Τάσος Κάρτας, Ποίηση είναι πίκρα, ουράνιο μέλι που αναβρύζει από μια αόρατη κυψέλη που φτιάχνουν οι ψυχές

Το ποίημα του Νίκου Καββαδία “Federico Garcia Lorca” και αποσπάσματα έρευνας για τη διακειμενική ανάγνωσή του

Η Ελένη Τσιντώνη στην εργασία της «Νίκος Καβαδίας – Frederico Garcia Lorca Δυο εθνικές ταυτότητες συναντώνται» θέλησε να δείξει ότι το εν λόγω ποίηµα του Καββαδία δεν αποτελεί απλώς µια ελεγεία για το θάνατο του Ισπανού ποιητή, αλλά και ένα διάλογο µε συνοµιλητές αφενός την ελληνική ιστορική πραγµατικότητα αφετέρου σηµαίνουσες πτυχές της λορκιανής ποίησης. Η επικοινωνία υπήρξε επιτυχής, αφού, φαίνεται ότι ο Καββαδίας αφουγκράστηκε τις πιο λεπτές αποχρώσεις της ποίησης αυτής και τις µετουσίωσε δηµιουργικά στο ποίηµά του σε συγκερασµό µε ελληνικά στοιχεία…

Όταν πληροφόρησαν τον στρατηγό Francisco Franco, αρχηγό της φασιστικής παράταξης στον Ισπανικό εµφύλιο, ότι οι δυνάµεις του δολοφόνησαν τον ποιητή Federico García Lorca, εκείνος ρώτησε µε απορία: «Μα τι σηµασία έχει ένας ποιητής, […] όταν διακυβεύεται ένας πόλεµος;» Σε αντιδιαστολή µε τα λόγια αυτά, η εκτέλεση του ποιητή προκάλεσε µεγάλη συγκίνηση… Μολονότι είχε ήδη διακριθεί για το έργο του πριν από το θάνατό του, δεν υπάρχει αµφιβολία ότι ήταν η βίαιη και άδικη δολοφονία του, δείγµα της στάσης του ολοκληρωτισµού απέναντι στη λογοτεχνία και γενικότερα την ελεύθερη έκφραση, που κινητοποίησε την αντίδραση των λογοτεχνών διεθνώς.

Στην άλλη πλευρά της Μεσογείου ο Νίκος Καββαδίας είχε ήδη καθιερωθεί από το 1933 µε την ποιητική συλλογή Μαραµπού… Ήδη πριν τη δολοφονία του, ο Lorca είχε γίνει γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό από δηµοσιεύσεις µεταφράσεων ποιηµάτων του, µε πρώτες εκείνες του Νίκου Καζαντζάκη στα 1932…Μια ακόµα πηγή προέλευσης των γνώσεων του Καββαδία σχετικά µε τον Lorca πρέπει να αποτέλεσαν τα ταξίδια του προπολεµικά ως ναυτικού στα ισπανικά λιµάνια, κυρίως στη Βαρκελώνη… Ο Lorca ανήκε στη γενιά των Ισπανών λογοτεχνών που επιχείρησαν την ανανέωση της εθνικής λογοτεχνίας τους µπολιάζοντάς την µε τα νέα διεθνή ρεύµατα, χωρίς όµως ποτέ να έρθουν σε ρήξη µε την παράδοση. Η παράδοση είναι μάλλον ένα άλλο σημείο γειτνίασης του ποιητικού σύµπαντος του Καββαδία µε αυτό του Lorca. Με ΚΛΙΚ στην Γκοέρνικα του Πικάσο το ποίημα του Νίκου Καββαδία και πληροφορίες για τη Διακειμενική ανάγνωσή του

Το ποίηµα του Νίκου Καββαδία «Federico García Lorca» και η Διακειμενική ανάγνωσή του

Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι
Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου
στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ’αχαμνά του
Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει
Κάτω απ’ τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια
τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ’ έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια
Ατσίγγανε κι αφέντη μου ( με τι να σε στολίσω;
φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.
Κοπέλες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσα απ’ τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά
Βάρκα του βάλτου ανάστροφη
φτενή δίχως καρένα
σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά
σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά

(Λόρκα «Ρο τραγούδι του Καβαλάρη»

Μακρινή μου Κόρδοβα
μοναχική μου Κόρδοβα.
Άλογο μαύρο μεγάλο φεγγάρι
ελιές μες στο ταγάρι μου.
Ξέρω τους δρόμους σαν την παλάμη μου
κι όμως ποτέ δε θα φτάσω
στη μακρινή μου Κόρδοβα.
Μεσ’ απ’ τον κάμπο μέσ’ απ τον άνεμο
άλογο μαύρο κόκκινο φεγγάρι.
Είναι ο θάνατος εκεί και με παραμονεύει
ψηλά απ’ τους πύργους πάνω
της μακρινής μου Κόρδοβας.
Αχ, τι μακρύς που είναι ο δρόμος
αχ, το μαύρο το άξιο τ’ άλογό μου.
Αχ κι ο θάνατος εκεί να με προσμένει
ώσπου να φτάσω κάποτε
στη μακρινή μου Κόρδοβα.)

ΔΙΑΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ (αποσπάσματα από την εργασία της Ελένης Τσιντώνη: Νίκος Καββαδίας – Frederico Garcia Lorca: Δυο εθνικές ταυτότητες συναντώνται)

picasso-gou

Το ποίηµα πρωτοδηµοσιεύτηκε στις 19 Μαΐου του 1945 στο περιοδικό Ελεύθερα Γράµµατα. Αποτελείται από εφτά τετράστιχες στροφές με ομοιοκαταληξία πλεχτή. Το περιεχόµενο δοµείται πάνω στη διαδοχή εικόνων και όχι σε κάποια ευθύγραµµη αφήγηση, αν και ακολουθείται µια υποτυπώδης σειρά γεγονότων –πρώτα περιγραφή του τόπου, των εξωτερικών γεγονότων, έπειτα πέρασµα στον θάνατο του κεντρικού προσώπου, µετά ξανά περιγραφή του χώρου. Επιτυγχάνεται δραµατικότητα και διαλογικότητα µε το πρόσωπο του Lorca χάρη στη χρήση β΄ ενικού προσώπου σε πολλά ρήµατα και τη χρήση κλητικής προσφώνησης. Αυτός ο διάλογος λειτουργεί ως µια εσωκειµενική παρότρυνση προς τον αναγνώστη να συνδιαλεχθεί κι εκείνος µε τον Ισπανό ποιητή…

Οι δύο εναρκτήριοι στίχοι του ποιήµατος παρουσιάζουν το κεντρικό πρόσωπο ν’ ανεµίζει ρούχα που αποτελούν µέρος της παραδοσιακής ισπανικής ενδυµασίας των ταυροµάχων (µπολερό – πορτοκαλί µεσοφόρι). Αµέσως λοιπόν µε την πρώτη εικόνα του ποιήµατος ταξιδεύουµε στο σύµπαν του Lorca, όχι µόνο γιατί γίνεται παραποµπή σ’ ένα λαϊκό έθιµο της χώρας του, αλλά και γιατί τα επιµέρους στοιχεία αυτής της περιγραφής συναντώνται και στα ποιήµατα του Lorca:

«Πέρασαν τρεις ταυροµάχοι
µε δαχτυλιδένια µέση,
στα πορτοκαλί ντυµένοι
και σπαθί από παλιό ασήµι

Στον τρίτο στίχο µας δίνεται ο χρόνος του ποιήµατος, µήνας Αύγουστος, του οποίου η επιλογή δεν είναι καθόλου τυχαία, καθώς ο Lorca δολοφονήθηκε στις 19 Αυγούστου του 1936… Οι στίχοι 4-6 παρουσιάζουν τη µεσαιωνική εικόνα των Σταυροφόρων που µε παντιέρες και γαλέρες ξεκινούν για την εκστρατεία τους. Πέρα απ’ το ότι δηµιουργεί ένα κλίµα πολέµου, η εικόνα συνδέεται και µε το γεγονός ότι οι Έλληνες εθελοντές στο πλευρό των δηµοκρατικών κατά τον ισπανικό εµφύλιο αποκαλούνταν Σταυροφόροι.

Στον ένατο στίχο συναντούµε ένα οξύµωρο· αντί για τη λογικά αναµενόµενη σύνταξη «ο ταύρος του Πικάσσο», συναντούµε τη φράση «του ταύρου ο Πίκασσο». Σε κάθε περίπτωση η εικόνα παραπέµπει στον πίνακα Guernica του Picasso, όπου µεταξύ άλλων δεσπόζει η µορφή του ταύρου. Το συγκεκριµένο έργο, ζωγραφισµένο ως καταγγελία για το βοµβαρδισµό της βασκικής οµώνυµης πόλης από τη γερµανική αεροπορία έχει γίνει σύµβολο του αντιφασιστικού αγώνα. Ο ταύρος, µοτίβο λογοτεχνικό – καλλιτεχνικό, προερχόµενο από το λαϊκό έθιµο των ταυροµαχιών, συµβολίζει τις αντίξοες δυνάµεις που µάχονται τον άνθρωπο. Η εικόνα που σχηµατίζεται είναι βγαλµένη από την αρένα, τη στιγµή που ο ταύρος ρουθουνίζει απειλητικά, πριν επιτεθεί, οπότε υφέρπει η αίσθηση της απειλής και του κινδύνου. Όπως κι αν ερµηνευτεί, ο στίχος δηµιουργεί κλίµα ανησυχίας. Και στον Lorca συναντάται συχνά το ίδιο µοτίβο: «Ο ταύρος µούγκριζε κιόλας µπροστά στο µέτωπό του…»

Στο δέκατο στίχο αναπτύσσεται η εικόνα του µελιού που σαπίζει, πιθανώς γιατί λόγω πολέµου κανείς δεν έχει τον χρόνο ή την πολυτέλεια ν’ ασχοληθεί µε ειρηνικά έργα. Σε δεύτερη ανάγνωση, το µέλι θα µπορούσε να ληφθεί µε τη λορκιανή σηµασία του. Σε διάφορα ποιήµατα του Lorca συναντάµε τη χρήση του µελιού ως συµβόλου της ποίησης: «Και το µέλι του ανθρώπου είναι η ποίηση που πηγάζει από την πληγωµένη του καρδιά, εκεί που η κυρήθρα της ανάµνησης είναι από την πιο ενδόμυχη μέλισσα φτιαγμένη. Η Ποίηση είναι πίκρα που αναβρύζει από μια αόρατη κυψέλη που φτιάχνουν οι ψυχές…

Στον δέκατο έκτο στίχο εισέρχεται για πρώτη φορά στο ποίηµα η εικόνα του θανάτου του Lorca. Ο νεκρός µεταφέρεται στη µπόλια, δηλαδή σ’ ένα γυναικείο κεφαλόδεσµο. Η προσφώνηση «κατσίβελε» και «Ατσίγγανε κι Αφέντη µου» αποτελεί µετωνυµία του ονόµατος του Ισπανού ποιητή, εµπνευσµένη από την ποιητική συλλογή του Romancero Gitano. Ο δέκατος έβδοµος στίχος ξεκινά µε προσφώνηση προς τον νεκρό. Το έθιµο του στολισµού των πεθαµένων («µε τι να σε στολίσω;») είναι πανανθρώπινο. Η επιλογή του µαυριτάνικου υφάσµατος είναι η πιο ενδεδειγµένη για έναν ανδαλουσιανό. Η Ανδαλουσία, η νοτιότερη περιοχή της Ισπανίας και πατρίδα του Lorca, γνώρισε την πιο µακροχρόνια κατάκτηση από τους Άραβες (711-1493, σχεδόν οκτακόσια χρόνια)… Στους στίχους 19-21 η οπτική µετακινείται πλέον στην ελληνική πραγµατικότητα. Η εκτέλεση από τους Ναζί των διακοσίων αριστερών αντιστασιακών έλαβε χώρα την Πρωτοµαγιά του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, ενώ στις 10 Ιουνίου του ίδιου έτους σφαγιάστηκαν διακόσιοι δεκαοχτώ άµαχοι κάτοικοι του Διστόµου. Τόσο η δολοφονία Lorca όσο και οι κατοχικές φρικαλεότητες οφείλονταν στον ίδιο εχθρό, τον φασισµό, τον ολοκληρωτισµό, εποµένως ο συσχετισµός είναι εύλογος.

Οι στίχοι 22-23 παρουσιάζουν την άκρως υποβλητική εικόνα του νεκρού, που, δεµένος πάνω στ’ άλογό του, παροτρύνεται από τον ποιητή να κάνει το στερνό του ταξίδι. Η µορφή του καβαλάρη προέρχεται από τον ισπανικό θρύλο του El Cid, ήρωα των Ισπανών… Ένας από τους θρύλους γι’ αυτόν που κυκλοφόρησαν µε τη µορφή παραδοσιακού τραγουδιού (romancero), ήταν ότι τον έδεσαν νεκρό πάνω στ’ άλογό του και το άφησαν να καλπάσει εναντίον των εχθρών, οι οποίοι διασκορπίστηκαν τροµοκρατηµένοι από το θέαµα του νεκρού πολεµιστή. Όπως λοιπόν συνέβη ο Cid να νικήσει και µετά τον θάνατό του, έτσι προτρέπει ο ποιητής να πράξει και ο Lorca. Το στερνό ταξίδι στην Κόρδοβα είναι διακειµενική αναφορά στο ποίηµα του Lorca “La canción de jinete”, «Το τραγούδι του καβαλάρη»: «Κόρδοβα. Μακρινή και µόνη. Άλογο µαύρο, µεγάλο φεγγάρι κι ελιές µες στο δισάκι µου. Μ’ όλο που ξέρω τους δρόµους ποτέ δε θα φτάσω στην Κόρδοβα. Μες στον κάµπο, µες στον άνεµο, άλογο µαύρο, κόκκινο φεγγάρι. Ο θάνατος µε κοιτάζει πάνω απ’ τους πύργους της Κόρδοβα. Αχ, τι µακρύς που είν’ ο δρόµος! Αχ, το καλό µου αλογάκι! Κι ο θάνατος, αχ, που προσµένει προτού να φτάσω στην Κόρδοβα!..» Η µορφή του El Cid (αραβικό όνοµα, που σηµαίνει «ο κύριος») έχει πολλές οµοιότητες µε τον Βασίλειο Διγενή Ακρίτα. Και οι δύο έζησαν την ίδια περίπου εποχή (ύστερος µεσαίωνας), διακρίθηκαν για τον αγώνα τους εναντίον των µωαµεθανών, ανήκουν κατά κάποιο τρόπο και στους δύο λαούς –µουσουλµανικό και χριστιανικό –και υπό µία έννοια νίκησαν τον θάνατο. Επιπλέον και για τους δύο συνετέθησαν έπη (το Έπος του Διγενή Ακρίτα και το Cantar de Mío Cid), που παρουσιάζουν κοινά τυπικά χαρακτηριστικά του είδους…

Στην ποίηση του Lorca βρίθουν οι αναφορές στον επικείµενο πρόωρο θάνατό του, σα θλιβερή προφητεία ή κακό προαίσθηµα. Το παραπάνω ποίηµα ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία. Η µορφή πάντως του µελαγχολικού καβαλάρη είναι αρχετυπική στην ισπανική λογοτεχνία, καθώς υπάρχει, όπως είδαµε, στο µεσαιωνικό έπος του El Cid, αλλά συναντάται και στον Cervantes, στο πρόσωπο του ιδανικού µα πάντα διαψευσµένου Don Quijote. Ο Lorca κάνει εκτεταµένη χρήση αυτού του µοτίβου…

Έχει διατυπωθεί από πολλούς µελετητές η άποψη ότι ο καβαλάρης στο ποίηµα του Καββαδία είναι στην πραγµατικότητα ο Άρης Βελουχιώτης. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν πολλές ενδείξεις που µπορούν να οδηγήσουν σ’ αυτή την αντίληψη, όπως η αναφορά στο Δίστοµο, χωριό συνδεδεµένο µε τη δράση του ΕΛΑΣ και κοντινό στην ιδιαίτερη πατρίδα του Βελουχιώτη, τη Λαµία, το γεγονός ότι σε πάρα πολλές φωτογραφίες της εποχής ο Άρης απεικονίζεται έφιππος, οι πολιτικές πεποιθήσεις του Καββαδία αλλά και η ταραγµένη εποχή του Εµφυλίου, που δεν επέτρεπε την ελεύθερη έκφραση αριστερών φρονηµάτων, οπότε ίσως είναι λογικό να επικαλύπτονται τα απαγορευµένα θέµατα…

Αν δεχθούµε ότι ένα λογοτεχνικό έργο εξ ορισµού αποτελεί µια παραµορφωτική αναπαράσταση της πραγµατικότητας, τότε ο αναγνώστης –δέκτης νοµιµοποιείται να νοηµατοδοτήσει τα δυσνόητα σηµεία του σύµφωνα µε την κρίση του… Ο Έλληνας αναγνώστης καλείται να αναγνωρίσει τα στοιχεία εθνικής ταυτότητας του Ισπανού ποιητή, αλλά ταυτόχρονα προτρέπεται απ’ τις ενδοκειµενικές ενδείξεις να τον οικειοποιηθεί, να τον φέρει στον δικό του ορίζοντα προσδοκίας, εντέλει να τον θεωρήσει εξίσου Έλληνα µε κάθε συµπατριώτη του αγωνιστή –θύµα του ολοκληρωτισµού.

Επιστρέφοντας στο ποίηµα, παρατηρούµε πως οι τέσσερις στίχοι της τελευταίας στροφής αντιστοιχούν σε τέσσερις εικόνες. Η πρώτη παρουσιάζει µια βάρκα που δεν µπορεί να επιτελέσει κανένα ταξίδι ή δροµολόγιο, αφού είναι µικρή, χωρίς καρένα και κυρίως παγιδευµένη σε βάλτο. Η δεύτερη δείχνει σύνεργα που σκουριάζουν αχρησιµοποίητα σε σπηλιά τσιγγάνων, η τρίτη κοράκια να πετούν σε αρένα, όπου δε γίνονται πια ταυροµαχίες, και τέλος η τέταρτη εφτά σκυλιά που ουρλιάζουν τη νύχτα µέσα σε χωριό. Αυτές οι εικόνες µοιάζουν µε λήψεις από από κινηµατογραφική κάµερα, που όµως δεν έχουν λογικούς αρµούς µεταξύ τους, σα να µην έχει γίνει το µοντάζ. Είναι περισσότερο µια τεχνική κολάζ, που έχει ως σκοπό την πρόκληση συναισθηµάτων παρά τη λογική συνοχή. Και πράγµατι προκύπτει ένα κλίµα εγκατάλειψης, αποτελµάτωσης, ερήµωσης και θανάτου. Για δύο απ’ αυτές τις εικόνες µπορούµε να βρούµε παράλληλα χωρία και σε ποιήµατα του Lorca, χωρίς αυτό να σηµαίνει απαραίτητα επίδραση, αλλά ούτε και να την αποκλείει…

Ο τελευταίος στίχος του ποιήµατος, όπου τα εφτά σκυλιά ουρλιάζουν, ανέκαθεν δηµιουργούσε σύγχυση στους αναγνώστες, κυρίως λόγω του αριθµού εφτά… Κάποτε, μάλιστα, στο βιβλιοπωλείο του Θανάση Καραβία ο Κώστας Βάρναλης ρώτησε πειρακτικά τον Καββαδία: «Τι θέλεις να πεις, µωρέ, πως τη νύχτα θα ουρλιάζουν εφτά σκυλιά; Γιατί εφτά;» Ο Καββαδίας αποκρίθηκε µάλλον ενοχληµένος: «Την κολοκυθιά θα παίξουµε, δάσκαλε;» Σε κάθε περίπτωση, είναι γεγονός πως και στον Lorca συναντάται τόσο ο αριθµός εφτά όσο και τα σκυλιά… Τα σύµβολα, ωστόσο, είναι συγκεχυµένα. Ο αριθµός εφτά σε πολλά ποιήµατα του Lorca αντιστοιχεί στα χρώµατα της Ίριδας, που αγγίζουν τον ψυχισµό του ποιητή. Η εικόνα των σκυλιών προκαλεί σχεδόν πάντα την αίσθηση του φόβου ή της απειλής…

(ΛΟΡΚΑ: «Τραγουδούν οι εφτά κοπέλες…
Ψυχή μ εφτά φωνές οι εφτά κοπέλες… Σ
τον άσπρο ουρανό εφτά τρανά πουλιά…
Εφτά κραυγές, εφτά αίματα, εφτά διπλά φυτά νάρκης…
Εφτά καρδιές έχω…
Φίλε σήκω για ν ’ ακούσεις ουρλιάζει ο ασυριανός σκύλος…
Το ουρλιαχτό είναι μια μακριά γλώσσα μελιτζανιά που αφήνει μυρμήγκια τρόμου κι ένα ποτό από κρίνους …|

Το αν ο Καββαδίας είχε µελετήσει και εµπλακεί ποιητικά σ’ αυτούς τους συσχετισµούς µε τον συγκεκριµένο στίχο είναι δύσκολο να διαπιστωθεί, αλλά οπωσδήποτε πρόκειται για σηµαντική σύµπτωση.

mauve-kavadias

Αντάρτικο στο μικροαστισμό και την υποκρισία

ceb1cebdcf84ceb1cf81cf84ceb9cebacebf

Γράφει ο Δήμος Χλωπτσιούδης

Δημήτρης Γκιούλος & Κωνσταντίνου Παπαπρίλη-Πανάτσας, Αντάρτικο
Ελευθεριακές Εκδόσεις Κουρσάλ, 2016

Η αναρχική ποίηση από την εποχή του Τόλη Νικηφόρου και της Κατερίνας Γώγου, τους επιφανέστερους εκφραστές της, έχει αλλάξει σημαντικά μέσα στις δεκαετίες και έχει κυλήσει αρκετό νερό στους χείμαρρους των πολιτικών μηνυμάτων και των συναισθημάτων. Αν και τα χαρακτηριστικά του πεζοδρομίου και των συγκρούσεων δεν έχουν εξαλειφθεί, καθώς αποτελούν εγγενή στοιχεία της αντιεξουσιαστικής προσέγγισης, εντούτοις αυτά σήμερα πια ενσωματώνονται σε ένα συναισθηματικό πρίσμα και το μαχητικό στοιχείο αποκτά και συμβολική διάσταση.

Σε ένα τέτοιο κλίμα σύγκρουσης, ειρωνείας και πολιτικής αντίδρασης εντάσσεται και η νέα ποιητική συλλογή των Δημήτρη Γκιούλου & Κωνσταντίνου Παπαπρίλη-Πανάτσα, «αντάρτικο2» (Κουρσάλ, 2016). Άλλωστε, όπως αναπροσδιορίζεται ο Γκιούλος αντί να γίνει αστροναύτης έμεινε να κυνηγά τις ουτοπίες του στη γη, ενώ ο Παπαπρίλης-Πανάτσας παρουσιάζεται ως κυνηγός παραμυθιών που τώρα πια τα γδέρνει.

Πρόκειται για μία ποιητική παρωδία που τόσο καίρια πληγώνει το φίλαυτο μικροαστισμό της ψευδούς ασφάλειας και σιγουριάς, καθώς εμπλέκεται με ήπιες υπερρεαλιστικές ροές που εκτοξεύονται από τα βάθη της αγανάκτησης για την εκούσια υποτέλεια. Η συνειρμική κίνηση σε συνδυασμό με την -αποφθεγματικού τύπου- στιχουργική λειτουργεί ως ηφαίστειο που βυθίζει κάθε ποιητική και ασφάλεια. Η δηκτική ειρωνεία της συλλογής πυρπολεί τις μικροαστικές αντιλήψεις για τα όνειρα και το κυνήγι της ζωής. Οι λέξεις σαν μολότοφ καίνε την υποκρισία με την οποία περιβάλλουμε τον εαυτό μας μέσα σε μία κοινωνία που βρωμίζει από τη σαπίλα. Μα τελικά εμείς οι ίδιοι είμαστε τα βακτήρια της κοινωνικής γάγγραινας, με όνειρα αόρατα που ζωγραφίσαμε στους τοίχους της φυλακής μας και τελικά ποτέ δεν κυνηγήσαμε (1).

Πλούσιες μεταφορές σε μία πρωτότυπη ήπια σουρεαλιστική εικαστική εκτοξεύουν το συναίσθημα και κεντρίζουν μία στοχαστική διάθεση. Η εικόνα και οι αισθήσεις μέσα στο σκηνικό περιβάλλον γίνονται σκέψεις και -ίσως- αυτοκριτική του κοινού. Αυτός ακριβώς είναι και ο επικίνδυνος για κάθε σύστημα ρόλος της τέχνης και της ποίησης. Μόλο που η επανάληψη αποτελεί πια μία ποιητική κοινοτοπία, τούτη διαθλάται στο αντιθετικό πρωτοπληθυντικό πρίσμα, υποτασσόμενη στο υπερρεαλιστικό αφηγηματικό χείμαρρο καθώς το ερωτικό συμπλέκεται με το επαναστατικό (4, 5). Τα προσφυγικά κύματα σκοντάφτουν στη λάσπη του ματωμένου ουρανού πλάι στο λανθάνον ερωτικό συναίσθημα των δημιουργών.

Με αβίαστο τρόπο μέσα στη συνειρμική ροή, η λαϊκή δημοτική παράδοση (6), η αρχαιοελληνική (7, 5) και τα παραμύθια (7) συμπλέκονται με τον έρωτα και την κοινωνική αναζήτηση.

Και είναι αναγκαίο να δούμε και τη σκηνική διάσταση των ποιητικών συνθέσεων. Όλα τα ποιήματα -δομημένα πάνω στο δεύτερο πρόσωπο- απευθύνονται σαν ποιητικές προκηρύξεις και σαν συνθήματα απευθείας στην καρδιά του ακροατή/αναγνώστη. Γιατί το δευτεροπρόσωπο αντικείμενο ως αποδέκτης είναι πάντα το ίδιο το κοινό, παρά τη διπολική κλητική επίκληση σε κάποιο αντικείμενο του έρωτα. Μα τούτο, ακριβώς, διαμορφώνει ένα πολυποίκιλο ποιητικό αντικείμενο με αλληγορικά ή ερωτικά και ειρωνικά χαρακτηριστικά.

Και τούτο εκφράζεται τόσο με τη γενικότητα του β΄ ενικού γραμματικού προσώπου όσο και με τις μόνο λογικές εναλλαγές των πρώτων προσώπων (το συλλογικό εμείς και το αυτοαναφορικό εγώ). Έτσι όμως δημιουργείται και μία μορφή διακειμενικού διαλόγου τόσο στο εσωτερικό των συνθέσεων όσο και σαν διαδραστική θεατρικότητα προς το κοινό. Και η σκηνικότητα αυτή επικουρείται συχνά από διαλογικά σημεία (7) ή ευθείες ερωτήσεις προς το ακροατήριο (1, 2).

Ποίηση γεμάτη οργή καίει τις αγανακτισμένες συνειδήσεις που πολεμούν με οδηγό την ουτοπία για να ανατρέψουν τις ήττες του παρόντος και του παρελθόντος (8) οιονεί αναρχοποιητικής προκήρυξης. Στον σουρεαλιστικό ιστό που στήνουν οι δύο ποιητές πάνω σε ένα πεζολογικό ύφος με συνδέσεις συνειρμικές, η φωτιά διατηρεί μέσα στην επαναστατικότητά της μία εσχατολογική διάσταση κάθαρσης και εξαγνισμού.

*Αναδημοσίευση από το https://tovivlio.net/Αντάρτικο-στο-μικροαστισμό-και-την-υπ/

Μάριος Χάκκας, ένας Έλληνας beat

xakkas-696x643

Του Γιάννη Ν. Μπασκόζου*

Διαβάζει κάποιος το παρακάτω κείμενο. Πολύ σημαδιακό για την ιδεολογία του Μάριου Χάκκα, ενός αποσυνάγωγου, αναρχικού , αριστερού, μποέμ λογοτέχνη. Που θα τον τοποθετήσει;

Όμως δεν θα ’χουμε υπεύθυνο, αρχηγό ή αντιπρόσωπο. Τόσα χρόνια μπουχτίσαμε από θαλαμάρχες, παρεάρχες, ακτινάρχες, όλων των ειδών τους άρχες, όρχεις που μας επέβαλλαν να κατουράμε στη βούτα κατά ομοιόμορφο τρόπο (έπρεπε το κάτουρο να χτυπάει στον τενεκέ αριστερά και πάνω, έτσι και σου ξέφευγε γινόσουν ύποπτος). Ου να χαθούνε. Εμ κι εμείς τ’ ανθρωπάκια που δεχθήκαμε χρόνια να τρώμε στη μάπα τη «ράγια»; Και να σκέφτομαι πως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που αποδέχονται τους κανόνες μιας τέτοιας ζωής. Τι τους συμβαίνει και χώνονται μέσα στη μάντρα; Πάντως εγώ, απ’ όσο ξέρω και οι φίλοι μου, σε μάντρα δεν ξαναμπαίνω, οποιαδήποτε μάντρα. Αν πρόκειται για λογοτεχνικό σωματείο, γραμματείς, πρόεδρο και ιερατείο, δεν κάνουμε τίποτε. Δεν έχουμε χρόνο πια για μια δοκιμή, κι άλλωστε γιατί να επιχειρήσουμε από δρόμους που ξέρουμε πως δεν οδηγούν πουθενά; Μήπως φταίγαν τα πρόσωπα και οι αρχές παραμένουν αλώβητες; Να τελειώνει αυτό το μπέρδεμα, αρχές και πρόσωπα, μορφή και περιεχόμενο, ιδέες και πράξη, όλα είναι ένα, όταν τα ξεχωρίζετε πάτε να περισώσετε κάτι. Φταίει λοιπόν στο σύνολο αυτή η ίδια η υπόθεση, οι αρχηγοί και τα μέλη, ιεράρχηση και επιτροπάτα, οικουμενικές και μη σύνοδοι με αποφάσεις «πιστεύω». Τίποτα πια δεν πιστεύω, όλα σαβούρα για πέταμα.

Τι είναι αυτό που κάνει τον Μάριο Χάκκα ξεχωριστό;

Όπως φαίνεται και από το παραπάνω απόσπασμα πρόκειται για μια πεζογραφία ενός ατόμου που ψάχνει την ταυτότητά του. Σε όλο του το έργο όπως έχει ήδη παρατηρήσει και ο Αλ. Ζήρας το κεντρικό πρόσωπο αντιπαρατίθεται στο σύνολο, η εσωτερική ζωή βρίσκεται αντιμέτωπη με τις συμβάσεις, το άτομο απέναντι στις κοινωνικές υποχρεώσεις, αντίθετο με το ιδεολογικό ή οποιοδήποτε συλλογικό όραμα. Υπάρχει πάντα μια διχοστασία μεταξύ υπαρκτής πραγματικότητας και υπαρξιακής μοναδικότητας.

Κι ερχόμαστε στο δεύτερο σημείο καθώς ο συγγραφέας αλλά και οι ήρωες του είναι τα άτομα που βιώνουν μια βαθιά υπαρξιακή κρίση και μια αφόρητη μοναξιά. Ο επικείμενος θάνατος δυναμώνει την αίσθηση του «χωρίς νόημα κόσμου». Όμως ο Χάκκας δεν πιστεύει όπως ο Κίρκεγκαρντ ότι ο θάνατος δίνει νόημα στη ζωή. Αντιθέτως θα ήθελε να ζήσει πολύ, μια άλλη ζωή, αλλά όμως με έναν διαφορετικό τρόπο: με τη σοφία που του προσέδωσε ο επικείμενος θάνατος του. Ξέρει βέβαια ότι δεν υπάρχει τέτοια διέξοδος. Νιώθει μόνος, είναι μόνος. Μια μονάδα ριγμένη στο άπειρο όπως θεωρούσε τον άνθρωπο ο Χάιντεγκερ.

Η φιλοσοφία του εδράζεται σε μια προσωπική εμπειρία. Ο Χάκκας είναι μόνος, αισθάνεται αβοήθητος, άλλοτε τρομαγμένος κι άλλοτε απογοητευμένος αντιμέτωπος με τον φόβο του θανάτου, τον φόβο του «δεν ταιριάζω με τους άλλους» και καταλήγει σε μια δική του φιλοσοφία, στάση ζωής. Καταλήγει σε έναν ωραίο αναρχισμό, αγανακτισμένο, πρωταρχικό.

Με κούρασαν επιστήμη και κοινωνιολογική ερμηνεία. Επιδιώκω μια κοινωνία που θα γίνουνε τα πάντα μπάχαλα: αστέρες πρώτου μεγέθους να παίζουνε ρόλο κομπάρσου, διαδηλωτές και τανκς μέσα στους δρόμους, ποιος πρώτος ποιος δεύτερος, όλοι να παριστάνουν τους έσχατους (εκτελούσα διαταγές αφεντικό, να σου λένε), ανθρωπάκια που ταξιδεύουν με το λεωφορείο, πρωθυπουργοί που περιμένουν στη στάση σειρά.

Δε με εκφράζει πια καμιά σκοπιμότητα και καμιά λογική, κυρίως το αναπόφευκτο του θανάτου κάποιων κυττάρων, μερικών οργανισμών που κλείνουν τον κύκλο τους και δε θα ξανάρθουν. Ακόμα και στον οργανισμό μου τον ίδιο θέλω να μαλώνουν τα κύτταρα, να επιμένουν τα παλιά, ν’ αντιστέκονται, πεθαμένα πια να μην αποβάλλονται, να παραμένουν εκεί προκαλώντας μια γενική αναστάτωση.

Καταλήγει σε αυτόν τον ατομικό αναρχισμό ξέροντας ότι δοκίμασε ότι υπήρχε στην εποχή του και απέτυχε: Από τη χούνη του Κουταλά φωνάζω κι η φωνή μου χτυπώντας στα βράχια γυρίζει σε μένα. Από ένα τυφλό δωμάτιο πολυκατοικίας φωνάζω κι η φωνή μου βουλιάζει σ΄αφρολέξ καναπέδων. Από τον ύπνο μου – βαθύ πηγάδι – φωνάζω κι η φωνή μου βρίσκει στα σφιγμένα δόντια μου, επιστρέφει και χρωματίζει μαύρα τα σπλάχνα μου.

Παρόλο που διαβάζοντάς τον ξέρουμε ότι τα περισσότερα στοιχεία είναι αυτοβιογραφικά εντούτοις κατανοούμε ότι όσα γράφει αφορούν πολλούς, πολύ περισσότερους από όσους πιστεύουμε. Γίνεται σηματωρός μια εποχής , ίσως και πολλών εποχών. Όταν γράφει Πόσο φυράναν οι ιδέες, πόσο λιγόστεψαν οι αφελείς σ΄αυτό τον κόσμο και οι ήρωες νομίζω ότι εκφράζει προδρομικά κάτι βαθύτερο του οποίου εμείς οι νεώτεροι αργήσαμε να γίνουμε κοινωνοί. Δε μου αρέσουνε οι τέλειες κοινωνίες, οι αισθητικές και οι αρμονίες. Όλα να πάσχουνε κάπου, σώματα, σύμπαν κι ομάδες κατά γκρεμού κι επιπλέον καμιά όρεξη για νέο στήσιμο. Αντίθετα, μανία για περισσότερα χαλάσματα γύρω. Έτσι κι αλλιώς κι αυτοί που λένε πως σιάχνουνε, κυβερνήσεις παπάδες, μυστήρια, περισσότερο όλεθρο σκορπίζουν τριγύρω τους.

Ας σκεφτούμε ότι αυτά τα λέει το ΄60, πριν γίνει ο Μάης ΄68 , πολύ πριν πέσει το τείχος του Βερολίνου και καταρρεύσει ο υπαρκτός και συμπαρασύρει οράματα γενεών στο διάβα του.

Προσωπικά βρίσκω αρκετά κοινά σημεία με τους έλληνες υπαρξιστές- ένα βραχύβιο κίνημα. Δεν ξέρω πόσο τους ήξερε κι αν τον γοήτευαν καθόλου αλλά διαβάζοντας το Κοινόβιο διαπιστώνεις , όχι τόσο φράσεις, όσο περισσότερο εικόνες και διάθεση που θυμίζουν το κίνημα της Ιπτάμενης Παράγκας του Σίμου του υπαρξιστή. Κι αυτοί είχαν χιούμορ , λέγανε τσιτάτα όπως Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΙΣ ΕΙΝΑΙ ΚΡΙΣΙΜΟΣ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΑΠΕΛΠΙΣΤΙΚΗ!» ή το άλλο «ΑΝ ΑΠΕΛΠΙΣΤΕΙΣ, ΜΗΝ ΑΠΕΛΠΙΖΕΣΑΙ!», και είχαν αυτό το χιούμορ ,άλλοτε υποδόριο, άλλοτε δηκτικό, αντιθετικό ως προς την όποια καθεστηκυία τάξη, όταν πήγαιναν σε συγκεντρώσεις και τους πέρναγαν για παράταιρους ή χαφιέδες, είχαν κάτι κοινό με τον αποσυνάγωγο Χάκκα, και τη θέλησή του να απαρνηθεί τα πάντα. Απλώς οι υπαρξιστές εκείνοι ήταν πιο χαρούμενοι, οργάνωναν πάρτυ, χόρευαν μπούγκι, έκαναν τρέλες.

Τα παραληρηματικά κείμενο του Κοινόβιου και του «Τα τελευταία μου» θυμίζουν σε πολλά τους αμερικάνους μπητ. Όπως το «Ουρλιαχτό” του Γκίνσμπεργκ:

Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου διαλυμένα από την τρέλα,
υστερικά γυμνά και λιμασμένα,
να σέρνονται μέσα στους νέγρικους δρόμους την αυγή γυρεύοντας
μιαν αναγκαία δόση,
(…….)

που πρόταξαν τους εγκεφάλους τους γυμνούς στον ουρανό
κάτω απ’ τον Εναέριο σιδηρόδρομο και είδαν
αγγέλους Μωαμεθανούς να τρεκλίζουν φωτισμένοι σε ταράτσες πολυκατοικιών,
που πέρασαν απ’ τα πανεπιστήμια με ήρεμα ακτινοβόλα μάτια με παραισθήσεις
του Αρκάνσας και τραγωδία με το φως του Μπλαίηκ ανάμεσα στους μελετητές
του πολέμου,
που διώχτηκαν απ’ τις ακαδημίες λόγω τρέλας και έκδοσης
στίχων ανήθικων στου κρανίου τα παράθυρα,
που διπλώθηκαν από τον φόβο ξεντυμένοι σε αξύριστα δωμάτια, καίγοντας
τα λεφτά τους στα καλάθια των αχρήστων και ακούγοντας τον Τρόμο
μέσ’ απ’ τον τοίχο…

Βρίσκω ομοιότητες και με τον Τζακ Κέρουακ σε δύο θέματα: στη σχέση με τη φιλία και το αυθόρμητο της γραφής. Οι μπίτνικ ήταν μια παρέα με κοινό τρόπο σκέψης. Ο Κέρουακ ήταν τυχερός έζησε όλη του τη ζωή με μια παρέα ομοειδή και ομόγνωμη. Ο Χάκκας είχε μια άλλου είδους παρέα, περισσότερο φιλική και λιγότερο ομογνωμική. Γι αυτούς οραματίζεται ένα κοινόβιο: για τον ζωγράφο Δημήτρη, τον Φαίδωνα που είχε τέλος φρικτό- έγινε ανώτερος υπάλληλος, τον Τσαούση – ακόμα χειρότερα – ήταν παντρεμένος, τον Νότη- περιμένει παιδί, τον γιατρό με τα άγχη του και τον ποιητή Γκόρπα, τρελαμένος κι αυτός- αλλά ίσως πιο κοντά του. Όμως τους χάρηκε τους φίλους του μέσα σε ένα στενό σαλονάκι ενός φτωχικού ιατρείου, από εκεί ταξίδευαν και δεν είχαν ανάγκη να κάνουν ούτε βήμα προς την πιο κοντινή ταβέρνα.
Η περίφημη παρέα του Κέρουακ έβαλε σκοπό να αλλάξει τη λογοτεχνία, απλοποιώντας τις φόρμες και απαλείφοντας τα περίτεχνα σχήματα λόγου. Για τον Κέρουακ είπαν ότι «Στο Δρόμο» είχε μια ακατέργαστη, φαινομενικά ανύπαρκτη φόρμα με τις ασύντακτες παραγράφους και το φτωχό επαναλαμβανόμενο λεξιλόγιο, πράγμα βέβαια που δεν το εμπόδισε να γίνει το βιβλίο-αναφοράς του κινήματος της δεκαετίας του ’50. Γιατί Η «αυθόρμητη πρόζα», όπως το έλεγε ο Κέρουακ, η αδιαμεσολάβητη φόρμα δηλαδή μπορεί να μεταγγίσει απευθείας το περιεχόμενο στον αναγνώστη, προκαλώντας ένα «σοκ τηλεπάθειας», όπως στο Κοινόβιο ή στο «Τα τελευταία μου». Ειδικά σε αυτό το τελευταίο όπου σε κατάσταση παράκρουσης όσο ανεβαίνει ο πυρετός ο συγγραφέας ταξιδεύει προς το ουράνιο τόξο, συναντά απίθανους ανθρώπους, όπως μια παγκόσμια πρωταθλήτρια δρόμων, και μια υπέροχη σεξουαλική γυναίκα και μετά αρχίζει να κατεβαίνει καθώς πέφτει ο πυρετός. Μάλιστα συναντά έναν με μεγάλη άσπρη γενιάδα – τον Άγιο Πέτρο- και του ζητά ακόμα και να πεθάνει να μπορεί να συνεχίσει να γράφει, ή έστω να πάρει μια παράταση για να βγάλει ένα φτενό βιβλιαράκι. Ο άγιος του το αρνείται και ο Χάκκας του λέει ‘θα αναγκαστώ να το γράψω στα πρόχειρα – που καιρός για καλλιγραφίες…- και θαναι εναντίον σου!

Άλλο κοινό στοιχείο είναι ότι όπως ο Κέρουακ έτσι και ο Χάκκας πάλευε μέχρι τέλος με τους προσωπικούς του δαίμονες, τόσο τους λογοτεχνικούς, όσο και τους πραγματικούς. Ο Χάκκας στο τέλος γράφει απίθανα ωραία παραληρηματικά κείμενα, από όπου περνάει η οικογενειακή καταπίεση ( η σκηνή με το κορίτσι και το αρνάκι που διακόπτεται από την αυστηρή μητέρα), το γενετήσιο ανικανοποίητο ( η ανάγκη να τα έχει με μια πραγματικά ωραία γυναίκα με ψηλά καπούλια και γεμάτο στήθος), ο χρόνος που δεν του φτάνει γιατί άρχισε αργά να γράφει κι αργά να αποστασιοποιείται από τη βιωτή και το αριστερό όραμα.

Παρά την ειρωνεία και τον σαρκασμό ο Μάριος Χάκκας παραμένει πιστός σε ένα όραμα της νιότης. Με την «ωραία υπεροψία του ανυπεράσπιστου» – όπως θα έλεγε ο Γιάννης Ρίτσος στην «Φαίδρα», θα το ανακαλεί συχνά και θα θυμίζει ότι αυτή ήταν η ζωή του. Έχει ένα ωραίο όσο και ενδεικτικό κείμενο «Μπροστά σ΄ένα τάφο», όταν επισκέπτεται τον τάφο του Μαρξ στο Λονδίνο , που είχε παέι για τη θεραπεία του:

Όλα ξεκίνησαν απ’ αυτό το γρανιτένιο κεφάλι που στέκει μπροστά μου, κι εκείνοι κι οι άλλοι, κι ετούτοι κι οι μετέπειτα, κι οι καλοί κι οι κακοί, μόνο που οι καλοί βγήκαν γρήγορα από τη μέση, πλάκωσαν τα ντουγκασβίλια και τους ξεπάστρεψαν έτσι που μείναν πάνω μόνο οι αχώνευτοι. Θα μου πείτε “βρέστε μου μια κατσαρόλα που να βράζει το γάλα χωρίς να το χύνει”. Αυτό προσπαθώ τόσα χρόνια, κάθε πρωί λέω να προσέξω για να μη φουσκώσει και πάντα την παθαίνω. Έτσι την πάθαμε όλοι, κι ίσως κι ο ίδιος ο Μαρξ, γιατί δεν πιστεύω να ήθελε αυτούς τους αχώνευτους.

Θα μπορούσε κανείς να βρει ομοιότητες και με τον Αντρέα Φραγκιά στην παρουσίαση των χαμηλών κοινωνικών τάξεων, να τον θεωρήσει ποιητικό πρόδρομος του αναρχισμού του Λευτέρη Πούλιου κ.τ.λ. Αλλά μάλλον κάπου στο βάθος ο Μάριος Χάκκας παραμένει ακατάταχτος και αποσυνάγωγος.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Θράκα, Νο 7, αλλά εμείς το πήραμε από εδώ: http://www.oanagnostis.gr/μάριος-χάκκας-ένας-έλληνας-beat/

О́сип Мандельшта́м (Οσίπ Μαντελστάμ) – Ερανίσματα από την ποίησή του

assets_large_t_420_1002878-jpg

Του Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη   

Μία από τις πλέον τραγικές μα και συνάμα λυρικές μορφές της ρωσικής ποίησης των αρχών του 20ού αιώνα ήταν ο Οσίπ Εμιλιέβιτς Μαντελστάμ.

Γεννήθηκε στις 3 Ιανουαρίου 1891 στη Βαρσοβία, αλλά την παιδική του ηλικία και τα πρώτα χρόνια της νεότητάς του τα πέρασε στην Πετρούπολη, όπου ζούσε η οικογένειά του και στο Πετροπάβλοσκ, όπου πήγαιναν διακοπές τα καλοκαίρια.

Ο πατέρας του ήταν ένας Εβραίος αυτοδίδακτος μικροαστός κύριο χαρακτηριστικό της ζωής του οποίου ήταν οι συνεχείς αποτυχημένες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Εκτός απ’ αυτό, εκείνο που τον χαρακτήριζε ήταν η κακή γνώση και χρήση τόσο της ρωσικής όσο και της γερμανικής γλώσσας. Απεναντίας, η μητέρα του ήταν μια καλλιεργημένη γυναίκα που προσπαθούσε να μεταδώσει στον γιο της την αγάπη για τη λογοτεχνία.

Ο πατέρας του τον προόριζε για ραβίνο και για τον λόγο αυτό του απαγόρευε να διαβάζει «κοσμικά» βιβλία, γι’ αυτό και ο Οσίπ σε ηλικία 14 ετών έφυγε από το σπίτι και κατέληξε στην ανώτατη ιερατική σχολή ταλμουδικών σπουδών στο Βερολίνο. Αντί όμως να μελετάει το ιερό βιβλίο των ομοφύλων του, προτιμούσε να ασχολείται με τα κείμενα του Σίλερ και των άλλων Γερμανών φιλοσόφων του 18ου αιώνα.

Οσον αφορά τα βιογραφικά στοιχεία του Οσίπ Μαντελστάμ που αναφέρονται στην προεπαναστατική Ρωσία ότι διαθέτει σήμερα ο ερευνητής είναι ελάχιστα και συνήθως θησαυρίζονται είτε στο αυτοβιογραφικό του δοκίμιο «Ο θόρυβος του Χρόνου», είτε στις αναμνήσεις ανθρώπων του περιβάλλοντός του.

Συνεχείς αλλαγές του τόπου διαμονής, προφανώς εξαιτίας των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε ο πατέρας του αλλά και η φοίτηση στην ανώτατη εμπορική σχολή, ένα από τα πλέον προοδευτικά εκπαιδευτική ιδρύματα της εποχής εκείνης, είναι μερικές από τις εικόνες που έχουμε για τον Μαντελστάμ. Το 1907 φεύγει για το Παρίσι λόγω της γοητείας που ασκούσαν πάνω του οι Γάλλοι συμβολιστές. Το 1910 θα φοιτήσει για δύο εξάμηνα στο Πανεπιστήμιο της Χαϊλδεβέργης, ενώ το 1911 θα αρχίσουν οι σπουδές του στο τμήμα της Ρωμανογερμανικής Γλώσσας της Ιστορικής και Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Πετρούπολης. Σπουδές τις οποίες δεν θα ολοκληρώσει, παρ’ όλο που διάφορες μαρτυρίες επιβεβαιώνουν αυτό που θα φανεί αργότερα περίτρανα στη τέχνη του, τη γοητεία που ασκούσε πάνω του η ελληνική γλώσσα και ιστορία.

Τα πρώτα του ποιήματα τα έγραψε το 1908 και είναι συνδεδεμένα με την κυκλοφορία του περιοδικού «Απόλλων», στα τέλη του 1909. Την περίοδο αυτή γνωρίστηκε με τον Ν. Σ. Γκουμιλιόφ, μια φιλία που κράτησε μέχρι τον θάνατό του. Ταυτόχρονα εισέρχεται στον κύκλο του ποιητή Βιατσεσλάβ Ιβανόφ, στον οποίο είχε προκαλέσει μεγάλη εντύπωση το πάθος του νεαρού Οσίπ. Το 1913 κυκλοφορεί ιδίοις αναλώμασι η πρώτη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Λίθος» από τον εκδοτικό οίκο «Ακμή». Με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ο Μαντελστάμ γράφει μερικά ποιήματα επηρεασμένος από την πρωτόγνωρη φρίκη των πολεμικών συγκρούσεων. Το 1916 βρίσκεται για ένα χρονικό διάστημα στην Κριμαία, όπου γράφει ένα από τα καλύτερά του ποιήματα, το Tristia.

Ελάχιστα γνωρίζουμε για τη ζωή του Μαντελστάμ τα πρώτα μεταεπαναστατικά χρόνια. Μοναδικές μαρτυρίες τα άρθρα του σε αντικομμουνιστικές εφημερίδες και φυλλάδια μεταξύ 1917-1918. Την επόμενη χρονιά πηγαίνει από το Κίεβο στην Κριμαία με τα στρατεύματα των λευκών υπό τον στρατηγό Βράνγκελ, ενώ το 1920 καταφεύγει στη Γεωργία προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψή του από τους Κόκκινους. Από εκεί για ένα διάστημα βρίσκεται στη Μόσχα αλλά και στην Πετρούπολη, δίχως όμως να έχουμε σαφείς ενδείξεις για τον ακριβή χρόνο, παρά μόνο τις δικές του σημειώσεις στα ποιήματά του.

Το 1920 εγκαθίσταται στην Πετρούπολη. Το 1922 κυκλοφορεί η ποιητική του συλλογή «Tristia» με τον υπότιτλο «Πετρούπολη-Βερολίνο». Προκειμένου να εξασφαλίσει τα προς το ζειν κάνει μεταφράσεις από τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα αγγλικά. Την ίδια χρονιά, το 1922, παντρεύεται στη Ναντιέζντα Γιάκοβλεβνα Ζαζίνα, αδελφή του ποιητή Ευγένιου Χαζίνα.

Το 1925 κυκλοφορεί το βιβλίο του «Ο θόρυβος του Χρόνου». Το 1928 κάνει την εμφάνισή της η πρώτη αναδρομική συλλογή έργων του, ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφορεί και η συλλογή δοκιμίων του με τον γενικό τίτλο «Περί ποιήσεως». Μετά από τη χρονιά αυτή ο Οσίπ Μαντελστάμ δεν εκδίδει τίποτε.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’20 και μετά ο Μαντελστάμ αρχίζει, μαζί με άλλους, να βιώνει τη σκληρότητα του νέου καθεστώτος. Πλήθος λογοτεχνών της εποχής του στρέφεται, καθ’ υπόδειξη της κομματικής ιεραρχίας, εναντίον του. Πολλοί διακόπτουν κάθε επαφή μαζί του. Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις δημόσιων προπηλακισμών.

Το 1934 ο Μαντελστάμ συλλαμβάνεται με την κατηγορία ότι είχε γράψει επικριτικούς στίχους και επιγράμματα κατά του Στάλιν και καταδικάζεται σε φυλάκιση τριών ετών στο στρατόπεδο Τσερντίν. Εκεί κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας πέφτοντας από το παράθυρο του νοσοκομείου. Από εκεί, σε χρόνο άγνωστο σε μας, μεταφέρεται στο Βαρόνεζ. Εικάζουμε όμως ότι πρόκειται για το 1935. Στοιχεία για τον βίο του ποιητή κατά τη διάρκεια αυτής της τριετούς εξορίας δεν υπάρχουν.

Για δεύτερη φορά συλλαμβάνεται στις 2 Μαΐου 1938 και εξορίζεται στο Μαγκαντάν, στην ανατολική Σιβηρία. Κατά τη διάρκεια της μεταγωγής του εκεί, τα όργανα της Κα.Γκε.Μπε. τού δημιουργούν τις υπόνοιες ότι θέλουν να τον δηλητηριάσουν. Φτάνοντας στο στρατόπεδο συγκέντρωσης αρχίζει και κλέβει το φαγητό των συγκρατούμενων του, οι οποίοι τον χτυπούν, τον χλευάζουν και τον αναγκάζουν, εν τέλει, να τρέφεται με σκουπίδια και να ζει έξω από τα παραπήγματα στο τρομερό σιβηριανό κρύο. Μετατρέπεται σε μια εξαθλιωμένη φιγούρα και παρά τις φροντίδες κάποιων εξόριστων γιατρών ο θάνατος τον βρίσκει στο Βλαδιβοστόκ στις 27 Δεκεμβρίου του 1938.

Τις ακριβείς συνθήκες του θανάτου δεν τις γνωρίζουμε και προφανώς δεν θα τις μάθουμε ποτέ. Γνωρίζουμε όμως τις συνθήκες που επικρατούσαν την εποχή εκείνη για κάθε ελεύθερο πνεύμα. Γνωρίζουμε τις θηριωδίες που διαπράχθηκαν στο όνομα ενός καλύτερου μέλλοντος για τον άνθρωπο. Γνωρίζουμε το συλλογικό έγκλημα που έγινε στο όνομα του ανθρωπισμού. Η ζωή και το έργο του Οσίπ Μαντελστάμ δεν θα μας αφήσουν ποτέ να τα λησμονήσουμε.

http://logoskaitexni.blogspot.com

“Γκρόζνι” του Γιάζρα Χαλίντ – «Ποίηση σημαίνει επίθεση»

Της Χριστίνας Λιναρδάκη

Πολλές φορές μας δημιουργείται η εντύπωση ότι η ποίηση είναι ένα χαρτογραφημένο τοπίο. Περιλαμβάνει δύο σκέλη: το λυρικό και το μη λυρικό και δύο αισθητικές κατηγορίες: του ωραίου και του υψηλού – αυτό είναι όλο. Διαβάζοντας μια συλλογή μπορεί κάποιος σχετικά εύκολα να την κατατάξει σε κάποιο από τα σκέλη ή σε κάποια από τις αισθητικές κατηγορίες, ενώ υπάρχουν και συλλογές που προσπαθούν ένα μεταμοντέρνο αποτέλεσμα και περιέχουν δείγματα απ’ όλα τα παραπάνω, ενίοτε με αμφίβολο αποτέλεσμα.

Το Γκρόζνι, όμως, είναι πραγματικά διαφορετικό. Το Γκρόζνι δεν θέλησε ποτέ να ενταχθεί σε κάποια συμβατική κατηγορία ποίησης, αυτό που θέλησε εξαρχής ήταν να δώσει μια γροθιά στο στομάχι. Και τα κατάφερε μια χαρά. Τα ποιήματα συνιστούν όχι μόνο επίθεση στις βολεμένες ζωές και την αδράνεια, αλλά και ένα επαναστατικό μανιφέστο: 

Μη λυπηθείτε την ειρήνη –
σπάστε την στο ξύλο,
ποδοπατήστε την, 
διαπομπεύστε την,
πάρτε της τα παιδιά,
γκρεμίστε τα κρεματόριά της,
ελευθερώστε τις δούλες της. 
[…] 
Πυρπολήστε! Πυρπολήστε!
Το πρωινό ξύπνημα,
τα ΑΤΜ,
όλα τα σχολεία (ναι, όλα τα σχολεία)- 
τα βιβλία ιστορίας, 
τις ταμπέλες που γράφουν προς ομόνοια,
την εθνική συνοχή».

Οι αναγνώστες του Τεφλόν ξέρουν την ποίησή του από τα τεύχη του περιοδικού. Οι υπόλοιποι ίσως πιαστούν εξ απίνης.

Μα ποιος είναι τέλος πάντων αυτός ο Γιάζρα Χαλίντ; Το ιστολόγιό του δεν είναι πολύ κατατοπιστικό. Πιο διαφωτιστικό είναι το κείμενο που δημοσιεύεται στο thecricket.gr  και μας απαλλάσσει από ανούσια ερωτήματα του τύπου: Είναι Τσετσένος; Είναι Μουσουλμάνος; Βασικά, όπως ομολογεί ο ίδιος στο πρώτο-πρώτο ποίημα του Γκρόζνι, είναι ο Παναγιώτης. Ο Παναγιώτης που θέλησε «να ξεπλύνει από πάνω του την ντροπή του λευκού αρσενικού», της μονάδας δηλαδή πάνω στην οποία έχει κτιστεί ολόκληρος ο δυτικός πολιτισμός. Αφαιρώντας την ταυτότητα με την οποία γεννήθηκε και αντικαθιστώντας τη με μια μάσκα, τον Γιάζρα Χαλίντ (Jazra Khaleed), νιώθει ελεύθερος να μιλήσει. Και αυτό που λέει, ενοχλεί: «Μα πιο πολύ, πιο πολύ, αυτό που σε πονάει/ άνθρωπε,/ ανθρωπούλη,/ ανθρωπάκι,/ είναι ότι ζυγίστηκε και βρέθηκε αχαμνή η βία σου» την ίδια στιγμή που αλλού μιλάει για τον «ιμπεριαλισμό των μικροαστών».

Ένα φτύσιμο καταπρόσωπο, αυτή είναι η ποίησή του. Η κραυγή του ανέργου, του στερημένου από ευκαιρίες, του αδικημένου, του μετανάστη:

«Δώστε μου έναν άνθρωπο να με βοηθήσει
καθώς μπαίνω και βγαίνω απ’ τα χέρια μου,
καθώς μου πέφτουν τα παντελόνια
ή πατάω τα κορδόνια της ετερότητάς μου».

Σημείο των καιρών αυτή η ποίηση; Αναπόφευκτη κατάληξη; Μένει να διαπιστωθεί. Μα μέχρι να γίνει αυτό ο Γιάζρα θα γράφει, θα διαβάζεται, θα μεταφράζεται (δεν είναι τυχαίο που περιλαμβάνεται στην αγγλική ανθολογία ελληνικής ποίησης Austerity Measures: The New Greek Poetry) και θα προσπαθεί να γίνει η τύψη για την ενοχή, η φωνή της συνείδησης, ο λόγος του δικαίου:

«Περιμένω μια επανάσταση να με εφεύρει –
ποθώ τη γλώσσα του ταξικού ανταγωνισμού,
μια γλώσσα που ‘χει γευτεί την εξέγερση.
Καμία λέξη δε θα μείνει αιχμάλωτη πίσω –
αναζητώ ένα πέρασμα».

Ο Γιάζρα δεν φοβάται να μιλήσει. Δεν φοβάται να ενοχλήσει. Δεν επιδιώκει να τον συμπαθήσουν. Είναι θυμωμένος. Επιδιώκει την επανάσταση που θα φέρει έναν καλύτερο κόσμο. Εγώ πάλι πιστεύω ότι, παρά το τρομακτικό του προσωπείο, δεν είναι παρά ένας ονειροπόλος.

cover_yiazra

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/12/blog-post_19.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(στίγμαΛόγου)

Reading Greece: George Prevedourakis on the Notion of Time in Poetic Expression and Poetry as a Political Paradigm

prevedourakis_edited

Interview by Athina Rossoglou*

George Prevedourakis (1977) is the author of three collections of poems: Στιγμιόγραφο (Planodion ed., 2011), Κλέφτικο (Panoptikon ed., 2013) and Χαρτάκια (Panoptikon ed., 2016). He has also translated poems by Hans Magnus Enzensberger, which were included in the History of Clouds and other poems collection published last spring by Panoptikon Editions.

George Prevedourakis spoke to Reading Greece* about his latest collection of poems, Χαρτάκια, ‘a series of untitled, brief fragments and meditations’ resembling ‘the ambiance and feeling of an empty room’. He comments on how the notion of time is imprinted on his work, noting that it has treated time as ‘the fleeing moment’ in his first collection, a ‘series of moments-incidents’ in his second and an ‘empty signifier’ in his third. He also talks about Kleftiko, a transcription of Howl by Allen Ginsberg, as well as his translation in Greek of Hans Magnus Enzensberger’ s poems and how he was fascinated by the latter’s ‘elegant, cosmopolitan wit, playful spirit and persevering, all-embracing social criticism’.

Asked about whether poetry can act as a political paradigm, he comments that “once we decide to communicate our writings we should do it foremost as readers-citizens and not as a bunch of uninformed, detached and uninterested, self-proclaimed priests of some obscure religion, that are in a state of privileged communication with God himself”, concluding that luckily, “our current psychological state, where despair and/or determined anger, fear, confusion and/or passive withdrawal are most probably the prevailing sentiments” is adequately represented by an abundant number of contemporary poets.

Your third collection of poems titled Χαρτάκια was recently published. Could you tell us a few things about the book?
With Χαρτάκια I wanted to produce a work that closely resembles the ambiance and feeling of an empty room. The book consists of a series of untitled, brief fragments and meditations, with the notion of time comprising the predominant axis around which these fragments revolve. I approached this material in the same way that one processes a long, yet interrupted synthesis. In other words, my aim was not to present a series of short poems that stand autonomously from one another —though some of them unintentionally do. My principal intention was to take the minimalist form to its extremities, to condense the already condensed, in a non-linear, abrupt manner, while also conveying an intact and coherent gesture to the reader. I don’t know if I have accomplished this rather ambitious goal, yet I have the impression (or perhaps the illusion) that with this small book my initial objective has been met. After all, it was the room I was interested in, not its decoration.

In his review, Antonis Psaltis wrote that “five years after capturing and recording the moment as the eternal imprint of the presence of time in ‘Στιγμιόγραφο’, the question in ‘Χαρτάκια’ seems to shift as to whether the current, inconceivable and increasing speed allows for integral moments”. How is time, in all its forms, imprinted in your work?
I suppose that time must have been a personal obsession of mine, even before I had the slightest desire for writing, let alone publishing, poetry. A somewhat commonplace obsession, I must admit, yet obsessions are to be followed and carried out meticulously, to the degree that one, literally, collapses upon them. In Στιγμιόγραφο (Planodion ed., 2011), as the title suggests, the main focus was placed upon the fleeing moment, trying to seize and depict the instantaneous within the instant, in an almost ‘photographical’ manner. In Kleftiko (Panoptikon ed. 2013), time is rather dispersed and extended, stretched out of its original proportions, engulfing a series of moments-incidents. Lastly, in Χαρτάκια, I’m treating time as an ‘empty signifier’. In reality though, it is time that treats me as such. A gesture of inadequate and futile retaliation had to take place, and, up until now, it has. 

Your second collection of poems Kleftiko is a take on Allen Ginsberg’s Howl set in Greece amid the crisis. How was the title inspired? How does ‘kleftiko’ fit in the context of modern Greece?
The title was inspired instantaneously, as most things that get inspired usually do. I was looking for a three-syllable word that would directly lead the reader to ‘Ουρλιαχτό’ (the Greek translation of Howl) while also suggesting a series of other meanings, open to interpretation. For example, the title functions as a hint to the gesture of ‘μεταγραφή’ (transcription), given that I kindly yet unreservedly robbed poor old Ginsberg’s Howl (parts I+III), America and Aunt Rose framework, rhythm and form so that I could put into words my own, personal howling. In addition, Kleftiko is a part of the Greek folk music genre (indicative of the flamboyant, long-winded form and articulation of these particular poems). Kleftiko is also a traditional recipe for cooking lamb, but perhaps this is completely irrelevant.   
In relative terms, Kleftiko has fitted quite comfortably within the context of modern Greece; it has been widely read, critically praised and/or refuted, while, to my surprise, it has interacted with other arts; theater, music and, lately, even film. One cannot complain.
Although I was never a devoted ‘fan’ of the great Allen Ginsberg, the idea of a meta-writing/transcription of Howl has been occupying my mind since the early 00s, when (according to some, at least) we were supposedly enjoying ‘the long summer of our content’. My points of reference, the imagery and the material which comprised the background and the basis of this book, derived rather from the sociopolitical setting of my puberty (i.e. the 90s) and not from the blurred, violent and disturbed scenery that we’ve become accustomed to calling ‘Greek crisis’. Hence, I would have written this book even if the entire issue of our current misfortunes had proven to be a major hoax, a flick played out for a short time, instead of the aggressively metastatic cancer it proved out to be.  

How challenging was it for you to translate Hans Magnus Enzensberger, one of the greatest living German poets?
Η.Μ.Enzensberger once stated that he is the “saboteur’ of his depression”. Having logged countless hours in exploring and translating his poetic work over the past 6 years (a work that spans the course of more than 7 decades) I could say that translating Enzensberger has become my own, highly effective antidepressant. Furthermore, as I am sure you know from your own experience, translation is a process that teaches humility and cultivates a dual sense of respect: you have to respect the writer but also the reader. In other words, there isn’t much room for your private experimentations, the borders and the setting cannot be twisted in accordance to your personal taste and beliefs. Additionally, a certain kind of mutual trust is gradually established between the poet and the translator. As commonplace as it may sound in the face of H.M. Enzensberger I have discovered a true friend and a faithful companion.
Having been acquainted with his works since my late teens, when I was a student in Britain, I was instantly fascinated by his elegant, cosmopolitan wit, playful spirit and persevering, all-embracing social criticism. I translated few of his Lighter than Air poems back then, more as an exercise, with no real intention in publishing these translations. It was almost ten years later (with his History of Clouds collection) that I began to steadily plunge into his work. To my surprise, I realized that his poetry has never been systematically translated into Greek, besides a wonderful translation of some of his younger works that was published way back in 1978, along with some scarce poems found in literary magazines and websites. I therefore chose to provide the reader with a detailed illustration of his works and not a “best-of” type of anthology. Enzensberger is a protean poet, constantly changing angles, methods and forms. As mentioned above, I had to respect and pay dues to my ‘friendship’.  
History of Clouds and other poems was hence published last spring by Panoptikon editions and it includes 109 poems from 4 different collections; History of Clouds (Die Geschichte der Wolken, 2003), Lighter than Air (Leichter Als Luft, 1999), Kiosk (Kiosk, 1995) and Music of the Future (Zukunftsmusik, 1991). A second anthology focused on his earlier works, titled The Defense of the Wolves and other poems, is currently on the making, covering the time period 1957-1980. I sincerely don’t know what will become of me once I’ll have completed this 2nd anthology. It’s hard to look for alternatives once you’ve thoroughly translated a poet of such magnitude. Let’s just hope I won’t start popping pills in order to accommodate my frustration.
Your work has been included in Futures: Poetry of the Greek Crisis, which features some of the most daring new voices in Greek poetry “that mourn the fall, damn the greed, and pound a drum for change”. Can poetry act as a political paradigm? Is it in the capacity of poetry to be ‘politically militant’?
I am very suspicious of those who pound a drum. Usually they are the first ones to conform and willingly pound the same drum for others. At the same time, one does not necessarily need to be “politically-militant” to acknowledge that we are in a state of sociopolitical (and hence, ideological) war, one should not even be considered “political” if he/she chooses to occasionally remind us of that fact. Nonetheless, highlighting and diving into the inherent contradictions and adversities of our times is one thing. Writing within the safe and predefined confinements of dominantly constructed fanfares is another. Literature walks hand in hand with history, ideology and desire, all these are known. Reading, writing and publishing poetry may very well mean that you are unconsciously or intentionally joining a foreign legion of some kind; it never presumes, however, that you are a member of an armed militia charged with the divine duty of ideological safekeeping and guidance.
Simultaneously, we are constantly ideological, drenched in the waters of our times, shaped and fashioned by the circumstances of our era. I believe that once we decide to communicate our writings (be it furious confessions, existentialist prayers or mere letters to a honeybee) we should do it foremost as readers-citizens and not as a bunch of uninformed, detached and uninterested, self-proclaimed priests of some obscure religion, that are in a state of privileged communication with God himself.
On a final note, and since you’ve mentioned this anthology, I would like to congratulate the translator and editor Theodoros Chiotis for his excellent work; some of his translations are even better than the original and I can honestly say that this applies for the samples of my work included in this volume.  

Writing about the ‘generation of the crisis’ (poets maturing in the 2000s), Vassilis Lambropoulos notes that in the verses of this generation “political hopes have inspired no emancipatory visions”, while it characterizes their poetry as “the poetry of left melancholy”. How would you comment on that?
With all respect to Dr. Lambropoulos, I find the term ‘left melancholy’ rather mild and problematic in describing the harsh reality we are experiencing in the last 10-15 years. And I consider the application of this term into the modern poetic field, even more problematic. One does not have the luxury to comfortably sink into his/her melancholic sentiment while living amidst a collective (and often interpersonal) collapse. To paraphrase William Blake: “the crushed bee has no time for melancholy”. There is a sense of warmth and serenity attached to melancholia, attributes totally incompatible with our current psychological state, where despair and/or determined anger, fear, confusion and/or passive withdrawal, are most probably the prevailing sentiments. Luckily all this range of emotions is adequately represented by the abundant number of contemporary poets along with a subsequent variety of psychological maladies that overwhelmingly transcend the sphere of melancholia. And if I may add, some of them are right-wing, if not in theory, then definitely, in praxis.

*Taken from http://www.greeknewsagenda.gr/index.php/interviews/reading-greece/6236-reading-greece-george-prevedourakis-on-the-notion-of-time-in-poetic-expression-and-poetry-as-a-political-paradigm

prevedourakisbookscollage

Συζητώντας με τον Νίκο Τακόλα για «Το Πέρασμα του Αρμένιου»

takolas-cover

Γνώρισα τον συγγραφέα Νίκο Τακόλα μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του «Το Πέρασμα του Αρμένιου». Τον αναζήτησα και δώσαμε ραντεβού στη Θεσσαλονίκη, τον τόπο διαμονής του για μια κουβέντα λύνοντας τις απορίες μου, θέτοντας τους προβληματισμούς μου και μιλώντας για όλα περί συγγραφής και οικολογίας…

Κύριε Τακόλα ευχαριστώ για τη συνέντευξη που μου παραχωρείτε για το Bookia. Μιλήστε μου για το συγγραφικό ταξίδι σας. Για τα βιβλία που έχετε γράψει μέχρι σήμερα.
Εγώ σας ευχαριστώ για την ευγενική σας πρόσκληση, κυρία Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη. Μέχρι σήμερα εξέδωσα 2 συλλογές διηγημάτων (α. «Το κρυμμένο αριστούργημα του Ζοζέφ Ινεμπράο», β.«ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΝΙΦΑΔΑΣ») και ένα μυθιστόρημα, το περί ού ο λόγος. Ένα δεύτερο μυθιστόρημα αξιολογείται στους εκδότες. Επειδή μου αρέσουν και τα δύο είδη λογοτεχνίας, επιθυμώ να συνεχίσω εναλλάξ, διήγημα – μυθιστόρημα, όσο μπορώ. Από διαγωνισμούς διηγημάτων συνέλεξα δυο πρώτα βραβεία, ένα δεύτερο, ένα τρίτο και δυο επαίνους. Αλλά ιδιαίτερα καμαρώνω για τις οκτώ συλλογικές συμμετοχές μου.

«Το Πέρασμα του Αρμένιου» είναι ένα φανταστικό, οικολογικό μυθιστόρημα.
Θα ‘λεγα ότι το βιβλίο έχει αυτές τις όψεις, του φανταστικού, οικολογικού και αρκετές άλλες ίσως, όπως πολιτικές, μετα-επιστημονικές και ψυχολογικές. Ωστόσο η πρόθεσή μου ήταν αμιγώς λογοτεχνική, δηλ. να εκφράσω την εποχή της κρίσης και του μέλλοντός μας μέσα απ΄ τις δυνατότητες της λογοτεχνίας να φτιάχνει αμάλγαμα πολλών συστατικών, μιλώντας σιγανά κι όσο γίνεται πειστικά στην ψυχή. Εκεί που αναζητώ την τοποθέτηση του ατόμου στο πρόβλημα.

Ο αναγνώστης που θα το διαβάσει το βιβλίο θα κάνει ένα πέρασμα από τα χρόνια του Μαρίνου Αντύπα στο θεσσαλικό κάμπο στο μέλλον που, όπως το διάβασα, δεν απέχει πολύ από σήμερα μ’ αυτά που βλέπω ότι συντελούνται. Γιατί κάνατε συγγραφικά αυτό το «πέρασμα.
Το βιβλίο αναζητά την πηγή των κρίσεων στους αιώνες. Πώς έρχονται οι κρίσεις, ποιος τις προκαλεί, ποιο είναι το μέλλον μας, γιατί οι άνθρωποι δεν αντιδρούν; Επειδή, όμως, δεν πρόκειται για δοκίμιο αλλά για λογοτεχνία επέλεξα τις κοντινότερες σε μας ιστορικές πραγματικότητες, ενδεικτικά. Το μετά το 1900 και το μετά το 2030 διάστημα, σχηματικά.

Μάξιμος Καλλεργάς και Κάνον! Οι δυο ήρωες που έχουν το δικό τους σημαντικό ρόλο στο μυθιστόρημα. Ποια είναι τα μηνύματα που δίνουν στον αναγνώστη;
Λογοτεχνικά πρόκειται για τον «ίδιο» άνθρωπο, αν και ζουν με διαφορά 100 χρόνων τουλάχιστον μεταξύ τους. Προβάλλεται όχι το μοντέλο του «επαναστάτη», αλλά του «πολίτη» που νοιάζεται για την εποχή του και συμμετέχει, όπως στις αρχαίες κοινωνίες.

Τι σημαίνει για εσάς Οικολογία; Πρωτογενής παραγωγή, Νερό, ενέργεια.. Οι πολυεθνικές μας οδηγούν στα μεταλλαγμένα, το νερό ιδιωτικοποιείται, η ενέργεια επίσης . Οι ανεμογεννήτριες τι ρόλο θα παίξουν; Ποιο είναι το μέλλον μας;
Πολύ απλά Οικολογία είναι το ενδιαφέρον του ανθρώπου, όχι μόνο για το περιβάλλον (κλιματική αλλαγή, υπερθέρμανση του πλανήτη, λιώσιμο των πόλων κλπ) αλλά και για τις συνθήκες διαβίωσης στον πλανήτη (δικαιώματα των ανθρώπων, μεταλλαγμένα προϊόντα, κοινωνικές ανισότητες κλπ). Ένα κινηματικό δόγμα της οικολογίας είναι πως αν θέλεις ένα καλύτερο μέλλον ..φτιάξτο.

Γράφετε ότι «χωρίς όραμα ελευθερίας η ζωή γίνεται ανούσια και πεζή» Δεν έχουμε σήμερα οράματα; Κι αν όχι, υπάρχει κάτι που θα μας ταρακουνήσει; Πιστεύετε ότι ένα βιβλίο είναι ικανό ότι μπορεί να προβληματίσει και να ξεσηκώσει τον αναγνώστη; Ή όπως γράφετε διά στόματος Γάιου Ιούλιου Καίσαρα χρειάζεται τόλμη, οργάνωση και κυρίως δράση;
Ο συγγραφέας Paul Auster ισχυρίζεται πως η πραγματική δημοκρατία, άρα και η ιδανική ελευθερία, έζησε μόνο 5 μήνες στην Αθήνα του Περικλή. Εμείς δημοκρατία ονομάζουμε την καθεστηκυία βαρβαρότητα της εποχής μας, όπου βομβαρδίζονται χώρες, νοσοκομεία και νηπιαγωγεία, χωρίς παγκόσμια ανατριχίλα. Τα σημερινά βιβλία λίγα πράγματα μπορούν να προσφέρουν στην κοινωνική αλλαγή, ενώ η Βίβλος και τα Ομηρικά Έπη καθόρισαν την εποχή τους. Σίγουρα ένα καλό βιβλίο αλλάζει το μυαλό των ανθρώπων αλλά πρέπει να ακολουθήσει και αντίστοιχη δράση.

Γράφετε στο βιβλίο σας: «Λίγη η στοργή, μεγάλη η Γη, περισσεύει οργή» Μήπως η κρίση μας έχει κάνει κι εμάς να είμαστε όπως οι άνθρωποι μέσα στο Κάστρο; Πειθήνια όργανα που μας έχουν βάλει ένα τσιπάκι να μας ελέγχουν χωρίς δικαίωμα αντίδρασης;
Λίγο πολύ όλη η ανθρωπότητα ρέπει στη διαίρεση της κοινωνίας του βιβλίου. Οι φτωχοί να μην έχουν ορατό μέλλον και οι μεσαίες τάξεις να αρκούνται μόνο σε ό,τι το σύστημα προσφέρει.

Όταν ήμασταν παιδιά βλέπαμε φανταστικές ταινίες στην τηλεόραση με αυτοκίνητα που μιλούσαν. Σήμερα έχουμε τα GPS και τα ρομπότ που είναι κάτι παρόμοιο. Σύγχρονες εφευρέσεις αφήνουν ουρές ανέργων. Τι ακόμη μπορεί να δούμε αν αφήσουμε τη τύχη μας σε οποιαδήποτε εξουσία;
Είναι προφανές ότι η ωφέλιμη κοινωνικά επιστήμη, πχ φάρμακα, είναι απαραίτητη. Υπάρχει και η επικίνδυνη επιστήμη, όμως. Π.χ τα όπλα, η καταχρηστική αυτοματοποίηση και η τεχνητή ευφυΐα, όπως επεσήμανε πρόσφατα ο Στήβεν Χώκινγκ. Θεώρησε μάλιστα την τεχνητή ευφυΐα απειλή αφάνισης του ανθρώπινου είδους.

«Και τι μπορείς να κάνεις με τραγούδια και πανηγύρια; Εδώ πρέπει να πείσουμε τον κόσμο πώς πρέπει να κάνει κάτι. Κοιμήθηκαν όλοι». Θέλουμε πάντα ένα αρχηγό να μας καθοδηγεί ως ποίμνιο; Πώς ο καθένας μας μπορεί να δράσει για το μέλλον το δικό του μα και των παιδιών του;
Οι αρχηγοί είναι απαραίτητοι για να δείξουν το δρόμο. Από κει και πέρα η ευθύνη περνάει στη μαζική συμμετοχή.

Τα λογοτεχνικά βιβλία, ελληνικά ή ξένα σήμερα τα διαβάζουμε για ευχαρίστηση ή προβληματισμό; Τι επιδιώκουν σήμερα οι εκδόσεις και στη συνέχεια οι αναγνώστες; Να ξεφεύγουν από τα οικονομικά προβλήματα;
Οι αναγνώστες ρέπουν έντονα στο εύκολο και το διασκεδαστικό. Τα «βιβλία παραλίας», με πέντε βασικά μοτίβα, έχουν την τιμητική τους. Παγκόσμια κυκλοφορούν κυρίαρχα ανώδυνα βιβλία, ερωτικά και αστυνομικά κυρίως. Η χώρα μας μετά τη δεκαετία του 80, προσχώρησε στη λέσχη αυτή, συν ευυπόληπτα περί χαμένων πατρίδων (Πόντος, Πόλη, Αλεξάνδρεια κλπ).

Φοβόμαστε και κοιτούμε τον εαυτούλη μας ή νιώθουμε προδομένοι και αδιαφορούμε για τα πάντα;
Υπάρχει έλλειμμα Ελευθερίας, όπως προαναφέραμε. Δημοσίως δεν αναφέρονται βασικά προβλήματα που αφορούν τον καθένα αλλά άσχετα υποκατάστατα.

Πάντα γράφετε με οργή όταν πρόκειται να μεταφέρετε μηνύματα στους αναγνώστες γιατί υποψιάζομαι ότι «το πέρασμα του Αρμένιου» γράφτηκε με φορτισμένη διάθεση…
Η οργή ήταν και το κίνητρο γραφής αυτού του βιβλίου, αφού ένιωθα να προσβάλλεται βάναυσα μια ολόκληρη χώρα, ως χώρα τεμπέληδων ανίκανων, ανέντιμων και αδιάφορων. Παρά τη σοβαρή διάβρωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού, ένα άλλο μέρος ήταν το αντίθετο αυτού ακριβώς. Οι διακρίσεις των Ελλήνων στο εξωτερικό το επαληθεύουν. Έζησα σε πολλά κράτη και ξέρω καλά τα όριά τους. Οι ξένοι, θεωρώ, υστερούν ημών στη συνολική σκέψη των επιστημών και στην κοινωνική άποψη. Εμείς στην οργάνωση, στην πειθαρχία και στη διαχρονικότητα.. Την τελευταία τη δικαιούνται μόνον οι αρχαίοι μας πρόγονοι.

Πριν κλείσω και σας ευχαριστήσω για τη συνέντευξη, θέλω να ομολογήσω ότι κέρδισα πολλά από αυτό το βιβλίο. Ποια συγγραφικά σχέδια έχετε στο μέλλον κι αν θέλετε να μας δώσετε το μότο σας ή την ευχή σας.
Και εγώ ευχαριστώ για την τιμή να διαβάσετε το βιβλίο μου και χαίρομαι αν αυτό σας πρόσφερε κάτι. Λόγω της τάσης μου να γράφω συνεχώς διηγήματα θα …προκύπτουν βιβλία διηγημάτων. Αυτό είναι το μισό του ..ουρανού. Το άλλο μισό είναι τα μυθιστορήματα. Στα μυθιστορήματα φιλοδοξώ να συμπεριλάβω και ένα με θέμα την ιδιαιτέρα πατρίδα μου, τα Γρεβενά, με το σεβασμό του Κοσμά Πολίτη στο Γυρί.

Το Bookia σας εύχεται να είναι καλοτάξιδο όπως και τα επόμενα βιβλία σας που θα ακολουθήσουν.

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.bookia.gr/index.php?action=Blog&post=cf9b8245-3ed2-48f0-b352-7c6e4bd7d0b6

15542238_231925027236269_3391478983812283182_n

Ένας ποιητής καταθέτει – Συνέντευξη με τον ποιητή Θεοχάρη Παπαδόπουλο

theoh_3_0

Του Αντρέα Πολυκάρπου
         
Ο ποιητής έχει πάντα μέσα του το ένστικτο, που τον σπρώχνει να γράψει. Ξεκινάει από το ορμέμφυτο

Ο ποιητικός λόγος του Θεοχάρη Παπαδόπουλου είναι οξύς, κόβει σαν λεπίδα τον αναγνώστη με την αμεσότητα του συναισθήματος και την ίδια τη δυναμική της εκφραστικότητας του ποιητή.
Λόγος που εμφορείται από μια υποβόσκουσα κριτική ματιά για τη γύρω πραγματικότητα την οποία καυτηριάζει με μια υποδόρια ειρωνική διάθεση που πολλές φορές ανοίγει πολλαπλούς δρόμους στην ποίησή του.

Το νόημα δεν δίνεται εύκολα σ’ αυτόν που θα διαβάσει την ποίηση του Θεοχάρη Παπαδόπουλου. Ο αναγνώστης πρέπει να μπει στον τρόπο σκέψης του ίδιου του ποιητή για να διανοίξει τον ποιητικό κόσμο του Θεοχάρη Παπαδόπουλου.

Ο κόσμος της ποίησης του Θεοχάρη Παπαδόπουλου καθρεφτίζει την κοινωνική καταχνιά που μαστίζει το σήμερα. Τοπία έρημα, σπίτια γεμάτα αναμνήσεις που τριβελίζουν, άδειες καρέκλες που κουβαλούν ιστορίες, μάτια θλιμμένα και παράθυρα με «κρυσταλλιασμένο» χιόνι.

Και ανάμεσα στο ποιητικό τοπίο που φτιάχνει ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος ο ανολοκλήρωτος έρωτας που δεν του έχει απομείνει κάτι να κρύψει τη γύμνια του.

Μόνο που ο ποιητής μέσα από τη δική του οπτική γωνία μας δείχνει όλην τη γύμνια που κυριαρχεί μέσα και γύρω μας…
 
Πως αντιμετωπίζετε την ποίηση: ως μια ταυτότητα ή ως μια ετερότητα μέσα στη σύγχρονη ζωή;
Η ποίηση ξεκινάει σαν ταυτότητα, δηλαδή, προέρχεται από την έμφυτη τάση, που έχουν μέσα τους οι άνθρωποι για δημιουργία, όμως, πολλές φορές η ποίηση καταλήγει ως ετερότητα, δηλαδή, επηρεάζεται από τον κοινωνικό περίγυρο. 

Ένας ποιητής μπορεί να εμπνευστεί από τις εικόνες της οικονομικής κρίσης και να τις μετουσιώσει σε ποίημα. Αυτό δεν σημαίνει ότι ξεκίνησε να γράφει με αυτή την προοπτική. Όμως, για να είναι κάποιος ποιητής, πρέπει να το έχει μέσα του. Όπως έχει γράψει και ο Ρίλκε να μην μπορεί να ζήσει χωρίς να γράφει.

Ο ποιητής είναι μια περσόνα γύρω από τις λέξεις ή λειτουργεί με έναν ενστικτώδη ορμεμφυτισμό; 
Ο ποιητής έχει πάντα μέσα του το ένστικτο, που τον σπρώχνει να γράψει. Ξεκινάει από το ορμέμφυτο. Δεν μένει, όμως, εκεί. Η έμπνευση είναι μεθύσι. Μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε λογικά λάθη ή λάθη, που δεν μπορούν να δικαιολογηθούν από την περίφημη ποιητική αδεία.
Ο Paul Valery έχει γράψει: «Τον πρώτο στίχο μας τον δίνουν οι θεοί». Και με τους υπόλοιπους, τι γίνεται;
Ο Διονύσιος Σολωμός έρχεται να συμπληρώσει: «και μετά με καιρό και κόπο θα γραφτεί το ποίημα». Η ποίηση χρειάζεται διορθώσεις.
Προσεχτικό ξαναδιάβασμα του ποιήματος, λίγες μέρες αφού έχει γραφτεί και σβήσιμο, γράψιμο, ξανασβήσιμο και ξαναγράψιμο. Ακόμα και σκίσιμο αν χρειαστεί. Πολλοί σπουδαίοι ποιητές ήταν πολλοί σκληροί με τον εαυτό τους και γι’ αυτό μας άφησαν έργο, που δεν φημίζεται για την ποσότητα, αλλά για την ποιότητά του.
Ο Καβάφης έφτασε να αποκηρύξει τα πρώτα του ποιήματα, ενώ τα ποιήματα των Καββαδία, Πορφύρα και άλλων γνωστών ποιητών είναι λίγα και καλά. Σήμερα, πολλοί ποιητές γράφουν τα ποιήματά τους και χωρίς να τα ξανακοιτάξουν τα σκορπάνε στο facebook και στα διάφορα λογοτεχνικά blogs. Δεν θεωρώ ως κακό το ότι γράφουν, αλλά το ότι δεν διορθώνουν όσα γράφουν.

Μπορεί η τέχνη να κλείσει τις πληγές των ανθρώπων μέσα σε μια ενδότερη υπαρξιακή διαλεκτική;
Σίγουρα η τέχνη μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να ξεπεράσει ορισμένες δυσάρεστες καταστάσεις. Διάφορες τέχνες έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για θεραπευτικούς σκοπούς και ιδιαίτερα η μουσική είναι μια τέχνη, που μπορεί να βοηθήσει, ενδεχομένως και η ποίηση.
Όμως, άλλο το προσωρινό βάλσαμο και άλλο το κλείσιμο των πληγών. Οι κοινωνικές αδικίες δεν διορθώνονται με την τέχνη. Έχει ειπωθεί πως «ουκ επ’ άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος» και ότι ο άνθρωπος χρειάζεται άρτον και θεάματα, όμως, τι γίνεται, όταν εκλείπει ο άρτος και μένουν μόνο τα θεάματα;
Υπάρχει μια πολλή όμορφη λαϊκή παροιμία, που λέει πως: «Νηστικό αρκούδι δεν χορεύει». Όμως, μέσα από την τέχνη, μπορεί να εμπνευστούμε για το πώς κλείνουν οι πληγές, συμπεριλαμβάνοντας και τις κοινωνικές αδικίες.

Πιστεύετε ότι ακολουθείτε το δρόμο άλλων ποιητών ή ακολουθείτε μια μοναχική πορεία μέσα στη γραφή σας;
Θα ήταν πολύ μεγάλη ασέβεια να πω ότι έχω καταφέρει να ακολουθώ τον δρόμο άλλων ποιητών. Εννοείται πως εμπνέομαι από τους άλλους ποιητές. Στην ποίηση δεν υπάρχουν παρθενογενέσεις. Όσο πιο καλός είναι ένας ποιητής, τόσο περισσότερο έχει διαβάσει.
Είχαν ρωτήσει κάποτε έναν νεαρό ποιητή, ποια είναι τα πρότυπά του στην ποίηση και είχε απαντήσει ότι διαβάζει ελάχιστα για να μην επηρεαστεί η έμπνευσή του! Το διάβασμα είναι απαραίτητο. Όλοι οι ποιητές ξεκινούν με μιμήσεις και μετά διαμορφώνουν το δικό τους προσωπικό στυλ. Το δικό μου στυλ είναι μια προσπάθεια απογείωσης στο τέλος του ποιήματος.
Ένας τελευταίος στίχος, που να ανατρέπει, να ξαφνιάζει, να απογειώνει το ποίημα. Δεν πιστεύω ότι το πετυχαίνω πάντα, αλλά, τουλάχιστον, το προσπαθώ.

Ποιές εικόνες κρατάτε μέσα σας από τη ζωή σας; Ποιές εικόνες με άλλα λόγια εφορμούν στη γραφή σας;
Είναι οι εικόνες της καθημερινότητας, που ζω. Από απλές εικόνες, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν πεζές , μέχρι και εικόνες, πολύ ποιητικές. Μπορεί να με εμπνεύσει ένα ωραίο ηλιοβασίλεμα, μπορεί, όμως, να με εμπνεύσει και κάποιος, που ψάχνει στα σκουπίδια ή η είδηση ότι πνίγηκαν πρόσφυγες στο Αιγαίο. Μπορώ να εμπνευστώ ακόμα και από απλά, καθημερινά αντικείμενα. Όπως έχει γράψει και ο Τσέχωφ: «Φέρτε μου ένα ποτήρι κι εγώ θα σας γράψω ένα διήγημα για το ποτήρι».

Ποια ερωτήματα καλείται να απαντήσει ο ποιητής διαχρονικά αλλά και στο παρόν που ζούμε;
Τα διαχρονικά ερωτήματα, που καλείται να απαντήσει ο ποιητής έχουν να κάνουν με θέματα, που έχουν ασχοληθεί οι περισσότεροι ποιητές. Ο έρωτας και τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα του ανθρώπου, νομίζω ότι έχουν απασχολήσει λίγο-πολύ τους περισσότερους ποιητές, ενώ αρκετοί έχουν ασχοληθεί και με τον κοινωνικό προβληματισμό της εποχής τους.
Στην εποχή μας, όλο και περισσότεροι ποιητές ασχολούνται με την κρίση και αυτό συμβαίνει, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, όχι από κάποια μόδα, αλλά από αναγκαιότητα έκφρασης και αναζήτησης διεξόδων.

Ποιο το νόημα της λέξης στην ποίηση; Μια απλή μορφή έκφρασης ή ένα ψυχικό αποτύπωμα;
Εξαρτάται από το πώς θα χειριστεί τη λέξη ο ποιητής. Μια λέξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δώσει πολλά και διαφορετικά νοήματα. Από μόνη της μια λέξη δεν σημαίνει τίποτα αν δεν προσδιοριστεί. Σήμερα συναντάμε πολλούς ποιητές, που έχουν επηρεαστεί από το κίνημα του γλωσσοκεντρισμού. Δηλαδή, παιχνίδι με λέξεις, έτσι ώστε να δημιουργούνται όσο γίνεται περισσότερες παρηχήσεις, χωρίς να έχει σημασία το νόημα του ποιήματος.
Κάπως έτσι είχε εξελιχθεί και η λετριστική ποίηση. Σήμερα, κατά τη γνώμη μου, αυτά τα είδη είναι ξεπερασμένα. Ο ποιητής, για να θυμηθούμε λίγο και τον Coleridge, πρέπει να βάλει τις κατάλληλες λέξεις στη σωστή σειρά. 

Είναι η ποίηση το καταφύγιο του ανθρώπου;
Ναι, η ποίηση μπορεί να γίνει καταφύγιο του ανθρώπου, γιατί τόσο ο άνθρωπος που διαβάζει ποίηση, όσο και ο άνθρωπος που γράφει ποίηση την έχουν ανάγκη. Ο άνθρωπος, που διαβάζει ποίηση, καταφεύγει σε εκείνη για να ζήσει ορισμένες όμορφες στιγμές.
Για να συγκλονιστεί και να εξυψωθεί πνευματικά. Ο άνθρωπος, που γράφει ποίηση, πολλές φορές γράφει για να ξεσπάσει, για να πνίξει τον πόνο του, για να νιώσει καλύτερα. Πολλοί ποιητές, γράφοντας σε στιγμές μεγάλου πόνου μας έδωσαν τα καλύτερά τους ποιήματα.

Μπορεί ο κόσμος να ζήσει ποιητικά;
Στη σύγχρονη κοινωνία κρίσης και παρακμής, όχι. Όταν, οι περισσότεροι άνθρωποι, έχουν μια εξοντωτική ρουτίνα σπίτι – δουλειά – δουλειά – σπίτι, όταν ο ελεύθερος χρόνος συρρικνώνεται όλο και περισσότερο, τότε δεν μπορούμε να μιλάμε για ποιητική ζωή.
Σε μια καλύτερη μελλοντική κοινωνία, αν έχει εκλείψει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, τότε, ίσως, ο κόσμος να μπορεί να ζήσει ποιητικά. Ίσως ο άνθρωπος να μπορεί να βάλει περισσότερη ποιητικότητα στη ζωή του.

*Ο Αντρέας Πολυκάρπου  είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στο τμήμα Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού. Επιστημονικά άρθρα του δημοσιεύτηκαν σε Ελλάδα και Κύπρο. Εξέδωσε δύο ποιητικές συλλογές στην Κύπρο και το 2013 εξέδωσε την τρίτη του ποιητική συλλογή «Απρόσωπα Φαγιούμ», στις εκδόσεις Άπαρσις στην Αθήνα. Το 2014 εκδόθηκε το θεατρικό του έργο «Κατά Ιωάννη Αποκαθήλωση» από τις εκδόσεις Vakxikon.gr στην Αθήνα. Ποιήματα του δημοσιεύτηκαν σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και μεταφράστηκαν στα αγγλικά. Το 2008 και το 2010 βραβεύτηκε από τη European Commission για δημοσιογραφικές του έρευνες και εκπροσώπησε τη χώρα του σε Σλοβενία και Κωνσταντινούπολη αντίστοιχα. 

**Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.onlycy.com/articles/perissotera/vivliogonia/125510-enas-poiitis-katathetei-synenteyxi-me-ton-poiiti-theohari

Η Λίνα Φου απαντά σε 15 ερωτήσεις

Η Λίνα Φου, αγαπημένη ποιήτρια, ηθοποιός, δημοσιογράφος, και διανοούμενη του «δημιουργι-κού μηδενός», απαντά σε 15 ερωτήσεις, του Μανώλη Νταλούκα. 
Πριν λίγους μήνες, θαυμάσαμε την ερμηνεία της, στο βιντεοκλίπ του Παύλου Παυλίδη, Έλα Κοντά μου.

1.Πες μου ένα βιβλίο, που θα σου μείνει αξέχαστο
“Les Misérables”, Victor Hugo.

2.Ένα μικρό κορίτσι, κάθεται στα σκαλιά, του σπιτιού του και κλαίει. Γιατί; Τι έχει συμβεί πριν, και τι θα γίνει μετά; Συμπλήρωσε την εικόνα.
Τσάντες, γύρω της, αζήτητα πράγματα γεμάτες. Το λούτρινο γατί δεν ήταν στο στομάχι καμιανής. Κλαίει. Δυνατά. Πιο δυνατά. Μα το κλάμα των παιδιών μοιάζει με νιάου των γατών. Ένα ορφανό γατί ακούει στο κλάμα τη μαμά του. Ένα γατί με καρδιά μέσα, να χτυπά. Ξαπλώνει δίπλα της. Εκείνη χαμογελά. Γελά. Ουρλιάζει από χαρά. Αχώριστες έως σήμερα.

3.«Θα’ ρθει μια μέρα που η γη θα ενωθεί με τον ήλιο». Το πιστεύεις αυτό;
Είναι ένα από τα επικρατέστερα επιστημονικά σενάρια για το μακρινό μέλλον του ηλιακού μας συστήματος. Η νομοτέλεια του σύμπαντος προβλέπει πάντοτε την καταστροφή και την αναδημιουργία. Τα καύσιμα του ήλιου θα τελειώσουν. Θα γίνει ένα πελώριος ερυθρός γίγαντας. Πιθανότατα να καταπιεί τη γη. Τότε θα είναι σαν να μην υπήρξαμε ποτέ. Σε κάποιον άλλον πλανήτη θα υπάρχουν ίσως οι κατάλληλες συνθήκες για ύπαρξη ζωής. Στο δικό μου μυαλό όμως, κάποιοι άνθρωποι, φλογεροί άνθρωποι, θα επιβιώσουν και τότε. Είναι αυτοί που σήμερα φωνάζουν παθιασμένα στους δρόμους για λευτεριά. Αυτοί δεν καταλαβαίνουνε απο φωτιά, την έχουνε να καίει μέσα τους. Εξού και το ποίημα που έγραψα.

4.Ποιο θεωρείς το μεγαλύτερο εμπόδιο, στην κίνηση προς την ελευθερία;
Την εκπαίδευση. Είναι προς λάθος κατεύθυνση. Εκπαιδευόμαστε να γίνουμε παραγωγικοί δούλοι. Η δουλικότητα του ανθρώπου λοιπόν πίσω από την οποία βρίσκεται και η εκπαίδευση πίσω από την οποία βρίσκεται και η εξουσία.

5.Τι ήταν αυτό, που κάποτε έκανες, και τώρα θεωρείς ως μεγαλύτερή σου βλακεία;
Όλα τα έκανα με πάθος. Τίποτα δε θυμάμαι ως βλακεία, ούτε καν τη μεγαλύτερη.

6.Για ποιο λόγο, θα έλεγες σε κάποιον ή κάποια «άντε γαμήσου ρε μαλάκα!»
Βία σε ζώο ή παιδί. Προσβολή για φυσικά χαρακτηριστικά όπως το χρώμα. Για αδικία. Αλλά σιγά μην του έλεγα μόνο αυτό, αυτό το λέω για πλάκα σε φίλους.


7.Έχεις μισήσει άνθρωπο; και αν ναι, για ποιον λόγο;

Δε θυμάμαι να έχω μισήσει ή να μισώ. Έχω πάρει τόση αγάπη από την οικογένειά μου που δεν μου έχει αφήσει αυτό το περιθώριο. Συνήθως δικαιολογώ πράγματα. Ωστόσο θα μπορούσα να πω πως μισώ την αδικία συνεπώς και όποιον τη διαπράττει. Αλλα δεν είναι κάτι παθητικό για εμένα, σίγουρα θα το δείξω στην πράξη.

8.Πιστεύεις στον Θεό;
Όχι. Ωστόσο.

9.Πώς νομίζεις ότι θα είσαι, μετά από δέκα χρόνια;
Δηλαδή στα 37; Μπερμπάντισα.

10.Ο μεγαλύτερος φόβος σου, είναι…
Το μυαλό μου. Μπορεί να πυροδοτήσει πυρηνικό πόλεμο στο σώμα μου αλλά και σ’ όλον τον κόσμο..

11.Αγαπημένο τραγούδι σου, είναι…
Κάτι από The Cure. Ισως το Homesick. Ή απο Lebanon Hanover. Ή απο Sisters of Mercy.

12.Αγαπημένο σου ποίημα, είναι…
Το πρώτο και άτιτλο απο τη συλλογή της Γώγου «Απόντες». Ωστόσο αγαπώ και το «Dreams» από τη συλλογή «The Death Baby» της Sexton.

13.Έχεις κλέψει ποτέ; Και τι;
Αν έχω απαλλοτριώσει εννοείς; Θα ήθελα να είμαι ο Ρομπέν των Δασών…

14.Νομίζεις ότι το περιβάλλον, επηρεάζει τον άνθρωπο; Και αν ναι, ποιο είναι το ιδανικό περιβάλλον;
Βέβαια επηρεάζει. Ενα παιδί είναι tabula rasa. Διαμορφώνεται βάση του πού πότε με ποιούς γιατί. Το ιδανικό περιβάλλον είναι αυτό πού έχει δικαιοσύνη και αγάπη, αγάπη, αγάπη. Ό,τι έχει ζωή θέλει αγάπη για να προχωρήσει. Οξυγόνο. Νερό.

15.Λες πάντα ψέματα ή πάντα αλήθεια;
Δεν έχω το θάρρος ακόμα να λέω πάντα αλήθεια. Το δουλεύω όμως.

Άλλες πληροφορίες για την Λίνα Φου (Φούντογλου)
Τώρα, μπορείτε να την δείτε, στον ρόλο της Ρόουζ, στην θεατρική παράσταση:
Χορεύοντας στη Λούνασα [Brian Friel]
ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης – ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων

Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Nικαίτη Κοντούρη
Σκηνικά-Κοστούμια: Γιώργος Πάτσας
Μουσική επιμελεια: Δημήτρης Ιατρόπουλος
Επιμέλεια κίνησης: Aγνή Παπαδέλη-Ρωσσέτου
Βοηθός σκηνοθέτη: Ελένη Μολέσκη
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά Φαμέλη
Παίζουν επίσης: Σοφία Αντωνίου, Σοφία Μαρία Βούλγαρη, Θάλεια Γρίβα, Γιολάντα Καπέρδα, κ.α

Πληροφορίες – Κρατήσεις
Στα γραφεία του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης, στον ημιώροφο της Αίθουσας Τέχνης – Καθημερινά 10.00π.μ.-2.00μ.μ.
Τηλ: 24610 24062, 6987991949
Τιμές εισιτηρίων: 10€ Κανονικό, 7€ Μειωμένο (Φοιτητικό/Ανέργων)

*Αναδημοσίευση από το http://freedomgreece.blogspot.com.au/2016/12/15.html

Η Λίνα Φου (Φωτο Xenia Lok, 2016)

Η Λίνα Φου (Φωτο Xenia Lok, 2016)