Λογοτεχνικά ιστολόγια: η αφανής ποίηση του διαδικτύου

Της Σταματίνας Τσιμοπούλου*

Ποίηση του διαδικτύου

Ποίηση του διαδικτύου

Κατόπιν πρόσφατης διαδικτυακής ανασκαφής, νέα  λογοτεχνικά ιστολόγια- κοινώς blogs- ήρθαν να προστεθούν στους σελιδοδείκτες μου, ανοίγοντας ένα νέο παράθυρο σε εκείνη την αφανή- αλλά όχι άφατη λογοτεχνία- που στριμώχνεται στις παρυφές του ιστοχώρου και όλο λανθάνει της ευρείας αποδοχής και αναγνώρισης, δίχως συχνά να υστερεί σε περιεχόμενο και πρωτοτυπία.
#1 “caricature of intimacy”
Το ιστολόγιο “caricature of intimacy” κατέχει τα σκήπτρα της διαδικτυακής αυτής εξόρυξης, συγκροτώντας ένα σκληρό λογοτεχνικό πυρήνα με μια γραφή τραχιά μα συνάμα και νεόκοπη.  Το εν λόγω blog μετράει σχεδόν τέσσερα χρόνια διαδικτυακής παρουσίας και διατίθεται ελεύθερα προς σφυγμομέτρηση του ποιητικού παλμού της δημιουργού του. Ολίγον τι αιρετική και ταυτόχρονα παιδιάστικα αθώα, η Τσεβή Τζιτζίκου εξορμεί στις ουτοπίες του λόγου, για να αποκρυσταλλώσει στο χρόνο τις δικές της καθημερινές συναισθηματικές ευτοπίες και δυστοπίες. Τα ποιήματά της αναδίδουν μια αφοπλιστική αυθεντικότητα και η ανάγνωση κυλά εν είδει λαχταριστού χρονογραφήματος. Η προκλητικότητα του ύφους της, και η ευθύβολη ματιά της στα πράγματα μετατρέπουν εκείνο το άλλοτε κρυφό νόημα στην πιο άμεση δήλωση ενώ απογυμνώνουν το περιεχόμενο των ανθρώπινων σχέσεων στα πιο καθαρά και σχιζοειδή θραύσματα του είναι.

Caricature of intimacy: «Γέμισαν τα δειλινά τον αέρα με τ’ άρωμα του ήλιου που πήγε να πνιγεί πίσω απ’ των αιώνων το λαμπρό νεκροταφείο»

Caricature of intimacy: «Γέμισαν τα δειλινά τον αέρα με τ’ άρωμα του ήλιου που πήγε να πνιγεί πίσω απ’ των αιώνων το λαμπρό νεκροταφείο»

Καιρός

Το παραμύθι δεν τελειώνει
αν δε το πω εγώ.
Πότε θα γκρεμίζω
πότε θα χτίζω
τα υποθετικά μας κάστρα
τα φανταστικά μου άλογα.
Πότε θα καίω εσένα
πότε ολάκερο το βασίλειο.
Πύκνωσε η βλάστηση,
μέσα στην ομορφιά της
σκίστηκα γυμνή,
ανάμεσα στ’ αγκάθια.
Η νίκη μου θα είναι
να περάσω το πλακόστρωτο
κάνοντας μια σκέψη
για εκείνο το μπαλκόνι,
που να μην έχει στίγμα
πραγματικότητας.
Το παραμύθι δεν τελειώνει
αν δε χορέψεις στο σκοπό.
Αυτόν που σου ψιθυρίζω
μέσα από τις λέξεις
που άτακτα εγκαταλείπω.
Εδώ.
 
Πάλι εσύ

Ποια είναι τα όρια σου, κι αν τα ξεπεράσεις τι θα συμβεί;
Ακούω μελωδίες και τ’ αυτιά μου πλημμυρίζουν από σένα.
Στο μυαλό μου σ’ αγγίζω με φτερά αγγέλων
τόσο απαλά ώστε να νομίζεις πως κοιμάσαι.
Θαυμάζω το δέρμα σου και κλαίω που τα κύτταρά μου
δε θα μπορέσουν ποτέ να το διαπεράσουν.
Δύο όντα, ένας έρωτας, ο δικός μου.
Κάθε φορά που αναπνέω καθαρό αέρα
μπαίνεις μέσα μου σαν σκόνη
κάθεσαι πάνω στα πνευμόνια μου
και στέκομαι στο λιμάνι
σκέφτομαι να πηδήξω
για να σε πνίξω
να πάψεις.
Ζητάω να δω στα μάτια σου
όλα τα μυστήρια του μάταιου κόσμου
το μειδίαμα σου μου εξομολογείται
το φόβο σου να ‘ρθεις κοντά μου
και το λατρεύω, όπως λατρεύω κάθε τι
που ήρθε δίπλα μου σπασμένο
κι άφησε να το σπάσω δυο φορές.
Πρώτη, δεύτερη, 5 μέρες
5 χρόνια.
Πόσες φορές ζητάς να μ’ αρνηθείς;

#2 “Cenicero”

Ακόμα, από το λογοτεχνικό ψηφιδωτό του αχανούς διαδικτύου, το blog της Μέλπως Μέντε, “Cenicero”, που στα ισπανικά σημαίνει τασάκι, υπερέχει στις λογοτεχνικές μου προτιμήσεις, ίσως διότι η εν λόγω ποιητική μάζα κάθε άλλο παρά με στάχτη μοιάζει, κι όμως οι στίχοι της επιμένουν να αιωρούνται στην μνήμη, καιρό μετά την πρώτη ανάγνωση. Έρωτες και καθημερινά πάθη, ιδέες και λύσεις που δεν βρίσκονται παρελαύνουν σε σκοτεινό φόντο, και καπνίζονται με εξίσου συμβατή μουσική υπόκρουση. Τα αποτελέσματα αυτών των αναζητήσεων κατατίθενται και προσπαθούν να σβήσουν στο φιλόξενο τασάκι της δημιουργού τους. Το εν λόγω ποιητικό αποθετήριο [“Cenicero”] αριθμεί έξι χρόνια ηλεκτρονικής ζωής και φέρει πάνω του θετικά τα αγγίγματα του χρόνου. Η γραφή νοσταλγική και φορτισμένη, προδίδει σκληρές αναμετρήσεις με τα φαινόμενα, τα τυχόν αδιέξοδα και τις υπαρξιακές απορίες , ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που η γλαφυρότητα της απόδοσης μας ξεναγεί στα παρασκήνια, μιας ζωής, αν μη τι άλλο, συγγενικής με τη δική μας.

Cenicero:«Και θα σου λέω παραμύθια τις νύχτες, για να κοιμάσαι πιο εύκολα αλλά μόνη σου…Και ‘γω θα σβήνω, όταν θα σβήνει και η οθόνη σου».

Cenicero:«Και θα σου λέω παραμύθια τις νύχτες, για να κοιμάσαι πιο εύκολα αλλά μόνη σου…Και ‘γω θα σβήνω, όταν θα σβήνει και η οθόνη σου».

But I still have to face the hours, don’t I?

Τώρα που τίποτα δεν σκέφτομαι
και παραιτήθηκα από την προσπάθεια να καταλάβω
κρύβομαι απ΄όλους αυτούς που μου ζητάν το λόγο
και γυρνάω στην βέβαιη ανασφάλεια μου
Τώρα που εκείνος ξεθωριάζει αντί να εκρήγνυται
και με κάνει να αμφιβάλλω για την ύπαρξή του
έρχεται στον νου μου η σκιά του δέντρου πίσω του
και όχι η δική του αυστηρή όψη
Τώρα που εκείνη έφυγε και εκείνη θρηνεί
θρηνώ μαζί τους την χαμένη συνήθεια
μαζεύω τα χυμένα τους δάκρυα
και τα κρατώ πετρωμένα κάτω απ το μαξιλάρι
Τώρα που ανακαλύπτω αυτόν
που τον φοβάμαι και τον ποθώ
και τρέμω στην ιδέα της απουσίας του
γίνομαι πάλι εκείνη που έλειπε για χρόνια
Τώρα που γνωρίστηκα με την απουσία της
κρατιέμαι με κόπο στην κατάλληλη απόσταση
τόσο που ο πόνος της να μην ξεπερνάει τον δικό μου
τόσο που τίποτα να μην ισχύει
Τώρα που δήλωσα την σειρά των πραγμάτων
νιώθω τα λόγια στιβαρά και άκαμπτα
ανίκανα να ανταποκριθούν σε όλα εκείνα
που έγιναν και όχι, μέσα η έξω από το μυαλό μου
Νιώθω εκείνες τις ώρες ανάμεσα
να βαραίνουν στο σώμα μου
να μαζεύονται και να μου ζητάν το λόγο
ψάχνω λοιπόν μια βολική γωνιά στην άκρη του εαυτού μου
Ψάχνω την μουσική που θα με φιλοξενήσει
θα γεμίσει το τρομακτικό κενό
θα φροντίσει τις πληγές- όχι τις δικές μου
μα όλων εκείνων που με βασανίζουν και μου δίνουν νόημα

Ο ελάχιστος ή επί 2

Κρύφτηκε πίσω από το βιβλίο της
-μπορούσα ακόμη να την δω
Έμοιαζε απορροφημένη
-πώς θα μπορούσε να ξεγελάσει εμένα
Γύρισε την σελίδα αδιάφορα
-όπως και την κόρη του ματιού της
Διέκρινα πλέον την ακτίνα του βλέμματός της
να περιεργάζεται την μορφή του
να σκαλίζει την περίμετρο του σώματός του
να μετράει τις ρυτίδες που όριζαν τη προσοχή του
Αυτό ήταν όλο.
Όταν με αντιλήφθηκε
της θύμισα
και μ ευχαρίστησε.
Κάθισα εκεί που καθόταν,
συνέχισα το βιβλίο της
ενώ έψαχνα αφορμή
να γυρίσω ακόμη μια φορά την σελίδα…

#3“Rhythm And Poetry»

Ολοκληρώνοντας αυτήν την ιστολογική ποιητική περιήγηση, το ποντίκι μου κοντοστέκεται στο “Rhythm And Poetry», και σε στίχους άλλης αισθητικής. Το blog – ενεργό από το 2014-  φέρει την υπογραφή του Παράταιρου και εξιστορεί τον μίτο της δικής του υπαρξιακής κατάστασης. Μια υποκειμενικότητα που δίχως άλλο απλώνει γέφυρες με το συλλογικό υποσυνείδητο, προσφέροντας αμοντάριστα πλάνα μιας απαιτητικής πραγματικότητας. Αναγνωρίζοντας ο ίδιος ότι το να παραμείνεις ζωντανός ικανοποιείται με υπερπροσπάθεια, εξημερώνει το χάος και τα αδιέξοδα σε στίχους. Το ύφος του λιτό και γκροτέσκο, φωτίζει τα πιο σκληροτράχηλα ερεθίσματα που συνθέτουν την δική του αλήθεια. Στις λέξεις του, εξίσου έντονα, φιλοξενείται το κρητικό ιδίωμα, προδίδοντας λίγη πατρίδα στον λόγο. Η γραφή του κοφτή κι ελεύθερη, εκκινεί από αυτοβιογραφικές μεταδόσεις ενώ παράλληλα απλώνει δίχτυα σε κοινούς τόπους του εκάστοτε τώρα.

Rhythm And Poetry: «Η έντονη στεναχώρια ίσως και να ‘ ναι πιο ανάλαφρη απ’ την απάθεια Ασύγκριτα όλα με το πλησίασμά σου  και μόνο Να με βλέπεις να μετανιώνω για κάθε λέξη που δεν πρόλαβα ή για παραπανίσιες λέξεις που έλεγα χωρίς  να σ ‘ αγγίζω»

Rhythm And Poetry:
«Η έντονη στεναχώρια
ίσως και να ‘ ναι
πιο ανάλαφρη απ’ την απάθεια
Ασύγκριτα όλα
με το πλησίασμά σου
και μόνο
Να με βλέπεις να μετανιώνω
για κάθε λέξη που δεν πρόλαβα
ή για παραπανίσιες λέξεις
που έλεγα χωρίς
να σ ‘ αγγίζω»



Έξω απ’ το παράθυρό μου

Έξω απ’ το παράθυρο
μου βλέπω μια ιατρική καρέκλα
Πιο δίπλα ένα άλλο παράθυρο
και πίσω απ ‘ αυτό ένα σύνθετο γεμάτο βιβλία
Μέσα απ’ το παράθυρο μου είναι μια στοίβα βιβλία
που δεν κατάφερα να διαβάσω ποτέ
Γιατί σκεφτόμουνα εσένα.
Πιο ψηλά όμως έξω απ’ το παράθυρο μου
υπάρχει ένα άλλο παράθυρο
και εσύ ευτυχώς δεν είσαι πια εκεί
Ούτε μέσα απ ‘το παράθυρο μου βέβαια.
Έξω απ ‘το παράθυρο μου είναι ένας κόσμος
γεμάτος με σημεία που συναντηθήκαμε
όταν αποφασίσαμε να δούμε τι κρύβεται έξω απ ‘τα παράθυρα μας
ακόμα και να αποφύγω αυτόν τον κόσμο δεν έχει νόημα
Γιατί πάντα έξω από αυτό εδώ το παράθυρο που γράφω τώρα
θα υπάρχει πάντα το παράθυρο σου

ΣΙΝΕΜΑΣ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣOΣ

«Ένα αποχαιρετιστήριο πράγμα καθώς ανάσαινε,
κατέβαινε στο χολ»
Τσαρλς Μπουκόφσκι
Εγώ από την άλλη
Πέρασα την μέρα μου
κλεισμένος στον φωταγωγό
M’ ένα σκοτάδι πηχτό τόσο
που ένιωσα το χρώμα που ‘χουνε οι κόρες μου
Ύστερα βγήκα περιχαρείς στους δρόμους
και το αγέρωχο βήμα μου
προέδιδε την βασιλική μου καταγωγή
Στο ξεπεσμένο μου βασίλειο
κατοικούνε μυριάδες καρέ φιλμ
πάντα της ίδιας γωνίας λήψης
Το υλικό τους εύφλεκτο
και για να κρατήσω ζωντανή την μνήμη
χίλιους αιώνες τώρα γυρνάω με τα χέρια μου την μηχανή
σε δημόσιες υπαίθριες προβολές
Μετά τους τίτλους τέλους
απλώνω την τραγιάσκα μου στους περαστικούς
Μα όταν ξεχνιέμαι πότε πότε
πάντα στο ίδιο καρέ
Τα βλέπω όλα αυτά που με κόπο γέννησαν οι θύμησες
να λαμπαδιάζονται
Κι αφού δεν υπάρχει τίποτα άλλο
να καεί σε μια άδεια πλατεία από πέτρα
το πυρομάνι εικόνων  κυνηγάει να κάψει εμένα τον ίδιο
Κάθε καλοκαίρι όμως όταν ο ήλιος πέφτει
στην ψάθινη τρύπια καρέκλα μου
Συνειδητοποιώ ότι οι μόνες επιλογές μου
κινούνται ανάμεσα σε στάχτες και ένα μυαλό Σίσυφο
20 τσιγάρα μετά
Δεν έχει καμία σημασία
Αφού ξέρω
«Η Αγάπη είναι ένας σκύλος απ ΄την κόλαση»

*Το κείμενο και οι εικόνες της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://artic.gr/nea-logotexnika-istologia/43620/

San Francisco in the Sixties – Kenneth Rexroth’s complete columns for the “San Francisco Examiner”

920x920

In January 1960 the San Francisco Examiner offered Kenneth Rexroth
a job writing a weekly column. He accepted. The column proved popular
enough that he was soon asked to do two and eventually three per week.

All told, Rexroth wrote more than 760 columns for the Examiner until he
was fired in July 1967 (apparently due to a controversial article he wrote
about the American police).

During the last seven years I’ve been posting all of these columns, 50 years
after their original appearance. They’re now all online at my website.

Needless to say, they vary widely in topic and interest. Some offer
incisive commentary that remains astonishingly relevant on all sorts of
general issues — social, political, cultural, ecological. Others are more
dated, such as reviews of particular musical or theatrical performances.
I think you will find, however, that his remarks about even the most
ephemeral topics are full of amusing observations and perceptive
insights, and that the ensemble constitutes a unique and fascinating
chronicle of those eventful years.

Here are just a few of the hundreds of different topics he treats:

Beckett and Ionesco
Ferlinghetti, Ginsberg, and the Modern Jazz Quartet
In praise of amateur Shakespeare
The Civil Rights movement
The execution of Caryl Chessman
The HUAC riot
Merits and faults of the San Francisco Ballet
Kabuki theater
Chinese opera
The Tao of fishing
Japanese art
Aida and Ornette Coleman
Mathematical elegance and classic fiction
An appeal for Kenneth Patchen
Radio KPFA
The Peace Corps
The death of Hemingway
Rigoletto and Coltrane
Henry Miller
Pablo Casals at the White House
The San Francisco Mime Troupe
Golden Gate Park
Camping in the Sierras
Igor Stravinsky
The death of Marilyn Monroe
The Cuban missile crisis
Why not abolish Market Street?
Brecht’s philosophy
The film Elektra
Victor Serge’s Memoirs of a Revolutionary
Diebenkorn at the De Young
The Kennedy assassination
H.L. Mencken
The Coit Tower murals
Tom Jones and The Ginger Man
Ideas for replanning the city
Charles Mingus
Homosexuality
Greeks and Buddhists in Afghanistan
The Harlem riots
Mysticism, ethical and chemical
Wagnerian Tartuffery
The fall of Khrushchev
The Vatican Council
The Mafia invasion of North Beach
Proposals for Chinatown
The assassination of Malcolm X
Bob Dylan
Cowboy diplomacy
The strategy of peace
Wine – French versus Californian
The Watts riot
The FSM
Harassment in Haight-Ashbury
Urban alienation renewal
Marijuana
LSD
Marxism and the persistence of alienation
The international cultural revolution
Camouflaging the rape of the environment
What I will miss in San Francisco [as he starts off on a nine-month trip around the world]
The crises in Germany
Wandering the streets of London
The Amsterdam Provos
Bolshevism as state capitalism
The arts of Finland
Sexual liberation in Denmark
Wandering the streets of Paris
The architecture of Gaudi
The undergrounds in Spain
Power struggle in Italy
Tintoretto and the Painters of Venice
The Italian Communist Party
Ruins of ancient Greece
Istanbul
Iran’s “two culture” peril
Afghanistan
India’s political demoralization
Buddhism and Hinduism in India
Thai Buddhism

I plan to continue by posting all of Rexroth’s articles and columns for
the San Francisco Bay Guardian (1967-1972) and San Francisco magazine
(1967-1975). But meanwhile, you can now peruse the entire Examiner
series here: http://www.bopsecrets.org/rexroth/sfe

*Republish from http://www.bopsecrets.org/rexroth/sfe/

**The Bureau of Public Secrets website features writings by Ken Knabb,
Knabb’s translations from Guy Debord and the Situationist International,
and the Rexroth Archive (texts by and about the great writer and social
critic Kenneth Rexroth).
BUREAU OF PUBLIC SECRETS
P.O. Box 1044, Berkeley CA 94701
http://www.bopsecrets.org

“Making petrified conditions dance by singing them their own tune.”

Stephanie Downing reviews Lizz Murphy’s Shebird

lizz-murphy-shebird-1

Shebird
by Lizz Murphy
PressPress, 2016

I am a slave to the cocoa bean
So too the children who harvest it

It was these lines from Lizz Murphy’s book of micro poetry, Shebird, which entranced me into selecting it for review. The simple yet effective metaphor, the point at which the mundanity of western life and the horrific reality of child labourers converge, at the crossroads of consumerism: this was what brought me into entering the world of Shebird, the ‘woman or girl who wears the shroud of widows, guards the new grave, tastes gun’. The physical and emotional pain that the Congolese women experience is conveyed expertly in the sensory language that Murphy wields.

When I received the book, I felt like I was holding something fragile and intimate. The paperback format of Shebird gives the volume a textile, delicate feeling, much like the downy feathers of a bird. As the sixth poetry volume in Murphy’s career, the work is highly refined, and finely crafted. Readers of Murphy will appreciate the continuation of the feminine perspective from previous collections such as her anthology Wee Girls, which focused on Irish women’s poetry in Australia. Murphy’s preoccupation with the marginalised voices of women and girls is astutely conveyed in this volume, which translates the pain and violence experienced by women into brief yet profound verses.

The micropoetry format is a continuation of Murphy’s Portraits, inspired by her work with visual art. In the summary of this collection, Murphy describes the micropoem as ‘a flashing wing, a story in a heartbeat, a scrap of the living, a satirical stir’. In Shebirds¸ Murphy continues this slant of ‘a punch in a line’ with many of her poems consisting of only a few lines. The poem I have quoted above, entitled ‘Chocolate Fix’, has been transcribed in its entirety of two epigrammatic lines, yet the implications are expansive. By linking two classes of women through a single image, the coffee bean, Murphy creates a portal into the world of Shebird, the world of the child worker, the girl slave, the global ‘other’ whose voice is unheard.

Murphy demonstrates her ability to concisely portray complex emotions, issues and situations with style and grace. In ‘Dangerous Women’ the stripped back syntax and intensely corporeal language communicate a pain that is at once sharp and compelling.

she scrapes off her own mouth
eyes lowered
grief tempest grey

Murphy’s poetics envelop the reader into the world in such a visceral manner, that it forces the reader to acknowledge the issue at hand. The poetry demands to be read, demands to be heard. Each poem is brief, sometimes only one line, yet it speaks to the heart of an issue that is so often left out of cold statistics.

The number of men
Who sexually assaulted
a twelve year old girl:
Reckoning 101

The colloquial tone of this poem, ‘Who’s Counting’, denies the news report’s cold distance of journalism, and instead gives the rape of this young girl a more human voice. Murphy addresses the issues of violence against women and girls in third world countries in apposite, yet highly imagistic poems. She refuses to let these women and girls be turned into statistics.

A bird motif recurs throughout the volume – in numerous incarnations it is deployed to allegorise the old woman, the child who toils, and the poet-narrator herself. The bird is a fragile, endlessly suffering creature, but also a figure of resilience, one that endures suffering and retains its beauty despite its trials. This culminates in one of the final poems, ‘A Woman is Raped’, in which the poet urges the figure to ‘rise like a shebird / against / the war on women’. As the notation indicates, this poem was inspired by an art and text work depicting the rape of Congolese women. These indices remind the reader that the girls, or shebirds, rendered in this volume are not simply poetic devices, but real human beings that theses horrors are currently being inflicted upon.

This ultimately gives the poetry a gravitas that is needed when handling such a distressing and often unheard of issue. Far from simply being a pleasing assortment of words and lines, though the collection is masterfully crafted, Murphy’s Shebird draws attention to the most vulnerable girls and women in the population, and urges the women’s voices be heard and their stories be told.

*Taken from http://cordite.org.au/reviews/downing-murphy/

George Mouratidis reviews John Foulcher’s 101 Poems

160108-jf101p-cover-194x300

101 Poems by John Foulcher
Pitt Street Poetry, 2015

Over a career spanning more than thirty years many critics have praised John Foulcher’s skill at ‘capturing a moment’. The simplicity of such an observation, however, is no platitude considering how fully Foulcher achieves this. 101 Poems is a retrospective collection that shows the poet’s ability to illustrate how time can be clear and immediate. To this end Foulcher shows great versatility, expressing non-linear shifts and jumps that nod to modernist tradition while remaining singular and unique. This collection affirms that Foulcher’s artistry lies in his ability to reveal how such moments interact, and even collide, with a sharp awareness of impermanence and mortality. A dialogue between these elements runs through 101 Poems, uniting the fluctuating pitches of poetic voice as it develops across three decades: ‘This moment that doesn’t drift away, / which is shared forever in the list / of all the remembered things, some of which have happened’ (‘Why I Go to Church’).

Selected from each of Foulcher’s nine poetry collections – from his debut, Light Pressure (1983) to his latest, The Sunset Assumption (2012) – this collection is divided accordingly, and presents poems in chronological order. However, 101 Poems is more than a linear career retrospective: it is a poet’s examination of the trajectory of his own craft. Foulcher himself makes plain the personal motivation for the selections: ‘Of all the hundreds of poems I’ve written, these are the ones I like most’ (‘Author’s Note’). This, the poet insists, is for a number of reasons – ‘some are my most personal, some are my most accomplished and others are, I feel, some of the most challenging poems I’ve ever written.’

Noting the importance of Australian poets such as Robert Gray, Les Murray and Geoff Page to his artistic development, Foulcher still maintains that ‘[a]t the heart of my inspiration is my family’. Family and interpersonal relationships constitute a significant part of Foulcher’s subject matter, which lends 101 Poems an intimacy through which the reader is invited to connect. In these poems, the speaker is an active participant, and yet also outside of the moment as an observer that records, recollects, interprets. In his most reflective moments, the poems often deal with aftermaths, especiallyin the wake of people and relationships that have passed. Equally, the speaker anticipates future circumstances. The speaker addresses his own inquiries: ‘What now?’ and ‘What if…?’ Instead of pensive detachment, there is a sense of the personal and immediate in these reflections. Foulcher engages with what he sees by imbuing it with his own personal experience. This is achieved in no small part through the uncomplicated immediacy of Foulcher’s language and uncluttered strophes, masterfully opening up the dimensions and depths. It appears almost effortless. Here we see how the immediate connects with the timeless, the idiosyncratic with the universal.

By offering different perspectives on a single moment – or an epoch – simultaneously, the speaker invites the reader to consider disparities in interrelation. As one eye fixes on a single memento, the other is askew, panning to something larger on the horizon. In ‘Pictures from the War’, Foulcher weaves a familial scene with its unimaginable destruction in one historical moment:

In 1945, on V-Day, my parents
first met. I still have the pictures; Dad in his slouch hat
and uniform, his arm linked through hers
The image tears vividly against:

I think of them,
looking at these photos
of Hiroshima and Nagasaki.
In those pictures, a woman holds the charred barrel of her child,
while another fizzes with burns.

Foulcher challenges the epoch-making power of icons, demonstrating how they can be reduced to mere incidental artefacts or people when entwined with ‘minor’ histories. In ‘Richard Simpson’s Sister’, for instance, what initially appears to be a quintessential boomer recollection of going to a friend’s house to listen to Sergeant Pepper’s abruptly shifts when the eager narrator’s arrival is met with news that his friend’s sister has just been killed in a car accident. Both the ‘landmark’ moment and text are consequently transformed: ‘I played it that night on my own record player, / a huge old coffin of ruffled sound … how crisp and full the sound would have been / on Richard Simpson’s stereo’. Similarly, ‘The Picture of David Bowie’ brings Barthes’ to mind, with a photograph that ruptures history rather than capturing it. An image of the star flanked by Lou Reed and Iggy Pop,

[…] would have been
the essential photo, icon of an age,
if some bastard

hadn’t strayed into the background. There,
over Bowie’s shoulder,
the face, so brutally
mundane. He’s looking beyond the camera,
as if someone were calling him
out of history.

The unassuming face of these poems complements, rather than masks their density and texture. Like B.B. King’s guitar playing, Foulcher’s economygives his statements their fullest impact. Evoking Blake’s ‘Labour well the Minute Particulars’ and Williams’ ‘No ideas but in things’, Foulcher’s is a poetics of detailed simplicity; insights arrive through the attention paid to the details of images and objects immediately at hand. This is the idiosyncratic vocabulary of experience and memory:

Afternoons laid neatly on the lawn

The first day
coats and jumpers slumped
useless in blending shade. The first day
spring begins to stretch

from a brittle year.
On the radio, a football match, scratching
among sparrows
and occasional bits of wind

[…]

Before, it was all
loneliness and desire,
Saturdays empty
as a classroom, weekdays cluttered with school;

such sudden love
of things
was quickly gone. But its tones
have lingered, long after
a final siren, and a score that doesn’t matter

(‘Listening’)
Such mindfulness of surrounds exhibits a spiritual, even religious quality not dissimilar to that of Buddhist poetry. This is especially evident in reflections composed through nature –‘Kosciusko in Summer’, ‘Tent’, ‘At the end of the day…’ – and may well speak to the open-heartedness of the poet’s own Christian faith. The latter is a constant yet unobtrusive presence across all the collections.

For Foulcher, writing poetry is both a learning experience as well as an experience of learning. All of the poems in 101 Poems, he insists, have one thing in common: ‘I’ve gained a greater understanding of myself and the world by writing them’. Poetry ‘holds up a mirror, so the lines of the face can be seen more clearly’. The key strength of this collection is the myriad points of entry it offers the reader, always intimate and ever surprising. Foulcher invites us to follow these lines, and find where they intersect with our own.

*George Mouratidis is a Greek-born Beat scholar, poet, and translator of Modern Greek literature. He was a contributing editor of Jack Kerouac’s On the Road: The Original Scroll (2007), for which he wrote a critical introduction. He has taught Cultural Studies at RMIT University and American literature at The University of Melbourne where he is currently completing his PhD on the Beats. His translation of Greek-Australian poet Nikos Nomikos titled Noted Transparencies is due out in May with Owl Press, and his debut collection of poetry, Angel Frankenstein, is due later in the year with Soulbay Press.

**Taken from http://cordite.org.au/reviews/mouratidis-foulcher/

Two Anarchist Poets: Kenneth Rexroth – Philip Levine

Perhaps surprisingly, the United States has been the home of a number of poets who have expressed anarchist ideas in their works. But then again, there are strong traditions of immigrant anarchism among Jews, Italians, Spaniards and Russians. There is the radical workers organisation, the Industrial Workers of the World.
There is the libertarian tradition among intellectuals, dating back to Thoreau. And there is a ?bohemian? tradition, often interconnected with these other movements which above all had its home in San Francisco and Greenwich Village in New York.

Kenneth Rexroth

Labor power on the market,
Firepower on the battlefield,
It is all one merely two
Aspects of the same monster.
The Dragon and the Unicorn

Kenneth Rexroth was born in 1905 in Indiana, into a family that had a long line of freethinkers, feminists, abolitionists, socialists and anarchists. His father used to drink whisky with Eugene Debs, the socialist leader. He had an enlightened upbringing but then had the misfortune of being orphaned at the age of 12. Most of his adolescence was spent in Chicago, where he worked as a newspaper reporter and was involved in running a jazz tea shop. Here he came in contact with the bohemian world of musicians, poets, writers, artists, hobos, revolutionaries and outsiders.

He was almost completely self-educated, with only five years of formal schooling. He read avidly, began to write poetry, paint abstract paintings, worked in avant-garde theatre and taught himself several languages. Like the European writer Malaquais, he took to the road in his late teens, He ranged, he roamed, he rambled. He worked at all sorts of jobs, sometimes as a cowboy cook, sometimes as a wrangler, and in farm and forestry jobs. He worked as a toothbrush maker and as a peddler of pamphlets on diet. He even managed to make it to Paris and back as a stowaway. There he met many important radical artists, including many surrealists.

The anarchist Alexander Berkman told him whilst he was in France not to become another expatriate and he returned. Becoming an anarchist at an early range, he saw through the Bolshevik myth as soon as 1921 when the Kronstadt sailors uprising was crushed by Lenin and co.

In 1927 he joined the Industrial Workers of the World working for a while on its newspaper. In Chicago he set up a Dadaist group. He carried on independent activity in the thirties. Settling in San Francisco he was involved in the newssheet the Waterfront Worker which exhorted dockers to organise. (In later life he entertained his friends with renditions of IWW and Spanish anarchist songs and sometimes used the IWW address “Dear Fellow Worker” in letters). With the collapse of the revolutionary wave he began to dig in, maintaining and seeking out contact with those who had preserved their radicalism, looking for reassessment and reappraisal. Where possible he spoke out against the established order. We have to remember that in this most grievous period, it was an extraordinary achievement to maintain revolutionary optimism. The perversions of Bolshevism had meant that as Kenneth said

There was no one left who was not completely centred on the Kremlin, either as a mindless Stalinist hatchet man or a psychopathic anti-Bolshevik?. He was also able to make the acute observation that: the socialist and trade union movements in the West have functioned in reality- not just as governors to insure that steam is let off when the pressure gets too high, not just as what are now called ? fail safe? devices, though they certainly are that- but as essential parts of the motive organisation of capitalism, more, in other words, like carburettors that insure there will be just the right mixture of fuel and air for each new demand on the engine.

In World War II he refused to take part in the clash of opposing capitalist states and was a conscientious objector. He did alternative service working in a psychiatric ward. During the war he formed the antimilitarist Randolph Bourne Council (named after the libertarian writer who had coined the phrase ?War is the Health of the State?). He helped Japanese-Americans who were being interned by the thousands in concentration camps, devising ways by which many were able to avoid internment.

Down in Berkeley from 1944 to 1948 the magazine Circle which united local ?Berkeley Renaissance? writers and exiled European Surrealist poets expressed anarchist and anti-authoritarian views (Rexroth contributed to it). In their last issue an ad for a New Writers Group stated that ? We believe in the possibility of a culture which fights for its freedom, which protects the economic interests of its workers in all fields including the arts, and which can create for itself new forms and new voices, against reaction and the threat of war.

After the war Rexroth was involved in the setting up of the San Francisco Anarchist Circle. (later the Libertarian Circle). Anarchists like David Koven, surviving old Italian and Spanish anarchists, and conscientious objectors returning from the Waldorf detention camp took part. Lively weekly meetings discussed all sorts of subjects from the Spanish revolution, Kronstadt and Makhno, to the ideas of anarchists like Goldman, Berkman , Voltairine de Cleyre , Kropotkin, the Anarchist Womens Movement, Sex and Anarchy.

The sessions at Rexroth’s house were enriched by his food (he was a superb cook) and his huge and encyclopaedic knowledge. Rexroth?s actions were designed to trigger what he felt was needed for a successful transition to an anarchist society- the development of a new consciousness. The little magazine Ark that was set up (printed on a small hand press from 1947) was more militant than its forebear to the south, Circle. It proclaimed: Today, at this catastrophic point in time, the validity if not the future of the anarchist position is more than ever established. It has become a polished mirror in which the falsehoods of political modes stand naked.

When all the other social commentators were bluntly asserting that all revolt and dissidence had ended he was able to say The youngest generation is in a state of revolt so absolute that its elders cannot even recognise it??. Members of the Libertarian Circle were to be key players in the radical upsurge that became known as the San Francisco Renaissance, as poets and artists, in free radio, in experimental theatre and in the little magazine movement. Rexroth was to be the midwife of the Beat movement that emerged that succeeded in uniting the dissident poets and writers of both the East and West Coasts. Kenneth hated being called the Father of the Beats- a movement of which he had many criticisms- but he was able to see that he and they were united in their mutual antagonism to the ruling ? convergence of interest- the business community, military imperialism, political reaction, the hysterical, tear and mud drenched guilt of the ex-Stalinist, ex-Trotskyist American intellectuals?. Rexroth was to preside at the birth pains of the San Francisco Renaissance, which led directly on to the emergence of the Beat movement, at the Six Gallery event in San Francisco where Allen Ginsburg?s powerful anti-authoritarian poem Howl was read out to a eager and excited audience of several hundreds in an electric, drunken atmosphere, where Jack Kerouac was cheerleader and rhythm-maker.

William Everson says what I feel about Rexroth better than I could so let?s hear him speak: ?He is a powerful spokesman for any cause he espouses. A born journalist, he has a flair for vigorous public speech and the guts to speak out in unequivocal terms. He has fantastic intellectual and moral courage, taking on the establishment and throwing it on the defensive through the sheer force of his invective. His rhetoric is savage, sometimes shockingly so, but it is never ineffectual?His faults are the excesses of his virtues and he quarrels with his friends as readily as he clobbers his enemies?He tends to drop the movement he has fostered as soon as it shows signs of fragmenting. But his constitutional restlessness could not jeopardise the work he actually accomplished. He touched the nerve of the future and more than any other voice in the movement called it into being. Though others picked up his mantle and received the plaudits, it remains true that today we enjoy the freedom of expression and lifestyle we actually possess largely because he convinced us that it was not only desirable but possible, and inspired us to make it be.

Rexroth placed too much stress on the development of a radical lifestyle as a fortress against capitalism to the detriment of struggle. His increasingly religious turn in the last years of his life are jarring for many atheists and agnostics. Nevertheless, both his prose and his poems are deeply anarchist and deeply combative. In the long poem The Phoenix and the Tortoise he wrote: The State is the organization Of the evil instincts of mankind. In For Eli Jacobson, one of his most moving poems, Rexroth remembers a dead friend:

?.We were comrades
Together, we believed we
Would see with our own eyes the new
World where man was no longer
Wolf to man, but men and women
Were all brothers and lovers
Together. We will not see it.
We will not see it, none of us.
It is farther off than we thought

We will be remembered, all
Of us, always, by all men,
In the good days now so far away.
If the good days never come,
We will not know.
We will not care.
Our lives were the best.
We were the Happiest men alive in our day.

In one of his angriest poems Thou Shalt Not Kill Rexroth talks of the toll that the collapse of the revolutionary wave had on so many writers, artists and intellectuals.

How many stopped writing at thirty?
How many died of prefrontal
Lobotomies in the Communist Party?
How many are lost in the back wards Of provincial madhouses?
How many on the advice of
Their psychoanalysts, decided
A business career was best after all?
How many are hopeless alcoholics?

One critic snidely called Rexroth (and Gary Snyder and Philip Whalen) ?members of the bear-shit-on-the-trail school of poetry.?. Rexroth did indeed spend a lot of time in mountain and wilderness, thought that this time was a splendid antidote to the scourges of urban capitalist life, and wrote beautifully about these experiences. But often, in the middle of such a poem, we are pulled back to ideas of struggle, just as I myself, walking in the mountains, have turned to thoughts of revolution.

Here Rexroth thinks about the Italian-American anarchist Bartomeleo Vanzetti and his comrade Nicola Sacco, murdered by the State ( He had visited them both in prison).
I saw you both marching in an army

You with the red and black flag, Sacco with the rattlesnake banner.
I kicked steps up the last snow bank and came To the indescribably blue and fragrant Polemonium and the dead sky and the sterile Crystalline granite and final monolith of the summit. These are the things that will last a long time, Vanzetti, I am glad that once on your day I have stood among them.
Some day mountains will be named after you and Sacco.
They will be here and your name with them,
?When these days are but a dim remembering of the time When man was wolf to man?.
I think men will be remembering you a long time Standing on the mountains Many men, a long time, comrade.
>From Climbing Milestone Mountain August 22,1937.

***

Philip Levine

Philip Levine was born in the industrial city of Detroit to parents of Russian Jewish origin in 1928. Detroit was the home of Father Coughlin, a notorious anti-Semitic Catholic priest who broadcast on the radio every Sunday. He spent most of his childhood and adolescence fighting people who wanted to beat him up because he was Jewish. Identifying with anti-fascism, he progressed to a discovery of anarchism, and in particular Spanish anarchism. Spanish anarchism and anarchists are a recurring theme in Levine?s poems.

He was educated in the state schools and at an early age had to take jobs in the factories of Detroit. Many of these were badly paid, unhealthy and unsafe. The conditions of working life and the way people survive them, and are effected by them is another recurring theme in his poetry. Levine has been called the poet of the proletariat by one critic, and indeed there are few others who deal with factory life and can replicate the experience of it as Levine does. He began to write poetry while he was going to night school at Wayne State University and working days in the car plants. Levine has written 16 books of poetry. In the first two On the Edge (1963) and Not This Pig (1968) Levine deals with those caught up in situations not of their own making. In Animals Are Passing From Our Lives the pig about to be sent to the abattoir intends to keep its dignity, no matter what, as if that was some sort of victory. Wage labour turns everything human into a commodity, the poems illustrate, and they are often harrowing in their depiction of working misery.

This is further expanded upon in Levine?s third book They Feed, They Lion (not a spelling mistake). Levine picked this phrase up from a black workmate in Detroit and in the title poem- his most fiery-he deals with the seething anger and foul conditions and racism that led to the Detroit riots of 1967.

A subsequent book of poems The Names of the Lost is dedicated to the Spanish anarchist Durruti ?and the world he said is growing here in my heart this moment?. One of the poems Gift for a Believer is for the Anarchist artist Flavio Costantini and deals with the lives of many fallen anarchists which have been used by Costantini as subject material for his paintings. Another, For the Fallen talks about a visit to the Montjuich cemetery in Barcelona where Durruti, his comrade Ascaso and the libertarian educationalist Ferrer are buried.

Levine returns to this theme in his 7 Years from Somewhere. The book’s cover is illustrated with a photo of the graves of Durruti and Ferrer but the greatest poem in it

Francisco, I’ll Bring You Red
Carnations deals with Francisco Ascaso
For two there are floral
Displays, but Ascaso faces
Eternity with only a stone.
Maybe as it should be. He was
A stone, a stone and a blade,
The first grinding and sharpening
The other.
And below in the city Levine describes
Industrial filth and
the burning mists of gasoline
Levine ends with the hope
We have it here
Growing in our hearts, as
Your comrade said, and when
We give it up with our last
Breaths someone will gasp it home to their lives.

*Read The Relevance of Rexroth, a pamphlet written by the Situationist Ken Knabb for a passionate appreciation of what Rexroth was about. Published by the Bureau of Public Secrets PO Box 1044, Berkeley, California 94701 And In Search of a New World: The Anarchist Dream in the Poetry of Philip Levine, by Robert Hedin in American Poetry (1986).

**From the pages of Organise!, thrice yearly bulletin of the Anarchist Federation (Britain and Ireland).

Home


http://www.afireland.cjb.net

Μικρό αφιέρωμα – 94 χρόνια (24 Νοεμβρίου 1922-24 Νοεμβρίου 2016) από τη γέννηση του Άρη Αλεξάνδρου –

«Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμία πολιτική οργάνωση. Δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το ‘χω ξαναπεί, δεσμώτης τήδε ίσταμε, τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνίζονται εναντίον όλων των τυράννων. Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών».
Αρης Αλεξανδρου (λογοτεχνικο ψευδωνυμο του Αριστοτελη Βασιλειαδη )
24-11-1922 Γενέθλιο στο Λενινγκραντ.

ceb1cebbceb5cebeceaccebdceb4cf81cebfcf85

Άρης Αλεξάνδρου, Έξω απ’ τα δόντια. δοκίμια 1937 – 1975

Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το ’χω ξαναπεί, Δεσμώτης τηδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων…

…έλεγε ο Άρης Αλεξάνδρου στον Δημήτρη Ραυτόπουλο, σε μια συνομιλία στο πρώτο τεύχος του Ηριδανού το 1975· κι εκείνο το σύντομο κείμενο αρκεί για να αποδώσει την ελεύθερη, αδέσμευτη και ανυπότακτη σκέψη και στάση ενός από τους πιο σημαντικούς λογοτέχνες μας. Στην ερώτηση περί της γνώμης του για την Ελλάδα ο Αλεξάνδρου απαντούσε: Ποια Ελλάδα; Ελλάδα δεν υπάρχει. Είμαστε μια αποικία της δήθεν ελεύθερες Αμερικής. (Να μου βγει το μάτι αν θέλω να γίνουμε αποικία της λεγόμενης σοβιετικής Ρωσίας, πράγμα που βέβαια θα συμβεί, αν επικρατήσει το κουκουέξ ή τα κουκουές.) [σ. 181 – 182]

Ένα από τα διαμάντια του βιβλίου είναι το κείμενο Ποιος αυτοκτόνησε τον Μαγιακόβσκη; που πρωτοδημοσιεύτηκε στις Εποχές (1964). Ο συγγραφέας παρουσιάζει εν θερμώ και εν ψυχρώ μαζί την ιστορία του ποιητή που έζησε σ’ όλη του τη ζωή διασπασμένος, μισός ενταγμένος στην ομάδα και μισός απ’ έξω, μισός αλτρουϊστής και μισός εγωιστής, μισός μπρούτζινος και μισός ατσαλένιος. Αν είχε κατορθώσει να ενταχθεί ολοκληρωτικά στην ομάδα, θα έφτανε ως τα γεράματα και θα συνόδευε τον Χρουστσόβ στα ταξίδια του, αντί του Σόλοχοβ. Αν κατόρθωνε να παραμείνει έξω απ’ την ομάδα, θα μποροιύσε α πεθάνει «δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ το Λένινγκραντ» σαν τον Οσίπ Μαντελστάμ.

Ο Μαγιακόφσκι ήξερε πως στο ταξίδι αυτό θα είναι πάντοτε μόνος, πως μόνο με την προσωπική του πυξίδα θα μπορέσει να βρει τον δρόμο του. Ωστόσο δεν το αποφάσισε ποτέ να ασχοληθεί αποκλειστικά με την εξερεύνηση του αγνώστου, γιατί είχε ενταχθεί σε μια επανάσταση που θα άλλαζε την όψη του κόσμου. Κι ενώ γνώριζε πως για μία και μόνη λέξη / χαλάς και καταργείς / χιλιάδες τόννους / λεκτικών μεταλλευμάτων, έφτασε να διαφημίζει τα προϊόντα των κρατικών εργοστασίων, για να βοηθήσει με κάθε τρόπο την σοβιετική εξουσία. Αλλά κατά βάθος ήταν ένας ανυπότακτος, ένας αναρχικός. Και το δράμα του ήταν ότι προσπάθησε (και φυσικά δεν το κατόρθωσε) να συμβιβάσει δυο ασυμβίβαστες ιδιότητες: του πολιτικού και του ποιητή. Ο Μαγιακόφσκι που από το 1913 είχε γράψει είμουν εγώ,/που με το δάχτυλό μου / τον ουρανό τρυπώντας/ απόδειξα πως είναι κλέφτης / αυτός που προσκυνάτε σαν θεό, δαχτυλοδεικτεί λίγες μέρες πριν πεθάνει, τους εχθρούς του: «Είναι οι κυβερνήσεις, οι μελλοντικές, οι άσπλαχνες κυβερνήσεις».

Ο ίδιος διχασμός αποτέλεσε και επίκεντρο της σκέψης του Ιλία Έρενμπουγκ, στο «προσωπικό μονοπάτι» του οποίου αφιερώνει ένα σύντομο κείμενο (Λαϊκός Λόγος, 1965). Ο Έρενμπουργκ είχε επισημάνει τις δυο νοοτροπίες, του πολιτικού και του ποιητή και τάχθηκε πάντα με το μέρος του δεύτερου· το μονοπάτι ταυτίστηκε τελικά με το δικαίωμα του καλλιτέχνη να αδιαφορεί για την πολιτική σκοπιμότητα, να ενδιαφέρεται για το άτομο και να ενεργεί σαν άτομο.

Στην παρούσα συλλογή μπορεί κανείς να δει τις πρώιμες και μεταγενέστερες φιλολογικές και πολιτικές ανησυχίες του Περί ορθογραφίας (δημοσιευμένο στα Νεοελληνικά Γράμματα το 1937), για το Όνειρο και τον Υπερρεαλισμό (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943)·, για την σοβιετική σκέψη μπροστά στο αδιέξοδο του νέου σχολαστικισμού (Καινούρια Εποχή, Άνοιξη 1959), τους ποιητές και τα βραβεία (από μια συνέντευξη στον Ρένο Αποστολίδη σε τεύχος των Εικόνων το 1959) αλλά και περί μεταφράσεων (Επιθεώρηση Τέχνης, 1961). Είναι χαρακτηριστική η πυκνή απλότητα με την οποία καταθέτει τις σκέψεις του στο κείμενο για την Έκφραση και το Θέμα (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943): Ο έντεχνος λόγος – πεζός ή ποιητικός – με το ν’ απευθύνεται και στις νοητικές και στις συναισθηματικές ικανότητες του αναγνώστη, γράφει ο συγγραφέας πάντα αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στο θέμα και την έκφραση. Το θέμα είναι η απαίτηση του λογικού να νιώσει κάποιο συμπέρασμα, να μάθει κάτι, ν’ αποχτήσει μια καινούργια αντίληψη για κάτι γνωστό.

«Η έκφραση – τι ωραία που τα λέει – ανταποκρίνεται στην καθαρά αισθητική μας απαίτηση να νιώσουμε κάτι το ωραίο, να χαρούμε μια διατύπωση έστω και σε γνωστό θέμα, να φανταστούμε μια εικόνα κάπως διάφορη από εκείνη που είχαμε σχηματίσει ως τα τώρα για μια οποιαδήποτε πραγματικότητα». Η συνύπαρξη αυτών των δυο στοιχείων φαίνεται πως είναι εντελώς απαραίτητη και ακριβώς η αναλογία τους που άλλαζε κατά καιρούς ήταν η αιτία της δημιουργίας του πλήθους των σχολών και των διαφόρων – ισμών. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηρίξει κανείς, γράφει ο Αλεξάνδρου, πως όλη η ιστορία της λογοτεχνίας δεν είναι τίποτ’ άλλο από την αγωνιώδη προσπάθεια να βρεθεί η πιο κατάλληλη αναλογία. Ευτυχώς δεν πρόκειται ποτέ να βρεθεί κι έτσι δεν θα σταματήσει η ανανέωση.

Δυο θεατρικά κείμενα καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του βιβλίου, διευρύνοντας το τίτλο του ως συλλογή δοκιμίων. Η Αντιγόνη αποτελεί ένα από τα «ξεχασμένα» έργα της νεοελληνικής δραματουργίας, που γράφτηκε στον Άη – Στράτη το 1951 και πρωτοδημοσιεύτηκε στην Καινούρια Εποχή (Καλοκαίρι 1960). Πρόκειται για ένα σχεδόν άγνωστο έργο, που αποτελεί μάλιστα και μια πρώτη θεατρική επεξεργασία των θεμάτων που αργότερα θα δώσουν το συγκλονιστικό μυθιστόρημά του, το Κιβώτιο. Το δεύτερο θεατρικό έργο, Ο καθηγητής Βαρχαϊτ αποτελείται από 402 αριθμημένες σημειώσεις – ένας ενδιαφέρον μορφικός πειραματισμός πάνω στην θεατρική συγγραφή.

Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών. Σαν ανύπαρκτο που είναι, δεν χορηγεί ούτε κομματικές, ούτε λογοτεχνικές ταυτότητες (όπως γίνεται στις λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες, όπου οι απόφοιτοι των λογοτεχνικών – διάβαζε κομματικών – ινστιτούτων, εφοδιάζονται με μια ταυτότητα, που φέρει την ένδειξη: Επάγγελμα: Λογοτέχνης και αποκτούνε έτσι το δικαίωμα […] να δημοσιεύουν τα έργα τους – όσο δεν παρεκκλίνουν βεβαίως από την εκάστοτε γραμμή του κόμματος. Θεωρώ περιττό να προσθέσω ότι και στον δήθεν ελεύθερο κόσμο, οι δήθεν δημοκρατικές κυβερνήσεις χορηγούν έμμεσα παρόμοιες «ταυτότητες» (τι άλλο είναι τα βραβεία, οι αγορές βιβλίων, οι άλλες ηθικές κα υλικές ενισχύσεις;). […] Αν έτυχε να γράψω κάτι, αυτό είναι μια προσωπική μου υπόθεση και κανείς δε μου χρωστάει απολύτως τίποτα. Τη λογοτεχνική μου ταυτότητα εμένα μου τη χορήγησε τον Αύγουστο του 1972 η Γενικής Ααφάλεια, απαγορεύοντας το βιβλίο μου «Ποιήματα 1941 – 1971». [σ. 182]

Εκδ. Ύψιλον/βιβλία, [Β΄ έκδ.] 1982, σελ. 186 [Α΄ έκδ: Βέργος, 1977].

*Από το Πανδοχείο στο http://www.pandoxeio.com

15230567_10211186293439251_3877724129236487979_n

Η καλύβα ψηλά στο βουνό
Σε κοίταζα μ’ όλο το φώς και το σκοτάδι που έχω
Monday, December 18th, 2006
Η πολιτική στην καλύβα, Λογοτεχνική καλύβα
Προοίμιο
Ο Γιώργος Λιανόπουλος γεννήθηκε στα 1919. Προερχόταν από οικογένεια βενιζελική, ο πατέρας του Νικόλαος, με καταγωγή από τις Κονίστρες Ευβοίας, ήταν ανώτερος κρατικός λειτουργός, στέλεχος του Υπουργείου Εσωτερικών – αργότερα, στη δεκαετία του ‘50 χρημάτισε τρεις φορές (υπηρεσιακός) υπουργός. Στο Πολυτεχνείο, όπου φοιτούσε ο Γιώργος Λιανόπουλος, επί 4ης Αυγούστου, συγκρότησε τη Φοιτητική Κομμουνιστική Οργάνωση – ΦΚΟ. Σε αυτή, στα 1939, είχαν προσχωρήσει μερικοί μαθητές (ως μαθητικό τμήμα), οι οποίοι πρωταγωνιστούν στην ιστορία που θα σας αφηγηθώ στη συνέχεια – σημειώστε τα ονόματα: Άρης Αλεξάνδρου, Αντρέας Φραγκιάς, Χρήστος Θεοδωρόπουλος, Αλέξης Μητρόπουλος, Λεωνίδας Τζεφρώνης και άλλοι.
Ο Μανιαδάκης, υπουργός Εσωτερικών του Μεταξά, είχε καταφέρει να διαβρώσει τις οργανώσεις του ΚΚΕ, η συντριπτική πλειοψηφία των στελεχών του οποίου ήταν στη φυλακή – ή δηλωσίες, δηλαδή αποσυνάγωγοι από το Κόμμα. Είχε στήσει δική του Κεντρική Επιτροπή, δικό του Ριζοσπάστη – δεν ήξερες αν αυτός που σου μιλάει είναι καθαρόαιμος σταλίνας ή χαφιές.
Για το λόγο αυτό, να προστατεύσει δηλαδή την ΦΚΟ από τη διάβρωση, ο Λιανόπουλος κράτησε τη φοιτητική οργάνωση έξω από την ΟΚΝΕ και έκοψε κάθε σύνδεση με το Κόμμα. Ένας ΟΚΝίτης, στενός του φίλος, ο Στάθης Μεγαλοοικονόμου, του έκανε σκληρή κριτική γι’ αυτό – ήταν βλέπετε τυπικότατος στα ζητήματα κομματικής νομιμοφροσύνης. Συγκρατήστε κι αυτή τη λεπτομέρεια…

*
Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, του οποίου το βιβλίο Άρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος, είναι η βασικότερη πηγή για όσα θα διαβάσετε παρακάτω, αναφέρει ότι τον Ιανουάριο του 1941, ο Λιανόπουλος συναντήθηκε στη Γενική Ασφάλεια με τον κρατούμενο Νίκο Ζαχαριάδη. Είχε περάσει τον κύκλο των βασανιστηρίων χωρίς να καταδώσει κανέναν και χωρίς να υπογράψει δήλωση. Ο Ζαχαριάδης του εμπιστεύτηκε το τρίτο γράμμα προς τον ελληνικό λαό, με το οποίο ο ηγέτης του ΚΚΕ ουσιαστικά αναιρούσε το πρώτο, το γνωστό, όπου καλούσε σε συστράτευση, υπό την κυβέρνηση Μεταξά, κατά της Ιταλίας. Το κείμενο γράφτηκε σ’ ένα κομμάτι λευκό χασέ και ράφτηκε στη φόδρα του σακακιού του Λιανόπουλου. Ο Λιανόπουλος ελευθερώθηκε και αμέσως κλήθηκε να παρουσιαστεί στο στρατό, ενώ το γράμμα δημοσιεύτηκε στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τον Ιούνιο του 1942.
Πολύ σύντομα (λόγω της επίθεσης του Χίτλερ στην ΕΣΣΔ) η γραμμή που έδινε ο Ζαχαριάδης στο τρίτο γράμμα βρέθηκε στραβή (ξεχωριστή συνθήκη ειρήνης της Ελλάδας με την Ιταλία, πρότεινε ο φωστήρας) – τώρα η Ελλάδα όφειλε να τα δώσει όλα, για να ανακουφίσει την ΕΣΣΔ. Άρα, ίσχυε το πρώτο γράμμα, τα άλλα δύο δεν υπήρχαν.
Επειδή όμως το τρίτο γράμμα όχι μόνο υπήρχε, αλλά είχε κιόλας δημοσιευθεί σε κομματικό έντυπο, ο Ζαχαριάδης αναγκάστηκε (όταν επέστρεψε από το Νταχάου, στα 1945) να παραδεχθεί την ύπαρξή του. Με τη χαρακτηριστική παχυδερμία των σταλινικών, εκμεταλλευόμενος την ευήθεια (δηλ. την κομματική πειθαρχία) του ακροατηρίου του, δε δίστασε να κάνει τη νύχτα μέρα και να βγάλει τον εαυτό του λάδι. Το Λιανόπουλο, όμως, δεν είχε τον παραμικρό δισταγμό να τον κατηγορήσει ότι καθυστέρησε να παραδώσει το περίφημο γράμμα στην καθοδήγηση – κάτι που δεν ισχύει, καθώς ο Λιανόπουλος το είχε παραδώσει στον Τρικαλινό, στέλεχος που είχε δραπετεύσει από την εξορία.
Ο σκληρός Μάης του 1942

Ο Άρης Αλεξάνδρου, φοιτητής της ΑΣΟΕΕ και μέλος του ΕΑΜ νέων, μετέφραζε τον ύμνο της σοβιετικής νεολαίας – το μουσικό θέμα του οποίου ήταν το μουσικό σήμα του ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας:
Πλατειά πλατειά η χώρα απλώνει
όλο δάση κάμποι, ποταμοί
άλλη χώρα τέτοιανε δεν ξέρω
με μια τόσο λεύτερη ζωή.
Όλοι εδώ για μας είναι το ίδιο
και οι άσπροι κ’ οι χρωματιστοί
κ’ ένα γειά σου σύντροφε αν φωνάξεις
θα βρεις κιόλας ένα συγγενή.
Και παντού φυσά δροσάτο αγέρι
η ζωή χαρούμενη κυλά
και κανείς στον κόσμο δεν θα ξέρει
σαν και μας με γέλιο ν’ αγαπά.

Οι εδώ τοποτηρητές της πλατειάς χώρας με την τόσο λεύτερη ζωή, όπου φυσά παντού
δροσάτο αγέρι, ανακοίνωσαν ξαφνικά τη διαγραφή από το ΕΑΜ Νέων και το ΚΚΕ του Χρήστου Θεοδωρόπουλου (Μάξιμος), του Γιώργου Λιανόπουλου (Δήμος) και του Στάθη Μεγαλοοικονόμου (Φάνης), με την κατηγορία της προδοσίας. Ήταν, λέει, γκεσταπίτες και προδοτικό τρίο.
Η ανακοίνωση της διαγραφής έγινε μέσω μιας πολυγραφημένης εφημερίδας και μοιράστηκε σε όλα τα μέλη της οργάνωσης. Οι τρεις αναφερόντουσαν με το όνομα και το επαναστατικό τους ψευδώνυμο – δινόντουσαν δηλαδή στο πιάτο στην Γκεστάπο – χωρίς ωστόσο να αναφέρεται και το τι ακριβώς είχαν κάνει. Η απόλυτη απομόνωση από τα μέλη του ΕΑΜ ήταν αυτονόητη συνέπεια. Η σύλληψη από τη Γκεστάπο, μια εύλογη πιθανότητα. Και τότε, δεν αποκλειόταν η φυσική, είτε η ηθική εξόντωση των τριών – αν υποτεθεί ότι υπό την πίεση και τα βασανιστήρια κατέδιδαν ανθρώπους…
Όλες οι ηλιθιότητες /αθλιότητες του σταλινικού κονγκλαβίου του ΚΚΕ, ακόμα και οι μεγαλύτερες – όπως η καταγγελία του Πλουμπίδη ως προδότη, την ώρα που αυτός στεκόταν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, είναι μεγάλο λάθος να αντιμετωπίζονται ως προϊόν απλής πολιτικής αφασίας: πάντοτε υπάρχει από πίσω ένα
συγκεκριμένο πολιτικό διακύβευμα. Ο Πλουμπίδης, για παράδειγμα, αν δεχτούμε τις
απόψεις κορυφαίων επαγγελματιών ιστορικών, είχε εκφράσει τότε την άποψη πως το
ΚΚΕ θα έπρεπε να εγκαταλείψει την αδιέξοδη σεχταριστική πολιτική του (την ίδια
ακριβώς που έχει και σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών…) και να αναζητήσει
πολιτικές συγκλήσεις με τις άλλες αριστερές ή κεντρώες δυνάμεις. Αποτέλεσμα:
προδότης, γιατί αμφισβητούσε (στα πλαίσια της κομματικής νομιμότητας, αλλά αυτό
δεν αποτελούσε ελαφρυντικό) τη μοναδική αλήθεια της μοναδικής δυνατής πολιτικής
– αυτής που καθόριζε η ηγεσία. Το γεγονός ότι υπάρχει πάντοτε πολιτικό σκεπτικό
πίσω από τις εν λόγω ενέργειες, δε σημαίνει πως απαλλάσσονται από το
χαρακτηρισμό ηλιθιότητες / αθλιότητες – υπάρχουν και ηλίθιες /άθλιες πολιτικές,
με συγκροτημένο και συνεπές σκεπτικό…
Ας ξαναγυρίσουμε όμως στον Μάιο του 1942, για να δούμε την πολιτική παρουσία και δράση των τριών νεαρών εαμιτών, όπως τη σκιαγραφεί ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, για να επιχειρήσουμε μια ερμηνεία στα ανεξήγητα γεγονότα – ανεξήγητα με την κοινή, όχι όμως και με τη σταλινική λογική.
Ο Στάθης Μεγαλοοικονόμου φλεγόταν από επαναστατικό πάθος, αλλά ήταν και απόλυτα νομιμόφρων στην κομματική γραμμή. Μοναδικό του ελάττωμα ότι δεν ήταν μισαλλόδοξος, συζητούσε τις απόψεις των άλλων: χαρακτηρίστηκε αποψίας.
Ο Χρήστος Θεοδωρόπουλος, είχε επιφυλάξεις για τη μετωπική γραμμή του Κόμματος, από θέσεις λενινιστικής ορθοδοξίας. Δεν είναι τυχαίο ότι αργότερα ήταν αυτός που έγινε …χριστιανός Ορθόδοξος – μάλλον είχε κάποια ροπή προς το θεολογικό λόγο, είτε υπό μαρξιστικό είτε από ιουδαιοχριστιανικό μανδύα… Αποψίας, κι αυτός.
Η περίπτωση του Γιώργου Λιανόπουλου είναι πιο σύνθετη. Πίστευε πως ήταν λάθος
του ΚΚΕ να συγκροτεί μέτωπο με ουσιαστικά ανύπαρκτες δυνάμεις – σφραγίδες, αντίθετα έπρεπε να επιδιωχθεί η συμμετοχή των Φιλελευθέρων και στελεχών του Λαϊκού κόμματος. Ένα το κρατούμενο – υπάρχει και συνέχεια: Ο Λιανόπουλος είχε
ήδη υποστεί ένα γερό ιδεολογικό σοκ όταν πληροφορήθηκε την τύχη που είχε το πολιτικό του ίνδαλμα, ο Νικολάι Μπουχάριν, μετά τη δική του δίκη της Μόσχας. Δύο
τα κρατούμενα. Στην επαρχιακή Αθήνα, είχε γίνει μαλλιά κουβάρια με τον γραμματέα της ΟΚΝΕ, τον περιβόητο Μήτσο Βλαντά – και είχε αποχωρήσει από το Κόμμα – τρία τα κρατούμενα. Είχε συνεργαστεί με τους Κορνήλιο Καστοριάδη (τι μικρός που είναι ο κόσμος της ελληνικής αριστεράς…) και Αχιλλέα Γρηγορογιάννη στην έκδοση του παράνομου μαρξιστικού εντύπου Νέα Εποχή (άλλη σημειολογικά ενδιαφέρουσα ειρωνεία της ιστορίας…), αλλά σύντομα ο Λιανόπουλος διαφώνησε και αποχώρησε κι από κει – τέταρτο κρατούμενο. Το πέμπτο κρατούμενο ήταν η απόφαση του Λιανόπουλου να δράσει μόνος του και να οργανώσει δολιοφθορές – διέθετε μια ποσότητα εκρηκτικών, προερχόμενη από τη λεηλασία μιας εγκαταλειμμένης εγγλέζικης αποθήκης. Το τελευταίο κρατούμενο ήταν μάλλον εκείνο που τον προήγαγε από αποψία σε προδότη /γκεσταπίτη, προφανώς από τη στιγμή που το Κόμμα απαίτησε την παράδοση των εκρηκτικών και εκείνος δεν υπάκουσε. Θεωρείται δεδομένο ότι το Κόμμα είχε μεσάνυχτα για το ποιοι ακριβώς ήταν ανακατεμένοι στη Νέα Εποχή – δεν παρέλειψε βέβαια να τους καταγγείλει ως προβοκάτορες πεμτοφαλαγγίτες, όργανα του ξένου κατακτητή και επικίνδυνους εχθρούς του ελληνικού λαού! Η απόφαση της καθοδήγησης για τους τρεις δεν έγινε δεκτή καταρχήν από τους ίδιους – οι Μεγαλοοικονόμου και Θεοδωρόπουλος (θύματα μάλλον της συγκυρίας οτι ήταν φίλοι με τον Λιανόπουλο) έκαναν το παν για να αποκατασταθούν κομματικά. Πράγματι, η απόφαση ήταν τόσο ηλίθια / άθλια, που το Κόμμα την αναίρεσε σύντομα – σιωπηρά βέβαια, για να μη θιγεί το κύρος της καθοδήγησης – και τοποθέτησε τους δύο σε άλλες οργανώσεις του ΕΑΜ, τουλάχιστον να μη συναντιούνται καθημερινά με τους παλιούς συντρόφους, που ήξεραν… Ο Γιώργος Λιανόπουλος είχε διαφορετική πορεία.
Αυτά όμως έγιναν λίγους μήνες αργότερα – και κανείς δε μπορούσε να τα προδικάσει. Τον Μάη του 1942 οι οργανώσεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ κατέβασαν γραμμή για πλήρη απομόνωση των τριών γκεσταπιτών – και οι σύντροφοι, φίλοι, συναγωνιστές τους υπάκουσαν και τους απομόνωσαν. Όλοι, εκτός από ένα νεαρό φοιτητή της ΑΣΟΕΕ – τον Άρη Αλεξάνδρου.
Ήταν παιδικός φίλος με τον Χρήστο Θεοδωρόπουλο – και δε μπορούσε να δεχτεί την αναιτιολόγητη προγραφή. Το Κόμμα επέμενε, αλλά κι ο ίδιος ήταν ανυποχώρητος. Αποτέλεσμα: εγκατέλειψε το Κόμμα (και την εαμική οργάνωση) για χάρη του φίλου του- και υπέστη κι αυτός την αναπόφευκτη απομόνωση, χωρίς ωστόσο να απουσιάσει από καμιά αντικατοχική εκδήλωση / δραστηριότητα! Φυσικά, έγινε κι αυτός ύποπτος και διαγράφτηκε – γιατί από τα φανατισμένα πολιτικά μορφώματα της θεολογικής σκέψης δεν έχεις ποτέ το δικαίωμα να παραιτηθείς, απλώς διαγράφεσαι ή καθαιρείσαι.
Τότε, όλοι οι μήνες ήταν σκληροί

Κάποτε οι δύο (Θεοδωρόπουλος και Μεγαλοοικονόμου) αποκαταστάθηκαν – ο δεύτερος μάλιστα έγινε αντάρτης του ΕΛΑΣ, στο σώμα της Πάρνηθας. Ο Λιανόπουλος βρέθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Εύβοια, όπου και συνελήφθη από τον ΕΛΑΣ, τον Οκτώβριο του 1943. Του ζητούσαν να παραδώσει τα περίφημα εγγλέζικα εκρηκτικά κι αυτός αρνιόταν ότι τα είχε. Τον μετέφεραν από χωριό σε χωριό για μήνες – αυτός ντυμένος καλοκαιρινά, με μια κουβέρτα στους ώμους. Του πρότειναν να μπει στον ΕΛΑΣ (να ντυθεί κιόλας…) αλλά αρνήθηκε.
Ο Μεγαλοκοικονόμου έμαθε τις περιπέτειες του Λιανόπουλου και είτε πήγε ο ίδιος ως την Εύβοια, είτε έστειλε μήνυμα υπέρ του Λιανόπουλου, το οποίο έφτασε στον εκεί επικεφαλής του ΕΛΑΣ, συνταγματάρχη Όρθυ (Γ. Δουατζής). Στις 29 Δεκεμβρίου
1943 ο Όρθυς ρώτησε τον Λιανόπουλο για τον συναγωνιστή που ενδιαφερόταν για το άτομό του, του αποκάλυψε ότι είχε διαταγή να τον εκτελέσει, του δήλωσε ότι δεν βρίσκει τίποτε το ενοχοποιητικό εις βάρος του και τον άφησε ελεύθερο. Τον συμβούλεψε μάλιστα να επιστρέψει εθελοντικά, για να αναλάβει τη διαφώτιση του ΕΛΑΣ Εύβοιας. Δυο μέρες μετά, οι δυο φίλοι γιόρτασαν μαζί την πρωτοχρονιά του 1944, στην Αθήνα.
Ο Μεγαλοοικονόμου επέστρεψε στη μονάδα του. Μια μέρα εμφανίστηκε στο αρχηγείο της Πάρνηθας ένας ελασίτης αγγελιοφόρος από τον ΕΛΑΣ Εύβοιας, με γραπτή διαταγή του αρχηγείου Στερεάς, να παραδώσουν τον Μεγαλοοικονόμου – όπως κι έγινε. Ο καπετάνιος Ορέστης (Μούντριχας) έστειλε ένα δικό του ανταρτόπουλο να παρακολουθεί κρυφά τη συνοδεία. Μόλις απομακρύνθηκαν καμπόσο, ο αγγελιοφόρος ελασίτης, ο οποίος ήταν στην πραγματικότητα εντεταλμένος εκτελεστής, δολοφόνησε τον Μεγαλοοικονόμου. (Αυτά τα αφηγήθηκε είκοσι χρόνια αργότερα ο Ορέστης στον ίδιο τον Λιανόπουλο). Κανείς δεν πληροφορήθηκε ποτέ το σκεπτικό της εκτέλεσης / δολοφονίας, ποτέ δεν αναζητήθηκαν και δεν αποδόθηκαν ευθύνες – η εποχή, βλέπετε…
Ο Λιανόπουλος βρέθηκε διπλά παράνομος στην Αθήνα – τον αναζητούσαν οι Γερμανοί και οι εκτελεστές του ΚΚΕ. Τελικά, συνελήφθη από τους Γερμανούς και έμεινε στη φυλακή ως την απελευθέρωση. Αργότερα κατάφερε να πάει για οικονομικές σπουδές στο Χάρβαρντ, όπου είχε δάσκαλο και τον …Ανδρέα Παπανδρέου, οικογενειακό γνωστό του από την Αθήνα. Επέστρεψε στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ’60, στη διάρκεια της χούντας αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία και με την μεταπολίτευση ανέλαβε υφυπουργός στην κυβέρνηση Καραμανλή – εξελέγη μάλιστα και βουλευτής Ευβοίας, έτσι μας λέει μια μικρή έρευνα στο διαδίκτυο.
*
Ο τρίτος γκεσταπίτης, ο Χρήστος Θεοδωρόπουλος (Μάξιμος) λέγεται (από τον Δημήτρη Ραυτόπουλο) πως ήταν ένας νέος προικισμένος, με ακτινοβολία μοναδική σ’ εκείνο τον κύκλο της νεολαίας. Αποκαταστάθηκε στην Εθνική Αλληλεγγύη, αλλά, πολλά χρόνια μετά, έγραψε στον Άρη Αλεξάνδρου:
Από το Μάη του ’42, δηλαδή πριν 32 χρόνια, που με συκοφάντησαν τόσο ωμά, εγκληματικά, χυδαία, εκείνη η σπείρα του Κ.Κ. εξαφάνισαν μέσα μου κάθε φιλοδοξία
«αναγνωρίσεως»
Ο Θεοδωρόπουλος είχε εξελιχθεί σε χριστιανό – και τον Μάιο του ’74 ήρθε σε επαφή
με τον Άρη Αλεξάνδρου (που ζούσε στο Παρίσι) επειδή ήταν εκδότης ενός …ελληνοχριστιανικού περιοδικού, που το έλεγε Ελληνικός Λόγος. Ετοίμαζε λοιπόν ένα αφιέρωμα στον παλιό του φίλο – τον ποιητή Άρη Αλεξάνδρου, τον οποίο
αναγόρευε ως κορυφαίο της μεταπολεμικής γενιάς και …σχεδόν χριστιανό, οπωσδήποτε όμως ουδέποτε κομμουνιστή. Ο Άρης έγινε έξαλλος, ανταλλάχτηκαν πύρινες επιστολές και το αφιέρωμα ματαιώθηκε. Αυτά όμως, αν είμαστε καλά, θα τα πούμε σε άλλη ευκαιρία… Επίλογος
Άλμα στο χρόνο: αρχές δεκαετίας του ’70, Παρίσι. Ο Άρης Αλεξάνδρου και η σύντροφός του Καίτη Δρόσου καλούν στο σπίτι τους τον παλιό φίλο και σύντροφο Γιώργο Λιανόπουλο. Όλη τη νύχτα συζητάνε για τη δραματική ιστορία που σημάδεψε τα νιάτα τους. Κάποια από τα ψηφία που αναφέρθηκαν και εδώ, έχουν ως πηγή εκείνη τη συνάντηση.
Μια ιστορία, πολιτική κατά βάση, στα χρόνια της Κατοχής… Είναι βέβαια συγκλονιστική, αλλά γιατί να μας ενδιαφέρει σήμερα; Μας ενδιαφέρει, για ένα λόγο: αποτελεί έναν από τους κύριους (βιωματικούς) πυλώνες στους οποίους στηρίχτηκε ο Αλεξάνδρου για να γράψει το Κιβώτιο, στο οποίο κατέχει, με κάποιες παραλλαγές, κομβική θέση στην αφήγηση. Και το Κιβώτιο είναι το σημαντικότερο πεζογράφημα στην ελληνική γλώσσα – αν όχι σε ολόκληρο τον εικοστό αιώνα, τουλάχιστον στο δεύτερο μισό του.

*Το κείμενο αυτό προέρχεται από τα «μυστικά του Κόλπου»: http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/08/blog-post_115598030464363419.html

dtbook050414

Νίκος Σουβατζής, Χειμερινή ισημερία

cf87ceb5ceb9cebcceb5cf81ceb9cebdceae-ceb9cf83ceb7cebcceb5cf81ceafceb1-ceb5cebecf8ecf86cf85cebbcebbcebf

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ*

Υπάρχει ένα ρητό του Orwell, που λέει: «Σε μια εποχή παγκόσμιου ψεύδους, το να λες την αλήθεια είναι μια πράξη επαναστατική.» Σε μια εποχή, λοιπόν, που οι περισσότεροι πολυδιαφημισμένοι ποιητές, γράφουν ακαταλαβίστικα, δήθεν μοντέρνα ποιήματα, που δεν ξέρουν ούτε οι ίδιοι να τα εξηγήσουν, το να γράφει κανείς ποιήματα απλά, κατανοητά με στίχους λιτούς και απέριττους, είναι μια επίσης επαναστατική πράξη, αφού αντιστέκεται στην τάση, που προβάλλεται από το κρατικοδίαιτο εκδοτομιντιακό κατεστημένο ως η μία και μοναδική τάση της ποίησης στις μέρες μας.

Απλά, λιτά και κατανοητά είναι και τα ποιήματα του Νίκου Σουβατζή στην ποιητική του συλλογή: «Χειμερινή ισημερία», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στερούνται ποιητικότητας, στοιχείο στο οποίο θα επανέλθουμε πιο κάτω.

Πριν από την έκδοση της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής, τον Νίκο Σουβατζή, τον είχαμε γνωρίσει ως πεζογράφο με τη συλλογή διηγημάτων «Αναχώρηση», που κυκλοφορεί δωρεάν στο διαδίκτυο από τις εκδόσεις «Σαΐτα» και το πολυσέλιδο διήγημα «Η αγέλη των δειλών», που κυκλοφορεί επίσης δωρεάν στον διαδικτυακό τόπο «τοβιβλίο.net». Όμως, σαν ποιητή δεν τον είχαμε γνωρίσει και μπορούμε να πούμε ότι με αυτή την ιδιότητα μας εντυπωσίασε περισσότερο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι ενδιαφέρουσες και οι υπόλοιπες ενασχολήσεις του με τον γραπτό λόγο.

Θα λέγαμε ότι μας εξέπληξε ευχάριστα το γεγονός ότι μέσα σε μια ποιητική συλλογή, που ξεπερνά τις 60 σελίδες και περιλαμβάνει αρκετά ολιγόστιχα ποιήματα, βρήκαμε σε κάθε ποίημα κάτι ενδιαφέρον και σίγουρα θα χρειαζόμασταν τεράστια ανάλυση, αν θέλαμε να σταθούμε σε όσα μας τράβηξαν την προσοχή, οπότε θα επικεντρωθούμε στα κυριότερα.

Σε αρκετά σημεία της ποιητικής συλλογής «Χειμερινή ισημερία», ο Νίκος Σουβατζής δείχνει οργισμένος. Τα ποιήματά του, θα λέγαμε, ότι θυμίζουν, λίγο τους ποιητές της beat λογοτεχνίας. Διαθέτει αρετές, που πλησιάζουν την δηκτικότητα του Burroughs και το χειμαρρώδες της Γώγου χωρίς να πλατειάζει. «Μισώ αυτούς που καταδικάζουν τη βία / απ’ όπου κι αν προέρχεται», θυμίζοντάς μας το απόφθεγμα του Μαρξ: «Βία είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας που κυοφορεί μέσα της μια καινούργια».

Όμως, η ποιητική συλλογή του Νίκου Σουβατζή δεν είναι μια κραυγή διαμαρτυρίας χωρίς αντίκρισμα. Απεναντίας, δείχνει ότι πιστεύει σε έναν κόσμο καλύτερο χωρίς καταπίεση, πόλεμο και φτώχεια. Σε έναν κόσμο, που θα οικοδομηθεί με συλλογικό αγώνα: «Ενώσαμε τα χέρια και αρχίσαμε», ενώ για τους εκμεταλλευτές υπάρχει η απειλή: «Να τους φοβάστε αυτούς που δεν γελούν ποτέ / μπορεί η πίκρα τους μια μέρα να σας πνίξει» και αλλού: «Να ‘στε σίγουροι πως κάποτε / θα πάρω πίσω σε μια στιγμή / όλα όσα μου στερήσατε». Στίχοι, που δηλώνουν, όχι μόνο οργή, αλλά και πίστη στον αγώνα ενάντια στην εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο.

Διαβάζοντας, τα παραπάνω, θα ‘λεγε κανείς, πως έχει να κάνει με έναν ποιητή οργισμένο και διψασμένο για εκδίκηση, όμως, ο Νίκος Σουβατζής είναι ο άνθρωπος, που θα σταθεί δίπλα στους καταπιεσμένους αυτής της κοινωνίας και θα αγωνιστεί μαζί τους, καταπιεσμένος και ο ίδιος από ένα σύστημα, που είναι από τη φύση του καταπιεστικό. Εδώ έχουμε ένα δίπολο. Ο οργισμένος ποιητής, που μισεί τους καταπιεστές, αγαπάει του καταπιεσμένους και ιδιαίτερα όσους αγωνίζονται για να ανατρέψουν την κοινωνική ανισότητα: «Ό,τι αγαπάω παλεύει στους δρόμους / για να ζήσει» και όπως κάθε άνθρωπος κάνει όνειρα: «Τα όνειρά μας είναι αγέννητα παιδιά / που ζωγραφίζουν το μέλλον» και όπως κάθε άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με τους φόβους του: «Φοβάμαι αυτούς που εισβάλλουν / απρόσκλητοι στα όνειρά μου / για να με μάθουν δήθεν να ονειρεύομαι». Κι αν αναρωτηθούμε, τι είναι εκείνο, που ονειρεύεται ο ποιητής, ο Νίκος Σουβατζής μας απαντάει, ότι κάποτε ο άνθρωπος «θα μάθει πάλι / να σφίγγει το χέρι του διπλανού του» και: «να μοιράζεται το ψωμί και τον πόνο».

Στην ποιητική συλλογή «Χειμερινή ισημερία, ο Νίκος Σουβατζής δεν παραλείπει, να αναφερθεί στους μετανάστες και στους πρόσφυγες. Πέρα από τις σκόρπιες αναφορές σε αρκετά από τα ποιήματά του, συναντήσαμε και δυο ποιήματα, που είναι χαρακτηριστικά: Στο ποίημα «Εκατόν τριάντα έξι ψέματα» ο ποιητής αναφέρεται σε 136 ανθρώπους που στη διάρκεια ενός έτους, έχασαν τη ζωή τους στο Αιγαίο στην προσπάθειά τους να φτάσουν στην Ευρώπη. Πιθανότατα, το ποίημα αναφέρεται σε επίσημα στοιχεία, γιατί ανεπίσημα ο κατάλογος των θυμάτων είναι αρκετά μεγαλύτερος. Στο ποίημα «Όταν ξανάρθεις» ο Νίκος Σουβατζής αποτίει φόρο τιμής στον Αϊλάν, που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει: «Και πριν μάθεις να γράφεις το όνομά σου / έμαθες ότι η ιστορία είναι γραμμένη με αίμα».

Μια συνηθισμένη ερώτηση, που γίνεται στους περισσότερους ποιητές σε συνεντεύξεις, συζητήσεις και κάθε είδους λογοτεχνικές εκδηλώσεις είναι γιατί γράφουν; Τι τους ωθεί να απλώνουν τη σκέψη τους στο χαρτί; Τι τους εμπνέει; Ο Νίκος Σουβατζής έχει την απάντηση, όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά και για όλους τους ποιητές. Όχι τους ποιητές, που γράφουν για να γράψουν, αλλά, για να θυμηθούμε λίγο και τον Ρίλκε, όσους δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς να γράφουν. Στο ποίημα «Στην αθέατη όψη του κόσμου», ο Νίκος Σουβατζής ξεκινάει: «Όταν θα μάθεις να ακούς κραυγές / εκεί που οι άλλοι ακούν μόνο σιωπή, / όταν θα μπορέσεις να δεις / ολόκληρους κόσμους / εκεί που οι άλλοι βλέπουν / το απόλυτο κενό» και καταλήγει: «τότε ίσως καταλάβεις / γιατί υπάρχουν άνθρωποι / που καταθέτουν την ψυχή τους στο χαρτί». Στο ποίημα «Σκόνη πάνω σε παλιά βιβλία» ο Νίκος Σουβατζής γράφει: «Το ποίημα αυτό είναι απ’ τα ποιήματα / που ασφυκτιούν στο χαρτί. / Ονειρεύεται μια νύχτα / να δραπετεύσει / και να γνωρίσει τον κόσμο» για να καταλήξει ότι το ποίημα θα επιστρέψει στο χαρτί όταν: «κάθε λέξη του» θα «έχει να αφηγηθεί μια ιστορία». Τα ποιήματα του Νίκου Σουβατζή έχουν να μας αφηγηθούν ιστορίες κοινωνικών αγώνων και άρα είναι ποιήματα, που αξίζει να βγουν προς τα έξω, να διαβαστούν και να εμπνεύσουν και αυτά με τη σειρά τους άλλες ιστορίες. Είναι ποιήματα, που μπορούν να συγκλονίσουν και να ξεσηκώσουν, που μπορούν να ταρακουνήσουν και να αφυπνίσουν συνειδήσεις.

Πολλοί ποιητές έχουν μπερδέψει την ποίηση με την πολιτική μπροσούρα. Γράφουν κοινωνικά μανιφέστα και τα βαφτίζουν ποίηση, ενώ κυριαρχεί η πεζότητα. Όμως, ο Νίκος Σουβατζής είναι πάνω απ’ όλα ποιητής και τα ποιήματά του δεν στερούνται ποιητικότητας, στοιχείο, που αναφέραμε και πιο πάνω. Ο ποιητής δεν πλατειάζει, δείχνει να γνωρίζει, που να χωρίσει τους στίχους, δεν παρασύρεται σε λεκτικούς ακροβατισμούς και όλα τα ποιήματά του αν και γραμμένα σε ελεύθερο στίχο εμπεριέχουν εσωτερικό ρυθμό, που είναι το κυριότερο στοιχείο για να χαρακτηρίσουμε ένα σύγχρονο ποίημα. Αν δεν υπάρχει εσωτερικός ρυθμός, τότε μιλάμε για πεζογράφημα. Επίσης, σε πολλά ποιήματα του Νίκου Σουβατζή η επανάληψη λέξεων όπως: Μισώ, φοβάμαι, σας θυμάμαι, γίνεται για να δώσει περισσότερη έμφαση και το πετυχαίνει χωρίς να κουράσει. Κάτι άλλο, που παρατηρήσαμε είναι ότι σε αρκετά ποιήματα υπάρχουν σκόπιμες αντιθέσεις και μια λεπτή απόχρωση ειρωνείας: «Βρεθήκαμε μια παγωμένη νύχτα / για να μοιραστούμε / δυο ζεστές κουβέντες». Συνολικά, μπορούμε να πούμε ότι αν δεχόμαστε ότι η ποίηση για να είναι όμορφη, θα πρέπει να συγκλονίζει, τότε μπορούμε να πούμε ότι ο Νίκος Σουβατζής είναι ποιητής γιατί κατάφερε και μας συγκλόνισε.

Ο αφροαμερικανός ακτιβιστής Frederick Douglass έχει γράψει: «Δεν είναι το φως που χρειαζόμαστε, αλλά η φωτιά. Δεν είναι η βροχούλα, αλλά η βροντή. Χρειαζόμαστε την καταιγίδα, τον ανεμοστρόβιλο και το σεισμό.» Η ποιητική συλλογή του Νίκου Σουβατζή «Χειμερινή ισημερία» είναι καταιγίδα, ανεμοστρόβιλος και σεισμός μαζί.

*Το παραπάνω αποτελεί κείμενο ομιλίας, που διαβάστηκε σε παρουσίαση του βιβλίου, που έγινε στο μπαρ Locomotiva στις 27/10/2016.

%ce%bd%ce%af%ce%ba%ce%bf%cf%82-%cf%83%ce%bf%cf%85%ce%b2%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%ae%cf%82-3

Ο παιγνιώδης μοντερνισμός – Μια επιλογή που αναδεικνύει έναν ποιητή με υψηλό αισθητικό κριτήριο και με παραδοξολογική ματιά

ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΗ ΧΙΩΤΗ*

ε.ε. κάμμινγκς
33x3x33: Ποιήματα – Δοκίμια – Θραύσματα
ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΜΤΦΡ.: ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ
«ΝΕΦΕΛΗ», ΣΕΛ. 128, ΕΥΡΩ 11

Ο έντουαρντ έσλιν κάμινγκς (ο ποιητής επέμενε να γράφει το όνομά του με πεζά) είναι σχετικά άγνωστος στο ελληνικό κοινό. Η πρώτη επαφή με τα κείμενα του κάμινγκς προκαλεί έκπληξη και αμηχανία. Η εικονοκλαστική σύνταξη των ποιημάτων του κάμινγκς και η ιδιαίτερη φροντίδα που έδειχνε στο πώς παρουσιάζονται τα κείμενα στη σελίδα τού βιβλίου σε συνδυασμό με την παιγνιώδη και, συχνά, ασεβή προσέγγιση σε ακανθώδη θέματα (π.χ. το πρώτο θραύσμα στην παρούσα συλλογή δηλώνει ότι «πολιτικός είναι ένας πισινός που πάνω του ο καθένας έχει καθίσει εκτός από άνθρωπος») αρχικά ξενίζουν· «μα πώς διαβάζεται ένα τέτοιο κείμενο;», ίσως να αναρωτηθεί ο αναγνώστης. Κι όμως, τα κείμενα του κάμινγκς διαβάζονται όπως παίζει και μιλά ένα παιδί: με τρομερή αίσθηση σοβαρότητας και με τρομερή αφοσίωση στη σκανταλιά. Στα κείμενα του κάμινγκς η ποίηση γίνεται ένα παιχνίδι με τις λέξεις -όπως παίζει ένα παιδί με μικρές μπάλες από πλαστελίνη έτσι και ο κάμινγκς παίζει με την υφή και τον ήχο των λέξεων και των προτάσεων. Στην ποίηση του κάμινγκς η καθεαυτή ύλη των λέξεων γίνεται ταυτόχρονα το μέσο αλλά και το θέμα της.
Ο κάμινγκς γεννήθηκε το 1894. Η καλλιτεχνική φύση του καλλιεργήθηκε από το φιλελεύθερο οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο ανατράφηκε. Ο πατέρας του, ο οποίος δούλευε ως κληρικός, ήταν αρχικά καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Η μητέρα του έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην ανάπτυξη και διαμόρφωση της καλλιτεχνικής φύσης του καθώς τον ενθάρρυνε.

Ο κάμινγκς εξέδωσε τα πρώτα του ποιήματα το 1917 σε έναν τόμο ο οποίος συγκέντρωσε ποιήματα από φοιτητές του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ (από το οποίο και ο κάμινγκς αποφοίτησε με τη διάκριση magna cum laude). Την ίδια χρονιά που εκδόθηκαν τα πρώτα ποιήματά του, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπήκαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο κάμινγκς υπηρέτησε την περίοδο εκείνη ως εθελοντής σε στρατιωτική νοσοκομειακή μονάδα στη Γαλλία· η εθελοντική υπηρεσία του διακόπηκε απότομα όταν δικάστηκε και φυλακίστηκε για τρεις μήνες σε γαλλικό στρατόπεδο συγκέντρωσης με την κατηγορία της κατασκοπίας. Αυτή η εμπειρία έμελλε να τον σημαδέψει για το υπόλοιπο της ζωής του: τα κείμενά του χαρακτηρίζονται από μια συνεχή, συχνά παιγνιώδη αμφισβήτηση οποιασδήποτε εξουσίας. Η τρίμηνη παραμονή στο στρατόπεδο συγκέντρωσης αποτέλεσε το υλικό για το πρώτο του βιβλίο «The Enormous Room» (1922). Ο κάμινκς έγινε ευρύτερα γνωστός όταν εκδόθηκε η πρώτη συλλογή ποιημάτων του «Tulips and Chimneys» (1923). Ηταν ενεργό μέλος της καλλιτεχνικής σκηνής της Νέας Υόρκης, καθώς εκτός από την ποίηση ζωγράφιζε πίνακες ακολουθώντας τα διδάγματα του κυβιστικού κινήματος. Η ζωγραφική είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας και του ύφους του κάμινγκς: η τυπογραφική στοίχιση (layout) των ποιημάτων του γίνεται περισσότερο με το μάτι του ζωγράφου – κάμινγκς παρά με το μάτι του ποιητή – κάμινγκς.

Οπως είπαμε, τα ποιήματά του, φαινομενικά τουλάχιστον, δεν είναι ευκολοδιάβαστα, πειραματίζεται σ’ αυτά περισσότερο με τους ρυθμούς της καθημερινής γλώσσας παρά με τη μετρική ακρίβεια, στοχεύοντας έτσι στη λακωνικότητα και στη γλωσσική ακρίβεια ως μέσα έκφρασης του ποιητικού του σχεδίου. Ο κάμινγκς χρησιμοποιώντας τις αρχές του Εικονισμού ξεδιπλώνει το ποιητικό του όραμα μέσα από μια καινοτόμο χρήση των κανόνων και των συμβάσεων της γραμματικής και του συντακτικού: μετατρέπει τα ρήματα σε ουσιαστικά, εφευρίσκει ιδιωματισμούς, χρησιμοποιεί τη στίξη ανορθόδοξα (το 1925 εκδίδει συλλογή ποιημάτων με γενικό τίτλο «έτσι απλά!») και τα κεφαλαία μπαίνουν στο συρτάρι για να βγουν μόνον όταν πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση σε κάτι. Ο κάμινγκς έβγαλε την ποίηση από τα σαλόνια της αυστηρής μετρικής και την απογύμνωσε από τα φτιασίδια του μέτρου χρησιμοποιώντας μια λεπτεπίλεπτη, ώρες ώρες αποστομωτική, αίσθηση του χιούμορ.
Η ποιητική κληρονομιά του είναι ότι επιχείρησε να μάθει στους αναγνώστες του να διαβάζουν με νέους τρόπους. Η ποίησή του ορισμένες φορές φαντάζει πολιτικά και κοινωνικά αφελής, αναδίδει όμως την αίσθηση ενός προωθημένου Ρομαντισμού, φιλτραρισμένου από το φίλτρο των κινημάτων του Κυβισμού και του Εικονισμού.

Το πρώτο πράγμα που κάνει εντύπωση στη συλλογή αυτή ποιημάτων του ε.ε. κάμινγκς είναι ο τίτλος που διάλεξε ο Χάρης Βλαβιανός για να στεγάσει αυτά τα κείμενα (ποιήματα – δοκίμια – θραύσματα): 33x3x33. Ο κάμινγκς αγαπούσε πολύ τους απλούς περιγραφικούς τίτλους που περιείχαν αριθμούς για τους γενικούς τίτλους των συλλογών του (XLI Poems, 1925· 1/20, 1936· Fifty Poems, 1941· 1×1, 1944· Ninety-five Poems, 1958· 73 Poems, 1962) και έτσι η επιλογή του συγκεκριμένου τίτλου από τον Χάρη Βλαβιανό για να στεγάσει αυτά τα κείμενα του κάμινγκς ταιριάζει απόλυτα στο πνεύμα του ποιητή.

Ο Χάρης Βλαβιανός στον ανά χείρας τόμο ξεδιάλεξε και συνέλεξε ποιήματα και κείμενα από όλες τις περιόδους της συγγραφικής δραστηριότητας του κάμινγκς (1918-1963). Ετσι έχουμε όχι μόνο μια συνολική ματιά της εξέλιξης της τεχνοτροπίας του ποιητή, αλλά (ακόμα πιο σημαντικό!) και μια ομαλή μετάβαση ως αναγνώστες από το πιο αβέβαιο, πειραματικό στάδιο στην «ώριμη» περίοδο του κάμινγκς. Τα 33 χαρτογραφούν με ακρίβεια την προσπάθειά του να γράψει ποίηση η οποία απορρίπτει τους κοινωνικούς συμβιβασμούς και καταδεικνύουν τον κάμινγκς ως έναν ποιητή με υψηλό αισθητικό κριτήριο και με παραδοξολογική ματιά για τη λεπτομέρεια. Ο Βλαβιανός, όντας ο ίδιος ποιητής αλλά και ως δοκιμασμένος μεταφραστής ιερών τεράτων της αγγλοσαξονικής λογοτεχνικής παράδοσης (ενδεικτικά αναφέρω τη μεταφραστική δουλειά του στο Σχεδιάσματα και αποσπάσματα των Κάντος του Εζρα Πάουντ, στο Οι γάμοι του ουρανού και της κόλασης του Ουίλιαμ Μπλέικ, και στο Αυτοπροσωπογραφία σε κυρτό κάτοπτρο του Τζον Ασμπερι), επέλεξε σωστά να ακολουθήσει όχι μόνο το γράμμα αλλά και το πνεύμα της ποίησης του κάμινγκς: την παιγνιώδη λογοτεχνική τεχνική του. Ετσι στο ποίημα με τον αριθμό 5 («οι κυρίες του Κέιμπριτζ») η παιγνιώδης παρήχηση που διατρέχει και δομεί το ποίημα επιβιώνει και μεταφέρεται επιτυχώς στα ελληνικά χωρίς μεταφραστικά τρικ, αλλά με λεπτεπίλεπτες παρεμβάσεις. Η (κωμική) στιχομυθία μεταξύ δύο παράνομων εραστών στο ποίημα 14 («να τα αγγίξω; είπε αυτός») σκηνοθετείται από τον κάμινγκς με τη χρήση εσωτερικών ομοιοκαταληξιών· ο Βλαβιανός επιλέγει να μη μεταφράσει το ποίημα κατά λέξη αλλά να κάνει τις απαραίτητες αλλαγές που δεν θα αλλοίωναν το ύφος του ποιήματος κατά τη μεταφορά του στα ελληνικά. Τα θραύσματα, τα δοκίμια και τα σχέδια του ίδιου του κάμινγκς που συμπληρώνουν τη συλλογή, δημιουργούν μια σαφή εικόνα του ποιητικού σχεδίου και του modus vivendi που διακήρυσσε ο ποιητής. Αν ο Λιούις Κάρολ είχε οδηγήσει μόνο την Αλίκη στην άλλη πλευρά του καθρέφτη και στην παράδοξη δύναμη των λέξεων, ο κάμινγκς καλεί ως άλλος Κάρολ όλους τους αναγνώστες του να βυθιστούν στο παράδοξο και στη γοητεία των λέξεων και των νοημάτων, όπως αυτά φαίνονται από την άλλη πλευρά του καθρέφτη.

*Δημοσιεύτηκε στη ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ (της παλιάς “Ελευθεροτυπίας”) στις 19/8/2005
Νεώτερο αφιέρωμα (2015) υπάρχει εδώ: http://www.efsyn.gr/diagonismos/poiisidokimio-33x3x33-toy-ee-kammingks

33x3x33-e1435734862743

Futures: Poetry of the Greek Crisis και Austerity Meaures: The New Greek Poetry

futures_web_new

Poetry of the Greek Crisis, Θεόδωρος Χιώτης (επιμ.), εκδ. Penned in the Margins, Λονδίνο 2015

austerity-measures

Austerity Meaures: The New Greek Poetry, Karen van Dyck (επιμ.), εκδ. Penguin, Λονδίνο 2016

Πέρυσι και φέτος κυκλοφόρησαν δύο ανθολογίες ελληνόφωνης ποίησης μεταφρασμένης στα αγγλικά με κύριο θεματικό άξονα την κρίση. Πρόκειται ουσιαστικά για διερευνήσεις του τρόπου με τον οποίο Έλληνες και φιλέλληνες λογοτέχνες αντιδρούν στην κρίση, του τρόπου με τον οποίο αυτή διαπερνά και στιγματίζει ή ενίοτε καθορίζει το ποιητικό τους έργο. Το πόρισμα είναι ότι η κρίση δεν ήταν απλώς οικονομική: ήταν η διάλυση της φαντασίωσης ενός κόσμου που ίσως δεν υπήρξε ποτέ.

Η ανθολογία του 2015 ξεκίνησε από μια συζήτηση του Θ. Χιώτη με τον Tom Chivers σχετικά με το πώς η αναδυόμενη γενιά σύγχρονων Ελλήνων ποιητών ανταποκρίνεται στην οικονομική κρίση. Κι ας είναι σαφές ότι δεν μπορούμε πλέον να μιλάμε για γενιά με την έννοια που δίναμε στη λέξη στο παρελθόν. Οι ποιητές στο Futures υιοθετούν πολύ διαφορετικές προσεγγίσεις στην ίδια ιδέα της ποίησης, τη λειτουργία και τη μεθοδολογία της. Άλλωστε δεν υπάρχουν ξεκάθαρες σχολές ή τάσεις. Οι σύγχρονοι ποιητές έρχονται στην ποίηση «υπό ελαφρά γωνία σε σχέση με το σύμπαν», όπως είχε γράψει για τον Καβάφη ο E.M.Forster.

Aς είναι φτωχή σε χρήματα, η Ελλάδα του σήμερα διαθέτει την ποίηση σε αφθονία. Οι ποιητές κάνουν γκράφιτι στους τοίχους, διαβάζουν ποιήματα σε πλατείες, σε θέατρα, ακόμα και σε αλάνες, ψάλλουν σλόγκαν, τραγουδούν τραγούδια σε ράλι, γίνονται bloggers και ανεβάζουν την ποίησή τους στο διαδίκτυο, δημιουργούν ομάδες με καλλιτέχνες και μουσικούς, διδάσκουν σε εργαστήρια για παιδιά σχολικής ηλικίας και μετανάστες, επιλέγουν μουσική στα μπαράκια. Μέσα στη γενική κατήφεια, η νέα ποίηση είναι παντού, πολύ εκτεταμένη και πολύ πλούσια για να περιχαρακωθεί μέσα σε οποιοδήποτε ιδεολογικό ρήγμα. Τόση πληθώρα ποίησης στην Ελλάδα έχει να παρατηρηθεί από την περίοδο της Επταετίας, όπως σημειώνει στον πρόλογο της ανθολογίας του 2016 η καθηγήτρια Σύγχρονης Ελληνικής Λογοτεχνίας Karen van Dyck.

Κοινοί ποιητές και στις δύο ανθολογίες είναι οι γνωστοί μας Γιάννης Στίγκας, Θωμάς Τσαλαπάτης, Βασίλης Αμανατίδης, Θεόδωρος Χιώτης, Δημήτρης Άλλος, Γιάννης Δούκας, Φοίβη Γιαννίση, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Παναγιώτης Ιωαννίδης, Δήμητρα Κοτούλα, Ευτυχία Παναγιώτου, Θοδωρής Ρακόπουλος, Κυριάκος Συφιλτζόγλου (η σειρά είναι τυχαία). Στην ανθολογία του 2016 υπάρχουν περισσότεροι Άγγλοι και επίσης πιο τολμηρές επιλογές, όπως ο Yazra Khaleed και ο Τουρκοκύπριος Mehmet Yaşin με δύο τουρκικά ποιήματα.

Χριστίνα Λιναρδάκη

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/11/blog-post_4.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(στίγμαΛόγου)

Ouyang Yu’s Diary of a Naked Official

unnamed

Diary of a Naked Official
by Ouyang Yu
Transit Lounge Publishing, 2015

By Noel King

Well known as a poet, translator and literary critic, Diary of a Naked Official marks Ouyang Yu’s second foray into the novel form. His first, Loose: A Wild History (Wakefield Press, 2007), mixes fiction and non-fiction, poetry, literary criticism and diaristic writing. His second novel is more circumscribed, but still abundantly displays Yu’s interest in metafiction and ficto-criticism, as well as an extensive, playful way with literary allusion.

The ludic play begins with the information that the book we read allegedly has been discovered on a USB dropped on a Melbourne tram (8). The text thereby uncovered is ‘Diary of a Naked Official, written in English in its entirety’ and signed ‘Shi Ma,’ a name unknown to our literary intermediary and a name that Google cannot make any less mysterious. Although the text ‘reads like a mere diary but in certain places it sounds like a novel,’ our literary mediator settles on the status of ‘diary’ (9).

This trope of the adventitiously encountered, mediated text recalls the origin of the novel as a genre when fiction was offered up disguised as archival material, translation, autobiography, as with Don Quixote and Robinson Crusoe. In this case our nameless narrator is a mid-40s deputy-director of a publishing company located in an unnamed city in mainland China. He has contrived successfully to buy permanent resident status for his wife and child in Sydney, Australia, and the money he has embezzled from his publishing firm is also safely overseas with the relocated family. This allows for one of the meanings contained in the book’s title: in contemporary Chinese terminology a ‘naked official’ is ‘one who has nothing to fear when exposed because his family is safely installed overseas with his money’, which means that should the Chinese state denounce him, he can take the fall safe in the knowledge that his family is well provided for outside China. Near the book’s end we learn that although our confessor has to clear his name ‘by telling the whole story about my corruption’, he is comforted by the fact that his ‘wife and daughter are now safely accommodated in Australia beyond the reach of Chinese laws’.

Another meaning refers to ‘luoili’, a form of ‘naked divorce’ in which a woman is so determined to leave a marriage that she departs without making any claim on children, property or other wealth (61). A third meaning is revealed near the book’s end when our diarist decides to destroy all photographic images and computer files accrued over his years of brothel creeping:

I did not want any of those to fire up anyone else’s fantasy … Least of all did I want them to be released online and used against me. One needs to live naked offline and be virtually anonymous online, the Internet being a hell of knowledge, as destructive as constructive, like a river into which people chuck all rubbish, garbage and excrement … (186-187)

The metafictional elements in Yu’s book are rationalised by having the narrator work in a publishing house, with daily concerns about what manuscripts to publish, what books to buy for translation into Chinese. Such a person is likely to read books in his spare time, and so we find references to contemporary risqué writing involving sexually-driven male narrators, Michel Houellebecq’s Whatever, Roberto Bolaño’s The Savage Detectives, alongside references to de Sade and Nabokov. In the case of Nabokov we might expect the allusion to be to Lolita, another mediated text initially published by Olympia Press in Paris, and the subject of censorship trials à la Ulysses and Lady Chatterley’s Lover. But the reference is rather to Pale Fire: ‘Done a few books, including Pale Fire by Nabokov. The poem is okay but too designed. In fact that’s what the whole book is. Can’t finish the rest of the notes and stuff. Too pretentious for my liking’ (22). Elsewhere he tells us he only made it 80 pages into this ‘real boring book’ (38), which suggests he might be as unreliable a narrator as Nabokov’s. The ‘okay poem,’ as I recall has wonderful couplets like, ‘I was the shadow of the waxwing slain / By the false azure of the window pane’. When Nabokov’s narrator attends a university gathering at a colleague’s house, he walks into a room of people mostly unknown to him, and assures us, ‘I soon put everyone at their ease,’ by which point we are aware that our narrator is bonkers. This is only a small section in Yu’s novel but it displays an adroit way with literary allusion.

Our diarist fits Foucault’s description (in The History of Sexuality) of man ‘as a confessing animal’, at one point saying, ‘the diary is the only confessional, in which the man listens to himself, his other self or selves, or reads it or them, the way Cioran succinctly puts it, ‘All men are fragments of himself” (90). He doesn’t know why he wants sex, ‘I just want it out, for some reason’ (46). ‘It’ is described several times, by its possessor and its many receivers, and our naked official seems quite happy with his ‘big instrument … my non-Party member, erect and dark red’ (192). If one were seeking a local literary context in which to place Yu’s book it might be the period from the mid-1990s, which saw Justine Ettler’s first novel, The River Ophelia (Picador, 1995), advertised in an indie rock band way with posters on telegraph poles all over Potts Point and Darlinghurst, go on to sell 30 thousand copies. Linda Jaivin’s published Eat Me (Vintage, 1997); her contribution to an explicitly sexualised literary fiction from Australian women writers was an international bestseller. Nikki Gemmell’s The Bride Stripped Bare (London: The Fourth Estate, 2003) initially appeared as authored by ‘Anonymous’, and is now badged as a ‘Modern Australian Classic’, and Leigh Redhead and others would arrive on the scene later.

Brian Castro’s Shanghai Dancing (Kaya Books, 2009) early on announces, ‘My first words came out fully formed. I called for whores’, and another novel from Transit Lounge, Patrick Holland’s The Darkest Little Room (2012) is a further, excellent entrant into this field of literary sexual fiction, as are two compelling books from English writers, Stephen Leather’s Private Dancer (Monsoon Books, 2005) and Lawrence Osborne’s novella, The Ballad of a Small Player (Vintage, 2015). If in terms of a relatively immediate Australian and south-east Asian literary context, Yu’s book can be absorbed into this emerging sub-genre – and admired as a very engaging contribution, as a diaristic work – we can also link Yu’s book back to the seventeenth century with Samuel Pepys’s Diary. Pepys tells us that although he was reading ‘a mighty lewd book’, it was ‘yet not amiss for a sober man once to read over to inform himself in the villainy of the world’.

*Taken from Cordite Poetry Review at http://cordite.org.au/reviews/king-yu/