Το deBόp συναντά τις εκδόσεις: Ο Φαρφουλάς

Στην Αθήνα υπάρχουν πάρα πολλοί εκδοτικοί οίκοι, μικροί και μεγάλοι, πάρα πολλοί άνθρωποι που ασχολούνται με το βιβλίο και αν πάρουμε ως δεδομένο ότι η οικονομική και κοινωνική συγκυρία που βιώνουμε εξανάγκασε πολλά μεγάλα βιβλιοπωλεία και μεγάλους εκδοτικούς οίκους να κλείσουν, είναι σημαντικό το ότι η τέχνη του βιβλίου εξακολουθεί να ανακινείται. Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο σε ανθρώπους που έκαναν την αγάπη τους για το βιβλίο πράξη και με επιμονή και πείσμα πάνε κόντρα στους καιρούς. Τέτοια εγχειρήματα θα παρουσιάσουμε εδώ, ξεκινώντας από τον Διαμαντή Καράβολα και τις εκδόσεις Φαρφουλάς (Μαυρομιχάλη 18, Εξάρχεια). Ας τους ανακαλύψουμε λοιπόν:

Σε τι συνίσταται η εκδοτική σας πρόταση;

Οι εκδόσεις Φαρφουλάς, που κλείνουν φέτος 10 χρόνια λειτουργίας, εστιάζουν στην επανέκδοση έργων συγγραφέων που παραμένουν αγνοημένοι ή στο περιθώριο της σημερινής λογοτεχνικής ζωής, και που πιστεύουμε ακράδαντα ότι αξίζει να ξαναανακαλυφθούν και να ξαναδιαβαστούν. Βουτυράς, Ζάρκος, Βέλμος, Βελλούδιος, Αρκάδιος Λευκός, Γιώργης Τσουκαλάς είναι μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις Ελλήνων συγγραφέων και δημιουργών που έχουμε ανασύρει από τη λήθη. Επίσης έχουμε εκδώσει έργα που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με το διεθνές κίνημα του Υπερρεαλισμού. Μας ενδιαφέρουν επίσης και νέοι συγγραφείς που επιλέγουν να ρισκάρουν με τη γραφή τους. Όλα αυτά περνάνε ως ενδιαφέροντα πεδία άσκησης και έρευνας στο περιοδικό που εκδίδουμε, τον Φαρφουλά, όπου λειτουργεί ως ένα πειραματικό εργαστήριο ή προθάλαμος για τα βιβλία που βγάζουμε.

Τι σας διαφοροποιεί από τους υπόλοιπους οίκους;

Ο εκδοτικός χώρος στην Ελλάδα είναι αρκετά μεγάλος, μιλάμε για εκατοντάδες εκδοτικούς οίκους, με μεγάλη ποικιλία σε σχέση με τα ενδιαφέροντα αλλά και τάξη μεγέθους του κάθε ενός. Επομένως είναι φυσικό να διαφοροποιούμαστε με τις περισσότερες αλλά και να συγγενεύουμε με ορισμένες άλλες εκδοτικές προσπάθειες, που κινούμαστε σε σχετικά πεδία ενδιαφερόντων. Νομίζω, ότι το ιδιαίτερο στίγμα μας σε σχέση με τον περισσότερο εκδοτικό χώρο είναι ότι ξεκινήσαμε ως ερασιτέχνες των εκδόσεων, έχοντας ως κίνητρο κάποιες δημιουργικές μας εμμονές, τις οποίες εξακολουθούμε να υπηρετούμε με συνέπεια αλλά και να διευρύνουμε προσεκτικά, χωρίς να παρασυρόμαστε από το όποιο κλίμα της εποχής.

Ποιες είναι οι τελευταίες κυκλοφορίες σας τις οποίες θα χαρακτηρίζατε ενδεικτικές του ύφους σας;

Το τελευταίο τεύχος του Φαρφουλά στο οποίο ανατυπώνουμε ένα θρυλικό περιοδικό του μεσοπολέμου το Φραγγέλιο, που έβγαζε για 3 χρόνια (1927-1930) ο Νίκος Βέλμος (1890-1930), καθώς και η έκδοση ενός βιβλίου για τη ζωή και το έργο αυτού του σημαντικού πολύπλευρου επαναστάτη-δημιουργού, αποτέλεσμα πολύχρονης έρευνας και μελέτης του ερευνητή Νίκου Λογοθέτη είναι απ’ τα πιο χαρακτηριστικά του εκδοτικού μας στίγματος. Ο τίτλος του είναι: Νίκος Βέλμος, ο γυιος της απωλείας.

Δεδομένου ότι μιλάμε για εγχειρήματα «μεσαίου κυβισμού», ποιος είναι ο ιδεατός στόχος σας; Σε τι κοινό σκοπεύετε να φτάσετε, σε μια εποχή που τα μεγάλα έντυπα και η κριτική απουσιάζουν εν πολλοίς.

Είμαστε ένας πομπός που εκπέμπει ανεξαρτήτου προσδοκίας μεγάλων ή πλατιών ακροατηρίων. Είμαστε του «Όσοι πιστοί…» που λέει ο λόγος.

Θα κάνατε υποχωρήσεις από τον αρχικό σχεδιασμό και εκπτώσεις για οποιοδήποτε λόγο;

Αυτή η ερώτηση θα έχει απαντηθεί από μόνη της όταν συνταξιοδοτηθούμε.

Η ανάπτυξη του ίντερνετ, των social media και της ηλεκτρονικής αγοράς σε ποια σημεία σας βοηθάει και σε ποια όχι;

Βοηθάει αρκετά, ιδιαίτερα μάλιστα όταν θέλει κανείς να ανοίξει τους δικούς του δρόμους, και επομένως δεν μπορεί να βασίζεται στα κατεστημένα μέσα προώθησης και προβολής, που κατά βάση διακατέχονται από έναν συντηρητισμό όσο αφορά τις επιλογές τους, δηλαδή προβάλουν αυτά που ξέρουν και τους είναι οικεία, ή ακόμα αυτά που έχουν ήδη διαμορφώσει ένα πλέγμα σχέσεων (οικονομικών, ιδεολογικών, αισθητικών κλπ.). Πάνω σ’ αυτή την κατάσταση έχουμε, δυστυχώς, αρκετή πικρή εμπειρία. Ενδεικτικά αναφέρω δύο σημαντικά βιβλία που έχουμε εκδώσει, Τα γραπτά της α-νοησίας του Edward Lear, και το βιβλίο της Παταφυσικής του Πράξεις και απόψεις του Δρ. Φαουστρόλλ του Alfred Jarry, που αν και υπήρξε ένα από τα πιο επιδραστικά βιβλία στην παγκόσμια λογοτεχνία και πέρα απ’ αυτήν, η εδώ βιβλιοκριτική στάθηκε απέναντί του επιεικώς αμήχανη…

Με ποια κριτήρια επιλέγετε τους τίτλους που θα εκδώσετε;

Τα βιβλία των εκδόσεων μας θέλουμε να δημιουργούν έναν ιστό, όπου το κάθε βιβλίο να συνδέεται με έστω και ένα αδιόρατο νήμα, με τουλάχιστον κάποιο άλλο προηγούμενο βιβλίο μας ή συγγραφέα που αγαπάμε. Να υπάρχουν «εκλεκτικές συγγένειες», αδιάφορο αν αυτές θα είναι ευδιάκριτες ή όχι. Π.χ.: Πρόσφατα επανεκδώσαμε τον Φάουστ του Γκαίτε στην αριστουργηματική μετάφραση του Αριστομένη Προβελέγγιου (1887). Η απόφασή μας καθορίστηκε εν πολλοίς και από το γεγονός ότι ο Δημοσθένης Βουτυράς στη σάτιρά του «Μέσα στην Κόλαση» (1927), που επίσης έχουμε εκδώσει, τοποθετεί τον Προβελέγγιο, μαζί με άλλους δύο ακόμα, ως τους μόνους Έλληνες λογοτέχνες που είναι στον Παράδεισο, δείγμα τις μεγάλης εκτίμησης που έτρεφε γι’ αυτόν. Ο άλλος ένας απ’ την παρέα του Παραδείσου, ήταν ο ποιητής Στέφανος Μαρτζώκης, του οποίου, κατά μία έννοια, πνευματικά τέκνα ήταν ο Βέλμος και η παρέα του που έβγαζαν το Φραγγέλιο, το οποίο, όπως προανέφερα, ανατυπώσαμε. Κάπου μέσα στο Φραγγέλιο, αυτή η ατίθαση παρέα, εκφράζεται πολύ κολακευτικά για το «Μέσα στην Κόλαση» του Βουτυρά που ό,τι είχε κυκλοφορήσει στην εποχή τους.

Ποιοι είναι οι συγγραφείς, Έλληνες και μη, τους οποίους θαυμάζετε και ενδεχομένως να θέλετε να εντάξετε στο εκδοτικό σας πρόγραμμα;

Ας ξεκαθαρίσουμε πρώτα το ότι θαυμάζω κάποιον συγγραφέα και θέλω να εκδώσω έργα του, δεν σημαίνει και αυτονόητα ότι είναι εφικτό σύμφωνα με τις εκδοτικές μου δυνατότητες. Μια περίπτωση όμως, που θαυμάζω απεριόριστα και σκοπεύω να εκδώσω τα κείμενα του, είναι ο «Ποιητής» του συγκροτήματος των «Αέρα Πατέρα», ή, κατά κόσμον Μιχάλης Κρίαλης.

Πώς βρίσκετε το δρόμο σας μέσα στη δύσκολη οικονομική συγκυρία που ζούμε; Ποια «ρεφλέξ» αναπτύξατε ώστε να επιβιώσετε;

Η μάχη επιβίωσης για έναν εκδοτικό οίκο, που δεν θέλει να κολακέψει κανένα εκ των προτέρων έτοιμο και διαμορφωμένο αναγνωστικό κοινό, είναι ένας διαρκής κλεφτοπόλεμος, που σημαίνει καλή στάθμιση κάθε φορά του τι κάνω, πότε το κάνω και με ποια μέσα.

Τι σχεδιάζετε για το μέλλον;

Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο απ’ το να συνεχίσουμε να κάνουμε αυτό που κάνουμε, ίσως με λίγο μεγαλύτερη πυκνότητα και ένταση.

Πες μας ενδεικτικές προτάσεις του οίκου του Φαρφουλά!

Για τους παλιούς που επανεκδίδουμε τα έργα τους είπαμε κάποια πράγματα. Αξίζει όμως να προσεχτούν και οι νεότεροι συγγραφείς που έχουμε εκδώσει έργα τους στην ειδική σειρά Λοξή γραφή. Ενδεικτικά, για να μην σας κουράσω με πολλά ονόματα, θα αναφέρω τον Νίκο Σταμπάκη που είναι και εξέχων μεταφραστής των εκδόσεών μας, τον θεσσαλονικιό Λεωνίδα Βασιλειάδη, τον λαρισαίο Θοδωρή Νταλούση, τους κύπριους ποιητές Γιώργο Καλοζώη και Κώστα Ρεούση, καθώς και την πρωτοεμφανιζόμενη ποιήτρια Κατερίνα Αγυιώτη. Για όλους αυτούς, είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι το στίγμα του έργου τους, αν μη τι άλλο, δεν θα είναι πρόσκαιρο.

Το βιβλίο θα είναι πάντα το πιο όμορφο ταξίδι που μπορεί να χαρίσει ο καθένας στον εαυτό του αλλά και στους άλλους. Ανακαλύψτε τα δικά σας ταξίδια με μια βόλτα στην πόλη.

Τη σειρά συνεντεύξεων για τους εκδοτικούς οίκους της Αθήνας επιμελούνται και παρουσιάζουν από κοινού οι συντάκτες: Χρυσού Έφη και Μπιστολάς Ηλίας.

*Αναδημοσίευση από το http://www.debop.gr/deBlog/interviews/to-debop-synada-tis-ekdoseis-o-farfoulas

Κούκος μονός αβολοντέ

Αρκετά χρόνια πίσω καθόμουν σε μια μπάρα – σιγά την είδηση. Είχα πιει μερικά, αλλά ήμουν σε καλή κατάσταση, νηφάλιος. Κάποια στιγμή βγαίνοντας από το μέρος, πέφτω πάνω σε μία κυρία, την είδα στον καθρέπτη δηλαδή και σάμπως να παρεξηγήθηκε – τύπου την ενόχλησε η μούρη μου και μπήκε κλείνοντας με δύναμη και φόβο θα έλεγα την πόρτα. Δεν μου άρεσε. Βγαίνοντας με κάλεσε ή την κάλεσα, δεν θυμάμαι, για εξηγήσεις.

Μου ζήτησε μετ’ επιτάσεως συγγνώμη, γνωριστήκαμε, ήταν από το χωριό μου, την έλεγαν Ελλάδα (!) Σ. Ηταν της γενιάς μου, είχε πολύ καλή κουβέντα, ήταν ουδέτερα νοσταλγική προς τα ξερόβραχα της πατρίδας μας, ήταν καλή πότης, ήταν ίσια στο βλέμμα.

Κάτσαμε κάνα δυο ώρες, δεν ανταλλάξαμε καν τηλέφωνα θεωρώντας –καθότι πελάτες και εμφανώς γνώριμοι των προσώπων εκεί– αμφότεροι δεδομένο ότι θα ξανασυναντηθούμε στο ίδιο μέρος σύντομα.

Ποτέ.

Πέρασαν καιροί πολλοί. Το συζήτησα κάποια στιγμή με τον ιδιοκτήτη και φίλο, δεν μου το επιβεβαίωσε ότι σύχναζε τέτοιο πρόσωπο εκεί -το όνομα είναι εξαιρετικά σπάνιο και εντελώς ξένο στα μέρη μου, άσχετο αλλά σχετικό- κι αυτό με έβαλε σε σκέψεις.

Μπορεί όλη αυτή η ιστορία να μην υπάρχει; Να ‘ταν τέτοιο το παιχνίδι του μυαλού μου; Τα γεγονότα προς τα κει κατευθύνουν (ληξιαρχεία στο χωριό βέβαια δεν πήγα να ψάξω, αλλά τώρα που το σκέφτομαι), προς ένα μυστήριο. Υπάρχει η Ελλάδα Σ.;

Η Πελαγία Φυτοπούλου κατέβηκε από την Κατερίνη πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια για να παλέψει με τις τέχνες.

Με την ευγενική χορηγία της γιαγιάς Πελαγίας, σπούδασε ηθοποιία-σκηνοθεσία και όταν έγραφε, κάτι ώρες δύσκολες, τα αποταμίευσε στο συρτάρι.

Εχει παίξει θέατρο και κινηματογράφο, έχει σκηνοθετήσει, έχει δημοσιεύσει πρόπερσι το πολιτικό παραμύθι «Το Ραβδί των Καλικαντζάρων» και πρόσφατα έπεσε στα βαθιά.

Η ποιητική συλλογή «ΚΟΥΚΟΣ» έρχεται να μουδιάσει το πίσω μέρος του μυαλού, να γρατσουνίσει τα καθωσπρέπει, να προβοκάρει την κανονικότητα, να παίξει την μπάλα κάθετα.

Κάτι σαν μια τρυφερή μπαλάντα στους ποιητές, παράδοξοι που ‘ναι.

Αλλά πάλι, η ποίηση υπάρχει; Τα ποιήματα υπάρχουν ή είναι μια εφεύρεση των μορφωμένων για να με κάνουν να νιώθω αμήχανα;

Οταν όμως γράφει η Πελαγία Φυτοπούλου, την άκουσα/κατέβηκα στο λιμάνι/αγόρασα χρώμα/ έγινα ζωγράφος τότε η ποίηση υπάρχει. Παραδοχή-επαφή-επικοινωνία-όραμα-ευθύτητα-καθαρότητα-ταχύτατα. Στο λιμάνι ο καθένας ζει το όνειρο. Και ο ψαράς και ο ζωγράφος και ο ποιητής και ο αυτόχειρας.

Σπάνια διαβάζω ποίηση, όπως καταλάβατε, αλλά όταν το κάνω δεν περιμένω να χαρώ κιόλας. Από περιέργεια ξεκινάω και συνήθως μ’ αυτήν καταλήγω. Οταν όμως διάβασα «ο λόγος τους λυσσώδης/ξαγρυπνά πάνω από τα βρέφη/που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις/θα τα στείλουν πίσω», κατάλαβα.

Υπάρχει μια ποίηση με λόγο ανατρεπτικό για να μας θυμίζει πως δεν μας περισσεύει πολύς καιρός για γέλια. Μας πήραν στο κατόπι τ’ αρπακτικά του κόσμου μας και δεν προλάβαμε να οχυρωθούμε. Και τώρα δεν υπάρχει άλλος να τρέχει για μας. Μήπως και να ‘πρεπε να σταθούμε να κοιτάξουμε τα θηρία στα μάτια;

Υπάρχει κι άλλη ποίηση, χαρούμενη όχι, αισιόδοξη ίσως. Οταν πάλι γράφει: Υπάρχουν πολλές τρυφερότητες/κάτι λίγες δεν ξυπνούν ποτέ/ ονειρεύονται τον Λόρκα/ Αμίγκο, να την προσέχεις την ποίηση/ μια μέρα θα μας ξεκάνει όλους.

Εμ, αυτά είναι που φοβάμαι…

Και να που η ποίηση υπάρχει – όπως και η Ελλάδα Σ.- τώρα το ξέρω…

Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος

*Από την Εφημερίδα των Συντακτών εδώ: http://www.efsyn.gr/arthro/koykos-monos-avolonte

Η Ανάσταση με μια Κόκκινη Ανάταση του Δημήτρη Τρωαδίτη

Αν δεν ήταν αδιαφορία σίγουρα θα ήταν υποτιμητικό στη συνείδησή μου να αδιαφορήσω στη φιλική διάθεση, αλλά και ιδιαίτερα στην επίσκεψη που μου έκανε ο ποιητής και γνωστός δημοσιογράφος Δημήτρης Τρωαδίτης δέκα μέρες νωρίτερα να μου δωρίσει με θερμή αφιέρωση μια ποιητική συλλογή με τίτλο «Με μια κόκκινη ανάταση». ‘Ενα από τα ποιήματά του έτυχε να ακούσω από συνέντευξη στο 3ZZZ στην εκπομπή του Δρ. Χρήστου Φίφη. Αφάνταστα δυνατά μου προκάλεσε ενδιαφέρον και του τηλεφώνησα.

Όλα τ’ άλλα ήταν εύκολα.

Απασφαλίζοντας τη θύρα εισόδου στην ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη χρειάζεται πυκνή σκέψη στις επιμέρους αναγνώσεις όπως, ανθρωπογνωσία, συναισθηματικό «πολυμερισμό», ιδεαλισμό, ευαισθησία, αισιοδοξία, υπαρξιακά, οργή, αμοραλισμό, αμφιβολία, ηθική, συμβιβασμό, κρίση, αδράνεια, απαξίωση κ.τ.λ.

Στο ποίημα «Οι τόποι μου» σ.7-11 και στους ορισμένους στοίχους γράφει:
σε αποπνικτικές ατμόσφαιρες/ σε φωτιές που θεριεύουν/ βλέμματα κατακερματισμένα/ σε κοινούς κατατρεγμούς/ και ακρωτηριασμούς σωμάτων/ μορφές μα βαθουλωμένα μάτια/ από την πείνα/ και τις αγρύπνιες/ πολιτείες που γκρεμίστηκαν/ εκ των έσω/ και έμειναν πένθιμες/ διαλύονται εξοστρακίζονται/ καρμανιόλες σε πλήρη ανάπτυξη/ ……

Η παραστατική και ποιητική δεξιότητα διατρέχοντας τον κίνδυνο παρεξηγημένης εκτίμησης αποφεύγει την αισθητική καλαισθησία μεταμόρφωσης, παρουσιάζοντας σε πιθανή εμπειρική ανάλυση το κοινωνικό γίγνεσθαι.

Ο ρυθμικός πνευματικός βηματισμός αφαιρεί δυναμικά την ρεμβώδη (ονειροπόληση) παρουσία σε ακραία μορφή αντικειμενισμού ώστε, μετριάζοντας το μέγεθος της αλήθειας να γίνει αρεστός. Αυθόρμητος και ως ένα βαθμό αναχαίτιστος στην οργιλότητα, καταγράφει αυτά που νιώθει για την σύνδεση του αναγνώστη στην αμεσότητα της κρίσης.

Στο «Κατά μέτωπο» ποίημα σ.12-16 γράφει:
τα βρώμικα λιμάνια ποικίλων ψυχοτρόπων/ οι θλιβερές χοάνες ψυχών εν αφθονία/ οι τόποι οι αλλόφρονες/ όταν αλλοτινοί σύντροφοι ολόγυμνοι/ μπροστά σε ξετσίπωτες ντιρεκτίβες/ κεντρικών επιτροπών νταβατζήδων/ σαν δημοσιογράφος με υπονοούμενα/ σαν την κακιά μητριά/ μεθυσμένοι από ανύπαρκτη έξη/ μπάτσοι επί σκοπώ/ οδοκαθαριστές επί ματαίω/ που στοιχειώνουν τις πόλεις/ ταξιαρχίες μίσους/ προσποιούμενες τις υπέρτατες αρετές/ παραστάσεις εξορίας/ των κακών πνευμάτων/…..

Λάβρος καταγγελτικός κρανιοσκόπος που σπάζοντας το κέλυφος της οστρακοειδούς θηριωδίας αποφεύγει και σ’ αυτό το ποίημα τις «περιτομές» εξευμενισμού ή τοτεμισμού, βεβαιώνοντας ότι δεν είναι διαβάτης συνηθισμένης καθημερινότητας και εναντιώνεται στο σύστημα των αρνητικών εικόνων και ψευδαισθήσεων.

Στη σχετική ανεπάρκεια συνείδησης του περίγυρου, του προξενεί συγκεκριμένη συναισθηματική φόρτιση, με αποτέλεσμα από τα συντρίμμια του παρδαλόκοσμου να αδειάζει στο φως με λογοτεχνικές μεταφορές την συνισταμένη επιδίωξη δικαίου.

Ισορροπώντας τις έντονες εικόνες κρίσης με την ελευθερία λόγου, θυμίζει Μοντεσκιέ στην ομιλία του περί δικαιωμάτων του πολίτου το 1789 στην γαλλική επανάσταση.

Στο συγκεκριμένο ποίημα ο ποιητής απόλυτα και βαθμιαία, έρχεται σε αντίθεση με την εξάρτηση των ιδιοτήτων αντινομίας λογικής στις δομές των ομάδων, «group structures» οι συνέπειες των οποίων θέτουν κατά την κρίση του ποιητού σε πλήρη κοινωνική περιθωριοποίηση.

Στο έρεβος της αποκτήνωσης ή και «αποβλάκωσης» ο ποιητής δια της προσωπικής παρουσίας ή ενόρασης είναι μάρτυρας ενός άκρατου αμοραλισμού «άρνηση της κάθε ηθικής» που χωρίς γραμματικό «θεοδόλιχο» συντεταγμένων γραμματικών παρατηρήσεων με έμφαση σημειώνει την ψυχική νοσηρότητα ή χειμέρια νάρκη του κοινωνικού συνόλου.

«Με μια κόκκινη ανάταση» σ.25.
Αυτή η μακρά πορεία/ προς το θάνατο/ πρέπει ν’ ανακοπεί/ τα μαβιά κατάμαυρα σημάδια της σκοτοδίνης/ πρέπει ν’ αλλάξου χρώμα// αυτή η απαρασάλευτη οδύνη/ πάνω απ’ τις στέγες/ των καρδιών μας/ πρέπει να μεταλλαχτεί/ σε εκρηκτική σκέψη/ έμμονη και φλογερή/ πυρωμένη/ ΣΤΟ ΑΜΟΝΙ ΤΗΣ ΤΑΞΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ/ αναμενόμενη σαν ανατολή/ καυτή σαν το δάκρυ/ στο μάγουλό μας/ μετά το μεροκάματο/ του τρόμου// αυτή η άγρια πορεία/ προς το θάνατο/ πρέπει να ανακοπεί/ με μια θεσπέσια χαραυγή/ των απόκληρων με την κόκκινη ΑΝΑΤΑΣΗ/ της ψυχής/ που δεν θα επιτρέψει/ στα προοίμια της αδικίας/ να γίνουν τόμοι αναλγησίας.

Αντιτάσσοντας την πραγματοκρατία «ρεαλιστική κατάθεση» στην προτεινόμενη χειρολαβή ζωής της σύγχρονης συγκυρίας, ο ποιητής Δημήτρης Τρωαδίτης κοινωνός γνώσεων πολιτικής κοινωνιολογίας, σφυρηλατεί στην ταξική πάλη πληρέστερα απ’ οτιδήποτε άλλο λόγο που δεν γνωρίζει όρια ερμήνευσης το οικουμενικό ισοδύναμο ανάμεσα στην κατανόηση αμάθειας και αδιαφορίας στην ανάσταση της ουμανιστικής σημαίας στο έργο του με μια Κόκκινη Ανάταση. Όπως και ο Αριστοτέλης είχε πει:
Ο άνθρωπος με την δράση του και την καθοδήγηση της λογικής του, δίνει ζωή στις δυνατότητες εκείνες που είναι χαρακτηριστικές για τον άνθρωπο. «Ηθικά Νικομάχεια 1098α, 8».

Αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ποίησής του είναι η ανατάραξη των ψυχικών διαθέσεων του αναγνώστη σε ρεαλιστική συμμετοχή με το ασυμβίβαστο πνεύμα απέναντι στα ομαδικά ή γενικότερα κοινωνικά πάθη σαν ρυθμιστής κοινωνικής ηθικής για όλους.

Ο Μαρξ έγραφε στο «Κεφάλαιο»:
Για να μάθει κανείς τι είναι ωφέλιμο για το σκύλο πρέπει να μελετήσει την φύση του σκύλου.

Ο ποιητής συνεχίζοντας μια πορεία στο υπόλοιπό του έργο του, με περιφρόνηση στα στολίδια ύφους λογοτεχνικής ακροβασίας ή ακριβέστερα ενοράσεις πτήσεων είναι σε ετοιμότητα στην θέση κωπηλάτη αναμένοντας ως γνωστών το παράγγελμα «επί τας κώπας και εν όψει» διότι η πυροστιές του Τρωαδίτη δεν περιμένουν φωτιά για να ζεστάνουν τον λογισμό του και πάλι.

Διονύσης Παρασκευάτος
Μελβούρνη

3+1 Ποιητικές συλλογές

Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη

Ντίνα Γεωργαντοπούλου «Απροσποίητα», εκδ. Βακχικόν, 2017, σελ. 58

Είναι σημαντικό η ποίηση να βρίσκεται δίπλα στην ανθρώπινη ψυχή για να γίνεται αόρατος ο καιρός! Απροσποίητα η Ντίνα Γεωργαντοπούλου καταθέτει τις λέξεις τις που «θυμούνται να νιώσουν» οι ίδιες και θυμούνται να συνδεθούν με τον σύγχρονο αναγνώστη σε τόνους ειλικρινείς και συνάμα αισθαντικούς. «Καμιά σιωπή δεν θα ‘ναι άηχη/ καμιά σκιά δεν θα τρομάζει το παρόν.  Κυρίως σε πρώτο πρόσωπο καταφεύγει σε μια διαρκή εξομολόγηση σκέψεων, ιδεών και συναισθημάτων χωρίς όμως να τείνει προς το μελό, ή να πέφτει στην παγίδα της υπερβολής.«Σήμερα, σε πρώτο πρόσωπο αποφασίζω να παραμείνω/ γυναίκα των επιθέτων/ ντροπαλή, μελαγχολική και αβέβαιη».
Μικρές πινελιές ζεστασιάς και προσμονής που φανερώνουν πόσο η ποιήτρια αγαπά τη μαγεία. Μάλιστα γράφει χαρακτηριστικά: «Πάντα ήταν ζητούμενο να μοσχοβολούν/ οι αμίλητες αισθήσεις»
Μια γυναίκα που γράφει για το μέσα της τοπίο, για το βλέμμα της που οι άλλοι δεν θα μπορούσαν αλλιώς να ξεκλειδώσουν. Γράφει για τις σκοτεινές, μύχιες πλευρές της. Αγαπά, θυμάται, φοβάται, ονειρεύεται εξαγνίζεται. Αλλά έχει τον τρόπο της να τα διαχειρίζεται όλα αυτά μέσω της γραφής. Και πάντα θυμάται πως «υπάρχουν χρώματα που φτιάχνονται κάθε στιγμή» και έτσι πορεύεται. Τελευταίοι στίχοι του βιβλίου: «Σε παρακαλώ, μή με αναλύεις, χωράω ολόκληρη σε ένα φιλί, που δεν στριμώχνει την ψυχή.
Εξαιρετικό το ποίημα με τίτλο «Λάνσελοτ μού λείπεις».
 

Νίκη Κωνσταντοπούλου «Εγώ, απέναντι», εκδ. Βακχικόν, 2017, σελ. 40

Συνήθως οι νέοι ποιητές καταπιάνονται με τον έρωτα ή με τα προσωπικά τους βιώματα. Αυτά θεωρούν ως πιο πρόσφορα υλικά για να τα κάνουν αντικείμενο στην ποίησή τους! Όμως είναι δύσκολο τελικά να γράφεις για τον έρωτα, ή τουλάχιστον δεν είναι εύκολο να εισάγεις το νέο αναφορικά με ένα τέτοιο θέμα ,αν κρίνεις ότι άπειρα πράγματα έχουν ειπωθεί. Όσο για τα προσωπικά βιώματα, αν τα βάλεις χωρίς επεξεργασία μέσα στους στίχους σου, κινδυνεύεις να γίνεις μελό, κάτι που σίγουρα δεν είναι ζητούμενο στην ποίηση.
Ευτυχώς η Νίκη Κωνσταντοπούλου δεν γαντζώνεται από το θέμα του έρωτα. Μιλάει για θέματα υπαρξιακά κυρίως, για το ανικανοποίητο της ψυχής, για το νόημα που έχει να υπάρχει στη ζωή μας μια κάποια αισθητική. Στίχοι απλοί, άμεσοι, σταθεροί, νηφάλιοι, που δεν έχουν ως στόχο τους τον εύκολο εντυπωσιασμό. Τα αισθήματα της ματαίωσης, της ματαιότητας, της μοναξιάς, της εγκατάλειψης και της αδιαφορίας διασχίζουν τα ποιήματα με τρόπο τέτοιο που θα τον «ζήλευε κι ο διάολος», για να δανειστώ στίχους της ποιήτριας. Βρίσκεται σε καλό δρόμο με την έννοια ότι έχουμε να κάνουμε με συνθέσεις που διαθέτουν συνοχή και αλήθεια, έχουν κάτι να πουν, χωρίς να καταχρώνται τις μοντέρνες υπερβολές, ή τα ναρκισσιστικά γλωσσικά πυροτεχνήματα προκειμένου να γίνουν αρεστά. Ξεχωρίζουν τα ποιήματα: το Βουνό, η Αιτία, το Βιογραφικό, Μάσκες.
 
Με μάσκες ήρθαμε 
Με μάσκες φεύγουμε
Κάποιοι στο ενδιάμεσο  μάς τις τράβηξαν
Κι έτσι μπορούμε να δούμε κάτι απ’ τον εαυτό μας.
 
[σελ.31]
 
 

Δημήτρης Τρωαδίτης «Με μια κόκκινη ανάταση», εκδ. Στοχαστής, σελ. 50

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης ζει και εργάζεται στη Μελβούρνη. Το 2016 εξέδωσε στην Ελλάδα δύο βιβλία ποίησης. Τη μοναξιά του χρόνου  από τις εκδόσεις Οδός Πανός και το βιβλίο Με μια κόκκινη ανάταση από τις εκδόσεις Στοχαστής. Διατηρεί την ιστοσελίδα ποίησης «Το Κόσκινο». Η ποίησή του υπαρξιακή και κυρίως κοινωνική. Το βλέμμα του στραμμένο στον άνθρωπο, τις αγωνίες, τις ιδέες και κυρίως, στους αγώνες του. Ο Τρωαδίτης καταγγέλλει το σαθρό σύστημα, την απόγνωση του κόσμου, τους παρωχημένους ηθικούς κώδικες, το μετέωρο εγώ του αλλοτριωμένου ανθρώπου. Στο ποίημα Οι τόποι μου γράφει : […] «XII  οι τόποι μου /ρευστοί σαν το φως/των κεριών/σε ανταύγειες/σε αβέβαια τραγούδια/»Τίποτα δεν περνάει απαρατήρητο απ’ ό,τι συμβαίνει γύρω του. Ο ποιητής βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με το κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι, το οποίο φιλτράρει με τον τρόπο του και μιλά γι’ αυτό στους στίχους του. Τον ενδιαφέρει η πορεία που έχει πάρει ο κόσμος, τον ενδιαφέρει η ίδια η ζωή και πώς αυτή κυλάει στην ουσία. Με «αλήτικη διάθεση» ξεστρατίζει «να διασπάσει τις αδάμαστες/κορνίζες των καιρών/να τους δώσει υπόσταση/στη βαρυχειμωνιά του γκρίζου»(Δες με, σελ. 19). Με τρεμάμενα αισθήματα στέλνει «στον αγύριστο» τους «μεσίτες της ζωής μας.» Ο εμφύλιος, η αιώνια ταξική πάλη, τα τραγούδια που βράχνιασαν, η κοινωνική ευαισθησία, το ανελέητο παιχνίδι ανάμεσα σε αλήθειες και ψέματα, οι ηγέτες του βροντερού τίποτα, το ξεθώριασμα των ιδεών, οι ιδεολογίες που αποδεικνύονται φενάκη αποτελούν ουσιαστικά στοιχεία της θεματικής προσέγγισης μέσα στο ποιητικό σύμπαν του Δημήτρη Τρωαδίτη. Με παλμό ,υψώνει φωνή, τίθεται υπέρ του κριτικού ελέγχου, της ανατροπής, της επανάστασης. Γράφει: «Δες με που βρίζω ασύστολα/βωμούς και θεούς/απαστράπτουσες προσωπικότητες/σιντεφένια πλαστικά/είδωλα των θεαμάτων/της πεντάρας/που προκαλούν /ημίγυμνα/τις μνήμες μας/δες με που πασχίζω μια/καθοριστική κλοτσιά να δώσω/στ’ αγάλματα και τις ρύμες/που  καμώνονται την ποίηση/δες με που συγκροτώ τις ιαχές μου/σε παράταξη μάχης/στ’ αλώνια του χρόνου/με την κραυγή» (σελ.18-19). Διάθεση να μπει φωτιά στο όποιο κατεστημένο, εξέγερση των αισθήσεων, ψυχή πάλλουσα, διακαής πόθος για ατέρμονη αντίσταση σε ό,τι καταπατά την ανθρώπινη ελευθερία ( «[…]αγκαλιασμένοι να αντιστεκόμαστε στις δίνες που θα φτάνουν » (Το φως του κεριού)]. Ξεχωρίζουν τα ποιήματα: H σιωπή, Αγώνας, Όταν γράφουμε ποίηση, Το σύμπαν είναι άναρχο.
Όταν γράφουμε ποίηση
απόμακρό το βλέμμα ταξιδεύει ως πέρα
 
όταν γράφουμε ποίηση
τ’ αποκαμωμένα βήματά μας 
σεργιανούν στο άπειρο
 
[…]
 
όταν γράφουμε ποίηση
οι σκάλες δεν οδηγούν πουθενά
 
όταν γράφουμε ποίηση
το κάνουμε για να ξορκίσουμε
τους πρότερους εφιάλτες μας.
 
 

Νεκταρία Μενδρινού «Κοχύλια από χρόνο», εκδ. Κέδρος, 2014, σελ. 120

Koχύλια από χρόνο  η δεύτερη ποιητική  συλλογή της Νεκταρίας Μενδρινού που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Απαλά σαν χάδι νοσταλγικά ποιήματα που φλερτάρουν με την θλίψη, αλλά, ευτυχώς όχι με την κατάθλιψη. Στίχος απλός, άμεσος, άλλοτε «αφηγηματικός», άλλοτε «εξομολογητικός». Εσωτερικός ρυθμός, νότες χαμηλόφωνες. Αν αυτός ο στίχος ήταν εποχή, θα ήταν το Φθινόπωρο. Αν ήταν χρώμα, θα ήταν σίγουρα κάποιο γήινο χρώμα. (Μη γελιέσαι, δεν υπάρχουν /φυσιολογικές ζωές/μετρημένες λύπες/υπάρχουν μόνο/και μυστικά /του ενός…/). Η θεματική της ποιήτριας είναι διαχρονική, οι στίχοι εύθραυστοι, που διαδηλώνουν πόσο εύθραυστη είναι η ανθρώπινη ψυχή, καθώς και «πόσο φαύλος κύκλος» είναι αυτή, ειδικά όταν η αλήθεια μπλέκεται συνεχώς με το ψέμα.
Η μνήμη(« […]μήτε να ζήσω/μπορώ/μήτε να ξεχάσω», Οβολός, σελ.99), τα γηρατειά, η ματαίωση, η Φύση, ο χρόνος ([…] ο χρόνος/δεν έχει  ακόμα/αρχίσει να μετρά/έχει μασκαρευτεί/και αυτός/σε αιωνιότητα…/[…], Απόκριες, σελ.67», ο έρωτας ([…] τα βράδια /σαν άλλη Πηνελόπη, σβήνω/σειρά σειρά/το ημερολόγιο καταστρώματος/δεν βρήκα ακόμη/προορισμό να με προσμένεις […] Προορισμοί, σελ. 70-71),το Όνειρο, η μοναξιά ([…] καμιά αιωνιότητα/που να χωρά/στα ανθρώπινα,/καμιά αλήθεια/παντοτινή/καμιά ηχώ /δυνατότερη/από την  μοναξιά σου…[…], Όνειρα, σελ.60)   και η απώλεια είναι κυρίως τα θέματα που την απασχολούν. Ξεχωρίζουν για την οικονομία και την αλήθεια τους του τα ποιήματα: Όσο, Μυθολογίες, Απογοητευμένο, Κρυφτό, Ευκαιρίες, Σαν.

*Αναδημοσίευση από το fractalart στο http://fractalart.gr/3-syn-1-poiitikes-sylloges/

Ποιητική Συλλογή: Ο “Κούκος”

Εισαγωγικό σημείωμα: Νίκος Κατσιαούνης*

Ο Κούκος (εκδ. Θράκα) αποτελεί την πρώτη ποιητική συλλογή της Πελαγίας Φυτοπούλου. Μέσα από ένα νεορομαντικό, αλλά και ρεαλιστικό, πλαίσιο τα ποιήματα της Φυτοπούλου έρχονται να διαταράξουν με άμεσο τρόπο την κανονικότητα της καθημερινής ζωής. Συνειδητό και ασυνείδητο, ρεαλισμός και φαντασία, πρόζα και αλληγορία συνυπάρχουν αρμονικά μέσα στον Κούκο. Παίζοντας με διάφορα μοτίβα ποιητικής αποτύπωσης, με έναν συνδυασμό σκληρού και παράλληλα ευαίσθητου λεξιλογίου, με (α)ναρχικά και (ά)ναρχα ποιήματα, με επιρροές από τους μπήτνικ αλλά και τον Καρούζο, η Φυτοπούλου μάς παραδίδει μια αρκετά ενδιαφέρουσα ποιητική συλλογή που αξίζει να διαβαστεί. Δημοσιεύουμε στη Βαβυλωνία δύο ποιήματα από τη συλλογή της και την ευχαριστούμε για την παραχώρηση.

Ε

ο κόσμος μας δεν υπάρχει
ούτε εμείς είμαστε άνθρωποι
ψάρια είμαστε
οργώνουμε ένα κομμάτι γαλάζιο
ο ουρανός μάς ταΐζει ακρωτηριασμένα πόδια
βιάζεται να μεγαλώσει
η πολιτεία ορθοπόδησε
κοκκίνισε επαίνους
σύντομα όμως θα μας ζητήσουν
τα πόδια πίσω
και η πολιτεία θα πέσει
σαν αδούλευτη αστραπή
πάνω στα γραφούμενά μας
η ποίηση θα συρθεί
σαν φίδι που δεν του δόθηκε
η δέουσα προσοχή
και τότε θα βγάλει χέρια
και τα χέρια όταν θέλουν
χτυπάνε στην καρδιά

ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΣΙΑΣ

ελεύθερη διακίνηση ιδεών. προσβλέπω σ’ αυτό. γράφω
γι’ αυτό. έχω μια ακρίδα στο στόμα. πηδάει από δόντι
σε δόντι. από σύμφωνο σε σύμφωνο. πάει πέρα δώθε.
κάνει τραμπάλα πάνω στα λόγια σας. προσβάλλει την
αλφαβήτα σας. είμαι η ένοπλη πάλη των αυτιστικών.
έχω μια ακρίδα στο στόμα. ομοφυλόφιλη. απ’ τη
μέση και πάνω. παίρνουμε δωρεάν εισιτήρια για
τις ταινίες του Αλμοδόβαρ. μας μυρίστηκαν οι μητριές
(μπάτσοι). καρφωτή. με ψάχνουν εξονυχιστικά. η
ακρίδα κρύβεται στη δεξιά κουφάλα. το προτελευταίο
δόντι. απ’ τη μάνα μου το ’χω σακάτικο. το μικρό μου
μνήμα. γιατί πάντα ένας τάφος μένει ανοιχτός. δε βρήκαν
τίποτα. έχουμε ξανακρύψει εβραίο. ο Τζων Γουέιν με
πλησιάζει. γελάει. και λέει στους σερίφηδες. όρνια
ε, όρνια, δε βλέπετε; είναι παιδί με ειδικές ανάγκες.
παρά ταύτα με απέλασε. τελευταίο γαλόνι για τη
σύνταξη.
οι ποιητές μάς ξεναγούν στην απαγορευμένη ζώνη.
εκεί που ο Θεός επέτρεψε μονάχα ένας να περπατήσει.
ο παραμικρός αναστεναγμός μπορεί να σε συντρίψει.
κρατούν καλαθάκια με σερβιέτες, δημητριακά και
αγκινάρες Πρεβέζης. εγώ παριστάνω το Χριστό. (κι ας
μην ξέρω το Φ.Π.Α. μιας τέτοιας επιχειρηματικής
δραστηριότητας). θέλω να βιώσω εκείνον τον πρώτο
κομμουνισμό. τον ημίγυμνο. τον πρωτόγονο. να
καμαρώσω κρεμασμένο στον ουρανό το υπαρξιακό
προβάδισμα. εγώ! είμαι μπροστά ακόμη και στη
φάση που ο γαλανομάτης αποδίδει τα του Καίσαρα.
εγώ του σήκωσα το χέρι. απολαμβάνω το παρακράτος.
το σπίτι του Γκοντό είναι μικρό.
ω, μεταμοντέρνα χαρά
γύρνα και δες τα χθεσινά.
ο σκώληξ γυρεύει συντροφιά.
τέτοια ώρα τα νεκροτομεία είναι κλειστά.
σε κάποιον έπεσε βαρύ το ανθρώπινο κρέας.
δυο χιλιάδες χρόνια σε τραγουδάω και συ
ψηφίζεις κ.κ.ε.
άλλοι πετούν αποτσίγαρα στους δρόμους
για τα πρεζόνια.
άλλοι φτιάχνουν χιονάνθρωπο από παιδικά οστά.
κι εγώ μαζεύω Τρωαδίτισσες στη βροχή.
το ποιητικό μου ζώο είναι μικρό. χωράει στην κιβωτό σας.
κάνω λάθος; τι; δε δέχεστε ακρίδες με κουσούρι;
μα, είμαι κούκος, Κύριε.
αχ, πόσο μου λείπει ο Βαραββάς.

*Αναδημοσίευση από την ηλεκτρονική σελίδα του περιοδικού ‘Βαβυλωνία” στο http://www.babylonia.gr/2017/02/11/o-koukos-piitiki-sillogi/

Nila Northsun, Δύο ποιήματα

ΜΕΤΑΦΕΡΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΑΤΑΥΛΙΣΜΟ ΤΟΣΟ ΜΑΚΡΙΑ

δεν μπορώ να μιλήσω για
πολλά φεγγάρια
καθώς μεταφέρονταν οι καταυλισμοί (1)
δεν μπορώ να πω για
την τελευταία σπουδαία μάχη
να εξιστορήσω άθλους ή
να πω πώς παίρνεις τα σκαλπ
δεν ξέρω πώς ήταν να
κυνηγάς βουβάλια
ή να χορεύεις τον χορό των πνευμάτων
μα
μπορώ να δω έναν αετό
σχεδόν σβησμένο
πάνω σε γελοία πλαστικά κυπελλάκια
μπορώ να ταξιδέψω σε ανταμώματα (2)
κατασκηνωτών και winnebagos (3)
μπορώ να φάω κρέας βουβαλιού
στο τουριστικό κιόσκι με μπέργκερς
μπορώ να χορέψω σε ινδιάνικη μουσική
το ροκ εν ρολ χέι-α χέι-ο
μπορώ,
και δυστυχώς
το κάνω

***

51weoonholl-_sx310_bo1204203200_

ΗΛΙΘΙΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Μετά από μια ολόκληρη ζωή γεμάτη ηλίθιες ερωτήσεις
θα νόμιζε κανείς ότι θα είχα γίνει
πιο ανεκτική, πιο υπομονετική
ή τουλάχιστον θα μπορούσα να απαντώ σβέλτα
είσαι στ’ αλήθεια ινδιάνα;
(όχι, έτσι το λέω για να μπορείς να μου κάνεις ανόητες ερωτήσεις)
δεν μοιάζεις με ινδιάνα
(εννοείς ότι δεν μοιάζω με κείνον τον τύπο στο νόμισμα (4))
πάντως σίγουρα είσαι μια όμορφη ινδιάνα
(λες και όμορφη ινδιάνα είναι οξύμωρο)
ξέρεις, η προγιαγιά μου ήταν ινδιάνα πριγκίπισσα
(ξέρεις, θα πρέπει να ήταν και γαμώ τις πουτάνες
γιατί όλοι έχουν την ίδια αυτή προγιαγιά)
είσαι υποχρεωμένη να μένεις στον καταυλισμό;
θα σε αφήσουν να φύγεις;
(όχι, είμαι εκεί για να μην αφήσουμε εσένα να μπεις)
ξέρεις, όταν ήμουν παιδί,
παρίστανα τον ινδιάνο
(κι εγώ τις αποκριές ντυνόμουν γιάπης
και κανείς δεν καταλάβαινε ότι ήμουν μεταμφιεσμένη)
πραγματικά νιώθω συμπόνια για τον τρόπο που
φέρθηκαν στους Ινδιάνους, την αρπαγή γης, την καταπάτηση συνθηκών
(ωραία, αυτό σημαίνει ότι κάνεις γενναιόδωρες προσφορές
στον πιο κοντινό σου καταυλισμό; ότι δίνεις χρήματα
για υποτροφίες; ότι προσφέρεις γαλοπούλες στους
μεγαλύτερους στη γιορτή των Ευχαριστιών για να έχουν
κάτι να φάνε; ότι δίνεις κονσέρβες σε σχολικά προγράμματα
για να μπορέσουν αυτοί να βοηθήσουν άλλους; ότι είσαι
ανάδοχος ενός παιδιού ή μιας οικογένειας τα χριστούγεννα, ώστε
να μπορούν να πάρουν ένα ζεστό πανωφόρι ή ένα παιχνίδι;)
γάμησέ τα,
μη σπαταλάς την ανάσα μου,
βάλε τα λεφτά σου εκεί που είναι το στόμα σου,
στείλε βιβλία, δωρεές, το χρόνο σου, τη συμμετοχή σου
στον πιο κοντινό σου καταυλισμό
ονόμασέ το
«εις μνήμην της ινδιάνας πριγκίπισσας γιαγιάς μου»

1.Travois: αυτοσχέδιο μεταφορικό μέσο των ινδιάνων.
2.Pow-wow: συγκέντρωση αυτοχθόνων της βορείου Αμερικής.
3. Φυλή αυτοχθόνων Αμερικανών που ζούσαν στην περιοχή Πράσινος Όρμος του Γουισκόνσιν, σήμερα μοιράζονται σε Γουισκόνσιν και Νεμπράσκα.
4. Στη μια πλευρά του νομίσματος των πέντε cents που κυκλοφόρησε μεταξύ 1913-1938 απεικονίζεται η μορφή ενός ινδιάνου.

51wv8dm9t9l

*H Nila Northsun είναι ποιήτρια, φωτογράφος, καλλιτέχνιδα, ιστορικός και ακτιβίστρια στον αγώνα για τη χειραφέτηση των Ινδιάνων. Γεννήθηκε στο Σουρζ της Νεβάδα το 1951. Ινδιάνα της φυλής των Shoshone και των Chippewa. Μεγάλωσε στο Σαν Φρανσίσκο, μα επέστρεψε στον καταυλισμό της για ν’ αναθρέψει την οικογένειά της στο Φάλον της Νεβάδα, όπου και ζει μέχρι σήμερα. Η ποίησή της δονείται από τις παραδόσεις της κληρονομιάς της και εκφράζει τόσο τη φυλετική της ταυτότητα όσο και τη ζωή τής σύγχρονης αμερικανίδας γυναίκας. Σημαντική συγγραφέας του δεύτερου κύματος της Αναγέννησης των Αυτοχθόνων Αμερικανών και από τις πιο πολυδιαβασμένες ποιήτριες ανάμεσά τους.

**Από το βιβλίο “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, Εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα, Οκτώβρης 2013, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Γιώργου Μπουρλή.

Lian Low and Timmah Ball review Maxine Beneba Clarke’s Carrying the World

unnamed

Carrying the World
by Maxine Beneba Clarke
Hachette, 2016

At the launch of Carrying the World, Maxine Beneba Clarke shared the mic with spoken word performers who were part of her decade long journey in poetry. The poignancy of Clarke’s gesture demonstrates how embedded she is in a literary community that erases the distinction between ‘high art’ (page) poetry and the spoken word.

In her poem ‘show us where you’re publishing’ she boldly declares:

and if so inclined
could mic some words across
and blow your fucking mind
Our review of Carrying the World is also a review of our journey into poetry, and our alienation from it. Both of our formal literary educations from high school to university, from the 1990s onwards, entailed a favouring of the Western English canon. While one of us studied Indigenous Australian playwright and poet’s Jack Davis’s play, No Sugar, none of his poems were offered by the curriculum. We struggled with our prescribed poetry and literary texts and missed the opportunity of reading and studying great Aboriginal Australian poets like Oodgeroo Noonuccal / Kath Walker, Lisa Bellear, Lionel Fogarty and Ali Cobby Eckermann. Also absent were non-Anglo poets like Pi O, Adam Aitken, Kim Cheng Boey, Ouyang Yu and Merlinda Bobis. Our experiences of poetry were dull and un-relatable. In contrast, Clarke’s poetry aches and roars of experiences that we can relate to as cis-gendered-identifying women of mixed race Ballardong Noongar and Peranakan-Chinese Malaysian descent.

Carrying the World traverses the autobiographical to the fictional, and ‘Demerara Sugar’ anticipates Clarke’s memoir, The Hate Race. Funded by the Hazel Rowley Fellowship, Clarke and her children traveled to England on a research trip tracing her family’s history and her diasporic Jamaican-Guyanese identity.

this niece of mine a-coming say
she going voyage west africa
some writer say she trace
our lineage /
Clarke’s clever use of patois in conversation effectively conveys intimate moments that
provides insight into her relationships with relatives and the uncovering of family secrets.

she going old country
what / she gon feed the chain
back through the black
atlantic /
The title poem ‘Carrying the World’ is fictional, historical and mythical; it’s a poem you would expect or imagine a black writer and activist to write. At the same time, it also highlights what it feels like to ‘carry the world’, being weighed down by the heavy social justice work that black women must do. Work that is hard, and rarely acknowledged:

the rocking chair strains
under weight of it all
the ole woman’s frail
but she’s carrying the world
In comparison to black male historical figures, women who have participated in this fight remain under-appreciated and anonymous:

y’all don’t know her name
so let’s call her Black History
The pressure that this responsibility places on black women writers like Clarke is further demonstrated in ‘what are you going to say’, where she directly confronts the expectation that she must respond to the shooting in the shopping mall in Nairobi.

people / they have been writing to me
what are you/ what
are you going to say/ about
what just happened
about the westgate mall siege

like they think I am
the oracle
or something
By the end she realises that ‘the only weapon I have at my immediate disposal is a pen’ resolving to take up the fight. But in the act of writing Clarke acknowledges the exhaustion that comes with ‘carrying the world’.

but just maybe / I don’t
want or have to be the one
to write it
However, with her growing reputation, she unintentionally falls into being ‘the voice’ for a community, a positioning she questions.

maybe they need a poem
to make sense of it all
In ‘skin’ she conveys the trauma of racism with an honest simplicity that reading it felt like the words reached out and slapped you.

some nights
i try to claw my way
out of this skin

but pull and scratch and bruise
seems i’m locked tight in
In short sharp sequences we witness the abject conditioning her body endures in a white settler nation. The nightmarish image is a shocking reminder of the experiences people of colour have come to live with. For this woman writer of Afro-Caribbean descent, race has a strong and powerful presence throughout her collection. Often it is Clarke’s depictions of racial injustice that are the most gruesome but leaves a powerful impact. For example, in ‘mali’ she describes the fear she carries for her unborn son, an emotion that eludes the baby’s father.

your dada said
chill out / these are different times
you’re behaving like it’s 1965
but when I looked in his eyes
all I could see were whites
The poet Lia Incognita wrote in the Overland article ‘Four perspectives on race & racism in Australian poetry’ that writers of colour are ‘largely ignored by publishers, critics, prize judges, anthology editors, curriculum writers.’ Carrying the World begins to redress this imbalance and for readers like us, it is thrilling to read someone who speaks a truth that is often silenced.

The collection also reveals how challenging her journey has been towards mainstream success. In ‘the end of the affair’ she expresses the struggle of pursuing a passion where race and gender discrimination lurk in the background.

between me and you
it was wild while it lasted
but poetry/ he got all single white male
for the last part there on me
it’s true

Carrying the World encapsulates the extraordinary journey of a single black mother, poet and author within an industry dominated by white men and women. From writing and performing poetry at the margins to her recent win at the 2017 Victorian Premier’s Literary Awards for poetry, Clarke’s work is breaking down preconceptions and prejudices in white publishing circles. However, what is equally important as her accolades is that her popularity and force is creating new spaces for other vital voices to emerge:

we want poetry back / we
are the children you
left / wailing / without a backward glance

oh / but when you cut down word
the roots undergrounded / and grew
This entry was posted in BOOK REVIEWS and tagged Lian Low, Timmah Ball. Bookmark the permalink.
Lian Low
About Lian Low

*Lian Low edited Peril from 2010-2014. She’s a writer who has created site-specific spoken word performances for the Melaka Art and Performance Festival in Malaysia and currently working on a memoir.

**Timmah Ball is a writer who uses memoir and creative nonfiction to engage with social justice issues and intersectional feminism. She is currently using zine making to critique mainstream publishing conventions and will produce Wild Tongue zine as part of Next Wave. She is excited to be working with Lian Low to challenge conventional practice and use collaborative writing to create new ways of thinking and expressing ideas.

***From Cordite Poetry Review at http://cordite.org.au/reviews/lian-hall-clarke/

Οι τολμηρές πτήσεις του ποιητή Δημήτρη Τρωαδίτη

%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b1%ce%be%ce%b9%ce%b1

ΤΟΥ ΔΡΑ ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΥ*

Ο παρθενικός ποιητικός τόμος του Δημήτρη Τρωαδίτη με τίτλο «Η μοναξιά του χρόνου» που κυκλοφόρησε τον περασμένο Οκτώβρη (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016, σελίδες 68), σύμφωνα με τα “Περιεχόμενα” συστεγάζει τις εξής τρεις συλλογές: «Η μοναξιά του χρόνου» (15 ποιήματα), «Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης» (13 ποιήματα) και «Απόπειρες ονείρων» (22 ποιήματα). Τα ποιήματα της συλλογής δεν τιτλοφορούνται αλλά αριθμούνται, επειδή ο ποιητής αποφεύγει συνειδητά οιονδήποτε θεματικό προσδιορισμό και/ή ταυτοποίηση. Εξού και στην πρώτη συλλογή η ταυτότητα εκάστου ποιήματος καθορίζεται από το 1 έως το 15. Στη δεύτερη συλλογή υπάρχει μια ελαφρά παραλλαγή: το κάθε ποίημα ορίζεται ως «στιγμή πρώτη» κτλ., ενώ στην τρίτη συλλογή τα ποιήματα προσδιορίζονται ως «απόπειρα πρώτη» κ.ο.κ. Η τακτική αυτή (αποφυγής συγκεκριμένου τίτλου) οφείλεται στο γεγονός ότι η ποίηση του Τρωαδίτη δεν προσφέρεται για κατηγοριοποίηση σε καλούπια/στεγανά, με ταμπελίτσες (τίτλους) που να την (προ)καθορίζουν. Γιατί κάτι τέτοιο θα αντιστρατευόταν τον διφορούμενο χαρακτήρα της και θα ερχόταν σε αναντιστοιχία με την όλη ανοιχτή υφή της. Γι’ αυτό και η μόνη παραχώρηση που κάνει είναι να εξειδικεύει τους τίτλους με τις προσθήκες «στιγμή» (στη 2η συλλογή) και «απόπειρα» (στην 3η συλλογή). Το σημαντικότερο: Όπως δηλώνει κατηγορηματικά στο επιγραμματικό ποίημα «απόπειρα ενδέκατη», η όποια φαινομενική ταυτότητα δεν είναι παρά ψευδαίσθηση και φενάκη («φοράς ατάραχος / τ’ όνομά σου / περιφέροντάς το / με ευτελή κοσμήματα / κειμήλιο σε φωτιές / που τρεμοκαίνε / ασήμαντο στολίδι / προς εξαφάνιση / κι ας διατείνονται οι μετεωρολόγοι / ότι χρειάζεται τόλμη / ν’ αγαπήσεις ακόμα / και την ύστατη / σταγόνα δάκρυ», σ. 57). Έπειτα, τα απρόσωπα, άψυχα νούμερα των τίτλων του ταυτίζονται ιδανικά με την μηχανοποιημένη, απάνθρωπη ύπαρξη που επιχειρεί να απεικονίσει.
Τα ποιήματα, άλλωστε, του Τρωαδίτη δεν αντανακλούν ολοκληρωμένες φιλοσοφικές, ηθικές, αισθητικές ή άλλες θέσεις, αλλά αυθόρμητες, «στιγμιαίες απόπειρες» να συλλάβει και αποθανατίσει, εν είδει ενσταντανέ, το άφατο μυστήριο και θαύμα της ύπαρξης. Κι αυτό μέσα από κάποια αντιπροσωπευτικά θραύσματα και ψήγματα του ποιητικού λόγου, που όμως εμπεριέχουν συμπυκνωμένο το όλον (καθότι «εν το παν»), όπως διακηρρύσσει το ποίημα «απόπειρα πρώτη» («κάθε απόπειρα σκέψης / περιέχει όλες τις σκέψεις μαζί / κάθε κίνηση στο άπειρο / περιέχει όλες τις κινήσεις μαζί», σ. 47). Απ’ αυτή την άποψη, ο θεματικός προσδιορισμός της εν λόγω ποίησης δεν είναι πάντα εύκολη διαδικασία – πολύ περισσότερο όταν η εξιχνίαση της ανθρώπινης ταυτότητας παραμένει μια πολύπλοκη διαδικασία, όπως εύγλωττα συνοψίζει το ποίημα «απόπειρα δέκατη έβδομη» («η οντότητά σου / ενδότερα αρχαίου ναού / μυστικό ρυάκι / σε σκοτεινές πεδιάδες / με καταβόθρες πικρές / αλάτι και χάλκινη σκουριά / αγάπη σε ακάνθινες αψίδες / των πεπιεσμένων στιγμών / της ζωής σου», σ. 63).
Η θεματική ταυτότητα του ποιητικού σύμπαντος του Τρωαδίτη περιστρέφεται γύρω από κάποιες πάγιες «έμμονες ιδέες» που εκδηλώνονται ως απόηχοι προσωπικών αναμνήσεων και βιωμάτων του μακρινού παρελθόντος («ήχοι απ’ τα μακρινά νιάτα / σπασμένες φτερούγες / ξεστρατισμένων γλάρων / έμμονες ιδέες / σφηνωμένες στο μυαλό / ζαρωμένες / στην αφηρημάδα τους» [«απόπειρα ένατη»], σ. 55). Θεματικά δε εστιάζονται στην υπαρξιακή αγωνία, τα αδιέξοδα της ζωής και τη ματαιότητά της, την παρακμή, τον ξεπεσμό και, τέλος, στον επικείμενο αφανισμό του ανθρώπου. Διαδικασία που οδηγεί, ενίοτε, σ’ ένα είδος φιλοσοφικού μηδενισμού. Αντιστοίχως, και ως αντιστάθμισμα σ’ όλο αυτό το νοσηρό, πεσιμιστικό κλίμα, αντιπαρατίθεται ο παραμυθητικός, λυτρωτικός ρόλος του (ποιητικού) λόγου.
Η γενικευμένη απαισιοδοξία για το αναπόδραστο της ανθρώπινης κατάστασης (μοίρας) διέπει, με διάφορες παραλλαγές, όλα σχεδόν τα ποιήματα της συλλογής. Ενδεικτικό λόγου χάρη είναι το ποίημα «1» στην πρώτη συλλογή («τα κουπιά σπασμένα / γδαρμένα τα παλαμάρια / κωπηλατούμε στ’ άβαθα ποτάμια […] σκύβουμε πάνω από οστά / λέπια και πτερύγια […] αποκοιμόμαστε / και κανείς δεν μας σκέφτεται / μέσα σε θροΐσματα / πριν το μεγάλο χιόνι / σκεπάσει τα μαλλιά μας…», σ. 12). Από τη δεύτερη συλλογή, δειγματοληπτικά και μόνο αναφέρουμε το ποίημα «στιγμή δέκατη» όπου διατυπώνεται επιγραμματικά το πεπερασμένο του ανθρωπίνου βίου και η ματαιότητά του (με απόηχους από το γνωστό βιβλικό «άνθρωπος, ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού»). Εδώ υπογραμμίζεται το αναπότρεπτο της μοιραίας ήττας του ανθρώπου («φεύγουμε σαν το όνειρο / ξεστρατίζουμε σαν λωρίδα φωτός / απ’ τη χαραμάδα του χρόνου / αποχωρώντας απ’ τη σκηνή / με φωνή αλαργινή / και δειλές φλόγες», σ. 40) – εικόνα που επίσης θυμίζει το σαιξπηρικό «όλος ο κόσμος μια σκηνή». Αξιο μνείας είναι, ακόμη, το ποίημα «στιγμή δωδέκατη», στο οποίο εκφράζεται εμμονικά όχι μόνο το αδιέξοδο της ζωής αλλά, κυρίως, οι ψευδαισθήσεις του ανθρώπου («να πιαστούμε από αλήτες / συννεφιασμένους / πασχίζουμε / που τα παίζουν όλα για όλα / με άδεια μπουκάλια βλέμματα στον ουρανό / να κατεβάσει το όποιο μάννα») ιδίως όταν η ήττα είναι προδιαγεγραμμένη, με αποτέλεσμα όλα να είναι οριστικά και αμετάκλητα χαμένα («να διαβούμε σε ρυάκια / με βάρκα βομβαρδισμένη / αίμα ξερό και χαλασμένο», σ. 42). Πιο οδυνηρό όμως για τον ποιητή – πέρα απ’ την ανημπόρια του ανθρώπου να υπερβεί τη μοίρα, τη μοναξιά και τη μηδαμινότητά του σ’ ένα κατά τα άλλα αφιλόξενο, αν όχι εχθρικό, σύμπαν – είναι το γεγονός ότι έχει απόλυτη επίγνωση αυτής της απέλπιδας κατάστασης («η σιγανή φωνή μας / τιτίβισμα σπουργιτιού / που δεν ήρθε με χέρια / ολόλευκα κλαίει τη νύχτα / πίσω από καθρέφτες» [«στιγμή δέκατη τρίτη»], σ. 43). Τη δυστυχία αυτή επιχειρεί απεγνωσμένα να αντισταθμίσει, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση μιας ευτελούς διασκέδασης, όταν ο άνθρωπος «συνωστίζεται / σε χοροπηδάδικα ευκαιρίας / για μια στιγμή υπόληψης» (ό.π.) – αντίδραση που όμως επιδεινώνει τον εξευτελιστικό ξεπεσμό του.
Απ’ τις βασικότερες αιτίες της κακοδαιμονίας του ανθρώπου (του ανικανοποίητου, της άνευ νοήματος ζωής του, καθώς και της γενικότερης παρακμής του) ο ποιητής θεωρεί την αλματώδη τεχνολογική εξέλιξη. Διότι η τελευταία έχει αλλοιώσει και φαλκιδεύσει την ιερότητα και αυθεντικότητα της ύπαρξης, εκφυλίζοντάς την με τις άφρονες και ανισόρροπες επιλογές του, όπως καταδεικνύει το ποίημα «απόπειρα έβδομη» («ούτε ισορροπίες / στους λεπτοδείκτες / μόνο γεννήσεις / στα σκοτάδια / στους πίσω δρόμους», σ. 53). Έτσι οι άνθρωποι, αντί για γνήσιοι εραστές της ζωής, οδηγούνται στην «εκκωφαντική απομόνωση» και καταντούν, μοιραία, «ξεγελασμένοι εραστές των φαντασμάτων» (ό.π.). Αποτέλεσμα: αντί η θεαματική επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος να είναι προς όφελος του ανθρώπου, αποβαίνει τελικά εις βάρος του, λειτουργώντας ως μπούμερανγκ, καθώς τον εκτοπίζει στο περιθώριο της ύπαρξης. Το πιο εύγλωττο δείγμα αυτού του εκφυλισμού είναι η διαδεδομένη ρομποτοποίησή του η οποία λαβαίνει επιδημικές διαστάσεις, κυρίως στους απάνθρωπους χώρους εργασίας. Εκεί η ανθρώπινη υπόσταση δοκιμάζεται ανελέητα, καθώς ο άνθρωπος δεν αποτελεί παρά ένα ακόμα γρανάζι, ένα εξάρτημα στην όλο και πιο μαζικοποιημένη βιομηχανική παραγωγή και δη σε «προκρούστεια κρεβάτια». Εξού και η εξουδετέρωση οποιασδήποτε «υπόληψής» του, όπως τόσο δηκτικά και παραστατικά αντικατοπτρίζει το ποίημα «στιγμή πέμπτη» («πότε ακίνητοι / πότε τρεμάμενοι / σε μέρη που λέγονται / χώροι εργασίας / κραυγές αργόσυρτες / φωνές ταλαιπωρημένες / έρμαια άνωθεν αποφάσεων / σε προκρούστεια κρεβάτια», σ. 35). Διόλου περίεργο λοιπόν που ο εκ-πολιτισμός του ανθρώπου, μέσω της τεχνολογίας, αντί να τον εξανθρωπίζει, τον καταδυναστεύει μεταμορφώνοντάς τον σε ζωντανό νεκρό – πράγμα που κάνει τον ποιητή να εξανίσταται με το ρητορικό ερώτημα [στο ποίημα «στιγμή έκτη»]: «πότε θα ανασηκωθούμε / από τον ανοιχτό μας τάφο / που έχει τη μορφή / σελιλόιντ ακρόασης» (σ. 36). Έτσι, το μόνο που απομένει στον άνθρωπο είναι να αυτοοικτίρεται, συνειδητοποιώντας την αξιοθρήνητη κατάστασή του – η οποία επιβεβαιώνει την προφητική ρήση του Φρόιντ ότι, τελικά, η καταστροφή του ανθρώπου θα είναι ο πολιτισμός που ο ίδιος εξέθρεψε.
Όλα τα παραπάνω, με επίκεντρο τον άκρατο πεσιμισμό, ως απόρροια της υπαρξιακής αγωνίας και των παρεπόμενων «δραμάτων» (τού «γιατί ζει / κι άλλα δράματα» [«απόπειρα δέκατη τρίτη»], σ. 59) επόμενο είναι να οδηγούν αναπόδραστα σε κάποιους μικρής κλίμακας, πλην έκδηλους απόηχους της μεταπολεμικής μας «ποίησης της ήττας» (όπως αντικατοπτρίζουν οι στίχοι του ποίηματος «9»: («οι καιροί πιο γκρίζοι / όσοι ήσαν χθες επαναστάτες / σίγουρα είναι δυο φορές γεροντότεροι», σ. 19). Η ήττα, ωστόσο, σημασιολογικά, παραπέμπει κυρίως στην υπαρξιακή και λιγότερο στην πολιτική εκδοχή της, όπως καταφάσκει το ποίημα «απόπειρα όγδοη» («τρέχεις χαμένος / σαν σκυλί / σε διόδους διαφυγής / να αποτρέψεις / τα μαρμαρωμένα δάση / όπου ο χρόνος / ακινητοποιείται / βαδίζεις πλέον / στα μονοπάτια της ήττας», σ. 54).
Ως συνέπεια της υπαρξιακής παθογένειας και ήττας, αναδύεται, ενίοτε, αλλά ευδιάκριτα, μια παράλληλη μηδενιστική διάθεση η οποία ενσαρκώνεται, κορυφούμενη, σε ποιήματα όπως π.χ. το «9» («το κρανίο ξεθάβεται στο τσιμέντο / καθένας αγαπάει πιο πολύ τον εαυτό του // τα χέρια σπασμένα εμπόδια στην πόρτα / κρατητήρια κάπου με μάτια πληγές / ωχρά φεγγάρια στην αγάπη που πεθαίνει //άδεια όλα / μίσος απροσμέτρητο / οι καιροί πιο γκρίζοι», σ. 19). Συνακόλουθα, αυτή η μηδενιστική προοπτική, στάση και πορεία του ποιητή, αφού διανύσει πρώτα τα ενδιάμεσα στάδια της παρακμής του ανθρώπου (που αποτυπώνονται κυριολεκτικά στο ποίημα «απόπειρα πέμπτη» («δεν υπάρχουν ψηλά βουνά / εδώ στην περιοχή μας / όλα είναι επίπεδα / λεία») ολοκληρώνεται σηματοδοτώντας τον επικείμενο αφανισμό του ανθρώπου – ως τελικό προορισμό κι έκβαση – καθώς απουσιάζει το ζήδωρο στοιχείο της αγάπης που συνέχει την καθαυτή πεμπτουσία της ζωής («και ψυχορραγούν / ανυπεράσπιστα / δεν υπάρχει άνθρωπος / να τα χαϊδέψει / για να επιβιώσουν» [«απόπειρα πέμπτη»], ό.π., σ. 51).
Αντίβαρο σ’ όλη την προηγηθείσα εσχατολογική περιρρέουσα ατμόσφαιρα, που θυμίζει επικείμενη συντέλεια, ο ποιητής αντιπαραβάλλει την θαυματουργική ιδιότητα του λόγου και δη του ποιητικού ως μοναδικό όπλο αντίδρασης και αντίστασης. Εξαρχής ο ποιητής, στη συλλογή του, δεν παραλείπει να εξάρει το λυτρωτικό ρόλο της (ποιητικής) γλώσσας ως μόνης σανίδας σωτηρίας, όπως παρατηρεί στο ποίημα «15» («λόγια που φτεροκοπούν / σωσίβιο στη γλώσσα») όσον αφορά την «αίσθηση ασυνέχειας» («στις ατέλειες του κόσμου» και «στο άπειρο του χάους», καθώς (η ποιητική γλώσσα) είναι το μόνο μέσον με το οποίο οι λέξεις «συνθέτουν μεστές ιστορίες / παρηγορώντας κι αγκαλιάζοντας» (σ. 26). Δεν συμβάλλουν όμως μόνο σ’ αυτό. Πέρα απ’ την παραμυθία που προσφέρουν, διορθώνουν επίσης τις «ατέλειες του κόσμου» με τα «υλικά παραμυθιών» που γητεύουν τις αισθήσεις, διαιωνίζοντας τις ιστορίες και περιπέτειες της ανθρωπότητας στο αέναο («ήρωες οι ψυχές / των μαγικών πλασμάτων / με σκιρτήματα πλανεύουν τις αισθήσεις / ελευθερώνουν αιχμαλωτίζοντας / πάθη σε καταιγίδες / μοιάζουν με ύμνους / αφηγήσεις άξονες ιστοριών / περνάνε και πληθαίνουν / από γενιά σε γενιά / όπως οι θητείες στο αέναο…», σ. 26-7).
Η μαγική ιδιότητα του (ποιητικού) λόγου αντανακλάται και στο ποίημα «11» όπου ο ποιητής, στο ρόλο τού υποβολέα, επιδίδεται σε μια σειρά προσταγών προς τον εαυτό του: 
«Τους τραχείς αιώνες / να απαλύνεις // τ’ αφρούρητα όνειρα / να εξαργυρώσεις / με αγάπες / στη δύσβατη ζωή // τα γυμνά πόδια / των ρακένδυτων / να ντύσεις / με ρόδινες φλόγες / σε ήλιο ελεύθερο // ο πύρινος χορός / να συνεχιστεί // η ιριδίζουσα αυγή / ν’ αντιστέκεται στην πέτρινη / πηγή του λόγου» (σ. 21). Η υλοποίηση των παραπάνω προσταγών θα ήταν ανθρωπίνως αδύνατη χωρίς τη διαμεσολάβηση της παντοδύναμης «πηγής του λόγου» ο οποίος, ούτως ή άλλως, ενέχει μεταφυσικές διαστάσεις, όπως άλλωστε επιβεβαιώνει κατηγορηματικά και η ευαγγελική ρήση: «Εν αρχή ην ο λόγος, και ο λόγος ην προς τον θεόν, και θεός ην ο λόγος» (Ιωάν. 1,1). Αυτή η καταφυγή – ή σωστότερα η απαντοχή – στην ποίηση ως μόνης διεξόδου, παρηγοριάς και ανακούφισης, είναι επιτακτική διότι υποστασιοποιεί την ταυτότητα του υποκειμένου («Το άγραφο κρυπτογραφεί / τ’ όνομά σου» [ποίημα «9»], σ. 19). Κι εδώ έχουμε έναν έμμεσο πλην σαφή υπαινιγμό στις μαγικές όσο και απόκρυφες, παραμυθητικές ιδιότητες της ποιητικής γραφής – έστω κι αν πρόκειται για εφήμερη παρηγοριά/ανακούφιση, όχι μόνο επειδή στη ζωή τίποτα δεν είναι μόνιμο και διαρκές αλλά κι επειδή ο άνθρωπος «στο φως πλέει / με δάχτυλα από κερί» (ό.π.).
Ένα άλλο καταλυτικό πλεονέκτημα που προσφέρει η ποίηση στον μειονεκτούντα αδύναμο άνθρωπο, είναι το γεγονός ότι μέσω της ποιητικής αλχημείας καθίσταται εφικτός ο φιλοσοφικός προβληματισμός, αναφορικά με το όλο μυστήριο (τη μαγεία αλλά και το άχθος) της ύπαρξης, που οδηγεί στην αυτογνωσία και, τέλος, στο συμβιβασμό με τα όποια δεινά της. Εξού και στο ποίημα «4» διαπιστώνουμε ότι ο ποιητής δεν καταφεύγει στον αποφθεγματικό λόγο προκειμένου να προβεί σε μια κοινότοπη διαπίστωση, αλλά σε μια χρήσιμη άσκηση αυτογνωσίας. Η τελευταία δεν αποτελεί παιγνιώδες ευφυολόγημα, αλλά ουσιώδες στήριγμα επιβίωσης, με την υπέρβαση των απαριθμούμενων αντιξοοτήτων («Οι λυγμοί», «οι απελπισίες», «οι αρρώστιες», «τα χρέη», «τα δανεικά» [ποίημα «4»], σ. 14) αφού όλα αυτά «είναι αρχέγονα», που σημαίνει σύμφυτα της ανθρώπινης ύπαρξης ή «του εαυτού μου», όπως παρατηρεί. Είναι δηλαδή ένα modus vivendi που του επιτρέπει να συμβιβαστεί και συμπορευθεί με τις αντιξοότητες της ζωής. Αυτός ο συμβιβασμός συντελείται μέσω της αυτοπαρωδίας του ποιητικού λόγου, δια του προσφιλούς τεχνάσματος των αντιθέσεων-αντιφάσεων, όπως καταφάσκει το καταληκτικό δίστιχο: «κι έτσι δεν μπορεί να βουβαθεί [σημ.: ο «εαυτός» του] / με σκόρπιες λέξεις» (ό.π., σ. 14) – υπαινισσόμενος ότι οι όποιες αντιξοότητες αποτελούν ευκαιρία προβληματισμού, γνώσης και αυτογνωσίας.
Τέλος, το παράδοξο στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι, μολονότι η δυστυχία της ύπαρξης (με τις «πριονισμένες ελπίδες / για όποιο θαύμα» και «την πλήρη επιβολή της ξηρασίας» [ποίημα «14»], σ. 24-5) απορρέει κυρίως από τον «πόνο», ως απότοκο ανίατων ασθενειών («γιατί κανείς γιατρός / δεν θεραπεύει ανίατες ασθένειες / μόνο άδηλες ψευδαισθήσεις / που βρίθουν κυνισμό», ό.π.), η μόνη σημαντική αποζημίωση για την κατάρα του «υπέρτατου πόνου» είναι η πολύτιμη «γνώση [που] απορρέει / από τον υπέρτατο πόνο» (ό.π.). Το ακόμη παραδοξότερο όμως είναι ότι, εδώ, ο πόνος λειτουργεί ως ένα είδος ομοιοπαθητικής, αφού κι όταν ακόμη «δεν είναι εύκολο να γράφεις για τον πόνο / ενώ πονάς αφόρητα», τουλάχιστον μπορείς να επιδίδεσαι στην «εξύμνηση της απώλειας δέους» (ό.π.), αντιστρέφοντας και μεταμορφώνοντας έτσι την οδύνη σε ηδονή. Τουτέστιν, ο τρώσας και ιάσεται.
Από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της ποίησης του Τρωαδίτη θεωρώ το αυτοαναφορικό της στοιχείο – δηλαδή τη θεματική ενασχόλησή του με τους προβληματισμούς γύρω από τη ίδια την ποιητική τέχνη και τις παραμέτρους της. Καθόλου τυχαίο, άλλωστε, που από το πρώτο κιόλας εισαγωγικό του ποίημα «1» γίνεται σαφής υπαινιγμός στην ποιητική διαδικασία, με αναφορά στη «λάσπη της δημιουργίας» («Οι νεκροί στις κοιλάδες / δεν ξεχνιούνται / ούτε η λάσπη της δημιουργίας / που πέφτει στο κενό», σ. 11). Μολονότι εκ πρώτης όψεως δίνεται η εντύπωση ενός αντιφατικού σχήματος (εξαιτίας της τεχνικής των αντιθέσεων που αρέσκεται να χρησιμοποιεί ευρέως ο ποιητής), τελικά δεν υπάρχει αυτοαναίρεση όσον αφορά τη χρησιμότητα της ποίησης, όταν αναφέρεται στη «λάσπη της δημιουργίας / που πέφτει στο κενό»). Τουναντίον, τονίζεται και αιτιολογείται γιατί «η λάσπη της δημιουργίας» δεν μπορεί να ξεπέσει στη λήθη ή την αχρηστία, όπως επιβεβαιώνει η καταληκτική στροφή («Τα τραγούδια της αναμονής / δεν είναι ανώφελα / καθώς το λάδι / στη μηχανή του κόσμου / δρασκελάει τους αιώνες / ως άλλη καλπάζουσα αγωνία / να αναδυθεί η ανατολή της σκέψης», ό.π.). Έτσι, εδώ έχουμε την αντιπαραβολή αίτιου-αιτιατού που αποσαφηνίζει το τελικό αποτέλεσμα, αφού η «ανατολή της σκέψης» προϋποθέτει τη «λάσπη της δημιουργίας».
Ωστόσο, το καλύτερο και αντιπροσωπευτικότερο δείγμα τής εν λόγω αυτοαναφορικότητας εντοπίζεται στο ποίημα «7», καθώς εκφράζει ανάγλυφα τον πυρήνα των προβληματισμών του ποιητή. Συγκεκριμένα, την αγωνία, το άγχος και άχθος των δυσκολιών της ποίησης («Να ψάχνεις τις λέξεις / να τις ταιριάξεις στον αφρό / του σκοταδιού τεράστιο φορτίο», σ. 17) αλλά και την άφατη ανταμοιβή που προσφέρει στο δημιουργό της («το σπρώχνεις μπροστά σου / κι αντί για τους τροχούς / ακούς ν’ αναστενάζουν τα πουλιά», ό.π.). Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι κάποιος θα σταθεί τυχερός να τρυγήσει απειροελάχιστα, έστω, ψήγματα στίχων, παρά τις όποιες αντιξοότητες του εγχειρήματος («οι στίχοι ψαρεύονται / κι ας μας βρίζουν τα ρυάκια», ό.π.) δηλαδή «μια λεξούλα» («άλλοτε είμαστε τυχεροί / άλλοτε αγκομαχάμε / να αλιεύσουμε μια τόση δα λεξούλα», ό.π.). Προφανώς ο ποιητής έχει απόλυτη επίγνωση των δυσχερειών της τέχνης του, η συνειδητότητα των οποίων όμως δεν τον αποθαρρύνει απ’ το να συνεχίσει την προσπάθεια, προκειμένου να γευθεί τη σαγήνη της ποίησης – που είναι, άλλωστε, και η μόνη του αποζημίωση. Πράγμα που διαπιστώνεται αλάνθαστα και στο ποίημα «απόπειρα πρώτη» όταν διατείνεται: «κάθε απόπειρα σκέψης / […] κάθε κίνηση στο άπειρο / […] κάθε έμπνευση στα κενά διαστήματα / περιέχει όλες τις γητειές του κόσμου» (σ. 47).
Εν κατακλείδι: Η ποίηση του Τρωαδίτη έρχεται να επιβεβαιώσει τη ρήση του Φερνάντο Πεσσόα ότι «η λογοτεχνία είναι μια απόδειξη ότι η πραγματικότητα δεν αρκεί» – άποψη που αντανακλάται ανάγλυφα στο στίχο «η πραγματικότητα είναι άλλη» ([«απόπειρα δέκατη πέμπτη»], σ. 61). Αυτή την οπτική της «άλλης πραγματικότητας» (της συνήθως σκληρής και ανυπόφορης, πλην μυστηριώδους και μαγικής) μας προσφέρει ως τίμιο δώρο ο Τρωαδίτης μ’ αυτή τη σεμνή αλλά καθ’ όλα επιβλητική (και τυπογραφικά καλαίσθητη) πρώτη ποιητική συλλογή του. Μέσα από έναν άψογα φροντισμένο και καλοδουλεμένο ελεύθερο στίχο (καθόλου εύκολη υπόθεση, ομολογώ) επιχειρεί τη συμπαντική ενατένιση όσο και (ανα)σύνθεση ενός παράλογου, κατακερματισμένου (εσωτερικού κι εξωτερικού) κόσμου, καθώς αιωρείται «μέσα σε ανεπαίσθητα / θραύσματα χρόνου» ([απόπειρα δέκατη έκτη»], σ. 62). Η σύλληψη και αποτύπωση αυτού του «άλλου» οράματος του κόσμου, διεξάγεται μέσω μιας αντίστοιχης βασανιστικής θραυσματικής γραφής («ο ήλιος βασανιστικός / η γραφή θραυσματική» ([απόπειρα εικοστή δεύτερη»], σ. 68).
Ο Τρωαδίτης – ευτυχώς – δεν ανήκει στη συνομοταξία των εύκολων, αβασάνιστων ποιητών «εκ του προχείρου». Ούτε βέβαια και απευθύνεται σε αμύητους και άσχετους αναγνώστες, αλλά σε λίγους κι εκλεκτούς. Γνωρίζοντας, προφανώς, τη ρήση του μεγάλου Μπόρχες ότι «οι επαρκείς αναγνώστες είναι τόσο σπάνιο είδος όσο και οι μαύροι κύκνοι…», δεν φοβάται να ανήκει σ’ αυτή τη συνομοταξία των δυσνόητων, «κρυπτικών» ποιητών που χρησιμοποιούν μια «συνωμοτική γλώσσα», για να μεταχειριστώ την ορολογία του Δημήτρη Στεφανάκη. Γιατί, όπως παρατηρεί ο τελευταίος σ’ ένα πρόσφατο έξοχο βιβλίο του, «Ο ποιητής θυμίζει κάποιον που θέλει να περάσει το ποτάμι και δεν φροντίζει να πατήσει από πέτρα σε πέτρα αλλά επιχειρεί με μία και μόνη δρασκελιά να φτάσει στην αντίπερα όχθη. [Εξού και] Ο τρόπος που η μοντέρνα ποίηση συνδέει απομακρυσμένες μεταξύ τους έννοιες μας γοητεύει κι άλλο τόσο μας δυσκολεύει» («Πώς η λογοτεχνία σού αλλάζει τη ζωή», εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα 2016, σ. 112).
Εδώ ακριβώς όμως έγκειται και η πρωτοτυπία και γοητεία της ποίησης του Τρωαδίτη: στο ότι δεν έχει πέσει θύμα στις Σειρήνες της ευκολογραφίας/προχειρογραφίας, όπως τόσοι και τόσοι δήθεν ποιητές και λογοτέχνες. Γιατί το πρόβλημα, σε τελική ανάλυση, δεν είναι τόσο οι ποιητές όσο – κυρίως – οι αναγνώστες, όπως πειστικά επεξηγεί ο Στεφανάκης: «Ο αντιληπτικός κώδικας των αναγνωστών […] ακολουθεί τα μικρά ασφαλή βήματα της λογικής μεθόδου. Αδυνατεί να παρακολουθήσει τις τολμηρές πτήσεις της ποιητικής σκέψης. […] Είναι φορές που νιώθεις πως έχεις να κάνεις με παράνομους, οι οποίοι συνομιλούν ερήμην μας. Η διαταραγμένη σχέση μας με την ποίηση προκαλεί αμηχανία και όχι άδικα. Όσο θα επιζητούμε να κατακτήσουμε τα πάντα με τη σιδηρόφρακτη λογική μας, θα παραμένουμε δύσπιστοι και απρόθυμοι σε ό,τι υπερβαίνει την αντιληπτική μας ικανότητα. Θα είμαστε εχθρικοί με τη δημιουργία που αρνείται να πάει με τα νερά μας…» (ό.π., σ. 112-13).
Όπως διατείνεται ο μεγάλος Ινδός φιλόσοφος και πνευματικός γκουρού Osho, «μόνο το ψεύτικο και το αβέβαιο δημιουργούνατι γρήγορα, όπως στην αλυσίδα συναρμολόγησης. Ενώ για κάτι αληθινό χρειάζεται χρόνος». Ο Δημήτρης Τρωαδίτης είναι ένας σεμνός, χαμηλών τόνων άνθρωπος και ποιητής που απεχθάνεται την αυτοπροβολή, αν και ασχολείται επί δεκαετίες, αθόρυβα, με την ποίηση. Γι’ αυτό και το έργο του δεν είναι κίβδηλο προϊόν απομίμησης, αλλά γνήσιο και αυθεντικό, με ένα ευδιάκριτα προσωπικό στίγμα. Πρόκειται για έναν εμφανώς ψαγμένο δημιουργό, τον οποίο η ποιητική τέχνη τον έχει προβληματίσει και παιδέψει πολύ. Τα αποτελέσματα είναι απτά στην υπό εξέταση συλλογή. Με την τελευταία ο Τρωαδίτης – αν δεν απατώμαι – έρχεται, έστω και κάπως καθυστερημένα, να εγγράψει σοβαρές υποθήκες για το μέλλον. Αν μη τι άλλο, η περίπτωσή του αξίζει οπωσδήποτε να προσεχτεί ευρύτερα.

(Σημ.: Θερμές ευχαριστίες στον ποιητή Δημήτρη Τρωαδίτη που μου χάρισε την ποιητική συλλογή του «Η μοναξιά του χρόνου» με μια θερμή αφιέρωση και, βέβαια, για την προτροπή μου να την εκδώσει. Καλοτάξιδη!)
Ο Δρ. Γιάννης Βασιλακάκος είναι πανεπιστημιακός, διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Μελβούρνης, και συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο τιτλοφορείται: «Τα Αμαρτύρητα: Σχέδιο Βιογραφίας του Βασίλη Βασιλικού» (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016).

Χειμωνιάτικα τραγούδια των Ινδιάνων

winter

Να το χιόνι, ρο – ρανι!
Να το χιόνι, ρο – ρανι!
Να ο δρόμος των ψυχών!

Λέει ένα από τα τραγούδια του “Χορού των Φαντασμάτων”, μιας μυστικής ιεροτελεστίας των Iνδιάνων με στίχους που ήταν ακατανόητοι στους αμύητους. Ο “Χορός των Φαντασμάτων” ξεκίνησε από τη φυλή των Αραπάχο, διαδόθηκε σε μια σειρά από φυλές όπως οι Σιου, οι Σαϊέν, οι Παϊούτι και στο τέλος πήρε εθνικό χαρακτήρα, αφού οι φυλές ενώθηκαν γύρω από αυτόν, μέχρι που οι Αμερικάνοι λευκοί τον απαγόρεψαν. Σύμφωνα με το ιστορικό του συγκεκριμένου τραγουδιού, ένας μάγος, ο βοσκός Γουοβόκα “αρρώστησε” την ώρα μιας έκλειψης του ήλιου και είδε ένα όραμα που τον έκανε προφήτη των Ινδιάνων. Στο όραμά του ανέβηκε στον ουρανό όπου ο θεός του έδωσε το χορό για να τον πάει στον λαό του μαζί με συμβουλές ειρηνικής συνύπαρξης. Αν εκτελούσαν τον χορό κάθε τόσο γιο πέντε μέρες ο χαμένος βούβαλος θα ξαναγύριζε στις πεδιάδες και μια νέα γη, λευκή σαν σκεπασμένη από χιόνι θα ξαναρχόταν. Το χιόνι έπαιζε σημαντικό ρόλο στη ζωή των αυτόχθονων κατοίκων της Αμερικής, όπως φαίνεται σε ένα άλλο τραγούδι συμπαθητικής μαγείας:

Χιόνι, έλα, πολύ, για να ΄ναι άφθονο νερό,
σαν έρθει καλοκαίρι.
Πάγε, έλα, σκέπασε τα χωράφια,
να δώσει άφθονη σοδειά η σπορά.
Ας είναι όλες οι καρδιές ευτυχισμένες…

Ο χειμώνας, ειδικά για τους κατοίκους των πιο βόρειων περιοχών, ήταν εξαιρετικά δύσκολος και μακρύς, η μόνη τους συντροφιά τη νύχτα ήταν ο έναστρος, καθαρός ουρανός, όπως βλέπουμε στο παρακάτω τραγούδι των ιθαγενών Εσκιμώων:

Ε, άστρο εκεί πάνω,
εσύ που κοιτάς από κει πάνω,
τα δάχτυλα σου εκεί πάνω,
δεν πιάστηκαν γρήγορα,
δεν πλέχτηκαν σφιχτά.

Έπεσε κάτω και δεν άγγιξε,
χωρίς διόλου αντίκρυ του ν’ αγγίξει
– δεν άγγιξε.

Ένα ακόμα τραγούδι που ανήκει στον κύκλο του “Χορού των Φαντασμάτων” εκφράζει τον θαυμασμό τον ινδιάνων για τον νυχτερινό ουρανό:

Απάνω εσύ κι εγώ θα πάμε·
στο μάκρος του Γαλαξία εσύ κι εγώ θα πάμε·
στο μάκρος του χναριού των λουλουδιών εσύ κι εγώ θα πάμε·
κόβοντας λουλούδια στο δρόμο μας…

Πολλά τραγούδια περιγράφουν το παγωμένο τοπίο που αντίκριζαν κάθε μέρα οι Ινδιάνοι του βορρά :

Κοιτάω κατά το νότο το ψηλό Βουνό Κουνάκ,
Κοιτάω τα σύννεφα που μαζεύονται γύρω του·
μελετάω τη φωτεινή τους λαμπρότητα·
γύρω απλώνονται πάνω απ’ το ψηλό Κουνάκ·
σκαρφαλώνουν τα θαλασσινά πλευρά του·
δες πώς γλιστρούν κι αλλάζουν·
κοίτα τα εκεί κατά το νότο·
πως το’ να ομορφαίνει τ’ άλλο·
πως ανεβαίνουν τις νότιες πλαγιές του,
κρύβοντάς το απ’ την αγριεμένη θάλασσα…

Τα στοιχεία της φύσης, όπως ο άνεμος του χειμώνα, συχνά προσωποποιούνται στην ποίηση των Ινδιάνων όπως συμβαίνει σ’ αυτό το κομμάτι:

Με λήστεψε ο άνεμος,
μου λήστεψε ο άνεμος το σκέπασμα μου.

Αυτό μονάχα είχα γλυτώσει,
μου λήστεψε ο άνεμος το σκέπασμα μου.

Μόνο που δε μπορούσα με το χέρι να το πιάσω·
το σκέφτηκα μα δε μπορούσα με το χέρι να το πιασω…

Με λήστεψε η άθλια φώκια με τα γένια,
μου λήστεψε του καμακιού μου το σκοινί.

Αφού κι οι κυνηγοί της φώκιας δε μπορούσαν τίποτα να πιάσουν,
κι εγώ δεν έριξα με το σκοινί του το καμάκι.

Αφού κι οι κυνηγοί της φώκιας δε μπορούσαν τίποτα να πιάσουν,
περίμενα και το καμάκι μου με το σκοινί έμπηξα γερά.

Στον άνεμο και στα στοιχεία της φύσης αναφέρεται κι ένα άλλο τραγούδι μύησης των εφήβων που έμπαιναν στην κοινότητα ύστερα από κάποια ηλικία. Ο έφηβος έπρεπε να νηστέψει για μερικές μέρες προκειμένου να έρθει σε επαφή με το φυλακτήριο πνεύμα του. Κάθε Ινδιάνος είχε ένα προσωπικό τραγούδι σαν αυτό:

Ας γύρναγα τη νύχτα,
ας γύρναγα ενάντια στους ανέμους…
ας γύρναγα όταν φωνάζει η κουκουβάγια.

Ας γύρναγα μες την αυγή,
ας γύρναγα ενάντια στους ανέμους,
ας γύρναγα μες την αυγή,
ας γύρναγα όταν κράζει ο κόρακας.

Ένα ακόμα μικρό τραγοούδι για τον άνεμο από την φυλή Τσιπάγουα:

Ο άνεμος,
μονάχα
αυτόν φοβάμαι.

Οι ατέλειωτες μέρες και νύχτες του χειμώνα όμως ήταν και χρόνος αναπόλησης των κυνηγιών του καλοκαιριού. Ένα από τα πιο όμορφα σχετικά τραγούδια είναι αυτό “Του ελαφιού με την μαύρη ουρά” που έτρεχε κοντά στα “μαγικά σπίτια”, τα ερείπια δηλαδή του παλιού οικισμού Pueblo, που θεωρούνταν από τους μεταγενέστερους ιθαγενείς κατοικία των θεών:

Κάτω στα μαγικά σπίτια, κάτω στα μαγικά σπίτια
φυσούν οι άνεμοι και από τα κέρατα και τ’ αυτιά μου
μαζεύτηκαν δυνατότεροι.

Εκεί κάτω έτρεξα τρέμοντας. Εκεί κάτω έτρεξα τρέμοντας
γιατί τόξα και βέλη με κυνηγούσαν, πολλά τόξα
ήταν στ’ αχνάρια μου.

Το κυνήγι ήταν ζωτικής σημασίας για τους αυτόχθονες Ινδιάνους κι ήταν επόμενο τα καλύτερα τους τραγούδια να μιλούν γι’ αυτό. Ένα τέτοιο τραγούδι είναι το “Τραγούδι του κυνηγού” των Τσιπέγουα:

Από μακριά τρέχει
με τ’ άσπρα του ποδάρια
μέσα στους θάμνους.

Από κοντά τρέχει
με τα ρουθούνια του ανοιχτά
πάνω στο γυμνό χώμα.

Η άσπρη ουρά σκαρφαλώνοντας
μοιάζει σα γραμμή πάνω στους βράχους.
Η μαύρη ουρά προχωρώντας
μοιάζει σα ράγισμα στους βράχους.

Απόστολος Σπυράκης

Σημ.: Oι μεταφράσεις είναι του Λευτέρη Σκαρτσή από τις εκδόσεις Καστανιώτη και της Ειρήνης Βρη από τις εκδόσεις Οδός Πανός.

*Αναδημοσίευση από το http://stigmalogou.blogspot.com.au/2017/02/blog-post_10.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)

indian2