνου θα έλεγα ότι είναι το κρίσιμο, ανεξάρτητα από τη χρονική του τοποθέτηση. Στην παρούσα δουλειά ωστόσο υπάρχει ένα προβάδισμα των βραδινών στιγμών.

Τι σημαίνει για σας η ήττα μιας έμπνευσης;
Η «ήττα μιας έμπνευσης» δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μικρή ή μεγάλη φθορά που προκαλεί η πλήξη και η ροή της καθημερινότητας στο δημιουργικό κομμάτι του εαυτού μας.

Θα θέλατε να μας περιγράψετε τη χώρα του σχεδόν ποτέ;
Η «χώρα του σχεδόν ποτέ» είναι ο σχηματισμός ενός συνόλου ανθρώπων της λήθης ή μιας ελάχιστης, επιλεκτικής, κατευθυνόμενης μνήμης. Μια τέτοια χώρα, ένα τέτοιο σύνολο, που δεν προσπαθεί ή δεν μπορεί να διδαχθεί από προσωπικές και συλλογικές εμπειρίες δε νομίζω ότι έχει θετική προοπτική.

Με την πρώτη σας ποιητική συλλογή κάνατε ήδη το πρώτο βήμα. Έχετε σκεφτεί κάποια από τα επόμενα;
Επεξεργάζομαι αρκετές ιδέες σε μια προσπάθεια βελτίωσης των εκφραστικών μέσων και μεγαλύτερης στόχευσης των στίχων και κατ’ επέκταση των ποιημάτων που γράφω. Υπάρχει σκέψη για κάποια επόμενη έκδοση αλλά όχι το αντίστοιχο υλικό προς το παρόν.

*Αναδημοσίευση από το http://www.vakxikon.gr/βασίλης-κουντζάκης-2/

Χάνομαι ένα Σάββατο
στο κέντρο της πόλης
την ώρα που αφηρημένα κατεβαίνουν
τα ρολά των μαγαζιών
κι επικρατεί μια περίεργη βοή
την ώρα που τα παπούτσια σου
με χάρη ακουμπούν
τις πλάκες του πεζοδρομίου
στο γυρισμό για το σπίτι

******

9789604081950

«Δίχως όνομα» του Βασίλη Κουντζάκη

Το Εγώ και το Εσύ είναι οι δύο άξονες που οριοθετούν το σύνολο της συλλογής του Βασίλη Κουντζάκη Δίχως όνομα. Ένας διάλογος που πότε γίνεται εσωτερικός και πότε δίνει ήχο στις λέξεις του, που ακουμπάει σε σκέψεις που θα μπορούσαν να ειπωθούν αλλά τελικά δεν συμβαίνει, σε συναισθήματα που αποδεικνύονται εκτός χρόνου και παλιώνουν στο μυαλό χάνοντας έτσι την όποια τους επικαιρότητα.

Μου αρέσουν οι δομές και ο άμεσος χαρακτήρας της γραφής, τα ποιήματα είναι άρτια και δεν περιέχουν κομματιασμένες σκέψεις, από την άλλη όμως δεν έχουν ρυθμό, ούτε πυγμή, δεν έχουν άλλο νόημα εκτός από το καθαρά προσωπικό για τον δημιουργό τους. Δεν είναι κακή ποίηση, ούτε δήθεν, ούτε κατά διάνοια στημένη για τέρψη οφθαλμών, αλλά ταυτόχρονα η απουσία της πρωτοτυπίας είναι εκκωφαντική, οι λέξεις και οι έννοιες συνηθισμένες. Και το πρόβλημα είναι ότι συνηθισμένοι στίχοι προκαλούν αναμενόμενες σκέψεις. Ο ποιητής και κατ’ επέκταση ο αναγνώστης δεν διακρίνει κάτι που δεν θα έβλεπε ο οποιοσδήποτε, δεν μας προχωράει ένα βήμα πιο ‘κει.

Ο Βασίλης Κουντζάκης στο Δίχως όνομα δημιουργεί γοητευτικές, κλασικές εικόνες του έρωτα, και του αρέσουν οι όμορφες λέξεις που αρέσουν σε όλους μας:

Φώτα
πορτοκαλί
μελαγχολικά
πάνω από ένα δρόμο
-μια κεντρική λεωφόρο-
Χαζεύω την πόλη. 

Η πόλη άγνωστη

οι άνθρωποι ξένοι
αδιάφοροι
μια βραδιά που δεν βρίσκει
στίγμα
πορεία. 

Τι αν κρύβεται άραγε
μέσα σ’ ένα βλέμμα
της στιγμής
σ’ ένα άτολμο άγγιγμα;

Στης νύχτας το δύσκολο πλησίασμα
με παράθυρα κλειστά
έρχονται
απανωτά
να με βρουν οι λέξεις.

Κρις Λιβανίου

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com/2016/02/blog-post_26.html