Ντέμης Κωνσταντινίδης: «Η απουσία της έκπληξης μας καθιστά αμέτοχους δέκτες»

Μια συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Καραγιαννόπουλο

Ντέμης Κωνσταντινίδης: «Είναι, λοιπόν, [η απουσία της έκπληξης] η ίδια φθοροποιός ουσία, που μας διαβρώνει και μας καθιστά αμέτοχους δέκτες, όπως σκληρά διαπιστώνουμε. Ο εκφασισμός μιας ολόκληρης κοινωνίας συνδέεται άμεσα με αυτό. Και οδηγεί σε αποτρόπαιες εκφάνσεις του εαυτού»

Προσπαθώντας να βρω έναν τρόπο για να σας συστήσω τον σημερινό μας καλεσμένο, θυμήθηκα κάποιους στίχους του από ένα παλιότερό του βιβλίο:

Εκ νέου τα λόγια μια υπαγόρευση
Οριστικά υπό κατάληψη το σώμα
Ιεροεξεταστές χωρίς συγχώρεση
Στίχοι που δεν ζευγάρωσαν ακόμα.
Κι ευθείς ο δάσκαλος Auden ήχησε στ’ αυτιά μου:
Η Τέχνη τα σβησμένα ανοίγει μάτια
στη Σάρκα και το Διάβολο, ως ζεσταίνουν
τα σκοτεινά του Πειρασμού δωμάτια
όπου ήρωες βρυχώνται και πεθαίνουν

[…]

Μα πώς θα ικανοποιήσουμε, όταν βρεθούμε
ανάμεσα στο Μήπως και το Θα,
του λιονταριού το στόμα, που η πείνα
του δεν χορταίνει με καμιά μεταφορά;

Ίσως να φαντάζει παράδοξη η εισαγωγή μου ετούτη. Μα παράδοξη δεν είναι και η κάθε μας συνάντηση; Τα λόγια μας; Οι εξομολογήσεις μας; Και τι πιο παράδοξο απ’ το να ακούσεις έναν ποιητή που, ανοίγοντας ένα μικρό παραθυράκι απ’ το εργαστήρι του, σου ψιθυρίζει δρόμους που σε οδηγούν στο κέντρο του εαυτού σου, του κόσμου κι εκείνου του ονείρου που το λέμε –συνήθως- πραγματικότητα;

Συναντήσαμε τον ποιητή Ντέμη Κωνσταντινίδη και συζητήσαμε μαζί του εφ’ όλης της ύλης.

Από την τελευταία μας κουβέντα πάνε –σχεδόν- δυο χρόνια. Τι άλλαξε για σας, μέσα σ’ αυτό το διάστημα;
Μέσα μου, λίγα πράγματα. Ο βυθός, πάντως, έχει προοπτικές… Δεν ξέρεις ποιο θαλάσσιο ρεύμα θα σε παρασύρει, σε ποιο ακρογιάλι θα σε ξεβράσει, για πόσον καιρό. Να μικραίνεις, να μικραίνεις και να διαλύεσαι. Είμαι ένα είδος βότσαλου.

Τι κρύβετε μέσα στα… κλειστά σας βιβλία;
Πολλά σκόρπια ποιήματα, τόσο πρώιμα ―σχεδόν εφηβικά― όσο και κατοπινά. “Αποτυπώνουν μια πορεία αγωνιώδη και κοπιαστική, όχι όμως χωρίς τις απολαβές της συμφιλίωσης με την εσωτερική φωνή”, όπως αναφέρω στο δελτίο τύπου. Ο τίτλος είναι απόσπασμα από στίχο ποιήματος, εντός της συλλογής. Και μόνος ενοποιητικός παράγοντας σε αυτήν, το τυχαίο. Οπωσδήποτε, όμως, η εικόνα των κλειστών βιβλίων κάπου πρέπει να παραπέμπει…

Ποια είναι αυτή η φθοροποιός «ουσία» που καταγγέλλετε στην «Περίπολο για τους εναπομείναντες»; Και ποιοι –θεωρείτε- πως θα’ ναι αυτοί που θα μείνουν πίσω και θ’ αντέξουν;
Σε μιαν ωραία σας ερώτηση, στην προηγούμενη συνάντησή μας, περί του νοήματος της αυγής σε κάποια προμετωπίδα παλαιότερης συλλογής, σας είχα, μεταξύ άλλων, απαντήσει: “Η έκπληξη κάθε καινούργιας μέρας”. Το “να μη βουλιάξουμε στο βούρκο της συνήθειας, της αναβλητικότητας, του εύκολου και του χυδαίου”. Είναι, λοιπόν, η ίδια φθοροποιός ουσία, που μας διαβρώνει και μας καθιστά αμέτοχους δέκτες, όπως σκληρά διαπιστώνουμε. Ο εκφασισμός μιας ολόκληρης κοινωνίας συνδέεται άμεσα με αυτό. Και οδηγεί σε αποτρόπαιες εκφάνσεις του εαυτού.

Σήμερα τα ποιήματα πίπτουν ως ράβδοι επάνω στους κάλπηδες εμπόρους; Ποια είναι η μεγαλύτερη μάστιγα της εποχής μας;
Δυστυχώς όχι. Τουλάχιστον, όχι όσο θα έπρεπε. Όταν έγραφα το συγκεκριμένο ποίημα, που μου ανακαλείτε στη μνήμη, είχα στο νου μου, φυσικά, τη μορφή του εξοργισμένου Χριστού. Ενός Χριστού επαναστάτη, όπως υπήρξε πράγματι. Το μόνο που άλλαζε ήταν ο ναός. Εγώ μιλούσα για έναν ναό της τέχνης, όπου πολλοί σήμερα ασχημονούν, εκμεταλλευόμενοι την άγνοια των πολλών. Αυτή θεωρώ, ίσως τη μεγαλύτερη μάστιγα. Παρότι (συνεχώς) δικτυωμένοι, αγνοούμε πολλά: τόπους, κείμενα, εξελίξεις, τον διπλανό μας, τον ίδιο μας τον εαυτό. Τις δυνατότητες, αλλά και τους περιορισμούς μας.

Αν σας δίνονταν η δυνατότητα να αλλάξετε κάτι στον κόσμο, τι θα ήταν αυτό;
“Διάβαζα τις εφημερίδες σας… Όλες διακηρύσσουν ότι οι ιδέες μου έχουν πεθάνει! Τα γνωστά. Αυτοί οι παλιάτσοι το λένε πάνω από εκατό χρόνια τώρα, αλλά δεν αναρωτιέστε τι μανία είναι αυτή να με ανακηρύσσουν νεκρό ξανά και ξανά;” λέει ο Μαρξ, δια χειρός Χάουαρντ Ζιν (Ο Μαρξ στο Σόχο). Και σοφά προτρέπει: “Ας σταματήσουμε να μιλάμε για καπιταλισμό και σοσιαλισμό. Ας μιλήσουμε απλώς για το πώς θα χρησιμοποιήσουμε τον απίστευτο πλούτο της γης προς όφελος (όλων) των ανθρώπων.”

Ελπίζετε σε κάτι;
Σε αυτό που φοβάμαι ταυτόχρονα. Πως η Ιστορία κάνει κύκλους…

Στην προηγούμενη συνομιλία μας μου είχατε περιγράψει το μέλλον με μελανά χρώματα. Είχατε μιλήσει για την αναπότρεπτη κυριαρχία των μηχανών και την υποταγή μας σε μια τεχνητή νοημοσύνη. Σήμερα βλέπετε να ερχόμαστε όλο και πιο κοντά σ’ αυτό ή μήπως διακρίνετε κάποιαν αλλαγή ρότας;
Είμαστε ήδη πολύ κοντά, ώστε έπαψε να είναι απλώς ένα κακό σενάριο. Νευροεπιστήμονες και άλλοι ειδικοί μιλούν, πλέον, ανοιχτά για ένα νέο είδος υβριδικού ανθρώπου, όχι απλά συνδεδεμένου (αυτό συμβαίνει και σήμερα με τα smartphones), μα αξεχώριστου από τον παγκόσμιο ιστό και απολύτως εξαρτημένου από την τεχνητή νοημοσύνη. Έναν “πολιτισμό” των (cy)borgs, για να θυμηθούμε και το Star Trek.

Η ποίηση δεν έχει καμιά χρηστική αξία. Άχρηστο πράγμα για μιαν εποχή ψυχαναγκαστικά στραμμένη στην υπερ- κατανάλωση, την υπερ- παραγωγή και την απομάκρυνση από το συναίσθημα. Κι όμως, τα social media κατακλύζονται καθημερινά από στιχάκια, όπως επίσης αυξάνεται με ραγδαίους ρυθμούς κι ο αριθμός εκείνων που θεωρούν πως γράφουν ποίηση. Από πού εκπορεύεται αυτό;
“Ίδια τοπία απελπισίας/Σε κάθε συναναστροφή:/Κινήσεις, εκφράσεις, θεατρινισμοί/Πληθυντικοί ευγενείας… “ γράφω κάπου, στη συλλογή “Η ασφαλής ομήγυρη”. Στο μανιφέστο του “Η χρησιμότητα του άχρηστου”, Άγρα, ο Nuccio Ordine θεωρεί χρήσιμο ό,τι μας βοηθά να γίνουμε καλύτεροι. Συμφωνώ απόλυτα με τη καίρια διατύπωσή του: “Η λογική όμως του κέρδους ναρκοθετεί τις βάσεις των θεσμών (σχολεία, πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, εργαστήρια, μουσεία, βιβλιοθήκες, αρχεία) και εκείνους τους κλάδους (ουμανιστικούς και επιστημονικούς) των οποίων η αξία θα έπρεπε να ταυτίζεται με αυτή καθεαυτήν την γνώση, ανεξάρτητα από το αν παράγουν άμεσα κέρδη ή πρακτικά οφέλη. “ Το θέσατε πολύ εύστοχα, “εκείνων που θεωρούν πως γράφουν ποίηση”. Αλλάζω ελαφρώς την καταληκτική σας ερώτηση: από πού εκπορνεύεται (όλο) αυτό…

Είστε από τους συγγραφείς που έχουν καταγγείλει αυτή την μόδα των σεμιναρίων δημιουργικής γραφής. Θα θέλατε να μας μιλήσετε λίγο γι’ αυτό το θέμα; Είναι δυνατόν να διδαχθεί η δημιουργικότητα;
Εξακολουθώ να είμαι πολύ δύσπιστος. Όπως το λέτε, μόδα! Για να δούμε, αν μπορεί να διδαχθεί η δημιουργικότητα. Γράφει ο Γ. Θέμελης, σε ένα δοκίμιό του στη Νέα Πορεία (1972), “Η Ποίηση υπερβαίνει τα πράγματα, την κίνηση των λεπτομερειών, μπαίνοντας άμεσα, με ρωγμές αιφνίδιες, εκπληκτικές, το συχνότερο, στο “μετά”.” Ως “μετά” ορίζει την ελευθερία του πνεύματος. Έναν ιδεατό χώρο όπου παρόν, παρελθόν και μέλλον συνυπάρχουν. Οι ποιητές εκεί, ζώντες και τεθνεώτες, συνομιλούν. Όχι, αυτά δεν διδάσκονται…

Η κυβέρνηση ακόμα γιορτάζει την έξοδό μας από τα μνημόνια. Ο κόσμος –παρ’ όλα αυτά- παραμένει φοβισμένος. Θα μπορούσαν οι πολίτες να κάνουν κάτι για να αλλάξει αυτό το κλίμα;
Η ξύλινη ορολογία των ημερών με αφήνει παγερά αδιάφορο. “Η σύγχρονη κρατική εξουσία είναι απλώς μια επιτροπή, που διαχειρίζεται τις υποθέσεις της αστικής τάξης.” Το γράφουν οι Μαρξ και Ένγκελς στο Μανιφέστο τους. Λέτε να μην το διδάχθηκαν οι κυβερνητικοί; Φοβισμένος γιατί; Τι άλλο του μένει να χάσει;

Η βία γίνεται όλο και πιο έντονη στην κοινωνία μας. Τι σημαίνει αυτό; Αλλάξαμε ως άνθρωποι ή φανερώνουμε τον πραγματικό μας εαυτό;
Ο εαυτός έχει διαφορετικές εκδοχές, ενδεχομένως εντελώς άλλες όψεις, αναλόγως με το τι τον ταΐζει κανείς. Εδώ και δεκαετίες αναμασάμε σκουπίδια, στις τηλεοράσεις, στα ραδιόφωνα, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στα ίδια τα βιβλία, που κατάντησαν κι αυτά, εν πολλοίς, αναπαραγωγές σαπουνόπερας. “Πλήθη τσαμπιά με προσπερνάνε ανύποπτα/Πλήθη γιγαντικά! Τις μέρες τους φτυαρίζω./…/Και με τα ρούχα λερωμένα, μες στα χώματα/Αφού απ’ τ’ αχάραγα έχω αντικρίσει πτώματα” (Με περιπαίζεις, Α’ δημοσίευση στα Αποτυπώματα).

Θεωρείτε πως μέχρι τώρα ο πνευματικός κόσμος στάθηκε στο πλευρό των ανθρώπων; Μίλησε για τα προβλήματά τους; Τους έδωσε κάτι για να σταθούν και να κρατηθούν;
Δεν έχω εποπτεία των δηλώσεων, των συνεντεύξεων, της συνολικής βιβλιοπαραγωγής κλπ., άρα δεν μπορώ να έχω συγκεκριμένη γνώμη ως προς αυτό, παρά μόνον μία γενική αίσθηση. Κι αυτή είναι μάλλον αρνητική. Παρ’ όλα αυτά, κάθε γνήσιο έργο τέχνης είναι ένα στήριγμα για τους ανθρώπους, αρκεί να έχουν την καλή προαίρεση να το ανακαλύψουν.

Θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας κάποιους στίχους ή λόγια που στάθηκαν για σας ερείσματα σε δύσκολες στιγμές;
Ας παραθέσω, τότε, το πρώτο τετράστιχο του Λαμαρτίνου, από το εκτενές ποίημα “Η Λίμνη”, σε μετάφραση του Γ. Σημηριώτη (Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης, Εκδόσεις Κοροντζή) :

Πάντα λοιπόν σ’ ακρογιαλιές καινούργιες θα τραβούμε;
πάντα θα βυθιζόμαστε στου τάφου τη νυχτιά,
χωρίς ποτέ στο πέλαγο του χρόνου να σταθούμε
μια μέρα μοναχά;

Όπως και την ευχή του Ρ.Μ. Ρίλκε (Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή, Εκδοτική Θεσσαλονίκης):
“Να βρείτε μέσα σας αρκετή καρτερικότητα για να υπομένετε και αρκετή ταπεινότητα για να πιστέψετε. Ν’ αποκτήσετε όλο και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη σε ό,τι είναι Δύσκολο και στη Μοναξιά που νοιώθετε, όταν είστε με τους άλλους. Κατά τ’ άλλα, αφήστε τη ζωή σας να κυλά”.

Πριν λίγες μέρες ήταν η Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας. Η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως φάρμακο για το ψυχικό άλγος;
Φάρμακον νηπενθές, ασφαλώς. Και καταφυγή.

Ετοιμάζετε κάτι αυτή την περίοδο;
Μαζεύτηκαν αρκετά. Έχω ολοκληρωμένη μία συλλογή. Είναι εντελώς άχαρο να το κάνω εγώ αυτό. Θα μου πείτε, και ποιος να το κάνει; Θαύμαζα πάντοτε τους ποιητές που αδιαφορούσαν για οποιαδήποτε έκδοση. Στο Μεσοπόλεμο μα και αργότερα. Που το έργο τους σκορπίστηκε στους πέντε ανέμους. Και τώρα το ψάχνουν φιλόλογοι και φιλολογίζοντες… Αυτοί είναι, είμαι της άποψης, οι πιο γνήσιοι.
Τις παρουσιάσεις, επίσης, τις αποφεύγω. Κάνω μία παρουσίαση, περίπου κάθε 4-5 χρόνια. Όταν πιστεύω πως έχω να πω κάτι σημαντικό. Στις 26 Νοέμβρη, λοιπόν, στην Πρωτοπορία της Θεσσαλονίκης, θα μου κάνουν την τιμή να μιλήσουν για την τελευταία συλλογή μου, ο Ανδρέας Αντωνίου, ποιητής-μεταφραστής και ο Άρης Μπιτσώρης, εκπαιδευτικός-στιχουργός. Δύο maître, που δουλεύουν ακούραστα το στίχο τους, με έξοχα αποτελέσματα. Θα χαρώ να σας δω εκεί.

Τι μήνυμα θα θέλατε να στείλετε στους αναγνώστες μας;
“Ξέρω ότι ξυπνάτε νωρίς το πρωί, ότι έχετε ένα πρόγραμμα, ενώ εγώ δεν έχω. Είναι μία μετά τα μεσάνυχτα, και δεν πρέπει να σας στερώ τον ύπνο.” Ν. Λαπαθιώτης, Συνέντευξη στον Κωστή Μπαστιά, Περιοδικό Εβδομάς, 4.4.1931.

Με ποιο τραγούδι θα θέλατε να κλείσουμε την συνέντευξή μας;
Sad lovers and giants, Things we never did. Παρακολουθώ τα άρθρα σας για τις Τέχνες και τον Πολιτισμό με αμείωτο ενδιαφέρον. Σας ευχαριστώ από καρδιάς και σας εύχομαι κάθε επιτυχία.

Εμείς σας ευχαριστούμε!

*Ο Ντέμης Κωνσταντινίδης γεννήθηκε το 1976 στη Θεσσαλονίκη. Έχει σπουδάσει Ιστορία και Αρχαιολογία στο Α.Π.Θ. και στη συνέχεια πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη Μουσειολογία. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Ευλύγιστες μελαγχολίες (Vakxikon.gr 2014), Εφημερόπτερα (24 γράμματα , 2015), Περίπολος για τους εναπομείναντες (24 γράμματα, 2016), Σε κλειστά βιβλία (24 γράμματα, 2017). Οι τρεις προηγούμενες ποιητικές συλλογές, κυκλοφορούν από τον εκδοτικό οίκο University Studio Press: Διαθέσεις, 2009, Ιχθύων λόγος, 2011, Κι όμως, γελούν καλύτερα οι τζίτζικες, 2013. Το ίδιο έτος λαμβάνει το Β’ Βραβείο στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης για τα 100 χρόνια Ελεύθερης Θεσσαλονίκης 1912 – 2012, που διοργάνωσε ο Σύλλογος Φίλων του Βαφοπούλειου Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Θεσσαλονίκης, με το ποίημα Εξομολόγηση. Ποιήματα και κείμενά του δημοσιεύονται τακτικά στα προσωπικά του ιστολόγια, καθώς και σε τεύχη των περιοδικών fuctART και Vakxikon.gr, του οποίου είναι συνεργάτης.

**Ο Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος ασχολείται με την δημοσιογραφία, την κριτική λογοτεχνίας και την ποίηση

***Αναδημοσίευση από εδώ: https://iporta.gr/%CE%BD%CF%84%CE%AD%CE%BC%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82-%CE%B7-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82/

Λάζαρος Γεωργιάδης, «Τέλος», Εκδόσεις «Στοχαστής»

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Χρειάζεται αρκετό θάρρος για να εκδώσει ένας ποιητής την πρώτη του ποιητική συλλογή. Είναι η πρώτη του έκθεση στο κοινό, όχι δυναμικά με τη μορφή της απαγγελίας, αλλά στατικά με τη μορφή της ψυχρής αποτύπωσης στο χαρτί. Και αν χρειάζεται θάρρος για να εκτεθεί ο ποιητής για πρώτη φορά στο κοινό, χρειάζεται ακόμα περισσότερο για να δώσει στη συλλογή του έναν προκλητικό τίτλο.

Τέτοιες σκέψεις κάναμε διαβάζοντας την πρώτη ποιητική συλλογή του Λάζαρου Γεωργιάδη «Τέλος», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Στοχαστής».

Ο τίτλος της συλλογής μπορεί να έχει δύο ερμηνείες: 1) Ο ποιητής αρχίζει ανάποδα από το τέλος προς την αρχή σε μια διαλεκτική σχέση με την ποίηση. Κάθε τέλος του παλιού περιλαμβάνει την αρχή του νέου. Αν δεν υπάρχει τέλος, τότε δεν υπάρχει ούτε αρχή, αφού το ένα προϋποθέτει το άλλο σε μια αέναη σύγκρουση αντιθέτων. 2) Όταν εκδοθεί μια ποιητική συλλογή, ο ποιητής έχει τελειώσει την ενασχόλησή του με την επεξεργασία της. Βάζει μια τελεία και από εκεί κι έπειτα, η συλλογή περνάει στους αναγνώστες. Ο καθένας θα την εκλάβει με τον τρόπο της δικής του ανάγνωσης, αλλά ο ποιητής δεν θα μπορεί να επέμβει και να αλλάξει κάτι. Και άρα εδώ ο τίτλος «Τέλος» παίρνει τη μορφή του τελεσίδικου.

Η ποιητική συλλογή του Λάζαρου Γεωργιάδη «Τέλος», είναι γραμμένη σε ελεύθερο στίχο αν και δεν λείπει σε ορισμένα σημεία η ρίμα έστω και με ηθελημένα λανθάνουσα εμφάνιση. Τα νοήματα είναι συνήθως σαφή, αν και μερικές φορές ο ποιητής χάνεται σε δαιδαλώδεις διαδρόμους της φαντασίας του. Σε αρκετά σημεία, που ο Λάζαρος Γεωργιάδης γράφει κάπως πιο ρεαλιστικά, θα λέγαμε ότι δίνει τον καλύτερο εαυτό του.

Η ποίηση του Λάζαρου Γεωργιάδη είναι ανατρεπτική και αρκετές φορές αγγίζει τα όρια της αναρχίας. Έτσι, όλα είναι OK εκτός από τη φαντασία, που πέθανε. Το γένος των ανθρώπων είναι τόσο καταστροφικό για τον πλανήτη, έτσι ώστε φτάνουμε στο σημείο να λέμε πως αν ποτέ εκλείψει ο άνθρωπος: «Η ζωή μετά τους ανθρώπους / θα είναι μια / όμορφη ζωή».

Στη σύγχρονη κοινωνία η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο οδηγεί σε έναν κανιβαλισμό άνευ προηγουμένου: «Εδώ / όπως τα ήξερες / ή μάλλον / δεν ήξερες / τρωγόμαστε ζωντανοί». Στα παραμύθια μας μαθαίνουν ότι ο λύκος είναι πάντα ο κακός έτσι ώστε να γινόμαστε πρόβατα, ενώ το παιδί, που ξεκίνησε με όνειρα κι ελπίδες «είχε ήδη πεθάνει / από την ώρα που γεννήθηκε.» Ο ποιητής θρηνεί για την Πρωτομαγιά και την χαμένη άνοιξη: «σε έναν κόσμο που τόσα πολλά θα μπορούσαμε / μα φτιάχνουμε έναν άλλον / που τίποτα δεν θα μπορούμε τελικά» και περιγράφει την «αγαπημένη» οικογένεια, που καταλήγει να παίρνει Xanax.

Και πώς μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς όλα τα παραπάνω; Ο Λάζαρος Γεωργιάδης εκφράζει μεγάλο μίσος για τους εκμεταλλευτές: «δεν είναι τα λεφτά σας αυτά που ζητάμε / αλλά το αίμα σας», ενώ για την επανάσταση θα γράψει: «Αν όχι τώρα πότε…» και θα κάνει το ίδιο ερώτημα στον εαυτό του.

Στην ποιητική συλλογή του Λάζαρου Γεωργιάδη «Τέλος» υπάρχουν και ορισμένες ερωτικές πινελιές. Ο ποιητής βλέπει την αγαπημένη του σαν την Αφροδίτη της Μήλου, ενώ η αληθινή αγάπη κρύβεται πίσω από τα φερμουάρ και όχι στα κινηματογραφικά στερεότυπα.

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή του Λάζαρου Γεωργιάδη «Τέλος» είναι ένα πολύ σημαντικό πρώτο βήμα στο δύσκολο δρόμο της ποίησης. Περιμένουμε τα επόμενα.

Αλεξάνδρα Επίθετη, Корени (*)

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Πολύ σπάνια μπορεί να μας τραβήξει την προσοχή μια ποιητική συλλογή, που δεν έχει από πίσω της έναν εκδοτικό οίκο. Όμως, υπάρχουν και αυτοεκδόσεις, που είναι διαμαντάκια γιατί διαθέτουν πρωτοτυπία, που δεν βρίσκουμε εύκολα στην σύγχρονη ποίηση.
Είχαμε, λοιπόν, την ευκαιρία να διαβάσουμε την πολύ πρωτότυπη ποιητική συλλογή της Αλεξάνδρας Επίθετη «Κорени», που κυκλοφορεί σε αυτοέκδοση. Πρωτότυπη γιατί δεν είναι απλά μια ποιητική συλλογή, αλλά ένα ζην, δηλαδή μια ολόκληρη ζωή αποτυπωμένη με σκίτσα, παιδικές ζωγραφιές και φωτοτυπίες από προσωπικά και οικογενειακά έγγραφα, που στολίζουν τα ποιήματα. Πρωτότυπη και για τον τρόπο γραφής της.

Корени σημαίνει ρίζες στα βουλγάρικα καθώς η ποιήτρια κατάγεται από τη Βουλγαρία. Μέσα στην ποιητική της συλλογή περιλαμβάνονται και δυο φωτογραφίες από τη Σόφια και τη Χαλκίδα, τις δυο πόλεις καταγωγής της. Πολλοί ποιητές έχουν γράψει για τις ρίζες τους, αλλά οι περισσότεροι γράφουν συνηθισμένους σπαραξικάρδιους στίχους, που δεν αξίζει καν να διαβαστούν. Η Αλεξάνδρα Επίθετη με τον μοντέρνο ρεαλισμό, που τη διακρίνει, φέρνει έναν ανανεωτικό αέρα με στίχους, που ταρακουνούν και συναρπάζουν τον αναγνώστη.

Η Αλεξάνδρα Επίθετη γράφοντας για ρίζες, υποδύεται διάφορους ρόλους. Τον ρόλο του πατέρα, της μητέρας, του παππού, της κόρης και του γιου. Γράφει πάντα σε πρώτο ενικό πρόσωπο γιατί ό,τι αναφέρει, το αισθάνεται πρώτα βαθιά μέσα της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το παιδί, που ονειρεύεται να γίνει άνδρας, νέος και όμορφος και όταν μεγαλώνει, διαπιστώνει: «μονάχα που στο τέλος δεν έγινα ποτέ μου άνδρας, / ούτε όμορφος / και κανείς δεν μένει για πολύ / νέος.»
Η ανατροφή παίζει μεγάλο ρόλο στις οικογενειακές σχέσεις. Οι γονείς μπορεί να κάνουν λάθη. Η Αλεξάνδρα Επίθετη γράφει πως δεν αρκεί το «συγχωρώ και ξεχνάω». Δεν τελειώνουν όλα με ένα συγγνώμη και τα παιδικά τραύματα μπορεί να μας ακολουθούν μια ζωή. Για την οικογένεια η ποιήτρια γράφει πως είναι ένα ψυχιατρικό ίδρυμα, όπου ασθενείς και γιατροί αλλάζουν ρόλους μεταξύ τους. Κι όμως, στο τέλος του βιβλίου η Αλεξάνδρα Επίθετη θα λυπηθεί και θα γράψει τους παρακάτω συγκινητικούς στίχους: «μετά από τόσο καιρό / θυμήθηκα / πως είναι να είσαι / η μαμά μου / κι όχι η μάνα, / ούτε η μητέρα μου».

Όπως αναφέραμε και πριν, η ποιήτρια υποδύεται ρόλους κι έτσι μας πηγαίνει στον παππού, που στο τέλος της ζωής του ανήμπορος, «κακέκτυπο ανθρώπου» περιμένει να πεθάνει και νιώθει ήδη πεθαμένος. «Νυστάζω για όλα απόψε / εκτός από τον ύπνο» γράφει η Αλεξάνδρα Επίθετη, ενώ πιο κάτω διαβάζουμε: «μακάρι / να είχα ξυπνήσει / όσο ζούσα.» Σε άλλο σημείο η ποιήτρια αναφέρεται στα πατρικά των φίλων, όπου η χλωρίνη πασχίζει να καλύψει το μεταμεσονύκτιο κλάμα, ενώ αλλού, ντύνεται πυροσβέστης και περιμένει να βρει φωτιά να σβήσει.

Συμπερασματικά η ποιητική συλλογή της Αλεξάνδρας Επίθετη «Κорени» είναι ένα αρκετά ενδιαφέρον έργο και αξίζει να κλείσουμε με δυο λόγια της ίδιας της ποιήτριας, που αναφέρονται σαν επίλογος στο τέλος του βιβλίου: «Οι δικές μου ρίζες σίγουρα κάποτε υπήρξαν και για να συνεχίσουν να υπάρχουν μέσα μου χρειάστηκε να βρω έναν τρόπο για να τις θυμάμαι».

(*) Την ποιητική συλλογή της Αλεξάνδρας Επίθετη «Κорени» μπορείτε να τη βρείτε στις εκδηλώσεις της ποιητικής ομάδας «Ο Κύκλος Των».

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, «Γραβάτα δημοσίας αιδούς», εκδ. Κέδρος, 2018

Γράφει ο Χρήστος Μαυρής*

Είναι δημιουργικά  στοιχεία η θλίψη  και η ειρωνεία στην ποίηση του Δ. Π. Κρανιώτη
Ο Δημήτρης Π. Κρανιώτης είναι μία ξεχωριστή  και ιδιότυπη ποιητική  φωνή  στον ελλαδικό χώρο. Λέω «ξεχωριστή και ιδιότυπη φωνή» με την έννοια ό,τι δεν μπορείς να την κατατάξεις εύκολα και απροβλημάτιστα σε καμία καθιερωμένη λογοτεχνική  σχολή  ή ομάδα.
Όπως διαφαίνεται μέσα από  την τελευταία συλλογή του, που φέρει τον εξεζητημένο τίτλο «Γραβάτα δημοσίας αιδούς», γράφει μία πρωτότυπη ποίηση, με μία ιδιότυπη νοηματική, στέρεη αισθητική συνοχή, πλαστικότητα στις εικόνες της, κάποτε κρυπτική και άλλοτε μυστηριώδης, στοιχεία που της δίνουν το δικαίωμα να επιπλέει και να ξεχωρίζει μέσα στο πέλαγος της ποίησης που παράγεται στις μέρες μας. Είναι όμως, αυτά τα στοιχεία, μαζί  με το αυστηρό  ύφος του, που την κάνουν ελκυστική  και ενδιαφέρουσα στο αναγνωστικό κοινό.
Όλη αυτή  η ιδιότυπη ποίηση που γράφει ο Δ. Π. Κρανιώτης είναι εξ’  ολοκλήρου επικεντρωμένη στη σύγχρονη εποχή,  που αντανακλά  αυτόματα και τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Γράφει στο ποίημα «Ιανός»:
«Πολυκατοικία πια
Η γειτονιά μας
Το ασανσέρ κολλημένο
Μεταξύ ρετιρέ
Και ουρανού
Κι εμείς  μέσα
Συνωστισμένοι άνετα
Χωρίς ανάσα
(Και χωρίς σήμα
Το κινητό μας)»
Σελ. 15

Φαινομενικά παρουσιάζεται απλή  η ποίηση του Δ. Π. Κρανιώτη γιατί είναι καμωμένη από γνωστές και εύχρηστες λέξεις. Είναι, όμως,  αρκετά  παραπλανητική  αυτή  η πρώτη εντύπωση που αποκομίζει ο αναγνώστης, σχετικά με την απλότητα της ποίησης του Δ. Π. Κρανιώτη. Γιατί, κατά  βάθος, η ποίησή του,  παρουσιάζει μια πυκνή  δομή, δηλαδή  είναι καλά  μαστορεμένη και συγκροτημένη, με τους δικούς της κανόνες, κώδικες και συμβολισμούς, γι’ αυτό  και χρειάζεται πολύς κόπος, κυρίως προπαίδεια και εξοικείωση μαζί της, εννοώ  από  την πλευρά  του αναγνώστη, για να την ερμηνεύσει σωστά,  αλλά και για να κατορθώσει να φθάσει στη βαθύτερη ουσία της. Για να το πω πιο απλά  και κατανοητά,  η ποίηση του Δ. Π. Κρανιώτη έχει τους δικούς της δρόμους και τα δικά της περάσματα, τα οποία οπωσδήποτε πρέπει ν’ ανακαλύψει ο αναγνώστης αν θέλει να φθάσει κοντά της, για να τη νιώσει και να την απολαύσει. Δίνω ένα ενδεικτικό  παράδειγμα τέτοιας ποίησης:
«Πρώιμη στάχτη
Της υψικαμίνου
Πεταμένη στο πέλαγος
Σαν άλλη ξενιτιά
Της μοίρας μας
Το αβέβαιο
Της θέλησης μας
Και το άβατο
Της ηθικής μας»
(Υψικάμινος, Σελ. 18)

Δυστυχώς, μέσα από  το σύνολο των ποιημάτων που περιέχει η συλλογή «Γραβάτα δημοσίας αιδούς» αναδύεται άφθονη θλίψη,  αλλά  και πόνος. Θλίψη και πόνος για ό,τι χάνεται και σβήνει από  τον πλανήτη μας,  και ειδικά  από  τον ελληνικό  γεωγραφικό  χώρο, χωρίς να καταβάλλονται οι απαιτούμενες προσπάθειες από  τις αρμόδιες αρχές  για να περισωθούν όλα αυτά  που αποτελούν  την ελληνική  Παράδοση και τα οποία σήμερα αφανίζουν αδιάκοπα οι μυλόπετρες του ανελέητου χρόνου. Και όταν λέω Παράδοση ασφαλώς και εννοώ  το σύνολο των αξιών,  που επέζησαν από γενιά  σε γενιά  και συνθέτουν το ζωντανό  πολιτισμό  ενός λαού. Ας δούμε πως δίνει αυτά τα αισθήματά του,  μέσα από  το ποίημα «Διατηρητέο χθες»:

«Το σπίτι μας ξάπλωσε
Με προσκέφαλο
Το δέντρο της αυλής
Ακουμπώντας
Το γαλάζιο του ουρανού
Να μετρά τις ανάσες
Που το έκτισαν
Ξάγρυπνο από φωνές
Που το γκρέμισαν
Στεγνό  από  δάκρυα
Που το σταύρωσαν
Χωρίς πόρτα πια
Με κλειστά  παράθυρα
Κι ένα μπαλκόνι
Που ξεχάστηκε στο χθες»
Σελ. 45

Ταυτόχρονα, ο Δ. Π.  Κρανιώτης, στιγματίζει, μάλιστα με παραδειγματικό  τρόπο, την αφθονία και την αλόγιστη κατανάλωση που γίνεται σήμερα σε όλους τους τομείς (οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό) της σύγχρονης ζωής,  αλλά παράλληλα, καυτηριάζει με την ποίησή του,  την αποξένωση και ασυνεννοησία που υπάρχει στο σύγχρονο κόσμο. Είναι συμπτώματα όλα αυτά  του επιφανειακού  τρόπου ζωής, που οδηγεί  τον άνθρωπο στην εσωτερική  ένδεια, τη ρηχότητα και την κοσμική μοναξιά. Γράφει στο ποίημα «Αλέκτωρ»:

«Φυλακισμένοι ισόβια
Στο κλεινόν άστυ
Εκεί  όπου η άρνηση
Ισοδυναμεί  με αφωνία
Και η βούληση
Με υποταγή»
Σελ. 50

Από  τα πυρά  του Δ. Π. Κρανιώτη, βέβαια, δεν ξεφεύγει και η ακατανόητη μανία του κόσμου για το πλαστικό και το ψεύτικο που έχουν επικρατήσει για τα καλά  και έχουν κατακλύσει τη ζωή μας, όπως αυτές οι αρνητικές τάσεις εκδηλώνονται π.χ. μέσα από  τη χρήση του πλαστικού  χρήματος ή από  τα ψεύτικα συναισθήματα με τα οποία διακατέχονται πολλοί  συνάνθρωποί μας. Περισσότερο,  όμως, στιγματίζει την έκπτωση των ανθρώπινων αξιών, τη διασάλευση των προσωπικών σχέσεων, τον ευτελισμό  της φιλίας, τον μαρασμό της φιλοξενίας κ.ά. Στο ποίημα «Χωρίς  ΦΠΑ» θα γράψει:
«Μη μου τοκίζεις όνειρα
Εν είδει τοκογλύφου
Ανεξόφλητων ιδανικών
Κι ερώτων παρελθόντος»
Σελ. 51

Ενώ στο ποίημα «Όχι λοιπόν» θα σημειώσει:
«Εν δυνάμει ψέμα
Κάθε όρκος σου
Μ’  έσπρωξε
Στην άβυσσο της οργής»
Σελ. 56

Ο ποιητής  αφήνει ν’  αντιληφθούμε πως, όλα αυτά  που κρίνει και επικρίνει, ήθελε να τα έβλεπε από  την καθαρή  άποψή τους, μέσα από την αθώα ματιά του. Γιʼ αυτό  και τώρα εμμένει πεισματικά  στην παιδική  αθωότητα, που με κανένα τρόπο ή καμία δικαιολογία δεν επιτρέπει να του στερήσουν, εφόσον αυτή  τον επαναφέρει, έστω και νοερά, στις αληθινές διαστάσεις που έπρεπε να έχει ο σημερινός  κόσμος μας. Αρκετά ενδεικτικό  είναι το ποίημα «Αλφαβητάρι»:

«Έχασα το αλφαβητάρι
Της πρώτης δημοτικού
Και τώρα
Που ψάχνω απεγνωσμένα
Να δώσω στην Άννα
Ένα μήλο
Γέρασα από αναμνήσεις
Χωρίς  διακοπή
Για διαφημίσεις
Πίνοντας αναψυκτικό  light
Και κάνοντας like
Σε τετράστιχα ημερολογίου»
Σελ. 9

Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που διαπερνάει τους περισσότερους στίχους του,  και μία λεπτή ειρωνεία, απότοκο και αυτή  φυσικά  όλων αυτών  των θλιβερών διαπιστώσεών του.
Ακόμη, δεν είναι τυχαίο που οι στίχοι του,  καταλήγουν να είναι, άλλοτε σκληροί  και τραχείς, γεμάτη αγανάκτηση και πικρία για την απανθρωπιά , που εισβάλλει από  παντού μέσα στον κοινωνικό  χώρο μας, και άλλοτε καταλήγουν να είναι τρυφεροί, γεμάτοι νοσταλγία και αγάπη για ό,τι πολύτιμο είχαμε χθες, αλλά  δυστυχώς,  σήμερα σβήνει και χάνεται, αργά  αλλά  σταθερά  από  τον κόσμο μας.
Η ποίηση του Δ. Π. Κρανιώτη μπορεί να είναι μελαγχολική,  σίγουρα όμως δεν είναι απαισιόδοξη. Αντιθέτως, είναι μία ποίηση με πολύ αισιοδοξία μέσα της, με τον δημιουργό της, να εναποθέτει τις ελπίδες του, στην εξελικτική  πορεία και κυρίως στην πρόοδο του σύγχρονου κόσμου.

«Μια ζωή  αιτιατική
-Αναπόφευκτη συνήθεια
Των ημερών  που έρχονται-
Σε μια πέμπτη εποχή»
Σελ. 52

Ο Δ. Π. Κρανιώτης, όπως έχω διαπιστώσει, μέσα από  τα καινούργια ποιήματά του, παρουσιάζεται καλός  χειριστής της ελληνικής  γλώσσας, την οποία κατέχει σε όλες τις διαστάσεις της, παρόλο που δε διστάζει μερικές  φορές  να χρησιμοποιήσει ξένες και αμετάφραστες λέξεις μέσα στην ποίησή του. Η ενέργειά του,  αυτή  εκδηλώνει νομίζω την αταλάντευτη πίστη του, στην ανθεκτικότητα της ελληνικής  γλώσσας, που είναι ικανή  να εξουδετερώνει οποιονδήποτε κίνδυνο την απειλεί. Ταυτόχρονα, η χρησιμοποίηση ξένων λέξεων, εξυπηρετεί  πιστεύω και τον απώτερο στόχο του, που είναι ασφαλώς η ευαισθητοποίηση του αναγνωστικού κοινού. Και αυτός  ο στόχος επιτυγχάνεται, όπως είπα, άλλοτε με τη  θλίψη και άλλοτε με τη λεπτή ειρωνεία του. Στην εν λόγω συλλογή , ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ποιήματα ποιητικής που υπάρχουν στις σελίδες της.
Ολοκληρώνοντας αυτή  την κριτική παρουσίασή μου,  θα πρόσθετα πως η νέα συλλογή του Δ. Π. Κρανιώτη είναι μία γερή κατάθεση στην τράπεζα της σύγχρονης ελληνικής γραμματολογίας, εφόσον εντός της, μεταφέρει όλα τα στοιχεία που αποτελούν τη γνήσια και αληθινή ποίηση.

*Η κριτική δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ποιείν»:http://www.poiein.gr/archives/39568/index.html

Αλήτις Τσαλαχούρη, Το ΚΑΡΟΥΣΕΛ του Τσε Γκεβάρα, Εκδόσεις «Οδός Πανός»

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Σπάνια αναφερόμαστε σ’ ένα βιβλίο, που έχει κυκλοφορήσει παλιότερα και για να ασχοληθούμε μ’ αυτό, θα πρέπει να κερδίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη από τη αρχή μέχρι το τέλος του.

Είχαμε, λοιπόν, την ευκαιρία να διαβάσουμε την ποιητική συλλογή της Αλήτις Τσαλαχούρη: «Το καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα», που κυκλοφόρησε πριν από δύο χρόνια από τις εκδόσεις «Οδός Πανός» και μας κέντρισε το ενδιαφέρον, τόσο για την πρωτοτυπία της, όσο και για την απλότητά της.

«Το καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα» είναι μια ποιητική συλλογή εξ’ ολοκλήρου γραμμένη σαν τηλεγράφημα. Οι στίχοι χωρίζονται με παύλες και σύμφωνα με τον υπότιτλο είναι «πεζοποίηση γραμμένη σαν τηλεγράφημα». Όμως, με τον τρόπο, που είναι γραμμένα τα ποιήματα, καταλαβαίνουμε αμέσως ότι πρόκειται για ποίηση καθώς υπάρχει εσωτερικός ρυθμός και χαλαρή ως ανεπαίσθητη ομοιοκαταληξία.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο τίτλος της συλλογής είναι λίγο παραπλανητικός. Η ποίηση της Τσαλαχούρη δεν είναι απλά επαναστατική. Είναι αναρχική, τόσο για τον τρόπο με τον οποίο γράφει και τον αναλύσαμε πιο πάνω, όσο και για το περιεχόμενο των στίχων της.

Τα θέματα, που απασχολούν την ποιήτρια είναι κυρίως κοινωνικά. Η ποιητική της συλλογή ξεκινά με το «κουτσό σκυλί από πριόνι», που όλοι το διώχνουν και «πιάνει η χολή αέρα». Στα επόμενα ποιήματα συναντάμε μια λεπτή ειρωνεία: «Από ‘δώ και πέρα θα συνιστά τρομοκρατική πράξη η δημιουργία ουράνιου τόξου», αλλά και την ελπίδα, που παραμένει ακέραια στην πάλη για μια καλύτερη κοινωνία: «Η βαρβαρότητα κατατροπώνεται από τη θέληση για ελευθερία» και αλλού: «Εκτροχιασμένα βλέμματα – Θέλουν ν’ αλλάξουν τον κόσμο συθέμελα». Οι πρόσφυγες και οι μετανάστες αναφέρονται σε αρκετά ποιήματα από τα οποία ξεχωρίσαμε τα: «Πατημένα γατιά», «Το δωμάτιο του Άδη» και το συγκλονιστικό «Το αγόρι με την μάινα στον ώμο».

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Αλήτις Τσαλαχούρη: «Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα» είναι ένα πολύ δυνατό βιβλίο, από εκείνα, που λένε τα πράγματα με τ’ όνομά τους και γι’ αυτό καταφέρνουν να μας εντυπωσιάσουν ευχάριστα.

*Στους συνδέσμους αυτούς θα διαβάσετε αποσπάσματα της συλλογής που δημοσιεύτηκαν στο Κόσκινο:

Αλήτις Τσαλαχούρη, Αποσπάσματα

Αλήτις Τσαλαχούρη, Τρία πεζά ποιήματα

Αλήτις Τσαλαχούρη, Δύο πεζοποιήματα

Αλήτις Τσαλαχούρη, Δύο πεζοποιήματα

Τα ρόδα της Οδού Ρόδων

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΙΟΥΛΟΣ

Γιώργος Πρεβεδουράκης
Οδός Ρόδων
Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ 2018

Είμαστε στο 2013 και ο Πρεβεδουράκης κυκλοφορεί το “Κλέφτικο”. Έχει ήδη κυκλοφορήσει το “Στιγμιόγραφο” το 2011, οπότε η παρουσία του, δεν μοιάζει κεραυνός εν αιθρία. Εδώ όμως, έχουμε μιαν άλλη ιστορία και με μιας, κάνει ένα επίτευγμα, τόσο συγγραφικά όσο και με τους νόμους και τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς που ορίζει τι είναι επιτυχία. Τα νούμερα δεν μπορούν να πουν ψέματα. Τρεις εκδόσεις (αν δεν απατώμαι), σε μια χώρα που πολλοί γράφουν, αλλά λίγοι διαβάζουν ποίηση. Το “Κλέφτικο” γίνεται θεατρικό και μελοποιείται, από τους Regressverbot, ενώ ετοιμάζεται και η αγγλική μετάφρασή του. Βρίσκει περισσότερα αυτιά, ανοίγει κι άλλες πόρτες. Γίνεται τρόπο τινά “ποπ”,για έναν κόσμο ο οποίος διασκεδάζει διαφορετικά, γυρνάει την πλάτη στο κυρίαρχο, διαβάζει διαφορετικά, εκτονώνεται διαφορετικά. Το ομώνυμο δε ποίημα της συλλογής (μεταγραφή του “Ουρλιαχτού” σε “Κλέφτικο”) , γίνεται ίσως και μια τρόπο τινά τοτέμ, για μια γενιά που ακολουθεί χρονικά τη γενιά του ίδιου του Πρεβεδουράκη και που λίγο ως πολύ το έχει για βραδινή προσευχή, κομμάτι της αυτοκριτικής της και θέμα συζήτησης με τον ψυχαναλυτή της.

Ακολουθούν τα “χαρτάκια”, που θυμίζουν τις αναζητήσεις του ποιητή στην πρώτη του συλλογή. Μικρές βραδυφλεγείς βόμβες, μα για μένα, όχι στο επίπεδο του “Κλέφτικου”., ακόμα κι αν ίσως συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα. Καθώς λοιπόν περιμέναμε την “Οδό Ρόδων”, είχα μια συζήτηση με μια φίλη, της οποίας τη γνώμη εκτιμώ πολύ και παίρνω πολύ στα σοβαρά. “Δύσκολα θα επαναλάβει ένα νέο “Κλέφτικο”, είναι κάτι που τον στιγμάτισε”. Από την άλλη, δεν μπορείς παρά να ονειρεύεσαι πως οι ποιητές γίνονται καλύτεροι με το πέρασμα του χρόνου, πως οι άνθρωποι γίνονται καλύτεροι με το πέρασμα του χρόνου, έστω και αν οι διαψεύσεις παραμένουν συντριπτικά περισσότερες από τις όποιες επιβεβαιώσεις.

Ήρθε λοιπόν η “Οδός Ρόδων” και όπως λέει κι ο Κώστας Δεσποινιάδης στο εκδοτικό του σημείωμα για το βιβλίο, ο Πρεβεδουράκης έκανε ένα επίτευγμα. Ξεπέρασε θα πω εγώ το “Κλέφτικο” που τον όριζε και πήγε ακόμα παραπέρα ακόμα κι αν το ομώνυμο ποίημα θα μένει να πλανάται σαν ουρλιαχτό στ’ αυτιά όσων μπορούν ακόμα να ακούσουν.

“Οδός Ρόδων” λοιπόν και με ένα γρήγορο ψάξιμο στις μηχανές αναζήτησης, η πιο διάσημη, βρίσκεται στην Εκάλη. Από κει, ο Πρεβεδουράκης θα μιλήσει για όλους. Τους από δω και τους από κει, για εμάς (αν και το “εμείς” έχει πολλούς πατεράδες, όπως θα πει ο ίδιος) και για τους άλλους, για τις γενιές που φεύγουν, για τις γενιές που ήρθαν και για κείνες ακόμα που σε καροτσάκια κυκλοφορούν. Για τα μωρά των “άλλων” και για τον “δικό του” Μανώλη. Τα ποιήματα της “Οδού Ρόδων” δε θα γίνουν εύκολα συνθήματα στον τοίχο. Τα ποιήματα αυτά μοιάζουν να κατασκευάστηκαν μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια κι ύστερα, σαν παζλ, κομμάτια τα έκανε και σε προκαλεί να τα συναρμολογήσεις. Για όλων τη γούνα έχει ράματα, μα πρωτίστως για τη δική του (χαμένη υπόθεση ο ποιητής Πρεβεδουράκης).

Ειρωνία, νταβάδες κι άγιοι, εικόνες, πολλές εικόνες, ένα σωρό “easter eggs”, όρεξη να ‘χεις να ψάχνεις και να περιπλανιέσαι στους δρόμους του ποιήματος, κι εκεί, σαν πινακίδες να χάσκουν τα πιο μικρά ποιήματα, βοηθήματα να μη χαθείς, ανάσες.

Η Ελλάδα που κουβαλάει ως βαρίδι την παράδοση, η Ελλάδα που ισορροπεί μεταξύ των Βαλκανίων και του να είναι ένας κράτος πλυντήριο, μα ευρωπαία καμώνεται πως είναι. Το συνάφι που κάνει κλίκες, οι άνθρωποι που ζουν λες και έχουν δεύτερη ζωή καβάτζα, οι άνθρωποι που ποτέ δεν έζησαν, οι σχέσεις μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, οι φιλίες που διαλύθηκαν στο ζόφο που ζούμε.

“Πικρά τα ρόδα του Πρεβεδουράκη”, θα αποφανθεί άνθρωπός μου που το διάβασε. Γεμάτα αίμα, θα προσθέσω εγώ. Και θα κλείσω με τον ίδιο τον ποιητή και το καταληκτικό του ποίημα, μιαν ωδή στο γίγαντα Λεοντάρη (εδώ, θα πει η ξεναγός, στέγνωσε κάποτε το αίμα των ρόδων). Κι αν απαισιόδοξο σου μοιάζει τούτο δα, σκέψου πως υπάρχει κάποιος, να πει την Ιστορία.

Dashiell Moore reviews Lionel Fogarty

Lionel Fogarty
Selected Poems 1980-2017
Philip Morrissey and Tyne Daile Sumner, eds
re.press Publishing, 2017

To begin this review, I would like to make the most important of declarations and acknowledge the Gadigal people of the Eora Nation as the traditional owners of the land on which this review was written; and would like to thank Narungga scholar, writer and poet Natalie Harkin for having assisted in the editorial process. I would also like to acknowledge and pay respects to Lionel Fogarty, the Yoogum language group from South Brisbane, and the Kidjela people of North Queensland, whose inestimable linguistic, cultural and spiritual legacy is clear in Lionel Fogarty Selected Poems 1980-2017.

The publication of this collection marks a retrospective moment for the Australian literary landscape. Lionel Fogarty, born in South Burnett in Southern Queensland, is a poet praised by John Kinsella as ‘the greatest living “Australian” poet’ (2013, 190). The controversial writer, Colin Johnston, also described Fogarty in 1990 as ‘Australia’s strongest poet of Aboriginality’ (26). (Colin Johnston is also known by the name of Mudrooroo, or Mudrooroo Narogin, an act that is seen by many as a misappropriation of the Nyoongar language.) I mention Johnston’s voice above many more fitting critics in this review to juxtapose Johnston’s and Fogarty’s fortunes in the last two decades as somewhat of a tragicomic mirror of the Australian literary landscape and our need to seek out an ‘authentic’ indigenous Australian voice. I write in heed of the deeply tenuous position Johnston occupies in Australian literature as explored by Anita Heiss in her book, Dhuuluu-Yala: To Talk Straight (2003). Heiss posits that from the time of Johnson publishing of Writing from the Fringe: A Study of Modern Aboriginal Literature in the early 1990s, ‘he was regarded as the authority on Aboriginal writing, and anything associated with it’ (4). When Johnston’s authority to speak on Indigenous Australian issues came under question in the years to come, the fallout regarding his lack of consultation and misappropriation caused an indelible impression upon our conception of indigeneity. Such debates over identity politics and cultural authenticity have changed how we read the work of Indigenous Australian writers – creating an obsessively objective distance that misleads us from the real conditions of writing, as well as obscuring the literary production of unabashedly indigenous voices. I would argue that this is certainly the case with regards to Lionel Fogarty, one of the most unrewarded and unrecognised figures in Australian and World Literature.

Continue reading →

Χαρτογραφώντας το άγνωστο – Τρεις περιπτώσεις

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ*

Αντώνης Ψάλτης
Βασίλειο για ένα μολύβι
Κέδρος, 2018
Σελ. 40

Κώστας Δεσποινιάδης
Ζέλμπα
Πανοπτικόν, 2018
Σελ. 56

Ζήσης Αϊναλής
Τα παραμύθια της έρημος
Κέδρος, 2017
Σελ. 64

Τα ποιήματα των τριών υπό παρουσίαση ποιητών συμβαίνουν επαναληπτικά στον χώρο. Είτε δυναμιτίζοντας και ξεπουπουλιάζοντάς τον, ως κάτι το ξένο που πλησιάζει απειλητικά (Δεσποινιάδης) είτε υποσκάπτοντας, διασχίζοντας και αυτo-ανατρέποντάς τον (Ψάλτης) είτε επανα-σχηματίζοντάς τον σε ένα σημειωτόν στο ερημικό κενό του, σε μια περιττή αντανάκλαση (Αϊναλής).

Πρόκειται για μια μετάβαση, κοινή και στους τρεις, από τη μάταιη απόπειρα αναζήτησης, όχι πια του Θεού, αλλά του εαυτού –ως στάσης–, στη δυνατότητα ή, έστω, στην πιθανότητα να ζήσει με αξιοπρέπεια ένας άνθρωπος «σε έναν κόσμο που έχει μετατραπεί σε κόλαση». Εκεί όπου ο ποιητής-ήρωας-πρωταγωνιστής δεν επιθυμεί να κρυφτεί ή να διαφύγει από κάτι, αλλά πλησιάζοντας εκτίθεται και επιθυμεί διακαώς να ξεκαθαρίσει τα πράγματα.

Να υπογραμμιστεί εξαρχής πως κανείς τους δεν αυθιστορείται ή αυτοβιογραφείται. Ούτε καν, π.χ., όταν μας λέει ο Δεσποινιάδης: «όταν χώνω τα μούτρα μου / στα σκέλια σου / δεν σκέφτομαι καθόλου», ο Ψάλτης: «ονειροπόλος φουμάριζε τις πιο αλλόκοτες ιδέες που του περάσανε ποτέ από τον νεφελοδαρμένο του νου», ή ο Αϊναλής: «ένας στρατός εγώ οφθαλμαπάτες ξυπόλητοι και να καίει το πέλμα από χίλιες πλευρές μια ζώσα σιωπή να κυκλοφέρνουν τ’ αρπακτικά το κουφάρι μου».

Και οι τρεις χαρτογραφούν το άγνωστο. Ο Δεσποινιάδης «ήρεμα» και με υπομονή, ο Ψάλτης αυτο-υπονομευόμενος με την ειρωνεία και τον αυτοσαρκαστικό του εξοπλισμό, και ο Αϊναλής περιδινούμενος μες στο μυθοποιητικό και παραμυθιακό του σύμπαν.

Χτυπώντας το ανερμήνευτο του επίγειου βίου, την κενότητα και σαφώς τη ματαιοδοξία των μετεχόντων. Με ποικιλόθεμα ποιήματα δείχνουν προς την ανάδυση μιας «διαφορετικής», μιας άλλης στάσης, χειρονομώντας εναντίον του ομοιόμορφου και του συντονισμένου. Προτάσσοντας τη σημασία της διαφοροποίησης ή και της αποκόλλησης, ως μιας αναγκαίας προϋπόθεσης για οποιαδήποτε αλλαγή ή ως μια μορφή αντίστασης. Η ποίηση και ως ένα μάθημα ηθικής.

Ο Κώστας Δεσποινιάδης (1978), ιδρυτής από το 2001 του περιοδικού και των εκδόσεων Πανοπτικόν, ποιητής και δοκιμιογράφος, ένας από τους νεότερούς μας στοχαστές, δυναμιτίζει τα πράγματα από κάτω, παραμένοντας ανθρώπινος και ζεστός στην επαφή του.

Στο λογοτεχνικό –και όχι μόνο– έργο του βρίσκεται στον τόπο μετά την καταστροφή. Θεωρώντας την απραξία ταυτόσημη με την ενοχή και άρα με τη συν-ενοχή, και αποκλείοντας τη δυνατότητα της όποιας λύτρωσης, επιλέγει, είτε πάνω σε έναν μαντρότοιχο είτε αποσυρόμενος στην οικεία των παιδικών ή των συζυγικών χρόνων, να κινηθεί στα σύνορα της αλλοτρίωσης, χωρίς να δογματίζει.

Άνθρωπος πνευματικά και ηθικά έντιμος αρνείται την «υποταγή» στις επιταγές και στους προσδιορισμούς και τους προκαθορισμούς των «άλλων» και επιλέγει να συμπορευτεί με τους διακειμενικά και δι-ιστορικά «οικείους» του.

Χωρίς να σχολιάζει ή να μεταπλάθει την εμπειρία, με αυτήν ως πρώτη ύλη πλάθει τις δικές του μορφές και τα δικά του συμβάντα, ανοίγοντας σε ένα σκηνογραφικό και σκηνοθετικό όραμα τα ποιήματά του.
Ο Αντώνης Ψάλτης (1977), με σπουδές νομικής στο ΑΠΘ και στη Χαϊδελβέργη, πόλη του ποιητή Χέλντερλιν, τον οποίο και μεταφράζει, μας δίνει την τρίτη του ποιητική κατάθεση, μετά το Ο ήρωας μέσα μου (2005) και Το καντήλι και άλλα ποιήματα (2013).

Με το νέο λυρικό του ένδυμα διαρκώς παρόν, μας παρασέρνει με την παιγνιδίζουσα σπιρτάδα του και το ειρωνικό του βάθος. Αξιοποιώντας προσφυή σχήματα και ευρηματικά λεξιπαίγνια, ισορροπεί περίτεχνα πάνω στην αμφισημία και την πολυσημία των λέξεων.

Αντιμάχεται με τα χάρτινα όπλα του (γράφει μάλιστα: «με τα όπλα του λοιπόν καθείς / ιππότης της ελεεινής γραφής») και ως άλλος Δον Κιχώτης τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια του. Μετακινούμενος από στίχο σε στίχο ή από στροφή σε (απο-)στροφή και με το δονκιχωτικό του κοντάρι, δηλ. το μολύβι του, μας παραδίδει προσχέδια του αδύνατου –οποιουδήποτε– οριστικού σχεδίου. Αρα, όχι μόνον αδυνατεί να ολοκληρώσει μια αυτο-προσωπογραφία ή ένα θέμα ή μια τοπιογραφία, αλλά αυτο-παγιδεύεται στην οντολογική του σάτιρα και προσπαθεί να κρατηθεί από τα περικείμενα.

Βάζοντας εμπόδια και τρικλοποδιές στον εαυτό του και στους άλλους, με μια ποίηση καρυωτακικο-φιλυρικής προβολής, δανείζεται στοιχεία από τον καρναβαλικό Βάρναλη, τα οποία και αναμιγνύει με τα ερωτικά ποιήματα της Παλατινής Ανθολογίας –τα οποία επίσης μεταφράζει– για να τονίσει το αδύνατο της σύμπλευσης με την εποχή.

Ο Ζήσης Αϊναλής (1982), φιλόλογος και διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Paris 1, μακριά από ψευδο-λυρισμούς και λανθασμένα ή εύκολα αποδιδόμενες φυσιολατρίες, αποφασίζει να κινηθεί στο νέο του βιβλίο κειμενολατρικά, στοχεύοντας στην αλλαγή των σκιάσεων και των τόνων των πραγμάτων.
Στα «Παραμύθια της έρημος» λοιπόν, ο Αϊναλής όχι μόνο στέλνει κατεπείγοντα τηλεγραφήματα σε άγνωστο παραλήπτη, αλλά εξερευνά τα όρη και τα όρια της δικής του ενδοχώρας, με ένα επαναληπτικό σημειωτόν στην έρημο.

Ενώ προσπαθεί να μας παρασύρει με τον ψιθυρικό μονόλογό του, χωρίς να αυτοαναφέρεται, προβάλλει ένα φανταστικό τοπίο. Με την ορμή προς το ακατάληπτο παρούσα, μας παραδίδει μια ποίηση με χρησμώδη και σκοτεινά σημεία, φορτίζοντας επιτυχώς το αδιέξοδο του σύγχρονου ποιητή και οδοιπόρου στην όποια διαδρομή του.

Γνωρίζοντας πως είναι αδύνατον να αποφανθεί τελεσίδικα, όχι μόνο κάνει σημειωτόν στην έρημο, στο άκεντρο-κέντρο μιας εαυτότητας, αλλά αξιώνει τη συστηματοποίηση του παραλόγου. Με την οραματική αναζήτηση του αγνώστου και με την αναστοχαστική του διάθεση παρούσα, δείχνει προς το ασαφές και αχανές πέρας του. Το οποίο και αποπειράται να «κεντροποιήσει».

Ακολουθώντας τη γαλλική ποιητική παράδοση και ιδίως αυτή των «καταραμένων», όχι μόνο δεν κρύβει την μποντλερική του καταγωγή, αλλά ποντάρει στην ανάγκη για μια μελαγχολική, νεορομαντικού-μεσοπολεμικού τύπου, μνημείωση, την οποία όμως ενδυναμώνει με την αμεσότητα της απεύθυνσής του.

Με το διακείμενο των ποιητικών συνθέσεων ανιχνεύσιμο (Σολωμός, Κόλεριτζ, Μαστοράκη, Αρτό, Μισό, Σινόπουλος, Δάλλας) και οργανικά αφομοιωμένο, επιτρέπει και καθοδηγεί την ανάδυση της ιδιοπροσωπίας του. Κινούμενος εντός μιας περιδίνησης και ενός παραμιλητού στο συμπαντικό –και κατά έναν τρόπο– στο ιστορικό κενό, εκεί όπου η γήινη έρημος αντιστοιχεί στο κόκκινο χώμα του πλανήτη Άρη, προδιαγράφει ίσως και ένα κοσμολογικό σχέδιο.

*Από την «Εφημερίδα των Συντακτών» στο http://www.efsyn.gr/arthro/hartografontas-agnosto

Μάξιμος Οσύρος, Οι φίλοι που με ακούν

Οι εκδόσεις «Τύρφη» σας καλούν τη Δευτέρα 12 Μαρτίου 2018 και ώρα 20:00 στην παρουσίαση του ποιητή Μάξιμου Οσύρου και του νέου βιβλίου του «ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΠΟΥ ΜΕ ΑΚΟΥΝ», που θα πραγματοποιηθεί στον χώρο των εκδόσεων «Les yper yper», Γ. Σταύρου 4, Θεσσαλονίκη.

Ο ποιητής Μάξιμος Οσύρος έχει εκδώσει μέχρι τώρα τα βιβλία: «Εύη j. Βουτσαρά Ι Ι» / 1978 / εκδ. Βάκων, «Το μονοπάτι της μέταξας» / 1981 / εκδ. Γνώση, «Στη νοσταλγία του ψυχιατρείου» / 1986 / εκδ. Νεφέλη, «Πολιτεία» / 1993 / εκδ. Καστανιώτη, «Η τεχνική του πραγματικού» 2008 / εκδ. Νεφέλη και το «Οι φίλοι που με ακούν» / 2018 / εκδ. Τύρφη

Ο ποιητής Μάξιμος Οσύρος, δεν φαίνεται να αγαπά την δημοσιότητα, δεν τον βρίσκουμε καλεσμένο σε ποιητικές βραδιές, σε λογοτεχνικά πάνελ και εκπομπές περί ποιήσεως και γραφής. Δεν φαίνεται να έχει λάβει μέρος σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, να έχει πάρει κάποιο βραβείο ή να ανήκει σε ενώσεις λογοτεχνών. Γύρω από την ποίησή του υπάρχουν ασθενικές αναφορές στην κριτική και τη βιβλιογραφία, ενώ για τον ίδιο και το πρόσωπό του δεν έχουμε καθόλου στοιχεία.

Παρόλα αυτά στην παρουσίαση θα προβληθούν σκίτσα του Μάξιμου Οσύρου -αφού μεταξύ άλλων πρόκειται και για έναν εξαιρετικό ζωγράφο-μερικές σπάνιες νεανικές φωτογραφίες του και ο ίδιος θα ακουστεί να διαβάζει αποσπάσματα των ποιημάτων του.

Για τον ποιητή και το βιβλίο του θα μιλήσουν η Ειρήνη Καραγιαννίδου, ο Χριστόφορος Λιοντάκης και ο Κωνσταντίνος Τέλιος. Ποιήματα από την συλλογή «Οι φίλοι που με ακούν» θα διαβάσει ο ηθοποιός Δημήτρης Τσιλινίκος. Η ποίηση του Μάξιμου Οσύρου θα πλαισιωθεί από πρωτότυπα μουσικά μέρη που έγραψε για τον σκοπό αυτό ο Γιώργος Χριστιανάκης. Την οπτική επικοινωνία έχει αναλάβει ο Απόστολος Ρίζος και την παρουσίαση προλογίζει η Μαρία Ψωμά Πετρίδου.

Η βραδιά αυτή θα είναι και η πρώτη στιγμή της εμφάνισης του βιβλίου «Οι φίλοι που με ακούν» / εκδόσεις Τύρφη, αφού μέχρι τότε δεν θα βρίσκεται και δεν θα κυκλοφορεί στο εμπόριο.

4 at Steps – Έκθεση Τέχνης, 22 – 28 Μαρτίου, 2018 – Steps Gallery, 62 Lygon Street, Carlton

Έργο της Μαίρης Ραφαήλ

Για δεύτερη κατά συνέχεια χρονιά, τέσσερις Ελληνοαυστραλοί καλλιτέχνες παρουσιάζουν έργα τους σε ομαδική έκθεση στη Μελβούρνη, στη γνωστή γκαλερί «The Steps Gallery”,(Lygon Street, Carlton). Η έκθεση περιλαμβάνει ελαιογραφίες, σκίτσα με πέννα, ψηφιακά έργα και φωτογραφία. Οι καλλιτέχνες που λαμβάνουν μέρος είναι: η Θάλεια Ανδρέου, η Μαίρη Ραφαήλ, ο Φρίξος Ιωαννίδης και ο Σταύρος Μεσσήνης.

Η Θάλεια Ανδρέου, γνωστή στην παροικία της Μελβούρνης από προηγούμενες εκθέσεις, παρουσιάζει ελαιογραφίες εμπνευσμένες από την αυστραλιανή φύση. Τα έργα της Θάλειας είναι πραγματικά εντυπωσιακά, με χρωματισμούς που παραπέμπουν σε έργα της ιμπρεσιονιστικής περιόδου. Χειρίζεται τα υλικά της τέχνης της με επιδεξιότητα, ευαισθησία αλλά και με τόλμη. Αυτά τα χαρακτηριστικά δίνουν στα έργα της Θάλειας ένα έντονο ιδιόρρυθμο χαρακτήρα. Όπως λέει η ίδια: «χρώμα, πινέλο και καμβάς είναι τα μέσα με τα οποία εκφράζω τα εσωτερικά μου αισθήματα και τον θαυμασμό μου για τη φύση. Στην κυριολεξία, τα έργα μου είναι αντιπροσωπευτικά τοπίων που με προσελκύουν για την ομορφιά τους. Ανακαλύπτω την ομορφιά που είναι κρυμμένη στα χρώματα και στα σχήματα της γύρο μου φύσης, των πάρκων, των βουνών και της θάλασσας».

Η Μαίρη Ραφαήλ, επίσης γνωστή στην παροικία της Μελβούρνης από προηγούμενες εκθέσεις, παρουσιάζει έργα εμπνευσμένα από το μακρινό τοπίο της Αυστραλιανής υπαίθρου, και πιο συγκεκριμένα από τη Κεντρική Αυστραλία. Έντονα γήινα χρώματα και συνθέσεις που παραπέμπουν σε αφηρημένη τέχνη είναι τα κύρια χαρακτηριστικά των έργων της Μαίρης Ραφαήλ. Η επιδεξιότητά της με τα υλικά και τα εργαλεία της τέχνης κάνουν τα έργα της άξια θαυμασμού. Όπως λέει η ίδια «τα έργα μου εκφράζουν ηρεμία, γαλήνη, αλλά και ενέργεια. Αυτά είναι τα αισθήματα που νοιώθω ατενίζοντας τη μεγαλειότητα της φύσης. Η εργασία μου είναι μια εξερεύνηση της φύσης, εμπνευσμένη από τα ταξίδια μου στην αυστραλιανή ύπαιθρο και σε άλλες χώρες».

Ο Φρίξος Ιωαννίδης είναι γνωστός στην παροικία από ατομικές και ομαδικές εκθέσεις που είχε διοργανώσει τα τελευταία χρόνια. Αυτή τη φορά, ο Ιωαννίδης παρουσιάζει μια σειρά από πρόσφατα έργα εμπνευσμένα από την γενέτειρά του την Κύπρο. Μερικά από τα έργα είναι σκίτσα με πέννα και άλλα είναι ψηφιακά. Ασχολείται κυρίως με το τοπίο. Τα θέματα που τον ενδιαφέρουν έχουν περιβαλλοντικό χαρακτήρα. Μερικά από αυτά είναι εκφραστικά, ενώ άλλα είναι απλώς διακοσμητικά. Και το ένα είδος και το άλλο προέρχονται από προσωπικές παρατηρήσεις και αντιλήψεις που αφορούν το ανθρώπινο περιβάλλον, ένα χώρο ευάλωτο από ανθρώπινες επεμβάσεις και που τώρα παρά ποτέ άλλοτε χρειάζεται επειγόντως την προσοχή μας.

Ο Σταύρος Μεσσήνης, γνωστός από προηγούμενες εκθέσεις του, αλλά και από το δημοσιογραφικό και λογοτεχνικό του έργο, παρουσιάζει δημιουργίες του από τη σειρά «The Sovereign Sun» που είναι εμπνευσμένη από την ποιητική του σύνθεση «Έαρ το Πρώτο». Τα πέντε μεγαλύτερα έργα του στην έκθεση συνοδεύονται με ένα ποίημα από την εν λόγω ποιητική σύνθεση, εκτυπωμένο, υπογεγραμμένο και αναρτημένο δίπλα τους. Η σειρά αυτή περιλαμβάνει συνθέσεις με έντονους κυκλικούς χρωματισμούς, που απεικονίζουν το φως, το φάσμα και τα χρωματικά αποτελέσματα του διαχωρισμού του. Βασισμένα σε ειδικές φωτογραφήσεις του ήλιου, κάθε έργο δημιουργείται με ψηφιακή παρέμβαση σε μια νέα μη αντιπροσωπευτική οπτική μορφή, αποκτώντας τη δική του πραγματικότητα. Η οπτική επίδραση αυτών των νέων αφηρημένων μορφών μεγιστοποιείται από τις σκόπιμα θολές μεταβατικές ζώνες μεταξύ των χρωμάτων, δίνοντας την εντύπωση της κίνησης. Η σειρά «The Sovereign Sun» αποτελεί μέρος μιας συνεχιζόμενης εξερεύνησης της αφηρημένης φωτογραφίας και της ποίησης που εξετάζει τις δυνατότητες αφαίρεσης, χρώματος, φωτός, χώρου και μινιμαλισμού μέσω των φωτογραφικών μέσων.

*Η έκθεση θα διαρκέσει από τις 22 μέχρι τις 28 Μαρτίου.

Ώρες λειτουργίας της αίθουσας: Καθημερινά 10 πμ – 4μμ, Σάββατο και Κυριακή: 11πμ – 6μμ.

Τα εγκαίνια θα γίνουν το Σάββατο 24 Μαρτίου, και ώρα 2 μμ.
Είσοδος είναι ελεύθερη και όλοι είναι ευπρόσδεκτοι.

Έργο του Σταύρου Μεσσήνη