Μια ποιητική του βλέμματος – Συνέντευξη του Σωτήρη Παστάκα στον Μασιμιλιάνο Νταμάτζιο

Ο Σωτήρης Παστάκας

-Πριν ένα περίπου χρόνο, σ’ ένα βιβλιοπωλείο της Αθήνας, γιόρτασες την επέτειο του Poiein.gr, της ιστοσελίδας της οποίας είσαι ο ιδρυτής. Γιατί δημιουργήθηκε; Τι αντίκτυπο νομίζεις ότι είχε στο πανόραμα της ελληνικής ποίησης; Σε τι διαφοροποιείται από τ’ άλλα;

-Η αναμφίβολη επιτυχία του «Ποιείν», οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι κατάφερε ν’ ανακατέψει την τράπουλα και να δυσκολέψει, σε μεγάλο βαθμό, τα στημένα παιχνίδια -ακαδημαϊκά κι εκδοτικά-, που πολλές φορές συμβαδίζουν και πάνε αλά μπρατσέτο. Ακριβώς αυτός ήταν κι ο λόγος της δημιουργίας του: έχοντας δουλέψει από το 1980 σε κάποια απ’ τα μεγαλύτερα, έντυπα, λογοτεχνικά περιοδικά όπως το «Δέντρο», το «Πλανόδιον» κ.α., διαπίστωσα στις αρχές του 2000, ότι είχαν εξαντλήσει τη δυναμική τους: πρότειναν, απλώς, ένα άρτιο κι άψογο τυπογραφημένο «τίποτα» κι έτσι άρχισα να διερευνώ τον ανορθόγραφο λόγο των πρώτων ιστολογίων που γεννιόταν εκείνη την εποχή. Η δέσμευσή μου, τότε και τώρα, είναι ότι θα «κλείσω» το σάιτ, αν τυχόν γίνουμε κι εμείς «Ακαδημία»… Η σημαντική διαφοροποίησή μας, είναι τα ανοιχτά σχόλια και το διαρκές «παιχνίδι» με τις αναρτήσεις, νομίζω.

-Σε μια συνέντευξη, προσδιόρισες τι είναι, κατά τη γνώμη σου, και τι δεν είναι ένας ποιητής: για παράδειγμα, δεν είναι ένας φιλόσοφος, δεν είναι ψυχολόγος…

-… κι ούτε ένας θεωρητικός της λογοτεχνίας, θα πρόσθετα. Για τον απλό λόγο πως, ό,τι μπορεί να γραφτεί σε πρόζα χωρίς να χάνει την αξία του, δεν είναι ποίημα, καθώς έλεγε κι ο αγαπημένος μου Ουμπέρτο Σάμπα. Φυσικά, ο ποιητής μπορεί να είναι ό,τι θέλει, από σύμβαση κι από βιοποριστική ανάγκη, αλλά αυτό δεν πρέπει να περνάει στα ποιήματά του.

-Είπες, σχετικά με τον Hirschman: «Μου άλλαξε τη ζωή». Εννοείς ακόμη κι από άποψη δημιουργίας; Εάν ναι, με ποιο τρόπο; Το λέω αυτό γιατί, η δική σου, είναι μια γραφή πολύ γραμμική και συναφής στην πορεία των χρόνων από το πρώτο σου κιόλας βιβλίο· δεν βλέπω «τραύματα», αλλά μια σταθερή εξέλιξη ενός σώματος που από παιδί γίνεται ενήλικας.

– Ο Τζακόνε, ο μεγάλος Τζακ, όταν τον γνώρισα στο Σαν Φρανσίσκο το 2003, ήταν πάμφτωχος μεν -έμενε σ’ ένα χώρο 20 τετραγωνικών μέτρων, που χρησίμευε για γραφείο, κρεβατοκάμαρα, τραπεζαρία και βιβλιοθήκη, για τις προσωπικές του ανάγκες έπρεπε ν’ ανεβοκατεβαίνει δυο ορόφους με τα πόδια, από τον τέταρτο στον δεύτερο, όπου του είχαν παραχωρήσει δωρεάν ένα w.c.- αλλά πανευτυχής και δημιουργικότατος δε. Εγώ ήμουν πλούσιος, μεγαλογιατρός, μπλοκαρισμένος σ’ έναν αποτυχημένο γάμο, όπως και στη γραφή μου (οι «Προσευχές για φίλους» που είχα ξεκινήσει να γράφω το 1995, είχαν βαλτώσει). Χάρη σ’ αυτή τη συνάντηση, που λειτούργησε ως ένα είδος Sartori για μένα, ξεμπλόκαρα σιγά-σιγά στην προσωπική μου ζωή κι απελευθερώθηκα και στο γράψιμο: μέχρι τότε είχα βγάλει τέσσερεις ποιητικές συλλογές όλες κι όλες, και τα επόμενα χρόνια, από το 2003 μέχρι σήμερα, τουλάχιστον άλλες δέκα.

-Κάθε φορά που συναντιόμασταν, ένιωθα μεταξύ φίλων, όχι μεταξύ ποιητών. Θέλω να πω ότι η ατμόσφαιρα, που εσύ και οι άλλοι δημιουργείτε, είναι πολύ διαφορετική από εκείνη που είθισται στην Ιταλία, πιο φιλική και χαλαρή.

-Ίσως επειδή η Ελλάδα είναι μικρή (γέλια). Η αλήθεια είναι πως γνωρίζουμε καλά την αξία ο ένας του άλλου και δεν υπάρχει χώρος για κομπασμούς και ψευτο-περηφάνιες. Αυτό δεν σημαίνει πως οι λογοτεχνικές έριδες και οι τσακωμοί δεν είναι καθημερινό φαινόμενο και σε μας. Απλώς, για να χαριτολογήσουμε, η δική μας παρέα απεχθάνεται τους σοβαροφανείς …

-Η πρώτη εντύπωση που είχα για σένα, είναι ότι είσαι ένα « συντροφικό ον», δηλαδή ότι, για σένα, το να μοιράζεσαι τη ζωή σου με τους άλλους είναι βασικό. Κι ότι αυτός ο χαρακτήρας-ανάγκη αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της ποίησής σου. Έτσι όπως μου φαίνεται ότι έχεις έναν χαρακτήρα διαθέσιμο κι ανοιχτό, όπως η ποίησή σου. Είναι σωστό ή κάνω λάθος;

-Βρίσκω εξαιρετικά αναζωογονητικό, για μένα, το να βρίσκομαι ανάμεσα σε κόσμο, να γνωρίζω ανθρώπους ξένους μεταξύ τους και να τους αφήνω να μιλάνε, έτσι ώστε να παίρνω τροφή απ’ τις κουβέντες τους. Τους παρατηρώ και τους ακούω, ακόμη κι όταν δείχνω αφηρημένος ή σκεπτικός. Έχεις απόλυτο δίκιο και συμφωνώ με την παρατήρηση σου, Μαξ.

-Κάποιες μέρες πριν, ένας ιταλός φίλος διάβασε κάποια από τα ποιήματά σου και μου έγραψε: «Ένας ποιητής, με καθαρή γραφή, ικανός να συμφιλιώσει το κοινό με την ανάγνωση, την καθημερινή ζωή, τα απλά πράγματα: τι θαυμάσιο ν’ αναγνωρίζεις επιτέλους τον εαυτό σου μες στους στίχους ενός ποιήματος, να μην χρειάζεται ν’ αναρωτιέσαι για τα κρυφά νοήματα!» Αυτό επιθυμείς ν’ ακούς να λέγεται; Ή θα επιθυμούσες κάτι άλλο;

-Το θεωρώ μεγάλο κομπλιμέντο. Ναι, αν πράγματι το πέτυχα, θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό. Θεωρητικώς, θα έλεγα πως είμαι υπέρ μιας «ποίησης που συμβαίνει», παρά οπαδός μιας «ποίησης που προκύπτει».

-Όμως η ποίησή σου είναι πράγματι τόσο απλή;

-Το πιο δύσκολο πράγμα είναι να μιλήσει κανείς απλά, γιατί κάποιος μπορεί εύκολα να γλιστρήσει στο απλοϊκό, το φλύαρο και το ανούσιο. Συνηθίζω να βάζω διάφορους βαθμούς δυσκολίας: παρηχήσεις, αριθμούς στίχων και ποιημάτων… μια ολόκληρη προσωπική Καμπάλα, επινοημένη από μένα τον ίδιο, μόνο και μόνο, για να μου δυσκολεύω τη γραφή. Πρέπει να ομολογήσω πως η γραφή για μένα είναι ο ύψιστος ψυχαναγκασμός.

-Σε ένα άλλο άρθρο του «Versante Ripido» παρουσιάζουμε ολόκληρη τη συλλογή «Συσσίτιο». Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από την τροφή με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Γιατί; Μου κάνεις μια σύντομη εισαγωγή στο «Συσσίτιο»;

-Με την οικονομική κρίση, αναμοχλεύθηκαν και αναδύθηκαν από το συλλογικό ασυνείδητο οι κυρίαρχοι φόβοι του ανθρώπου, όπως είναι η πείνα. Η τροφή δεν έπαψε ν’ αποτελεί ένα από τα πιο βασικά ένστικτα του ανθρώπου. Ένα άλλο είναι το σεξ και η αναπαραγωγή. Από την άλλη, με την οικονομική κρίση, ανακαλύψαμε ξανά τη συντροφικότητα και την αλληλεγγύη. Ας μην ξεχνάμε, πως η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου είναι πολιτική, προϊόν κι επιταγή του καπιταλισμού. Είναι, δηλαδή, το καπιταλιστικό σύστημα που πριμοδοτεί την ατομικότητα και τη μοναξιά του καθενός. Το «Συσσίτιο» γράφτηκε, εν αγνοία μου, πάνω σε αυτούς τους δύο άξονες: απ’ τη μια, το οικονομικό αδιέξοδο κι απ’ την άλλη, ως λύση στο φόβο τής πείνας, τη συλλογικότητα. Άκουσα από πολλούς, γιατί δεν έγραψα κι αυτό κι εκείνο! Γιατί η πείνα είναι αστείρευτη πηγή, απ’ την τραγωδία έως τις κωμωδίες του Τσάρλι Τσάπλιν και του Τοτό. Δεν ήθελα να κάνω διατριβή πάνω στο θέμα. 22 ποιήματα μου βγήκαν, συγγνώμη αν σας φαίνονται λίγα.

-Από αυτόν το κύκλο ποιημάτων, βγαίνει επίσης μια εικόνα του εαυτού σου λίγο “flaneur”. Ποιά και «πόσο» είναι η σχέση ανάμεσα σ’ εσένα και το περιβάλλον γύρω σου; Κι ως περιβάλλον εννοώ και τους ανθρώπους και τις απρόβλεπτες συνθήκες.

-Είναι αλήθεια πως, επειδή έφυγα πολύ μικρός από την «εστία», μου έχει γίνει έμφυτο το βλέμμα του πλάνητα και του νομάδα. Έχω αναπτύξει μια προσωπική φιλοσοφία αναχωρητισμού και, ως εκ τούτου, την ικανότητα να βλέπω την «ανθρώπινη κατάσταση», κατ’ επέκταση, με τα μάτια του μελλοθάνατου. Ένας μελλοθάνατος που αρπάζει βουλιμικά την κάθε στιγμή και το καλύτερο που μπορεί από τα άτομα που τον περιβάλλουν.

-Προφανώς, οι αναγνώστες περιμένουν να διαβάσουν τα σχόλια του ποιητή για την ελληνική κατάσταση. Μου φαίνεται ότι τα μεγάλα γεγονότα εισέρχονται στα γραπτά σου στη «μύτη των ποδιών». Αλλά γνωρίζω ότι έχεις μια σαφή πολιτική θεώρηση των πραγμάτων.

-Έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες από τη «στρατευμένη ποίηση», ένας ολόκληρος αιώνας. Το ποίημα-μανιφέστο δεν είναι το αγαπημένο μου είδος ποίησης. Επειδή και η πολιτική έχει γίνει πολύ πιο πολύπλοκη από πριν και τα πλοκάμια της απλώνονται παντού, έτσι πιστεύω πως, κι εμείς, έχουμε το χρέος να της απαντήσουμε με πολύ πιο ύπουλα μέσα: όχι μ’ ένα ποίημα που ζητά τη μετωπική σύγκρουση μαζί της, αλλά να την ξεγελάσουμε με κυκλωτικές κινήσεις, μέσα από πάρα πολλά ποιήματα και πάρα πολλούς ερωτικούς συντρόφους (γέλια).

-Το ποίημά σου που περισσότερο μ’ αρέσει είναι το «Ελλάδα Παπάκι», γιατί εκεί βρίσκω την Ελλάδα που υπήρχε, της οποίας αποτέλεσα μέρος της, που ακόμα υπάρχει κι αντέχει, και που είναι δύσκολο, αδύνατον θα έλεγα, να κοινωνήσεις σ’ όποιον δεν την έχει ζήσει. Είναι η αναστολή του χρόνου, όπου ο άνθρωπος μπορεί να έχει επίγνωση του εαυτού του; Και τι θα πρόσθετες, ή θ’ αφαιρούσες, σήμερα, σ’ αυτή τη δήλωση αγάπης;

Ελλάδα Παπάκι

Η Ελλάδα ταξιδεύει με σαράντα
Σαν το παπάκι στην παραλιακή.
Η μεγίστη δυνατή ταχύτητα
Συμπίπτει με τη δυνατότητα
Του ερωτευμένου βλέμματος:
Να καταγράφει, να χορταίνει,
Να θυμάται. Το φως στις ελάχιστες
Αποκλίσεις του, τον κυματισμό
Της θάλασσας και τη φορά του ανέμου.
Η Ελλάδα κι ο συνεπιβάτης της
Που την αγκαλιάζει, κλείνουν
Τα μάτια τους ταυτοχρόνως:
Δεν θα μάθει ποτέ τι ήταν
Αυτός για κείνη, ούτε κείνη
Πόσα πολλά της χρωστάει.
Χάρη στις χαμηλές ταχύτητες
Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα
Όπου το σούρουπο
Προς το Σούνιο, ή στην επιστροφή,
Μπορεί να διαρκέσει ολόκληρη ζωή.

-Τις ερωτικές εξομολογήσεις, απ’ τη στιγμή που θα ειπωθούν, δεν μπορείς να τις πάρεις πίσω… κι ούτε θέλω ν’ αλλάξω τίποτα. Απλώς, για να παραμείνει ζωντανή η αγάπη, μερικές φορές κάνουμε και υπερβάσεις: προσωπικά, αυτή την αναστολή του χρόνου, την αναζητώ πλέον στην επαρχιακή Ελλάδα, στη Λάρισα, όπου επέστρεψα για να ζήσω εδώ και λίγους μήνες.

-Στους στίχους σου ανατρέχεις συχνά στο σπίτι και στις βεράντες. Πολλές φορές γράφεις για τη βεράντα σου και τις γλάστρες με τα φυτά σου, αλλά το βλέμμα πάει σπάνια, ή σχεδόν ποτέ, πέρα απ’ το κιγκλίδωμα.

-Ο Σωκράτης δεν έφυγε ποτέ από την Αθήνα, ούτε μέχρι τη Σαλαμίνα δεν πήγε. Ο Πικάσο έλεγε πως δεν αγαπούσε τα ταξίδια, γιατί αντί να πηγαίνει εκείνος σ’ ένα μέρος, προτιμούσε να τον επισκέπτονται εκείνα στο ατελιέ του. Ο Φελίνι γύριζε μόνο μέσα στα στούντιο της Τσινετσιτά. Ο Λεοπάρντι, αν δεν περιοριζόταν να περιγράψει το φράχτη, δεν θα μας μετέφερε ποτέ στο άπειρο. (Γέλια). Θέλω να πω, ναι, πως έχεις δίκιο, με την έννοια πως, στα ποιήματά μου, υπάρχει μια καταγραφή όσων βλέπουν τα μάτια μου. Μια ποιητική του βλέμματος.

-Είσαι επίσης μεταφραστής από τα ιταλικά: Πένα, Σερένι, Σάμπα, για παράδειγμα. Μου φαίνεται ότι υπάρχει μια ισχυρή, ποιητική ομοιότητα ανάμεσα σ’ εσένα κι αυτούς. Ποιά ποίηση, κι από ποιό μέρος του κόσμου, θα άξιζε μεγαλύτερης προσοχής στην Ευρώπη;

-Σου θυμίζω πως ήρθα στην Ιταλία σε ηλικία 18 χρονών κι έζησα για δέκα συνεχόμενα χρόνια. Θα μπορούσαν να με επηρεάσουν κι άλλοι ποιητές που αγαπάω επίσης πάρα πολύ, αλλά μίλησε η προσωπική ιδιοσυγκρασία, όπως και για κάθε τι που κουβαλάμε στη ζωή μας: το χρώμα των ματιών μας, η κληρονομικότητα στις αρρώστιες. Η ποίηση στην περιφέρεια αργεί να φθαρεί, ή αν θέλεις, παρακμάζει με καθυστέρηση. Αν λοιπόν, θεωρήσουμε ως «κέντρο» τις κυρίαρχες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά), που έχουν πέσει σε λήθαργο από πλευράς ποιητικής παραγωγής, οι υπόλοιπες έχουν ακόμη πολλά να δώσουν, γιατί δεν έχουν φθαρεί τα εκφραστικά τους μέσα. Η Ευρώπη δεν έχει παρά να κοιτάξει στη γειτονική της περιφέρεια με την προσοχή που δεν έχει επιδείξει ακόμα: στην Τουρκία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Ουγγαρία κλπ. Ίσως και λίγο πιο πέρα, στην άλλη πλευρά της Μεσογείου, για παράδειγμα, στην Αφρική.

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου
(http://penultimoorizzonte.wordpress.com)
**Δημοσιεύτηκε την Τρίτη, Αυγούστου 27, 2013, εδώ: http://www.thraca.gr/2013/08/blog-post_27.html

Announcing Ergon: Greek/American Arts and Letters — Letter from the Editors

We are so delighted to publish our inaugural edition of Ergon: Greek/American Arts and Letters, a peer-reviewed journal that promotes the arts, letters, and scholarship of Greek America. The title Ergon, a word referring to a work of art or a film, not to mention its broader connotations regarding jobs and labor (ergasia) resonates with different aspects of the publication’s scope, from the artistic and creative, to essays, to scholarly work, as well as works where the boundaries between blur. This online magazine will feature the work (έργον) of poets, photographers, public intellectuals, musicians, critics, scholars, journalists, essayists, filmmakers, novelists, activists, translators, and women and men of letters. It fosters conversation among those deeply engaged in the production of new ideas, images, and meanings in the broader field that we designate Greek/American.

In choosing the marker Greek/American we are conscious that the solidus, or slash, is not neutral; it suggests alternatives, fractions, hyphenations, or separate elements, and it carries a host of meanings. Greek/American marks simultaneously the exclusions that “Greek” and “American” connote as distinct markers of identity and the inclusions that have been historically set in motion across these two domains. The label Greek/American, with its oblique stroke of punctuation, thus constitutes a sliding over between two terms that appear dissimilar; it acknowledges separations and merging, distinctions and convergences, differences and commonalities, crossings and divides, junctures and disjunctures—all in their historical specificity—between “Greek” and “American.” And this sliding over is significant both in the realm of the imagination and the real domain of politics, economics, and culture.
Ergon includes material on people who self-ascribe as Greek American, this is true. But Greek/American is not an ethnic label. It does not refer to populations that designate themselves as Greek Americans or American Greeks. The journal is not a publication that is defined by or confined to such ethnic tagging. Its scope both includes and extends beyond ethnicity.
Greek/American refers to expressions, exchanges, connections, flows, and cross-fertilizations within the transnational field of “Greece–United States.” The scope of Ergon, therefore, encompasses questions of identity, belonging, memory, subjectivity, cosmopolitanism, travel, translation, the transnational, and diaspora, as well as, more broadly, politics and culture, as they play out in relation to Greek and American worlds. What matters, therefore, is the Greek/American angle through which an author engages with an issue, not the author’s descent.

The journal will feature position papers on the status of transnational Greek/American studies, new research on migration and history, ethnography, religion, music, and analyses of literary works, art works, and films. It will include essays, memoirs, and translations, and it will also showcase new creative work in fiction, poetry, and photography. It will host reviews and review essays of new books, or important books that have been previously neglected, in the field of Greek/American studies, as well as reviews of films, documentaries, and museum exhibits that feature the Greek/American experience. Ergon will also feature interviews with writers, artists, and scholars, and it will publish special guest-edited issues. Submissions and guest editors will be solicited by invitation only.
We’ve initiated this project with the firm belief that it is timely to disseminate new knowledge about Greek/American worlds as widely as possible. We are envisioning Ergon to be an open public forum, free of charge, featuring exceptional quality work written in a language that aims to reach a public beyond strictly academic and artistic circles. Our aim is to produce public scholarship and arts where scholars and readers interface fruitfully.
In addition, Ergon will explore issues that do not always receive the public attention they deserve, showcasing the multiplicity of Greek/American worlds. Previously silenced or sidelined issues will command prime space here. Ergon offers a creative and politically self-reflective forum to reclaim how Greek/American expressions are felt and practiced in a world of increasing complexity.

Though Greek/American is our principal focus, we are also open to exploring aspects of transnationalism and diaspora in a global perspective, as well as issues related to hemisphere (North and South America) and intercontinental (Greece—Europe—United States—Australia for instance) studies.

The editorial team of Ergon consists of scholars, poets, and writers with extensive experience in Greek/American scholarship and arts and letters. It will be coedited by Yiorgos Anagnostou (The Ohio State University, http://www.mgsa.org/faculty/anagnost.html) and Martha E. Klironomos (San Francisco University, http://www.mgsa.org/faculty/klironom.html). The poetry editor Christopher Bakken (Allegheny College, http://sites.allegheny.edu/engl…/faculty/christopher-bakken/). The book review editors are Frank Hess (Indiana University, Bloomington, https://euro.indiana.edu/abo…/advisory-board/hess-frank.html), and Neovi Karakatsanis (Indiana University South Bend, https://www.iusb.edu/political-science/faculty/Neovi.php).

Postings will commence in late October, 2017. 
They include the following:
Anthropologist David Sutton reviews the National Hellenic Museum exhibit, Sweet Home Chicago: The History of America’s Candy Capital. Exhibit
Eric L. Ball Ball shares his essay, From Mantinades to Night-Rhymes: Composing an Imaginary Musical Tradition
Peter Bratsis reviews the documentary Dan Georgakas: A Diaspora Rebel
Peter Jeffreys shares his poem, Arrangement in Black and Gray (After Whistler)
Sydney Varajon interviews public folklorist Tina Bucuvalas

And much, much more…

Yiorgos Anagnostou
Martha Klironomos
Cofounders

Γιώργος Κορδομενίδης, Η υποψιασμένη απελπισία της Κατερίνας Γώγου

H φωτογραφία της στο εξώφυλλο, μετωπική, με βλέμμα ευθύ και διεισδυτικό, με τη μορφή της σχεδόν αυστηρή ―αν εξαιρέσεις μια υποψία πικρού χαμόγελου στα χείλη―, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία στους ανειδίκευτους αναγνώστες για την ταυτότητα του προσώπου και του ονοματεπωνύμου της εικονιζόμενης: Kατερίνα Γώγου, ηθοποιός (από την Όμορφη πόλη του Kακογιάννη στις ταινίες της Φίνος Φιλμ της δεκαετίας του ’60 κι από κει στη Φιλουμένα Mαρτουράνο πλάι στην Eλλη Λαμπέτη) και ποιήτρια.

Kατερίνα Γώγου. Mε λένε Oδύσσεια. Aθήνα, Eκδόσεις Kαστανιώτη 2002, 133 σελ.

Στο σανίδι από τα πέντε της χρόνια (γεννήθηκε στην Aθήνα το 1940), στα δώδεκά της μαθήτρια στη σχολή Mουζενίδη, κάνει νωρίς την πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση κι αμέσως μετά συμμετέχει ―στη “χρυσή” εποχή του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου― σε περισσότερες από 50 ταινίες, που την έκαναν γνωστή στο κοινό σαν το δροσερό κοριτσόπουλο με τα κοντά μαλλιά και τη μίνι φούστα, που χοροπηδούσε φωνάζοντας γιούπι!

Aλλά τόση προκάτ ευδαιμονία δεν την αντέχει ένας υποψιασμένος και ποικιλοτρόπως ταλαιπωρημένος άνθρωπος όπως η Kατερίνα Γώγου.

Tο 1979 εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή: Tρία κλικ αριστερά. Tα ποιή ματά της διαβάστηκαν όσο λίγα, και το βιβλίο έχει κάνει μέχρι σήμερα περισσό τερες από 20 εκδόσεις, ενώ μεταφράστηκε στα αγγλικά και κυκλοφορεί στην Aμερική. Aπό ένα σημείο και πέρα ήθελα να σπάσω την απομόνωση ―όχι την προσ ωπική, αλλά όλων σαν εμένα―, χωρίς όμως μ’ αυτό να θέλω να πω ότι την ψώνισα να κάνω την αγία ή την αρχηγίνα, θα πει σε μια συνέντευξή της στον Δημήτρη Γκιώνη (Eλευθεροτυπία, 13.10.1980). Tα μάζεψα λοι πόν [: τα ποιήματα] και πήγα σε δύο ανθρώπους που πίστευα ότι δεν είναι και τόσο πουλημένοι, και τους τα έδωσα να τα διαβάσουν. Φαίνεται ότι τους άρεσαν. Λέω πως θα με είδαν κάπως έτσι: «Για κοίτα ρε που σκέφτεται, για κοίτα που γράφει ― και γράφει και καλά». Προχώρα και βγάλτα, μου είπαν. Kαι τα ‘βγαλα.

Tο γράψιμο αποτέλεσε σταθερή διέξοδο στα τελευταία 15 χρόνια ζωής της Kατερίνας Γώγου. Tο δεύτερο βιβλίο της, Tο ιδιώνυμο (1982) έχει κάνει κι αυτό πάνω από 15 εκδόσεις. Tο ξύλινο παλτό (1982) βρίσκεται στη 10η έκδοσή του, ενώ οι Aπόντες (1986) στην 4η έκδοση. Oλα τα προαναφερθέντα βιβλία της, καθώς και O μήνας των παγωμένων σταφυλιών (1988) κυκλοφορούν από τον Kαστανιώτη. Tο τελευταίο της βιβλίο, Nόστος, το έβγαλε το 1990 από τα Nέα Σύνορα.

O Nίκος Φωκάς, ένας από τους πιο σημαντικούς σημερινούς ποιητές μας (κι ο μόνος, όπως προκύπτει από το αυτοσχέδιο αρχείο μου, μη δημοσιογράφος που ασχολήθηκε με την ποίηση της Γώγου), έγραφε στη Φιλολογική Kαθημερινή (31.5.1979): Tο Tρία κλικ αριστερά είναι ποίηση πολιτική, αλλά με μια σημαντική διαφορά. Διαφορά ποιοτική. H γλώσσα είναι ενεργητική στο βαθμό που την ενεργοποιεί και την αναγκάζει το πάθος. Συγχρόνως όμως επώδυνα ουσιαστική, κόβεται ακριβώς μια στιγμή πριν γίνει συναισθηματολογία ή ρητορικός στόμφος. Eίναι ένας λόγος με κύρος και θυμό, που, μένοντας πολιτικός, είναι υποχρεωμένος να είναι εξαιρετικά σαφής, εφόσον υποθέτω υπολογίζει σε κάποια αποτελέσματα, δίχως να χάνει χρόνο και δύναμη σε ωραιολογικούς ακκισμούς ή ευκαιριακές επιδείξεις.

Σ’ αυτό το μεταθανάτιο βιβλίο της Kατερίνας Γώγου περιέχονται τα τελευταία ποιήματά της, που κινούνται στους ίδιους άξονες μ’ αυτά που γνωρίζουμε από τις προηγούμενες συλλογές της αλλά και με στίχους σπαρακτικότερους από κάθε άλλη φορά:

[…]
Πώς θα γυρίσω
που βρίσκομαι χωρίς σκαρί
συντρόφους, από τ’ άγγιγμα της Kίρκης, γουρούνια
χωρίς αέρα και πανιά
όμοιο εγώ διαζευτικό καταμεσής της θάλασσας;

Xωρίς εισπνοή πώς εκπνοή της άνοιξης να γίνω
κι έτσι ξυπνητή νεκρή ζωντανή
τους κοιμισμένους θεούς μέσα μου
να μην τους ξυπνήσω;

Mε λένε Oδύσσεια.
Aνθρωπος διωγμένος κι εγώ από τον ουρανό
το σώμα μου φθαρτό, έχει από πέσιμο
σχεδόν οριστικά τσακίσει
[…]

Στις επόμενες σελίδες, πεζά ποιήματα με βιωματικά στοιχεία, αλλά και μικρά πεζά, με περισσότερο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, που αναφέρονται σε πρόσωπα και περιστατικά από τη ζωή της και την καριέρα της (όπως στον σύζυγό της και πατέρα της κόρης της, Mυρτώς, σκηνοθέτη Παύλο Tάσιο, ή στην Eλλη Λαμπέτη, συνόψεις σεναρίων.

Kι ακόμη, κείμενα με ημερολογιακό χαρακτήρα, καταγραφές σχεδίων («Nα βρω και να δω και να μάθω πώς έβγαλε την τελική σκηνή η Kαπρίσκι στη Δημόσια γυναίκα του Zουλάφσκι» ― «Kάποιος να μου δανείσει ένα καλό μικρό κασετόφωνο να θυμηθώ τη φωνή μου»), γράμματα στον εαυτό της αλλά και στον πατέρα της: Tι καλός που είσαι που μ’ έμαθες από πέντε χρόνων να διαβάζω εφημερίδα! Eσύ που ξέρεις τόσα, μα τόσα πολλά, πήρα το κώνειον, έφαγα όλο μου το φαΐ, όλα μου τα χάπια. Eρχόμουνα, όπως με είχες εκπαιδεύσει στη Bία, να σε βρω στο καφενείο, στου Mακρυγιάννη, που έπαιζες πρέφα, να σου θυμίσω να με δείρεις αλλά δεν είχε τελειώσει η παρτίδα και μου ‘λεγες: «Ξανάλα σε μια ώρα», κι εγώ ξαναρχόμουν ξανά και ξανά, μέχρι να αισθανθώ τη βία σαν λύτρωση, μαθαίνοντας να προσεύχομαι σ’ αυτό που δεν ήξερα, στο Θεό, να με δείρεις με την πέτσινη λούρα σου, να με χτυπάς στα γόνατα και στα καλάμια με τα μυτερά σου καφετιά παπούτσια […]

Aλλά και γράμματα στην κόρη της, και πάλι στη μάνα της, και πάλι στον εαυτό της, γράμματα γεμάτα αποσιωπητικά πριν από την οριστική σιωπή, στην οποία κατοίκησε ανεπιστρεπτί την Kυριακή 3 Oκτωβρίου 1993.

*Δημοσιεύτηκε στον “Αγγελιοφόρο της Κυριακής”, στις 21.4.2002. Εμείς το πήραμε από το Εντευκτήριο εδώ: http://entefktirio.blogspot.com.au/2017/10/blog-post.html

Τάκης Κατσαμπάνης: Αυτοεξόριστος στον πλανήτη Γη

Τάκης Κατσαμπάνης
Walkabout
Εκδ. Εξάρχεια, 
σελ. 144
Τιμή: 11 ευρώ

Στο πρώτο του πεζογράφημα ο συγγραφέας ισορροπεί ανάμεσα στο προσωπικό βίωμα και τη μυθοπλασία, καταφέρνοντας να μας ταξιδέψει όχι μόνο στην ενδοχώρα της Αυστραλίας, αλλά και στις υπαρξιακές αναζητήσεις ενός οιονεί πλάνητα

ΜΑΝΩΛΗΣ ΠΙΜΠΛΗΣ*

Ο Τάκης Κατσαμπάνης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή. Το «Walkabout» είναι το πρώτο του βιβλίο και το ημερολογιακό του μέρος γράφτηκε στην Αυστραλία, όπου έζησε τέσσερα χρόνια

Ενα ολιγοσέλιδο βιβλίο που ξανοίγεται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, αγκαλιάζοντας όλους όσοι βρίσκονται σε ποικίλων μορφών μετακινήσεις. Ολους όσοι έχουν αναρωτηθεί, έστω και μία φορά στη ζωή τους, γιατί εδώ και όχι εκεί και το αντίθετο. Μια νουβέλα που στριφογυρίζει στον μεταιχμιακό χώρο μεταξύ εξομολόγησης και μυθιστορίας. Πάνω σ’ αυτή την αφηγηματική πλατφόρμα ο συγγραφέας πασχίζει να συγκροτήσει τον δικό του αυτόνομο σφυγμό.

Μακριά από τους Νιου Εϊτζ προνομιούχους της ενέργειας και το νέο ιερατείο, όπως διαβάζουμε εντός, ο Κατσαμπάνης έχει για ήρωα ένα περίπου alter ego. Ο οποίος, όπως περιγράφεται αρχικά, έπεσε σχεδόν από τον ουρανό σ’ έναν ηλιοφαγωμένο λόφο του «Μπάιρον Σάιρ» της Αυστραλίας. Με υπερβολική δόση τζετ λανγκ, ψάχνει να βρει τον δρόμο του στην αχανή ήπειρο. Εκείνη με τη σειρά της έχει σκουπίσει το παρελθόν των αποίκων κατοίκων της και εγγράφει τις νέες ταυτότητές τους σε μια συνεχώς ανανεούμενη λευκή σελίδα. Εκτός από τον γηγενή πληθυσμό των Αβορίγινων.

Πορεία μέσα στον κόσμο

Ο ήρωάς μας, που τον βλέπουμε να ασχολείται με διάφορα ευκαιριακά επαγγέλματα, θα συναντήσει έναν παράξενο έλληνα καθηγητή, τον Βρασίδα ή Βρας εν συντομία, ο οποίος θα λάβει τρόπον τινά τη θέση του μέντορα. Οι δυο χαρακτήρες έχουν διαφορετικές κοσμοθεωρίες, αλλά δημιουργούν έναν γόνιμο διάλογο πάνω στη γλώσσα, το μητρικό σώμα, τον ξεριζωμό, τον αντίλαλο των συμβόλων. Καθώς ο ήρωας εξερευνά από διάφορες οπτικές γωνίες τόσο την ψυχική όσο και τη φυσική γεωγραφία του κοντινού περιβάλλοντος, που όσο περνά ο καιρός απομακρύνεται από το αίσθημα του απτού, γεννάται η επιθυμία της επιστροφής. Θα ανακατευτεί με αυτόχθονους πληθυσμούς όπως και με εγκατεστημένους μετανάστες. Συναντά στον δρόμο του μεικτά ζευγάρια, σαλούς, απογόνους φυγάδων, σαμάνους υπό προστασία φυλών, με λίγα λόγια ξένους. Μια μικρογραφία της διαχρονικής κοσμικής έκρηξης των ανθρώπων που καβαλούν το άγνωστο και κρατούν αναμμένη μέσα τους τη φωτιά της μικρόχαρης Ιθάκης τους.

Αν και η νουβέλα περιέχει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα, το αφηγηματικό της σώμα δεν βασίζεται εκεί. Η γραφή του Κατσαμπάνη σχηματίζει τη μορφή ενός επινοημένου ημερολογίου. Τα πάντα μοιάζουν τόσο αληθινά μέσα από το βιωματικό άχθος και συνάμα απατηλά. Στο καθαρά πεζό κείμενο παρεμβάλλονται συχνά – πυκνά οι εσώτερες σκέψεις του ήρωα – αφηγητή που έχουν ποιητικό ύφος. Παράλληλα ξεδιπλώνονται στίχοι του Ντίνου Χριστιανόπουλου, του Ν.Γ. Πεντζίκη, ενώ υπάρχουν αναφορές στον Ντέιβιντ Κάρεϊ και στο βιβλίο του «Οσκαρ και Λουσίντα», στην Εύα Χόφμαν και στο πολύ γνωστό της «Χαμένοι στη μετάφραση», που έγινε και ταινία σε σκηνοθεσία Σοφία Κόπολα, όπως και σε πολλά άλλα. Οι αναφορές αποτελούν οργανικό μέρος του βιβλίου και έχουν να κάνουν με την ψυχική ενατένιση του ήρωα και όχι με παράθεση γνώσεων.

Αναζήτηση χωρίς όρια

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες γίνεται αισθητή η επιρροή του εξαίρετου ταξιδευτή Μπρους Τσάτουιν. Ενός συγγραφέα – εφευρέτη νέων ορισμών, που άνοιγε ορύγματα στο ανάγλυφο των τοπίων. Σε παρόμοιο τέμπο και ο Κατσαμπάνης, αγωνιά να ονοματοδοτήσει πράγματα και καταστάσεις που διακρίνονται μέσα στη σύγχυση του ήρωα. Αναρωτιέται: Ποια μπορεί να είναι η αρχή του τρομερού που μόλις μπορούμε ν’ αντέξουμε; Τι είναι αυτό που αντιλαμβανόμαστε σαν ωραίο και μας απελπίζει πολύ σύντομα; Τελικά γιατί παγώνει το συναρπαστικό;

Οπως ορίζει και ο τίτλος του βιβλίου, το «Walkabout» είναι μια σύνθετη έννοια των Αβορίγινων και όχι μόνο, που με τα χρόνια πέρασε και στη λευκή δυτική κουλτούρα, ελαφρώς αλλοιωμένη. Είναι η συνθήκη κάτω από την οποία το άτομο πορεύεται μέσα στον κόσμο. Μια αναζήτηση που δεν έχει όρια ή τελικές γραμμές. Διερευνώνται η θέληση του νου, ο εγκιβωτισμός του παρελθόντος και οι διαφοροποιήσεις του καθηλωτικού παρόντος. Στο «Walkabout» ο άνθρωπος συλλέγει κομμάτια μιας νέας προς εξέταση ταυτότητας, μαστορεύοντας παράλληλα ό,τι μπορεί να σωθεί από τα συντρίμμια του πρότερου εαυτού του.

Ο διάλογος που αναπτύσσεται γύρω από το αίσθημα της επιστροφής σ’ ένα ανήκειν συνταυτίζεται στο βιβλίο με την ανάγκη αναζήτησης νοήματος. Μιας πάλης της οποίας, μέχρι την ύστατη στιγμή, δεν γνωρίζουμε το τελικό αποτέλεσμα. Στο «Επάγγελμα ρεπόρτερ» του Μικελάντζελο Αντονιόνι, ο πρωταγωνιστής ανταλλάσσει την ταυτότητά του και οδηγείται στην αυτοκαταστροφή. Ακολουθώντας το «πεπρωμένο» του αντονιονικού ρεπόρτερ, ο ήρωας του Κατσαμπάνη βρίσκεται στο χείλος της πνευματικής διάλυσης. Ταυτόχρονα του είναι δύσκολο να αντιληφθεί πώς μια νέα σχετικά εθνότητα (οι Αυστραλοί) αποφεύγει τα μονοπάτια που οδηγούν στην καταστροφή. Ισως να φταίει το ενδιαφέρον τους για τα «ασήμαντα» καθημερινά γεγονότα και όχι για τις μεγάλες δραματοποιημένες απώλειες όπως οι Μεσογειακοί και ιδιαίτερα οι Ελληνες. Ανήκουν περισσότερο στη σφαίρα του Τσέχοφ παρά του Ομήρου.

Σ’ αυτή τη νουβέλα, η οδύνη παντρεύεται το μαύρο χιούμορ με σκοπό την ανακάλυψη του οντολογικού καθρέφτη μας. Ο Κατσαμπάνης δεν φοβάται την επίπονη εργασία για την ανακάλυψη της ρίζας του και σκύβει πάνω από το φέρον σώμα της γλώσσας. Ερευνά την άρθρωση των λέξεων μέχρι να διαμορφωθούν σε λόγο. Σε μια νέα χώρα οι λέξεις μπερδεύονται μέσα στο στόμα, κρέμονται σαν σταφύλια χάριν επικοινωνίας. Κάποτε αυτό δεν φτάνει. Διότι μοιάζει με φασματική απεικόνιση του άλλου. Ο συγγραφέας γνωρίζει ότι βρίσκεται σε μια ενδιάμεση κατάσταση και διαμορφώνει έτσι το κειμενικό του οπλοστάσιο ούτως ώστε να προσεγγιστεί ένας νέος λόγος, δηλαδή μια νέα συνείδηση. Εξάλλου όταν ο δρόμος σε καλεί, ρισκάρεις τα πάντα. 

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.tanea.gr/old-page-categories/books/article/5464704/aytoeksoristos-ston-planhth-gh/

Πρόκες στη φωλιά του «Κούκου»

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΑΚΗΣ*

Ένα κριτικό σημειωμα στην ποιητική συλλογή της Πελαγίας Φυτοπούλου «Κούκος»

«Τα όρια του κόσμου μου είναι τα όρια της γλώσσας μου.» «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις. Να μην τις παίρνει ο άνεμος.» Αυτές τα λόγια του Wittgenstein και του Αναγνωστάκη ήρθαν στο νου μου διαβάζοντας την ποιητική συλλογή «Κούκος» (Εκδόσεις Θράκα, 2016), με την οποία η Πελαγία Φυτοπούλου εμφανίζεται για πρώτη φορά στα ποιητικά πράγματα. Η Φυτοπούλου έχει ήδη στις αποσκευές της ένα πολιτικό παραμύθι και μια διόλου ευκαταφρόνητη πορεία στο θέατρο, την τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Με τον «Κούκο» δοκιμάζεται στην ποίηση φτάνοντας τη γλώσσα και την έκφραση σε αληθινά αχαρτογράφητες περιοχές.

Αν κάτι χαρακτηρίζει την ποίηση της Πελαγίας Φυτοπούλου αυτό είναι μια φυσική απέχθεια -ή μάλλον χλεύη- για κάθε τι συμβατικό, όπως για παράδειγμα, η «εργολαβία της ενηλικίωσης», οι «γιάπηδες που ξοδεύουν χιλιόμετρα στο διάδρομο του γυμναστηρίου» ή ο πατέρας που σπάει το χέρι του γιου (το άλλο ήδη σπασμένο) για «να μάθει να μην ταπεινώνεται μπροστά σε γυναίκα». Η δυσανεξία αυτή, ωστόσο, δεν αφορά μόνο στο «κατεστημένο» αλλά και στους αρνητές του, όπως ο Λένιν, ο Κροπότκιν και ο Μπονιουέλ.
Η ποιητική αυτή περσόνα πραγματικά φαίνεται να μην «χωρά πουθενά» κατά τη ρήση του Γιάννη Αγγελάκα. Η μοναξιά της περιχαρακώνεται αυστηρά σε τόπους ζοφερούς˙ σε κελιά, σε φυλακές ανηλίκων, σε τάφους ομαδικούς και ατομικούς. Η συχνά απαντώμενη αίσθηση εγκλεισμού («τα παράθυρα / είναι κλειστά / και οι μεντεσέδες / πάνοπλοι») και η συνακόλουθη έκφραση αγωνίας θυμίζουν τον τρόπο της Κατερίνας Γώγου. Ο ουρανός και τις τρεις φορές που εμφανίζεται φέρει τον εφιαλτικό απόηχο του ουρανού της «Αποκριάς» του Σαχτούρη. Στον «Κούκο» το «γυάλινο χαρτοπόλεμο» αντικαθιστά το σχήμα «Πυρ και θάνατος» («Ο Βιολιστής», «Σύμπτωση», «Το πορτοφόλι του πεθαμένου»). Τα γήινα πάλι δεν προσφέρουν απαντοχή («όταν δε σε βοηθούν / οι ζωντανοί σε βοηθούν / οι νεκροί») ενώ η έξοδος από την ανθρώπινη κατάσταση ταυτίζεται αποκλειστικά με το θάνατο, ο οποίος κρατά δύο υποστάσεις, του αμετάκλητου τέλους αλλά και της λύτρωσης («Κάνει ψύχρα / Σκέπασέ με / Χώμα θα βρεις στο ψυγείο»). Πρόκειται -υπό μία έννοια- για μια ποίηση Καβαφική˙ η αισιόδοξη νότα απουσιάζει.

Η ποίηση της Φυτοπούλου είναι μια ποίηση αξιοπρόσεχτη.
Από άποψη τεχνικής υπάρχουν όντως ενδιαφέροντα στοιχεία, όπως η ταυτότητα του αφηγητή, που δεν γίνεται εξ αρχής γνωστή (π.χ. «Το μάθημα») ή η ύπαρξη περισσότερων του ενός αφηγητών και άρα εστιάσεων˙ στο αριστουργηματικό “Puerto Libre” η αφηγηματική πράξη μοιράζεται ανάμεσα στο τότε («όταν ήμουν παιδί») και το τώρα («σήμερα είμαι»), με τον αφηγητή – παιδί και τον αφηγητή – μη παιδί (απροσδιόριστη η ακριβής ηλικία) να συμφύρονται σε ένα εσωτερικό διάλογο, τα πρότυπα του οποίου ανιχνεύονται στο «Αμάρτημα της Μητρός μου» του Βιζυηνού (η διάκριση εκεί ανάμεσα στην αφήγηση του μικρού και του ενήλικα Γιωργή). Χαρακτηριστική είναι και η παρουσία παραδοσιακών τεχνικών, δουλεμένων όμως με εντελώς ξεχωριστό τρόπο, όπως π.χ. οι επαναλήψεις («Και ονειρεύομαι», «Ο Βιολιστής», «Κανονικότητα» «Απολογία»). Σε ό,τι αφορά το ύφος, η Φυτοπούλου κάνει χρήση μιας εντελώς ιδιότυπης πεζολογίας, που ωστόσο παράγει στιγμιότυπα με αμιγώς ποιητικό αποτέλεσμα (ξεχωρίζουν το «στα κελιά / χωρίς ρήμα ο πόνος / τρέχει» και το άφταστο «απόψε τοποθετούν στον ουρανό / παιδικά καθίσματα»). Μια τελευταία παρατήρηση στα ζητήματα τεχνικής: η πορεία της Πελαγίας Φυτοπούλου στα θεατρικά πράγματα έχει σαφώς επηρεάσει και την ποιητική της˙ όλα τα ποιήματα του «Κούκου» μπορούν με κάποιον τρόπο να παρασταθούν.
Δεν είναι όμως μόνο ούτε κυρίως η τεχνική που κάνει τον «Κούκο» μια αξιοανάγνωστη ποιητική συλλογή˙ είναι η θεματολογία και ο χειρισμός της. Η Φυτοπούλου με την τόσο συχνή αναφορά στα πιστόλια, τους σκοτωμούς και τα συμπαρομαρτούντα (σχήμα «Πυρ και Θάνατος») δεν εκτελεί μόνο τους ήρωες των ποιημάτων της˙ κυρίως εκτελεί τις άχρηστες παθογένειες και συμβάσεις. Ο μικροαστισμός με τα σύμβολά του (τηλεόραση, πολυθρόνα, ροζ βρακάκια, σώβρακα πολυτελείας, στριπτιτζάδικα στην εθνική…), η δυναστική παρουσία του πατέρα («Νύφη», «Ήταν ντροπαλός») και της μάνας («Το Πορτοφόλι του Πεθαμένου», «Μιμόζα», «Αναρχία»), τα κλισέ του αριστερού χώρου που αδυνατεί να αντιμετωπίσει την «ταξική φλεγμονή» («Libera Μαντόνα», «Αναρχία», «Ποιητικός Αντιρρησίας»), η βία στην εκπαίδευση («Το Μάθημα»), η ατομική ιδιοκτησία που προβάλλεται ως αίτημα ακόμη και μετά θάνατον και μάλιστα σε έναν τάφο ομαδικό («Οι δώδεκα»), η εκπόρνευση κάθε είδους («Τα Λυπημένα Κορίτσια»), όλα μπαίνουν στο αδυσώπητο ποιητικό στόχαστρο˙ ακόμη και η ίδια η ποίηση εκτελείται και εμπαίζεται και ο ποιητής αυτοαναιρείται, όταν η ποιητική πράξη γίνεται μανιέρα και χυλός («γράφω ποιήματα / για ένα βυζί / να το, να το / τρέχει, τρέχει / πάνω σ’ ένα / κυπαρίσσι»).

Η ειλικρίνεια, η παντελής έλλειψη εξωραϊσμού, η ευθεία βολή. Αυτή ίσως είναι τελικά η μεγαλύτερη αρετή του «Κούκου». Ξέρει η Πελαγία Φυτοπούλου -όταν πρέπει- να πιάνει τους άλλους από το λαιμό και να μη χαρίζει ηλίθιες συχωρέσεις, κατά πώς έγραφε κάποτε ο Τάσος Λειβαδίτης.

*Ο Κώστας Κουτρουμπάκης ειναι φιλόλογος και το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε αρχικά εδώ: http://www.thraca.gr/2017/09/blog-post_29.html

Στέφανος Παντελίδης, Πάω γυρεύοντας, Εκδόσεις vakxikon.gr

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Συνήθως, όταν κάποιος καταπιάνεται με κάτι, που φαίνεται παράτολμο, ακούμε τη λαϊκή έκφραση: «Αυτός πάει γυρεύοντας». Πόσο μάλλον, όταν ένας ποιητής παίρνει το ρίσκο να εκδώσει μια ποιητική συλλογή σε μια δύσκολη εποχή και ακούει κάθε τόσο γύρω του ότι «η ποίηση δεν πουλάει» και ότι ζούμε σε μια εποχή πεζή.

Έρχεται, λοιπόν, να μας επιβεβαιώσει το ρίσκο ο Στέφανος Παντελίδης με την ποιητική του συλλογή «Πάω γυρεύοντας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Vakxikon.gr” και όπως διαπιστώνουμε ο ποιητής είναι παράτολμος και πάει γυρεύοντας με τα ποιήματά του, αφού δεν διστάζει να τα βάλει με ανθρώπους, θεούς και σπουδαίους ποιητές και φιλόσοφους.

Αρχικά, ο Στέφανος Παντελίδης στρέφεται εναντίον ανθρώπων, που βρίσκονται στην εκάστοτε εξουσία και αποφασίζουν για τους υπόλοιπους: «Βεβαίως, θα δώσουμε σε όσους έχουν ανάγκη. / (Ό,τι αφήσουν αυτοί που δεν έχουν ανάγκη).» Πιο πέρα θα γράψει για τον σύγχρονο άνθρωπο: «Έφτιαξε υπολογιστές / έφτιαξε δορυφόρους / είδε τα άστρα / μέτρησε το σύμπαν / κατάλαβε το μέγεθός του / κατάλαβε το τέλος του. / Φοβήθηκε / και έτρεξε για ψυχοθεραπεία.», ενώ πιο κάτω θα ρίξει και μερικές σπόντες για τα social media: «Μετριέται πλέον η μοναξιά. / Βρήκε στις μέρες μας μονάδα μέτρησης: / όσο πιο πολλούς friends / τόσο πιο πολύ μόνοι.» Για τις εταιρίες ο Στέφανος Παντελίδης θα γράψει πως: «ο νικητής αμείβεται αδρά / και ο χαμένος πονάει περισσότερο.» Αρκετά εύστοχο σε αυτή την ενότητα είναι και το ποίημα «Πόδια»: «Σίγουρα τα έχεις παρεξηγήσει: / δεν είναι μόνο για να τρέχεις / -είναι και για να κλωτσάς.» Όμως, ο ποιητής δεν σταματάει εδώ. Τολμάει να τα βάλει με τον πιο δύσκολο αντίπαλο, που είναι ο ίδιος ο εαυτός του: «Δεν ακούω πια τους άλλους. / Δεν ακούω πια ούτε τον εαυτό μου. / Και όταν σπάνια του επιτρέπω να εκφραστεί, / διαφωνώ μαζί του πλήρως».

Πιο πάνω αναφέραμε ότι ο Στέφανος Παντελίδης πάει γυρεύοντας, επειδή τα βάζει με ανθρώπους, όμως, εκτός από την ανθρώπινη εξουσία υπάρχει και η θρησκευτική. Διαβάζοντας, την ποιητική συλλογή «Πάω γυρεύοντας», μπορούμε να πούμε ότι Στέφανος Παντελίδης τα βάζει και με θεούς. Έτσι, λοιπόν θα γράψει για «απεργία πίστης» και θα κατηγορήσει τον Ιησού ότι έκανε αδύνατο το να τον πιστέψει. Παρακάτω, δεν θα διστάσει να τα βάλει και με τους ρασοφόρους: «Πως αντέχεις το «Παναγιώτατος»; / Εγώ αμφιβάλω αν αξίζω το «κύριος» / -πόσο μάλλον το «παγκυριότατος.»

Στην επόμενη ενότητα της ποιητικής του συλλογής ο Στέφανος Παντελίδης γράφει για ποιητές, στηλιτεύοντας την υπερανάλυση, που έχει γίνει στην ποίηση του Καβάφη, ενώ πιο κάτω θα γράψει για τους σύγχρονους ποιητές: «Σαν ξόρκι μαγικό / -γράφετε τόσες λέξεις / και δεν μας μένει τίποτα.» και για τη σύγχρονη ποίηση: «Αφήστε τα ηρεμιστικά. / Διαβάστε λίγη ποίηση. / Στο τρίτο ποίημα, / δεν θα σας κρατούν τα βλέφαρά σας».

Στην τελευταία ενότητα της ποιητικής συλλογής «Πάω γυρεύοντας» ο Στέφανος Παντελίδης επιχειρεί έναν διάλογο με σπουδαίους ποιητές, φιλόσοφους και διάφορους στοχαστές, που άφησαν εποχή. Εδώ αξίζει να παραθέσουμε το ποίημα «Προς Δαρβίνο»: «Δεν ξέρεις πως μισούμε την αλήθεια; / Αυτό το απ’ τον πίθηκο / μας έπεσε βαρύ. / Ας έλεγες καλύτερα απ’ το παγώνι. / και η «εξέλιξή» σου -εν μια νυκτί- / θα γινόταν παγκόσμια αποδεκτή.» Σε αυτή την ενότητα ο ποιητής θα αφιερώσει κι ένα ποίημα στους «ανά την υφήλιο κυβερνώντες: «Κρατήστε το ποδόσφαιρο με νύχια και με δόντια. / Χωρίς αυτό, μπορεί ο όχλος να αρχίσει να διαβάζει / -μετά δεν θα σας σώζει τίποτα».

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή του Στέφανου Παντελίδη «Πάω γυρεύοντας» είναι ένα πολύ ενδιαφέρον ρίσκο και κατά τη γνώμη μας, ο ποιητής ρίσκαρε και τα κατάφερε να κερδίσει την προσοχή μας. Τον προκαλούμε, λοιπόν, να συνεχίσει να ρισκάρει, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο ίδιος στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, παραφράζοντας τον Γούντι Άλεν: «Αν δεν σας αρέσουν τα ποιήματά μου, / έχω κι άλλα».

Πάνος ΜΙχελής, Πολέμου θύματα

Από την εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ*

Στις μέρες μας, πολλές ποιητικές συλλογές δεν εκδίδονται σε γνωστούς εκδοτικούς οίκους, ενώ πολλές φορές δεν εκδίδονται ούτε καν σε άγνωστους. Πρόκειται για αυτοεκδόσεις, όπου ο ποιητής πηγαίνει σε ένα τυπογραφείο και τυπώνει μια ποιητική συλλογή με μικρό τιράζ, που συνήθως μοιράζεται σε λίγους φίλους. Ακόμα και αν μια αυτοέκδοση πέσει στα χέρια κάποιου κριτικού λογοτεχνίας ή κάποιου εκδότη λογοτεχνικού περιοδικού δεν αντιμετωπίζεται με την δέουσα προσοχή και πολλές φορές καταλήγει στον κάλαθο των αχρήστων. Έτσι, πολλές αξιόλογες ποιητικές συλλογές χάνονται, όχι επειδή δεν αξίζουν, αλλά γιατί δεν πληρούν τους σύγχρονους όρους εμπορευματοποίησης της τέχνης.

Ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο, λοιπόν, από εκείνα, που έχουν τυπωθεί και κυκλοφορήσει σε αυτοέκδοση είναι και η ποιητική συλλογή του Πάνου Μιχελή: «Πολέμου θύματα».

Την ποίηση του Πάνου Μιχελή, είχαμε την ευκαιρία να την πρωτογνωρίσουμε διαβάζοντας την προηγούμενη ποιητική του συλλογή με τίτλο: «Όσο μου λείπεις τόσο με αναζητώ». Εκεί ο ποιητής περιέγραφε ένα προσωπικό του δράμα. Στο βιβλίο «Πολέμου θύματα», ο Πάνος Μιχελής περνάει από το προσωπικό στο κοινωνικό, από το υποκειμενικό στο αντικειμενικό, από το ατομικό στο συλλογικό και στο πανανθρώπινο.

Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση της ποιητικής συλλογής «Πολέμου θύματα», ας δούμε λίγο τον τίτλο. Πολέμου θύματα είναι στην κυριολεξία οι άνθρωποι, που σκοτώνονται στη διάρκεια ενός πολέμου και χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: Στους στρατιώτες, που σκοτώνονται χωρίς να ξέρουν το γιατί. Που, θυσιάζονται στο όνομα μιας πατρίδας, που τους εκμεταλλεύεται, τους ξεπουλάει και τους στέλνει να σκοτωθούν. Που, δίνουν το αίμα τους για να πλουτίσουν τα αφεντικά. Που, πυροβολούν τα αδέρφια τους για να επιβάλλουν μια pax romana σύμφωνα με το δίκαιο του ισχυρού. Η δεύτερη κατηγορία των θυμάτων πολέμου είναι οι λεγόμενες παράπλευρες απώλειες. Οι άμαχοι, που σκοτώνονται σε κάθε πόλεμο, δήθεν κατά λάθος. Όμως, θύματα πολέμου είναι και οι συγγενείς των θυμάτων, που χάνουν κάποιο αγαπημένο τους πρόσωπο. Τέλος, θύματα πολέμου είναι και οι εργάτες, που βιώνουν έναν ακήρυχτο πόλεμο εκμετάλλευσης της υπεραξίας, που παράγουν. Έναν πόλεμο, που δεν πρόκειται να σταματήσει, όσο υπάρχει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Διαβάζοντας τα παραπάνω, θα ‘λεγε κανείς ότι η ποιητική συλλογή «Πολέμου Θύματα» είναι ένα αντιπολεμικό μανιφέστο, όπως, συνηθίζουν να κάνουν πολλοί ποιητές. Όμως, το βιβλίο του Πάνου Μιχελή δεν στερείται ποιητικότητας. Οι στίχοι του είναι απλοί, λιτοί και κατανοητοί δίχως να χάνονται σε δαιδαλώδη μονοπάτια και σε θολά νοήματα. Τα ποιήματά του, αν και πολύστιχα δεν πλατειάζουν και ο ποιητής καταφέρνει να μην επαναλαμβάνεται. Τα περισσότερα ποιήματα κινούνται σε ένα είδος νεορεαλισμού, που συνηθίζεται σε αρκετούς νέους ποιητές, όμως, ο Πάνος Μιχελής κατορθώνει να μας δώσει πολύ ζωντανές περιγραφές χωρίς να κραυγάζει.

Παρακάτω θα αναλύσουμε ορισμένα ποιήματα, που επιλέξαμε χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και τα υπόλοιπα δεν αξίζουν. Αρκετά δυνατό είναι το ομώνυμο ποίημα της συλλογής, όπου ο ποιητής αναφέρεται στα θύματα πολέμου μέσα από τα μάτια των παιδιών: «Δυο μάτια, παιδικά / δυο μάτια βουρκωμένα, / άγρυπνους λυγμούς γεμάτα, / μας κοιτούν καθώς αναρωτιούνται / πάνω από συντρίμμια / πύρινης άυπνης λάβας.» Στο «Έκλαψα μόνος» ο ήλιος εμφανίζεται σαν άνθρωπος, παραζαλισμένος και πικραμένος από τις κοινωνικές αδικίες: «Σήμερα είδα πάλι / τον ήλιο στην πόλη μας. / Βάδιζε ατάραχος ανάμεσά μας, / με τα φτερά του μαζεμένα, / σκυφτός, καπνισμένος, / ίσα που άναβαν τα μάτια του», γράφει ο Πάνος Μιχελής, για να καταλήξει: «Τελικά κατάλαβε, / Έκλαψε μόνος / και επέστρεψε.» Στο ποίημα «Ματωμένα ταξίδια» ο ποιητής αναφέρεται στους πρόσφυγες, που πνίγονται στο Αιγαίο και το ποίημα τελειώνει με μια τραγική ειρωνεία: «Συνάνθρωποι, μη φοβάστε, / κοιμηθείτε άφοβα, δεν θα ‘ρθουμε.» Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το ποίημα «Ματωμένα σύνορα», όπου ο Πάνος Μιχελής διαπιστώνει τραγικά: «Τα σύνορα είναι πληγές / πάνω στο σώμα του πλανήτη».

Διαβάζοντας τα ποιήματα της συλλογής «Πολέμου θύματα» του Πάνου Μιχελή, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, πως έχουμε να κάνουμε με μια πασιφιστική αντιμετώπιση του σύγχρονου ιμπεριαλισμού, όμως, ο ποιητής προτάσσει την βία ενάντια στη βία της εξουσίας, για να θυμηθούμε λίγο και τον Μαρξ, που ονόμαζε τη βία «μαμή της ιστορίας» και τούτο φαίνεται στο ποίημα «Διαδήλωση», όπου αφού περιγράψει με πολύ ζωντανά χρώματα μια διαδήλωση, καταλήγει: «Αγωνιζόμαστε για μια ανθρώπινη άνοιξη, / όπλο έχουμε τα κορμιά μας, / τα όνειρά μας, τη λογική μας, / αλληλέγγυα, για να συνυπάρχουμε.»

Και ο ποιητής; Πως αντιμετωπίζει ένας ποιητής τον πόλεμο; Πως αντιμετωπίζει τη βία; Ποια είναι τα όπλα του; Πως αντιδρά; Ο Πάνος Μιχελής είναι κατηγορηματικός: «Το πιο ανεξίτηλο μελάνι / δημιουργείται από το αίμα, / που αναβράζει πυρωμένο / στα στήθη της καρδιάς».

Σε μια ποιητική συλλογή, που έχει εξ’ ολοκλήρου κοινωνικό περιεχόμενο, δεν περιμένουμε να συναντήσουμε κάποιο ερωτικό ποίημα. Όμως, ο Πάνος Μιχελής καταφέρνει να δώσει στον έρωτα μια κοινωνική υφή. Ο ποιητής βλέπει τον έρωτα στην εικόνα μιας βασανισμένης κοπέλας, που παλεύει για ένα καλύτερο αύριο χωρίς εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους. Για ένα χαμόγελο, που θα το χαρίσει «σε όλο τον κόσμο».

Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή του Πάνου Μιχελή «Πολέμου θύματα» θυμηθήκαμε ένα ρητό του Faun, που λέει πως ακτιβιστής, που δεν σκέφτεται, δεν κάνει τίποτα, που να αξίζει να γραφτεί και διανοούμενος, που δεν δρα δεν γράφει τίποτα, που να αξίζει να γίνει. Επειδή, τον Πάνο Μιχελή τον γνωρίζουμε προσωπικά, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως είναι, όχι μόνο ποιητής, αλλά και ακτιβιστής, ότι συνδυάζει την τέχνη με τη δράση και ότι ανήκει στους ελεύθερους ανθρώπους, που, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στο τελευταίο ποίημα της συλλογής του: «περιμένουν να λύσουν τα δεσμά». Τον προτρέπουμε να συνεχίσει την προσπάθειά του και να είναι πάντα ελεύθερος άνθρωπος.

*Κείμενο ομιλίας, που εκφωνήθηκε σε παρουσίαση του βιβλίου στις 11 Μαρτίου 2017 στο Παγκόσμιο Πολιτιστικό Ίδρυμα Ελληνισμού Διασποράς στη Νέα Φιλαδέλφεια.

Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, Οι πλημμύρες του Αραχθου και της Ιστορίας

Μυθοπλασία και Ιστορία διαπλέκονται στο έργο του λεσβιακής καταγωγής συγγραφέα και κριτικού με δύο ιστορίες στην περιοχή της Αρτας, η μία από τις οποίες αναφέρεται στο σήμερα και η άλλη τοποθετείται στις αρχές του 20ού αιώνα

Παναγιώτης Βούζης* | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 5/8/2017

Ο Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης είναι συγγραφέας περίπου 15 βιβλίων με πιο γνωστό το «Η τελευταία εξίσωση του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή» (εκδ. Στοχαστής)

Κοινή χρήση

Οι χαρακτήρες και τα περισσότερα από τα περιστατικά της νουβέλας «Η λιτανεία», όπως εξηγεί ο συγγραφέας στη σημείωση στο τέλος, είναι φανταστικά, αλλά στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα, ενώ η ακρίβεια των αναφορών στη δράση των υπαρκτών προσώπων προέρχεται από τη μελέτη της υπάρχουσας βιβλιογραφίας. Η καταγωγή της «Λιτανείας» ανάγεται στο λογοτεχνικό είδος το οποίο η Linda Hutcheon ονομάζει «ιστοριογραφική μεταμυθοπλασία», όπου αίρεται ο διαχωρισμός ανάμεσα στην Ιστορία και τη μυθοπλασία και κατά συνέπεια εγείρεται μια προβληματική σχετικά με τη δυνατότητα παγίωσης της ιστορικής γνώσης. Το βιβλίο όμως του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη αφίσταται από αυτό το μεταμοντέρνο είδος, επειδή η Ιστορία συνυπολογίζεται στο περιεχόμενό του πρώτιστα ως σειρά εξακριβωμένων πράξεων, οι οποίες διαμορφώνουν μια ενική αλήθεια.

Η υπόθεση αποτελείται από δύο παράλληλες ιστορίες που ανήκουν σε διαφορετικά χρονικά επίπεδα. Ο κύριος χαρακτήρας της πρώτης και εκτυλισσόμενης στο παρόν είναι ο δημοσιογράφος Δημήτρης Μελάς, που μετά την καταστροφή την οποία υπέστη το γεφύρι της Πλάκας στην Αρτα πηγαίνει στην περιοχή για επιτόπια έρευνα.

Κρυφή ερωτική σχέση

Στη δεύτερη, που τοποθετείται ξανά στην Αρτα των αρχών τώρα του εικοστού αιώνα, ο παπα-Βαγγέλης γίνεται ο αρμός στον οποίο συνάπτονται τα τοπικά κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα και επιπλέον μια κρυφή ερωτική σχέση. Η πρώτη ιστορία αρχίζει με την πλημμύρα του ποταμού Αραχθου, η οποία επιφέρει και την καταστροφή του γεφυριού. Η δεύτερη κλείνει με μία πάλι πλημμύρα του ποταμού. Οι σημειώσεις του παπα-Βαγγέλη, όπου διασώζεται η ιστορική μνήμη της Αρτας, περνούν στα χέρια του Δημήτρη Μελά.

Δημιουργείται έτσι με την κατάληξη της υπόθεσης ένας τέλειος κύκλος. Η δεύτερη ιστορία αποδεικνύεται συνθετότερη ως προς την πλοκή και η πολιτική διάστασή της αποβαίνει προοδευτικά όλο και πιο σημαίνουσα, ιδιαίτερα με την εγγραφή της επίσκεψης του Ελευθέριου Βενιζέλου στην Αρτα, ύστερα από τη νίκη του στις εκλογές της 28ης Νοεμβρίου 1910, και με την περιγραφή της επινοημένης από τον συγγραφέα εξέγερσης κατά του μεγαλοκτηματία της περιοχής στις 11 Μαρτίου 1911, την ημέρα της εορτής της Πολιούχου της Αρτας Αγίας Θεοδώρας, μετά τη λιτανεία της θαυματουργής εικόνας.

Εσωτερικοί παράγοντες συνομολογούν ότι η νουβέλα συνιστά μια κατασκευή. Εξυπηρετούνται έτσι συγκεκριμένοι στόχοι. Ο πρώτος είναι η παραχώρηση της κυριότητας της αφήγησης στον αναγνώστη. Αυτό εξασφαλίζεται με την παρεμβολή παραθεμάτων, για παράδειγμα λημμάτων και αποσπασμάτων από άρθρα εφημερίδων, με τη μετατροπή εν γένει της διακειμενικότητας σε χρήση της σχετικής βιβλιογραφίας, με τη γραμμική πλοκή και με το διάφανο στήσιμο. Χάρη στις προηγούμενες τεχνικές το γεγονός της κατασκευής της νουβέλας καθίσταται προφανές, ώστε ανοίγεται μια εξωδιηγητική προοπτική, όπου επικυρώνεται η ανταλλαγή των ρόλων του αφηγητή και του λανθάνοντος αναγνώστη.

Αλλαγή ρόλων

Ο δεύτερος στόχος ο οποίος εξυπηρετείται είναι η μετακίνηση των χαρακτήρων στο παρασκήνιο και η συνακόλουθη πρόκριση του ίδιου του τόπου ως πρωταγωνιστή. Τα πρόσωπα και οι πράξεις τους αποδίδονται επίτηδες μέσα από τυπικά σχήματα, με αποτέλεσμα να δεσπόζει η περιοχή της δράσης τους, η Ηπειρος και ειδικότερα η Αρτα στη διπλή παρουσία της στο παρόν και στο παρελθόν. Γι’ αυτό επισωρεύονται τόσο αναφορές για την αρτινή λαογραφία όσο και για αυθεντικά και επινοημένα περιστατικά τα οποία συνδέονται με την τοπική ιστορία. Η περιήγηση της αφήγησης στον χώρο μπορεί να χαρακτηριστεί ως «οδολογική».

Ο όρος έχει πλαστεί από τον Gestalt ψυχολόγο Kurt Lewin. Πρόκειται για την αντίληψη του χώρου την οποία αποκτά ένας επισκέπτης κατά το οδοιπορικό του για τη χαρτογράφηση μιας περιοχής μέσω των διακριτών γνωρισμάτων της. Συνεπώς στο βιβλίο «Η λιτανεία» ο τόπος επισκιάζει τους φανταστικούς ήρωες, ενώ ενσωματώνει τα ιστορικά πρόσωπα ως διακριτά και καταστατικά στοιχεία του.

Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης
Η λιτανεία
Εκδ. Στοχαστής, 2016, σελ. 106
Τιμή: 10,60 ευρώ

*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΄”Τα Νέα” εδώ: http://www.tanea.gr/old-page-categories/books/article/5463511/oi-plhmmyres-toy-araxthoy-kai-ths-istorias/

The Mysterious Music of Georg Trakl

Otto Dix, Sunrise, 1913

Christopher Benfey

Städtische Sammlungen Dresden

Otto Dix: Sunrise, 1913

Stanley Cavell liked to talk about the two myths of reading subscribed to by Western philosophers. “According to one myth the philosopher must have read virtually everything, at least the whole of Western philosophy, broadly conceived,” he wrote in his memoir, Little Did I Know (2010). The other myth specified that philosophers, pure thinkers that they are, should read virtually nothing. “Heidegger is an obvious exemplar of the former myth,” Cavell observed, “Wittgenstein of the latter.”

And yet, both philosophers, the voracious reader and the seemingly reluctant one, found themselves, at pivotal moments in their careers, turning to the arresting work of the early twentieth-century Austrian poet Georg Trakl (1887–1914). Not surprisingly, Wittgenstein and Heidegger responded to Trakl’s striking and still mysterious poems in sharply divergent—one might almost say opposite—ways. James Reidel’s recently completed three-volume translation of Trakl’s major work, timed to coincide with the centennial of the poet’s suicide, allows readers to speculate on what Heidegger and Wittgenstein (along with many other poetry-lovers) may have found so alluring.

Trakl’s poems have an imagistic clarity and seeming accessibility that may remind some readers of the 1960s “Deep Image” poetry of James Wright and Robert Bly, two of Trakl’s early translators. Trakl’s “pictorial manner,” as he described it in 1910, typically “forges together four separate image-parts in four lines of a stanza into a single impression,” as for example in the first quatrain of “Trumpets”:

Under clipped willow trees, where brown children play
And drive the leaves, trumpets sound. A churchyard awe.
Banners of scarlet drop through the maples’ mourning,
Riders along the rye fields, the abandoned mills.

There are difficulties almost immediately, however. The adjective Trakl applies to willows, verschnitten, allows for a range of meanings, from anodyne (“clipped” or “pruned”) to alarming (the translator Alexander Stillmark, no doubt aware that the word can also mean “castrated,” opts for “mutilated”). Similarly, Trakl’s Ein Kirchhofsschauer can yield either Reidel’s hushed “churchyard awe” or Stillmark’s creepier “graveyard shudder.” (Wright and Bly, translating together, ramped it up to “a quaking of cemeteries.”) Under repeated readings, Trakl’s words shift their meanings, like a piece of music in multiple performances.

Self-portrait by Georg Trakl, likely painted in Max von Esterle’s studio, Innsbruck, November 1913

So what is a poem like “Trumpets” about? The second quatrain, which mentions herdsmen singing and dancing at night, concludes: “Banners of scarlet, laughter, madness, trumpets.” Are military trumpets intruding on the pastoral realm of shepherds? Do the scarlet banners, as Reidel claims, warn of scarlet fever, another threat to the idyllic? Wahnsinn, madness, opens another interpretive direction: those mutilated willows and graveyards, and the twice-mentioned Trauer (sadness, mourning), suggest depression. Abandoned mills may even imply social trauma, an economic disruption of village life. Amid such competing meanings, the most common explanation for what Trakl’s poems are really about has gravitated toward biography.

In a late Dream Song, John Berryman summarized Trakl’s lurid life as “Drugs Alcohol Little Sister.” He was born into an upper-middle-class Protestant family in Salzburg, Mozart’s birthplace (and also that of Thomas Bernhard, a fervent admirer of Trakl). His father sold hardware; his mother was addicted to drugs. The children were placed in the care of an Alsatian nanny, under whose tutelage Trakl and his younger sister, Grete, a piano prodigy, spoke French and developed an intense, possibly incestuous relationship. Trakl survived his bumpy schooling, read Rimbaud, started taking drugs at fourteen, and wrote plays and poetry under those twin influences. He trained, perhaps predictably, as a pharmacist; in 1912, the year his first book of poems was published, he was assigned, in fulfillment of his military obligations, to a garrison hospital in the provincial capital of Innsbruck. There he became a regular contributor to Ludwig von Ficker’s Der Brenner (The Burner), a journal related in title and tendency to Karl Krauss’s Die Fackel (The Flame). Meanwhile, Grete’s career as a concert pianist was foundering, as she descended into alcoholism and a miserable marriage.

At the outbreak of World War I, Trakl was transferred to the Eastern Front. Assigned to oversee a makeshift ward in a barn near the battle of Gródek, in Poland, he found himself responsible, with limited medical supplies, for ninety grievously wounded soldiers. The horrific experience contributed to a mental breakdown, while also inspiring one of his greatest poems, “Grodek,” which deftly blends silence with violent imagery:

With evening the autumn woods sound
Of deadly arms, the golden plains
And blue lakes, over which the sun
Trundles hazier; the night envelopes
Dying warriors, the wild lament
Of their shattered jaws.
But silent in the willow-marsh gather
Red clouds, wherein an angry god dwells,
The spilt blood itself, lunar cold;
All roads empty into black corruption.

At the end of the poem, “the sister’s shadow” mysteriously appears, wandering, like one of Wagner’s Valkyrie, “through the still grove, hailing the ghosts of heroes.” The short “Lament,” another of Trakl’s powerful last poems, invokes “Sleep and death, the somber eagles,” before the “sister of a tempestuous despair” reappears.

Not surprisingly, Heidegger and Wittgenstein had radically divergent methods of reading such poems. Both philosophers saw their task as in some sense putting an end to philosophy, which both felt, though in differing ways, had gone astray. Heidegger believed that the whole tradition of Western philosophy, with its Platonic division of body and soul and its embrace of technology and mechanistic thinking, had left far behind some primal radiance and unity at the source, which he associated with pre-Socratic philosophy and with certain poets, like Trakl. Wittgenstein was also impatient with philosophy as traditionally practiced. “The real discovery is the one that makes me capable of stopping doing philosophy when I want to,” he wrote in the Investigations. “The one that gives philosophy peace.”

In a long essay translated as “Language in the Poem: A Discussion on Georg Trakl’s Poetic Work” (1953), Heidegger rejected biographical interpretation, claiming instead to be in search of what he called “the site,” the proper “placing,” of Trakl’s work. “To an age whose historical, biographical, psychoanalytical, and sociological interest is focused on bare expression, such a procedure must seem patently one-sided, if not wayward,” he wrote. Heidegger immediately made the sweeping claim that all Trakl’s poems are in fact fragments of one single poem. For his own elucidation, he chose lines from all over Trakl’s work, linked by such key words as “blue” or “sister” or (a big one) Untergang (descent).

Stitching together such fragments, Heidegger could argue that “Grodek” wasn’t really about war, but actually about the necessary end of a modern generation mired in Platonism, preparing the way for some new dawn. “All roads empty into black corruption” referred to such philosophical dead ends. The sister wasn’t really Trakl’s own sister, but some primal division into sexual difference. Heidegger’s totalizing—or totalitarian—approach was sharply questioned by Jacques Derrida, in a series of seminars conducted (though poorly documented) during the 1980s. According to the Heidegger scholar David Farrell Krell, Derrida thought that Heidegger claimed to find a unity in Trakl’s varied, ambiguous poetry that wasn’t there to begin with.

Georg Trakl, early 1900s

Wittgenstein’s response to Trakl’s poems was at the opposite extreme from Heidegger’s confident assertions. “I do not understand them, but their tone makes me happy,” he wrote to Ludwig von Ficker, Trakl’s patron. “It is the tone of true genius.” Wittgenstein had approached Ficker in July 1914 to distribute 100,000 crowns “among Austrian artists who are without means.” The largest share (about $95,000 in today’s currency) went to Trakl. Like Trakl, Wittgenstein served in the Austro-Hungarian army. Retreating toward Krakow, he was delighted to receive a note from Trakl, a psychiatric patient in the military hospital there, requesting a visit. Wittgenstein’s arrival was delayed a couple of days until November 5, when he wrote that he was “thrilled with the anticipation and hope of meeting Trakl.” However, he noted, “It is already too late to visit Trakl today.” The next morning, he learned that Trakl had killed himself on November 1.

When Wittgenstein wrote of the tone of Trakl’s poetry, he was, I believe, saying something profound about how best to read it. The analogy is with music— both Trakl and Wittgenstein had siblings who were piano prodigies. “Understanding a sentence,” Wittgenstein noted in the Investigations, “is much more akin to understanding a theme in music than one may think.” Understanding a poem, with its patterns of sound and rhythm and repetition, and its ambiguous phrases, is even more like listening to a piece of music. “Why is just this the pattern of variation in loudness and tempo?” Wittgenstein asks. “One would like to say ‘Because I know what it’s all about.’ But what is it all about? I should not be able to say.”

James Reidel’s translations of Georg Trakl’s poetry, most recently in A Skeleton Plays Violin, are published by Seagull Books and distributed by the University of Chicago Press.

*Taken from http://www.nybooks.com/daily/2017/08/01/mysterious-music-georg-trakl/

Ο Ποιητής Μίλτος Σαχτούρης

Μίλτος Σαχτούρης
«Κύριε, είσαστε νεκρός;»

[Πολιτισμικοί Μετεωρίτες-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου]

Την Τρίτη 29 Μαρτίου, συμπληρώνονται έντεκα χρόνια από τον θάνατο του «τρελού λαγού» -ακόμη ενός μείζονος Έλληνα Ποιητή που ο «δρεπανηφόρος» επέλεξε να στείλει στ’ άστρα το μήνα αυτόν

Ο Μίλτος Σαχτούρης (29 Ιουλίου 1919-29 Μαρτίου 2005) φροντίζει να μας αποστομώνει πάντα και προκαταβολικά, όταν αναφερόμαστε σ’ αυτόν: «Προσωπικά πιστεύω ότι στο έργο ενός ποιητή δεν προσθέτει τίποτε η συμμετοχή του σε ποιητικά συμπόσια ή σε πνευματικές παρέες, στην πνευματική αγορά, όπως λένε. Κάποτε ο Ντίλαν Τόμας, ένας ποιητής που σέβομαι βαθύτατα και συχνά τον αναφέρω, σε ένα ποιητικό συμπόσιο διέκοψε τους ομιλητές και τρέχοντας στο παράθυρο φώναξε στους παρευρισκόμενους: “Πάψτε, πάψτε, ακούστε τα πουλιά πόσο καλύτερα τα λένε από εμάς”».

Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα, το 1945, με τη συλλογή «Η Λησμονημένη» από τις εκδόσεις Ίκαρος με βινιέτα που σχεδίασε ο Νίκος Εγγονόπουλος. Από τότε, και μέχρι το 1998, τύπωσε άλλες 13 ποιητικές συλλογές: «Παραλογαίς» (1948), «Με το πρόσωπο στον τοίχο» (1952), «Όταν σας μιλώ» (1956), «Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο» (1958), «Ο περίπατος» (1960), «Τα στίγματα» (1962), «Σφραγίδα ή η όγδοη σελήνη» (1964), «Το σκεύος» (1971), «Χρωμοτραύματα» (1980), «Εκτοπλάσματα» (1986), «Καταβύθιση» (1990), «Έκτοτε» (1996) και «Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια» (1998). Στην τελευταία, μάλιστα, συλλογή του ο τόνος μπαίνει στην παραλήγουσα, όχι από λάθος. Σε συνομιλία που είχε με τον Βασίλη Κ. Καλαμαρά, και δημοσιεύτηκε στη «Βιβλιοθήκη» της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία», στις 23 Δεκεμβρίου 1998, δίνει μάθημα περί ρυθμού ή μέτρου, εάν θέλετε, που προσωπικά πιστεύω πως κανείς καθηγητής δεν θα μπορούσε να διδάξει: «Άμα δεν υπάρχει ρυθμός στην ποίηση, δεν είναι ποίηση. Δεν είναι τίποτα. Από εκεί καταλαβαίνει κανείς τους κακούς ποιητές. Τώρα που ελευθερώθηκε ο στίχος, δεν είναι αναγκαστικός ο ρυθμός, όπως ήτανε στην παλιά, την έμμετρη ποίηση. Άμα δεν έχει ρυθμό ο ελεύθερος στίχος δεν είναι ποίημα, δεν διαβάζεται. ‘Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια’. ‘Ανάποδα γύ…ρισαν τα ρολόγια’ δεν βγαίνει».

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1919 με καταγωγή από την Ύδρα και ήταν δισέγγονος του ναυάρχου της Επανάστασης του 1821 Καπετάν Γιώργη Σαχτούρη. Σπούδασε νομικά στο Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά τα εγκατέλειψε και αφοσιώθηκε αποκλειστικά στην Ποίηση. Τιμήθηκε με τρία κρατικά βραβεία και τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Πέθανε στην Αθήνα, το 2005, στην περιοχή της πλατείας Αμερικής στην Κυψέλη, όπου και κατοικούσε δεκαετίες στην οδό Μηθύμνης 14, σ’ ένα κλασικό μικρό αθηναϊκό δυάρι.

Την εποχή που κατοικούσα στην περιοχή -στην οδό Ι. Δροσοπούλου & Μυτιλήνης γωνία, στάση Λυσσιατρείο, 7 στενά ακριβώς, παράλληλα με την οδό του Ποιητή- πέρασα ώρες στα μαρμάρινα σκαλιά της πολυκατοικίας του, προσπαθώντας να πάρω θάρρος και να του χτυπήσω το κουδούνι. Δεν το έπραξα ποτέ, και μάλλον καλά έκανα, μια και τόσο η ηλικία μου όσο και η ιδιοσυγκρασία μου μάλλον θα τάραζε τον ηλικιωμένο Σαχτούρη. Ή εάν έγραφε και τον διέκοπτα να… : «Άμα γράφω ένα ποίημα και μου έρχεται η έμπνευση και μου μιλήσεις, εκείνη την ώρα μπορεί να σε σκοτώσω…», (από τη συνομιλία του με τον Θανάση Λάλα, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα», στις 5 Φεβρουαρίου 1995).

Πολλά οφείλουμε στον ποιητή και κινηματογραφιστή-σκηνοθέτη Λευτέρη Ξανθόπουλο, που κατέγραψε συνομιλίες με τον Ποιητή. Επίσης στον Γιάννη Δάλλα, για την πρώτη σοβαρή μελέτη-αποτίμηση του έργου του. Ακολούθησαν κι άλλοι. Ο Μίλτος Σαχτούρης πάντα αναφερόταν στη μεγάλη τετράδα της Ελληνικής Ποιήσεως: Σολωμός, Κάλβος, Καβάφης, Καρυωτάκης. Ειδικότερα τους Σολωμό-Καβάφη, τους αναφέρει πάντα στις ελάχιστες συνομιλίες-συνεντεύξεις που μας έχει αφήσει παρακαταθήκη. Επιρροές του ο Ρίλκε, ο Κάφκα και ο Ντίλαν Τόμας, κι άλλοι που τους μνημονεύει και στα ποιήματά του. Ιδιαίτερη η σχέση του με τη ζωγραφική, άλλωστε και η σύντροφός του, από το 1960 έως το τέλος της ζωής του, ήταν η ζωγράφος Γιάννα Περσάκη. Αδικημένος από την κριτική, όπως κι άλλοι της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, δικαιώθηκε στην πορεία και το έργο του παραμένει ακρογωνιαίος λίθος και μεγάλη στιγμή στους αιώνες που μετράει η Γλώσσα και η Ποίησή μας.

Στις παρακάτω παραγράφους παραθέτω κάποιες πικραμένες και μη επόψεις του που αφορούν, αναμφισβήτητα, μεγάλους Έλληνες ποιητές και φίλους του.

Σαχτούρης & Σεφέρης
«Όταν γνώρισα τον Σεφέρη στη μοναδική φορά που πήγα σπίτι του, μετά την επιστροφή του από τη Μέση Ανατολή, με ρώτησε: ‘Δοκίμια δε θα γράψετε;’ Και του είπα ‘Ποτέ’. Γυρίζει στη γυναίκα του και λέει: ‘Μαρώ, δες, δε θα γράψει δοκίμια’.», (συνομιλία με τον Λευτέρη Ξανθόπουλο, «Εντευκτήριο», τχ. 20, Σεπτέμβριος 1992). «Νομίζω η γενιά του ’30 ήταν πολύ φειδωλή. […] Ο δε Σεφέρης είπε: ‘Έντιμος ποιητής ο Σαχτούρης’. Έντιμος δε θα πει τίποτα.», (συνομιλία με την Όλγα Σελλά, «Η Καθημερινή», 20 Φεβρουαρίου 2000).

Σαχτούρης & Εγγονόπουλος
«Ο Εγγονόπουλος, όταν του πρωτοδιάβασα τη ‘Λησμονημένη’ -το θυμάμαι, ήταν συγκινητική ημέρα για μένα: πήγα στο ατελιέ του, αυτό το υγρό υπόγειο που είχε χώμα κάτω κι εκεί έζησε και κοιμότανε όλα τα χρόνια, αλλά είχε γερή κράση κι άντεξε- συγκινήθηκε πολύ. Ο Εγγονόπουλος άμα χαιρόταν του ανέβαινε μια κοκκινίλα στο στέρνο εδώ (δείχνει το στέρνο του) μέχρι πάνω στο κεφάλι… Κοκκίνισε ολόκληρος λοιπόν και μου είπε: ‘Κύριε Σαχτούρη, είστε ποιητής’. Σηκώθηκε, πήγε στη βιβλιοθήκη του, πήρε έναν ‘Μπολιβάρ’ που μόλις είχε βγει -το ’44 ήταν- και μου έγραψε μια αφιέρωση: ‘Στον κύριο Μιλτιάδη Σαχτούρη’ -Μιλτιάδη, όχι Μίλτο- ‘που είναι’ -το είναι μεγαλύτερο από τις άλλες λέξεις- ‘ποιητής’! Εγώ τρελάθηκα… Πήγα στη μάνα μου και της το ’δειξα. Ήταν μεγάλη συγκίνηση… », (συνομιλία με τον Θανάση Λάλα, «Το Βήμα», 5 Φεβρουαρίου 1995).

Σαχτούρης & Ελύτης
«Όχι δεν αναγνώριζαν την αξία μου… Με αγνοούσαν… Ακόμη κι οι φίλοι μου… Τα ’χω πει, κι ο Ελύτης φουρκίζεται άμα τα λέω. Με τον Ελύτη παίζαμε καρπαζιές, τρόπος του λέγειν, και μου έλεγε: ‘Δεν είναι ποίηση αυτή που γράφεις… Είναι γκραν γκινιόλ!’.», ((συνομιλία με τον Θανάση Λάλα, «Το Βήμα», 5 Φεβρουαρίου 1995). «Με τον Ελύτη ήμαστε φίλοι, όμως δεν είπε ποτέ για μένα κάποιον έπαινο.», (συνομιλία με την Όλγα Σελλά, «Η Καθημερινή», 20 Φεβρουαρίου 2000).

«Ο πυρετός της χαράς»

Ηλεχτρικές κουρτίνες σ’ άλλη εποχή
ηλεχτρικοί πολυέλαιοι
δυο πρωινά παράθυρα
δυο μάτια φωτισμένα
η σκιά τ’ ανθρώπου διαβαίνει
μέρα να ’ναι για νύχτα
κι η φωνή: Μην τρέχεις μη φεύγεις
σ’ αγαπώ
La voix du rêve

*(“Η Λησμονημένη”, 1945

**Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016, σελ. 4. Εμείς το πήραμε από εδώ: http://reousis.blogspot.com.au/2016/07/19_31.html?spref=fb