“Pain Perdu” και “La Rosa Enflorece” – Δύο ποιητικές συλλογές της Έρμας Βασιλείου

Pain Perdu_LR

La Rosa Enflorece_LR

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΠΙΠΕΡΗ*

Αισθάνομαι ιδιαίτερη χαρά και τιμή που μου δίνεται σήμερα η ευκαιρία, να πω και εγώ λίγα λόγια για την ποίηση της δρα Έρμας Βασιλείου, μιας καταξιωμένης λογοτέχνιδας και ακαδημαϊκού, η οποία με την παραγωγική και ποιοτική παρουσία της στην ελληνική γραμματεία, συντελεί σημαντικά στην προαγωγή και εξέλιξη της ελληνικής λογοτεχνίας και γλωσσολογίας, τόσο στην αλλοδαπή όσο και στον ελλαδικό χώρο.

Θα αναφερθώ στις ποιητικές συλλογές της Έρμας «La rosa enflorece» και «Pain Perdu, Πεν περντού». Η προσέγγιση που θα χρησιμοποιήσω για τη σημερινή σύντομη παρουσίαση των συλλογών θα είναι απλή και πρακτική καθόσον μια ακαδημαϊκή ανάλυση και βαθυστόχαστη κριτική θα ήταν, ίσως, πέρα από τις προσωπικές μου ικανότητες, και σίγουρα δεν θα εξυπηρετούσε πρακτικούς σκοπούς.

Να σημειώσω ότι οι τίτλοι και των δύο συλλογών έχουν συμβολικό νόημα. la rosa enflorece ήταν αρχικά ο τίτλος ενός λαντίνο τραγουδιού που τραγουδιόταν στην Ισπανία, γύρω τον 15ο αιώνα, από τους Σεφαραδίτες Εβραίους που ζούσαν εκεί από πολλούς αιώνες πριν.

Οι άνθρωποι αυτοί, περί τις 200.000, απελάθηκαν από την Ισπανία με βασιλικό διάταγμα του Φερδινάνδου του Δευτέρου το έτος 1492, διότι ως μη Xριστιανοί, θεωρούνταν άπιστοι και δεν είχαν θέση σε μια αυστηρά χριστιανική κοινωνία, όπως ήταν τότε η Ισπανία του Μεσαίωνα, κάτω από την καταπιεστική εξουσία της Ιεράς Εξέτασης.

Εκτοπίστηκαν κάτω από απάνθρωπες συνθήκες στα διάφορα μέρη της Ευρώπης καθώς στη Θεσσαλονίκη, τη Σμύρνη, τη Ρόδο και σε περιοχές της Τουρκίας, όπου ρίζωσαν και ανάπτυξαν αξιόλογες και επιτυχείς κοινότητες.

Το τραγούδι «La rosa enflorece» είναι μια μπαλάντα, ένα λαϊκό τραγούδι, που υμνεί τον έρωτα, και ιδιαίτερα το ερωτικό πάθος που μεταβάλλεται σε τυραννία όταν δεν βρίσκει ανταπόκριση ή όταν παύει να υπάρχει. Αποτελεί κατά τη γνώμη μου, το βάθρο πάνω στο οποίο έχουν θεμελιωθεί πολλά από τα ποιήματα της συλλογής, τη μαγιά, που δένει σε ένα άρτιο σύνολο όλα σχεδόν τα ποιήματα και το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται και εξελίσσονται, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, διατηρώντας σταθερά τη γραμμή του θέματος, που είναι όπως ανάφερα πιο πάνω ο έρωτας.

Η αγάπη, λέει το τραγούδι, είναι σαν το τριαντάφυλλο που ανθίζει όπου και να φυτευτεί, όμως όταν δεν ανταποδίδεται, ή όταν ατονήσει, τότε η απουσία της πληγώνει:

Το ρόδο ανθίζει το μήνα Μάη/ και η καρδιά μου λιποθυμά για αγάπη/. Τα αηδόνια αναστενάζουν τραγούδια αγάπης/ και μένα το πάθος μου με πνίγει και ο πόνος με βαραίνει…../ έλα γρήγορα αγαπημένε γιατί η αγάπη με σκοτώνει…. Το ρόδο… κτλ

Κι άλλα ποιήματα της συλλογής Λα ρόσα ενφλορέσε έχουν τίτλους από τραγούδια που γράφτηκαν τον περασμένο αιώνα με τον ανάλογο συμβολισμό. Αναφέρω παραδειγματικά το τραγούδι love is a many splendored thing, Η αγάπη είναι πολλά εξαίσια πράγματα, από την ομώνυμη κινηματογραφική ταινία καθώς και το τραγούδι Αμαπόλα που σημαίνει στα αραβικά «παπαρούνα» που γράφτηκε το έτος 1924 και προβλήθηκε μέσα από το φιλμ first love τo έτος 1933.

Στη συνέχεια, θα ήθελα να κάνω μερικά γενικά σχόλια σχετικά με την κατανόηση, τη θεματολογία και το στυλ γραφής και σύνθεσης που χρησιμοποιεί η ποιήτρια στις δύο ποιητικές συλλογές στις οποίες αναφέρομαι ιδιαίτερα εγώ.

Το στυλ στο οποίο είναι γραμμένα τα ποιήματα ανήκει στην ελεύθερη ποίηση.

Το στυλ γραφής της Έρμας είναι ο ελεύθερος ελλειπτικός στίχος με ευρεία χρήση αυτόματης γραφής και με αρκετά στοιχεία υπερρεαλισμού. Είναι ένα στυλ μοντερνισμού με καινοτομίες στην έκφραση που χρησιμοποιούν πολλοί από τους σύγχρονους ποιητές.

Τα ποιήματα που γράφονται με αυτό τον τρόπο δεν γίνονται άμεσα κατανοητά από μια και μόνο βιαστική ανάγνωση.

Η δυσκολία όμως κατανόησης αντισταθμίζεται από την απόλαυση που μας προσφέρει η όποια ανάγνωση. Δεν είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε πλήρως ένα ποίημα για να το απολαύσουμε. Και εδώ έγκειται η αξία και το μεγαλείο της ποίησης της Έρμας.

Από «Τα φύλλα της καρδιάς»:
Κι η ερώτηση: τι είναι η αγάπη χωρίς ανταπόκριση, κι αυτή είναι ακόμα αγάπη χωρίς αλαλαγμό, κι αυτή είναι ακόμα αγάπη, είν΄ αγάπη η κάθε πράξη

Οι έννοιες των λέξεων όπως παρουσιάζονται μέσα από το στίχο εγείρουν και διαμορφώνουν μέσα μας αισθήματα και συγκινήσεις πολύ πριν φτάσουμε στην απόλυτη και ολοκληρωτική κατανόηση του ποιήματος. Είναι σαν να ζούμε σε έναν άλλο κόσμο όπου η λογική ανάλυση και η συνειδητή ύπαρξη δεν ισχύουν πια. Και για να γίνω πιο πεζός, το ποίημα το ζούμε και το αισθανόμαστε μέσα από τα συναισθήματα που μας προκαλεί και όχι μέσα από την τυχόν κατανόησή του που βασίζεται στη λογική ανάλυση του κειμένου.

Από το «Πριγκιπικές απαντήσεις»
22. ρεπλίκα του έρωτα στο καυτό μου αίμα ποτέ δε δέχτηκα. Είναι καθημερινή αρχή, η άλυτη από μάγια η θεωρία: αγάπα όσα θες να τ΄ αγαπήσεις όλα τώρα..
Προς αυτό το σκοπό, δηλαδή τη δημιουργία μιας ποικιλόμορφης συναισθησίας, συνάδει και το ελλειπτικό ύφος που είναι χαρακτηριστικό της γραφής της Έρμας. Είναι η ιδιότητα που δίνει την ποιητική και έρρυθμη υπόσταση στα κείμενα, κατά τα άλλα πεζά, που εσκεμμένα στερούνται μέτρου και ομοιοκαταληξίας, με αποτέλεσμα τα βασικά και ουσιώδη στοιχεία που παρουσιάζει η ποιήτρια μέσα από το στίχο και ανάμεσα στα κενά των στίχων, να ενθαρρύνουν τον αναγνώστη να συνεχίσει την ανάγνωση και να διαμορφώνουν τη ροή και την εκφραστική αρτιότητα του συνόλου.

Τα κενά των εννοιών που συνεπάγεται η ελλειπτική γραφή συνταυτίζονται με τα κενά μιας άδειας από έρωτα ζωής, και καλείται να τα συμπληρώσει ο αναγνώστης, παίρνοντας μέρος στην επίτευξη μιας ποιητικής αρμονίας, και μιας άρτιας αρχιτεκτονικής δομής του ποιήματος, που τελικά οδηγούν όχι μόνο στην συναισθηματική ανάταση του αναγνώστη, αλλά και στην κατανόηση του κειμένου.

Διαβάζω από το «Όλες οι συμφωνίες τηρήθηκαν»
Είναι σαν καλή φωτιά που σβήνει, όταν πια έχουν ζεσταθεί τα λόγια
Το πλέγμα των συναισθημάτων, δηλαδή, οι συγκινήσεις, οι ανησυχίες και οι στοχαστικές διαδικασίες που προκαλεί στον αναγνώστη ο απλός, αλλά στην ουσία βαθυστόχαστος αυτός στίχος, δημιουργείται έξω από το πλαίσιο της συνειδητής και της λογικής ανάλυσης ή της κριτικής σύνδεσης των εννοιών που διαπραγματεύεται. Μας βάζει στον κόσμο των παράλογων αντιθέσεων, και μας προκαλεί να ζήσουμε, να βιώσουμε τις έννοιες που παρουσιάζει μέσα από τα συναισθήματα που μας δημιουργεί.

Για να γίνω πιο αντιληπτός να σημειώσω ότι διαβάζοντας ένα ποίημα περνάμε σε μια κατάσταση που είναι σαν να μπαίνουμε σε κάποιο όνειρο το οποίο μας συγκινεί, μας χαροποιεί, μας λυπεί μας κάνει να πετάμε στον αέρα ή να βουτάμε στα βάθη του ωκεανού ή ακόμη και μας επηρεάζει με κάποιο ανεξήγητο τρόπο για αρκετό χρόνο αργότερα. Όταν ξυπνήσουμε αναπολούμε το όνειρο και τα συναισθήματα που μας προξένησε και η πρώτη συνειδητή μας αντίδραση είναι η ψυχική διάθεση που μας δημιούργησαν τα όσα ζήσαμε στο όνειρό μας. Ύστερα προσπαθούμε να το κατανοήσουμε, να το εξηγήσουμε και να αποφανθούμε αν είχε κάποια ιδιαίτερη σημασία, ή μετέφερε κάποιο μήνυμα για μας.

Βέβαια η όποια ανάγνωση του ποιήματος είναι δυνατόν να προκαλέσει διαφορετικές συγκινήσεις και διαφορετική κατανόηση σε διάφορους αναγνώστες. Ένα συγκεκριμένο ποίημα, δεν προκαλεί αναγκαστικά τα ίδια συναισθήματα σε όλους τους αναγνώστες, ούτε γίνεται αντιληπτό με τον ίδιο τρόπο από όλους. Και εδώ βρίσκεται το ποιητικό μεγαλείο και ο μυστικισμός των ποιημάτων που παρουσιάζουμε σήμερα: Είναι η δύναμη των συγκινήσεων, τα πρωτόγνωρα συναισθήματα που εγείρουν μέσα μας οι στίχοι, σαν και αυτούς που διάβασα παραδειγματικά πιο πάνω, που καθιστούν την ανάγκη της οποιαδήποτε κατανόησής τους περιττή.

Πρώτα τα συναισθήματα και οι συγκινήσεις και στη συνέχεια, και εν καιρώ, η κατανόηση του κειμένου.

Σε αντίθεση με την κλασική γραφή, όπου η ανάγνωση του ποιήματος μας οδηγεί πρώτα στην κατανόηση του, και ύστερα προκαλεί τα ανάλογα για τον καθένα μας συναισθήματα και συγκινήσεις.

Και τώρα λίγα λόγια για τη θεματολογία των συλλογών.

Αναμφισβήτητα το χαρακτηριστικό θέμα που διαπραγματεύονται όλα τα ποιήματα από το πρώτο ως το τελευταίο είναι η αγάπη και ιδιαίτερα ο έρωτας.

Με τη διαφορά ότι η απουσία του αντικειμένου, του έρωτα δηλαδή, καθιστά την παρουσία του περισσότερο αισθητή.

Το ρόδο ανθίζει την ομορφότερη εποχή του έτους, σκορπά απλόχερα, πλούσια, και τελείως ανιδιοτελώς ολόγυρα την ομορφιά του και το άρωμά του, και μέσα σε ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, μαραίνεται και φυλλορροεί. Παραμένει όμως η αίσθηση της ομορφιάς και του αρώματος που έχει σημαδέψει την καρδιά μας ανεξίτηλα και για πάντα.

Η ευτυχία των ερωτευμένων συνεχίζεται με αυξανόμενο ρυθμό όταν και καθ’ όσον υπάρχει αμοιβαία ανταπόκριση. Όταν, όμως, το ενδιαφέρον από τον ένα σύντροφο παύει να υπάρχει ή ατονεί, όταν ο έρωτας αποκρούεται, η κατάσταση αυτή δημιουργεί καταθλιπτικά και τυραννικά συναισθήματα για τον άλλον. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο έρωτας γίνεται αρρώστια, λέμε ότι ένα τέτοιο πρόσωπο είναι ερωτοχτυπημένο, άρρωστο και δύσκολα θεραπεύεται. Σύμφωνα με τον Σοφοκλή μια τέτοια περίπτωση, η θεραπεία δηλαδή του ερωτευμένου ατόμου από την αρρώστια που προκαλούν τα βέλη του έρωτος, είναι αδύνατη. Ο έρωτας είναι ανίκητος και ακαταμάχητος, μας λέει, στην περίφημη τραγωδία του «Αντιγόνη».

Έρωτα, κανείς θνητός μηδέ αθάνατος δε σου γλιτώνει, φωλιάζεις στο κορμί και το μανίζεις…. Ξεμυαλίζεις ακόμη και τους πιο λογικούς και στο χαμό τούς σέρνεις.»

Και ενώ ο έρωτας πληροί τα πάντα, κάθε ποίημα και κάθε στίχο, ωστόσο απουσιάζει, και η απουσία του γίνεται πιο αισθητή, γιατί πληγώνει, γίνεται αρρώστια. Σε αντίθεση με την αγάπη, ο έρωτας χρειάζεται ανταπόκριση, έχει ανάγκη από συνεχή και ζωντανή ανταπόδοση. Και ενώ δεχόμαστε και δίνουμε την αγάπη όπως μας δίνεται χωρίς ιδιοτέλεια και χωρίς προσδοκίες, σε οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε τρόπο προσδιορίζει η ιδιοσυγκρασία μας, στην περίπτωση του έρωτα, το πάθος, αυτό το έντονο συναίσθημα έλξης και επιθυμίας μεταξύ δύο προσώπων που συχνά οδηγεί και σε σεξουαλική επαφή, διέπεται από διαφορετικούς κανόνες και οδηγεί σε διαφορετικές καταστάσεις, συνήθως οδυνηρές, όταν ένας τέτοιος έρωτας δεν βρίσκει την ανάλογη ανταπόκριση.
18. Μένει το στήθος μου δικό σου από καμτσίκι της σιωπής ληγμένο, κι η φούστα η κόκκινη μ’ όλες τις βελονιές σε μετρημένα νήματα την πίστη απιστεύει στο χαράκωμα (Τα φύλλα μιας καρδιάς).

Κάτω από αυτό το πνεύμα υπάρχει μια τάση απογοήτευσης που οδηγεί σε κατάθλιψη, και ενίοτε σε αίσθηση ηττοπάθειας.

Ο έρωτας για την ποιήτρια είναι παράγων δικαίωσης της ύπαρξης του ανθρώπου, παρ’ όλες τις αντιξοότητες και δυσκολίες που συνεπάγεται η ολοκλήρωσή του. Βουτάει ολόγυμνη στο ποτάμι της αγάπης, λούζεται στα νερά του, χωρίς να ενδιαφέρεται πολύ για τη χημεία του νερού, δηλαδή την κυριολεκτική έννοια της αγάπης, απόλυτα ελεύθερη, αφήνεται να παρασύρεται από τα ρεύματα και τις τρικυμίες του σίγουρη ότι το ταξίδι θα την γεμίσει με τις ευχάριστες εκπλήξεις και τις φυσικές και ψυχικές απολαύσεις που συνεπάγονται τέτοια καβαφικά ταξίδια.
Η σύμπλευση, ή μάλλον η αντίδραση, αν απευθύνεται, αν είναι ενάντια σε κάποιο φυσικό και υπαρκτό πρόσωπο, είναι οπωσδήποτε παθητική. Μια τέτοια απάρνηση- και αναφέρομαι στη «Ρόσα»- φαίνεται ότι δεν υπάρχει. Ο σιωπηλός αντιφωνητής εδώ είναι ο ίδιος ο έρωτας.

Ωστόσο στη συλλογή «Pain Perdu», που βασικά σημαίνει παλιό ψωμί ή και χαμένο, άχρηστο ψωμί, και που κατά τη γνώμη μου συμβολίζει μια χαμένη, παλιά αγάπη, βλέπουμε ότι η αντίδραση της ποιήτριας, δηλαδή το προϊόν της ποίησής της, φέρει τα ίχνη μιας δυναμικής, αλλά οπωσδήποτε μελαγχολικής διάθεσης.

Οι Γάλλοι το παλιό ψωμί το μουσκεύουν στο νερό, το επαλείφουν με χτυπητά αυγά, τυρί και με ό,τι άλλο επιθυμούν και το τηγανίζουν μετατρέποντάς το έτσι σε ένα ευχάριστο τοστ.

Ο συμβολισμός στο Pain Perdu είναι ότι μια παλιά και ίσως χαμένη αγάπη, που κάποτε ήταν η βασική θρεφτική μας ουσία, το ψωμί μας δηλαδή, δεν μπορεί να έχει χαθεί αναγκαστικά αλλά μπορεί με λίγη προσπάθεια και λίγο πνεύμα να αποτελέσει την ευχάριστη συνέχεια μιας αναγεννημένης αγάπης μέσα από τα υπολείμματα της παλιάς, όπως ο φοίνικας, το ιερό πουλί των αρχαίων Αιγυπτίων, που αφού καιγόταν στη φωτιά που άναβε το ίδιο, αναγεννιόταν μέσα από τις στάχτες του.

Ο αν αυτοεμπρησμός δεν γίνεται για να αποσβεστούν, να εξαγνιστούν τα τραύματα μιας ερωτικής απογοήτευσης και να αποσιωπηθεί η ήττα, αλλά για να συνεχιστεί η μάχη, να αναγεννηθεί η αγάπη μέσα από τη μαγιά της παλιάς, να ανατραπεί το καθεστώς, η δοξασία πού υποστηρίζει ότι ο έρωτας είναι ανίκητος, και που από την Σαπφώ και τον Σοφοκλή ως το Σολωμό και τον Καβάφη το αήττητο του έρωτα έχει γίνει αναμφισβήτητος νόμος.

Όσο άνοστη και πικρή κι αν ήταν η γεύση του παλιού και ίσως χαλασμένου ψωμιού, όσο βαθιά κι αν ήταν η πληγή, όσο παγερή κι αν γίνεται η αδιαφορία, τόσο εντονότερος και προσεκτικότερος είναι ο αγώνας να αποδειχτεί ότι ο Σοφοκλής δεν είναι πάντα σωστός. Ότι ο έρωτας per se, δεν θα παραμένει αήττητος για πάντα, ή τουλάχιστον στη περίπτωση της ποιητικής συλλογής pain Perdu, δεν παραμένει ακαταμάχητος.

Πεθαίνει μεν, ξαναγεννιέται δε.

Έτσι η Έρμα συγκεντρώνει τα ποιητικά της όπλα, επουλώνει όσο καλύτερα μπορεί αιμορραγούσες πληγές, συσσωρεύει τα καλύτερα συστατικά που έχει στη διάθεσή της, απαραίτητα για τη νέα συνταγή, και ρίχνεται στον αγώνα όχι τόσο για να βγει από κάποια ερωτική απογοήτευση, όχι τόσο για να διαψεύσει την εκδοχή ότι όντως ηττήθηκε, αλλά να μετουσιώσει τον έρωτα στα δικά της μέτρα και σταθμά και να διατυμπανίσει ότι τουλάχιστον για εκείνη ο έρωτας, με τις σχετικές και ανάλογες επεμβάσεις, μπορεί να πάρει άλλες πιο «εύγεστες» μορφές και να δώσει μια νέα στροφή στη ζωή μας.

Ένας τέτοιος αγώνας να γιατρευτεί ο ερωτοχτυπημένος από κάποια ερωτική απογοήτευση έχει και τις επιπτώσεις του, τις έμμεσες και παράλληλες απώλειες, collateral damages, είναι ο ορισμός που χρησιμοποιείται αυτές τις μέρες σε πολεμικές επιχειρήσεις, για να δικαιολογηθεί ο θάνατος αθώων, με αποτέλεσμα η μάχη κατά του έρωτα να προκαλεί και τα συμφραζόμενα συναισθήματα λύπης, πικρίας και απογοήτευσης, όχι όμως, αισθήματα αγανάκτησης, μίσους ή εκδίκησης, στοιχεία τα οποία απουσιάζουν ολοσχερώς από την ποίηση της Έρμας.

Αν η Έρμα κατόρθωσε τελικά να μετατρέψει το παλιό ψωμί, το “Pain perdu”, σε ένα εύγεστο και ευχάριστο τοστ και να βγει νικήτρια από έναν άνισο, κατά τη γνώμη μου αγώνα, εναπόκειται στη δική σας την κρίση αφού, βέβαια, διαβάσετε πρώτα τα ποιήματά της.

Τώρα θα ήθελα να σας διαβάσω μερικά ποιήματα της συλλογής που μίλησαν ιδιαίτερα στη δική μου την καρδιά.

Το πρώτο φέρει κα τον τίτλο της συλλογής «Λα ρόσα Ενφλορέσε».

…………………………………………………………………………………………

Θα κλείσω τη σημερινή σύντομη παρουσίαση με κάποιες απόψεις που σημαντικοί διανοητές και άνθρωποι των Γραμμάτων έχουν εκφράσει κατά καιρούς για την ποίηση.

Ο Γουώλτερ Πέητερ ( Άγγλος Συγραφέας και κριτικός, 1839-1894):
Ο κάθε ποιητής επιλέγει να τονίσει τα δεδομένα που τον ερεθίζουν, όχι τόσο κατονομάζοντάς τα, όσο προβάλλοντος στο έργο του την εσωτερική του θέαση μέσα από τη σύγχρονη εικασία.

Και στην ερώτηση του Φρέδερικ Χέλντερλιν (Γερμανός ποιητής 1770-1843):
Και τι χρειάζονται οι ποιητές σε μια σύγχρονη εποχή;
Η απάντηση του Βάλτερ Μπένγιαμιν (Γερμανός κριτικός και φιλόσοφος, 1892-1940) ήταν ότι
«Η ποίηση συντελεί στην αφύπνιση από τα όνειρα της λογικής που παράγουν τέρατα»
Και σε μια κάρτα μου που μου είδα πρόσφατα στη βιτρίνα ενός καταστήματος:
Τα πιο ομορφότερα πράγματα του κόσμου δεν μπορείς να τα δεις ούτε να τα αγγίξεις. Τα αισθάνεσαι στην καρδιά σου.
Τελειώνοντας σας ευχαριστώ και εύχομαι καλή συνέχεια.
Νίκος Πιπέρης, ποιητής και πεζογράφος

Μελβούρνη, Αύγουστος 2013

Εδώ χρειάζεται μια διασάφηση ως προς την έννοια της λέξης αγάπη, δεδομένου ότι η ελληνική γλώσσα περιέχει αρκετές λέξεις με παρεμφερείς έννοιες. όπως οι λέξεις αγάπη, έρωτας, φιλία και στοργή, αγάπη είναι ένα συναίσθημα για κάποιο πρόσωπο που εγείρεται από μια φιλική διάθεση, από καλές και έντιμες προθέσεις, από μεγάλο, έντονο και ανιδιοτελές ενδιαφέρον για το πρόσωπο αυτό.

Έρωτας, σύμφωνα με το λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη, είναι το έντονο συναίσθημα έλξης και επιθυμίας μεταξύ δύο προσώπων που χαρακτηρίζεται και από πόθο για σεξουαλική επαφή. Η ερωτική έλξη συμβαίνει ανάμεσα σε ετερόφυλα ή και σε ομόφυλα πρόσωπα.
Φιλία είναι ο δεσμός αμοιβαίας αγάπης, κατανόησης και αφοσίωσης που ενώνει τους φίλους, χωρίς βέβαια το χαρακτηριστικό στοιχείο του ερωτικού πόθου.

Στοργή είναι και αυτή μια μορφή δυνατής και τρυφερής αγάπης στο πλαίσιο βαθιάς αφοσίωσης όπως είναι η σχέση της μητέρας προς το παιδί της.

*Ο Νίκος Πιπέρης είναι λογοτέχνης της ελληνικής διασποράς της Μελβούρνης.

Ο αναρχικός Κάφκα

kafka_2

Κείμενο: Τάσος Π. Καραντής
18.7.2008

Το βιβλίο «Φραντς Κάφκα: ο ανατόμος της εξουσίας » του Κώστα Δεσποινιάδη αναδεικνύει την πολιτική-αναρχική διάσταση των γραπτών του Κάφκα.

Γνώρισα, για πρώτη φορά, τον Κάφκα στα εφηβικά μου χρόνια, όταν έπεσε στα χέρια μου «Ο Πύργος», μια έκδοση του 1964 («ΓΑΛΑΞΙΑΣ»), σε μετάφραση του Αλέξανδρου Κοτζιά, που ανακάλυψα στη βιβλιοθήκη της μητέρας μου. Διαβάζοντάς το, δέθηκα, μεμιάς, με τον Κάφκα και ξεκίνησα να αναζητώ και τα άλλα βιβλία του. Τον είδα σαν ένα σύντροφο και στη δική μου, ιδιοσυγκρασιακή, μοναχικότητα, αφού, αμέσως, ένιωσα, αυτό που αναφέρει ο Δεσποινιάδης στο βιβλίο του(σελ. 72) και που, τηρουμένων των αναλογιών, ισχύει και για μένα : «Ο Κάφκα, επί της ουσίας, πέρασε μόνος του ολόκληρη τη ζωή του. Δεν ένιωσε ποτέ μέλος καμιάς ομάδας και κανενός κινήματος. Η ζυγαριά των ενδιαφερόντων του έκλεισε οριστικά προς τη μεριά της “φυλακής των χαρτιών του”.».

Όπως αναφέρει ο Κώστας Δεσποινιάδης στο βιβλίο του (σελ. 74-75), μέχρι σήμερα, οι προσεγγίσεις που γίνονταν στο Κάφκα, ήταν οι εξής: οι αμιγώς λογοτεχνικές, οι βιογραφικές-ψυχολογικές-ψυχαναλυτικές, οι θεολογικές-μεταφυσικές-θρησκευτικές, κάποιες που έδιναν βαρύτητα στην εβραϊκή του καταγωγή, οι μεταμοντέρνες κι οι κοινωνικοπολιτικές, όπου αποτελούσαν το κόκκινο πανί για την κατεστημένη κριτική. Αυτές τις τελευταίες ενστερνίζεται κι ο συγγραφέας του βιβλίου, εστιάζοντας στην πολιτική, ουσιαστικά αναρχική, διάσταση των γραπτών του Κάφκα.

Μέσα από έξι(6) κείμενά του, διαφωνεί με την επικρατούσα περί Κάφκα άποψη και μας εξηγεί: «Τα κείμενα που συγκεντρώνω εδώ δεν είναι ακαδημαϊκές, εξαντλητικές μελέτες ενός ειδικού “καφκολόγου”. Αφήνω αυτόν τον διόλου κολακευτικό τίτλο για άλλους. Πρόθεσή μου ήταν να γράψω μερικά κείμενα “πολεμικής” ενάντια στις ερμηνείες που τακτοποιούν τον Κάφκα σε βολικά, ακίνδυνα “κουτάκια”, που ληξιαρχικά τον κατατάσσουν στεγνό, αποστειρωμένο και ξεδοντιασμένο σε κάποιο κεφάλαιο της ιστορίας της παγκόσμιας λογοτεχνίας.»(σελ. 11).
Οι τίτλοι των ενοτήτων του βιβλίου είναι ενδεικτικοί της πολιτικής προσέγγισης και της διεισδυτικής διερεύνησης του έργου του Κάφκα.

Continue reading

Writing to the Wire

1471589703623

By Lisa Jacobson.

Writing to the Wire,
edited by Dan Disney & Kit Kelen.
UWA PUBLISHING,
$24.99

If Shelley was right that poets are the unacknowledged legislators of the world, and the laws they enunciate are the laws we will be judged by, then Australia should be fearful of their judgment of our treatment of refugees. Dan Disney and Kit Kelen are both Australian poets, and they have put together an anthology about our policy of detention (now mandatory offshore detention) since Kevin Rudd’s infamous formulation (upheld by both sides of politics) no refugee, however legitimate their claims, will ever be granted asylum on Australian soil.

Which is why at the time of Rudd’s furniture-saving resurrection, some people felt obliged to vote once more for the Greens because they couldn’t, in conscience, endorse the persecutors of the wretched of the earth.

Advertisement

How strange it is that, when UKIP’s Nigel Farage was asked about Australia’s policy on border protection, he said it was too harsh. Now, in a Brexit world, with German Chancellor Angela Merkel’s promise to take all the refugees from Syria looking perilous, we seem to have led the world in our fierceness to repel the invader.

Disney and Kelen include poems by people who seek asylum in Australia. This, by N.H. reads like a flattened, modern translation of one of the Psalms: “I am among people who cannot believe / I have been dead for years now… / O God, I was your servant / and I still am your servant / but this is not what your servant deserves. / O God can you pause your world. / My body is willing to stay in this slaughter house.” /

And while we invoke great poetry of affliction in our own tradition, the Hebrew one, Lisa Jacobson reminds us of why we signed that UNHCR convention about the right to asylum that we violate. In her The Jews of Hamburg Speak Out she gives voice to those refugees from Hitler no port would take.

“To all those who seek asylum, do not think / we have forgotten you / … we were thin with hope like you, / sallow with stars… / The doors clanged shut, the inns all full; the same old story / at port after port. / Our ship… / sailing east towards the death camps of home, / whose gates swung open to receive us.

That Voyage of the Damned on S.S. St Louis in 1939 was the ultimate triumph of turning back the boats.

Writing to the Wire contains Australian poets of every artistic alignment saying what they think of our asylum seeker policy. Geoff Page uses traditional form to dramatise national hypocrisy.

“Illegals, would-be saboteurs, / leap-froggers of the queue, / you middle-class and midnight sneaks / with smuggle-boats and crew, / your Tropic Idyll’s wired-and-waiting. / Eternity’s the key. / Our crocodiles cry once a week / When you are Lost at Sea.”

And Fay Zwicky uses one of the most buoyant of boat songs to devastating effect. “Speed, bonnie boat, like a bird on a wing / ‘Onward’, the seekers cry; / Speed, you will not, but sink like a stone /Down on the seabed lie.”

Others invoke Advance Australia Fair with its boundless plains to share and John Tranter sketches a deity of utterly Australian complacency. And then there’s the fierce rhetoric of Mark Tredinnick.

“Each of us comes like this, / and just as far, / across the hungry infernal sea / In a nameless distempered boat, / from somewhere we used to think we belonged …”

The recently shifted shadow minister of the arts, Tony Burke – the man who oversaw Rudd’s non passaran initiative in Papua New Guinea – once told me he was a devoted reader of poetry. This grim, eloquent collection of testaments might also repay the attention of the nephew-in-law of the author of The Fatal Shore.

Of course, this is an anthology that collects the outpourings on this subject of that fraction of the elites who are furthest from the governing class. Poets tend to be poor, dispossessed, insecure and unbalanced: they just happen to be the people by whom, through whom, and in whom, the language lives.

*Taken from http://www.smh.com.au/entertainment/books/writing-to-the-wire-review-when-poets-have-their-say-on-asylum-seekers-20160729-gqgr1c.html

Εκεί που τα φίδια δεν αλλάζουν δέρμα – Η ποίηση των αυτοχθόνων της Αυστραλίας

r961552_10347664

Μέρος Δεύτερο

Επιμέλεια-Εισαγωγή: Shon Arieh-Lerer, Jazra Khaleed. Μετάφραση: Δανάη Σιώζιου, Jazra Khaleed.

μπορώ να σε δω μπορώ να σε δω
ξερνώντας
παράξενο πλάσμα
άγριο πλάσμα
φως
τώρα μπορώ να δω πόσο μακρύ είσαι
τα μάτια σου φτάνουν τα πάντα
τα μάτια σου φτάνουν τα πάντα

*Από το ποίημα «Το πρώτο φορτηγό» του Pambardu

Αυτά τα μάτια που «φτάνουν τα πάντα» είναι τα μπροστινά φώτα του πρώτου φορτηγού που διασχίζει τις πεδιάδες της βορειοδυτικής Αυστραλίας με κατεύθυνση τη γη των Yindjibarndi. Η παράδοση θέλει τον τυφλό ποιητή και τραγουδιστή Toby Wiliguru Pambardu να συνθέτει αυτό το έντονα εικονοπλαστικό thabi (ένα είδος ποιήματος/τραγουδιού) μέσα σε ένα όνειρο. Ο Pambardu έζησε στις αρχές του εικοστού αιώνα, σε μία εποχή όπου ο πολιτισμός των Yindjibarndi αντιμετώπισε δραματικές αλλαγές, οι οποίες κλόνισαν τις παραδόσεις τους. Η ποίησή του αποτελεί μια από τις πιο ζωντανές καταγραφές αυτών των αλλαγών. Ανάμεσα στα θέματά του συναντά κανείς τα πρώτα φορτηγά, μηχανές και μηχανήματα, που οι Yindjibarndi έβλεπαν για πρώτη φορά.

Στην άκρη του κρουνού υπάρχει μια γούρνα,
Στην άκρη του κρουνού ένας νεκρός ανασταίνεται,
Νωρίς την αυγή, με μεταλλική κλαγγή,
ο νεκρός περιπλανιέται στη σκιά του ανεμόμυλου.

*Από το ποίημα «Έρημος ζωή» του Pambardu

Για πολλούς αυτόχθονες πολιτισμούς της Αυστραλίας η προφορική ποίηση σε μορφή τραγουδιού αποτελεί συχνά το όχημα ονοματοδοσίας και ως εκ τούτου κατανόησης και οικειοποίησης του περιβάλλοντος. Στους αρχαίους χορικούς κύκλους, όπως τα έπη Djanggawul και Kunapipi -τα οποία ο ποιητής Mudrooroo έχει αποκαλέσει Ιλιάδα και Οδύσσεια των Αβορίγινων, και λαμβάνουν χώρα στη μυθική χώρα του Arnhem- η γλώσσα και η ποίηση συνδέονται άμεσα με τη δημιουργία του κόσμου. Τα τρία αδέρφια Djanguwul πλέουν σε ένα μικρό κανό από τον Κάτω Κόσμο προς την πρωτογενή Αυστραλία και συνθέτουν το τοπίο της ηπείρου μέσω ενός περίπλοκου τελετουργικού ονοματοδοσίας. Ο ποιητής Pambardu, τραγουδώντας για ένα φορτηγό, ένα εντελώς ξένο και αλλόκοτο πλάσμα, το εισάγει στην πραγματικότητα των Yindjibarndi. Το φορτηγό γίνεται κατανοητό μέσα στο πλαίσιο των εννοιών των Yindjibarndi: είναι ένα παράξενο πλάσμα με δύο μάγους μέσα του που το κάνουν να βρυχάται, και καθώς εξαφανίζεται στον ορίζοντα γίνεται «μετεωρίτης» και ύστερα μια δίνη από «πύρινα κλαριά». Η πρόκληση που έχει να αντιμετωπίσει ο μεταφραστής του Pambardu είναι να εισάγει την πραγματικότητα των Yindjibarndi -μέσα στην οποία παρουσιάζεται το φορτηγό- στη δική μας, δυτική, πραγματικότητα. 0 μεταφραστής οφείλει να το κάνει χωρίς να θυσιάσει τίποτα από τη δύναμη, την αυθεντικότητα και την ενόραση της ποίησης του Pambardu, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει τα ενδιαφέροντα γλωσσολογικά προβλήματα που παρουσιάζονται στη μετάφραση των Yindjibarndi.

Σύμφωνα με τη μυθολογία των Yindjibarndi, την εποχή της Δημιουργίας, την Ngurranyujunggamu (όταν η γη ήταν μαλακή), τα πνεύματα διαίρεσαν τους Pilbara, οι οποίοι μιλούσαν την αρχαία γλώσσα Ngaardangarli, σε πολλές ξεχωριστές φυλές δίνοντας στην καθεμία δικούς της νόμους, γη και γλώσσα. Αυτές οι γλώσσες σήμερα συσχετίζονται -ορισμένες πιθανώς όσο και τα γερμανικά με τα δανέζικα, άλλες όσο τα γερμανικά με τα αγγλικά. Οι παλιοί ποιητές Yindjibarndi θεωρούσαν ιδιαίτερα καλό να στολίζουν την ποίησή τους με λέξεις από τις γειτονικές τους γλώσσες, όπως η Kurrama, η Ngarluma, και η Martuthunira, ορισμένες από τις οποίες δεν μιλιούνται πλέον. Όπως είπε κάποτε ο Smallpoxer, ποιητής και αφηγητής ιστοριών από τη φυλή των Ngarluma: «Οι Yindjibarndi δεν ισιώνουν ούτε τεντώνουν τη γλώσσα τους· απλά ανακατεύουν λέξεις άλλων φυλών μέσα της». Αυτά τα γλωσσικό δάνεια, μαζί με άλλες ενδιαφέρουσες οικειοποιήσεις γλωσσικών στοιχείων των αυτοχθόνων, κάνουν την ποιητική γλώσσα των Yindjibarndi να μοιάζει τελείως διαφορετική από την καθομιλουμένη.

Όταν τραγουδιούνται, οι γλώσσες των Pilbara υπόκεινται συχνά σε φωνητικές αλλοιώσεις: εάν ο αφηγητής βρίσκει έναν συγκεκριμένο συνδυασμό λέξεων ηχητικά μη ικανοποιητικό τότε συχνά τροποποιεί την εκφορά μιας λέξης απαλείφο-ντας εντελώς ορισμένα σύμφωνα. Ωστόσο, αν και αυτή η διαδικασία συμβάλλει στην καλύτερη ροή των στίχων, συγχρόνως δυσκολεύει τους νέους ομιλητές Yindjibarndi (σε αντίθεση με τους παλαιότερους οι οποίοι έχουν μία βαθύτερη γνώση της γλώσσας), όπως και τους μεταφραστές, να αντιληφθούν την ακριβή λέξη που τραγουδιέται. Η ακρόαση ποίησης είναι πιο πολύπλοκη λόγω της γρήγορης, μη καθαρής εκφοράς του λόγου, η οποία συνηθίζεται στις γλώσσες των Pilbara. Όσο αιχμηρή και εχθρική μοιάζει αυτή η παραφορά του λόγου σε έναν αλλοδαπό ομιλητή, εξίσου εχθρική φαντάζει η καθαρή άρθρωση για τους Pilbara.

Κατά συνέπεια, η αφήγηση συνήθως ρέπει προς το μουρμουρητό.
Οι Αβορίγινες ποιητές περιπλανιούνται όχι μόνο στις διαφορετικές γλώσσες της περιοχής τους αλλά και σε διαφορετικό επίπεδα της δικής τους γλώσσας. Η ίδια έννοια μπορεί να εκφράζεται με διαφορετική λέξη στην καθομιλουμένη και στην τελετουργική γλώσσα και με μια εντελώς άλλη στα Padupadu, τη γλώσσα που χρησιμοποιείται παραδοσιακά όταν κάποιος απευθύνεται σε σεβαστά πρόσωπα. Το «ναι», για παράδειγμα, στα Yindjibarndi είναι nga, αλλά στο παρελθόν, εάν κάποιος απευθυνόταν σε ένα «ιερό» πρόσωπο αντί για nga έπρεπε να πει yuu.
Τα Padupadu δεν χρησιμοποιούνται πια και πολλές λέξεις, που οι σύγχρονοι του ποιητή Pambardu θα καταλάβαιναν, έχουν εκλείψει. «Είναι μια γλώσσα την οποία στην πραγματικότητα δεν έχουμε ξανακούσει», λέει η Lorraine Coppin, Διευθύντρια Αρχείου και Γλώσσας στο ίδρυμα Αβορίγινων στη Juluwarlu. Αναφέρεται σε κάποιες από τις γλώσσες που εντοπίστηκαν σε παραδοσιακά τραγούδια: «Και έπειτα, όταν τα εξηγούμε στους γηραιότερους εκείνοι λένε ‘αυτή είναι η λέξη’». Και εγώ σκέφτομαι: «Όχι, στη δική μας γλώσσα αυτό σημαίνει κάτι άλλο». Τότε εκείνοι λένε: «Όμως αυτή είναι μια διαφορετική γλώσσα για τα τραγούδια».
Ο μεταφραστής της ποίησης των Yindjibarndi πρέπει να ανατρέξει σε όσα περισσότερα λεξικά, γραμματικές και γλωσσικές λίστες μπορεί για να οδηγήσει το φορτηγό από τις μεγάλες πεδιάδες των Pilbara στη δική του γλώσσα.

SHON ARIEH-LERER

Τα Yindjibarndi είναι η γλώσσα που εδώ και εκατοντάδες χρόνια μιλιέται από τους αυτόχθονους της Αυστραλίας στα νοτιοδυτικά της περιοχής Pilbara (δυτική Αυστραλία). Περιλαμβάνονται στη λίστα των γλωσσών που κινδυνεύουν με εξαφάνιση, καθώς πλέον υπάρχουν λιγότεροι από πεντακόσιοι άνθρωποι, κυρίως μεγάλης ηλικίας, που τα μιλάνε ως πρώτη γλώσσα. Υπάρχουν βέβαια και αρκετοί άλλοι που είτε έχουν περιορισμένη γνώση της γλώσσας είτε θεωρούν τους εαυτούς τους κοινωνούς της παράδοσης των Yindjibarndi.

Τα Yindjibarndi ανήκουν γλωσσικά στην οικογένεια των Pama-Nyungan και συνδέονται με αρκετές άλλες γλώσσες των αυτοχθόνων. Αποτελούν προφορική γλώσσα, εξ ου και μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα δεν είχαν αλφάβητο. Από τη δεκαετία του ’50 και ύστερα, Αυστραλοί και Ευρωπαίοι ερευνητές, με προεξέχοντα τον Γερμανό C. G. von Brandenstein, ηχογράφησαν τη γλώσσα και την κατέγραψαν χρησιμοποιώντας το δυτικοευρωπαϊκό αλφάβητο. Τα ποιήματα που μεταφράζονται εδώ ηχογραφήθηκαν από τον von Brandenstein και τους συνεργάτες του τη δεκαετία του ’60. Όλες οι μεταφράσεις έχουν γίνει από τα Yindjibarndi.
Η προφορική φύση της γλώσσας των Yindjibarndi τής προ-σέδωσε πλαστικά χαρακτηριστικά τα οποία μεταβάλλονταν από εποχή σε εποχή, από τόπο σε τόπο και από στόμα σε στόμα. Οι λέξεις αλλάζουν με τον ίδιο ρυθμό που μεταβάλλονται τα βράχια από τα κύματα. Η έλλειψη καταγραφής της γλώσσας την μεταμορφώνει σε ζωντανό οργανισμό που ζει τη γιορτή της κάθε ημέρας. Η ανάπτυξη αυτής της γλώσσας είναι για τους αυτόχθονος της Αυστραλίας παράλληλη με την εξερεύνηση του κόσμου και του εαυτού. Με άλλα λόγια, η δομική, εννοιολογική και εκφραστική έκτασή της αποτελεί μία δυναμική χαρτογράφηση του φυσικού και ψυχολογικού περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο οι αυτόχθονες της Αυστραλίας γεννιούνται, κινούνται, ζουν και πεθαίνουν και το οποίο υπόκειται στις αλλοιώσεις που απορρέουν από όλους τους διαφορετικούς εξωτερικούς παράγοντες στους οποίους εκτίθεται, όπως ο χρόνος, η φύση, αλλά και το ανθρώπινο μυαλό: η γλώσσα το ακολουθεί, το μιμείται και το εκφράζει.

Η καταγραφή αυτής της γλώσσας, όπως και η μετάφρασή της, αποτελεί δυτικό φαινόμενο, με την έννοια ότι συνεχίζει, αν και με διαδοχικές ρήξεις, την παράδοση των Αβορίγινων, περιγράφει το αυστραλιανό τοπίο, ερευνά και παρακολουθεί την εντός και εκτός εξορία των αυτοχθόνων, οι οποίοι στην πλειονότητά τους —και από όσους παρέμειναν ζωντανοί— εντάχθηκαν στον δυτικό, αποικιοκρατικό τρόπο ζωής και γλώσσας, συχνά εγκαταλείποντας, εκούσια ή εξαναγκαζόμενοι, τη γη τους. Την ίδια στιγμή, όμως, την ακινητοποιεί για πρώτη φορά μέσα στο χρόνο καθιστώντας τα καταγεγραμμένα στοιχεία της αναλλοίωτα και γι’ αυτό νεκρά. Υπενθυμίζοντας εντέλει με αυτόν τον τρόπο την εξάλειψη μιας ακόμα φυλής, ενός ακόμα πολιτισμού από την αποικιοκρατική μηχανή της Δύσης.

ΔΑΝΑΗ ΣΙΩΖΙΟΥ και JAZRA ΚΗALEED

*Το Πρώτο Μέρος δημοσιεύτηκε εδώ https://tokoskino.me/2015/12/24/εκεί-που-τα-φίδια-δεν-αλλάζουν-δέρμα-η/
**Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο ποιητικό περιοδικό “Τεφλόν”, τεύχος 3, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2010, απ’ όπου και το αναδημοσιεύουμε. Από τα ποιήματα του αφιερώματος αυτού και των δύο τευχών του περιοδικού ‘Τεφλόν”, θα καταβάλουμε προσπάθεια να τα (ανα)δημοσιεύσουμε όλα.
***Ποίημα του Lionel Fogarty από το Πρώτο Μέρος δημοσιεύτηκε εδώ https://tokoskino.me/2015/12/24/lionel-fogarty-mad-souls-τρελές-ψυχές/

aboriginal-map-flag

Kenneth Rexroth, 1905-1982 – Σύντομη βιογραφία του ποιητή, αναρχικού και πρωτοπόρου του κινήματος Beat

Rexroth

Του Nick Heath*

Εργατική δύναμη στην αγορά,
Δύναμη πυρός στο πεδίο της μάχης,
Είναι όλα ένα ίσως δύο
Όψεις του ίδιου τέρατος.
Ο Δράκος και ο Μονόκερως

Ο Kenneth Rexroth γεννήθηκε το 1905 στην Ιντιάνα, σε μια οικογένεια φεμινιστριών, ελευθεροσκεπτικιστών, οπαδών της κατάργησης της δουλείας, σοσιαλιστών και αναρχικών. Ο πατέρας του συνήθιζε να πίνει ουίσκι με τον Eugene Debs, τον σοσιαλιστή ηγέτη. Έτσι, η ανατροφή του Kenneth ήταν φωτισμένη, αλλά στη συνέχεια είχε την ατυχία να μείνει ορφανός στην ηλικία των 12. Τα περισσότερα χρόνια της εφηβείας του τα πέρασε στο Σικάγο, όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος, ενώ συμμετείχε στη λειτουργία μιας τζαζ τσαγερί. Εδώ ήταν που ήρθε σε επαφή με τον κόσμο των μποέμ – μουσικούς, ποιητές, συγγραφείς, καλλιτέχνες, άνεργους, επαναστάτες και ξένους.

Ο Kenneth Rexroth υπήρχε σχεδόν εντελώς αυτοδίδακτος, με μόνο πέντε χρόνια στην επίσημη σχολική εκπαίδευση. Διάβαζε πάρα πολύ και με μεγάλη προσοχή, ενώ άρχισε να γράφει ποίηση και να επιδίδεται στην αφηρημένη ζωγραφική. Επίσης, εργάστηκε στη θεατρική avant-garde σκηνή και έμαθε από μόνος του αρκετές γλώσσες. Όπως και ο Ευρωπαίος συγγραφέας Jean Malaquais, έζησε στο δρόμο στο τέλος της εφηβείας του, αλητεύοντας και περιπλανώμενος.

Έκανε πάρα πολλές δουλειές, μερικές φορές ως μάγειρας καουμπόι, άλλοτε ως λογομάχος καθώς και σε γεωργικές και δασικές εργασίες. Εργάστηκε ως κατασκευαστής οδοντόβουρτσων και διανεμητής φυλλαδίων σχετικά με τη διατροφή. Μάλιστα, κατάφερε να ταξιδέψει μετ’ επιστροφής στο Παρίσι ως λαθρεπιβάτης. Στο Παρίσι συνάντησε πολλούς σημαντικούς ριζοσπάστες καλλιτέχνες, συμπεριλαμβανομένων πολλών σουρεαλιστών.

Ενώ βρισκόταν στη Γαλλία, ο αναρχικός Αλεξάντερ Μπέρκμαν, του είπε ότι δεν πρέπει να καταντήσει ένας άλλος αλλοδαπός και έτσι ο Kenneth επέστρεψε στις ΗΠΑ. Ενστερνιζόμενος τις αναρχικές ιδέες σε νεαρή ηλικία, κατανόησε τον μπολσεβίκικο μύθο της Ρωσικής Επανάστασης, μόλις το 1921, όταν η εξέγερση των ναυτών της Κρονστάνδης συνετρίβη από τον Λένιν και την παρέα του.

Το 1927 εντάχθηκε στους Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου (IWW), εργαζόμενος για λίγο στην εφημερίδα του συνδικάτου. Στο Σικάγο έστησε μια ομάδα ντανταϊστών. Ακολούθησε ανεξάρτητη δραστηριότητα κατά τη δεκαετία του 1930. Διαμένοντας πλέον στο Σαν Φρανσίσκο, συμμετείχε στην έκδοση του δελτίου “Waterfront Worker” που προέτρεπε τους λιμενεργάτες να οργανωθούν. (Στη μετέπειτα ζωή του διασκέδαζε τους φίλους του με τις παραδόσεις της IWW και ισπανικά αναρχικά τραγούδια και μερικές φορές χρησιμοποιούσε τον χαιρετισμό της IWW “Αγαπητέ σύντροφε εργάτη” σε επιστολές του).

Με την κατάρρευση του επαναστατικού κύματος, διατήρησε και αναζήτησε επαφές με εκείνους που είχαν διατηρήσει τον ριζοσπαστισμό τους, ευελπιστώμντας σε μια επαναξιολόγηση και επανεξέταση. Όπου στεκόταν δυνατόν, μιλούσε ενάντια στην καθεστηκυία τάξη. Πρέπει να θυμόμαστε ότι σε αυτή την -εν πολλοίς τραγική- περίοδο, ήταν εξαιρετικό επίτευγμα η διατήρηση μιας κάποιας επαναστατικής αισιοδοξίας. Οι διαστροφές του μπολσεβικισμού σήμαιναν, όπως έλεγε ο Kenneth, ότι “δεν υπήρχε κανείς αριστερός που να μην επικεντρωνόταν αποκλειστικά στο Κρεμλίνο, είτε ως ανόητος σταλινικός με το τσεκούρι είτε ως ένας ψυχοπαθής αντιμπολσεβίκος”.

Ήταν επίσης σε θέση να προχωρήσει στην οξεία παρατήρηση ότι «τα σοσιαλιστικά και συνδικαλιστικά κινήματα στη Δύση λειτούργησαν στην πραγματικότητα -όχι μόνο ως διοικητές, για να εξασφαλισθεί ότι ο ατμός απελευθερώνεται όταν η πίεση είναι πολύ υψηλή, όχι μόνο ως αυτό που τώρα που ονομάζονται συσκευές “fail safe”, αν και σίγουρα είναι αυτό-, αλλά ως ουσιώδη μέρη της οργάνωσης-κινήτρου του καπιταλισμού, περισσότερο, με άλλα λόγια, ως καρμπυρατέρ που εξασφαλίζουν το ότι χρησιμοποιείται ακριβώς το σωστό μίγμα καυσίμου και αέρα για κάθε νέα ζήτηση της μηχανής”.

Με το ξέσπασμα του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, αρνήθηκε να λάβει μέρος στη σύγκρουση των αντιτιθέμενων καπιταλιστικών κρατών και ήταν αντιρρησίας συνείδησης. Έκανε εναλλακτική υπηρεσία εργαζόμενος σε μια ψυχιατρική κλινική Κατά τη διάρκεια του πολέμου δημιούργησε το Αντιμιλιταριστικό Συμβούλιο Randolph Bourne (από το όνομα του ελευθεριακού συγγραφέα, ο οποίος είχε εισάγει τη φράση “ο πόλεμος είναι η υγεία του κράτους”) . Βοήθησε Ιαπωνοαμερικανούς που είχαν συλληφθεί και εγκλεισθεί κατά χιλιάδες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, επινοώντας τρόπους με τους οποίους πολλοί ήταν σε θέση να αποφύγουν τον εγκλεισμό.

Στο Berkeley το διάστημα 1944-1948 το περιοδικό “Circle”, συνένωνε τοπικούς συγγραφείς της Αναγέννησης και εξόριστους Ευρωπαίους σουρρεαλιστές ποιητές οι οποίοι εξέφραζαν αναρχικές και αντιεξουσιαστές απόψεις (ο Rexroth συνεισέφερε στο εν λόγω περιοδικό). Στο τελευταίο τεύχος του δημοσιεύτηκε μια διαφήμιση-αγγελία για τη δημιουργία μιας νέας ομάδας συγγραφέων με τη δήλωση: “Πιστεύουμε στην πιθανότητα μιας κουλτούρας η οποία να αγωνίζεται για την ελευθερία της, η οποία να προστατεύει τα οικονομικά συμφέροντα των εργαζομένων της σε όλους τους τομείς συμπεριλαμβανομένων των τεχνών και η οποία μπορεί να δημιουργήσει για τον εαυτό της νέες μορφές και νέες φωνές ενάντια στην αντίδραση και την απειλή του πολέμου”.

Μετά τον πόλεμο, ο Rexroth συμμετείχε στη δημιουργία του San Francisco Anarchist Circle (Αναρχικού Κύκλου San Francisco), που αργότερα μετονομάστηκε σε Libertarian Circle (Ελευθεριακός Κύκλος)). Αναρχικοί όπως ο David Koven, επιζώντες παλαιοί Ιταλοί και Ισπανοί αναρχικοί και αντιρρησίες συνείδησης που επέστρεφαν από το κέντρο κράτησης Waldorf συμμετείχαν. Γίνονταν ζωηρές εβδομαδιαίες συναντήσεις όπου σηζητιούνταν πολλά και διάφορα θέματα, από την Ισπανική Επανάσταση, την Κρονστάνδη και τα κατορθώματα των ανταρτών του Νέστορα Μάχνο στην Ουκρανία, μέχρι τις ιδέες αναρχικών όπως οι Έμμα Γκόλντμαν, Αλεξάντερ Μπέρκμαν, Βολτερίν ντε Κλερ, Πέτρος Κροπότκιν, το κίνημα των αναρχικών γυναικών, το σεξ και την αναρχία. Οι συζητήσεις γίνονταν στο σπίτι του Rexroth και εμπλουτίζονταν από την μαγειρική του (ήταν υπέροχος μάγειρας) αλλά και τις τεράστιες εγκυκλοπαιδικές του γνώσεις.

Οι δραστηριότητες του Rexroth σχεδιάζονταν για να προκαλούν αυτό που ο ίδιος ένιωθε ότι ήταν αναγκαίο για την επιτυχή μετάβαση σε μια αναρχική κοινωνία, δηλαδή την ανάπτυξη μιας νέας συνείδησης. Το μικρό περιοδικό “Ark” (“Κιβωτός”) που ιδρύθηκε το 1947 (τυπωμένο σε μια μικρή πρέσα χειρός) ήταν πιο μαχητικό από τον προκάτοχό του στο Νότο το “Circle”. Διακήρυξε εκεί ο Rexroth: “Σήμερα, σε αυτό το καταστροφικό σημείο του χρόνου, το κύρος, αν όχι το μέλλον της αναρχικής θέσης, είναι περισσότερο από ποτέ δημιουργημένο. Έχει γίνει ένας γυαλισμένος καθρέφτης μπροστά στον οποίο τα ψεύδη των πολιτικών συστημάτων στέκονται γυμνά”. Όταν όλοι οι άλλοι κοινωνικοί σχολιαστές διακήρυτταν ωμά ότι κάθε εξέγερση και διαφωνία είχε τελειώσει, αυτός ήταν σε θέση να πει: “Η νεότερη γενιά είναι σε κατάσταση εξέγερσης τόσο απόλυτη που οι μεγαλύτεροι δεν μπορούν ακόμα να την αναγνωρίσουν”.

Μέλη του Libertarian Circle επρόκειτο να διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στη ριζοσπαστική έξαρση που έγινε γνωστή ως η Αναγέννηση του Σαν Φρανσίσκο, καθώς εμφανίστηκαν ποιητές και καλλιτέχνες, ελεύθερο ραδιόφωνο, πειραματικό θέατρο και ένα κίνημα μικρών περιοδικών. Ο Rexroth επρόκειτο να γίνει ο πατέρας του κινήματος μπιτ (beat) που προέκυψε, μιας και κατάφερε να ενώσει τους αντιφρονούντες ποιητές και συγγραφείς τόσο στην ανατολική όσο και τη δυτική ακτή. Ο Kenneth, βέβαια, μισούσε να τον αποκαλούν πατέρα των Beats -ένα κίνημα για το οποίο είχε πολλές επικρίσεις- αλλά ήταν σε θέση να δει ότι αυτός και εκείνοι ενοποιήθηκαν σε έναν αμοιβαίο ανταγωνισμό “ενάντια στην επιχειρηματική κοινότητα, τον στρατιωτικό ιμπεριαλισμό, την πολιτική αντίδραση, την υστερική και βουτηγμένη στη λάσπη ενοχή των πρώην σταλινικών, την πρώην τροτσκιστική αμερικανική διανόηση”.

Ο Rexroth επρόκειτο να γίνει ο γεννήτορας της Αναγέννησης του Σαν Φρανσίσκο, η οποία οδήγησε απευθείας στην εμφάνιση του κινήματος Beat, σε μια εκδήλωση στην Γκαλερί Six στο Σαν Φρανσίσκο, όπου διαβάστηκε το δυναμικό και αντιαυταρχικό ποίημα “Howl” του Allen Ginsburg, μπροστά σε ένα πρόθυμο και ενθουσιασμένο κοινό πολλών εκατοντάδων ατόμων σε μια ηλεκτρισμένη, μεθυστική ατμόσφαιρα, όπου ο Jack Kerouac ήταν αυτός που έδινε τον ρυθμό.

Ο William Everson λέει ό,τι αισθάνομαι για τον Rexroth καλύτερα από ό,τι θα μπορούσα, οπότε ας δούμε τι λέει: “Είναι δυναμικός ομιλητής για οποιαδήποτε υπόθεση που ενστερνίζεται. Γεννημένος δημοσιογράφος, έχει μια κλίση στις δυναμικές δημόσιες ομιλίες, αλλά και τα κότσια να μιλήσει με κατηγορηματικό τρόπο. Έχει φανταστικό πνευματικό και ηθικό σθένος. Η ρητορική του είναι άγρια, μερικές φορές σοκαριστική, αλλά ποτέ δεν είναι αναποτελεσματική. Τα ”λάθη” του είναι οι υπερβολές των αρετών του και το ότι τσακώνεται με τους φίλους του τόσο εύκολα όπως και με τους εχθρούς του. Έχει την τάση να ανατρέπει το κίνημα που ο ίδιος καλλιέργησε το συντομότερο δυνατόν όταν δείχνει σημάδια κατακερματισμού. Αλλά οι ανησυχίες του, δεν θα μπορούσανε να θέσουν σε κίνδυνο την εργασία του που επιτυγχάνεται. Άγγιξε το νεύρο του μέλλοντος και περισσότερο από κάθε άλλη φωνή στο κίνημα κάλεσε σε δράση. Αν και άλλοι πήραν τη θέση του και έλαβαν τα εύσημα, παραμένει αλήθεια ότι σήμερα απολαμβάνουμε την ελευθερία της έκφρασης και τον τρόπο ζωής που πραγματικά κάνουμε σε μεγάλο βαθμό, επειδή αυτός μας έπεισε ότι αυτό δεν ήταν μόνο επιθυμητό αλλά είναι δυνατόν, εμπνέοντάς μας να το κάνουμε”.

Ο Rexroth απέκτησε πάρα πολύ άγχος για την ανάπτυξη ενός ριζοσπαστικού τρόπου ζωής ως οχυρού ενάντια στον καπιταλισμό σε βάρος του αγώνα. Η ολοένα και πιο θρησκευτική στροφή του τα τελευταία χρόνια της ζωής του άρχισε να γίνεται ενοχλητική για πολλούς άθεους και αγνωστικιστές. Παρ’ όλα αυτά, τόσο τα πεζά όσο και τα ποιήματά του, είναι βαθιά αναρχικά και βαθιά μαχητικά. Στο μακρύ ποίημα “Ο Φοίνικας και η χελώνα” έγραψε: “Το κράτος είναι η οργάνωση του κακού ενστίκτου της ανθρωπότητας”. Στο “Eli Jacobson” ένα από τα πιο συγκινητικά ποιήματά του, ο Rexroth θυμάται έναν νεκρό φίλο:

Ήμασταν σύντροφοι
Μαζί, πιστεύαμε ότι
Θα δούμε με τα μάτια μας, ένα νέο
Κόσμο όπου ο άνθρωπος δεν ήταν πλέον
Λύκος για τον άνθρωπο αλλά οι άνδρες και οι γυναίκες
Θα ήταν όλοι αδέλφια και εραστές
Μαζί. Δεν θα το δούμε.
Εμείς δεν θα το δούμε, κανένας από εμάς.
Είναι πιο μακριά από ό,τι νομίζαμε
Θα μας θυμούνται, όλους
Μα, πάντα, όλοι οι άνθρωποι,
Οι καλές μέρες τώρα είναι τόσο μακριά.
Αν ποτέ οι καλές μέρες έρθουν,
Εμείς δεν θα το ξέρουμε. Δε θα μας νοιάζει.
Οι ζωές μας ήταν οι καλύτερες Ήμασταν οι
Ευτυχέστεροι ανθρωποι ζωντανοί στις μέρες μας.

Σε ένα από τα πιο οργισμένα ποιήματά του το “Thou Shalt Not Kill” (“Ου φονεύσεις”), ο Rexroth λέει ότι η κατάρρευση του επαναστατικού κύματος έχει καταβάλει τόσους πολλούς συγγραφείς, καλλιτέχνες και διανοούμενους.

Πόσοι σταμάτησαν να γράφουν στα τριάντα;
Πόσοι πέθαναν από προμετωπικές
Λοβοτομές στο Κομμουνιστικό Κόμμα;
Πόσοι χάθηκαν στους πίσω διαδρόμους
Των επαρχιακών τρελοκομείων;
Πόσοι με τη σύσταση του ψυχαναλυτή τους
Πήραν απόφαση πως ήταν καλύτερα
Να γίνουν επιχειρηματίες;
Πόσοι είναι άμοιροι αλκοολικοί;

(Ελληνική μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς)

Ένας κριτικός αποκάλεσε κοροϊδευτικά τον Rexroth (καθώς και τους Gary Snyder και Philip Whalen) “μέλη της ποιητικής σχολής της αρκούδας που χέζει στο μονοπάτι” (“members of the bear-shit-on-the-trail school of poetry”). Ο Rexroth πέρασε πράγματι πολύ χρόνο σε ορεινές και έρημες περιοχές πιστεύοντας ότι ήταν ένα υπέροχο αντίδοτο στις μάστιγες της αστικής καπιταλιστικής ζωής, και έγραψε όμορφα γι’ αυτές τις εμπειρίες. Αλλά συχνά, στη μέση ενός τέτοιου ποιήματος, συρόμαστε προς τις ιδέες του αγώνα, όπως εγώ, περπατώντας στα βουνά, έχουν μετατραπεί σε σκέψεις για την επανάσταση. Εδώ ο Rexroth αναπολεί τον Ιταλοαμερικανό αναρχικό Bartomeleo Vanzetti και τον σύντροφο του Nicola Sacco, που δολοφονήθηκανε από το κράτος. (Είχε επισκεφθεί και τους δύο στη φυλακή).

Είδα και τους δυο σας να παρελαύνετε με έναν στρατό
Εσύ με την κόκκινη και μαύρη σημαία Sacco με το λάβαρο του κροταλία.

Κλώτσησα την τελευταία τράπεζα χιονιού και κατέληξε στο απερίγραπτα μπλε και αρωματικά Polemonium και τους νεκρούς του ουρανού και το αποστειρωμένο κρυσταλλικό γρανίτη και τελικού μονόλιθου της συνόδου κορυφής.
Αυτά είναι τα πράγματα που αντέχουν για μεγάλο χρονικό διάστημα, Vanzetti,
χαίρομαι που μία φορά στάθηκες ανάμεσά τους. Κάποια ημέρα τα βουνά θα πάρουν το όνομά σου και αυτό του Sacco. Θα είναι εδώ και το όνομά σου μαζί τους, όταν οι ημέρες αυτές δεν θα είναι παρά μια αμυδρή ανάμνηση του χρόνου, από τότε που ο άνθρωπος ήταν λύκος για τον άνθρωπο.
Νομίζω ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να σας θυμηθούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα Μόνιμα στα βουνά. Πολλοί άνθρωποι, για μεγάλο χρονικό διάστημα, σύντροφε.

(Από το Climbing Milestone Mountain, 22 Αυγούστου 1937).

*Με ελαφρή επεξεργασία από το libcom.org
**Ελληνική μετάφραση “Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης”, Αύγουστος 2016.

Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου, Μοναχοπαίδι, Εκδόσεις vakxikon.gr

cover-high-1

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Στις μέρες μας, θα λέγαμε ότι υπάρχει μια πληθώρα νέων ποιητικών φωνών, που με μια πρώτη ποιητική συλλογή επιχειρούν να εισβάλουν δυναμικά στην πόλη των ιδεών και κάποιες ξεχωρίζουν.

Μια ξεχωριστή ποιητική συλλογή είναι και το πρώτο βιβλίο της Αλεξάνδρας Σωτηράκογλου: «Μοναχοπαίδι», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις “Vakxikon.gr”.

Το «Μοναχοπαίδι» αρχίζει με ένα εύστοχο εύρημα. Η ποιήτρια απευθύνεται σε έναν αδερφό. Έναν αδερφό, που δεν γεννήθηκε ποτέ. Η Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου βρίσκει στον υποθετικό αδερφό της, έναν άνθρωπο, που θα την ακούσει, κάποιον, που θα μπορεί να του εκφράσει όλα όσα ξεχειλίζουν μέσα της. Ο αναγνώστης μπαίνει στο ρόλο του αδερφού και διαβάζει βιώματα ενός θλιμμένου κοριτσιού, που ζητάει να ξεσπάσει. Οι γονείς, που ήθελαν αρσενικό παιδί και τη μεγάλωσαν σαν αγόρι, η ίδια, που ήθελε κάποτε να γίνει άντρας και τώρα είναι δύσκολο να τιθασευτεί στις επιταγές της σύγχρονης κοινωνίας. «Γεννήθηκα. / (γιατί με ήθελαν με κάθε κόστος)», γράφει η Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου, εκφράζοντας το παράπονο αρκετών ανθρώπων, που πέρα από το ότι γεννήθηκαν χωρίς να υπάρχει δυνατότητα επιλογής, συνειδητοποιούν ότι ήρθαν στον κόσμο γιατί έτσι «έπρεπε». Γιατί έτσι κάνουν όλες οι «σωστές» οικογένειες. Κι όταν ακόμα το νέο παιδί, που γεννήθηκε, μεγαλώσει, θα πρέπει πάλι να συμμορφωθεί με τυπικούς κανόνες και ένα είδος αποδεκτά κοινωνικού savoir vivre, όπως θα διαπιστώσει η ποιήτρια με θλίψη, αλλά και με τη λεπτή της ειρωνεία: «είναι υποχρέωσή μου να δείξω χαρακτήρα, / γιατί ο πατέρας μου μου είπε να είμαι κυρία.»

Αλλά, πέρα από τους τύπους, η σύγχρονη κοινωνία μας μαθαίνει να είμαστε πρόθυμοι να πατήσουμε επί πτωμάτων στα πλαίσια ενός αδηφάγου ανταγωνισμού, σε ένα σύστημα, που η επικρατούσα αντίληψη είναι το «σκότωσε να φας και κλέψε να ‘χεις» και «το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό». Η Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου γράφει επιγραμματικά: «Ζήσε σήμερα κι άσε τους άλλους να πεθάνουν. / Ζήσε σήμερα και στην πορεία σου φάε μερικούς.» Και αυτός ο αριβισμός κάνει την ποιήτρια να νιώθει σα να βρίσκεται σε οίκο ανοχής: «Φόρεσα την πιο κοντή φούστα. / Ρούφηξα με τρόπο την κοιλιά. / Στοίχημα εδώ, δεν έχουν ακούσει για τον Κάλβο».

Και πως αντιμετωπίζεις αυτή την κοινωνία; Η Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου θα γράψει για τη μεγάλη φυγή. Ένα ταξίδι στο άγνωστο, αρκεί να ξεφύγουμε από τα καθημερινά, που μας πνίγουν. Ένα ταξίδι χωρίς προορισμό. Ένα ταξίδι μακριά από επίπλαστες ανάγκες με μόνο όσα πραγματικά μας χρειάζονται: «Μια μέρα, θα πετάξω το λάπτοπ απ’ το παράθυρο / (μαζί με το κινητό) / θα πάρω τον σάκο μου, / δυο αλλαξιές θα ρίξω μέσα και μια πετσέτα· / τα χρήματα που μαζεύω. / Θα κόψω τα μαλλιά μου! / Θα μπλέξω!»

Περίπου, όπως αρχίζει, έτσι τελειώνει η ποιητική συλλογή «Μοναχοπαίδι» της Αλεξάνδρας Σωτηράκογλου. Με μια απεύθυνση στον υποθετικό αδερφό. Με ένα θλιμμένο και τελεσίδικο τρόπο. «Φύγε λοιπόν-εγώ / Ξόφλησα.» Με αυτούς τους στίχους, λοιπόν, κλείνει μια πολύ ενδιαφέρουσα πρώτη ποιητική απόπειρα. Περιμένουμε τα επόμενα βήματα της ποιήτριας.

14952720

Αργύρης Χιόνης, Έχων σώας τας φρένας

unnamed-3

Το παρόν βιβλίο απαρτίζεται από εννέα διηγήματα, στα οποία κυριαρχούν –μόνα τους ή σε συνδυασμό– αυτοβιογραφικά, μυθοπλαστικά και ψευδοδοκιμιακά στοιχεία. Κοινό τους θέμα εἶναι –σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα– «το παράλογο της ύπαρξης και η ασάφεια των ορίων μεταξύ τρέλας και λογικής».

Τα διηγήματα, γραμμένα με παιγνιώδη και ενίοτε παρωδιακή διάθεση, ακολουθούνται από σημειώσεις, οι οποίες εντάσσονται αφηγηματικά στο κείμενο με τρόπο που θυμίζει κάποτε τον Μπόρχες. Ωστόσο, τα παιγνιώδη στοιχεία λειτουργούν συνειδητά ως αντίβαρο στο υπαρξιακό βάθος.

Όπως σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας: «Επειδή το θέμα του βιβλίου είναι αρκετά βαρύ ή, μάλλον, δυσβάστακτο, το ύφος είναι, συχνά, παιγνιώδες, ώστε να μη βαρύνεται η ψυχή όχι μόνο του αναγνώστη αλλά και του ίδιου του συγγραφέα».

Έχων σώας τας φρένας
Και άλλες τρελές ιστορίες
Αργύρης Χιόνης
Επιμέλεια: Γιώτα Κριτσέλη
Εικονογράφηση: Εύη Τσακνιά
Κίχλη
208 σελ.
ISBN 978-618-5004-46-0
Τιμή: €13,80

Peter Mews reviews Barry Hill’s Grass Hut Work

unnamed

Grass Hut Work
by Barry Hill
Shearsman Books, 2015

The poems in Grass Hut Work are a kind of coda to Barry Hill’s 2014 non-fiction epic Peacemongers, a book of self-discovery and intellectual journeying that took him to the heart of the East, to India and Japan.
Out of this opus was born a slim volume of poems, so beautiful, so hungry for meaning, so redolent with the history of Japan’s poets, as to contain the world within its lacquered shell. From the opening lines of the magnificent ‘Bow to the weatherman,’ Barry Hill draws the reader in, not least with his seductive use of the second person, and brings us along the old path to the poet’s grass hut. Here you take off your shoes …

Relax.
Make your breath papery

Tune the body
To its whispered
arrival.

Put the radio on
Fill the kitchen
With storm news from Sapporo.

Bow to the weatherman.
Later in the volume, Hill takes the reader to Sapporo for some first-hand reports of the weather and other insights into the poet’s mind. In this way the collection performs its
dual functions, seducing the reader with a bright and practical travelogue while enjoining us to seek further inward along the ancient road to the soul. Hill follows the paths trodden by Japan’s great poets – Basho, Kenji, Ryokan, Dogen – seeking enlightenment, and seeking peace through his immersion in the poetical history of the country.

The journey begins in Kyoto, a landscape littered with hacked turnips, gleaming cabbages, and picturesque paths. There is always a gate, a path, a low stone wall, a perfectly pruned tree. Sign posts leading to one hut or another. There is always a duality at work. Ageing and youth. Inside and outside.

For the crystal night

I had a wild piss beside the house
Then went inside to forget sutras
Drink wine. The rice streams. Truly
I don’t know how old I am.
Outside, the paths of Kyoto are pitted by self- doubt: ‘The all-too-familiar earth /
The same, same self.’ Alone in his hut the poet asks: ‘Are you writing the same poem / or just getting older…?’ From Kyoto we head to the north, to Sapporo and beyond, the country of Zen Master Ryokan, where the winds are icy and the people,

carry sea-spray into their bedclothes
have salt in their ears, their fingernails.
Every child is born a fish.
The pong of crabmeat pervades everything and the cold sea melts the snow ‘in this “excessively lucid landscape.”’ It is too cold for insight and the poet heads south again, into Kenji country. Even as he reads Kenji on the train, Hill acknowledges a debt to the great poet.

I have been under no illusion thus far
I have failed to live up to myself.
And yet,

At each page I shed the pong of crabmeat.
Hill travels next to Hiroshima, where the contradictions of culture and history are so stark. The poet travels heavily here as if weighed down by falling ash: ‘Summer, and not a flower to be seen.’ It is here in Hiroshima that his interior struggles take on a more urgent note: ‘In the grass hut / I strive to be nobody.’ It is a striving to be everyman, this absolution of self, but as Hill laments, it is not possible here, particularly here, in Hiroshima, to forget: ‘Anyway I’m afraid / Of not feeling a thing.’ And this was Basho’s sin, that lack of empathy.

Leaving the cicadas of Hiroshima behind, the poems take us back to Kyoto, and a sense of inner peace, or at least, resignation, descends. We are disciples too. The poems frequently use the second person, imploring and guiding the reader along the disciple’s path.

Don’t stop…
Show your indifference…
Then step right in.
You’re here…
Put the kettle on.
Make the tea.
Taste the tea.

If you’ve arrived
Soliciting memorable lines
Toss those out with the leaves.
And this is where Barry Hill leaves us, bewildered and dazed by the experience, in full possession of the wisdom and self-doubt of a remarkable poet.

So what’s it to be? More slap-dash meditation
Or a return to leaf-litter and the vice of poetry?

*Peter Mews is a Melbourne bookseller and novelist. He is the author of Maritime and Bright Planet.

**Taken from http://cordite.org.au/reviews/mews-hill/

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, Ανεκπλήρωτοι φόβοι, Εκδόσεις Πολύτροπον, 2013 – Επανέκδοση: Εκδόσεις Μελάνι, 2016

b183999

b208924

Από την πρώτη λέξη, η ποιητική συλλογή του εικοσιοκτάχρονου ποιητή από την Χειμάρρα της Βορείου Ηπείρου, τοποθετεί τον αναγνώστη σε μια υποβλητική ατμόσφαιρα, ένα μείγμα Καφκικού φόβου και Καρυωτακικού πεσιμισμού.  Μέσα από σουρεαλιστικές καταστάσεις που ισορροπούν με την παραφροσύνη και απελπισμένες προσπάθειες φωνών να ακουστούν και να αντιδράσουν, ο κόσμος του Γκέζου δεν παραιτείται αλλά συνεχίζει να μάχεται μέχρι το τέλος, παρόλο που αυτό στον κόσμο των «ανεκπλήρωτων φόβων» είναι γνωστό από την  αρχή.

 “ειδοποιητήριο θανάτου”

 Περπατούσα και είδα καρφωμένη στην κολόνα
την αναγγελία της κηδείας μου.
Ένα σκισμένο, σαν τη ζωή μου, ήταν χαρτί.

“Τον αγαπητό μας εχθρό
κι αντίπαλο και σκουλήκι
κηδεύομεν σήμερον.
Απεβίωσε ετών μηδέν
ώρα αγνοουμένη
κάπου μεταξύ μεσονυκτίου και χαραυγής,
εν μέσω ύπνου, δυστυχής
κι ονείρων.
Οι τεθλιμμένοι, λατρευτοί του δολοφόνοι”.

Φόρεσα το δέρμα μου και κίνησα για το μέρος.
Έναν μεγάλο φράκτη κάγκελα βρήκα
και μέσα άνθρωποι πολλοί γύρω απ’ τον τάφο
με το πρόσωπό μου στους ώμους τους.
Φύγε, φώναξαν όλοι μαζί
καθώς άνοιγα με τα κλειδιά του σπιτιού μου.
Δεν επιτρέπονται ‘δω πέρα ξένοι.

 Άλλωστε και η ίδια η φύση περιμένει την φθορά, μόνο ο χρόνος να περάσει απομένει και αυτός όμως, ο ίδιος ο χρόνος, φθείρεται και χάνεται και ανήμπορος πια να γιατρέψει, κοιτάει αμέριμνος και περιμένει το τέλος.

…μα γιατί από το σκοτάδι δεν τη γλιτώνει
Ούτε εκείνο το θαύμα ο ήχος…

…Δεν φοβάσαι τον ουρανό,
Αυτός παρηγοριά μεγάλη
Άντε να πέσει, να τελειώνουμε…

…Χρόνος δεν υπάρχει
θα κρύβεται κάτω από το κρεβάτι
γιατί με φοβάται… 

Το εξωτερικό περιβάλλον, περιβάλλον συνωμοσίας, κλειστοφοβικό, ώμο και απαιτητικό, δύσκολο να γίνει ανεκτό.

ηδονίζονται

Με ρωτούν στον δρόμο οι περαστικοί:
Γιατί κρατάς τα φρύδια σου σφιχτά κατεβασμένα;
Ηδονίζονται να το ακούν:
Για να μην μου βγάλετε τα μάτια.
 
Οι «Ανεκπλήρωτοι Φόβοι» αποτελούν την σύγχρονη ωδή στο τέλος που θα έρθει για τα πάντα. Δεν μάχονται αλλά και δεν υποχωρούν. Είναι εδώ, παραμένουν εδώ για να υπογραμμίσουν όλα όσα είναι μέσα μας, μέσα στην  σκέψη μας. Δεν αστειεύονται, δεν λοιδορούν ούτε φλυαρούν και χρονοτριβούν. Κατευθείαν στο θέμα, δίνουν στην πιο σκοτεινή μας σκέψη υπόσταση και την αποτυπώνουν στο χαρτί όπου με την ανάγνωση την ξορκίζουν.

Ο Γκέζος με λογοτεχνική αρτιότητα, εξαιρετικό χειρισμό της γλώσσας και εσωτερική ωριμότητα δημιούργησε μια κραυγή που παγώνει την οθόνη της καθημερινότητας  και αποτυπώνει την χαραγμένη πορεία προς ένα προδιαγεγραμμένο τέλος. 

Ολοκληρώνουμε την παρουσιάση με ένα αδημοσίευτο ποίημα που  μας παραχώρησε ο ποιητής και δειχνει κατα την γνώμη μας την ποιητική δεινότητα του.

απολογία στον πατέρα (αδημοσίευτο)

Φτωχέ πατέρα σχώρα με
που δεν σου έξυσα την πλάτη,
που σε ρούφηξα και σε ξέρανα και σε κρέμασα
στον τοίχο
απ’ τον σβέρκο με τσιγκέλι
να σε δείχνω στους καλεσμένους μου
τα βαρετά τα βράδια του Σαββάτου,
που σε σημάδευα με το δάχτυλο όταν κάποιος
λιμοκοντόρος με κοστούμι με ρωτούσε
«κι εσύ, γιατί έτσι έχεις καταντήσει;»

Χειρότερα, πατέρα
σχώρα με
που το δέρμα σου στέγνωσα στον ήλιο
και πάνω του έγραψα
τα ποιήματά μου.

Ακολουθεί συντομή συνενετυξη που ευγενικά μας παραχωρησε ο ποιητής.

Χρήστο γεια χαρά! Θέλω να ξεκινήσουμε ρωτώντας σε πως αισθάνεσαι, που από την πρώτη σου συγγραφική προσπάθεια γνώρισες αποδοχή από το κοινό, αρκετές διακρίσεις, δημοσιεύσεις σε τύπο και internet, αλλά και μια σημαντική κατ εμέ διάκριση, το κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα 2013; 
Γεια σου Απόστολε! Μια λέξη θα ήταν «παράξενα». Όταν έγραφα πριν από την έκδοση των ποιημάτων δεν είχα καμία επαφή με τον χώρο και τους ανθρώπους του, οπότε δεν είχα και καμία ιδέα για το πώς φαίνονταν τα κείμενά μου σε άλλους. Απλώς έγραφα στο φοιτητικό μου γραφείο ό,τι μου κατέβαινε, για τους δικούς μου λόγους. Όταν άρχισαν να με προσεγγίζουν άνθρωποι και να μου λένε ότι τους είχαν συγκινήσει τα ποιήματά μου ήμουν επιφυλακτικός γιατί φοβόμουν ότι δεν ήταν τίποτα πέρα από κολακεία, αλλά σιγά σιγά καθώς αυτές οι εκδηλώσεις συνεχίστηκαν άρχισα να τις λαμβάνω υπόψη μου και φυσικά να αισθάνομαι χαρά και ικανοποίηση. Το βραβείο ήταν μια επισφράγιση όλων αυτών, αλλά γρήγορα το ξεχνάς και πας παρακάτω.

Που πιστεύεις ότι οφείλεται το ότι ξεχώρισες σε μια εποχή συγγραφικής υπερπροσφοράς (αν συμφωνείς) όπου πολλά καλά έργα χάνονται;
Υπερπροσφορά δεν ξέρω αν υπάρχει, αλλά σίγουρα εκδίδονται αρκετά έργα κάθε χρόνο, ιδίως στην ποίηση. Όσο για το αν έχω ξεχωρίσει, αυτό ελπίζω να μπορώ να το πω στο μέλλον όταν θα έχω βγάλει και μερικά βιβλία ακόμα.

Διαπιστώνω ότι το έργο σου τυγχάνει μιας όχι υπερβολικής αλλά αρκετά καλής προώθησης. Υπάρχει συγκεκριμένο πλάνο marketing ή απλά αγαπήθηκε και κατά συνέπεια επικοινωνήθηκε από τους ανθρώπους του χώρου;
Δεν υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο πλάνο. Οι περισσότεροι εκδοτικοί όπως και οι συγγραφείς τους κάνουν λίγο πολύ τα ίδια στοιχειώδη βήματα για να φτάσει το εκάστοτε έργο σε έναν ικανοποιητικό αριθμό αναγνωστών. Από εκεί και έπειτα υπάρχουν πολλοί παράγοντες που θα συμβάλλουν στο πόσοι τελικά θα ακούσουν ή θα διαβάσουν το βιβλίο: η ποιότητά του, το είδος, το θέμα, οι δυνατότητες του εκδοτικού οίκου, η συγκυρία, η τύχη.

Οι ανεκπλήρωτοι φόβοι αλλά από όσο γνωρίζω και το σύνολο του μέχρι στιγμής έργου σου χαρακτηρίζονται από την πεσιμιστική διάθεση. Πιστεύεις σε αυτή την αισθητική, είναι κάτι βιωματικό που πηγάζει από μέσα σου ή απλά άποψη;
Είναι μια δική μου ερμηνεία της πραγματικότητας, ή μια εκδοχή αυτής. Ίσως ακούγεται κοινότοπο και στομφώδες αλλά άμα βάλεις την ύπαρξη στο μικροσκόπιο και την αναλύσεις στα συνθετικά της στοιχεία, στο τέλος όλοι βγαίνουμε χαμένοι. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως η ζωή στο ενδιάμεσο δεν μπορεί να είναι και υπέροχη και πανέμορφη, όπως μπορεί να είναι και οδυνηρή και αβάσταχτη· και αυτό είναι κάτι που θέλω να φαίνεται στα κείμενά μου. Αντιπαθώ τις μονολιθικές προσεγγίσεις, και ιδιαίτερα όσον αφορά την ύπαρξη που αποτελεί ένα πολυπρισματικό φαινόμενο, το οποίο περιπλέκεται ακόμη περισσότερο όταν έχουμε να κάνουμε με την πρόσληψή του από την ανθρώπινη συνείδηση. Ο θρήνος και η απελπισία απέναντι στον θάνατο άλλωστε δεν δείχνουν τίποτα άλλο από μια βαθιά και εμπεδωμένη αγάπη για τη ζωή.

Στην συλλογή σου «ανεκπλήρωτοι φόβοι», αν και υπάρχουν ψήγματα σαρκασμού δεν υπάρχει χιουμοριστική διάθεση που συχνά συνοδεύει την σχολή ποιητών αντίστοιχης κουλτούρας, τουλάχιστον έτσι το εισέπραξα εγώ δεν ξέρω αν έκανα λάθος. Στην δική σου περίπτωση ένιωσα ότι τα συναισθήματα στα οποία υποβάλλουν τα ποιήματα σου είναι γραμμικά και συγκεκριμένα χωρίς να δίνουν περιθώριο στον αναγνώστη για άλλοθι ή αμφιβολίες για το αν οι φόβοι θα εκπληρωθούν ή όχι. Ισχύει κάτι τέτοιο; 
Στα ποιήματα πράγματι υπάρχει σε κάποια σημεία χιούμορ με τη μορφή του σαρκασμού. Στη Λάσπη επίσης υπάρχει ένα τέτοιου είδους χιούμορ σε μεγαλύτερες δόσεις, και σε κάποια διηγήματά μου ακόμη πιο ξεκάθαρα. Από εκεί και πέρα, αυτό που πιστεύω ή θέλω να χαρακτηρίζει τη συλλογή, κάτι που φαίνεται και από τον τίτλο, είναι μια αμφιθυμία απέναντι στον φόβο: ο αφηγητής των συχνά εφιαλτικών σκηνών ίσως επιθυμεί ενδόμυχα την εκπλήρωσή τους, γιατί είναι κι αυτό μια διατάραξη της κανονικότητας, μια ρυτίδα στην επίπεδη λίμνη του χρόνου, μια προσδοκία, για κάτι.

Ποια είναι η γνώμη σου για την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία; Υπάρχουν καλά έργα; Είναι αρκετά;
Υπάρχουν αρκετοί καλοί νέοι ποιητές και πεζογράφοι. Έχω παρατηρήσει (μπορεί να κάνω και λάθος) ότι στην Ελλάδα, από την πλευρά των αναγνωστών κυρίως, εκδηλώνεται ένας σνομπισμός απέναντι στην ελληνική λογοτεχνία. Δεν είναι λίγοι αυτοί που λένε «δεν διαβάζω Έλληνες» και αγνοούν ακόμα και συγγραφείς που έχουν διαγράψει μια πορεία χρόνων στον χώρο με σημαντικά βιβλία, όχι μόνο τους νέους, ενώ την ίδια στιγμή πειραματίζονται με όποιο μεταφρασμένο κείμενο κυκλοφορεί στην ελληνική αγορά – αυτά ισχύουν πιο πολύ για την πεζογραφία. Η αλήθεια είναι πως στατιστικά και μόνο όταν έχουμε μια δεξαμενή βιβλίων από όλο τον κόσμο, από τη μία, και μια δεξαμενή από μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα από την άλλη, τα ξένα σημαντικά έργα θα είναι σαφώς περισσότερα. Πέρα από τη δικαιολογημένη αυτή επιφύλαξη όμως, νομίζω πως συχνά φτάνουμε σε μια βασισμένη στην προκατάληψη υπερτίμηση κάποιων ξένων βιβλίων. Κάτι που πιστεύω πάντως ότι λείπει από την ελληνική λογοτεχνία είναι η εξωστρέφεια και η οικουμενικότητα: η ενασχόληση δηλαδή με θέματα που αφορούν διαχρονικά τον άνθρωπο και την ανθρώπινη εμπειρία, έξω από τα δεδομένα της στενής ελληνικής πραγματικότητας και ιστορίας.

Ποιος είναι ο αγαπημένος σου ξένος και ποιος Έλληνας συγγραφέας;
Από ξένους θα έλεγα τον Κάφκα, που τον αγαπώ σε ένα επίπεδο πέρα από το λογοτεχνικό. Από Έλληνες θα έλεγα έναν ποιητή, τον Σαχτούρη, για τον ίδιο ίσως λόγο.

Ποια είναι τα πέντε πιο αγαπημένα σου βιβλία, αυτά που θα έπαιρνες αν έπρεπε να περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου με αυτά σε ένα ξερονήσι; 
Δεν είμαι καθόλου καλός στις λίστες. Θα έλεγα: Η Δίκη, Αβεσσαλώμ Αβεσσαλώμ, Το Μαγικό Βουνό, Ο Βίος και η Πολιτεία του Σκρουτζ Μακ Ντακ, Πώς να αποδράσετε από ένα ξερονήσι.

Δώσε μας μια ιδέα από το τι ετοιμάζεις για το μέλλον 
Το φθινόπωρο θα εκδοθεί το τρίτο μου βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων Τραμπάλα, από τις εκδόσεις Μελάνι.

Χρήστο σε ευχαριστώ πολύ που με τίμησες με αυτή την κουβέντα. Θέλω να κλείσουμε με ένα σχόλιο σου για την κατάσταση που επικρατεί στην χώρα μας. 
Ευχαριστώ κι εγώ Απόστολε. Για την κατάσταση στη χώρα δεν έχω να προσθέσω κάτι καινοφανές ή ιδιαίτερα ενδιαφέρον, παρά μόνο ότι είναι μια κατάσταση που αν βελτιωθεί κάποια στιγμή τα επόμενα χρόνια δεν θα πρόκειται για μια θεαματική βελτίωση αλλά μια προσαρμογή σε ένα λίγο πολύ σταθερό πλέον πλαίσιο, το οποίο σχετίζεται και με μια επισφαλή πορεία στην οποία φαίνεται να έχει μπει ολόκληρος ο πλανήτης.

*Από το http://readingbooksforfun.blogspot.com.au/2016/07/blog-post.html?spref=fb

Άνθη μέσα από τα κατσάβραχα: Για τον Γιώργο Φιλιππίδη

1038547_mykonos_new017_1

Ένας διάττων, ξεχωριστός ποιητής των ’90s που αυτοκτόνησε πριν συμπληρώσει τα 20 του χρόνια.

ΤΟΥ M. HULOT*

Τα ποιήματα του Γιώργου Φιλιππίδη άργησα πολύ να τα πάρω είδηση. Κοντεύει μια εικοσαετία από τότε που έφυγε πρόωρα, βίαια και ξαφνικά, λίγο πριν συμπληρώσει τα είκοσι χρόνια του, τον Ιούλιο του 1997. Τα οχτώ ποιήματά του που κυκλοφόρησαν δύο χρόνια μετά τον θάνατό του, συγκεντρωμένα σε μια συλλογή με τίτλο «Γαλάζια Μηχανή» από τη μητέρα του, είναι τα μόνα που έχουν διασωθεί, συν μία επιστολή που όταν γνωρίζεις τον τρόπο που έβαλε τέλος στη ζωή του γίνεται βασανιστική και ανατριχιαστική: «Έχω να πω τόσα πολλά, κι όμως ξέρω πως δεν θα καταφέρω να πω τίποτα. Φοβάμαι ότι η μοναξιά είναι πιο κοφτερή ανάμεσα στους γνωστούς, μέσα στην οικειότητα των προσώπων και των δρόμων. Οι τοίχοι του δωματίου μου δεν λιώνουν ποτέ όταν είναι κάποιος άλλος στο δωμάτιο. Έτσι περιμένω τα βράδια˙ τότε καμιά φορά προσεύχομαι κοιτάζοντας χαμηλά ή κλείνοντας τα μάτια. Το απόλυτο πάλλεται μες στο κεφάλι μου και μ’ εξουθενώνει˙ τόσο που καμιά φορά νομίζω πως όλα τα μελίσσια του κόσμου θέλουν να φτιάξουν τις κυψέλες τους μέσα στο μυαλό μου».

Ο Γιώργος Φιλιππίδης είναι ξεχωριστή περίπτωση ανάμεσα στους Έλληνες ποιητές της δεκαετίας του ’90. Πέρασε σαν διάττοντας αστέρας από την ελληνική πραγματικότητα, έγραψε σε πολύ νεαρή ηλικία (έφηβος) όλα τα ποιήματα και έδωσε τέλος στη ζωή του με έναν ιδιαίτερα άγριο τρόπο (απαγχονισμό και ταυτόχρονη αυτοπυρπόληση). Η ποίησή του έχει κάτι από Ρεμπώ, είναι τρυφερή, εύθραυστη, ασφυκτική, με μια ένταση που δικαιολογείται από το νεαρό της ηλικίας του, αλλά και μια αδικαιολόγητα στενή σχέση με το θάνατο. Μέσα από τις γλυκόπικρες στιγμές που δείχνουν ένα παιδί που χρησιμοποιεί με υπέροχο και αξιοθαύμαστο τρόπο τις λέξεις (Ακούστε καλά! / Κωδωνοκρούστης στην καμπανούλα, / σαρκοφάγο λουλούδι της ασκήμιας μου, / στο αχανές πεδίο της καμπούρας μου όπου, / απαράλλαχτα έναστρος ουρανός, αιωρείται η αστρόσκονη που είμαι) ξεπετάγονται λόγια προφητικά, που φανερώνουν την διαίσθησή του για αυτό που ερχόταν (Αφού σπαρτάρησε στ’ αγκίστρι της βίας / η Ευρώπη κοιμάται / σαν κρέας σε χασάπικο, / φρουρούμενη από διμοιρίες μπάτσων).

Ο Γιώργος Φιλιππίδης γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Ήταν ένα παιδί μικροαστικής προς μέσο-αστικής οικογένειας, πήγε σχολείο στα Ανάβρυτα. «Ο Γιώργος ήταν πολύ στα Εξάρχεια από νεαρός έφηβος, καταλήψεις, Πολυτεχνείο, μέχρι την Τρίτη Λυκείου είχε ζήσει όλον τον μεγάλο πανικό του ’95» λέει ο Σύλλας Τζουμέρκας, σκηνοθέτης και κολλητός φίλος του στο πρώτο έτος στο πανεπιστήμιο και μέχρι το τέλος του. 15 χρόνια μετά τον θάνατο του Γιώργου Φιλιππίδη ο Σύλλας έφτιαξε το ντοκιμαντέρ-αφιέρωμα στο οποίο μιλούν συμφοιτητές τους και άνθρωποι που τον γνώρισαν. Το συγκεκριμένο Παρασκήνιο ήταν η αφορμή να γνωρίσω τα ποιήματα του Γιώργου.

«Αποφάσισα να το κάνω και για προσωπικούς λόγους. Το έκανα και για μένα αυτό το Παρασκήνιο» λέει. «Είναι κομμάτι της ζωής μου με έναν πολύ έντονο τρόπο αυτό. Τον Γιώργο τον γνώρισα στο Πανεπιστήμιο, περάσαμε μαζί στη θεατρολογία. Ήταν ένα χρόνο πιο μεγάλος από μένα και κάναμε παρέα από την αρχή. Πήραμε μαζί ένα ταξί ένα απόγευμα, έγιναν οι σωστές ερωτήσεις και κολλήσαμε. Είχα έρθει από τη Θεσσαλονίκη και ήταν τελείως άγνωστη η Αθήνα για μένα. Στην ουσία ήταν ο πρώτος φίλος που έκανα στην Αθήνα. Μετά ζήσαμε μια μεγάλη περιπέτεια, εγώ πέρασα μεγάλη ευτυχία, κάναμε παρέα κι ήμασταν πάρα πολλές ώρες μαζί. Τα ποιήματά του τα έζησα από την αρχή. Η «Μελίσσα», η «Γαλάζια Μηχανή» και το «Γκρίζο» γράφτηκαν εκείνη τη χρονιά που είχαμε γίνει μια παρέα παράξενη: η Πολύ Φλουρέντζου, Γιούλα Μπούνταλη, Χριστίνα Θανάσουλα, Σοφία Θανοπούλου, Μάχη Αγγελούλη, κ.α. –είναι μια χρονιά της θεατρολογίας Αθήνας αυτή που ήταν λίγο αλλιώτικη απ’ τις άλλες».

Η ποίησή του έχει κάτι από Ρεμπώ, είναι τρυφερή, εύθραυστη, ασφυκτική, με μια ένταση που δικαιολογείται από το νεαρό της ηλικίας του, αλλά και μια αδικαιολόγητα στενή σχέση με το θάνατο.

Όλα ξεκίνησαν μια αυγή που γκρίζεψε η θάλασσα και χλόμιασαν τα πεύκα. Χαλάσανε όλα τότε και η γη γέμισε δάκρυα που στάζουν μαζί με το φόβο, το φόβο, το φόβο. Κάτι πέτρες, που πρωτύτερα τις πλάθαμε στις παλάμες μας, γίνανε βράχια. Μερικοί κιόλας, μοναχά που τις βλέπουν, σκέφτονται τώρα πόνο και αξίνα και φτυάρι. Πώς έτσι έγινε και όλα τα πλοία έχουνε άξαφνα μια πατρίδα και σε κανέναν δεν μπορείς να βάλεις τα όνειρά σου να τα πάει στ’ αστέρια, καθόλου δεν καταλάβαμε και ούτε μας είχε περάσει από τον νου πως κάτι τέτοιο μπορούσε να είχε συμβεί. Την πρώτη μέρα είχαμε τον θάνατο του σχοινοβάτη. Ήταν κακόκεφος και μονάχος του πάντα κοίταζε να περνά τις ώρες του. Τη μοίρα μας αυτός την έπλεξε στο βήμα του, σε μια από τις παραστάσεις του, με τα επιδέξια δάχτυλά του σημάδεψε το ύψος και τα κόκκινα χείλη φίλησαν το μέτωπο της αλήθειας και η καρδιά του γδύθηκε σ’ ένα υπόγειο και τα μάτια του έσταζαν αίμα και λεπίδες σαν θέλησε να στρέψει το βλέμμα του ψηλά, πιο πάνω από τη χορδή αυτή που τον στήριζε. Μα εμείς σαν έπεσε βουίξαμε όλοι και χαϊδέψαμε το θόρυβό του με τις θολές κραυγές μας.

«Είχε και κάτι βαθιά ηλίθιο αυτό που ζήσαμε σ’ εκείνα τα χρόνια. Σε όλα τα επίπεδα. Και βαθιά βλακώδες, σε σχέση με πράγματα που καταλαβαίνεις αργότερα» συνεχίζει ο Σύλλας. Τον ρωτάω πώς ήταν ως άνθρωπος. «Υπάρχουν χαρακτηριστικά Δον Ζουανικά, υπάρχει μια μεγάλη ευθυμία σε βαθμό παραλόγου, ένα μεγάλο άνυσμα σε διαθέσεις, από μεγάλες ευθυμίες σε μεγάλες κατατονίες, μεγάλες σιωπές. Δεν μιλάμε για μια κατάσταση που πηγαίνει ευθεία. Υπάρχει και έντονη ανασφάλεια με τη γραφή σε βαθμό συχνά αυτοκανιβαλιστικό. Μιλάμε για εφηβεία, μια συνθήκη ανασφάλειας που σου δημιουργούν τα 16, 17, 18 χρόνια. Όλο το πράγμα είναι τελείως ασαφές, μπορεί να είσαι απλά ένας κλόουν, μπορεί αυτό που κάνεις να μην έχει καμία αξία. Είναι άλλο πράγμα να είσαι 35 και άλλο στο πρώτο έτος στο πανεπιστήμιο –επί ΠΑΣΟΚ, σε μια Ελλάδα που δεν έχουν συμβεί όλα αυτά που ακολούθησαν, μιλάμε για την Ελλάδα των ’90s. Όλοι προσπαθούσαμε να ανακαλύψουμε ποιοι είμαστε μέσα σε όλο αυτό το πράγμα και ο Γιώργος προσπαθούσε το ίδιο. Αν δεν το δεις ως κάτι εύθραυστο, κάτι εξαιρετικά ευάλωτο το έχεις δει λάθος».

Τη δεύτερη μέρα συνέβη το εξής: ένας από μας, κρατώντας σφιχτά ένα δρεπάνι στο χέρι του, έδωσε μια και αποκεφαλίστηκε, αφού (όπως φάνηκε) είχε ακούσει τα πεισιθανάτια λόγια ενός συντρόφου του (αυτού με τη μακριά γενειάδα). Αμέσως τη θέση του, που ως τότε κατείχε το κεφάλι του, κατέλαβε το σώμα ενός ιχθύος, που έδειχνε με τη συννεφιασμένη όψη του ξεκάθαρα την ατράνταχτη θέλησή του ν’ ανταμώσει το πέλαγο. Λίγο αργότερα κύλησε εκεί, εξαρτώντας το σώμα του από αγάλματα ανέκφραστα μα χρόνια δουλεμένα. Αυτά που γίνανε μας ξαφνιάσανε πολύ, αν και δεν ήταν διόλου απίθανα να συμβούνε (έτσι το ’χουμε να νομίζουμε για απίθανα τα πιο πιθανά) και αποφασίσαμε κάτι να κάνουμε να τους δώσουμε τέλος. Συνταχτήκαμε έτσι τη δεύτερη μέρα το απόγευμα κοντά στην πηγή, αυτή που μας δίνει το ακριβό νερό που πίνουμε, και πολλοί θέλησαν να μιλήσουν και πολλοί μιλήσανε. Μα ήτανε δυο τρεις που είπανε πολύ σημαντικά και σοφά πράγματα, βγαλμένα βαθιά μέσα απ’ τη γροθιά ανάμεσα στα στήθια τους, την κόκκινη. Αυτά θα σας τα πω κι εγώ όπως τα είπανε, για να δείτε ακόμη, και μ’ όλα όσα στο μεταξύ διάστημα είχανε συμβεί, υπήρχαν ακόμη μερικοί που μίλαγαν με σύνεση και έρωτα στα λόγια τους: Πρώτος πήρε το λόγο ένας που ήταν στην εμφάνιση ίδιος παιδαρέλι. Μονάχα τα μπράτσα του ήταν αντρίκια, καθώς και αυτά που έλεγε και έτσι κανείς δεν βρέθηκε να του πει να σταματήσει. Είπε λοιπόν: «Σε μια θεώρηση αντιθέτων προσωπική, το κόκκινο δεν είναι παρά λανθάνον γκρίζο κι απαιτητικό. Μας ζητά άθλους μύριους και ούτε άνθη προσφέρει ούτε αλήθειες. Κι όλοι ξέρουμε τη θλίψη την από την απόρριψη προερχόμενη πως είναι απέραντη και λεία σαν ευθεία γραμμή». Ύστερα πέταξε το καπέλο του στον αέρα και εξαφανίστηκε ή μάλλον χύθηκε κάτω από την χρυσόσκονη, σαν στάχτη το σώμα του. Κι είπε κάποιος πως έφυγε έτσι για να τιμήσει τα λόγια του. Και τις άλλες μέρες ποτέ κανείς δεν τον ξανάδε και ποτέ δεν ξαναμνημονεύτηκαν αυτά που είπε (πλην σήμερα). Και σαν κόπασαν τα λιγοστά σχόλια για τον λόγο του και μίλησαν και άλλοι και άλλοι και τέλειωσαν και αυτοί και κάθισαν και έπαψαν να ρητορεύουν, πήρε μια γυναίκα να μιλάει και είπε πράγματα που κανείς δεν άκουσε, για πολέμους και τέτοια. Κι ύστερα είπε και αυτά που όλοι αφουγκράστηκαν με ευλάβεια, μιας και δεν μπορούσαν να την καταλάβουν. Κι είπε τα ακόλουθα: «Μακριά σου δεν είναι καθόλου ωραία, χιονίζει και βρέχει πολύ και δεν υπάρχει πουθενά κόκκινο, μόνο γκρίζο, γκρίζο, γκρίζο. Στο κοράλλι που μου έδωσες έπαψαν πια να διακρίνονται τα ίχνη των δαχτύλων σου, έτσι θα χρειασθώ κάτι περισσότερο, κάτι πιο πολύ ή που απ’ αυτό δεν θα σβήσουν ποτέ τα αποτυπώματά σου, γιατί ναι, μακριά σου αλήθεια κρυώνω».

«Τον έβλεπες ως ποιητή;». «Και βέβαια τον έβλεπα ως ποιητή, όπως έβλεπα τον εαυτό μου ως σκηνοθέτη. Δυνάμει ποιητής και δυνάμει σκηνοθέτης, έστω. Ήμασταν πολύ αποφασισμένοι, ακραία αποφασισμένοι να κάνουμε αυτό που θέλαμε, με τον έναν τρόπο ή τον άλλον. Αυτή η σχολική χρονιά το 1997-98, για μένα είναι καθοριστική. Άρχισαν από το Μάρτη και μετά να γίνονται διάφορα πράγματα που και σήμερα δεν είναι ξεκάθαρα, γιατί βασίζονται σε φίλτρα ανθρώπων. Δεν είναι η αλήθεια του Γιώργου όμως, είναι η αλήθεια όπως την ξέρει ο καθένας μας. Από κει και πέρα υπάρχει μια συναισθηματική, υπαρξιακή και ψυχική ένταση στο πρόσωπο η οποία είναι θηριώδης, υπέροχη και μοναδική. Κατά τη γνώμη μου αυτό υπάρχει σε μεγάλο βαθμό και στα ποιήματα. Το Γκρίζο είναι πάρα πολύ ένα τέτοιο έργο. Έχει μια καταγραφή από το ύψος του κενού και είναι και το έργο το οποίο γράφτηκε τότε, το Πάσχα.».

«Ο Γιώργος Φιλιππίδης σε μια ηλικία σχεδόν απαγορευτική έφτασε εκεί που άλλοι πασχίζουν χρόνια να φτάσουν. Η ποίησή του – το αισθάνεσαι αμέσως αυτό- δεν είναι απλά ελκυστική, δεν είναι απλά σύγχρονη, η ποίησή του είναι επείγουσα».

«Τι εποχή αυτοκτόνησε;». «Ήταν Ιούλιος. Εκείνο το καλοκαίρι είχαμε κανονίσει να πάμε interail με άλλους φίλους μας. Ο Γιώργος το ακύρωσε δυο μήνες πριν φύγουμε και μας έκοψε όλους, άρχισε να απομονώνεται. Είχε μια μεγάλη άρνηση, ένα μεγάλο όχι σε όλα. Και μιλάμε για μία εξαιρετικά βίαιη αυτοκτονία. Έχει μια σημασία για όλους εμάς που τον ζούσαμε, είναι μια πολύ σημαντική πτυχή όλου αυτού, υπάρχει μια τρομακτική βία».

«Υπάρχει ένας πυρήνας οργής και έντασης, αυτό γιατί δεν το έβγαζε στα ποιήματά του;». «Τα ποιήματα του Γιώργου δεν είναι ποιήματα οργής, η κατάλληλη λέξη να χαρακτηρίσεις αυτό που υπάρχει είναι η ευθραυστότητα. Δεν υπάρχει η εφηβική ή μετεφηβική αντίδραση. Υπάρχει κάτι αληθινά ασφυκτικό, κάτι εορταστικό και μεγάλη ευαλωτότητα. Τα ποιήματα τα διάβαζα από το ξεκίνημά τους, ήταν μια εποχή μου ήμασταν πολύ κοντά. Μου άρεσαν, έγραφαν και άλλοι φίλοι μας, αλλά τα ποιήματα του Γιώργου μου άρεσαν στα αλήθεια. Κι είναι αληθινή καλλιτεχνία και τίποτα άλλο. Υπήρχε μέταλλο. Το ήξερα ότι υπάρχει μέταλλο, μου το έλεγε το ένστικτό μου ότι υπάρχει ειδικό μέταλλο, και κολλήσαμε και στην καθημερινότητά μας. Νιώσαμε εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο. Δεν έχει τίποτε να κάνει με άλλα πράγματα που έρχονται πιο μετά, την αναγνώριση ή την μη αναγνώριση, την άβυσσο της κακίας και της μικρότητας, και όλο αυτό μου άλλαξε τη ζωή. Και με καλό και με άσχημο τρόπο».

Έχω να πω τόσα πολλά, κι όμως ξέρω πως δεν θα καταφέρω να πω τίποτα…
“Έχω να πω τόσα πολλά, κι όμως ξέρω πως δεν θα καταφέρω να πω τίποτα…”

Κανένας δεν κατάλαβε σε ποιον αλήθεια απευθυνόταν η γυναίκα, μα επειδή πού και πού ήθελαν να ελπίζουν πως επρόκειτο γι’ αυτούς. Έτσι ξεσπάσανε καυγάδες στο πλήθος, που λιαγιάσανε μόνο σαν ήρθε τη γυναίκα φτερωτό άλογο και την πήρε και είδαν ότι αυτό ήταν η μούσα της. Ο τρίτος που μίλησε με ενδιαφέρον ήταν στ’ αλήθεια ζοφερός και μήνυσε πως ήρθε τάχα το τέλος, μα αποδείχτηκε στο τέλος ένας τρελός πως ήταν. Με τα εξής λόγια απευθύνθηκε στο ακροατήριο: «Ακόμη και οι λέξεις σκαρφαλώνουν να κοιτάζουν μέσα στα μάτια μου. Ο τρόμος με δένει σαν να με ελέγχει και αναρωτιέμαι στ’ αλήθεια για την ειλικρίνειά του. Κι αν κάτι να μη μου πρέπει δουν στο μυστικό μου καταφύγιο, ποια η φρικτή μου η μοίρα μετά!». Τότε ακριβώς φάνηκε η αρρώστια του. Κι αυτός άφρισε στο στόμα και άρχισε να κτυπά τα μέλη του στην εξέδρα, που είχε στηθεί για τις ρητορείες, και ούρλιαζε με λέξεις ακατάληπτες πάνω στη σύγχυση που είχε και ύστερα έκλαιγε πικρά. Αυτός μόλις του πέρασε η κρίση αυτή έφυγε μακριά ντροπιασμένος και λένε πως είναι ακόμη και μέχρι τις μέρες μας κλεισμένος σε μια σπηλιά πίσω από τους καταρράκτες, όπου με αγάπη μια που τη λένε Άννα τον νοιάζεται. Κι αυτοί ήταν οι αξιοσημείωτοι λόγοι. Η απόφαση πάντως που βγήκε, μια και δεν μπορούσαμε αλλιώς το κακό να σταματήσουμε, ήταν να κινήσουμε για τη δύση του ήλιου, που όλοι παραδέχονται πως αυτή ρυθμίζει και κανονίζει το χρώμα που θα ανατείλει η μέρα. Και τ’ άλλο πρωί συμφωνήσαμε να ξεκινήσουμε. Και θα το κάναμε, αν δεν συνέβαινε αυτό που συνέβη: Πρωί πρωί της τρίτης μέρας λοιπόν στέρεψε η πηγή μας και πια μέρος για να πίνουμε νερό δεν είχαμε. Με μαύρες φτερούγες μας αγκάλιασε ο θάνατος. Μαράθηκαν τα χορτάρια και οι λάσπες στέγνωσαν κι έσκασε η γη. Στην πρόχειρη πολιτεία που οργανώσαμε στον καταυλισμό μας αυτόν, πάνω από το άλλοτε υγρό οδόστρωμα (είχαμε ασφαλτώσει για τις ανάγκες των οχημάτων ένα δυο δρομάκια) κάθονταν μόνο η σκόνη κι η ομίχλη, αυτή που είχε κουρνιάσει εκεί από την υγρασία διαλύθηκε, μα ό,τι είδαμε δεν ήτα καθαρότερο και καθόλου δεν μας ξεθάρρεψε. Το τέλος κάθε μόχθου στους κορμούς που είναι ακόμη γεροί μα άδειοι και στα φύλλα που αλάφρωσαν άξαφνα, η αρχή εκεί κοντά στις φωλιές των μυρμηγκιών και των άλλων εντόμων, που ως τώρα τα ακούγαμε και τώρα έτσι απρόσμενα σώπασαν και αυτά μαζί με τις αχτίδες του ήλιου. Στον ύπνο τους πολλοί ξυπνούσαν με κραυγές και αγωνία από το ατσάλι –τη στυφάδα αυτή- που τους έδενε τη γλώσσα, και σχημάτιζαν ζωγραφιές στον αέρα με τα δάχτυλά τους μέσα στο παραλήρημά τους, μήπως έτσι έφερναν κοντύτερα τον σκοπό τους. Κι έτσι πέρασε και η τρίτη νύχτα και ξημέρωσε γκρίζα η τέταρτη μέρα. Και με έκπληξη είδαμε, όσοι αντέξαμε τη φοβερή δοκιμασία, πως πάλι το νερό έτρεχε στη στέρνα. Και αμέσως όλοι ενοήσαμε τον σκοπό τον ανώτατο που είχε αυτή η προσωρινή λειψυδρία: πως ήταν δηλαδή σημάδι· πως μας ορμήνευε κάτι. Και τότε πολλές προτάσεις και εξηγήσεις ακούστηκαν, πως τάχα τον κώδικα θα έλυναν μα μία μόνο γίνηκε πιστευτή, ενός σμιλευτή του μαρμάρου.

«Ο Γιώργος Φιλιππίδης σε μια ηλικία σχεδόν απαγορευτική έφτασε εκεί που άλλοι πασχίζουν χρόνια να φτάσουν. Η ποίησή του – το αισθάνεσαι αμέσως αυτό- δεν είναι απλά ελκυστική, δεν είναι απλά σύγχρονη, η ποίησή του είναι επείγουσα» γράφει ο ποιητής Γιάννης Στίγκας στον πρόλογο της Γαλάζιας Μηχανής. «Γιατί ο Φιλιππίδης ενσαρκώνει την τεράστια υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου, με μια γλώσσα πυρετική, ακροβατική, χίλιες φορές πιο ακροβατική από το χαμόγελο του Da Vinci. Γιατί δεν αρκείται στην κραυγή, αλλά ξέρει και να την σκαρφαλώνει. Κάτι –που κατά τη γνώμη μου- είναι κι ο μοναδικός μας δρόμος προς το όνειρο: Αδέλφια μου / ακούστε καλά / μια μέρα θα φτιάξουμε / τον γυάλινο κήπο που ονειρευόμαστε / μια μέρα από το γυάλινο πηγάδι του / θα αντλήσουμε / ζεστή σοκολάτα / και λουλούδια εντελβάις. Γιατί διαθέτει μια κοινωνική συνείδηση κοφτερή –κοφτερή, όπως ακριβώς πρέπει: Μήπως και να καταλάβει κανείς / πόσο πολύ δεν με νοιάζει / αν καούν όλα / τα δολάρια / και τα μάρκα / και τα γιεν του κόσμου. Ε, τέτοιος άνθρωπος είναι. Με την ευαισθησία ξενυχτισμένου λουλουδιού: Γύρεψα πάντοτε εκδίκηση / στ’ όνομα κάθε τι εύθραυστου / είχα ξεχάσει πως ό,τι είναι εύθραυστο / είμαι εγώ / πως είσαι εγώ. Ή: Γδέρνομαι σε μια δυο αληθινές φιλίες και σ’ έναν έρωτα / … Αγαπώ (θέλω να προλάβω να το κάνω καλά, όλο και καλύτερα) / Είναι στιγμές που δεν φοβάμαι τον θάνατο. Ξέρετε, μου είναι πολύ δύσκολο να σας μεταδώσω πώς λειτουργεί αυτή η ποίηση μέσα μου. Κι ίσως, αν σας έλεγα ότι ηλεκτρίζει το κουράγιο μου κι ότι μέρα με την ημέρα με κάνει να μαντεύω μες στους ανθρώπους μια δύναμη σχεδόν αστρονομική, του εσαεί – καινοφανούς αστέρα. Ή, μάλλον, ξεχάστε τα όλα αυτά και κρατήστε μονάχα το εξής: Λύσου και λιώσε / ζούμε μονάχα για το χνώτο του φωτός / … ζούμε για μιαν ανάσα σβησμένη / άπειρο / όμως άπειρο είναι / ό,τι το άπειρο βυζαίνει. Έτσι είναι. Γι’ αυτό και όποτε σκέφτομαι τον Γιώργο Φιλιππίδη, τον σκέφτομαι σε χρόνο αποκλειστικά ενεστώτα. Άλλωστε, το λέει και ο ίδιος: μα η μηχανή –γαλάζια θα προσθέσω εγώ- / Μα η μηχανή αγρυπνά και ταξιδεύει / έστω και χωρίς αναβάτη».

Το χρονικό πλαίσιο στο οποίο έζησε και έγραψε ο Γιώργος Φιλιππίδης ήταν μια περίοδος ψευδο-ευημερίας, με την Ελλάδα να ετοιμάζεται για την Ολυμπιάδα, τη φούσκα του χρηματιστηρίου να διογκώνεται και να ετοιμάζεται να σκάσει, ΠΑΣΟΚ, νεοπλουτισμό και τους Έλληνες να προσπαθούν να πλουτίσουν με ψέματα.
Στον Σεργκέι Γιεσένιν― ξανά!
13.5.2016
Στον Σεργκέι Γιεσένιν― ξανά!

«Δεν υπήρχε καμία σύνδεση με την ελληνικότητα. Αισθανόμασταν πιο πάνω» λέει ο Σύλλας. «Δεν μπορούμε να φτιάξουμε ένα life style γύρω από αυτό, φαντάσου ένα παιδί με σπυράκια, δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί, είναι μια συνθήκη εφηβείας που δεν είχε περιθώρια για περισσότερα πράγματα. Διαβάζαμε πολύ Ρεμπώ, Απολινέρ, Ντοστογιέσφκι, Βερλέν, οι βασικές συζητήσεις μας ήταν για τον Ντοστογιέσφκι. Από κει και πέρα υπήρχε μεγάλη απόσταση κατά το δυνατόν από την ελληνική τέχνη, πολύ συνειδητή. Βλέπαμε πολύ σινεμά, Τρίερ, Κρόνενμπεργκ, δεν ήταν μόνο λογοτεχνικές οι αναφορές, ήταν κάτι πιο ευρύ στις δικές μας γενιές, μουσική, Πάουντ, έπαιξε σίγουρα έναν ρόλο και ο μοντερνισμός. Μουσικά ακούγαμε πάρα πολύ Spiritualized, Nirvana, grunge που ήταν κάτι πολύ κοινό, είχαμε έναν φίλο που τραγούδαγε ρεμπέτικα, μας άρεσαν τα rave πάρτι, ακούγαμε τα πάντα. Υπήρχε μια απίστευτη ζωντάνια, υπήρχε ζωτικότητα, υπήρχε ένα άρπαγμα από τη ζωή, ακόμη και από τον θάνατο. Δεν είναι μια ιστορία μελαγχολίας, θλίβας και κατάθλιψης. Υπήρχαν μηχανές, πάρτι, έρωτες, υπήρχε κάτι πολύ ζωντανό. Ήμασταν 18 χρονών –ο Γιώργος 19 -τώρα θα ήταν 38».

Αφού λοιπόν χτύπησε τη γροθιά του με πάταγο στο δρύινο ξύλο του πάγκου, που δούλευε την τέχνη του, και με οργή περίσσεια, που πολλοί την απόδωσαν στην αναμονή και την αναβλητικότητα που είχαμε ως τότε (μάλλον) δείξει, βροντοφώναξε τη γνώμη του και και ξεχείλιζε σαν μιλούσε θάλασσα από τα μάτια του και κύματα ήταν τα λόγια του: «Μα τι τάχα να σήμαινε σαν όχι πως δεν έχουμε άλλο χρόνο για συζητήσεις και λόγους. Ήτα η πρόγευση αυτού που σιμώνει σαν φιλί που σου δείχνει τον έρωτα. Ας φύγουμε αμέσως από το καταραμένο μέρος, να κυνηγήσουμε την τύχη μας, να ξαναβρούμε τα χρώματα. Μα γι’ αυτό το ταξίδι, που σαν πάνε όλα καλά θα ξεκινήσουμε αύριο, θα χρειασθεί κάτι ο καθένας σας να δώσει. Θέλω να περνάτε όλοι, ένας ένας, μπροστά από τον πάγκο, αυτόν που πάνω του θαυμάζετε τα όσα έχω φτιάξει, και να αφήσετε ο καθένας ό,τι ποτέ κανείς δεν σας ζήτησε!». Και περάσαμε όλοι από το ορισμένο μέρος και ο καθένας έδινε τα δικά του, άλλος έρωτα, άλλος ψέμα, τρυφεράδα, σκέψη, λογικό, αλήθεια, έχθρα, τη γη, και έδωσε ακόμη κι αυτόν τον ήλιο. Και αυτά τα πήραμε όλα μαζί μας και όταν ήρθε η στιγμή να φανούν χρήσιμα και να πάρουμε βοήθεια απ’ αυτά, τότε ένα ένα τα χρησιμοποιούσαμε κατά την περίσταση. Πάντως, καθώς μας είχε προταθεί, τραβήξαμε για τη δύση την Πέμπτη μέρα το πρωί πρωί. Και παραδώσαμε τον καταυλισμό μας στις φλόγες. Και δεν θα γυρνούσαμε ποτέ πίσω και το ξέραμε. Μερικοί που ποτέ δεν είχανε πιστέψει ότι τελικά θα αναχωρούσαμε τα χάσανε και αντί ν’ ακολουθήσουν εμάς, πέφτανε μέσα στις φλόγες και αυτοπυρπολιόντουσαν, αφού είχαν πρώτα ξεγυμνωθεί και κρατώντας στα χέρια τους λουλούδια, γαρδένιες, μαργαρίτες, κυκλάμινα. Και κάποιοι άλλοι στήνανε οδοφράγματα και ρίχνανε πέτρες ο ένας στον άλλον χωρίς ευτυχώς να μας πειράζουν εμάς. Και αυτή ήταν μία ομαδική μανία που δεν μπορούσαμε ποτέ να εξηγήσουμε και που αφάνισε πολλούς από μας, που τους λέγαμε αντριωμένους ως τότε. Και μερικοί έκαναν κάτι πολύ αστείο σ’ εμάς που είχαμε τα φρένα μας σώα ολωσδιόλου: ετοιμάζανε τις βαλίτσες τους ή άλλες τσάντες που είχαν και τις γέμιζαν με τα χρειαζούμενα (χτένες, βούρτσες, ρούχα, σαπούνια και τέτοια), χωρίς να τους περνά απ’ το μυαλό πως το ταξίδι μας θα ’ταν πολύ διαφορετικό. Και εύλογα όσοι τόσο είχαν παρανοήσει τον στόχο μας δεν τους πήραμε μαζί μας, γιατί μάλλον φορτίο θα ήτανε παρά πολύτιμη βοήθεια. Μα όλα αυτά καθώς και οι χαμοί των άλλων τις προηγούμενες μέρες μάς λιγόστεψαν στ’ αλήθεια και μείναμε βέβαια, με κάποιες εξαιρέσεις, λιγότεροι από πριν αλλά πιο εκλεκτοί. Και ξημέρωσε λοιπόν η πέμπτη μέρα. Ακολουθήσαμε ένα μονοπάτι πολύ στενό, που δεν μας χωρούσε να περπατάμε δυο δυο και κάναμε φάλαγγα που άγγιζε πέραν από τα βλέμματά μας, ως το δάσος. Είχαμε αποφασίσει να μη σταματήσουμε την πορεία μας ώσπου να έρθει το σκοτάδι. Κι αυτό έκανε πολλούς από την κούραση και την απογοήτευση να σκάβουν λαγούμια σαν τα ποντίκια στη γη και να λένε πως εκεί πια θα κατοικήσουν, μέσα σε υπόγειες στοές, και πως θα έκαναν εκεί ζωή καλύτερη απ’ την αβέβαιη τη δικιά μας… Έψαχναν να βρουν φαγητό μέσα εκεί που δεν έφτανε αυτό το λιγοστό φως που μας ζωγράφισε εμάς που συνεχίσαμε, ίσα ίσα για να διαφέρουμε αναμεταξύ μας. Και ως να βραδιάσει είχαμε διανύσει δρόμο πολύ, μα είχαμε πολύ περισσότερο μπροστά μας. Κι ο ύπνος που κάναμε σαν σταματήσαμε ήταν τέτοιος, που κάποιοι το θέλησαν να μην ξυπνήσουν καθόλου, ούτε την έκτη μέρα, για να συνεχίσουμε στο μονοπάτι. Την έκτη μέρα κατά το απόγευμα στέρεψε έξαφνα το μονοπάτι. Χάσαμε τα ίχνη του και όσο κι αν ψάχναμε, ήταν μάταιο. Έπρεπε έτσι μόνοι μας πιο να οδηγηθούμε και μόνοι μας να ανοίγουμε περάσματα, αφού ήταν κακοτράχαλο το μέρος και δύσκολα.

Τα ποιήματα της «Γαλάζιας Μηχανής» είναι σπαρακτικά, χωρίς ηλικία, απίστευτα ώριμα και όσο και αν προσπαθείς να τα κατατάξεις κάπου στέκουν αυτόνομα και μοναδικά, όπως μοναδικός ήταν και ο δημιουργός τους. Και η αυτοχειρία του τα κάνει ακόμα πιο φωτεινά -γιατί είναι το έργο ενός νεαρού ανθρώπου που μπορεί να έφυγε πρόωρα και ξαφνικά, σε μια ηλικία επικίνδυνη, που πολλά αγόρια ξεπερνούν το όριο, αλλά τουλάχιστον ήταν μια πράξη επιλογής και η εκπλήρωση μιας επιθυμίας. Λογοτεχνικά δεν ανήκουν σε καμία κατηγορία.

«Είναι δύσκολο να χαρακτηρίσεις τον Γιώργο λογοτεχνικά με την έννοια των σχολών» λέει ο Σύλλας. «Μιλάμε για κάτι το οποίο βγήκε τελείως μόνο του, είναι αυτόνομο. Δεν υπήρχε και χρόνος για να γίνει αυτή η επαφή και να τον γνωρίσουν άλλοι συγγραφείς, ήταν πολύ μικρός, από το λύκειο πέρασε στο πανεπιστήμιο και πρακτικά υπάρχει ένα όριο στον αριθμό των ανθρώπων που μπορείς να γνωρίσεις.

Θυμάμαι απίθανα ταξίδια στη Θεσσαλονίκη, μια εκδρομή στη Μύκονο, ετερόκλητα πράγματα, θυμάμαι ότι είχε πάει στην Πάτρα για το καρναβάλι, ένα ελληνικό κιτς μετα-μεταπολίτευσης σε όλο του το μεγαλείο. Τώρα το βλέπουμε, μετά, αφού όλος αυτός ο κόσμος έχει καταρρεύσει. Συγκρουόμασταν ακόμα πολύ άγουρα τότε, αλλά με ένα πραγματικό μίσος για την προηγούμενη γενιά. Ποια ήταν η εύκολη ζωή ακριβώς; Τα σόγια; Τα φροντιστήρια; Τα Πάσχα στο χωριό; Μιλάμε για την απόλυτη αποπνευματικοποίηση, για τον απόλυτο επαρχιωτισμό, για τον απόλυτο νεοπλουτισμό, και μέσα σε όλα αυτά τα κατσάβραχα που γκρεμίστηκαν στη συνέχεια με εκκωφαντικό θόρυβο βγήκαν μερικά λουλούδια. Αυτή η συλλογή είναι σίγουρα ένα από αυτά. Τα άνθη μας θεωρώ ότι βγήκαν από τα κατσάβραχα».

Ο Γιώργος Φιλιππίδης αυτοκτόνησε λίγο πριν κλείσει τα 20 του χρόνια. Τα ποιήματά του κυκλοφόρησαν ένα χρόνο μετά το θανατό του σε μια συλλογή με τίτλο «Γαλάζια Μηχανή» από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Τα αποσπάσματα είναι από το «Γκρίζο».
Ευχαριστώ πολύ τον Σύλλα Τζουμέρκα για τις πληροφορίες που επέτρεψαν τη δημιουργία αυτού του αφιερώματος και τις φωτογραφίες από το προσωπικό του αρχείο.

*Από το http://m.lifo.gr/articles/book_articles/109090 με περισσότερες φωτογραφίες κ.λπ.