Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου, Μοναχοπαίδι, Εκδόσεις vakxikon.gr

cover-high-1

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Στις μέρες μας, θα λέγαμε ότι υπάρχει μια πληθώρα νέων ποιητικών φωνών, που με μια πρώτη ποιητική συλλογή επιχειρούν να εισβάλουν δυναμικά στην πόλη των ιδεών και κάποιες ξεχωρίζουν.

Μια ξεχωριστή ποιητική συλλογή είναι και το πρώτο βιβλίο της Αλεξάνδρας Σωτηράκογλου: «Μοναχοπαίδι», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις “Vakxikon.gr”.

Το «Μοναχοπαίδι» αρχίζει με ένα εύστοχο εύρημα. Η ποιήτρια απευθύνεται σε έναν αδερφό. Έναν αδερφό, που δεν γεννήθηκε ποτέ. Η Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου βρίσκει στον υποθετικό αδερφό της, έναν άνθρωπο, που θα την ακούσει, κάποιον, που θα μπορεί να του εκφράσει όλα όσα ξεχειλίζουν μέσα της. Ο αναγνώστης μπαίνει στο ρόλο του αδερφού και διαβάζει βιώματα ενός θλιμμένου κοριτσιού, που ζητάει να ξεσπάσει. Οι γονείς, που ήθελαν αρσενικό παιδί και τη μεγάλωσαν σαν αγόρι, η ίδια, που ήθελε κάποτε να γίνει άντρας και τώρα είναι δύσκολο να τιθασευτεί στις επιταγές της σύγχρονης κοινωνίας. «Γεννήθηκα. / (γιατί με ήθελαν με κάθε κόστος)», γράφει η Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου, εκφράζοντας το παράπονο αρκετών ανθρώπων, που πέρα από το ότι γεννήθηκαν χωρίς να υπάρχει δυνατότητα επιλογής, συνειδητοποιούν ότι ήρθαν στον κόσμο γιατί έτσι «έπρεπε». Γιατί έτσι κάνουν όλες οι «σωστές» οικογένειες. Κι όταν ακόμα το νέο παιδί, που γεννήθηκε, μεγαλώσει, θα πρέπει πάλι να συμμορφωθεί με τυπικούς κανόνες και ένα είδος αποδεκτά κοινωνικού savoir vivre, όπως θα διαπιστώσει η ποιήτρια με θλίψη, αλλά και με τη λεπτή της ειρωνεία: «είναι υποχρέωσή μου να δείξω χαρακτήρα, / γιατί ο πατέρας μου μου είπε να είμαι κυρία.»

Αλλά, πέρα από τους τύπους, η σύγχρονη κοινωνία μας μαθαίνει να είμαστε πρόθυμοι να πατήσουμε επί πτωμάτων στα πλαίσια ενός αδηφάγου ανταγωνισμού, σε ένα σύστημα, που η επικρατούσα αντίληψη είναι το «σκότωσε να φας και κλέψε να ‘χεις» και «το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό». Η Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου γράφει επιγραμματικά: «Ζήσε σήμερα κι άσε τους άλλους να πεθάνουν. / Ζήσε σήμερα και στην πορεία σου φάε μερικούς.» Και αυτός ο αριβισμός κάνει την ποιήτρια να νιώθει σα να βρίσκεται σε οίκο ανοχής: «Φόρεσα την πιο κοντή φούστα. / Ρούφηξα με τρόπο την κοιλιά. / Στοίχημα εδώ, δεν έχουν ακούσει για τον Κάλβο».

Και πως αντιμετωπίζεις αυτή την κοινωνία; Η Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου θα γράψει για τη μεγάλη φυγή. Ένα ταξίδι στο άγνωστο, αρκεί να ξεφύγουμε από τα καθημερινά, που μας πνίγουν. Ένα ταξίδι χωρίς προορισμό. Ένα ταξίδι μακριά από επίπλαστες ανάγκες με μόνο όσα πραγματικά μας χρειάζονται: «Μια μέρα, θα πετάξω το λάπτοπ απ’ το παράθυρο / (μαζί με το κινητό) / θα πάρω τον σάκο μου, / δυο αλλαξιές θα ρίξω μέσα και μια πετσέτα· / τα χρήματα που μαζεύω. / Θα κόψω τα μαλλιά μου! / Θα μπλέξω!»

Περίπου, όπως αρχίζει, έτσι τελειώνει η ποιητική συλλογή «Μοναχοπαίδι» της Αλεξάνδρας Σωτηράκογλου. Με μια απεύθυνση στον υποθετικό αδερφό. Με ένα θλιμμένο και τελεσίδικο τρόπο. «Φύγε λοιπόν-εγώ / Ξόφλησα.» Με αυτούς τους στίχους, λοιπόν, κλείνει μια πολύ ενδιαφέρουσα πρώτη ποιητική απόπειρα. Περιμένουμε τα επόμενα βήματα της ποιήτριας.

14952720

Αργύρης Χιόνης, Έχων σώας τας φρένας

unnamed-3

Το παρόν βιβλίο απαρτίζεται από εννέα διηγήματα, στα οποία κυριαρχούν –μόνα τους ή σε συνδυασμό– αυτοβιογραφικά, μυθοπλαστικά και ψευδοδοκιμιακά στοιχεία. Κοινό τους θέμα εἶναι –σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα– «το παράλογο της ύπαρξης και η ασάφεια των ορίων μεταξύ τρέλας και λογικής».

Τα διηγήματα, γραμμένα με παιγνιώδη και ενίοτε παρωδιακή διάθεση, ακολουθούνται από σημειώσεις, οι οποίες εντάσσονται αφηγηματικά στο κείμενο με τρόπο που θυμίζει κάποτε τον Μπόρχες. Ωστόσο, τα παιγνιώδη στοιχεία λειτουργούν συνειδητά ως αντίβαρο στο υπαρξιακό βάθος.

Όπως σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας: «Επειδή το θέμα του βιβλίου είναι αρκετά βαρύ ή, μάλλον, δυσβάστακτο, το ύφος είναι, συχνά, παιγνιώδες, ώστε να μη βαρύνεται η ψυχή όχι μόνο του αναγνώστη αλλά και του ίδιου του συγγραφέα».

Έχων σώας τας φρένας
Και άλλες τρελές ιστορίες
Αργύρης Χιόνης
Επιμέλεια: Γιώτα Κριτσέλη
Εικονογράφηση: Εύη Τσακνιά
Κίχλη
208 σελ.
ISBN 978-618-5004-46-0
Τιμή: €13,80

Peter Mews reviews Barry Hill’s Grass Hut Work

unnamed

Grass Hut Work
by Barry Hill
Shearsman Books, 2015

The poems in Grass Hut Work are a kind of coda to Barry Hill’s 2014 non-fiction epic Peacemongers, a book of self-discovery and intellectual journeying that took him to the heart of the East, to India and Japan.
Out of this opus was born a slim volume of poems, so beautiful, so hungry for meaning, so redolent with the history of Japan’s poets, as to contain the world within its lacquered shell. From the opening lines of the magnificent ‘Bow to the weatherman,’ Barry Hill draws the reader in, not least with his seductive use of the second person, and brings us along the old path to the poet’s grass hut. Here you take off your shoes …

Relax.
Make your breath papery

Tune the body
To its whispered
arrival.

Put the radio on
Fill the kitchen
With storm news from Sapporo.

Bow to the weatherman.
Later in the volume, Hill takes the reader to Sapporo for some first-hand reports of the weather and other insights into the poet’s mind. In this way the collection performs its
dual functions, seducing the reader with a bright and practical travelogue while enjoining us to seek further inward along the ancient road to the soul. Hill follows the paths trodden by Japan’s great poets – Basho, Kenji, Ryokan, Dogen – seeking enlightenment, and seeking peace through his immersion in the poetical history of the country.

The journey begins in Kyoto, a landscape littered with hacked turnips, gleaming cabbages, and picturesque paths. There is always a gate, a path, a low stone wall, a perfectly pruned tree. Sign posts leading to one hut or another. There is always a duality at work. Ageing and youth. Inside and outside.

For the crystal night

I had a wild piss beside the house
Then went inside to forget sutras
Drink wine. The rice streams. Truly
I don’t know how old I am.
Outside, the paths of Kyoto are pitted by self- doubt: ‘The all-too-familiar earth /
The same, same self.’ Alone in his hut the poet asks: ‘Are you writing the same poem / or just getting older…?’ From Kyoto we head to the north, to Sapporo and beyond, the country of Zen Master Ryokan, where the winds are icy and the people,

carry sea-spray into their bedclothes
have salt in their ears, their fingernails.
Every child is born a fish.
The pong of crabmeat pervades everything and the cold sea melts the snow ‘in this “excessively lucid landscape.”’ It is too cold for insight and the poet heads south again, into Kenji country. Even as he reads Kenji on the train, Hill acknowledges a debt to the great poet.

I have been under no illusion thus far
I have failed to live up to myself.
And yet,

At each page I shed the pong of crabmeat.
Hill travels next to Hiroshima, where the contradictions of culture and history are so stark. The poet travels heavily here as if weighed down by falling ash: ‘Summer, and not a flower to be seen.’ It is here in Hiroshima that his interior struggles take on a more urgent note: ‘In the grass hut / I strive to be nobody.’ It is a striving to be everyman, this absolution of self, but as Hill laments, it is not possible here, particularly here, in Hiroshima, to forget: ‘Anyway I’m afraid / Of not feeling a thing.’ And this was Basho’s sin, that lack of empathy.

Leaving the cicadas of Hiroshima behind, the poems take us back to Kyoto, and a sense of inner peace, or at least, resignation, descends. We are disciples too. The poems frequently use the second person, imploring and guiding the reader along the disciple’s path.

Don’t stop…
Show your indifference…
Then step right in.
You’re here…
Put the kettle on.
Make the tea.
Taste the tea.

If you’ve arrived
Soliciting memorable lines
Toss those out with the leaves.
And this is where Barry Hill leaves us, bewildered and dazed by the experience, in full possession of the wisdom and self-doubt of a remarkable poet.

So what’s it to be? More slap-dash meditation
Or a return to leaf-litter and the vice of poetry?

*Peter Mews is a Melbourne bookseller and novelist. He is the author of Maritime and Bright Planet.

**Taken from http://cordite.org.au/reviews/mews-hill/

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, Ανεκπλήρωτοι φόβοι, Εκδόσεις Πολύτροπον, 2013 – Επανέκδοση: Εκδόσεις Μελάνι, 2016

b183999

b208924

Από την πρώτη λέξη, η ποιητική συλλογή του εικοσιοκτάχρονου ποιητή από την Χειμάρρα της Βορείου Ηπείρου, τοποθετεί τον αναγνώστη σε μια υποβλητική ατμόσφαιρα, ένα μείγμα Καφκικού φόβου και Καρυωτακικού πεσιμισμού.  Μέσα από σουρεαλιστικές καταστάσεις που ισορροπούν με την παραφροσύνη και απελπισμένες προσπάθειες φωνών να ακουστούν και να αντιδράσουν, ο κόσμος του Γκέζου δεν παραιτείται αλλά συνεχίζει να μάχεται μέχρι το τέλος, παρόλο που αυτό στον κόσμο των «ανεκπλήρωτων φόβων» είναι γνωστό από την  αρχή.

 “ειδοποιητήριο θανάτου”

 Περπατούσα και είδα καρφωμένη στην κολόνα
την αναγγελία της κηδείας μου.
Ένα σκισμένο, σαν τη ζωή μου, ήταν χαρτί.

“Τον αγαπητό μας εχθρό
κι αντίπαλο και σκουλήκι
κηδεύομεν σήμερον.
Απεβίωσε ετών μηδέν
ώρα αγνοουμένη
κάπου μεταξύ μεσονυκτίου και χαραυγής,
εν μέσω ύπνου, δυστυχής
κι ονείρων.
Οι τεθλιμμένοι, λατρευτοί του δολοφόνοι”.

Φόρεσα το δέρμα μου και κίνησα για το μέρος.
Έναν μεγάλο φράκτη κάγκελα βρήκα
και μέσα άνθρωποι πολλοί γύρω απ’ τον τάφο
με το πρόσωπό μου στους ώμους τους.
Φύγε, φώναξαν όλοι μαζί
καθώς άνοιγα με τα κλειδιά του σπιτιού μου.
Δεν επιτρέπονται ‘δω πέρα ξένοι.

 Άλλωστε και η ίδια η φύση περιμένει την φθορά, μόνο ο χρόνος να περάσει απομένει και αυτός όμως, ο ίδιος ο χρόνος, φθείρεται και χάνεται και ανήμπορος πια να γιατρέψει, κοιτάει αμέριμνος και περιμένει το τέλος.

…μα γιατί από το σκοτάδι δεν τη γλιτώνει
Ούτε εκείνο το θαύμα ο ήχος…

…Δεν φοβάσαι τον ουρανό,
Αυτός παρηγοριά μεγάλη
Άντε να πέσει, να τελειώνουμε…

…Χρόνος δεν υπάρχει
θα κρύβεται κάτω από το κρεβάτι
γιατί με φοβάται… 

Το εξωτερικό περιβάλλον, περιβάλλον συνωμοσίας, κλειστοφοβικό, ώμο και απαιτητικό, δύσκολο να γίνει ανεκτό.

ηδονίζονται

Με ρωτούν στον δρόμο οι περαστικοί:
Γιατί κρατάς τα φρύδια σου σφιχτά κατεβασμένα;
Ηδονίζονται να το ακούν:
Για να μην μου βγάλετε τα μάτια.
 
Οι «Ανεκπλήρωτοι Φόβοι» αποτελούν την σύγχρονη ωδή στο τέλος που θα έρθει για τα πάντα. Δεν μάχονται αλλά και δεν υποχωρούν. Είναι εδώ, παραμένουν εδώ για να υπογραμμίσουν όλα όσα είναι μέσα μας, μέσα στην  σκέψη μας. Δεν αστειεύονται, δεν λοιδορούν ούτε φλυαρούν και χρονοτριβούν. Κατευθείαν στο θέμα, δίνουν στην πιο σκοτεινή μας σκέψη υπόσταση και την αποτυπώνουν στο χαρτί όπου με την ανάγνωση την ξορκίζουν.

Ο Γκέζος με λογοτεχνική αρτιότητα, εξαιρετικό χειρισμό της γλώσσας και εσωτερική ωριμότητα δημιούργησε μια κραυγή που παγώνει την οθόνη της καθημερινότητας  και αποτυπώνει την χαραγμένη πορεία προς ένα προδιαγεγραμμένο τέλος. 

Ολοκληρώνουμε την παρουσιάση με ένα αδημοσίευτο ποίημα που  μας παραχώρησε ο ποιητής και δειχνει κατα την γνώμη μας την ποιητική δεινότητα του.

απολογία στον πατέρα (αδημοσίευτο)

Φτωχέ πατέρα σχώρα με
που δεν σου έξυσα την πλάτη,
που σε ρούφηξα και σε ξέρανα και σε κρέμασα
στον τοίχο
απ’ τον σβέρκο με τσιγκέλι
να σε δείχνω στους καλεσμένους μου
τα βαρετά τα βράδια του Σαββάτου,
που σε σημάδευα με το δάχτυλο όταν κάποιος
λιμοκοντόρος με κοστούμι με ρωτούσε
«κι εσύ, γιατί έτσι έχεις καταντήσει;»

Χειρότερα, πατέρα
σχώρα με
που το δέρμα σου στέγνωσα στον ήλιο
και πάνω του έγραψα
τα ποιήματά μου.

Ακολουθεί συντομή συνενετυξη που ευγενικά μας παραχωρησε ο ποιητής.

Χρήστο γεια χαρά! Θέλω να ξεκινήσουμε ρωτώντας σε πως αισθάνεσαι, που από την πρώτη σου συγγραφική προσπάθεια γνώρισες αποδοχή από το κοινό, αρκετές διακρίσεις, δημοσιεύσεις σε τύπο και internet, αλλά και μια σημαντική κατ εμέ διάκριση, το κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα 2013; 
Γεια σου Απόστολε! Μια λέξη θα ήταν «παράξενα». Όταν έγραφα πριν από την έκδοση των ποιημάτων δεν είχα καμία επαφή με τον χώρο και τους ανθρώπους του, οπότε δεν είχα και καμία ιδέα για το πώς φαίνονταν τα κείμενά μου σε άλλους. Απλώς έγραφα στο φοιτητικό μου γραφείο ό,τι μου κατέβαινε, για τους δικούς μου λόγους. Όταν άρχισαν να με προσεγγίζουν άνθρωποι και να μου λένε ότι τους είχαν συγκινήσει τα ποιήματά μου ήμουν επιφυλακτικός γιατί φοβόμουν ότι δεν ήταν τίποτα πέρα από κολακεία, αλλά σιγά σιγά καθώς αυτές οι εκδηλώσεις συνεχίστηκαν άρχισα να τις λαμβάνω υπόψη μου και φυσικά να αισθάνομαι χαρά και ικανοποίηση. Το βραβείο ήταν μια επισφράγιση όλων αυτών, αλλά γρήγορα το ξεχνάς και πας παρακάτω.

Που πιστεύεις ότι οφείλεται το ότι ξεχώρισες σε μια εποχή συγγραφικής υπερπροσφοράς (αν συμφωνείς) όπου πολλά καλά έργα χάνονται;
Υπερπροσφορά δεν ξέρω αν υπάρχει, αλλά σίγουρα εκδίδονται αρκετά έργα κάθε χρόνο, ιδίως στην ποίηση. Όσο για το αν έχω ξεχωρίσει, αυτό ελπίζω να μπορώ να το πω στο μέλλον όταν θα έχω βγάλει και μερικά βιβλία ακόμα.

Διαπιστώνω ότι το έργο σου τυγχάνει μιας όχι υπερβολικής αλλά αρκετά καλής προώθησης. Υπάρχει συγκεκριμένο πλάνο marketing ή απλά αγαπήθηκε και κατά συνέπεια επικοινωνήθηκε από τους ανθρώπους του χώρου;
Δεν υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο πλάνο. Οι περισσότεροι εκδοτικοί όπως και οι συγγραφείς τους κάνουν λίγο πολύ τα ίδια στοιχειώδη βήματα για να φτάσει το εκάστοτε έργο σε έναν ικανοποιητικό αριθμό αναγνωστών. Από εκεί και έπειτα υπάρχουν πολλοί παράγοντες που θα συμβάλλουν στο πόσοι τελικά θα ακούσουν ή θα διαβάσουν το βιβλίο: η ποιότητά του, το είδος, το θέμα, οι δυνατότητες του εκδοτικού οίκου, η συγκυρία, η τύχη.

Οι ανεκπλήρωτοι φόβοι αλλά από όσο γνωρίζω και το σύνολο του μέχρι στιγμής έργου σου χαρακτηρίζονται από την πεσιμιστική διάθεση. Πιστεύεις σε αυτή την αισθητική, είναι κάτι βιωματικό που πηγάζει από μέσα σου ή απλά άποψη;
Είναι μια δική μου ερμηνεία της πραγματικότητας, ή μια εκδοχή αυτής. Ίσως ακούγεται κοινότοπο και στομφώδες αλλά άμα βάλεις την ύπαρξη στο μικροσκόπιο και την αναλύσεις στα συνθετικά της στοιχεία, στο τέλος όλοι βγαίνουμε χαμένοι. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως η ζωή στο ενδιάμεσο δεν μπορεί να είναι και υπέροχη και πανέμορφη, όπως μπορεί να είναι και οδυνηρή και αβάσταχτη· και αυτό είναι κάτι που θέλω να φαίνεται στα κείμενά μου. Αντιπαθώ τις μονολιθικές προσεγγίσεις, και ιδιαίτερα όσον αφορά την ύπαρξη που αποτελεί ένα πολυπρισματικό φαινόμενο, το οποίο περιπλέκεται ακόμη περισσότερο όταν έχουμε να κάνουμε με την πρόσληψή του από την ανθρώπινη συνείδηση. Ο θρήνος και η απελπισία απέναντι στον θάνατο άλλωστε δεν δείχνουν τίποτα άλλο από μια βαθιά και εμπεδωμένη αγάπη για τη ζωή.

Στην συλλογή σου «ανεκπλήρωτοι φόβοι», αν και υπάρχουν ψήγματα σαρκασμού δεν υπάρχει χιουμοριστική διάθεση που συχνά συνοδεύει την σχολή ποιητών αντίστοιχης κουλτούρας, τουλάχιστον έτσι το εισέπραξα εγώ δεν ξέρω αν έκανα λάθος. Στην δική σου περίπτωση ένιωσα ότι τα συναισθήματα στα οποία υποβάλλουν τα ποιήματα σου είναι γραμμικά και συγκεκριμένα χωρίς να δίνουν περιθώριο στον αναγνώστη για άλλοθι ή αμφιβολίες για το αν οι φόβοι θα εκπληρωθούν ή όχι. Ισχύει κάτι τέτοιο; 
Στα ποιήματα πράγματι υπάρχει σε κάποια σημεία χιούμορ με τη μορφή του σαρκασμού. Στη Λάσπη επίσης υπάρχει ένα τέτοιου είδους χιούμορ σε μεγαλύτερες δόσεις, και σε κάποια διηγήματά μου ακόμη πιο ξεκάθαρα. Από εκεί και πέρα, αυτό που πιστεύω ή θέλω να χαρακτηρίζει τη συλλογή, κάτι που φαίνεται και από τον τίτλο, είναι μια αμφιθυμία απέναντι στον φόβο: ο αφηγητής των συχνά εφιαλτικών σκηνών ίσως επιθυμεί ενδόμυχα την εκπλήρωσή τους, γιατί είναι κι αυτό μια διατάραξη της κανονικότητας, μια ρυτίδα στην επίπεδη λίμνη του χρόνου, μια προσδοκία, για κάτι.

Ποια είναι η γνώμη σου για την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία; Υπάρχουν καλά έργα; Είναι αρκετά;
Υπάρχουν αρκετοί καλοί νέοι ποιητές και πεζογράφοι. Έχω παρατηρήσει (μπορεί να κάνω και λάθος) ότι στην Ελλάδα, από την πλευρά των αναγνωστών κυρίως, εκδηλώνεται ένας σνομπισμός απέναντι στην ελληνική λογοτεχνία. Δεν είναι λίγοι αυτοί που λένε «δεν διαβάζω Έλληνες» και αγνοούν ακόμα και συγγραφείς που έχουν διαγράψει μια πορεία χρόνων στον χώρο με σημαντικά βιβλία, όχι μόνο τους νέους, ενώ την ίδια στιγμή πειραματίζονται με όποιο μεταφρασμένο κείμενο κυκλοφορεί στην ελληνική αγορά – αυτά ισχύουν πιο πολύ για την πεζογραφία. Η αλήθεια είναι πως στατιστικά και μόνο όταν έχουμε μια δεξαμενή βιβλίων από όλο τον κόσμο, από τη μία, και μια δεξαμενή από μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα από την άλλη, τα ξένα σημαντικά έργα θα είναι σαφώς περισσότερα. Πέρα από τη δικαιολογημένη αυτή επιφύλαξη όμως, νομίζω πως συχνά φτάνουμε σε μια βασισμένη στην προκατάληψη υπερτίμηση κάποιων ξένων βιβλίων. Κάτι που πιστεύω πάντως ότι λείπει από την ελληνική λογοτεχνία είναι η εξωστρέφεια και η οικουμενικότητα: η ενασχόληση δηλαδή με θέματα που αφορούν διαχρονικά τον άνθρωπο και την ανθρώπινη εμπειρία, έξω από τα δεδομένα της στενής ελληνικής πραγματικότητας και ιστορίας.

Ποιος είναι ο αγαπημένος σου ξένος και ποιος Έλληνας συγγραφέας;
Από ξένους θα έλεγα τον Κάφκα, που τον αγαπώ σε ένα επίπεδο πέρα από το λογοτεχνικό. Από Έλληνες θα έλεγα έναν ποιητή, τον Σαχτούρη, για τον ίδιο ίσως λόγο.

Ποια είναι τα πέντε πιο αγαπημένα σου βιβλία, αυτά που θα έπαιρνες αν έπρεπε να περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου με αυτά σε ένα ξερονήσι; 
Δεν είμαι καθόλου καλός στις λίστες. Θα έλεγα: Η Δίκη, Αβεσσαλώμ Αβεσσαλώμ, Το Μαγικό Βουνό, Ο Βίος και η Πολιτεία του Σκρουτζ Μακ Ντακ, Πώς να αποδράσετε από ένα ξερονήσι.

Δώσε μας μια ιδέα από το τι ετοιμάζεις για το μέλλον 
Το φθινόπωρο θα εκδοθεί το τρίτο μου βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων Τραμπάλα, από τις εκδόσεις Μελάνι.

Χρήστο σε ευχαριστώ πολύ που με τίμησες με αυτή την κουβέντα. Θέλω να κλείσουμε με ένα σχόλιο σου για την κατάσταση που επικρατεί στην χώρα μας. 
Ευχαριστώ κι εγώ Απόστολε. Για την κατάσταση στη χώρα δεν έχω να προσθέσω κάτι καινοφανές ή ιδιαίτερα ενδιαφέρον, παρά μόνο ότι είναι μια κατάσταση που αν βελτιωθεί κάποια στιγμή τα επόμενα χρόνια δεν θα πρόκειται για μια θεαματική βελτίωση αλλά μια προσαρμογή σε ένα λίγο πολύ σταθερό πλέον πλαίσιο, το οποίο σχετίζεται και με μια επισφαλή πορεία στην οποία φαίνεται να έχει μπει ολόκληρος ο πλανήτης.

*Από το http://readingbooksforfun.blogspot.com.au/2016/07/blog-post.html?spref=fb

Άνθη μέσα από τα κατσάβραχα: Για τον Γιώργο Φιλιππίδη

1038547_mykonos_new017_1

Ένας διάττων, ξεχωριστός ποιητής των ’90s που αυτοκτόνησε πριν συμπληρώσει τα 20 του χρόνια.

ΤΟΥ M. HULOT*

Τα ποιήματα του Γιώργου Φιλιππίδη άργησα πολύ να τα πάρω είδηση. Κοντεύει μια εικοσαετία από τότε που έφυγε πρόωρα, βίαια και ξαφνικά, λίγο πριν συμπληρώσει τα είκοσι χρόνια του, τον Ιούλιο του 1997. Τα οχτώ ποιήματά του που κυκλοφόρησαν δύο χρόνια μετά τον θάνατό του, συγκεντρωμένα σε μια συλλογή με τίτλο «Γαλάζια Μηχανή» από τη μητέρα του, είναι τα μόνα που έχουν διασωθεί, συν μία επιστολή που όταν γνωρίζεις τον τρόπο που έβαλε τέλος στη ζωή του γίνεται βασανιστική και ανατριχιαστική: «Έχω να πω τόσα πολλά, κι όμως ξέρω πως δεν θα καταφέρω να πω τίποτα. Φοβάμαι ότι η μοναξιά είναι πιο κοφτερή ανάμεσα στους γνωστούς, μέσα στην οικειότητα των προσώπων και των δρόμων. Οι τοίχοι του δωματίου μου δεν λιώνουν ποτέ όταν είναι κάποιος άλλος στο δωμάτιο. Έτσι περιμένω τα βράδια˙ τότε καμιά φορά προσεύχομαι κοιτάζοντας χαμηλά ή κλείνοντας τα μάτια. Το απόλυτο πάλλεται μες στο κεφάλι μου και μ’ εξουθενώνει˙ τόσο που καμιά φορά νομίζω πως όλα τα μελίσσια του κόσμου θέλουν να φτιάξουν τις κυψέλες τους μέσα στο μυαλό μου».

Ο Γιώργος Φιλιππίδης είναι ξεχωριστή περίπτωση ανάμεσα στους Έλληνες ποιητές της δεκαετίας του ’90. Πέρασε σαν διάττοντας αστέρας από την ελληνική πραγματικότητα, έγραψε σε πολύ νεαρή ηλικία (έφηβος) όλα τα ποιήματα και έδωσε τέλος στη ζωή του με έναν ιδιαίτερα άγριο τρόπο (απαγχονισμό και ταυτόχρονη αυτοπυρπόληση). Η ποίησή του έχει κάτι από Ρεμπώ, είναι τρυφερή, εύθραυστη, ασφυκτική, με μια ένταση που δικαιολογείται από το νεαρό της ηλικίας του, αλλά και μια αδικαιολόγητα στενή σχέση με το θάνατο. Μέσα από τις γλυκόπικρες στιγμές που δείχνουν ένα παιδί που χρησιμοποιεί με υπέροχο και αξιοθαύμαστο τρόπο τις λέξεις (Ακούστε καλά! / Κωδωνοκρούστης στην καμπανούλα, / σαρκοφάγο λουλούδι της ασκήμιας μου, / στο αχανές πεδίο της καμπούρας μου όπου, / απαράλλαχτα έναστρος ουρανός, αιωρείται η αστρόσκονη που είμαι) ξεπετάγονται λόγια προφητικά, που φανερώνουν την διαίσθησή του για αυτό που ερχόταν (Αφού σπαρτάρησε στ’ αγκίστρι της βίας / η Ευρώπη κοιμάται / σαν κρέας σε χασάπικο, / φρουρούμενη από διμοιρίες μπάτσων).

Ο Γιώργος Φιλιππίδης γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Ήταν ένα παιδί μικροαστικής προς μέσο-αστικής οικογένειας, πήγε σχολείο στα Ανάβρυτα. «Ο Γιώργος ήταν πολύ στα Εξάρχεια από νεαρός έφηβος, καταλήψεις, Πολυτεχνείο, μέχρι την Τρίτη Λυκείου είχε ζήσει όλον τον μεγάλο πανικό του ’95» λέει ο Σύλλας Τζουμέρκας, σκηνοθέτης και κολλητός φίλος του στο πρώτο έτος στο πανεπιστήμιο και μέχρι το τέλος του. 15 χρόνια μετά τον θάνατο του Γιώργου Φιλιππίδη ο Σύλλας έφτιαξε το ντοκιμαντέρ-αφιέρωμα στο οποίο μιλούν συμφοιτητές τους και άνθρωποι που τον γνώρισαν. Το συγκεκριμένο Παρασκήνιο ήταν η αφορμή να γνωρίσω τα ποιήματα του Γιώργου.

«Αποφάσισα να το κάνω και για προσωπικούς λόγους. Το έκανα και για μένα αυτό το Παρασκήνιο» λέει. «Είναι κομμάτι της ζωής μου με έναν πολύ έντονο τρόπο αυτό. Τον Γιώργο τον γνώρισα στο Πανεπιστήμιο, περάσαμε μαζί στη θεατρολογία. Ήταν ένα χρόνο πιο μεγάλος από μένα και κάναμε παρέα από την αρχή. Πήραμε μαζί ένα ταξί ένα απόγευμα, έγιναν οι σωστές ερωτήσεις και κολλήσαμε. Είχα έρθει από τη Θεσσαλονίκη και ήταν τελείως άγνωστη η Αθήνα για μένα. Στην ουσία ήταν ο πρώτος φίλος που έκανα στην Αθήνα. Μετά ζήσαμε μια μεγάλη περιπέτεια, εγώ πέρασα μεγάλη ευτυχία, κάναμε παρέα κι ήμασταν πάρα πολλές ώρες μαζί. Τα ποιήματά του τα έζησα από την αρχή. Η «Μελίσσα», η «Γαλάζια Μηχανή» και το «Γκρίζο» γράφτηκαν εκείνη τη χρονιά που είχαμε γίνει μια παρέα παράξενη: η Πολύ Φλουρέντζου, Γιούλα Μπούνταλη, Χριστίνα Θανάσουλα, Σοφία Θανοπούλου, Μάχη Αγγελούλη, κ.α. –είναι μια χρονιά της θεατρολογίας Αθήνας αυτή που ήταν λίγο αλλιώτικη απ’ τις άλλες».

Η ποίησή του έχει κάτι από Ρεμπώ, είναι τρυφερή, εύθραυστη, ασφυκτική, με μια ένταση που δικαιολογείται από το νεαρό της ηλικίας του, αλλά και μια αδικαιολόγητα στενή σχέση με το θάνατο.

Όλα ξεκίνησαν μια αυγή που γκρίζεψε η θάλασσα και χλόμιασαν τα πεύκα. Χαλάσανε όλα τότε και η γη γέμισε δάκρυα που στάζουν μαζί με το φόβο, το φόβο, το φόβο. Κάτι πέτρες, που πρωτύτερα τις πλάθαμε στις παλάμες μας, γίνανε βράχια. Μερικοί κιόλας, μοναχά που τις βλέπουν, σκέφτονται τώρα πόνο και αξίνα και φτυάρι. Πώς έτσι έγινε και όλα τα πλοία έχουνε άξαφνα μια πατρίδα και σε κανέναν δεν μπορείς να βάλεις τα όνειρά σου να τα πάει στ’ αστέρια, καθόλου δεν καταλάβαμε και ούτε μας είχε περάσει από τον νου πως κάτι τέτοιο μπορούσε να είχε συμβεί. Την πρώτη μέρα είχαμε τον θάνατο του σχοινοβάτη. Ήταν κακόκεφος και μονάχος του πάντα κοίταζε να περνά τις ώρες του. Τη μοίρα μας αυτός την έπλεξε στο βήμα του, σε μια από τις παραστάσεις του, με τα επιδέξια δάχτυλά του σημάδεψε το ύψος και τα κόκκινα χείλη φίλησαν το μέτωπο της αλήθειας και η καρδιά του γδύθηκε σ’ ένα υπόγειο και τα μάτια του έσταζαν αίμα και λεπίδες σαν θέλησε να στρέψει το βλέμμα του ψηλά, πιο πάνω από τη χορδή αυτή που τον στήριζε. Μα εμείς σαν έπεσε βουίξαμε όλοι και χαϊδέψαμε το θόρυβό του με τις θολές κραυγές μας.

«Είχε και κάτι βαθιά ηλίθιο αυτό που ζήσαμε σ’ εκείνα τα χρόνια. Σε όλα τα επίπεδα. Και βαθιά βλακώδες, σε σχέση με πράγματα που καταλαβαίνεις αργότερα» συνεχίζει ο Σύλλας. Τον ρωτάω πώς ήταν ως άνθρωπος. «Υπάρχουν χαρακτηριστικά Δον Ζουανικά, υπάρχει μια μεγάλη ευθυμία σε βαθμό παραλόγου, ένα μεγάλο άνυσμα σε διαθέσεις, από μεγάλες ευθυμίες σε μεγάλες κατατονίες, μεγάλες σιωπές. Δεν μιλάμε για μια κατάσταση που πηγαίνει ευθεία. Υπάρχει και έντονη ανασφάλεια με τη γραφή σε βαθμό συχνά αυτοκανιβαλιστικό. Μιλάμε για εφηβεία, μια συνθήκη ανασφάλειας που σου δημιουργούν τα 16, 17, 18 χρόνια. Όλο το πράγμα είναι τελείως ασαφές, μπορεί να είσαι απλά ένας κλόουν, μπορεί αυτό που κάνεις να μην έχει καμία αξία. Είναι άλλο πράγμα να είσαι 35 και άλλο στο πρώτο έτος στο πανεπιστήμιο –επί ΠΑΣΟΚ, σε μια Ελλάδα που δεν έχουν συμβεί όλα αυτά που ακολούθησαν, μιλάμε για την Ελλάδα των ’90s. Όλοι προσπαθούσαμε να ανακαλύψουμε ποιοι είμαστε μέσα σε όλο αυτό το πράγμα και ο Γιώργος προσπαθούσε το ίδιο. Αν δεν το δεις ως κάτι εύθραυστο, κάτι εξαιρετικά ευάλωτο το έχεις δει λάθος».

Τη δεύτερη μέρα συνέβη το εξής: ένας από μας, κρατώντας σφιχτά ένα δρεπάνι στο χέρι του, έδωσε μια και αποκεφαλίστηκε, αφού (όπως φάνηκε) είχε ακούσει τα πεισιθανάτια λόγια ενός συντρόφου του (αυτού με τη μακριά γενειάδα). Αμέσως τη θέση του, που ως τότε κατείχε το κεφάλι του, κατέλαβε το σώμα ενός ιχθύος, που έδειχνε με τη συννεφιασμένη όψη του ξεκάθαρα την ατράνταχτη θέλησή του ν’ ανταμώσει το πέλαγο. Λίγο αργότερα κύλησε εκεί, εξαρτώντας το σώμα του από αγάλματα ανέκφραστα μα χρόνια δουλεμένα. Αυτά που γίνανε μας ξαφνιάσανε πολύ, αν και δεν ήταν διόλου απίθανα να συμβούνε (έτσι το ’χουμε να νομίζουμε για απίθανα τα πιο πιθανά) και αποφασίσαμε κάτι να κάνουμε να τους δώσουμε τέλος. Συνταχτήκαμε έτσι τη δεύτερη μέρα το απόγευμα κοντά στην πηγή, αυτή που μας δίνει το ακριβό νερό που πίνουμε, και πολλοί θέλησαν να μιλήσουν και πολλοί μιλήσανε. Μα ήτανε δυο τρεις που είπανε πολύ σημαντικά και σοφά πράγματα, βγαλμένα βαθιά μέσα απ’ τη γροθιά ανάμεσα στα στήθια τους, την κόκκινη. Αυτά θα σας τα πω κι εγώ όπως τα είπανε, για να δείτε ακόμη, και μ’ όλα όσα στο μεταξύ διάστημα είχανε συμβεί, υπήρχαν ακόμη μερικοί που μίλαγαν με σύνεση και έρωτα στα λόγια τους: Πρώτος πήρε το λόγο ένας που ήταν στην εμφάνιση ίδιος παιδαρέλι. Μονάχα τα μπράτσα του ήταν αντρίκια, καθώς και αυτά που έλεγε και έτσι κανείς δεν βρέθηκε να του πει να σταματήσει. Είπε λοιπόν: «Σε μια θεώρηση αντιθέτων προσωπική, το κόκκινο δεν είναι παρά λανθάνον γκρίζο κι απαιτητικό. Μας ζητά άθλους μύριους και ούτε άνθη προσφέρει ούτε αλήθειες. Κι όλοι ξέρουμε τη θλίψη την από την απόρριψη προερχόμενη πως είναι απέραντη και λεία σαν ευθεία γραμμή». Ύστερα πέταξε το καπέλο του στον αέρα και εξαφανίστηκε ή μάλλον χύθηκε κάτω από την χρυσόσκονη, σαν στάχτη το σώμα του. Κι είπε κάποιος πως έφυγε έτσι για να τιμήσει τα λόγια του. Και τις άλλες μέρες ποτέ κανείς δεν τον ξανάδε και ποτέ δεν ξαναμνημονεύτηκαν αυτά που είπε (πλην σήμερα). Και σαν κόπασαν τα λιγοστά σχόλια για τον λόγο του και μίλησαν και άλλοι και άλλοι και τέλειωσαν και αυτοί και κάθισαν και έπαψαν να ρητορεύουν, πήρε μια γυναίκα να μιλάει και είπε πράγματα που κανείς δεν άκουσε, για πολέμους και τέτοια. Κι ύστερα είπε και αυτά που όλοι αφουγκράστηκαν με ευλάβεια, μιας και δεν μπορούσαν να την καταλάβουν. Κι είπε τα ακόλουθα: «Μακριά σου δεν είναι καθόλου ωραία, χιονίζει και βρέχει πολύ και δεν υπάρχει πουθενά κόκκινο, μόνο γκρίζο, γκρίζο, γκρίζο. Στο κοράλλι που μου έδωσες έπαψαν πια να διακρίνονται τα ίχνη των δαχτύλων σου, έτσι θα χρειασθώ κάτι περισσότερο, κάτι πιο πολύ ή που απ’ αυτό δεν θα σβήσουν ποτέ τα αποτυπώματά σου, γιατί ναι, μακριά σου αλήθεια κρυώνω».

«Τον έβλεπες ως ποιητή;». «Και βέβαια τον έβλεπα ως ποιητή, όπως έβλεπα τον εαυτό μου ως σκηνοθέτη. Δυνάμει ποιητής και δυνάμει σκηνοθέτης, έστω. Ήμασταν πολύ αποφασισμένοι, ακραία αποφασισμένοι να κάνουμε αυτό που θέλαμε, με τον έναν τρόπο ή τον άλλον. Αυτή η σχολική χρονιά το 1997-98, για μένα είναι καθοριστική. Άρχισαν από το Μάρτη και μετά να γίνονται διάφορα πράγματα που και σήμερα δεν είναι ξεκάθαρα, γιατί βασίζονται σε φίλτρα ανθρώπων. Δεν είναι η αλήθεια του Γιώργου όμως, είναι η αλήθεια όπως την ξέρει ο καθένας μας. Από κει και πέρα υπάρχει μια συναισθηματική, υπαρξιακή και ψυχική ένταση στο πρόσωπο η οποία είναι θηριώδης, υπέροχη και μοναδική. Κατά τη γνώμη μου αυτό υπάρχει σε μεγάλο βαθμό και στα ποιήματα. Το Γκρίζο είναι πάρα πολύ ένα τέτοιο έργο. Έχει μια καταγραφή από το ύψος του κενού και είναι και το έργο το οποίο γράφτηκε τότε, το Πάσχα.».

«Ο Γιώργος Φιλιππίδης σε μια ηλικία σχεδόν απαγορευτική έφτασε εκεί που άλλοι πασχίζουν χρόνια να φτάσουν. Η ποίησή του – το αισθάνεσαι αμέσως αυτό- δεν είναι απλά ελκυστική, δεν είναι απλά σύγχρονη, η ποίησή του είναι επείγουσα».

«Τι εποχή αυτοκτόνησε;». «Ήταν Ιούλιος. Εκείνο το καλοκαίρι είχαμε κανονίσει να πάμε interail με άλλους φίλους μας. Ο Γιώργος το ακύρωσε δυο μήνες πριν φύγουμε και μας έκοψε όλους, άρχισε να απομονώνεται. Είχε μια μεγάλη άρνηση, ένα μεγάλο όχι σε όλα. Και μιλάμε για μία εξαιρετικά βίαιη αυτοκτονία. Έχει μια σημασία για όλους εμάς που τον ζούσαμε, είναι μια πολύ σημαντική πτυχή όλου αυτού, υπάρχει μια τρομακτική βία».

«Υπάρχει ένας πυρήνας οργής και έντασης, αυτό γιατί δεν το έβγαζε στα ποιήματά του;». «Τα ποιήματα του Γιώργου δεν είναι ποιήματα οργής, η κατάλληλη λέξη να χαρακτηρίσεις αυτό που υπάρχει είναι η ευθραυστότητα. Δεν υπάρχει η εφηβική ή μετεφηβική αντίδραση. Υπάρχει κάτι αληθινά ασφυκτικό, κάτι εορταστικό και μεγάλη ευαλωτότητα. Τα ποιήματα τα διάβαζα από το ξεκίνημά τους, ήταν μια εποχή μου ήμασταν πολύ κοντά. Μου άρεσαν, έγραφαν και άλλοι φίλοι μας, αλλά τα ποιήματα του Γιώργου μου άρεσαν στα αλήθεια. Κι είναι αληθινή καλλιτεχνία και τίποτα άλλο. Υπήρχε μέταλλο. Το ήξερα ότι υπάρχει μέταλλο, μου το έλεγε το ένστικτό μου ότι υπάρχει ειδικό μέταλλο, και κολλήσαμε και στην καθημερινότητά μας. Νιώσαμε εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο. Δεν έχει τίποτε να κάνει με άλλα πράγματα που έρχονται πιο μετά, την αναγνώριση ή την μη αναγνώριση, την άβυσσο της κακίας και της μικρότητας, και όλο αυτό μου άλλαξε τη ζωή. Και με καλό και με άσχημο τρόπο».

Έχω να πω τόσα πολλά, κι όμως ξέρω πως δεν θα καταφέρω να πω τίποτα…
“Έχω να πω τόσα πολλά, κι όμως ξέρω πως δεν θα καταφέρω να πω τίποτα…”

Κανένας δεν κατάλαβε σε ποιον αλήθεια απευθυνόταν η γυναίκα, μα επειδή πού και πού ήθελαν να ελπίζουν πως επρόκειτο γι’ αυτούς. Έτσι ξεσπάσανε καυγάδες στο πλήθος, που λιαγιάσανε μόνο σαν ήρθε τη γυναίκα φτερωτό άλογο και την πήρε και είδαν ότι αυτό ήταν η μούσα της. Ο τρίτος που μίλησε με ενδιαφέρον ήταν στ’ αλήθεια ζοφερός και μήνυσε πως ήρθε τάχα το τέλος, μα αποδείχτηκε στο τέλος ένας τρελός πως ήταν. Με τα εξής λόγια απευθύνθηκε στο ακροατήριο: «Ακόμη και οι λέξεις σκαρφαλώνουν να κοιτάζουν μέσα στα μάτια μου. Ο τρόμος με δένει σαν να με ελέγχει και αναρωτιέμαι στ’ αλήθεια για την ειλικρίνειά του. Κι αν κάτι να μη μου πρέπει δουν στο μυστικό μου καταφύγιο, ποια η φρικτή μου η μοίρα μετά!». Τότε ακριβώς φάνηκε η αρρώστια του. Κι αυτός άφρισε στο στόμα και άρχισε να κτυπά τα μέλη του στην εξέδρα, που είχε στηθεί για τις ρητορείες, και ούρλιαζε με λέξεις ακατάληπτες πάνω στη σύγχυση που είχε και ύστερα έκλαιγε πικρά. Αυτός μόλις του πέρασε η κρίση αυτή έφυγε μακριά ντροπιασμένος και λένε πως είναι ακόμη και μέχρι τις μέρες μας κλεισμένος σε μια σπηλιά πίσω από τους καταρράκτες, όπου με αγάπη μια που τη λένε Άννα τον νοιάζεται. Κι αυτοί ήταν οι αξιοσημείωτοι λόγοι. Η απόφαση πάντως που βγήκε, μια και δεν μπορούσαμε αλλιώς το κακό να σταματήσουμε, ήταν να κινήσουμε για τη δύση του ήλιου, που όλοι παραδέχονται πως αυτή ρυθμίζει και κανονίζει το χρώμα που θα ανατείλει η μέρα. Και τ’ άλλο πρωί συμφωνήσαμε να ξεκινήσουμε. Και θα το κάναμε, αν δεν συνέβαινε αυτό που συνέβη: Πρωί πρωί της τρίτης μέρας λοιπόν στέρεψε η πηγή μας και πια μέρος για να πίνουμε νερό δεν είχαμε. Με μαύρες φτερούγες μας αγκάλιασε ο θάνατος. Μαράθηκαν τα χορτάρια και οι λάσπες στέγνωσαν κι έσκασε η γη. Στην πρόχειρη πολιτεία που οργανώσαμε στον καταυλισμό μας αυτόν, πάνω από το άλλοτε υγρό οδόστρωμα (είχαμε ασφαλτώσει για τις ανάγκες των οχημάτων ένα δυο δρομάκια) κάθονταν μόνο η σκόνη κι η ομίχλη, αυτή που είχε κουρνιάσει εκεί από την υγρασία διαλύθηκε, μα ό,τι είδαμε δεν ήτα καθαρότερο και καθόλου δεν μας ξεθάρρεψε. Το τέλος κάθε μόχθου στους κορμούς που είναι ακόμη γεροί μα άδειοι και στα φύλλα που αλάφρωσαν άξαφνα, η αρχή εκεί κοντά στις φωλιές των μυρμηγκιών και των άλλων εντόμων, που ως τώρα τα ακούγαμε και τώρα έτσι απρόσμενα σώπασαν και αυτά μαζί με τις αχτίδες του ήλιου. Στον ύπνο τους πολλοί ξυπνούσαν με κραυγές και αγωνία από το ατσάλι –τη στυφάδα αυτή- που τους έδενε τη γλώσσα, και σχημάτιζαν ζωγραφιές στον αέρα με τα δάχτυλά τους μέσα στο παραλήρημά τους, μήπως έτσι έφερναν κοντύτερα τον σκοπό τους. Κι έτσι πέρασε και η τρίτη νύχτα και ξημέρωσε γκρίζα η τέταρτη μέρα. Και με έκπληξη είδαμε, όσοι αντέξαμε τη φοβερή δοκιμασία, πως πάλι το νερό έτρεχε στη στέρνα. Και αμέσως όλοι ενοήσαμε τον σκοπό τον ανώτατο που είχε αυτή η προσωρινή λειψυδρία: πως ήταν δηλαδή σημάδι· πως μας ορμήνευε κάτι. Και τότε πολλές προτάσεις και εξηγήσεις ακούστηκαν, πως τάχα τον κώδικα θα έλυναν μα μία μόνο γίνηκε πιστευτή, ενός σμιλευτή του μαρμάρου.

«Ο Γιώργος Φιλιππίδης σε μια ηλικία σχεδόν απαγορευτική έφτασε εκεί που άλλοι πασχίζουν χρόνια να φτάσουν. Η ποίησή του – το αισθάνεσαι αμέσως αυτό- δεν είναι απλά ελκυστική, δεν είναι απλά σύγχρονη, η ποίησή του είναι επείγουσα» γράφει ο ποιητής Γιάννης Στίγκας στον πρόλογο της Γαλάζιας Μηχανής. «Γιατί ο Φιλιππίδης ενσαρκώνει την τεράστια υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου, με μια γλώσσα πυρετική, ακροβατική, χίλιες φορές πιο ακροβατική από το χαμόγελο του Da Vinci. Γιατί δεν αρκείται στην κραυγή, αλλά ξέρει και να την σκαρφαλώνει. Κάτι –που κατά τη γνώμη μου- είναι κι ο μοναδικός μας δρόμος προς το όνειρο: Αδέλφια μου / ακούστε καλά / μια μέρα θα φτιάξουμε / τον γυάλινο κήπο που ονειρευόμαστε / μια μέρα από το γυάλινο πηγάδι του / θα αντλήσουμε / ζεστή σοκολάτα / και λουλούδια εντελβάις. Γιατί διαθέτει μια κοινωνική συνείδηση κοφτερή –κοφτερή, όπως ακριβώς πρέπει: Μήπως και να καταλάβει κανείς / πόσο πολύ δεν με νοιάζει / αν καούν όλα / τα δολάρια / και τα μάρκα / και τα γιεν του κόσμου. Ε, τέτοιος άνθρωπος είναι. Με την ευαισθησία ξενυχτισμένου λουλουδιού: Γύρεψα πάντοτε εκδίκηση / στ’ όνομα κάθε τι εύθραυστου / είχα ξεχάσει πως ό,τι είναι εύθραυστο / είμαι εγώ / πως είσαι εγώ. Ή: Γδέρνομαι σε μια δυο αληθινές φιλίες και σ’ έναν έρωτα / … Αγαπώ (θέλω να προλάβω να το κάνω καλά, όλο και καλύτερα) / Είναι στιγμές που δεν φοβάμαι τον θάνατο. Ξέρετε, μου είναι πολύ δύσκολο να σας μεταδώσω πώς λειτουργεί αυτή η ποίηση μέσα μου. Κι ίσως, αν σας έλεγα ότι ηλεκτρίζει το κουράγιο μου κι ότι μέρα με την ημέρα με κάνει να μαντεύω μες στους ανθρώπους μια δύναμη σχεδόν αστρονομική, του εσαεί – καινοφανούς αστέρα. Ή, μάλλον, ξεχάστε τα όλα αυτά και κρατήστε μονάχα το εξής: Λύσου και λιώσε / ζούμε μονάχα για το χνώτο του φωτός / … ζούμε για μιαν ανάσα σβησμένη / άπειρο / όμως άπειρο είναι / ό,τι το άπειρο βυζαίνει. Έτσι είναι. Γι’ αυτό και όποτε σκέφτομαι τον Γιώργο Φιλιππίδη, τον σκέφτομαι σε χρόνο αποκλειστικά ενεστώτα. Άλλωστε, το λέει και ο ίδιος: μα η μηχανή –γαλάζια θα προσθέσω εγώ- / Μα η μηχανή αγρυπνά και ταξιδεύει / έστω και χωρίς αναβάτη».

Το χρονικό πλαίσιο στο οποίο έζησε και έγραψε ο Γιώργος Φιλιππίδης ήταν μια περίοδος ψευδο-ευημερίας, με την Ελλάδα να ετοιμάζεται για την Ολυμπιάδα, τη φούσκα του χρηματιστηρίου να διογκώνεται και να ετοιμάζεται να σκάσει, ΠΑΣΟΚ, νεοπλουτισμό και τους Έλληνες να προσπαθούν να πλουτίσουν με ψέματα.
Στον Σεργκέι Γιεσένιν― ξανά!
13.5.2016
Στον Σεργκέι Γιεσένιν― ξανά!

«Δεν υπήρχε καμία σύνδεση με την ελληνικότητα. Αισθανόμασταν πιο πάνω» λέει ο Σύλλας. «Δεν μπορούμε να φτιάξουμε ένα life style γύρω από αυτό, φαντάσου ένα παιδί με σπυράκια, δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί, είναι μια συνθήκη εφηβείας που δεν είχε περιθώρια για περισσότερα πράγματα. Διαβάζαμε πολύ Ρεμπώ, Απολινέρ, Ντοστογιέσφκι, Βερλέν, οι βασικές συζητήσεις μας ήταν για τον Ντοστογιέσφκι. Από κει και πέρα υπήρχε μεγάλη απόσταση κατά το δυνατόν από την ελληνική τέχνη, πολύ συνειδητή. Βλέπαμε πολύ σινεμά, Τρίερ, Κρόνενμπεργκ, δεν ήταν μόνο λογοτεχνικές οι αναφορές, ήταν κάτι πιο ευρύ στις δικές μας γενιές, μουσική, Πάουντ, έπαιξε σίγουρα έναν ρόλο και ο μοντερνισμός. Μουσικά ακούγαμε πάρα πολύ Spiritualized, Nirvana, grunge που ήταν κάτι πολύ κοινό, είχαμε έναν φίλο που τραγούδαγε ρεμπέτικα, μας άρεσαν τα rave πάρτι, ακούγαμε τα πάντα. Υπήρχε μια απίστευτη ζωντάνια, υπήρχε ζωτικότητα, υπήρχε ένα άρπαγμα από τη ζωή, ακόμη και από τον θάνατο. Δεν είναι μια ιστορία μελαγχολίας, θλίβας και κατάθλιψης. Υπήρχαν μηχανές, πάρτι, έρωτες, υπήρχε κάτι πολύ ζωντανό. Ήμασταν 18 χρονών –ο Γιώργος 19 -τώρα θα ήταν 38».

Αφού λοιπόν χτύπησε τη γροθιά του με πάταγο στο δρύινο ξύλο του πάγκου, που δούλευε την τέχνη του, και με οργή περίσσεια, που πολλοί την απόδωσαν στην αναμονή και την αναβλητικότητα που είχαμε ως τότε (μάλλον) δείξει, βροντοφώναξε τη γνώμη του και και ξεχείλιζε σαν μιλούσε θάλασσα από τα μάτια του και κύματα ήταν τα λόγια του: «Μα τι τάχα να σήμαινε σαν όχι πως δεν έχουμε άλλο χρόνο για συζητήσεις και λόγους. Ήτα η πρόγευση αυτού που σιμώνει σαν φιλί που σου δείχνει τον έρωτα. Ας φύγουμε αμέσως από το καταραμένο μέρος, να κυνηγήσουμε την τύχη μας, να ξαναβρούμε τα χρώματα. Μα γι’ αυτό το ταξίδι, που σαν πάνε όλα καλά θα ξεκινήσουμε αύριο, θα χρειασθεί κάτι ο καθένας σας να δώσει. Θέλω να περνάτε όλοι, ένας ένας, μπροστά από τον πάγκο, αυτόν που πάνω του θαυμάζετε τα όσα έχω φτιάξει, και να αφήσετε ο καθένας ό,τι ποτέ κανείς δεν σας ζήτησε!». Και περάσαμε όλοι από το ορισμένο μέρος και ο καθένας έδινε τα δικά του, άλλος έρωτα, άλλος ψέμα, τρυφεράδα, σκέψη, λογικό, αλήθεια, έχθρα, τη γη, και έδωσε ακόμη κι αυτόν τον ήλιο. Και αυτά τα πήραμε όλα μαζί μας και όταν ήρθε η στιγμή να φανούν χρήσιμα και να πάρουμε βοήθεια απ’ αυτά, τότε ένα ένα τα χρησιμοποιούσαμε κατά την περίσταση. Πάντως, καθώς μας είχε προταθεί, τραβήξαμε για τη δύση την Πέμπτη μέρα το πρωί πρωί. Και παραδώσαμε τον καταυλισμό μας στις φλόγες. Και δεν θα γυρνούσαμε ποτέ πίσω και το ξέραμε. Μερικοί που ποτέ δεν είχανε πιστέψει ότι τελικά θα αναχωρούσαμε τα χάσανε και αντί ν’ ακολουθήσουν εμάς, πέφτανε μέσα στις φλόγες και αυτοπυρπολιόντουσαν, αφού είχαν πρώτα ξεγυμνωθεί και κρατώντας στα χέρια τους λουλούδια, γαρδένιες, μαργαρίτες, κυκλάμινα. Και κάποιοι άλλοι στήνανε οδοφράγματα και ρίχνανε πέτρες ο ένας στον άλλον χωρίς ευτυχώς να μας πειράζουν εμάς. Και αυτή ήταν μία ομαδική μανία που δεν μπορούσαμε ποτέ να εξηγήσουμε και που αφάνισε πολλούς από μας, που τους λέγαμε αντριωμένους ως τότε. Και μερικοί έκαναν κάτι πολύ αστείο σ’ εμάς που είχαμε τα φρένα μας σώα ολωσδιόλου: ετοιμάζανε τις βαλίτσες τους ή άλλες τσάντες που είχαν και τις γέμιζαν με τα χρειαζούμενα (χτένες, βούρτσες, ρούχα, σαπούνια και τέτοια), χωρίς να τους περνά απ’ το μυαλό πως το ταξίδι μας θα ’ταν πολύ διαφορετικό. Και εύλογα όσοι τόσο είχαν παρανοήσει τον στόχο μας δεν τους πήραμε μαζί μας, γιατί μάλλον φορτίο θα ήτανε παρά πολύτιμη βοήθεια. Μα όλα αυτά καθώς και οι χαμοί των άλλων τις προηγούμενες μέρες μάς λιγόστεψαν στ’ αλήθεια και μείναμε βέβαια, με κάποιες εξαιρέσεις, λιγότεροι από πριν αλλά πιο εκλεκτοί. Και ξημέρωσε λοιπόν η πέμπτη μέρα. Ακολουθήσαμε ένα μονοπάτι πολύ στενό, που δεν μας χωρούσε να περπατάμε δυο δυο και κάναμε φάλαγγα που άγγιζε πέραν από τα βλέμματά μας, ως το δάσος. Είχαμε αποφασίσει να μη σταματήσουμε την πορεία μας ώσπου να έρθει το σκοτάδι. Κι αυτό έκανε πολλούς από την κούραση και την απογοήτευση να σκάβουν λαγούμια σαν τα ποντίκια στη γη και να λένε πως εκεί πια θα κατοικήσουν, μέσα σε υπόγειες στοές, και πως θα έκαναν εκεί ζωή καλύτερη απ’ την αβέβαιη τη δικιά μας… Έψαχναν να βρουν φαγητό μέσα εκεί που δεν έφτανε αυτό το λιγοστό φως που μας ζωγράφισε εμάς που συνεχίσαμε, ίσα ίσα για να διαφέρουμε αναμεταξύ μας. Και ως να βραδιάσει είχαμε διανύσει δρόμο πολύ, μα είχαμε πολύ περισσότερο μπροστά μας. Κι ο ύπνος που κάναμε σαν σταματήσαμε ήταν τέτοιος, που κάποιοι το θέλησαν να μην ξυπνήσουν καθόλου, ούτε την έκτη μέρα, για να συνεχίσουμε στο μονοπάτι. Την έκτη μέρα κατά το απόγευμα στέρεψε έξαφνα το μονοπάτι. Χάσαμε τα ίχνη του και όσο κι αν ψάχναμε, ήταν μάταιο. Έπρεπε έτσι μόνοι μας πιο να οδηγηθούμε και μόνοι μας να ανοίγουμε περάσματα, αφού ήταν κακοτράχαλο το μέρος και δύσκολα.

Τα ποιήματα της «Γαλάζιας Μηχανής» είναι σπαρακτικά, χωρίς ηλικία, απίστευτα ώριμα και όσο και αν προσπαθείς να τα κατατάξεις κάπου στέκουν αυτόνομα και μοναδικά, όπως μοναδικός ήταν και ο δημιουργός τους. Και η αυτοχειρία του τα κάνει ακόμα πιο φωτεινά -γιατί είναι το έργο ενός νεαρού ανθρώπου που μπορεί να έφυγε πρόωρα και ξαφνικά, σε μια ηλικία επικίνδυνη, που πολλά αγόρια ξεπερνούν το όριο, αλλά τουλάχιστον ήταν μια πράξη επιλογής και η εκπλήρωση μιας επιθυμίας. Λογοτεχνικά δεν ανήκουν σε καμία κατηγορία.

«Είναι δύσκολο να χαρακτηρίσεις τον Γιώργο λογοτεχνικά με την έννοια των σχολών» λέει ο Σύλλας. «Μιλάμε για κάτι το οποίο βγήκε τελείως μόνο του, είναι αυτόνομο. Δεν υπήρχε και χρόνος για να γίνει αυτή η επαφή και να τον γνωρίσουν άλλοι συγγραφείς, ήταν πολύ μικρός, από το λύκειο πέρασε στο πανεπιστήμιο και πρακτικά υπάρχει ένα όριο στον αριθμό των ανθρώπων που μπορείς να γνωρίσεις.

Θυμάμαι απίθανα ταξίδια στη Θεσσαλονίκη, μια εκδρομή στη Μύκονο, ετερόκλητα πράγματα, θυμάμαι ότι είχε πάει στην Πάτρα για το καρναβάλι, ένα ελληνικό κιτς μετα-μεταπολίτευσης σε όλο του το μεγαλείο. Τώρα το βλέπουμε, μετά, αφού όλος αυτός ο κόσμος έχει καταρρεύσει. Συγκρουόμασταν ακόμα πολύ άγουρα τότε, αλλά με ένα πραγματικό μίσος για την προηγούμενη γενιά. Ποια ήταν η εύκολη ζωή ακριβώς; Τα σόγια; Τα φροντιστήρια; Τα Πάσχα στο χωριό; Μιλάμε για την απόλυτη αποπνευματικοποίηση, για τον απόλυτο επαρχιωτισμό, για τον απόλυτο νεοπλουτισμό, και μέσα σε όλα αυτά τα κατσάβραχα που γκρεμίστηκαν στη συνέχεια με εκκωφαντικό θόρυβο βγήκαν μερικά λουλούδια. Αυτή η συλλογή είναι σίγουρα ένα από αυτά. Τα άνθη μας θεωρώ ότι βγήκαν από τα κατσάβραχα».

Ο Γιώργος Φιλιππίδης αυτοκτόνησε λίγο πριν κλείσει τα 20 του χρόνια. Τα ποιήματά του κυκλοφόρησαν ένα χρόνο μετά το θανατό του σε μια συλλογή με τίτλο «Γαλάζια Μηχανή» από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Τα αποσπάσματα είναι από το «Γκρίζο».
Ευχαριστώ πολύ τον Σύλλα Τζουμέρκα για τις πληροφορίες που επέτρεψαν τη δημιουργία αυτού του αφιερώματος και τις φωτογραφίες από το προσωπικό του αρχείο.

*Από το http://m.lifo.gr/articles/book_articles/109090 με περισσότερες φωτογραφίες κ.λπ.

Erin Thornback reviews Chris Edwards and Toby Fitch

unnamed

O Sonata: Rilke Renditions
by Chris Edwards
Vagabond Press, 2016

The Bloomin’ Notions of Other & Beau
by Toby Fitch
Vagabond Press, 2016

Chris Edwards’s O Sonata dwells in the vortex of the underworld, plumbing the depths of the Orpheus and Eurydice myth and resetting the entrails of Rilke’s Sonnette an Orpheus into a crossword puzzle ready for consumption. In the eponymous sequence, Edwards offers up a renewal of the Orpheus (also known as ‘the futile male’) myth to signal his reconsideration of repetition and originality as the basis of a literary revision – releasing a suite of renditions that purposely misinterpret, transliterate and obscure. Set up as an intertext to Rilke’s original sequence, Edwards’ rendition is animated by forces that teeter precariously on the edge of construction and destruction, or as he makes explicit in his opening poem:

a vortex

Turning on the same old Still point – we really tore up
That dungeon.
However, well before his ‘long climb from Hades,’ Edwards provides the context from which his poetic revision takes leave:

rendition | rɛnˈdɪʃ(ə)n |

noun
1. a performance or interpretation, especially of a dramatic role or piece
piece of music: a wonderful rendition of ‘Nessun Dorma’.
• a visual representation or production: a pen-and-ink rendition
• of Mars with his sword drawn.
• a translation or transliteration.
2. (also extraordinary rendition) [mass noun] (especially in the US)
the practice of sending a foreign criminal or terror suspect covertly to be
interrogated in a country with less rigorous regulations for the human
treatment of prisoners.

ORIGIN early 17th cent.: from obsolete French, from render ‘give back, render’.
The combination of this definition with Rilke’s original poetics creates an immersive reading of the fluid relationship between repetition and originality. As Julia Kristeva elucidates, ‘each word is an intersection of other words where at least one word can be read’, and in poem 7, Edwards readily deploys this idea:

Bid[s] verboten and adieu. Your best alternative lingers in this here
remedy for Turning: Do not default. The remainder’s a black
Hole hollering Hey, Frankenstein, halt!
The amalgamatic nature of verboten and adieu are key here. Rather than simply translating the poems – which Edwards, in a podcast for The Red Room Company, argues is ‘not possible’ – he ventriloquises the language of Rilke to the purpose of repetition and ‘malaprop[ism]’; but more on this later. At the same time, the blending of Germanic and French diction does as the antecedent example implores: it does ‘not default’, in fact, the suite of renditions resists traditional translation and semantic form. Throughout these inversions, Edwards has experimented with these terms to the purpose of linguistic innovation and textual challenge. What I mean is, the basis of Edwards’ collection is betwixt and between the impulses that are inherent in Rilke’s myth: a parable not to look back; that which is verboten [forbidden]; and the fragility of mortality which we must remember and to which we must bid adieu [farewell]. Further, Edwards makes it apparent that these terms are rendered meaningless through the implementation of ‘and’, the subject acknowledged fleetingly in verboten before being dismissed in adieu. Such conditions establish Edwards’ consistently disjointed voice within the ‘vortex’ that is O Sonata, rumbling and tearing up expectation, unburdened by narrative curtails and ‘turning on the same old Still point’. In this sense, Edwards’ rendition is a feat of originality, no less original than Rilke’s; the only difference between O Sonata and other texts is that Edwards is acutely aware of his source material, and makes the reader implicitly aware of this.

In poem 2 Edwards acknowledges the futility of translation:

As for that Big Stink we approach – again? – it’s Lies they tell me
to fix myself fast to …We’re here, Madam. My chain …
When compared to the corresponding passage in Rilke (1.2):

enfinden noch, eh sich dein Lied verzehrte? –
Wo sinkt sie hin aus mir? … Ein Mädchen fast …
It becomes increasingly clear how Edwards’s revision is not based in linguistic meaning; rather, his poetry weighs the silhouette and homophonic possibilities of the word, to weave a mistranslation that systematically disrupts consistent meaning and interpretation. In this way, Edwards oscillates between the construction / destruction imperative I outlined earlier, utilising Rilke’s poems only as a measure for himself and as a springboard for his own journey into language.
I find myself lost in the systematically obscure and inconsistent impulses with which Edwards climbs from Hades. The meaning of his text is veiled through intricate language barriers, and like Eurydice, true understanding is always just out of sight. Perhaps this is because, as Kristeva suggests, the literary word ‘is an intersection of textual surfaces rather than a fixed point’ – Eurydice perpetually vague and indistinct because the path to Hades is set on dual plains of ‘what Will be’ and ‘it has-been’. It speaks something of the significance of the fragment – the power to absorb and transform, distinct from context, outside of time and the necessity to respect the autonomy of these threads. Edwards’ quatrain at the beginning of poem 16 seems to be a tribute to this:
Dumb, mean and Fiendish, I bite into my sandwich. Wait …
I could have made the Words and Fingersign gesture one
always makes outflanking the opposition. Instead, I go
Swiss Cheese and veal, gristle and frog’s Tail.

Continue reading →

Ένας Έλληνας ποιητής στο Γκρόζνι

εικόνα: DW/P. Kouparanis (λεπτομέρεια)

εικόνα: DW/P. Kouparanis (λεπτομέρεια)

Tου Σπύρου Μοσκόβου
πηγή: http://www.dw.com

Κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του μυστηριώδους Γιάζρα Χάλεντ, ενός καταραμένου ποιητή άγνωστης προέλευσης που δίνει απρόσμενα φωνή στους καταφρονεμένους της ελληνικής κοινωνίας.

 Τον Απρίλιο εκδόθηκε στην Αθήνα από τις εκδόσεις Υποκείμενο η ποιητική συλλογή «Γκρόζνι». Αλλά ποιός είναι ο Γιάζρα Χάλεντ που υπογράφει αυτά τα ηφαιστειώδη ποιήματα, ευαγγέλια ανατροπής και επανάστασης στους χθαμαλούς καιρούς μας; Στο πέλαγος του διαδικτύου επιπλέει κάπου και η πληροφορία ότι είναι Έλληνας ποιητής τσετσενικής καταγωγής, γεννημένος στο Γκρόζνι. Οι επαΐοντες μας ψιθυρίζουν πως είναι Έλληνας και χρησιμοποιεί αυτό το ψευδώνυμο.

Ο ίδιος γράφει σε ένα ποίημα: «Τ’ όνομά μου ήταν Παναγιώτης (τι σιχασιά!)∙/ θέλησα να ξεπλύνω από πάνω μου/ τη ντροπή του λευκού αρσενικού» Για την ποίηση ωστόσο είναι αμελητέο αν έχουμε να κάνουμε με κάποιον Τσετσένο που ζει στην Αθήνα ή με κάποιον Έλληνα που ζει στο Γκρόζνι. Εκλαμβάνουμε αυτή την απέκδυση του πάλλευκου ανδρισμού σαν ταπείνωση και έσχατη αυταπάρνηση.

εικόνα: Αθήνα 2013, Andreas Stahl (DW)

εικόνα: Αθήνα 2013, Andreas Stahl (DW)

Ανατινάζοντας τη γλώσσα

Γιατί ο Γιάζρα Χάλεντ θέλει πρωτίστως να είναι ένας ρακένδυτος μεσσίας που αναδύεται από κάποιο αθηναϊκό φρεάτιο για να διαδώσει τη διδασκαλία του: «Εκείνοι που έχουν πόρτες ας τις ανταλλάξουν με παράθυρα,/ εκείνοι που έχουν δύο χιτώνες ας τους δώσουν και τους δύο,/ εκείνοι που έχουν κασμάδες ας ξηλώσουνε την άσφαλτο,/ εκείνοι που έχουν κλειδιά ας ανοίξουν τα κελιά.» Ο Γιάζρα Χάλεντ είναι ένας λογχοφόρος προφήτης από τα υποβαθμισμένα προάστια που κηρύσσει urbi et orbi την κατακρήμνιση της καθεστηκυίας τάξης: «Δεν έχω πατρίδα∙/ κατοικώ μέσα στις λέξεις, μαυροφορεμένες,/ αιχμάλωτες.»
Και έχει πάρει την απόφαση να ανατινάξει το γλωσσικό σύστημα, που είναι η κατοικία της εξουσίας και το καταφύγιο της αστυνομικής βίας της, όπως έγραφε λίγο πριν από τον Μάιο του 68 ο θεωρητικός της Καταστασιακής Διεθνούς Μουσταφά Χαγιάτι. Σήμερα ο Γιάζρα Χάλεντ εξαπολύει τις γλωσσικές δυνάμεις του στην άλλη πλευρά των πραγμάτων, την πυριφλεγέθουσα: «Δε μου μένει άλλο παρά να ζευτώ την πείνα μου, να παρατάξω στο δρόμο τις λέξεις μου, αυτούς τους μικρούς μπολσεβίκους με τις ακονισμένες λόγχες και τα γούνινα καπέλα, η τάφρος της πατησίων είναι τώρα γεμάτη ρήματα κνήμες βλήματα, οι νοικοκυραίοι κλείνονται στα κάστρα τους, τρώνε κουτόχορτο σάρκες λυσσακά.»

Όταν η ποίηση γίνεται επίθεση

Ποιητής λοιπόν εγεννήθη ημίν και της ειρήνης αυτού ουκ έστιν όριον. Αλλά πρέπει να προηγηθεί η κατάλυση της ψευδεπίγραφης ειρήνης: «Μη λυπηθείτε την ειρήνη∙/ σπάστε την στο ξύλο,/ποδοπατήστε την,/ διαπομπεύστε την,/ πάρτε της τα παιδιά,/ γκρεμίστε τα κρεματόριά της,/ ελευθερώστε τις δούλες της./ Αφήστε άταφους τους νεκρούς της, ξηλώστε της τα ρούχα,/ χακάρετε τους υπολογιστές της,/ πετάξτε την έξω απ’ την ιστορία.»
Κι εμείς, Λωτοφάγοι αποκαρωμένοι από τη μελιστάλακτη στιχοποιία της εποχής μας, νιώθουμε αυτόν τον καταραμένο ποιητή που ξεπήδησε ξαφνικά από κάποιο καπνισμένο λυχνάρι να κεντρίζει με απόηχους του Ευαγγελίου, του Ζαν Ζενέ και του Αρθούρου Ρεμπώ ξεκουρδισμένες χορδές της ψυχής μας. «Μακάρια η γυναίκα που τα χείλη της τα έσκασε το κρύο,/ γιατί αυτή θα μας πει πώς γεννιέται το φιλί./ Μακάριος ο άντρας που δουλεύει στα ναυπηγεία,/ γιατί αυτός θα μας κληροδοτήσει τις θάλασσες,/ γιατί αυτός θα μας πει παραμύθια για τις τρικυμίες./ Μακάρια αυτή που δεν κουβαλάει βαλίτσες, γιατί αυτή θα μας κρατήσει απ’ το χέρι.»

εικόνα: Αθήνα 2013, Andreas Stahl (DW)

εικόνα: Αθήνα 2013, Andreas Stahl (DW)

Ο πόθος μιας αλλαγής

Ο Γιάζρα Χάλεντ, ένας ποιητής που εμφανιζόταν μέχρι σήμερα κυρίως στο διαδίκτυο, σε λογοτεχνικές περφόρμανς και φώλιαζε στον κύκλο του λογοτεχνικά απείθαρχου περιοδικού Τεφλόν, δίνει φωνή στους απόκληρους και τους αποσυνάγωγους, στους ανέστιους και πένητες, στα μιάσματα και τα περιτρίμματα. Αναμοχλεύει μέσα μας τον πόθο μιας καθολικής αλλαγής, μας μεταφέρει σε ένα λυτρωτικό σύμπαν απόλυτης κατάφασης της ζωής, ακόμα κι όταν ένα θύμα προλαβαίνει να ανταλλάξει δυο κουβέντες με τον θάνατο: «Μην ανησυχείς, θα μπω και θα βγω, είπε η σφαίρα. Της εξήγησα ότι κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν να το επιτρέψω καθώς κατά την έξοδο θα πάρει μαζί της κάποιες απ’ τις αναμνήσεις μου όπως το πρόσωπο του κοριτσιού που ερωτεύτηκα στην πέμπτη δημοτικού, τη φωνή του ιμάμη την πρώτη φορά που πήγα με τον πατέρα μου για προσευχή, τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού στο σπίτι της γιαγιάς, τα δάχτυλα της δασκάλας που μου έμαθε να γράφω τη λέξη الحرب και το γκολ του φαν Μπάστεν στον τελικό του 88.»

*Αναδημοσίευση από το Εντευκτήριο στο http://entefktirio.blogspot.com.au/2016/07/blog-post_25.html

Alyson Miller reviews Rose Lucas’s Unexpected Clearing

unnamed-1

Unexpected Clearing
by Rose Lucas

UWA Publishing, 2016

In ‘Balancing,’ Rose Lucas describes how Philippe Petit, the French high-wire artist made famous by his walk between the Twin Towers of the World Trade Center, ‘launched into a fitful middle space.’ With a ‘steady grip of muscle,’ Petit is imaged as a ‘machine riding air and sky,’ defying gravity as he dances ‘from element to element.’ The poem, which is part of the opening sequence of Lucas’ second collection of poetry, Unexpected Clearing, offers a delicate yet startling vision of the major preoccupation of the series: the connection of the human with the natural world. Certainly, with ‘feet curled around earthen ropes,’ Petit floating between the skyscrapers of New York is an apt metaphor, located precariously within an ‘aerial corridor’ that speaks of the liberation of open skies (and of flight), yet also of the entrapments of a constructed environment. Moreover, in a post-9/11 context, it is impossible not to also recognise the suggestion of violence and terrorism at play – that the Twin Towers fell makes all the more poignant Petit’s suspension between them, evoking a balancing act between terror and freedom. With its attention to spaces both inhabited and wild, and motifs and images which repeatedly connect the most routine elements of life with the vicissitudes and beauty of climate, landscape, and animality, Unexpected Clearing is an exploration of the need to have ‘roots in soil’; or, indeed, in the sky.

As Cassandra Atherton has observed, ‘Lucas’ poems are composed of vivid bursts of colour,’ a feature made especially apparent in their interest in the fluctuations of the seasons. In ‘Cool Change,’ for instance, ‘the air on Albert Street,’ with its ‘distant promise of / moisture,’ is as pink as the ‘clusters of quivering’ roses clinging to the garden arbor. In ‘Orb,’ ‘the world is / a ripe peach … / delicately furred,’ while in the sequence dedicated to paintings by Monet, the ‘dizzying’ heat of summer is captured by the ‘swirling bright pink blooms — / clustering on leggy stems … blowsy and heavy-headed / across a swathe of summer blue.’ Even sleep is figured in shades that suggest the tones and textures of colour, such as in ‘Reaping,’ which portrays the unconscious mind like an unfurling of fabric, a ‘rich swathe’ unleashing ‘the deep curve of dreaming.’ It is an image that re-appears in ‘Bolt,’ which envisions a new day as ‘rolled out before us like a bolt of cloth / vivid and / tumbling, / this particularity of sunshine.’ There is, admittedly, a tendency towards sentimentality in the first section of the collection, in which similes of and references to nature maintain a saccharine quality. The final lines of ‘Orb,’ for example, detail the juice of the peach running from ‘lip, to wrist, / sticky / to the elbow,’ to conclude: ‘taste this world; / it is the sweetness of your / entire life.’ This is mitigated, however, by the stark juxtaposition in the concluding stanza of ‘My Mother in Hospital,’ in which a glowing bag of mandarins contrasts against ‘the antiseptic neutrality of the ward.’

In the merging of images of natural environments and place, however, Unexpected Clearing gains darkness and complexity. In ‘Cloudless: Australian Summer,’ there is a violence inherent in ‘the pounding of the sun,’ as ‘houses crouch / helpless’ beneath ‘the simmer / of sky.’ ‘Clunes, Central Victorian Goldfields’ offers a desolate portrait of a town swept dry by a ‘north wind’ that swirls against the ‘closed / faces of shops’; in a town where ‘the heaviness of / gold lingers / in the air,’ the only sign of wealth is a ‘sudden flash of crimson rosella’ against the ‘heady roll of blue.’ These locations are not always geographical: ‘Daughters,’ which uses clichéd images of spring to depict the ‘unfurling’ of girls who push ‘lanky into the air,’ also includes a haunting evocation of a suffocating beginnings: ‘these girls who were pods, / knuckled close into / a fecund dark.’ Certainly, in many of Lucas’ poems, there is an echo of trauma or unsettling forces; ordinary life is marked as ‘relentless,’ for instance, while a massage results in the ‘undoing’ or unbecoming of a body and its histories:

wilting beneath the firm pressure of these working hands
I am transparent;
my right ovary pulses out this month’s lost cargo,
its own fist of tightness,
my spine and pelvis become visible,
x-rayed to the soft music of dawn in some Japanese garden

The sense of exposure and discomfort is significant here, highlighting a fascination in the latter parts of Unexpected Clearing with moments that focus on abjection and ambiguity. In ‘Eye,’ Lucas’ description is as erotic as it is unnerving, a visual haunting akin to the first images of Buñuel and Dalí’s Un Chien Andalou: ‘Viscous / jellied lens through which a / pour of silken light / might enter me.’ While the image is undoubtedly sexual, it also remains connected to the natural world, of floating ocean life, compounded by the final lines of the poem: ‘a still pool / drawing me in.’ The reality of the body is further explored in ‘After Bosworth Field,’ which narrates how the remains of Richard III are scraped into the mud after battle, left ‘quite broken’; he is ‘an abject thing’ destroyed by ‘the sweated force of body slammed on human body,’ now only a ‘sedimentation of bone and mud.’ These poems are striking and graphic, a reminder of the human return to the ground – of life and death – but also on the violence of the body more widely, of its penetration, absorption, and collapse.

It makes sense that in a collection obsessed with location – with the geographies of landscapes as well as of bodies – that there is also a drive towards escape, particularly in terms of a desire to occupy in-between spaces. In ‘Not Here,’ a protagonist ‘checks into a suburban motel’ in order to experience ‘the neutral sparseness of the room,’ a place defined by transience. Similarly, in ‘Night Road,’ a rural landscape is traversed as though in a dream, a kind of liminal inhabitance. In this strange and ambiguous realm, morning is like ‘another place / distinct from the velvet of night’s surrender, / from sleep’s strange, adjacent space — / a somewhere country without shadow.’ The impulse, nonetheless, is always towards a sense of grounding, as in ‘Night Fog,’ which draws towards ‘the tenacious possibility of home.’ Indeed, while Unexpected Clearing often brings together opposing elements, the emphasis is not on collision but on fusion. Like Petit, whose dance across the cable wires made ‘the world seem[…] / solid’ –albeit a pre-9/11 delusion – Lucas’ poems are invested in harmony rather than fragmentation, in how ‘we forge our lives’ through difficulty, but also through the mundane experiences of the everyday.

*Alyson Miller teaches literary studies at Deakin University, Geelong. Her short stories and prose poetry have been published in both national and international publications, alongside a book of literary criticism, Haunted by Words. Her collection of prose poems, Dream Animals, is forthcoming.

**Taken from http://cordite.org.au/reviews/miller-lucas/

Linda Weste revies Nhã Thuyên’s, words breathe, creatures of elsewhere

unnamed

words breathe, creatures of elsewhere
by Nhã Thuyên
Translated by Kaitlin Rees
Vagabond Press, 2016

The relation of place to identity and self-making is central to much poetry, indeed to writing more generally. It won’t be lost on the reader, therefore, that Nhã Thuyên, writing from Hanoi (‘river within / inside’) – a city built on lowlands; a city of lakes situated in the Red River delta, where rainfall is high – makes an impassioned plea for poetry (and thinking) that is fluid, unbounded, borderless.

In this, the author’s second full-length book of poetry and her first in English translation, Nhã Thuyên cautions that ‘ideologies can unconsciously lie in the life of our languages, and wish to frame us in narrow windows’ (12). A safeguard this poet proposes is the possibility of eschewing tradition, even form:

… poetry’s Vietnamese is where readers and writers strive to not give themselves over naively to the frames, to endlessly question those frames, with the possibility to leave them and not belong to them (12)

That said, the book elaborates rather than relinquishes structure. The prologue, ‘that intimate corner,’ accommodates five subheadings in a mere six pages. The body of the collection – just short of one hundred pages – encompasses a further five sections: ‘traces,’ ‘apparitions,’ ‘fire,’ ‘ash,’ ‘necromancy,’ and ‘words breathe, creatures of elsewhere.’ The number of poems in each section varies, from just a few in ‘ash,’ to a maximum of eighteen. Curiously, the contents page only contains poem-titles for three sections – absent are nine poem-titles from the ‘necromancy’ section and a further 18 poem-titles from ‘words breathe, creatures of elsewhere.’ The omission belies the extent of the collection’s aesthetic framework.

The poems, for their part, do articulate a desire to be unbounded and elusive, by gesturing toward that which might be said, or not; implied, or imagined. The language is frequently playful; its rhythms – marked by circling and questioning – exploratory. Nevertheless most poems utilise the entire line, and seldom abandon their prose poem form.

Early in the collection, the poetry presents as an exercise in free association writing. Journal jottings are indeed suggested by the dates in the right hand bottom corner of 12 poems. These textual features disappear halfway through the collection, at the section ‘necromancy’ – a turning point, for here the book’s earlier preoccupations are revisited but reinvigorated with a more assured tone. The body of the work, while still introspective, anchors more readily to the world through resonant imagery.

A stylistic feature of the collection is the accumulation of words and images. The impact of this varies. When disparate words create an amalgam the effect tends to be abstruse. Several similar in a row consolidate: ‘we were saturated in night smell, traffic smell, street smell, silent absence smell, in which i, nearly suffocated’ (39). In other examples, such as that below, words amass in a mushrooming formation; the effect of this hoard is dilatory:

at a corner of a wall stained sick fingernail yellow, we sat breathing in
time, a tied breath, a calm breath, a sneering breath, a peaceful breath,
a tingling breath, a hollow breath, a deserted breath, a euphoric breath,
a penitent breath, an innocent breath (36)
In extended sequences, words and phrases cascade, gathering momentum, resulting in prose poems that are discursive, yet not lacking in poetic quality.

puncutation marks exile
themselves, a couple of scrappy words lounge around, a game draws
to an end, a music is silenced, and edge of the abyss is thick with reeds,
a sun rises, a bird flies from a bush, a wind fiercely blows at a precipice,
the sound of your distant laughter ceased to make me wince, bit by
bit letting each other go, not a single trace can be kept, not a single
moment can be remembered, nothing can be carried, no-one can be
called, nothing more of the early mornings, the noons, the twilights,
the late nights of wild thirst for the moon, a panicked psychological
disorder, an overwrought fever demands solace, this love will burn
itself to death (97)

Discursive poems preoccupy the tail end of the collection; there are 18 in all: ‘discourse on distance,’ ‘discourse on reminiscence,’ ‘discourse on possibilities,’ on a storm, on a game, on water, on grass, on fire, on dreams, on a miracle, on light, on an explosion, on the call of the herd, on the body, on choice, on parting, on the loser, on the denouements – one after the other like a row of hurdles. Surprisingly, though a reader might anticipate a dull inventory, these prose poems are buoyant, in the main, and rich with sensual imagery.

Ironically, despite the intention to eschew form and keep meaning intangible, the recurrence of words throughout this collection proposes a narrative: Love – in so many metaphors. Love is a journey, a fire, a plant, the result of natural forces, unity, and exchange. To cognitive linguists, such metaphors demonstrate the conceptual systems underlying language, frameworks no less. Even the loss of love and its concomitant narrative of suffering – craving, lost attachment, anxiety, incompleteness, all that is unsatisfactory when love is unsatisfactory – is thrust into ontological correspondence. The biographical border of subject / lover is thus foremost of concerns.

‘an infinite ending’ is the translator’s response to the work and to the act of translation. These parting words provide an exegetical lead out of the collection – though with the promise of a continuing conversation.

That conversation seems likely, given the affinity between Nhã Thuyên and translator, Kaitlin Rees. Their collaboration for this collection achieves appreciable synergy.

This entry was posted in BOOK REVIEWS and tagged Kaitlin Rees, Linda Weste, Nhã Thuyên. Bookmark the permalink.

*Linda Weste’s verse novel set in late Republican Rome, Nothing Sacred, was highly commended in the Fellowship of Australian Writers 2015 Anne Elder Award.

**Taken from http://cordite.org.au/reviews/weste-thuyen/

Στέφανος Κατηφέογλου, Σφυρόκρουση, vakxikon.gr

sfyrokroush

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Συνήθως, όταν διαλέγουμε για να διαβάσουμε μια ποιητική συλλογή, αν δεν γνωρίζουμε το όνομα του ποιητή, τότε μπορεί να μας τραβήξει ο τίτλος του βιβλίου. Πόσο μάλλον, όταν ο τίτλος είναι μια ασυνήθιστη λέξη. Ας μην ξεχνάμε, ότι πολλοί ποιητές χρησιμοποιούν σπάνιες λέξεις, αδόκιμους όρους, κάποιες φορές και δικές τους λέξεις. Τότε λέμε ότι υπάρχει ποιητική αδεία ή ότι οι ποιητές είναι γλωσσοπλάστες. Τρανό παράδειγμα ο Οδυσσέας Ελύτης με τη λέξη ηλιάτορας. Το ερώτημα, που τίθεται από την παραπάνω παρατήρηση είναι αν το περιεχόμενο της ποιητικής συλλογής, της οποίας μας τράβηξε το ενδιαφέρον ο τίτλος, θα μας αποζημιώσει.

Μια παρόμοια περίπτωση έχουμε στην ποιητική συλλογή του Στέφανου Κατηφέογλου με τον ευρηματικό τίτλο: «Σφυρόκρουση», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Vakxikon.gr”. Ο τίτλος είναι σύνθετη λέξη. Περιφραστικά μπορούμε να πούμε η κρούση του σφυριού. Το σφυρί είναι το αντικείμενο, που χτυπάει δυνατά, όμως, η κρούση έχει διττή σημασία. Είναι η κρούση, που κάνουμε διερευνητικά για να δούμε τις διαθέσεις κάποιου ή η κρούση, που χτυπάει δυνατά και χρησιμοποιείται για να δηλώσει δυνατό χτύπημα, όπως η τυμπανοκρουσία; Μπορεί ένα σφυρί να χτυπήσει διερευνητικά; Η γνώμη μας είναι πως ο ποιητής με αυτόν τον τίτλο δηλώνει δυνατό χτύπημα. Τα ποιήματα χτυπούν δυνατά, τραντάζουν και ξεσηκώνουν.

Η ποιητική συλλογή του Στέφανου Κατηφέογλου περιλαμβάνει ποιήματα γραμμένα σε παραδοσιακές φόρμες, όμως, με τον τρόπο, που χειρίζεται ο ποιητής τον στίχο και με το νόημα, που δίνει στα ποιήματα, πολλά θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν μεταμοντέρνα.

Η ποίηση του Στέφανου Κατηφέογλου έχει κυρίως κοινωνικό υπόβαθρο. Περνάει μηνύματα, χωρίς να κραυγάζει. «Γέννα μου περαστικά…» θα γράψει με ειρωνική διάθεση, ενώ αλλού θα πει στεναχωρημένος ότι οι παιδικοί φίλοι «κλειστήκαν στα μαντριά των…»

Δεν θα παραθέσουμε κάποιο άλλο απόσπασμα γιατί τα ποιήματα του Στέφανου Κατηφέογλου πρέπει να διαβάζονται ολόκληρα για να κατανοηθούν και ούτε είναι σωστό να παραθέσουμε ολόκληρα πολύστιχα ποιήματα. Όμως, θα απαντήσουμε στο ερώτημα, που θέσαμε στην αρχή θετικά, δηλαδή, ότι ο Στέφανος Κατηφέογλου με την ποιητική συλλογή «Σφυρόκρουση» μας τράβηξε με τον τίτλο και κατάφερε να μας αποζημιώσει με το περιεχόμενο.

05343f9-300x300