Ζυράννα Ζατέλη: «Τα βιβλία μου τα υπογράφουν με τις ουρές τους οι γάτες μου»

H συγγραφέας-φαινόμενο των ελληνικών γραμμάτων μιλάει για τη βάσανο του δημιουργού, τα τετράδια που καταγράφει τα όνειρά της, το επόμενο βιβλίο της τριλογίας της και φυσικά, τις γάτες της.

Συνέντευξη στη Λίνα Ρόκου – Φωτογραφίες: Γεράσιμος Δομένικος / FOSPHOTOS

Χρειάστηκαν δύο συναντήσεις για να ολοκληρωθεί η συνέντευξη που ακολουθεί. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε στον Φωταγωγό, αγαπημένο στέκι της Ζυράννας Ζατέλη και η δεύτερη στο σπίτι της. Ήταν αυτή, η δεύτερη που μου επέτρεψε να εισέλθω στο προσωπικό της σύμπαν, σε έναν πλανήτη μυστηριώδη αλλά ταυτοχρόνως φιλόξενο, που με βοήθησε να αποκωδικοποιήσω κάπως περισσότερο την προσωπικότητα μιας γυναίκας-ξωτικού.

Το σπίτι της δεν τολμώ καν να το περιγράψω, νομίζω ότι ο Τιμ Μπάρτον μπαίνοντας μέσα σε αυτό θα ένιωθε ένας βαρετός, συνηθισμένος άνθρωπος. Αμέτρητα μικροαντικείμενα, πλάσματα φτιαγμένα από κάθε είδους υλικό και τρεις ολοζώντανες και πανέμορφες γάτες φτιάχνουν μια μυσταγωγική ζούγκλα που συμπληρώνει επάξια την προσωπικότητα του κατοίκου της. Και φυσικά τα αμέτρητα γραπτά της.

Κάποια στιγμή μου δείχνει λίγα μόνο από τα άπειρα τετράδια της, εκεί που σημειώνει με στυλό σκέψεις, ιδέες δικές της, φράσεις που διάβασε ή άκουσε, όνειρα. Από τα τετράδια που εδώ και πολλά χρόνια καταγράφει τα όνειρά της προέκυψε και το τελευταίο της βιβλίο με τον τίτλο Τετράδια Ονείρων.
Continue reading →

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, «Είναι ακριβή η τιμή, είτε πληρώνεις είτε εισπράττεις…»

Κυριακή Μπεϊόγλου*

Ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου είναι ένας νέος ποιητής από τη Δράμα. Μεγάλωσε σ’ ένα χωριό που λέγεται Πλατανιά κι είναι καρφιτσωμένο σε μια πλαγιά. «Εκεί υπήρχαν τοπία που γράφαν αυτά ποιήματα, αρκεί να είχες τα μάτια να συγγράψεις κι εσύ μαζί τους», θα μου πει. Γύρω του, τα παλιά μουσουλμανικά ερειπωμένα σπίτια, τα σταροχώραφα, η σιδηροδρομική γραμμή και ο σταθμός έξω από το χωριό. Μες στο χωριό, μυγδαλιές, κερασιές, κορομηλιές. Το Φυλακτό και το Φρακτό. «Οταν μπαίνεις εκεί μέσα σιωπάς και καταλαβαίνεις ότι άλλος κάνει κουμάντο, εκεί νιώθεις ότι σταματά ο χρόνος. Εκεί νιώθεις μυρμήγκι».

Μια ολόκληρη μυθολογία ενός μαγικού τόπου για τα μάτια του παιδιού που τότε δεν την καταλάβαινε. Αργότερα ξεκλειδώθηκε μέσα του, με διαβάσματα, και βγήκε σαν κομμάτια, σαν ποιήματα στις ποιητικές συλλογές: «Εκαστος εφ’ ω ετάφη» (Θράκα), «Στο σπίτι του κρεμασμένου» (Θράκα), «Με ύφος Ινδιάνου» (Μελάνι), «Μισές αλήθειες» (Μελάνι).

Ετσι έφτασαν στα χέρια μου, σαν εικόνες και λέξεις μιας άλλης επαρχίας, που λίγο την ξέρουμε και ακόμα λιγότερο την καταλαβαίνουμε.

● Σκάρωνες στιχάκια όταν ήσουν παιδί; Πότε έγραψες το πρώτο ποίημα;

Οχι, δεν έγραφα ούτε διάβαζα, δεν έμπαιναν βιβλία στο σπίτι. Το γράψιμο γινόταν αλλιώς. Το πρώτο ποίημα ήταν στην τρίτη Λυκείου. Αρχισα να διαβάζω πολύ από την τρίτη Γυμνασίου. Μια καθηγήτρια με επηρέασε. Η Ησαΐα Τσενεκίδου. Μετά ένας καθηγητής στο Λύκειο μας διάβαζε ποίηση κι εκεί κόλλησα! Κατέβασα τα πόδια από το θρανίο, γιατί μέχρι τότε συνεχώς τα είχα πάνω.

Ημασταν μια παρέα από παιδιά που απασχολούσαμε συνεχώς τον επιστάτη του σχολείου με τις φασαρίες και τα σπασίματά μας. Και ξαφνικά ο καθηγητής μας, ο Γιάννης Αθανασιάδης, μας διαβάζει την «Τρελή ροδιά» και κάνει σαν άλογο μες στην τάξη. Εκεί που λέει το ποίημα «με εκατό βιτσιές», έτρεχε με την καμπαρντίνα του κι έκανε σαν αφηνιασμένο άλογο και είπα: Μα τι κάνει ο άνθρωπος;

● Οπως στον «Κύκλο των χαμένων ποιητών». Με το «Captain, my Captain»;

Ναι! Ολοι αυτοί που κάναμε όμως ήταν πεθαμένοι. Ετσι άρχισα να ψάχνω από εφημερίδες κριτικές και άρθρα για βιβλία. Θυμάμαι το πρώτο βιβλίο ζώντος συγγραφέα που αγόρασα ήταν του Γιώργου Μακρόπουλου, το «Μη σκεπάζεις το ποτάμι». Διάβαζα πολύ μετά. Κάποια στιγμή άρχισα να γράφω.

● Κυριάκο, γεννήθηκες και επιμένεις να μένεις στη Δράμα. Από πού κρατάς;

Από τη μάνα Πόντιος. Ηρθαν Ελλάδα μέσω Συρίας. Από τον πατέρα Καππαδόκης, που ήρθαν στη Δράμα μέσω… Αργεντινής. Πόντιοι λοιπόν από τη μάνα και τουρκόφωνοι από τον πατέρα. Με τη γιαγιά μου δεν μιλήσαμε ποτέ ελληνικά.

Στο χωριό μας από τον δρόμο και πάνω ήταν Θρακιώτες, από τον δρόμο και κάτω Μικρασιάτες τουρκόφωνοι. Οταν μαζευόντουσαν όλοι μαζί ποντιακά και τούρκικα μιλούσανε.

● Και πώς τα καταλάβαινες, πώς τα αντιλαμβανόσουν αυτά εσύ;

Ωραίο ήταν. Κι ας μην καταλαβαίναμε τίποτα εμείς, μια ταινία χωρίς υπότιτλους. Θυμάμαι τον πατέρα εκεί στον κήπο και να σκάβει, καθόταν κι ο παππούς σ’ ένα ξύλο παραπέρα με την τραγιάσκα με τα αυτιά, κι αρπάζονταν συχνά και έντονα, ο γέρος κι ο πατέρας βρίζονταν στα τούρκικα. Εμπαινε κι άλλη γιαγιά με τα ποντιακά και γινόταν χαμός! Είχε πλάκα.

● Σε αρκετά από τα ποιήματά σου μιλάς σκληρά…

Η γλώσσα που χρησιμοποιείς είναι το μισό ποίημα. Εχω στο μυαλό μου αυτό που έλεγε ο Σελίν, «να ξεχαρβαλώνουμε τις προτάσεις για να πάμε το νόημα παρακάτω».

Δεν αρκεί μόνο η ευαισθησία στην ποίηση. Οπως έχει πει κι ένας σπουδαίος Δραμινός, ο Γρηγόρης Πεντζίκης: «Από μας πιο ευαίσθητοι εκατομμύρια στον κόσμο, αυτό δεν αρκεί για ένα ποίημα!».

● Σε ποιον απευθύνονται οι ποιητές του καιρού σου;

Οι ποιητές δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου. Δεν αρχίζουν και τελειώνουν όλα στον εαυτό μας! Αυτό είναι ένας πολύ γλυκανάλατος και ρομαντικός αυτισμός.

Γύρω συμβαίνουν πράγματα και η πραγματικότητα είναι για μένα μια υπέροχη χωματερή που μπορεί να έχει εκεί μέσα από διαμάντια και σκουπίδια.

● Ποια σκληρή εικόνα που είδες έγινε ποίημα;

Η ποίηση πρέπει να έχει μια πολεμική, γλωσσική, να έχει μια δραστικότητα. Φεύγει από το εγώ, από το υπνοδωμάτιο, και πηγαίνει σε ανοιχτούς χώρους, στο εμείς. Στο τρίτο μου βιβλίο είναι όλοι οι μετανάστες. Τότε που πήγα στον Εβρο για εφτά μέρες κι έβλεπα να βγάζουν τα τουμπανιασμένα πτώματα προσφύγων και μεταναστών από το νερό.

Το 2012 πήγα για μια βδομάδα στον Πέπλο, με φώναξαν επίστρατο και πήγα με μισή καρδιά. Ενας τομέας 65 χιλιομέτρων.

Ηταν Μάιος μήνας, τότε πέφτει η στάθμη του νερού κι αποκαλύπτονται όλα τα πτώματα των ανθρώπων που πήγαν να περάσουν το ποτάμι και πνιγήκανε. Μετά από μήνες έγραψα 6-7 ποιήματα με το ίδιο θέμα.

● Εργάζεσαι κάπου αλλού; Αυτό που σπούδασες ας πούμε;

Διαβάζω, γράφω, φωτογραφίζω. Δεν κάνω άλλη δουλειά. Συστηματικά τον τελευταίο χρόνο ζωγραφίζω και κάνω εξορμήσεις στη Δράμα και τα γύρω χωριά. Βέβαια όλη αυτή η ελευθερία έχει το τίμημά της. Σημαίνει πατρικό, σημαίνει εξάρτηση. Αλλά δεν μπορούσα να γίνω δικηγόρος.

● «Είναι ακριβή η τιμή», λες, «είτε πληρώνεις είτε εισπράττεις»…

Ναι, κι αυτό είναι από εκείνη την περίοδο. Ηθελα να έχω το κεφάλι μου καθαρό και να «βουτάω» στα άλλα. Πολλοί νομίζουν ότι έχω πολλά φράγκα. Επειδή με βλέπουν να γυρνοβολάω. Δεν έχω, μου αρκούν τα λίγα.

● Πού γράφεις;

Το αγαπημένο δωμάτιό μου είναι το μπαλκόνι. Είναι νότιο. Κοιτάει το Παγγαίο. Εκεί είναι το Καστανόδασος κι η Εικοσιφοίνισσα το μοναστήρι.

Το μπαλκόνι μου είναι κάτι μεταξύ ιερού και εργαστηρίου. Υπάρχουν πετρώματα που μαζεύω, ξύλα, πίνακες, αντικείμενα από τα ακατοίκητα σπίτια, μπογιές, λάδια, μαχαίρια, βιβλία και σπασμένα κομμάτια από μουσουλμανικές ταφόπλακες.

● Και το γραπτό πού βρίσκεται;

Ολα είναι σπασμένα, φθαρμένα, το ‘χουν γραμμένο μέσα τους το ποίημα. Δημιουργούν έναν δικό μου μικρόκοσμο.

● Πώς βλέπεις την Αθήνα;

Σαν το παιδί που πάει στο πολυκατάστημα, αλλά αργεί στους διαδρόμους. Η κίνηση των δρόμων με τρελαίνει. Μια φορά θυμάμαι σε μια ταράτσα έβλεπα παντού αυτά τα κύματα του τσιμέντου και μου ερχότανε να τα διαλύσω. Να δω ποιοι ζουν εκεί μέσα.

● Ποια λέξη της περιοχής σου χρησιμοποιείς συχνά, καθημερινά;

Το ’22 η Δράμα δέχτηκε τους περισσότερους Πόντιους. Υπάρχουν πολλά αρχαία ρήματα, ποντιακά δημοτικά τραγούδια, που χρησιμοποιούν ακόμα και τα ψάχνω.

Το «κανείτε», τελειώνετε, το λέω πολύ. Τελευταία σε κάτι ψησίματα με το σόι, άκουσα το: «Να κάνετε καλές δουλειές για να μην ανασκάφτουν τους γονείς σας», να μην τους κακολογούν, να μην τους ξεθάβουν. Πολύ δυνατή λέξη το «ανασκάφτουν».

● Τι κρατάς ως πιο δυνατή ανάμνηση από την οικογένεια;

Τον θάνατο της γιαγιάς. Στη Βόρεια Ελλάδα γενικά, φύγανε πολλοί μετανάστες, τέλη ’50-αρχές ’60. Οταν πέθαινε κάποιος δεν προλαβαίνανε να γυρίσουν.

Ειδικά όταν πέθαιναν οι γονείς τους, το είχαν σαν ισόβια ενοχή. Επρεπε να ειδοποιήσεις αμέσως στο τηλέφωνο, να προλάβουν το πρώτο αεροπλάνο.

Πέθανε λοιπόν η γιαγιά. Εμείς τα παιδιά βλέπαμε αυτά τα γεγονότα σαν ευκαιρία να μαζευτεί το σόι και να περάσουμε καλά.

Είχαμε μια απορία: «Ο πατέρας μας θα κλάψει;». Ηταν πάντα σοβαρός και απρόσιτος. Ερχεται λοιπόν ο πατέρας από τη δουλειά, δεν κλαίει. Πρώτη απογοήτευση. Μπαίνει μέσα, πάλι δεν κλαίει.

Πάμε στη γιαγιά, λέμε «τώρα θα κλάψει, θα δει τη μάνα του νεκρή, δεν μπορεί, θα κλάψει». Δεν κλαίει.

Την άλλη μέρα, ήταν να έρθουν οι αδερφές του από τη Γερμανία. Με το μπλε ταξί της Θεσσαλονίκης και το άγχος να προλάβουνε. Ερχονται. Βγαίνουν λοιπόν από το ταξί οι δυο αδερφές του. Είναι πια γκριζομάλλες. Και εκεί είδαμε τον πατέρα να κλαίει.

● Μεγάλη υπόθεση τότε το μπλε ταξί που έμπαινε στο χωριό;

Το μπλε ταξί έφερνε τους συγγενείς. Στέλναμε πολλές φορές δικούς μας ταξιτζήδες να τους πάρουνε από το αεροδρόμιο γιατί τρέχανε παραπάνω και τους φέρνανε πιο γρήγορα.

● Πότε άρχισε το πάθος με τη φωτογραφία;

Οταν ήμουνα στην πράσινη γραμμή στην Κύπρο, και τότε τράβαγα φιλμάκια ασπρόμαυρα, μέσα κι έξω από το στρατόπεδο. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια ξανάρχισε. Εψαχνα λεπτομέρειες τοίχων σε εγκαταλειμμένα σπίτια που να θυμίζουν πίνακες του Ρόθκο.

Από εκεί μετά συνεχίστηκε στις χελώνες της ΔΕΗ με τα πορτρέτα, τα γεωμετρικά με τα χωράφια, τα εικαστικά και ένα μεγάλο κομμάτι με τα ακατοίκητα σπίτια.

● Ποιους ποιητές διαβάζεις;

Υπάρχουν οι νομπελίστες, αλλά εκεί που επιστρέφω ξανά και ξανά είναι κάτι ποιητές που έχουν πιο δεύτερο, τρίτο τραπέζι πίστα. Επιστρέφω στον Θανάση Τζούλη, στον Μαρκίδη, στον Βασίλη Στεργιάδη και επιστρέφω πολύ στον Λειβαδίτη που δεν είναι γλυκανάλατος, είναι σκληρός. Στον Χριστιανόπουλο επίσης.

● Και στη Δράμα υπάρχει ένα υποσχόμενο δυναμικό ποιητών και λογοτεχνών…

Η παρέα της Δράμας, ο Δημήτρης Πέτρου, ο Γιώργος Κασαπίδης, ο Αλέξανδρος Αραμπατζής, αλλά κι από πιο πίσω υπάρχει ο Νίκος Κωνσταντινίδης, ο Φαίδων Πατρικαλάκις, ο Βασίλης Κούλης, ο Τσιαμπούσης.

● Ποιο ποίημά σου είναι το «πιο δικό σου»;

«ονόματι Τασία
τυφλή εκ γενετής/ας πούμε
ένας ιστορικός ενεστώτας
το πέρασμά της/ό,τι αντίκρισε το πήρε μαζί της/για τους άλλους
ακατοίκητη γλώσσα/την πήρε το μάτι κανενός;»

(από τη συλλογή «Μισές αλήθειες», εκδ. Μελάνι, 2012). Αυτή η τυφλή γυναίκα υπήρξε καθημερινά στην παιδική ηλικία μου, την παρατηρούσα κάθε μέρα να πηγαίνει τα ζώα στη βοσκή, κάτι βιδώθηκε μέσα μου τότε σαν σταυροκατσάβιδο -ίσως ακόμη γιατί το ποίημα αυτό κλείνει με μια ερώτηση «επί κοινωνίας κρεμάμενη», σαν γάντζος.

● Είσαι 34, πώς βιώνει η δική σου γενιά στη Δράμα τη γενικότερη κρίση;

Οι φίλοι μου, όσοι έχουν μείνει στην Ελλάδα, προσπαθούν με νύχια και με δόντια. Το μεγαλύτερο κομμάτι έχει φύγει έξω. Δεν νιώθει συνυπεύθυνο για την κρίση, έχει όνειρα.

Δεν μεταναστεύουν απλώς, χαιρετάνε, εγκαταλείπουνε. Διαπρέπουν στο εξωτερικό. Κάθε εβδομάδα αποχαιρετώ κι έναν φίλο.

● Σκέφτεσαι κι εσύ να φύγεις;

Εγώ δύσκολα μετακινούμαι. Το πιο πιθανό είναι μπω πιο βαθιά μες στα βουνά παρά να φύγω εξωτερικό. Θα περιμένω.

Αν πεθαίνει η Ελλάδα θέλω να δω την κηδεία της. Θα κάτσω, τους λέω, να ανάβω τα καντήλια των γονιών σας. Το ανατολικό κομμάτι της Δράμας ερειπώνεται, όσο με λυπεί άλλο τόσο με ιντριγκάρει. Ως ιστορικό φαινόμενο, σκηνικό κινηματογράφου.

Να ξέρεις, αυτοί που έχουν πρόβλημα στην κρίση δεν μιλάνε, χωρίς θέρμανση και άδειο ψυγείο. Δεν μιλάνε. Σφίγγουν τα χείλη τους. Γκρινιάζουν αυτοί που έχουν δέκα ακίνητα.

● Πώς βλέπεις τις σχέσεις των ανθρώπων;

Αυτό που σταδιακά ξεχαρβαλώνεται είναι η συντροφικότητα, το μοίρασμα, και η υπομονή που θέλει το μοίρασμα. Είναι μια κατάσταση σουπερμάρκετ, «ποικιλία να χάνεσαι, τιμές να κερδίζεις».

Πολλές μονάδες, με δυσκολία να μοιραστούμε πράγματα. Το βλέπω κι από τον εαυτό μου.

● Πώς τα πας με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης;

Εχω τρία χρόνια φέισμπουκ, φοβόμουνα ότι θα μου χαλάσει την αίσθηση με τον χρόνο. Σε αποσυντονίζουν, λειτουργούν διασπαστικά ακόμα και στο να διαβάσεις ένα βιβλίο. Σου χαλάει το βύθισμα.

Αν κάτι απολαμβάνω στη Δράμα είναι οι αργοί ρυθμοί, φιλόξενοι για να βυθίζεσαι σαν τον μεσημεριανό ύπνο που κρατάει στην επαρχία.

Το φέισμπουκ είναι ένα δημόσιο καφενείο, έχει ναρκισσισμό, μια παράλληλη κοινωνία καινούργια, έχει φασαρίες, παρεξηγήσεις, έρωτα. Εχει καλά και κακά.

● Το Φεστιβάλ Μικρού Μήκους στη Δράμα είναι πια ένας μεγάλος θεσμός…

Σαράντα χρόνια έκλεισε φέτος το φεστιβάλ, μια εβδομάδα πολύ όμορφη για την πόλη. Αλλά είναι μια περιοχή με μεγάλη ανεργία, δεν την ενδιαφέρει και πολύ.

● Πρώτη στην ανεργία η Δράμα…

Εφιάλτης. Θυμάμαι τον πατέρα μου στο παραπέντε άνεργο, μόνο για δυο μήνες ευτυχώς. Δεν μιλιότανε με τα χέρια στις τσέπες, και μετά διάβασα τον Καρούζο που λέει: «Μην του μιλάτε αυτού, έχει τα χέρια στις τσέπες του σαν να κρατάει χειροβομβίδες. Είναι άνεργος». Αυτό που θυμόμουνα στα δέκα μου δηλαδή.

Ο πατέρας μου… παλιός ασυρματιστής, αργότερα έγινε καπνεργάτης για εφτά χρόνια. Απ’ τα 13 του έμεινε μόνος, σ’ ένα σπίτι με δυο δωμάτια, όλο λάσπη.

● Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε χώρος για απογοήτευση, μόνο για κουράγιο…

Εκαναν πολύ κουράγιο οι άνθρωποι εκεί. Η Δράμα είχε τρεις βουλγάρικες κατοχές, κάτι που δεν το ξέρει ο πολύς κόσμος, έφτασαν τρεις φορές στα όρια του λιμού.

Υπήρχε ένταση στην απόφαση να πάνε μπροστά. Ηταν ικανοί για το καλύτερο και για το χειρότερο βέβαια.

● Ξέρω πως αγαπάς πολύ τα παλιά ποντιακά δημοτικά τραγούδια, ποιο είναι το αγαπημένο σου;

Εγώ τον Αδην ένοιξα και την πομπήν ατ’ είδα/ τριύλω-ύλω σκοτεινόν, η μέσε φρουχνασμένον… Που πάει να πει, «εγώ τον Αδη άνοιξα, το χάλι του εγώ είδα/ τριγύρω-γύρω σκοτεινός, στη μέση μουχλιασμένος». Αυτό. Με συγκινεί πολύ.

*Από την Εφημερίδα των συντακτών στο https://www.efsyn.gr/arthro/einai-akrivi-i-timi-eite-plironeis-eite-eispratteis

Κατερίνα Λιάτζουρα, Αποκαΐδια ηθικής, Εκδόσεις «Βακχικόν»

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Στις μέρες μας κυκλοφορούν αρκετές ποιητικές συλλογές, που εμπεριέχουν σύγχρονο κοινωνικό προβληματισμό. Αυτές οι συλλογές δέχονται δύο ειδών επικρίσεις. Από τη μια μεριά, το να γράψει κανείς ποίηση για την κρίση, θεωρείται κλισέ και από την άλλη η κοινωνική ποίηση χαρακτηρίζεται συλλήβδην ως στρατευμένη. Και οι δύο προσεγγίσεις είναι λάθος. Σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης, όλο και περισσότεροι ποιητές νιώθουν μέσα τους ένα ξέσπασμα διαμαρτυρίας και αγανάκτησης και θέλουν να βροντοφωνάξουν με την ποίησή τους. Όσον αφορά τη στράτευση, θεωρούμε, ότι μπορεί να υπάρξει ποίηση πολιτικοποιημένη, όχι, όμως, κομματικοποιημένη γιατί τότε παύει να είναι ποίηση κι ας έχει στίχους. Άρα, η ποίηση μπορεί να έχει καλή έννοια ως στρατευμένη, όχι απαραίτητα σε ένα κόμμα, αλλά σε μια ευρύτερη ιδεολογία.

Τέτοιες σκέψεις κάναμε, διαβάζοντας το βιβλίο της Κατερίνας Λιάτζουρα: «Αποκαΐδια ηθικής», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις: Βακχικόν». Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που περιλαμβάνει κυρίως κοινωνική ποίηση με άμεσες αναφορές στα σύγχρονα κοινωνικά αδιέξοδα της οικονομικής κρίσης. Θα μπορούσαμε, μάλιστα, να χαρακτηρίσουμε την ποίηση της Λιάτζουρα, ως αντιμνημονιακή, διαβάζοντας ποιήματα, όπως το: «Πλατεία Συντάγματος 2011», όμως, έτσι θα διακινδυνεύαμε να καλύψουμε μόνο ένα μέρος του κοινωνικού της προβληματισμού.

Η πλύση εγκεφάλου, που γίνεται στον σύγχρονο άνθρωπο, από τα ΜΜΕ δημιουργεί ένα σκόπιμο μπέρδεμα: «Νιώθω στο κεφάλι μου ένα καζάνι. / Μεγάλο όσο ο κόσμος που αγαπώ. / Ξέχειλο από ιδιαιτερότητες και δυστροπίες / ξέχειλο από θρησκείες, πατρίδες και καθωσπρεπισμούς.» Και για όσους αντιστέκονται: «Οι δίκες των μαγισσών πάντα καταλήγουν στην ομολογία / ή στον εξορκισμό.» Σε άλλο ποίημα, η Κατερίνα Λιάτζουρα στηλιτεύει την πολιτική, όπου της δίνει την παλιά σωστή της έννοια της απάτης: «Τότε που γεννήθηκε η επαναστατική μου προσδοκία / η ρύπανση της πολιτικής μού μαύρισε το μάτι.», ενώ για τις προσδοκίες κοινωνικής αλλαγής μέσω εκλογών Θα γράψει: «Τα κτήρια γύρω καταρρέουν στο μυαλό / το ίδιο και η ελπίδα της ανατροπής.», για να καταλήξει: «Ξεκίνησε ο χορός της υποταγής.» και αλλού: «Τι σκοτίζεσαι στολιδάκι; / Στο τέλος των εκλογών / θα σε βυθίσουν και πάλι στη χρόνια λήθη σου. / Γιατί έτσι σε θέλουνε. / Κοιμισμένο.» Παρακάτω, η ποιήτρια δεν θα διστάσει να τα βάλει με τον άνθρωπο, που κλείνει τα μάτια του μπροστά στα κοινωνικά ζητήματα και κάθεται στον καναπέ περιμένοντας «την ψυχική ανάταση ή και τη λιποαναρρόφηση», ενώ στο τέλος του ποιήματος, ρωτάει ειρωνικά: «Και αναρωτήθηκες αφού με λίζινγκ τα ανέθρεψες όλα / γιατί μπάζουν τα όνειρά σου;» Όμως, η Κατερίνα Λιάτζουρα δεν γράφει μόνο για να περιγράψει τα κακώς κείμενα, αλλά κυρίως για να αφυπνίσει: «Το θέαμα της Ιστορίας και των εγκλημάτων της / γεννά παιδιά εξεγερμένα».

Ένα μεγάλο μέρος της ποιητικής συλλογής της Κατερίνας Λιάτζουρα «Αποκαΐδια ηθικής» αναφέρεται στους μετανάστες και τους πρόσφυγες, περνώντας ξεκάθαρα αντιρατσιστικά μηνύματα. Έτσι, οι πρόσφυγες περιγράφονται ως «όμηροι ανεδαφικών περιορισμών» και το κλείσιμο των συνόρων φέρνει απελπισία: «Κι όμως τα βρέφη γεράσανε πρόωρα. / Κυρτώσανε οι ράχες τους / καμπούριασε η ελπίδα.» και αλλού: «Στο αμπάρι ενός σαπιοκάραβου είναι στοιβαγμένη η ελπίδα μου. / Στρίμωξα τη ζωή μου ανάμεσα σε νεκροζώντανα κουφάρια. / έχω κλειστοφοβία -σας το ‘πα;» Αλλά, η ποιήτρια δεν στέκεται μόνο στο τι περνάνε οι πρόσφυγες μέχρι να φτάσουν στην Ελλάδα, αλλά και τι περνάνε μέσα στην Ελλάδα. Έτσι, στο ποίημα «Ριτσώνα camp» θα γράψει: «Η ελπίδα ωστόσο σάπισε / Σάπισε στο πορτμπαγκάζ.», ενώ στο ποίημα «Ειδομένη» θα ειρωνευτεί τραγικά: «Τιμή ευκαιρίας. / Στις δύο ψυχές η τρίτη δώρο.»

Η ποιητική συλλογή της Κατερίνας Λιάτζουρα: «Αποκαΐδια ηθικής» είναι γραμμένη σε ελεύθερο στίχο, με αυστηρή οικονομία λέξεων ακόμα και σε κάποια πολύστιχα ποιήματα, ενώ υπάρχει εσωτερικός ρυθμός και αποφεύγεται η πεζολογία. Η ποίηση της Λιάτζουρα είναι κατανοητή και δεν χάνεται σε δαιδαλώδεις λαβύρινθους ερμητικά κλειστών νοημάτων.

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Κατερίνας Λιάτζουρα «Αποκαΐδια ηθικής» παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και είναι πραγματικά αφιερωμένη, όπως γράφει και η ίδια στην αφιέρωση-προμετωπίδα του βιβλίου της: «Σε όσους ονειρεύονται ακόμα / και ελπίζουν / τον κόσμο ετούτο να αλλάξουνε.»

“γράψον ουν α είδες” * (Το κατ’ όναρ απόκοσμο σύμπαν και οι αλχημείες της Ζυράννας Ζατέλη)

ΤΟ ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

ΔΡΑ ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΣ*

Η Ζυράννα Ζατέλη – η σημαντικότερη ίσως Ελληνίδα πεζογράφος, και απ’ τις καλύτερες στην Ευρώπη – αποτελεί ζώσα ενσάρκωση ποικίλων παραδοξοτήτων. Πρόκειται για έναν πραγματικό «γρίφο» που καλούμαστε να αποκρυπτογραφήσουμε. Είτε πρόκειται για το ιδιότυπο ονοματεπώνυμό της (που είναι φιλολογικό ψευδώνυμο) και τους κρυπτικούς τίτλους των βιβλίων της, είτε για την αντισυμβατική ζωή και τις ιδιορρυθμίες της (την εμφάνισή της σε φωτογραφίες, στην τηλεόραση, σε συνεντεύξεις, στο αλλόκοσμο περιβάλλον του σπιτιού της, κτλ). Όλα σ’ αυτή την εκκεντρική γυναίκα συντείνουν σ’ ένα αίνιγμα προς αποκωδικοποίηση, εξαίρεση του οποίου δεν θα μπορούσε να αποτελέσει και το τελευταίο της πόνημα «Τετράδια ονείρων» (εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2017) οι συνθήκες έκδοσης και η πρωτοτυπία του οποίου το καθιστούν – δικαίως – εκδοτικό γεγονός της χρονιάς. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Ενώ το αναγνωστικό κοινό αδημονούσε να κυκλοφορήσει το τρίτο μέρος της πολύκροτης μυθιστορηματικής τριλογίας της (που πρωτοεμφανίσθηκε το 2001 με τίτλο «Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους: Ο θάνατος ήρθε πρώτος», για να ακολουθήσει μετά από επτά χρόνια το δεύτερο μέρος: «Ραμάνθις Ερέβους: Το πάθος χιλιάδες φορές»), τελικά αιφνιδίασε τους πάντες με ένα απροσδόκητο μη μυθοπλαστικό βιβλίο. Πώς προέκυψε αυτό; Στις 3 Μαρτίου 2017 η συγγραφέας κατέβηκε στον οδό Ακαδημίας για να φωτοτυπήσει ορισμένες σελίδες από τα τετράδια ονείρων της (το όγδοο και το ενδέκατο) που κρατούσε για να τις συμπεριλάβει στο μυθιστόρημα που ετοίμαζε. Περνώντας από τον εκδότη της, κι ενώ συζητούσαν με τον Θανάση Καστανιώτη, σε μια στιγμή ο τελευταίος παρατήρησε ένα περίεργο σημειωματάριο (τα εξώφυλλα του οποίου ήταν εικονογραφημένα με γάτες και πουλιά) να πέφτει από την τσάντα της. Ήταν τα «Τετράδια ονείρων». Εντυπωσιασμένος, της πρότεινε να επιλέξει κάποια όνειρα για να εκδοθούν ως αυτόνομο βιβλίο, πριν κυκλοφορήσει το μυθιστόρημα που ολοκλήρωνε. Κάτι που έγινε μετά τρεις μήνες, καθώς η ιδέα της συγγραφικής «ανάσας» από το μυθιστόρημα που δούλευε την δελέασε.

Continue reading →

Δημήτρης Τρωαδίτης: Από την «ποίηση της ήττας» στην «εξέγερση των αισθήσεων»

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ
ΤΟΥ ΔΡΑ ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΥ*

Η ποιητική συλλογή «Με μια κόκκινη ανάταση» (εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 2016) είναι η δεύτερη του ποιητή Δημήτρη Τρωαδίτη και εκδόθηκε λίγο μετά την πρώτη («Η μοναξιά του χρόνου», εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016). Και σ’ αυτή τη συλλογή που αποτελείται από 25 ποιήματα, όπως και στην προηγούμενη, κύρια θεματική συνιστώσα της είναι το ανικανοποίητο, η υπαρξιακή αγωνία και ασφυξία του σύγχρονου ανθρώπου, ως απότοκο των ψυχο-συναισθηματικών αδιεξόδων που προκύπτουν από μια μη αυθεντική, μεταπρατική, (fake) ζωή, η οποία ενώ γίνεται όλο και πιο επίπλαστη και τεχνητή, αγωνίζεται να μιμηθεί την αληθινή. Έρμαιο αυτής της κίβδηλης κατάστασης νιώθει ο ποιητής ο οποίος πασχίζει (μάταια;) να βρει κάποιο ζωντανό ψήγμα αλήθειας, εξομολογούμενος: «δες με που ξεστρατίζω / με μια αλήτικη διάθεση / να διασπάσω τις αδάμαστες / κορνίζες των καιρών / να τους δώσω υπόσταση / στη βαρυχειμωνιά του γκρίζου // δες με που βρίζω ασύστολα / βωμούς και θεούς / απαστράπτουσες προσωπικότητες / σιντεφένια πλαστικά / είδωλα των θεαμάτων / της πεντάρας […]» («Δες με», σ. 18). Αυτή μάλιστα η φτηνή απομίμηση της ζωής έχει λάβει τέτοιες ανεξέλεγκτες διαστάσεις, σε σημείο που να παραχαράσσει την ίδια τη φύση, όπως διαπιστώνει κυνικά: «Ξεμάκρυνε η φύση αρκετά / σταμάτησε να ρέει στη ματιά μας / απέδρασε από τις αρτηρίες μας / μετοίκησε σε άλλα καταγώγια / έγινε στρώμα καπνού // έχει όμως προοπτική αναγέννησης / από τις στάχτες της / μ’ εμπορικές ρήτρες / ν’ αναρτηθούν δάση σε απομίμηση» («Ξεμάκρυνε η φύση», σ. 20). Η βεβήλωση αυτή αγγίζει επίσης ό,τι πιο ιερό και όσιο έχει απομείνει στον άνθρωπο: την ίδια την ποίηση, παραποιώντας την. Εξού και αγανακτισμένος εξανίσταται: «δες με που πασχίζω μια / καθοριστική κλοτσιά να δώσω / στ’ αγάλματα και τις ρύμες / που καμώνονται την ποίηση // δες με που συγκροτώ τις ιαχές μου / σε παράταξη μάχης / στ’ αλώνια του χρόνου / με την κραυγή // στον αγύριστο / μεσίτες της ζωής μας» («Δες με», σσ.18-19).

Αυτό που διαφοροποιεί όμως την παρούσα από την προηγούμενη ποιητική συλλογή του Τρωαδίτη είναι η συνειδητότερη μετατόπισή του από το γενικότερο και πιο αφηρημένο στο πιο συγκεκριμένο και απτό. Ήτοι, στα αίτια και αιτιατά των κακώς κειμένων αυτής της ρομποτοποιημένης, απάνθρωπης κατάστασης, βάζοντας τους τύπους επί των ήλων. Εδώ ο ποιητής δεν περιορίζεται ούτε αρκείται στην εκτόνωση μέσω του καταγγελτικού λόγου, αλλά πάει ένα βήμα πάρα πέρα. Ανιχνεύει – πάντα με τα μέσα και τους άτυπους κανόνες της ποίησης – του «τις πταίει», αν και τι μπορεί (και πρέπει) να γίνει προκειμένου να αλλάξει η κατάσταση. Αυτό δεν το κάνει αυθόρμητα και τυχαία αλλά συνειδητά και μεθοδικά. Κατ’ αρχήν, ως συνέχεια και συνέπεια των προαναφερθέντων (περί «υπαρξιακής ασφυξίας» κτλ), προβάλλει, παρωδώντας, τα αποτελέσματα της περιώνυμης «νέας τάξης πραγμάτων» (που αποκαλεί «νέα ακαταστασία πραγμάτων») η οποία έχει επιφέρει τη «νέα φτώχεια [κι] εκμετάλλευση» εξαιτίας των ηγετών «του βροντερού τίποτα» που υπήρξαν οι πρωτεργάτες του «νέου τύπου ανθρώπου». Γι’ αυτά τα αποτελέσματα όμως ο ποιητής δεν μέμφεται μόνο τους υπαίτιους (ανίκανους και/ή καιροσκόπους) «ηγέτες» αυτής της κατάστασης, αλλά περισσότερο το ανώνυμο πόπολο που έπεσε θύμα στα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, καθώς και της δικής τους αφροσύνης εξαιτίας της «ατέλειωτης κραιπάλης». Εξού και η ειρωνική προτροπή του προς αυτούς: «προσκυνήστε, ω! πιστοί!… // μείνετε γονυπετείς σε ένδειξη σεβασμού / προς τους νέους ηγέτες του βροντερού τίποτα // υποκλιθείτε μπροστά στο μεγαλείο των αναβαπτισμένων αγαλμάτων / στον θρίαμβο του νέου τύπου ανθρώπου [που] είναι έτοιμος να πλέξει ξανά / τη φανέλα του στρατιώτη / για τη δόξα των νέων πατρίδων / των αγορών και των στατιστικών» («Προσκυνήστε, ω! πιστοί!…» σσ. 30-31).

Μετά τη διαπίστωση-απολογισμό-διάγνωση της κατάστασης και του ποιος και τι φταίει, ο ποιητής προτείνει ως ανάχωμα προς την «πορεία προς το θάνατο», και πιθανή συνταγή θεραπείας του «κακού», την «εκρηκτική σκέψη / έμμονη και φλογερή / πυρωμένη / στο αμόνη της ταξικής πάλης» που θα επιφέρει «μια θεσπέσια χαραυγή / των απόκληρων με την κόκκινη ανάταση / της ψυχής / που δεν θα επιτρέψει / στα προοίμια της αδικίας / να γίνουν τόμοι αναλγησίας» («Με μια κόκκινη ανάταση», σ. 25). Εδώ βέβαια, οι ιδεολογικο-πολιτικοί συνειρμοί και υπαινιγμοί του ποιητή είναι σαφείς – πολύ περισσότερο όταν ο τίτλος του παραπάνω ποιήματος επιλέγεται ως αντιπροσωπευτικός της συλλογής. Ωστόσο, κάθε άλλο παρά για ιδεολογικο-πολιτικό μανιφέστο πρόκειται. Για τον απλούστατο λόγο ότι σε δυο άλλα του ποιήματα ο Τρωαδίτης μπορεί να μην αναιρεί ή αποκηρύσσει τον πυρήνα των ιδεολογικο-πολιτικών καταβολών και «πιστεύω» του, σίγουρα όμως αποστασιοποιείται εμφανώς από την ιδέα ότι αυτά μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο και τη μοίρα του. Εύγλωττο δείγμα αυτής της στάσης του είναι το καίριο ποίημα «Ο εμφύλιος έχει πια κριθεί», στο οποίο ομολογείται απερίφραστα από τον πρώτο κιόλας στίχο η «ήττα» και συνεπώς το περιττό του αγώνα («προσωπικού και συλλογικού) καθώς ο τελευταίος οριστικά και αμετάκλητα «έχει πια κριθεί»: «Πασχίζεις να καταργήσεις όσα δεν καταργούνται / συμπράττεις ακόμα και με τον εχθρό σου / για να πετύχεις έστω μιαν αναπνοή // […] προσπαθείς να διαβείς την τάφρο / που σε χωρίζει από τη ζωή / αλλά τα μονοπάτια καίγονται / και μένεις μετέωρος / με αισθήματα τρεμάμενα / επιφάνειες που τρεκλίζουν / και συνθήματα που δεν απηχούν / ο εμφύλιος έχει πια κριθεί…» (σ. 22). Προφανώς πρόκειται για μια διφυή σημειολογία του «εμφυλίου», καθώς ο τελευταίος από τη μια παραπέμπει σαφώς στο ιστορικό γεγονός του Ελληνικού Εμφυλίου (1946-1949), με την ήττα της Αριστεράς, ενώ από την άλλη υπανίσσεται τον προσωπικό «εμφύλιο» του ποιητή (με τις αλληλοσυγκρουόμενες ιδέες και τα συναισθήματά του ως απόρροια του πρώτου γεγονότος), με αποτέλεσμα να νιώθει ορφανός και «μετέωρος με αισθήματα τρεμάμενα». Σημειωτέον ότι δεν είναι καθόλου περίεργο ούτε ξαφνιάζει το γεγονός ότι το στοιχείο του «μετεωρισμού» κυριαρχεί όχι μόνο σ’ αυτή τη συλλογή, αλλά και στο μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής δημιουργίας του Τρωαδίτη. Ωστόσο, μολονότι ο τελευταίος δεν έχει σηκώσει τα χέρια ψηλά, δεν έχει λιποτακτήσει και παραδοθεί, αλλά συνεχίζει τον αγώνα, καθώς «Πασχίζεις να…» (σ. 22), εντούτοις δεν έχει αυταπάτες. Αντιθέτως, είναι αρκετά ρεαλιστής για να συνειδητοποιεί την ουτοπία του ιδεολογικο-πολιτικού αγώνα, αφού «ο εμφύλιος έχει πια κριθεί…».

Η στάση αυτή του ποιητή επαυξάνεται κατηγορηματικά και με αφοπλιστική ειλικρίνεια στο αυτοεξομολογητικό του ποίημα «Προς λαθρόβιο αγκιτάτορα» (αντίβαρο του ποιήματος «Με μια κόκκινη ανάταση»), το οποίο, με γενναιότητα και χωρίς παρωπίδες, αντικατοπτρίζει την τωρινή ρεαλιστική κατάσταση, όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος. Εξού και ο ανυπόκριτος μονόλογός του προς εαυτόν – τον οποίο και παραθέτω αυτούσιο λόγω της βαρύτητάς του: «Κλείνεις τις ιδέες σου στα εκμαγεία της σοφίας / όπως κλείνεις τα χειμωνιάτικα ρούχα / στα μπαούλα με μπόλικη ναφθαλίνη // τις βγάζεις μόνο όταν θυμάσαι / τις ένδοξές σου αγκιτάτσιες / τις παλιοκαιρίστικες / όταν ρητόρευες στις πλατείες / και στα πλακόστρωτα της ανάγκης // επιδιώκεις να ζήσεις μ’ αυτές / ως άλλοθι για τις αποτυχημένες / επαναστατικές σου απόπειρες // αλλά έτσι όπως έχεις στερέψει / και την τελευταία σταγόνα / προλεταριακού καύσιμου / περιφέρεσαι ολομόναχος / στις σύγχρονες εξεγέρσεις / για το μπάλωμα μιας κάλτσας / ή για τη χαμένη τιμή / του τάδε και της δείνα // το τραγούδι σου βράχνιασε πλέον / παρ’ όλα τα μαγικά σου τσιτάτα / και όντας σφόδρα αφελής / πασχίζεις να / ανθοφορήσουν / οι ιδεολογικές σου εμμονές» (σ. 28).

Έτσι, ενώ από τη μια ο ποιητής δεν φαίνεται πρόθυμος να εγκαταλείψει τα πολιτικά του πιστεύω, αποσκιρτώντας/αποστατώντας από την ιδεολογία που τον γαλούχησε επί χρόνια (βλ. «Με μια κόκκινη ανάταση»), από την άλλη συνειδητοποιεί ξεκάθαρα ότι πρόκειται για σκέτη αυταπάτη. Κι αυτό διότι οι ιδεολογικές «εμμονές» του, καθότι «σφόδρα αφελής», δεν είναι παρά «για το μπάλωμα μιας κάλτσας / ή για τη χαμένη τιμή / του τάδε και της δείνα» (ή «για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη», όπως λέει ο Σεφέρης στο ποίημά του «Ελένη»). Πρόκειται, ομολογουμένως, για ένα ειλικρινά συγκλονιστικό ξεστήθιασμα, σπανιότατο στην ελληνοαυστραλιανή ποίηση, και ίσως όχι μόνο σ’ αυτήν.

Παρ’ όλα αυτά, ή εξαιτίας αυτών, η συγκεκριμένη συλλογή, αλλά και η ποίηση του Τρωαδίτη γενικότερα, δύσκολα μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία της αποκαλούμενης «ποίησης της ήττας». Όχι μόνο επειδή ο ποιητής γεννήθηκε πολύ μετά την περίοδο της Κατοχής–Αντίστασης–Εμφυλίου και ήττας της Αριστεράς – άρα δεν έχει προσωπικά βιώματα όπως άλλοι ποιητές (Μανόλης Αναγνωστάκης, Τίτος Πατρίκιος κτλ) – αλλά κι επειδή μόνο ευκαιριακά και όχι συχνά ασχολείται με ιδεολογικο-πολιτικά ζητήματα. Αλλά κι όποτε συμβαίνει αυτό, το ιδεολογικο-πολιτικό στοιχείο δεν βρίσκεται στο επίκεντρο (στα ουσιώδη) αλλά λειτουργεί κυρίως παραπληρωματικά (ως επουσιώδες). Περισσότερο για την τιμή των όπλων, ή για να «αντισταθεί στο ξεθώριασμα / των ιδεών των άδειων από λέξεις» («Στο ξεθώριασμα», σ. 33).

Τούτων δοθέντων, η οιαδήποτε άμεση ή έμμεση «ήττα» στην ποίηση του Τρωαδίτη δεν έχει ιδεολογικο-πολιτική αφετηρία αλλά πρωτίστως υπαρξιακή αφού, ουσιαστικά, από εκεί απορρέει ο όλος προβληματισμός και η κοσμοθεωρία του για το ανικανοποίητο της ζωής και την υπαρξιακή ασφυξία. Γι’ αυτό άλλωστε και στην ενδελεχή εξέτασή μου της πρώτης ποιητικής συλλογής του, επεσήμανα τα εξής: «η θεματική ταυτότητα του ποιητικού σύμπαντος του Τρωαδίτη περιστρέφεται γύρω από κάποιες πάγιες “έμμονες ιδέες” που εκδηλώνονται ως απόηχοι προσωπικών αναμνήσεων και βιωμάτων του μακρινού παρελθόντος. […] Θεματικά δε εστιάζονται στην υπαρξιακή αγωνία, τα αδιέξοδα της ζωής και τη ματαιότητά της, την παρακμή, τον ξεπεσμό και, τέλος, τον επικείμενο αφανισμό του ανθρώπου. Διαδικασία που οδηγεί, ενίοτε, σ’ ένα είδος φιλοσοφικού μηδενισμού». Εξού και η ιστορικο-ιδεολογικο-πολιτική «ήττα» εδώ δεν είναι η αιτία αλλά το επακόλουθο/αποτέλεσμα της υπαρξιακής ήττας του ανθρώπου γενικότερα. Απόδειξη ότι, στην πρώτη του συλλογή, ο ποιητής μόνο ακροθιγώς και υπανικτικά θίγει το ιδεολογικο-πολιτικό στοιχείο, ενώ στη δεύτερη συλλογή του ξανοίγεται περισσότερο, μιλώντας ξεκάθαρα για τη σχέση του με την Αριστερά και την «ήττα» της. Η ουσία πάντως παραμένει ίδια.

Στην προηγούμενη συλλογή του Τρωαδίτη είχα παρατηρήσει ότι «ως αντιστάθμισμα σ’ όλο αυτό το νοσηρό, πεσιμιστικό κλίμα, αντιπαρατίθεται ο παραμυθητικός, λυτρωτικός ρόλος του (ποιητικού) λόγου». Στη δεύτερη συλλογή του, ως αντίβαρο και αντίδοτο στην «ήττα» αντιπαραβάλλεται κυρίως η αντίσταση μέσω του έρωτα, ή η επανάσταση μέσω της «εξέγερσης των αισθήσεων», κατά τις επιταγές του Παρισινού Μάη («κάντε έρωτα, όχι πόλεμο»): «Θα κάνω τις κινήσεις του σώματος / σοφότερες από το μυαλό / […] θα κρατήσω την εσωτερική μας φωτιά / μόνο δική μας / την ώρα που το κορμί μας στριφογυρίζει / αλλάζοντας χρωματισμούς και στάσεις / στην έξαρση των εξεγερμένων φλεβών μας» («Στην έξαρση των εξεγερμένων φλεβών μας», σ. 38). Το ερωτικό κρεσέντο κορυφώνεται στο εκτενέστερο και γνησιότερο ερωτικό ποίημα «Το φως του κεριού» όπου ο ποιητής, αντιστεκόμενος στους «επικείμενους θανάτους» που τον περιτριγυρίζουν, αντιτάσσει το μαγικό ελιξήριο του έρωτα, προτρέποντας: «έλα να λευτερώσουμε τις ψυχές μας / να σπάσουμε τις αλυσίδες που μας έχουν / δέσμιους σε πασάλους ηθικών, / να γδυθούμε απέναντι σε φώτα λυτρωτικά, / κάτω απ’ τα φύλλα του φθινοπώρου / πριν μας προλάβουν οι καταιγίδες… // σε βλέπω πέρα απ’ τα σύνορα / σε κόσμους χωρίς κραυγές απόγνωσης / αγγίζοντας τις νεφέλες της νύχτας, / υψώνοντας σφιχτά τα χέρια μας στις αρμονίες, / αγκαλιασμένοι ν’ αντιστεκόμαστε / στις δίνες που θα φτάνουν…» (σ. 43-44).

Εν κατακλείδι: Η ποίηση του Τρωαδίτη δεν αυτοαναιρείται ούτε είναι αντιφατική, όπως εύλογα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς από την παραπάνω εξέταση. Αντιθέτως, είναι πολυσυλλεκτική και πολυπρισματική – ακόμη κι όταν κυριαρχούν ορισμένα σταθερά μοτίβα. Η όποια αντίθεση και αντίφαση αποσκοπούν στη δημιουργική σύνθεση μέσω του σχήματος «θέση-αντίθεση-σύνθεση» Άλλωστε, όπως παρατηρούσα στην προηγούμενη κριτική μου, «η ποίηση του Τρωαδίτη δεν προσφέρεται για κατηγοριοποίηση [αφού] κάτι τέτοιο θα αντιστρατευόταν τον διφορούμενο χαρακτήρα της και θα ερχόταν σε αναντιστοιχία με την όλη υφή της». Τέλος, και με τη δεύτερη ποιητική συλλογή του ο Τρωαδίτης εδραιώνει πλέον τη θέση του στον ποιητικό χώρο, αποδεικνύοντας ότι ξέρει να ανανεώνεται, να προβληματίζεται και προβληματίζει, αλλά και να συναρπάζει ποικιλοτρόπως τον σοβαρό, απαιτητικό αναγνώστη. Με τις δύο δημοσιευμένες συλλογές του που έχουμε εξετάσει έως σήμερα, διαπιστώνεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι έχει όλα εκείνα τα απαραίτητα εχέγγυα που θα τον ανεβάζουν όλο και ψηλότερα, ως ποιητή αξιώσεων, στο corpus της ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας – και ίσως όχι μόνο σ’ αυτήν…

*Ο Γιάννης Βασιλακάκος είναι πανεπιστημιακός, διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Μελβούρνης, και συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο τιτλοφορείται: «Τα Αμαρτύρητα: Σχέδιο Βιογραφίας του Βασίλη Βασιλικού» (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016).

Κώστας Δεσποινιάδης, Μιλώντας για τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο

Μιλώντας για τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, το περιοδικό “Σημειώσεις” και τις εκδόσεις Έρασμος.
Ομιλία, στο πλαίσιο του διημέρου για το περιοδικό «Σημειώσεις» στις 27/10/2017.
(Το συνοδευτικό βίντεο, από την Ντίνα Μαυρίδου).

Η πολιτική και υπαρξιακή ποίηση της Κατερίνας Γώγου

Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης*

Έχω την αίσθηση, αν όχι την βεβαιότητα, περιδιαβαίνοντας στους χώρους του διαδικτύου και της κανονικής ζωής πως η Κατερίνα Γώγου είναι περισσότερο γνωστή σ’ έναν νεότερης ηλικίας κόσμο με την ποιητική της ιδιότητα και λιγότερο ως ηθοποιός. Αυτό δεν το λέω ως κάτι το αρνητικό, το αντίθετο μάλιστα. Βλέπετε, λίγο η ανάγκη για ποιητική έκφραση κι επικοινωνία της νεότερης γενιάς διαφορετική από τα συνηθισμένα, λίγο μία όχι πάντα καλοπροαίρετη επαναφορά ανθρώπων όπως η Γώγου στην επιφάνεια από δημοσιογράφους και κάθε λογής «δημοσιολογούντες», ένα παραπάνω που οι πολιτικές και κοινωνικέ συνθήκες – της εξέγερσης που αργά σιγά καλλιεργείται μέσα στις συνειδήσεις των νεότερων, οι εργατικοί αγώνες κι αντιστάσεις, οι μικρές νίκες και οι πρόσκαιρες ήττες, η αλλοτρίωση, η μοναξιά μέσα σε μια πόλη που αναζητά την ελευθερία της – που παράγουν αυτή την ανάγκη για επαφή με κάτι το διαφορετικό, κατ’ επέκταση και με την ποίηση της Κατερίνας Γώγου.

Βέβαια, οι παλιότερες γενιές, και φυσικά της γενιάς της ποιήτριας, την γνώρισαν μέσα από τις ηθογραφικές, ανόητες και βαθιά συντηρητικές ταινίες του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου – εκείνες τις ταινίες που μέσα στην εποχή του μετεμφυλιακού κράτους, με τους διωγμούς και τις εξορίες των κομμουνιστών αλλά και με τις μάχες για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, αναλώνονταν πολύ συνειδητά στην καλλιέργεια μιας επιφανειακά αθώας ηθογραφίας των πόλεων και της κοινωνικής ζωής και στην γελοία, κακή μίμηση των αντίστοιχων αμερικάνικων φιλμ τύπου ρομαντικού κομεντί και μιούζικαλ: οι κινηματογραφικές εξαιρέσεις της περιόδου απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Εντός αυτού του περιβάλλοντος, η Κατερίνα είχε πάντα τον στερεότυπο ρόλο της ξεπεταγμένης, αθώας, σχεδόν ηλίθιας, μοντέρνας – σύμφωνα με τα αμερικάνικα, καταναλωτικά πρότυπα και «επαναστάτριας» κόρης. Δεν ήταν η Φίρμα του συστήματος της εποχής, ούτε έπαιζε με τους πολύφερνους γαμπρούς της τότε «σόου μπιζ» αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι στην πορεία των χρόνων δεν έκανε αξιόλογη πορεία σε σοβαρότερες και πραγματικά «κινηματογραφικές», αν μπορούμε να το πούμε έτσι, ταινίες, σε αυτό συνέλαβε και η αλλαγή των εποχών και της κοινωνικής συνειδητοποίησης που δεν αρκούνταν πλέον στην αναπαραγωγή των ηλίθιων αστικών προτύπων συμπεριφοράς αλλά που προχώρησαν, μαζί με την κοινωνία, στην αμφισβήτησή τους και στην κριτική της επικρατούσας ηθικής: ο ρόλος της αδελφής του Θανάση Βέγγου στο φίλμ «Τί έκανες στον πόλεμο Θανάση» του Ντίνου Κατσουρίδη, είναι ενδεικτικός χωρίς να είναι ο μοναδικός ενώ, μεταξύ άλλων, βραβεύτηκε για την συμμετοχή της στην ταινία «Το βαρύ πεπόνι» με το βραβείο Α’ γυναικείου ρόλου (Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – 1977). Σε αυτή τη νέα πορεία η «Παραγγελιά» του συζύγου της Παύλου Τάσιου, αποτελεί το σημείο καμπής όπου συνδέθηκαν σ’ ένα ισχυρό κράμα, η ποιητική αμφισβήτηση της δημιουργού μαζί με την αναζήτηση, νέων, περισσότερων ώριμων, κινηματογραφικών εκφράσεων.

Η ποιήτρια Κατερίνα Γώγου

Η Κατερίνα Γώγου σημάδεψε με την παρουσία της μια ολόκληρη εποχή (παρέα με τους Νικόλα Άσιμο, Παύλο Σιδηρόπουλο καθώς και με άλλους) εκφράζοντας τόσο την ηττημένη δεκαετία μετά την αυταπάτη της επαναφοράς της (αστικής, φυσικά) δημοκρατίας και τα αποτελέσματα της ιστορικής ήττας της επαναστατικής διαδικασίας που εκτυλίχθηκε στην χώρα μας κατά τη διάρκεια της Κατοχής Αλλά έκφρασε και μια άλλη εποχή: αυτή που ακολούθησε με την πτώση της Χούντας και την Μεταπολίτευση, που τα κοινωνικά προβλήματα δεν είχαν επιλυθεί, με τον βαθύτατα συντηρητικό και ακροδεξιό μηχανισμό στο απυρόβλητο, με τις νέες οικονομικές δυνάμεις να επιχειρούν να διαβρώσουν την κοινωνική συνοχή καθώς και το μεγάλο ταξικό κριτήριο που ήταν υπεραναπτυγμένο μέσα στον κόσμο του αγώνα και στην εργατική τάξη – έκφρασε ακόμα την ατομική και συλλογική αλλοτρίωση, την επιβολή χιλιάδων πνευματικών και υλικών εξαρτήσεων, την ανάδειξη της υποκρισίας ως συστατικό στοιχείο του δημόσιου λόγου.

Η συγκεκριμένη εποχή μάλιστα, είναι η εποχή όπου άλλοι ποιητές, θύματα κι αυτοί μιας, ας το πούμε, «ταξικής μελαγχολίας», είτε προτίμησαν τη σιωπή καθώς θεωρούσαν ότι είχαν πει ότι ήταν για να πουν, είτε έγραφαν – ιδιαίτερα η νέα γενιά ποιητών – με ένα τρόπο που τους αποξένωνε από τις ανάγκες της κοινωνίας και του τόπου. Η Γώγου είναι εκείνη η δημιουργός που με τα σκληρά της βιώματα, με την δυνατή πολιτική της σκέψη αλλά και με την αξιοποίηση τόσο του εκφραστικού ταλέντου της, όσο και της πλούσιας ποιητικής/καλλιτεχνικής αντίληψης που την διακατείχε, έφτιαξε με πόνο σώματος και ψυχής γνήσια υπαρξιακή ποίηση με έντονα εξεργεσιακά κι επαναστατικά στοιχεία. Η ποίηση της είναι η ποίηση της κοινωνικής και προσωπικής απόγνωσης αλλά και της γνώσης ότι οι βάρβαροι είναι ήδη εδώ και πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια στην απαλλοτρίωση ψυχής και κοινωνίας που πρεσβεύουν και εφαρμόζουν. Αμφισβητεί η Κατερίνα Γώγου: το Κόμμα, τα πρόσωπα που στο όνομα του αγώνα ξεπουλούν ιδέες και συνειδήσεις, υπερασπίζεται την αναρχία, τα ματαιωμένα όνειρα, τους θεσμούς, την Οικογένεια, την Πατρίδα και τα στρατιωτικά εμβατήρια, περιγράφοντας τις εικόνες της πόλης, στα βρώμικα στενά, στα γήπεδα, στην Πατησίων. Και συμπαραστέκεται: στην Γυναίκα, στην Κόρη της, στους μετανάστες και στους πολιτικούς κρατούμενους ενώ την ίδια ώρα στοχοποιείται από το Κράτος και τις δυνάμεις καταστολής.

Η ποίηση της Κατερίνας Γώγου, αναδεικνύεται και στις μέρες μας, τόσο επίκαιρη , όσο και στην όχι πολύ πρόσφατη εποχή όπου έζησε η ποιήτρια, όπου ο καθένας και η καθεμιά μας, αναγνωρίζει σε αυτήν τον δικό του προβληματισμό, την δική του αγωνία που βρίσκεται και σε άμεση συνάρτηση με το κοινωνικό περιβάλλον και τις ανάγκες της εποχής μας. Ένας σκληρός, ανελέητος κι αδυσώπητος ύμνος, βαθύτατα τραγικός (με την… αρχαιοελληνική έννοια του όρου), να τι είναι και πως ορίζεται η ποίηση της. Αποτελεί ένα ύμνο στον μοναχικό άνθρωπο της πόλης αλλά και στους ανθρώπους που παίρνουν το μέλλον στα χέρια τους, ένα ύμνο σε μορφή ποιητικής προκήρυξης στον ιδιότυπο και ιδιόμορφο αγώνα εκάστου και όλων ενάντια σ’ ένα σύστημα που καταρρέει και που απειλεί να μας πάρει μαζί του στο τέλος ή κι ελπίζοντας πως με την ανοχή μας θα καταφέρει να τη βγάλει καθαρή για λίγο ακόμα, ένας ύμνος είναι, ένα τραγούδι για όλους εμάς που όσο και να το θέλουν δεν χάνουμε την ιστορική και προπαντός, την ταξική μας μνήμη.

Είναι όμως και μια ποίηση που πολλές φορές – αν όχι τις περισσότερες, δεν αντιλαμβάνεται πως εκφράζει όχι ένα ή δύο προσωπικά παραδείγματα αλλά μια ολόκληρη κοινωνική συνείδηση και αναγκαιότητα. Είναι μια ποίηση επίσης, που ο εκφραστής της, η Γώγου δηλαδή, από τη μία καταγγέλλει και διαμαρτύρεται ενώ από την άλλη λυγίζει κάτω από το βάρος των προσωπικών προβλημάτων της (κατάθλιψη, πρέζα κτλ) – που βέβαια είναι και κοινωνικά προβλήματα, όπου οδηγείται προς το τέλος της ζωής της ποιήτριας και της ποιητικής της δραστηριότητας να εσωτερικεύει τον πόνο της, να απομονωθεί, να επαναλαμβάνει «απλώς» παλιές αναμνήσεις, να επιχειρεί ένα κριτικό σχολιασμό της μέχρι τότε ζωής της, ελαχιστοποιώντας την αδρότητα των ποιητικών της εικόνων αλλά και αξιοποιώντας μια νέα ποιητική γραφή: περισσότερο κοφτή, λιγότερο καταγγελτική, δείχνοντας (πόσο ενδιαφέρουσα αντίφαση είναι αυτή) και κούραση και διάθεση για ανανέωση – που όμως θα έρθει πάρα πολύ αργά.

Όχι, δεν είναι τυχαίο που ανακαλύπτουμε ξανά την Γώγου, αυτή τη φορά κάτω από το καινούργιο πρίσμα της ελπίδας και των αγώνων ως μια σοφή φωνή που μας προειδοποιεί να μην ξεχάσουμε την ιστορική μας ευκαιρία για αληθινή ελευθερία αλλά και πως όταν έρθουν εκείνες οι πολυπόθητες μέρες, να μην ξεχάσουμε , τα χρόνια της εξαθλίωσης, της καταπίεσης και του ψεύδους.

*Ο Ειρηναίος Μαράκης γεννήθηκε στα Χανιά το 1986, απόφοιτος της τεχνικής εκπαίδευσης. Συμμετέχει με ποιήματα του στα συλλογικά έργα (e-books) ενώ ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορες λογοτεχνικές σελίδες. Αρθρογραφεί στην εφημερίδα ‘Αγώνας της Κρήτης’ καθώς και στο διαδικτυακό πολιτικό και πολιτιστικό περιοδικό ‘Ατέχνως’. Διατηρεί το ιστολόγιο Λογοτεχνία και Σκέψη.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://atexnos.gr/%CE%B7-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%85%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1/?utm_campaign=shareaholic&utm_medium=facebook&utm_source=socialnetwork

Dimitris Troaditis, Tightrope Walking /Ακροβασíες

Book Review

by Dr. Edward Reilly

Dimitris Troaditis,
Tightrope Walking /Ακροβασíες,
tr. D. Kalimniou, Owl Publishing, Brighton Vic., 2017.
ISBN: 978-0-9805321-9-7

One of the pleasures of a literary friendship is to exchange poems. It serves as a means of dialogue, which all too often cannot take place given separations in time and distance, and neither letters nor social media quite fill that space a completed poem can occupy. Some time ago I sent out a chapbook of mine to friends, and marvelous to say, I received this volume in exchange.

As readers of Neos Kosmos would know, Dimitris Troaditis is something of a phenomenon. Born 1959 in Greece, he started writing poetry with serious intent almost 30 years ago and soon afterwards arrived in Australia, and has not stopped since. Two recent collections of his verse have been published in Athens, and he maintains a bilingual website To Koskino. He’s political, outspoken and quite tough, though sometimes his politics can irritate me, as I am still a rather conservative Adelaidean Catholic. Even so, one respects the strength and beauty of each poet, regardless of their background, for poetry is our common ground. Then, as I am a βάρβαρος, having no Greek, with but a little Latin from school, I will only comment on some of the poems as they appear in translation.

The first thing to strike me is the set of dark images and references used to convey the swirl of sentiment, for example, the use of ‘grave’, ‘old drawings’, ‘stones’, ‘wretched prayers’ in the title poem ‘Tightrope Walking’, then more words emphasizing the acrobat’s dilemma, ‘taut’, ‘bonds’, ‘calamity’ and so on, leading to the reader being prepared to consider the gravity of the real situation we face, ‘whether immortality / can release us / from the bonds of causality’. Suddenly the poem is not about a particular acrobat, but about ourselves, whether we can achieve that ‘perfect / multi-levelled footstep’ needed to avoid ‘calamity’. Is he referring to death, oblivion, to being ‘buried alive’? If so, in what? The poem leaves me nervous, wondering what’s next in store.

In the sonnet, ‘My Secrets’, I encountered fantastic confession. The speaker becomes divine, almost maniacal, as he reveals his intent to ‘engrave’, ‘stamp’ and ‘draw’ himself on his lover’s body, but not out of the light like a Zeus to Danae, claiming however that he would ‘only travel on the feathers of nightingales’. Then a remembered line from the English poet, Keats, led me to refer to this image, one I have never seen or heard, only to read of the tragic tale of Philomela, and remember a line from T. S. Eliot, that supreme symbolist. The second part then presents a series of water metaphors, ‘tears’, ‘mists’, ‘rains and hurricanes’, and as I am now reading the speaker as Tereus addressing his sister, all these images reflecting on a deep ‘grief’.

Perhaps I was reading too much into that poem, but if my student reading and years of classroom teaching are any guide, it is becoming clear that Troaditis is not just writing contemporary trifles, but continuously is digging deep into the remembered veins of Hellenic literature. He gathers strength from that, and from his own political analysis of his life and surrounding circumstances, as demonstrated in poems such as ‘Terror Australia’ and ‘Of the Community’. And, as his translator, Dean Kalimniou, points out in the introduction, Troaditis’ words ‘drench the page with the force of a torrent’, almost to the point of the reader being overwhelmed. Such a clearly articulated force is rare in Australian letters.

Tightrope Walking /Ακροβασιες is a strong collection, and a suitable companion to others in this series of poetry chapbooks, alongside those by Dimitris Tsaloumas, Zeny Giles et al.

[Dr. Reilly is the founding editor of the literary journal, Azuria, published annually in Geelong]

***

Κριτική βιβλίου

Dr. EDWARD REILLY*

Δημήτρης Τρωαδίτης, Tightrope Walking /Ακροβασíες, μετ. D. Kalimniou, Owl Publishing, Brighton Vic., 2017. ISBN: 978-0-9805321-9-7

Μία από τις απολαύσεις μιας λογοτεχνικής φιλίας είναι η ανταλλαγή ποιημάτων. Χρησιμεύει ως ένα μέσο διαλόγου, που, όμως, πολύ συχνά δεν μπορεί να πάρει μορφή λόγω διαχωρισμών εξαιτίας χρόνου και απόστασης, και ούτε οι επιστολές ούτε και τα μέσα ενημέρωσης μπορούν να γεμίσουν τον χώρο που ένα ολοκληρωμένο ποίημα μπορεί να καταλάβει. Πριν από λίγο καιρό έστειλα ένα chapbook μου σε φίλους και βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να πω ότι μου ανταποδόθηκε.

Καθώς οι αναγνώστες του «Νέου Κόσμου» θα γνωρίζουν, ο Δημήτρης Τρωαδίτης είναι κάτι σαν ένα φαινόμενο. Γεννήθηκε το 1959 στην Ελλάδα, άρχισε να γράφει ποίηση με σοβαρές προθέσεις σχεδόν 30 χρόνια πριν φτάσει στην Αυστραλία, και δεν έχει σταματήσει από τότε. Δύο πρόσφατες συλλογές του κυκλοφόρησαν στην Αθήνα, ενώ διατηρεί και τη δίγλωσση ιστοσελίδα ΤοKoskino. Είναι πολιτικοποιημένος, ειλικρινής και αρκετά μαχητικός, αν και μερικές φορές οι πολιτικές του απόψεις μπορούν να με ερεθίσουν, μιας και ακόμα είμαι μάλλον ένας συντηρητικός καθολικός από την Αδελαΐδα. Ακόμα κι έτσι όμως, ο ένας σέβεται τη δύναμη και την ομορφιά του κάθε ποιητή, ανεξάρτητα από την προέλευσή του, γιατί η ποίηση είναι το κοινό μας έδαφος.
Στη συνέχεια, καθώς είμαι βάρβαρος (σ.σ. ελληνικά στο αγγλικό κείμενο), μην γνωρίζοντας Ελληνικά, παρά μόνο λίγα Λατινικά από το σχολείο, θα αναφερθώ μόνο σε μερικά από τα ποιήματα που δημοσιεύονται σε μετάφραση.

Το πρώτο πράγμα που με κλονίζει είναι το σύνολο των σκοτεινών εικόνων και αναφορών που χρησιμοποιούνται για να μεταφέρουν τη δίνη του συναισθήματος, για παράδειγμα, η χρήση των «τάφων», των «παλαιών ζωγραφιών», των «πετρών» και των «μίζερων προσευχών» στο ποίημα με τίτλο «Ακροβασίες». Ευθύς αμέσως περισσότερες λέξεις έρχονται να τονίσουν το δίλημμα του ακροβάτη, «τεντωμένο», «δεσμά», «συμφορά» και ούτω καθεξής, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να είναι έτοιμος να εξετάσει τη σοβαρότητα της πραγματικής κατάστασης που αντικρίζουμε, «αν η αθανασία / μπορεί να μας απελευθερώσει / από τα δεσμά της νομοτέλειας». Ξαφνικά το ποίημα δεν αναφέρεται σε έναν συγκεκριμένο ακροβάτη, αλλά στους εαυτούς μας, ανεξάρτητα από το εάν μπορούμε να επιτύχουμε αυτό το «απερίσκεπτα τέλειο / πολυεπίπεδο βήμα…» που απαιτείται για να αποφευχθεί η «συμφορά». Αναφέρεται στον θάνατο, στη λήθη, όταν «θάβεται ζωντανός»; Αν ναι, σε τι; Το ποίημα με αφήνει νευρικό, αναρωτιέμαι τι ακολουθεί.

Στο εν είδει ηχηρού σονέτου «Τα μυστικά μου», συνάντησα μια φανταστική ομολογία. Ο ομιλητής γίνεται μάντης, σχεδόν μανιώδης, καθώς αποκαλύπτει την πρόθεσή του να «χαράξει» μια «αποτύπωση» και μια «ζωγραφιά» του εαυτού του στο κορμί της αγαπημένης του, αλλά όχι από το φως, όπως ο Δίας με τη Δανάη, υποστηρίζοντας όμως ότι «μόνο θα ταξιδεύω πάνω σε φτερά αηδονιών». Στη συνέχεια, καθώς ενθυμούμαι έναν στίχο του Άγγλου ποιητή Keats, οδηγούμαι στο να αναφερθώ σε αυτή την εικόνα, που όμοιά της δεν έχω δει ή ακούσει, μόνο για να διαβάσω την τραγική ιστορία της Φιλομήλας και να θυμηθώ έναν στίχο του Τ. Σ. Έλιοτ, του μεγάλου αυτού συμβολιστή. Το δεύτερο μέρος στη συνέχεια, παρουσιάζει μια σειρά από μεταφορές σχετικές με νερό, «δάκρυα», «αντάρες», «βροχές και τυφώνες», και καθώς τώρα διαβάζω τον ομιλητή ως άλλον Τηρέα να απευθύνεται στην αδελφή του, όλες αυτές οι εικόνες αντανακλούν σε μια βαθιά «θλίψη».
Ίσως έμεινα αρκετά πάρα πολύ στο ποίημα αυτό, αλλά αν ένας μαθητής μου το διάβαζε και τα τόσα χρόνια διδασκαλίας στην τάξη αποτελούν κάποιον οδηγό, καθίσταται σαφές ότι ο Τρωαδίτης δεν γράφει μόνο για σύγχρονα μικροπράγματα, αλλά σκάβει συνεχώς βαθιά μέσα στις αθάνατες φλέβες της Ελληνικής λογοτεχνίας. Αντλεί δύναμη από αυτή, καθώς και από τη δική του πολιτική ανάλυση για τη ζωή και τις συνθήκες γύρω του, όπως αποδεικνύεται από ποιήματα όπως «Terror Australis» και «Της Κοινότητας».

Και όπως ο μεταφραστής του, Dean Kalimniou, επισημαίνει στην εισαγωγή, ο λόγος του Τρωαδίτη «μουσκεύει τη σελίδα με τη δύναμη ενός χειμάρρου», σχεδόν στο σημείο που ο αναγνώστης μένει συγκλονισμένος. Σαφώς μια τέτοια ευκρινής δύναμη είναι σπάνια στα αυστραλιανά Γράμματα.

Η συλλογή Tightrope Walking /Ακροβασίες είναι μια δυνατή συλλογή και κατάλληλο μέρος συντροφιά των άλλων ποιητών που συμπεριλαμβάνονται στη σειρά αυτή των chapbooks ποίησης, συμπεριλαμβανομένων των Δημήτρη Tσαλουμά, Zeny Giles και άλλων.

*Ο Dr Edward Reilly είναι ιδρυτής και εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού Azuria, που κυκλοφορεί μια φορά το χρόνο στο Geelong.

Joë Bousquet: ποιήματα κατάκοιτα στην έκσταση

Ο Ζ. Δ. Αϊναλής μεταφράζει και συστήνει στο ελληνικό κοινό μια σπουδαία μορφή των γαλλικών γραμμάτων.

Υπάρχει μια νύχτα μέσα στη νύχτα.
Joë Bousquet

Ο Joë Bousquet (Ζο Μπουσκέ) γεννήθηκε στην κωμόπολη Narbonne της Γαλλίας το 1897. Στις 27 Μαΐου 1918, σε ηλικία 21 χρονών, στη μάχη του Vailly, μία από τις τελευταίες μάχες του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, τραυματίζεται από έναν γερμανικό όλμο. Η σπονδυλική του στήλη καταστρέφεται ολοσχερώς. Το ανέμελο, enfant prodigue της προπολεμικής εποχής, θα υποχρεωθεί να περάσει την υπόλοιπη ζωή του κατάκοιτος «στο σπίτι με τα σφαλιστά πατζούρια» στην κωμόπολη Carcassonne, όπου και θα πεθάνει το 1950. Κατά τη διάρκεια αυτού του πολυετή, ακίνητου εγκλεισμού του θα αρχίσει να γράφει. Μην πιστεύοντας στη «διάκριση των ειδών» θα εκδώσει τη μία και μοναδική ποιητική συλλογή του Η κατανόηση του δειλινού (La connaissance du soir) μόλις το 1947, μολονότι συμμετέχει από πολύ νωρίς τόσο στους ντανταϊστές όσο και στους υπερπραγματιστές.

Τα υπόλοιπα κείμενά του δεν συγκαταλέγονται σε καμία γνωστή λογοτεχνική κατηγορία. Στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για πεζόμορφα κείμενα, χωρίς αρχή και χωρίς τέλος. Ανοίγοντας ένα βιβλίο του Bousquet (τα περισσότερα από τα οποία είναι μεταθανάτιες εκδόσεις των προσωπικών τετραδίων του) έχει κανείς την αίσθηση πως βρίσκεται ξαφνικά, ή καλύτερα πως τον «πέταξαν», στο μέσο ενός ήδη αρχινισμένου διαλόγου. Κλείνοντας κάθε βιβλίο του έχει την αίσθηση πως εγκατέλειψε στη μέση, πως έφυγε πριν αυτός ολοκληρωθεί, έναν διάλογο. Και μιλάω για διάλογο, και όχι για μονόλογο, διότι επάνω στις γραμμές των βιβλίων αυτών παλεύουν μεταξύ τους δύο διαφορετικές, ή κάποτε και περισσότερες, φωνές, αποτυπώνοντας ανάγλυφα τον αγώνα και την αγωνία μιας συνείδησης να τιθασεύσει τη φωνή της, να επιβληθεί στον εαυτό της. Ένας σπαραχτικός διχασμός προσωπικότητας που αγωνίζεται να ενοποιήσει τα χωριστά θραύσματα μιας κατακερματισμένης συνείδησης. Μιας συνείδησης που επιμένει να αγωνίζεται εναντίον του ίδιου του εαυτού της ώστε να κατορθώσει να δικαιολογήσει την ύπαρξη της. Κι η γραφή του δύσκολη, ερμητική, κλειστή, εσωστρεφής. Μια γραφή που αποτελεί κυριολεκτικά τον καθρέφτη, στραμμένο προς τα ένδον, προκειμένου να αντανακλά προς τα έξω, μιας συνείδησης.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του ο Bousquet θα αξιωθεί τον θαυμασμό ενός Éluard και ενός Aragon, ενώ θα συνδεθεί με βαθιά φιλία με τον Max Ernst. Το έργο του θα έχει την τιμή να επηρεάσει βαθιά έναν φιλόσοφο του διαμετρήματος του Deleuze. Όλα αυτά βέβαια δεν θα καταφέρουν να απομακρύνουνε την απόγνωση, να απαλύνουν τον πόνο. Έναν πόνο προερχόμενο από την ακύρωση της ύπαρξης εντός της ίδιας της ύπαρξης.

Τα ποιήματα σε πεζό που ακολουθούν προέρχονται όλα από τη συλλογή Η κατανόηση του δειλινού (1947) και συγκεκριμένα από την ενότητα «Το στάχυ της λεβάντας», που ανοίγει το βιβλίο. Το απόσπασμα που κλείνει αυτό το σύντομο αφιέρωμα προέρχεται από το Μεταφράζοντας τη σιωπή (αν και η πιστή απόδοση στα ελληνικά θα ήταν μάλλον «μεταφρασμένο απ’ τη σιωπή», Traduit du silence, 1941). Απ’ όσο μπορώ να γνωρίζω ο Bousquet είναι παντελώς άγνωστος στην Ελλάδα. Εάν αυτό ισχύει, τότε αυτές οι δοκιμές μεταφράσεων θα συνιστούν την πρώτη γνωριμία ενός ελληνικού κοινού με μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές των γραμμάτων του γαλλικού Μεσοπολέμου.

***

Η ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ

(1947)

ΤΟ ΣΤΑΧΥ ΤΗΣ ΛΕΒΑΝΤΑΣ

Δεν έχει ούτε δεξιά ούτε αριστερά ένας σκελετός σε αναζήτηση των οστών του
αν μπορούσε μόνο να πει κλαίω κι αυτό να μην είναι ένας τρόπος του λέγειν
θα έλεγε κανείς πως το κορμί του είναι φτιαγμένο από των άλλων τα δάκρυα
είναι η κατάντια εκείνου που αγαπά η καρδιά του και μόνο που χτυπά τον
πληγώνει
υπάρχει όμως μια γυναίκα τόσο όμορφη που η κακοδαιμονία του δεν την
ακολουθεί ως την πόρτα της είναι εκείνη που τον νανουρίζει είναι εκείνη που τον ξυπνά

μετά τις βροντές έβρεξε Έβρεχε Αστραπές διασκέλιζαν τα δέντρα ντουφέκιζαν
μέσα απ’ την καταιγίδα βρόχια γεμάτα λύρες-πτηνά
δεν αναγνώρισε το ψωμί που έτρωγε δεν αναγνώρισε τον θόρυβο μιας πόρτας
που βροντούσε στο σκοτάδι
ήξερα πως η ευδαιμονία περνούσε μ’ όλα τα φώτα κλειστά του το είπα
αλλά κοιμόταν την αναπνοή τακτική καθώς γύρισα τα μάτια Ήμουν εδώ
μη μου ζητάτε να σας μιλήσω για μένα.

Επαιτεία του μαύρου

Ένας άντρας είναι νεκρός και δεν ήταν εσύ φεύγεις της σκέψης που σε συνέλαβε το κτήνος μαύρο των λογισμών σου Εκεί όπου θα στέκεις ορθός ο χώρος πια δεν θα είναι
Με παιδική φωνή στο φρύδι όλων των μονοπατιών θα μονολογήσεις πως βάδιζες και το τραγούδι θα έρθει μ’ έναν άλλον του ήχο το χαμόγελο θα χτίσει το φως του με καθετί που πέθαινε να ξαναδεί τη μέρα
Το τέλος της μέρας κι ο καθρέφτης που πέταξε μέσα στην τάφρο κι εκείνο το νεκρό νερό φίλη του ανέμου σαν νύχτα κατεβαίνοντας που κουβαλάει στειλιάρια κι εκείνη η νεκρή κι εκείνο το ψέμα σε κάθε σκιά όπου όλο το μαύρο θα εξυψωθεί σε μιαν αναλαμπή

Το καθετί που κλαίει με το μαύρο ενός τρελού που κλαίει τις μέρες του
Έχει το καθετί που βλέπει όταν κλείνει τα μάτια
Όπου κανείς και να τον παρατήσει ακόμα και για πάντα έχει την καρδιά του ολούθε συντηρεί στο αθέατο έναν κόσμο απαρατήρητο
Δώσε μας δώσε μας την ευτυχία δώσε μας ό,τι χρειάζεται για την περιφρόνηση της ευτυχίας και δώσε μας ό,τι δεν έχεις δώσε-το μας κι ακόμα την ευτυχία εσύ ο μόνος που ο θάνατος εκπλήσσει τη στιγμή που γεννιέται

Συνέχεια και τέλος¹

Γύρω τα ελαιόδεντρα και κάτω μυριάδες ρόδα κυανά χορεύοντας επάνω στον ήλιο μια εικόνα νερού σε μιαν εικόνα ανέμου
Η χαρά έρχεται η χαρά φεύγει χωρίς να μιλά για τον εαυτό της κάθε μέρα η ίδια σκέψη μου μαθαίνει πως ήταν εδώ
Όμορφο δείλι του φθινοπώρου Η διαύγεια κι η δροσιά είναι τα σκούρα μιας θάλασσας φωτεινής Που πορεύεται στα τυφλά με τα χέρια

Η σιωπή ως η αγνότητα ενός κόσμου όπου δεν θα υπήρχε ζωή παρά μόνο για ν’ αγαπά τη δική μου
Η μορφή επιβάλλεται στο καθετί που γράφω ώστε η οδύνη μου να μην αναγνωρίζει πια τις οδούς της
Πού έμαθα το καθετί που με δένει Ότι το εγκαταλείπω αντί να σπάω το καθετί που υπήρξε δικό μου αντί να εγκαταλείπω το βάρος του σε μια καρδιά που σταματά να χτυπά η δική μου Εγώ είμαι όχι ως καθαρή βούληση να μη μιάνω τη σιωπή η δική μου θέση Εγώ είμαι στο σκοτάδι όπου οφείλω να φθάσω δίχως φορτίο και δίχως οδύνη Θα είχα πει τα πάντα Και κανένας δεν θα βρισκόταν σ’ αυτή τη γωνιά να διακρίνει τα χέρια μου του προσώπου μου

Όλα είναι τόσο διαυγή στην πτώση του ουρανού που το ρυθμικό τικ-τακ του χρόνου ενώνεται με τη ζωή
Το νερό απαλό κι ο αέρας στο χρώμα του νερού μες στο ψύχος εγγύς που δεν είναι ακόμα παρά η οσμή του μάρμαρου του χειμώνα

Κοιτάχτε πως πέφτει ξαφνικά το σκοτάδι
Πρέπει η νύχτα να έρθει όταν τα βλέμματά μας ήταν αλλού Αλλά ένα λίγο της μέρας διαγράφεται στο χείλος κάθε κλαδιού
Η νύχτα προσμένει πάντα τη νύχτα κρατήστε τα μάτια σας ανοιχτά βλέπει κανείς αρκετά καθαρά όταν ένας άντρας μπορεί να πει πως έπεσε η νύχτα

Δεν ήμαστε παρά στο πρελούδιο ενός τραγουδιού υπερβολικά λυπητερού για ν’ ακουστούμε Μια γυναίκα είπε είναι η εποχή των λευκών ρόδων
Μια φωνή απαντούσε η σελήνη σχηματίζει ένα μονοπάτι μέσα στη θάλασσα που γυρνά στη σιωπή
Μια νυχτερίδα ένα πεφταστέρι ένα χέρι που έτρεμε

Ο τυφλός της αυγής

Όμορφος κόσμος όπου το φως είν’ η παραβολή της δωρεάς της σάρκας Λόγος του κόσμου όπου περνώ κεκαλυμμένος εκείνο που στοχάζεται Καθετί που λησμονεί το πραγματικό είναι εκείνο που δεν γίνεται να λησμονήσουμε

Ήθελε μόνο να ξυπνήσει τα πάντα να μεγαλώσουν μέσα στα χέρια του μέσα σ’ εκείνο που τον έδενε με τον όρκο του Οι εικόνες κάναν πιο μόνο το φως και τον άνεμο και τις μέρες

Δεν είμαι τίποτα σχεδόν ακολουθώ εκείνο που με χάνει

Τάφος που πέφτει γίνεται το χέρι που σε συγκρατεί ο άντρας γεννιέται από το όνειρο που δεν γνωρίζεται Μία γυναίκα πέρασε εκείνη τώρα το όνειρό του γίνεται
Δώσε ξανά στον άντρα σάρκα γίνε εκείνος
Κρυώνει η νύχτα Εκείνος είναι η μέρα μπρος στα μάτια της όπου το βλέμμα του ήταν η ασυλία της ο έρωτας του έρωτά της θα διαρκέσει ανίδωτος

Κάτω από τόσα τραγούδια το ίδιο σφιχταγκάλιασμα με τη λήθη η ίδια απουσία Είναι εκείνος που τη βλέπει σαν μια ελπίδα της οποία καθετί που ζει θα ήταν η δοκιμασία
Το είναι σου επέλεξε τη δυστυχία σου να κατοικήσει μέσα σου
Ο έρωτας ενώνεται με τον έρωτά σου σε συνθλίβει μ’ εκείνο που είσαι σε γεμίζει με μιαν ελπίδα του υπερπέραν
Που σε θάβει ανασκάπτοντάς σε

Ο ήχος των καμπάνων και η αυγή και το πτηνό του ψύχους μες στην ανάσα σου ανάμεσα στα φτερά της ανάσας σου και που σε πλησιάζει ολοένα εγγύτερα κι απομακρύνεται απ’ την καρδιά σου
Και το καθετί που διάσχισε η αυγή ανάμεσα στα φύλλα και τα νερά όλα τα φαντάσματα των χαδιών όταν το βλέμμα μου γίνεται σάρκα εκείνου που αγαπά και που τίποτα δεν του ψεύδεται Η καρδιά μου είναι θαμμένη σ’ εκείνο που μας απομακρύνει όπως είναι φυλακισμένη σ’ εκείνο που δένει τις μέρες μου Γυναίκα φωνάζω προς το μέρος σου σε φωνάζω μέσα από το καθετί που συμβαίνει ώστε να γίνει το κορμί μου το μυστικό μου και το δικό σου

Η κόρη²

Διαυγής ένα βλέμμα τη σβήνει ένα δάκρυ τη συγκρατεί Εκείνη δείχνεται το δειλινό την αγκαλιάζει χωρίς να τη βλέπει έχει το βάρος των βλεφάρων της
Σε μια αίθουσα Λουδοβίκου 16ου που έπλεξε η κόρη λευκή και ψηλότερη απ’ το ναυάγιο οι θάλασσες αναφύονται τη ρωγμή των κατόπτρων ένα ιστιοφόρο τις συγχέει μέσα στη μέρα που το διαγράφει
Το ξύλο των πινακίδων βοστρυχείται κι ανθεί ωοειδείται η αντανάκλαση δίχως ν’ αγγίζει το χείλος του κήπου που εκκολάπτει
Τόσο μικρή και τραβώντας τα καλάμια από ένα πανέρι που κοπιάζει μεγαλύτερο απ’ το σπίτι

Είναι η κόρη σου Η σάρκα πριν το αίμα κλείστηκε έξω απ’ το σούρουπο Η καλοκαιριά τρεμίζει επάνω της όπου εκβάλλει το βλέμμα σου όπου δεν κάνει σκοτάδι παρά στα στάσιμά σου νερά Βροχή στα σπαρτά ό,τι τη διαπνέει επεκτείνει τον τρόμο της νύχτας που είσαι
στα σκοτάδια που έχουν βγει απ’ τον χρόνο τρέχεις τρέχεις μέχρι να την ψαύσεις επάνω στην χλόη τρελή της νύχτας αμίμητη Διασχίζεις το σκοτάδι που είναι το δικό σου σκοτάδι Εκεί όπου η κόρη γελά είναι φθινόπωρο Εκείνη υποκλίνεται κι εσύ είσαι η φωλιά μιας χελιδόνας που μισανοίγει ένα υνί τροχίζεται στο φως που σπέρνεις και σε βιάζει με τα μάτια σου

Αμύγδαλο παγωμένο των παιδικάτων όπου η νύχτα τρέχει σα μαύρο γατί
Θύοντας διαμελισμένη τη σάρκα σου στην ωχρότητά σου το σκοτάδι που τεμαχίζει
Δοκιμάζει το όνομά της σε μια βασιλόπιτα όπου μπαίνει σκληρή τις διαστάσεις ένα κουκί³
Φτερούγα του μαύρου κόρη της νύχτας αδηφάγα η Λευκή από Έρωτα καθώς η χλόη στον άνεμο και η νύχτα ολάνθιστη είναι η μόνη σπορά που δεν μαυρίζει στον ήλιο

ΜΕΤΑΦΡΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΣΙΩΠΗ
(1941)

[…] Ας προχωρήσουμε αργά μέσα σ’ αυτόν τον σκοτεινό Δεκέμβρη μήνα. Βρέχει. Προσμένω τα ρόδα των Χριστουγέννων.
Η σιωπή της νύχτας καταλήγει να με ξυπνήσει. Στις δέκα η ώρα το βράδυ, μετά από μια μέρα γλυφή, αισθάνομαι ευδιάθετος, μονομιάς, ζωντανός καθώς να ήταν η σκέψη μου η μόνη πηγή της ύπαρξής μου.
Το απόγευμα συχνά αποτελείται από μαύρες σκέψεις. Το δειλινό δεν αλλάζει το χρώμα τους, αλλά μου δίνει καινούργιες. Καταλαβαίνω, λοιπόν, πως ήμουν για τα καλά φτιαγμένος για τη ζωή που ήμουν προορισμένος. Η μελαγχολία μου με βαραίνει για να μην είναι πια μόνο εγώ. Αλλά είναι τόσο ευρεία και φτιαγμένη για να είναι συμπεριλαμβανομένη. Αποδεικνύει τη μοναξιά μου, μα τη γνωρίζω τόσο καλά που κάνει να εμφανίζεται εντός μου ένα άλλο εγώ για να τη μοιραστεί.

Παρεμβολή… Επιθυμία να επιβάλλω τις αξίες που υπηρετώ. Ας είχανε όσα αγαπώ καθώς εγώ την παιδεία των όσων θαυμάζω! Πόθος να προσδιορίσεις τη σημασία του μέλλοντος;
Έτσι, ένας άνθρωπος πιστεύει που θέλει να μεγαλώσει ενώ όλη η φιλοδοξία του εξαντλείται στην εξασφάλιση της τύχης μιας κάποιας ιδέας.

Η αιτία της σκοτεινότητάς μου έγκειται στο γεγονός ότι έχω κάτι να κρύψω. Η διαύγεια μιας φράσης δεν είναι παρά μια πτυχή της εσωτερικής μας γαλήνης.
Ότι αυτό το μυστικό δεν θα ‘πρεπε να είναι ένα. Το συναίσθημα που κρύβω έχει δικαίωμα στη μεγάλη μέρα. Αγαπώ πραγματικά, σαν αδερφή, τη νεαρή σύζυγο ενός φίλου μου. Εκείνη ανταποκρίνεται στη συμπάθειά μου με κάποιο είδος φιλίας πολύ ισχυρής, πιστεύω, που είναι και το περισσότερο που μπορεί να δώσει σ’ έναν άντρα μια γυναίκα ερωτευμένη με τον σύζυγο της. Τα λόγια που ανταλλάσσουμε, όλος ο κόσμος θα μπορούσε να τα ακούσει. Κι όμως, τα αισθήματά μου γι’ αυτήν δεν προχωρούν δίχως ένα κάποιο συναίσθημα φόβου: μου φαίνεται πως η συμπάθειά μας είναι καταδικασμένη. Ίσως εξαιτίας του παρελθόντος μου.

Θέλησα πρώτα να δω καθαρά μέσα μου. Απ’ την άλλη, πρέπει αυτό το συναίσθημα να δώσει το μέτρο όλων όσων θα μπορούσα. Σε αυτήν τη φιλοδοξία υποτάσσω όλες όσες εξέθρεψα μέχρι τώρα. Θα ήθελα ανάμεσα σ’ εκείνην και σε μένα να δημιουργήσω το ισοδύναμο εκείνου του αδιάρρηκτου συνδέσμου που υπάρχει ανάμεσα στον αδερφό και την αδερφή.

Αυτό που περιπλέκει τα πάντα είναι το γεγονός ότι είναι υπερβολικά όμορφη. Αυτό που απλοποιεί τα πάντα είναι το γεγονός ότι είναι υπερβολικά σώφρων. Ό,τι μου αρέσει σ’ εκείνην, πρέπει να είναι εκείνη που αγαπώ για να μου το δώσει. Θέλω να πω: είναι που στρεφόμενη ενάντια στις απαιτήσεις της φύσης μου που η αγάπη μου μου αποκάλυψε πως είναι όμορφη.

Όχι, όχι. Όλα αυτά δεν εξηγούνε καλά τη σκέψη μου. Ο άνθρωπος δεν μπορεί ν’ αγγίξει ποτέ την αλήθεια. Η ειλικρίνεια της λέξης είν’ η σιωπή που την ακολουθεί. Ακόμα ένας τρόπος για να μιλάς! Όταν ο έρωτας μου γι’ αυτήν δεν μπορεί να εμφανιστεί παρά σαν ένας τρόπος για να ζήσω.

Πρώτα απ’ όλα, να βρεις ένα μέσο να την κάνεις να το καταλάβει. Να της δείξεις τη φύση του δεσίματός μου μαζί της, να της καταστήσεις διαυγή τη γλώσσα της μοναδικής αιώνιας αλήθειας. Είναι μια γυναίκα. Μου έσωσε τη ζωή. Μ’ έσωσε απ’ τη ζωή μου. Θέλησε να μην υπάρχει μέσα μου παρά μόνο μια σκέψη ώστε να συλλάβω σε όλο της το μέγεθος την αθλιότητα της ύπαρξης και το μεγαλείο της. Δεν θέλησε παρά να γνωρίσει την καρδιά μου. Κι όμως, μ’ έκανε με τα μάτια της άντρα.

Η υπηρέτρια, ανεπαίσθητα, διεισδύει στην κάμαρα, όπου ο κύριος της είναι, ως είθισται, ξαπλωμένος. Η σούπα που του φέρνει είναι υπερβολικά ζεστή. Φυσώντας το καυτό υγρό εκείνος σηκώνει τα μάτια του προς το μέρος της.
Αυτό το βλέμμα την εμψυχώνει. Κάνει ένα βήμα προς το μέρος του, σταυρώνει τα χέρια και παίρνει το λόγο:
– Ο κύριος γράφει στίχους, νομίζω…
– Μα όχι, Μαρία, μα όχι.
– Επιτέλους, αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο κύριος έπαψε να είναι ποιητής.
– Αν θέλετε…
– Είναι που είχα να σας κοινοποιήσω κάτι που φαινόταν να σας ταιριάζει.

Το φως των λαμπτήρων βάφει μιαν απόχρωση ροζ το πρόσωπο της ηλικιωμένης γυναίκας. Εκείνος, τείνει με προσοχή το αυτί. Κι όμως, μια εντύπωση μοναδική το διαπερνά. Του φαίνεται πως είναι στη θέση κάποιου άλλου… Πιεσμένος από εκείνο το συναίσθημα να φανεί χίλιες φορές πιο προσεκτικός στα λόγια αυτής της γυναίκας που είναι πιο αληθινή απ’ τον ίδιο:
– Θα θάψουνε αύριο στο Βιγιελί έναν ηλικιωμένο κύριο. Πρόκειται για κάποιον που του πήρε έξι μήνες να πεθάνει.
– Το φθινόπωρο ήταν τόσο ζεστό που έχει ακόμα κουνούπια μες το δωμάτιο. Δεν έπρεπε, Μαρία, ν’ ανάψετε τα φώτα ενώ ήταν ακόμη ανοιχτά τα παράθυρα. Κι ο ηλικιωμένος, τι λέγατε;…
– Ε, λοιπόν, δεν ήξερε κανείς ποτέ αν έκανε το πεθαμένο ή αν είχε όντως πεθάνει. Ο εφημέριος ήρθε, κλαίγαν πάνω από το πτώμα του, τα παιδιά του τον ντύσαν. Τα κεριά αναμμένα, φέρναν λουλούδια. Και με το που τον ακουμπήσανε στο κρεβάτι, ανοίγει τα μάτια: «αα! λέει, δεν είναι τόσο εύκολο όσο πιστεύουνε να πεθάνεις…»

Τέσσερις φορές ξαναξεκίνησε ν’ αναστατώνει τον κόσμο. Αλλά αυτό ήταν, πάει τέλειωσε, αύριο θα τον θάψουν.
– Τουλάχιστον πέθανε.
– Βέβαια! Μου το είπανε τα παιδιά του.

Έβρεξε τόσο δυνατά εκείνο το βράδυ που πίστεψε πως δεν θα ερχότανε πια ούτε ο Σαρλ ούτε η Σιμόν. Στις δέκα έφτασε πρώτα εκείνη, μουσκεμένη, υγρή. Ο Σαρλ είχε λέει πεταχτεί μέχρι το ταχυδρομείο να στείλει ένα γράμμα.

Ποιητής παρόλα αυτά. Υπερβολικά άρρωστος, περιορισμένος να ζει σκεπτόμενος, όλα όσα που κάνει ώστε να διαδηλώσει την ύπαρξη του τον επαναφέρουνε βίαια στους δρόμους της ομιλίας. Κι όπως πεισματάρικα επιμένει να ζει, φαντάζει πολύ εμπνευσμένος. Πρέπει η ζωή του να εξαντλείται ανάμεσα στα μάτια του και τα χείλη του. Είναι όμορφο να το περιγράφεις έτσι αναλυτικά. Υπάρχουνε πολλοί άνθρωποι σαν κι αυτόν. Μονάχα που δεν τους βλέπουμε.

Η αρρώστια του ήτανε προφανώς πιο δυνατή απ’ τον ίδιο. Αλλά αγωνίστηκε δύσκολα τη συνείδηση του στον ξεπεσμό της. Τα πόδια του μόλις που τον αντέχουν. Ζει ξαπλωμένος. Ανάμεσα σ’ ένα μπουκάλι μεταλλικό νερό κι ένα κουτί γεμάτο παράξενα μαραφέτια ανησυχητικά.

Είμαστε υποχρεωμένοι να περάσουμε ένα κομμάτι της ζωής μας μες τη σιωπή.
– Υπάρχει ένα κομμάτι της ζωής μου, είπε, φτιαγμένο για τη λήθη. Απαρνούμαι ένα ορισμένο κομμάτι των πράξεων μου, επιβεβαιώνει, καθώς εσείς τα όνειρά σας.
– Αυτό είναι αρκετά βολικό, απάντησε ο Φ. Π. που είναι υπερβολικά δίκαιος, υπερβολικά έντιμος για να παραδεχτεί με την πρώτη εκείνη την άποψη στην οποία τελικά θα καταλήξει να δώσει τη συγκατάθεσή του.
Είναι αλήθεια βέβαια πως ο άρρωστος θα του έχει προσφέρει ορισμένες επεξηγήσεις αρκετά πειστικές:
– Η ζωή μου δεν έχει παρά ένα πρόσωπο κι όχι δύο όπως των άλλων.
Εν συνεχεία λέει ένα σωρό άχρηστα πράγματα για να επιστρέψει τελικά:
– Η ζωή με παράτησε: δεν υπάρχει παρά η συνείδησή μου για να συγκρατήσει ένα κομμάτι της.

Όχι, όχι, περιμένετε, θα σας το εκφράσω καλύτερα… Ό,τι απομένει από μένα, δεν έχει παρά τη σκέψη μου μόνο για να το αντιτάξει στο θάνατο. Αυτό δεν είναι ένα γεγονός χωρίς συνέπειες. Δεν παραδέχομαι ως έγκυρο τίποτα απ’ όσα είμαι υποχρεωμένος να μου αποκρύπτω.
Τελικά είπε:
– Ένα μυστικό είν’ αβάσταχτα βαρύ για μια ζωή τόσο χλωμή και ανάλαφρη όσο και μια ανάσα. Κατέχω τόσο ελάχιστα πράγματα που μια εμμονή μπορεί να μ’ αιχμαλωτίσει, με κλείνει σ’ έναν άγνωστο κόσμο όπου γεννιούνται οι εμμονές. Μια κάποια έγνοια υγιεινής με υποχρεώνει να καθιστώ τούτες τις εμμονές αγνές κι απλές αναμνήσεις.
– Μα, απάντησε ο Φ. Π. τι ζωή σατράπη!
– Ναι. Είναι πάνω σ’ ένα σχέδιο απροσδόκητο που εξάσκησα την προσπάθειά μου για την τελείωση. Θέλησα ν’ αποκτήσω τα πάντα. Απλά.

Είναι η σκοτεινή πλευρά της ζωής μου. Υπάρχουνε πράξεις που τις διαπράττω μόνο και μόνο για να μην έχω πια την επιθυμία να τις διαπράξω. Εξαγνίζω τις σκέψεις μου. […]
,

¹ Το ποίημα έχει στα γαλλικά τον τίτλο « Suite et fin »· η λέξη «σουίτα» χρησιμοποιείται εδώ με το διπλό νόημά της, δηλαδή τόσο κυριολεκτικά ως «συνέχεια» όσο και ως μουσικός όρος.
² Στα γαλλικά «La pupille» είναι τόσο η κόρη του ματιού όσο και η ανήλικη, ορφανή κηδεμονευόμενη κοπέλα. Προσπάθησα να διατηρήσω κάπως την αμφισημία του τίτλου αποδίδοντάς τον στα ελληνικά ως «Η κόρη».
³ Την εποχή που γράφει ο συγγραφέας το νόμισμα στη βασιλόπιτα ήταν πολυτέλεια· ο κόσμος έβαζε συνήθως μέσα ένα κουκί.

*Ο Ζ. Δ. Αϊναλής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Είναι ποιητής, μεταφραστής και δοκιμιογράφος. Το τελευταίο του βιβλίο είναι Τα Παραμύθια της Έρημος (Κέδρος, 2017). Ζει και εργάζεται στη Μυτιλήνη.

**Αναδημοσίευση από εδώ: http://1-2.gr/2017/10/06/joe-bousquet-poihmata-katakoita-sthn-ekstash/

Από την Ελλάδα στην Αυστραλία: το αβέβαιο πέρασμα

Φωτογραφία: Κ. Βήτα

Για το μυθιστόρημα του Τάκη Κατσαμπάνη «Walkabout – Προσδοκία ενός ξεκινήματος» (εκδ. Εξάρχεια).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη*

altWalkabout
Προσδοκία ενός ξεκινήματος
Τάκης Κατσαμπάνης
Εκδ. Εξάρχεια 2017
Σελ. 144, τιμή εκδότη €11,00

Ο εγκλιματισμός σε νέο περιβάλλον είναι ένα από τα θέματα που απασχολούν τη σύγχρονη σκέψη και λογοτεχνία, καθώς η αλλαγή πατρίδας, η αναζήτηση νέας ταυτότητας, ο υβριδισμός της κουλτούρας, οι δυσκολίες κοινωνικοποίησης, η σύγκρουση του παλιού με το νέο κ.ά. δημιουργούν τις ιδανικές συνθήκες ενός γόνιμου μεταίχμιου. Και κάθε μεταίχμιο δελεάζει και δοκιμάζει τη λογοτεχνία, αφού εκεί διασταυρώνονται το έξω με το μέσα, το πριν και το μετά, το άσπρο και το μαύρο σε μια διαρκή διαλεκτική σχέση.

Η Αυστραλία είναι μια πρέσα που ισοπεδώνει το παρελθόν, τόσο των Αβορίγινων όσο και των εγκληματιών, που αποτέλεσαν τους πρώτους κατοίκους της· με τον ίδιο τρόπο ισοπεδώνει και την ιστορία των μεταναστών, ζητώντας τους να διαγράψουν το πριν και να εγκλιματιστούν πλήρως στο τώρα.

Όλο το βιβλίο του πρωτοεμφανιζόμενου Τάκη Κατσαμπάνη, μικρό κατά βάση μυθιστόρημα, αναφέρεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στη μετάβαση από την Ελλάδα στην Αυστραλία. Και λέγοντας μετάβαση εννοώ όχι το ταξίδι αλλά τη διαδικασία, κυρίως κοινωνική και ψυχολογική, προσαρμογής στη νέα χώρα και στον καθημερινό πολιτισμό της. Η επιτυχία ή η αποτυχία εξαρτάται από τους δεσμούς με την πατρίδα, αλλά και με το νέο ξεκίνημα που ο καθένας οραματίζεται.

Ο αφηγητής σκιαγραφεί με σχόλια πάνω στα βιώματά του τον καιρό που έζησε στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας και τις προσπάθειες που έκανε να ενσωματωθεί στον ρυθμό της νέας ζωής. Τα ζητήματα που προέκυψαν δεν ήταν καταρχήν οικονομικά, αλλά πολιτισμικά. Μαθαίνει τη γλώσσα και δεν έχει προβλήματα συνεννόησης και κατανόησης, αλλά πάντα νιώθει ότι οι νέες λέξεις είναι άψυχες και δεν μπορούν να αποδώσουν τον ψυχισμό του. Βρίσκει δουλειά, στην αρχή σε ένα πρόγραμμα κοινωνιολογικής έρευνας στα νοσοκομεία της πόλης κι έπειτα σε ένα γλωσσολογικό πρότζεκτ, στα οποία ανακαλύπτει ότι οι Έλληνες ομογενείς, όσο κι αν απολαμβάνουν το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης και κοινωνικής ασφάλειας, νιώθουν πάντα ξένοι. Η Αυστραλία είναι μια πρέσα που ισοπεδώνει το παρελθόν, τόσο των Αβορίγινων όσο και των εγκληματιών, που αποτέλεσαν τους πρώτους κατοίκους της· με τον ίδιο τρόπο ισοπεδώνει και την ιστορία των μεταναστών, ζητώντας τους να διαγράψουν το πριν και να εγκλιματιστούν πλήρως στο τώρα.

Σ’ αυτην τη διελκυστίνδα συναντά τον Βρας, Έλληνα καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ, ο οποίος τον βοηθάει παρά την ιδιόρρυθμη συμπεριφορά του. Κι αυτός είναι ο κατεξοχήν εκπρόσωπος της ιδέας ότι πρέπει να απογαλακτιστούν από την Ελλάδα και να ακολουθήσουν μια απόλυτα καινούργια ζωή. Η μεταστροφή του μάλιστα στον αγγλικανισμό ικανοποιεί αυτήν ακριβώς την ανάγκη. Μια τέτοια στάση απέναντι στην Ελλάδα θεωρεί ότι η χώρα είναι κολλημένη στην Ιστορία της, αρχαία και βυζαντινή, δεν μπορεί να προχωρήσει γενναία στη νεωτερικότητα και βαυκαλίζεται με το ένδοξο παρελθόν της αντί να δει το τελματωμένο παρόν της κ.λπ. Ο επαρκώς κοινωνικοποιημένος ξένος διαγράφει τη «μητρίδα», όπως λέγεται σε κάποια φάση η πατρίδα, και ακολουθεί τον νέο δρόμο της αυστραλιανής προόδου.

Το walkabout είναι πάντα μια ρευστή πραγματικότητα, μια ανοιγοκλεινόμενη πόρτα η οποία δεν αφήνει οριστικά απ’ έξω το παρελθόν.

Ωστόσο, ο αφηγητής συναντά ένα σωρό ανθρώπους που δεν θέλουν ή δεν μπορούν να δουν την τομή ανάμεσα στην παλιά και τη νέα χώρα ως τελεσίδικο πέρασμα. Το walkabout είναι πάντα μια ρευστή πραγματικότητα, μια ανοιγοκλεινόμενη πόρτα η οποία δεν αφήνει οριστικά απ’ έξω το παρελθόν. Άλλοι μένουν πεισματικά στις μνήμες τους, άλλοι συμβιβάζουν τα δυο πεδία κι άλλοι, όπως τελικά ο ήρωάς μας, αρνούνται το άψυχο σκηνικό κι επιστρέφουν στην Ελλάδα.

Κλείνω με μια παρατήρηση επί της γραφής. Ξέραμε ότι πολλά σύγχρονα κείμενα δεν είναι κλειστά· τώρα συνειδητοποιούμε όλο και πιο πολύ ότι μπορεί να μην είναι καν μονότροπα αφηγηματικά, να μην είναι καν συνεκτικά, να μην αποτελούν ένα αρραγές σύνολο αλληλοσυμπλεκόμενων σκηνών. Πλέον πολλοί –και ο Τ. Κατσαμπάνης ανάμεσά τους– γράφουν συνδέοντας την υπόθεση με το σχόλιο, το βίωμα με την εξομολόγηση, την ιστορία με το δοκίμιο, σε μια υβριδικότητα που καταστρατηγεί την αφήγηση ως showing και υιοθετεί το telling ως αναγκαίο συνοδό στην απόδοση του νοήματος και στην μετάγγιση των αισθημάτων.

Ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο ενός φερέλπιδος συγγραφέα.

*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας και κριτικός βιβλίου.

**Από εδώ: https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/katsampanis-takis-exarcheia-walkabout?utm_source=Newsletter&utm_medium=email