Κώστας Δεσποινιάδης, Μιλώντας για τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο

Μιλώντας για τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, το περιοδικό “Σημειώσεις” και τις εκδόσεις Έρασμος.
Ομιλία, στο πλαίσιο του διημέρου για το περιοδικό «Σημειώσεις» στις 27/10/2017.
(Το συνοδευτικό βίντεο, από την Ντίνα Μαυρίδου).

Η πολιτική και υπαρξιακή ποίηση της Κατερίνας Γώγου

Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης*

Έχω την αίσθηση, αν όχι την βεβαιότητα, περιδιαβαίνοντας στους χώρους του διαδικτύου και της κανονικής ζωής πως η Κατερίνα Γώγου είναι περισσότερο γνωστή σ’ έναν νεότερης ηλικίας κόσμο με την ποιητική της ιδιότητα και λιγότερο ως ηθοποιός. Αυτό δεν το λέω ως κάτι το αρνητικό, το αντίθετο μάλιστα. Βλέπετε, λίγο η ανάγκη για ποιητική έκφραση κι επικοινωνία της νεότερης γενιάς διαφορετική από τα συνηθισμένα, λίγο μία όχι πάντα καλοπροαίρετη επαναφορά ανθρώπων όπως η Γώγου στην επιφάνεια από δημοσιογράφους και κάθε λογής «δημοσιολογούντες», ένα παραπάνω που οι πολιτικές και κοινωνικέ συνθήκες – της εξέγερσης που αργά σιγά καλλιεργείται μέσα στις συνειδήσεις των νεότερων, οι εργατικοί αγώνες κι αντιστάσεις, οι μικρές νίκες και οι πρόσκαιρες ήττες, η αλλοτρίωση, η μοναξιά μέσα σε μια πόλη που αναζητά την ελευθερία της – που παράγουν αυτή την ανάγκη για επαφή με κάτι το διαφορετικό, κατ’ επέκταση και με την ποίηση της Κατερίνας Γώγου.

Βέβαια, οι παλιότερες γενιές, και φυσικά της γενιάς της ποιήτριας, την γνώρισαν μέσα από τις ηθογραφικές, ανόητες και βαθιά συντηρητικές ταινίες του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου – εκείνες τις ταινίες που μέσα στην εποχή του μετεμφυλιακού κράτους, με τους διωγμούς και τις εξορίες των κομμουνιστών αλλά και με τις μάχες για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, αναλώνονταν πολύ συνειδητά στην καλλιέργεια μιας επιφανειακά αθώας ηθογραφίας των πόλεων και της κοινωνικής ζωής και στην γελοία, κακή μίμηση των αντίστοιχων αμερικάνικων φιλμ τύπου ρομαντικού κομεντί και μιούζικαλ: οι κινηματογραφικές εξαιρέσεις της περιόδου απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Εντός αυτού του περιβάλλοντος, η Κατερίνα είχε πάντα τον στερεότυπο ρόλο της ξεπεταγμένης, αθώας, σχεδόν ηλίθιας, μοντέρνας – σύμφωνα με τα αμερικάνικα, καταναλωτικά πρότυπα και «επαναστάτριας» κόρης. Δεν ήταν η Φίρμα του συστήματος της εποχής, ούτε έπαιζε με τους πολύφερνους γαμπρούς της τότε «σόου μπιζ» αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι στην πορεία των χρόνων δεν έκανε αξιόλογη πορεία σε σοβαρότερες και πραγματικά «κινηματογραφικές», αν μπορούμε να το πούμε έτσι, ταινίες, σε αυτό συνέλαβε και η αλλαγή των εποχών και της κοινωνικής συνειδητοποίησης που δεν αρκούνταν πλέον στην αναπαραγωγή των ηλίθιων αστικών προτύπων συμπεριφοράς αλλά που προχώρησαν, μαζί με την κοινωνία, στην αμφισβήτησή τους και στην κριτική της επικρατούσας ηθικής: ο ρόλος της αδελφής του Θανάση Βέγγου στο φίλμ «Τί έκανες στον πόλεμο Θανάση» του Ντίνου Κατσουρίδη, είναι ενδεικτικός χωρίς να είναι ο μοναδικός ενώ, μεταξύ άλλων, βραβεύτηκε για την συμμετοχή της στην ταινία «Το βαρύ πεπόνι» με το βραβείο Α’ γυναικείου ρόλου (Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – 1977). Σε αυτή τη νέα πορεία η «Παραγγελιά» του συζύγου της Παύλου Τάσιου, αποτελεί το σημείο καμπής όπου συνδέθηκαν σ’ ένα ισχυρό κράμα, η ποιητική αμφισβήτηση της δημιουργού μαζί με την αναζήτηση, νέων, περισσότερων ώριμων, κινηματογραφικών εκφράσεων.

Η ποιήτρια Κατερίνα Γώγου

Η Κατερίνα Γώγου σημάδεψε με την παρουσία της μια ολόκληρη εποχή (παρέα με τους Νικόλα Άσιμο, Παύλο Σιδηρόπουλο καθώς και με άλλους) εκφράζοντας τόσο την ηττημένη δεκαετία μετά την αυταπάτη της επαναφοράς της (αστικής, φυσικά) δημοκρατίας και τα αποτελέσματα της ιστορικής ήττας της επαναστατικής διαδικασίας που εκτυλίχθηκε στην χώρα μας κατά τη διάρκεια της Κατοχής Αλλά έκφρασε και μια άλλη εποχή: αυτή που ακολούθησε με την πτώση της Χούντας και την Μεταπολίτευση, που τα κοινωνικά προβλήματα δεν είχαν επιλυθεί, με τον βαθύτατα συντηρητικό και ακροδεξιό μηχανισμό στο απυρόβλητο, με τις νέες οικονομικές δυνάμεις να επιχειρούν να διαβρώσουν την κοινωνική συνοχή καθώς και το μεγάλο ταξικό κριτήριο που ήταν υπεραναπτυγμένο μέσα στον κόσμο του αγώνα και στην εργατική τάξη – έκφρασε ακόμα την ατομική και συλλογική αλλοτρίωση, την επιβολή χιλιάδων πνευματικών και υλικών εξαρτήσεων, την ανάδειξη της υποκρισίας ως συστατικό στοιχείο του δημόσιου λόγου.

Η συγκεκριμένη εποχή μάλιστα, είναι η εποχή όπου άλλοι ποιητές, θύματα κι αυτοί μιας, ας το πούμε, «ταξικής μελαγχολίας», είτε προτίμησαν τη σιωπή καθώς θεωρούσαν ότι είχαν πει ότι ήταν για να πουν, είτε έγραφαν – ιδιαίτερα η νέα γενιά ποιητών – με ένα τρόπο που τους αποξένωνε από τις ανάγκες της κοινωνίας και του τόπου. Η Γώγου είναι εκείνη η δημιουργός που με τα σκληρά της βιώματα, με την δυνατή πολιτική της σκέψη αλλά και με την αξιοποίηση τόσο του εκφραστικού ταλέντου της, όσο και της πλούσιας ποιητικής/καλλιτεχνικής αντίληψης που την διακατείχε, έφτιαξε με πόνο σώματος και ψυχής γνήσια υπαρξιακή ποίηση με έντονα εξεργεσιακά κι επαναστατικά στοιχεία. Η ποίηση της είναι η ποίηση της κοινωνικής και προσωπικής απόγνωσης αλλά και της γνώσης ότι οι βάρβαροι είναι ήδη εδώ και πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια στην απαλλοτρίωση ψυχής και κοινωνίας που πρεσβεύουν και εφαρμόζουν. Αμφισβητεί η Κατερίνα Γώγου: το Κόμμα, τα πρόσωπα που στο όνομα του αγώνα ξεπουλούν ιδέες και συνειδήσεις, υπερασπίζεται την αναρχία, τα ματαιωμένα όνειρα, τους θεσμούς, την Οικογένεια, την Πατρίδα και τα στρατιωτικά εμβατήρια, περιγράφοντας τις εικόνες της πόλης, στα βρώμικα στενά, στα γήπεδα, στην Πατησίων. Και συμπαραστέκεται: στην Γυναίκα, στην Κόρη της, στους μετανάστες και στους πολιτικούς κρατούμενους ενώ την ίδια ώρα στοχοποιείται από το Κράτος και τις δυνάμεις καταστολής.

Η ποίηση της Κατερίνας Γώγου, αναδεικνύεται και στις μέρες μας, τόσο επίκαιρη , όσο και στην όχι πολύ πρόσφατη εποχή όπου έζησε η ποιήτρια, όπου ο καθένας και η καθεμιά μας, αναγνωρίζει σε αυτήν τον δικό του προβληματισμό, την δική του αγωνία που βρίσκεται και σε άμεση συνάρτηση με το κοινωνικό περιβάλλον και τις ανάγκες της εποχής μας. Ένας σκληρός, ανελέητος κι αδυσώπητος ύμνος, βαθύτατα τραγικός (με την… αρχαιοελληνική έννοια του όρου), να τι είναι και πως ορίζεται η ποίηση της. Αποτελεί ένα ύμνο στον μοναχικό άνθρωπο της πόλης αλλά και στους ανθρώπους που παίρνουν το μέλλον στα χέρια τους, ένα ύμνο σε μορφή ποιητικής προκήρυξης στον ιδιότυπο και ιδιόμορφο αγώνα εκάστου και όλων ενάντια σ’ ένα σύστημα που καταρρέει και που απειλεί να μας πάρει μαζί του στο τέλος ή κι ελπίζοντας πως με την ανοχή μας θα καταφέρει να τη βγάλει καθαρή για λίγο ακόμα, ένας ύμνος είναι, ένα τραγούδι για όλους εμάς που όσο και να το θέλουν δεν χάνουμε την ιστορική και προπαντός, την ταξική μας μνήμη.

Είναι όμως και μια ποίηση που πολλές φορές – αν όχι τις περισσότερες, δεν αντιλαμβάνεται πως εκφράζει όχι ένα ή δύο προσωπικά παραδείγματα αλλά μια ολόκληρη κοινωνική συνείδηση και αναγκαιότητα. Είναι μια ποίηση επίσης, που ο εκφραστής της, η Γώγου δηλαδή, από τη μία καταγγέλλει και διαμαρτύρεται ενώ από την άλλη λυγίζει κάτω από το βάρος των προσωπικών προβλημάτων της (κατάθλιψη, πρέζα κτλ) – που βέβαια είναι και κοινωνικά προβλήματα, όπου οδηγείται προς το τέλος της ζωής της ποιήτριας και της ποιητικής της δραστηριότητας να εσωτερικεύει τον πόνο της, να απομονωθεί, να επαναλαμβάνει «απλώς» παλιές αναμνήσεις, να επιχειρεί ένα κριτικό σχολιασμό της μέχρι τότε ζωής της, ελαχιστοποιώντας την αδρότητα των ποιητικών της εικόνων αλλά και αξιοποιώντας μια νέα ποιητική γραφή: περισσότερο κοφτή, λιγότερο καταγγελτική, δείχνοντας (πόσο ενδιαφέρουσα αντίφαση είναι αυτή) και κούραση και διάθεση για ανανέωση – που όμως θα έρθει πάρα πολύ αργά.

Όχι, δεν είναι τυχαίο που ανακαλύπτουμε ξανά την Γώγου, αυτή τη φορά κάτω από το καινούργιο πρίσμα της ελπίδας και των αγώνων ως μια σοφή φωνή που μας προειδοποιεί να μην ξεχάσουμε την ιστορική μας ευκαιρία για αληθινή ελευθερία αλλά και πως όταν έρθουν εκείνες οι πολυπόθητες μέρες, να μην ξεχάσουμε , τα χρόνια της εξαθλίωσης, της καταπίεσης και του ψεύδους.

*Ο Ειρηναίος Μαράκης γεννήθηκε στα Χανιά το 1986, απόφοιτος της τεχνικής εκπαίδευσης. Συμμετέχει με ποιήματα του στα συλλογικά έργα (e-books) ενώ ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορες λογοτεχνικές σελίδες. Αρθρογραφεί στην εφημερίδα ‘Αγώνας της Κρήτης’ καθώς και στο διαδικτυακό πολιτικό και πολιτιστικό περιοδικό ‘Ατέχνως’. Διατηρεί το ιστολόγιο Λογοτεχνία και Σκέψη.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://atexnos.gr/%CE%B7-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%85%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1/?utm_campaign=shareaholic&utm_medium=facebook&utm_source=socialnetwork

Dimitris Troaditis, Tightrope Walking /Ακροβασíες

Book Review

by Dr. Edward Reilly

Dimitris Troaditis,
Tightrope Walking /Ακροβασíες,
tr. D. Kalimniou, Owl Publishing, Brighton Vic., 2017.
ISBN: 978-0-9805321-9-7

One of the pleasures of a literary friendship is to exchange poems. It serves as a means of dialogue, which all too often cannot take place given separations in time and distance, and neither letters nor social media quite fill that space a completed poem can occupy. Some time ago I sent out a chapbook of mine to friends, and marvelous to say, I received this volume in exchange.

As readers of Neos Kosmos would know, Dimitris Troaditis is something of a phenomenon. Born 1959 in Greece, he started writing poetry with serious intent almost 30 years ago and soon afterwards arrived in Australia, and has not stopped since. Two recent collections of his verse have been published in Athens, and he maintains a bilingual website To Koskino. He’s political, outspoken and quite tough, though sometimes his politics can irritate me, as I am still a rather conservative Adelaidean Catholic. Even so, one respects the strength and beauty of each poet, regardless of their background, for poetry is our common ground. Then, as I am a βάρβαρος, having no Greek, with but a little Latin from school, I will only comment on some of the poems as they appear in translation.

The first thing to strike me is the set of dark images and references used to convey the swirl of sentiment, for example, the use of ‘grave’, ‘old drawings’, ‘stones’, ‘wretched prayers’ in the title poem ‘Tightrope Walking’, then more words emphasizing the acrobat’s dilemma, ‘taut’, ‘bonds’, ‘calamity’ and so on, leading to the reader being prepared to consider the gravity of the real situation we face, ‘whether immortality / can release us / from the bonds of causality’. Suddenly the poem is not about a particular acrobat, but about ourselves, whether we can achieve that ‘perfect / multi-levelled footstep’ needed to avoid ‘calamity’. Is he referring to death, oblivion, to being ‘buried alive’? If so, in what? The poem leaves me nervous, wondering what’s next in store.

In the sonnet, ‘My Secrets’, I encountered fantastic confession. The speaker becomes divine, almost maniacal, as he reveals his intent to ‘engrave’, ‘stamp’ and ‘draw’ himself on his lover’s body, but not out of the light like a Zeus to Danae, claiming however that he would ‘only travel on the feathers of nightingales’. Then a remembered line from the English poet, Keats, led me to refer to this image, one I have never seen or heard, only to read of the tragic tale of Philomela, and remember a line from T. S. Eliot, that supreme symbolist. The second part then presents a series of water metaphors, ‘tears’, ‘mists’, ‘rains and hurricanes’, and as I am now reading the speaker as Tereus addressing his sister, all these images reflecting on a deep ‘grief’.

Perhaps I was reading too much into that poem, but if my student reading and years of classroom teaching are any guide, it is becoming clear that Troaditis is not just writing contemporary trifles, but continuously is digging deep into the remembered veins of Hellenic literature. He gathers strength from that, and from his own political analysis of his life and surrounding circumstances, as demonstrated in poems such as ‘Terror Australia’ and ‘Of the Community’. And, as his translator, Dean Kalimniou, points out in the introduction, Troaditis’ words ‘drench the page with the force of a torrent’, almost to the point of the reader being overwhelmed. Such a clearly articulated force is rare in Australian letters.

Tightrope Walking /Ακροβασιες is a strong collection, and a suitable companion to others in this series of poetry chapbooks, alongside those by Dimitris Tsaloumas, Zeny Giles et al.

[Dr. Reilly is the founding editor of the literary journal, Azuria, published annually in Geelong]

***

Κριτική βιβλίου

Dr. EDWARD REILLY*

Δημήτρης Τρωαδίτης, Tightrope Walking /Ακροβασíες, μετ. D. Kalimniou, Owl Publishing, Brighton Vic., 2017. ISBN: 978-0-9805321-9-7

Μία από τις απολαύσεις μιας λογοτεχνικής φιλίας είναι η ανταλλαγή ποιημάτων. Χρησιμεύει ως ένα μέσο διαλόγου, που, όμως, πολύ συχνά δεν μπορεί να πάρει μορφή λόγω διαχωρισμών εξαιτίας χρόνου και απόστασης, και ούτε οι επιστολές ούτε και τα μέσα ενημέρωσης μπορούν να γεμίσουν τον χώρο που ένα ολοκληρωμένο ποίημα μπορεί να καταλάβει. Πριν από λίγο καιρό έστειλα ένα chapbook μου σε φίλους και βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να πω ότι μου ανταποδόθηκε.

Καθώς οι αναγνώστες του «Νέου Κόσμου» θα γνωρίζουν, ο Δημήτρης Τρωαδίτης είναι κάτι σαν ένα φαινόμενο. Γεννήθηκε το 1959 στην Ελλάδα, άρχισε να γράφει ποίηση με σοβαρές προθέσεις σχεδόν 30 χρόνια πριν φτάσει στην Αυστραλία, και δεν έχει σταματήσει από τότε. Δύο πρόσφατες συλλογές του κυκλοφόρησαν στην Αθήνα, ενώ διατηρεί και τη δίγλωσση ιστοσελίδα ΤοKoskino. Είναι πολιτικοποιημένος, ειλικρινής και αρκετά μαχητικός, αν και μερικές φορές οι πολιτικές του απόψεις μπορούν να με ερεθίσουν, μιας και ακόμα είμαι μάλλον ένας συντηρητικός καθολικός από την Αδελαΐδα. Ακόμα κι έτσι όμως, ο ένας σέβεται τη δύναμη και την ομορφιά του κάθε ποιητή, ανεξάρτητα από την προέλευσή του, γιατί η ποίηση είναι το κοινό μας έδαφος.
Στη συνέχεια, καθώς είμαι βάρβαρος (σ.σ. ελληνικά στο αγγλικό κείμενο), μην γνωρίζοντας Ελληνικά, παρά μόνο λίγα Λατινικά από το σχολείο, θα αναφερθώ μόνο σε μερικά από τα ποιήματα που δημοσιεύονται σε μετάφραση.

Το πρώτο πράγμα που με κλονίζει είναι το σύνολο των σκοτεινών εικόνων και αναφορών που χρησιμοποιούνται για να μεταφέρουν τη δίνη του συναισθήματος, για παράδειγμα, η χρήση των «τάφων», των «παλαιών ζωγραφιών», των «πετρών» και των «μίζερων προσευχών» στο ποίημα με τίτλο «Ακροβασίες». Ευθύς αμέσως περισσότερες λέξεις έρχονται να τονίσουν το δίλημμα του ακροβάτη, «τεντωμένο», «δεσμά», «συμφορά» και ούτω καθεξής, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να είναι έτοιμος να εξετάσει τη σοβαρότητα της πραγματικής κατάστασης που αντικρίζουμε, «αν η αθανασία / μπορεί να μας απελευθερώσει / από τα δεσμά της νομοτέλειας». Ξαφνικά το ποίημα δεν αναφέρεται σε έναν συγκεκριμένο ακροβάτη, αλλά στους εαυτούς μας, ανεξάρτητα από το εάν μπορούμε να επιτύχουμε αυτό το «απερίσκεπτα τέλειο / πολυεπίπεδο βήμα…» που απαιτείται για να αποφευχθεί η «συμφορά». Αναφέρεται στον θάνατο, στη λήθη, όταν «θάβεται ζωντανός»; Αν ναι, σε τι; Το ποίημα με αφήνει νευρικό, αναρωτιέμαι τι ακολουθεί.

Στο εν είδει ηχηρού σονέτου «Τα μυστικά μου», συνάντησα μια φανταστική ομολογία. Ο ομιλητής γίνεται μάντης, σχεδόν μανιώδης, καθώς αποκαλύπτει την πρόθεσή του να «χαράξει» μια «αποτύπωση» και μια «ζωγραφιά» του εαυτού του στο κορμί της αγαπημένης του, αλλά όχι από το φως, όπως ο Δίας με τη Δανάη, υποστηρίζοντας όμως ότι «μόνο θα ταξιδεύω πάνω σε φτερά αηδονιών». Στη συνέχεια, καθώς ενθυμούμαι έναν στίχο του Άγγλου ποιητή Keats, οδηγούμαι στο να αναφερθώ σε αυτή την εικόνα, που όμοιά της δεν έχω δει ή ακούσει, μόνο για να διαβάσω την τραγική ιστορία της Φιλομήλας και να θυμηθώ έναν στίχο του Τ. Σ. Έλιοτ, του μεγάλου αυτού συμβολιστή. Το δεύτερο μέρος στη συνέχεια, παρουσιάζει μια σειρά από μεταφορές σχετικές με νερό, «δάκρυα», «αντάρες», «βροχές και τυφώνες», και καθώς τώρα διαβάζω τον ομιλητή ως άλλον Τηρέα να απευθύνεται στην αδελφή του, όλες αυτές οι εικόνες αντανακλούν σε μια βαθιά «θλίψη».
Ίσως έμεινα αρκετά πάρα πολύ στο ποίημα αυτό, αλλά αν ένας μαθητής μου το διάβαζε και τα τόσα χρόνια διδασκαλίας στην τάξη αποτελούν κάποιον οδηγό, καθίσταται σαφές ότι ο Τρωαδίτης δεν γράφει μόνο για σύγχρονα μικροπράγματα, αλλά σκάβει συνεχώς βαθιά μέσα στις αθάνατες φλέβες της Ελληνικής λογοτεχνίας. Αντλεί δύναμη από αυτή, καθώς και από τη δική του πολιτική ανάλυση για τη ζωή και τις συνθήκες γύρω του, όπως αποδεικνύεται από ποιήματα όπως «Terror Australis» και «Της Κοινότητας».

Και όπως ο μεταφραστής του, Dean Kalimniou, επισημαίνει στην εισαγωγή, ο λόγος του Τρωαδίτη «μουσκεύει τη σελίδα με τη δύναμη ενός χειμάρρου», σχεδόν στο σημείο που ο αναγνώστης μένει συγκλονισμένος. Σαφώς μια τέτοια ευκρινής δύναμη είναι σπάνια στα αυστραλιανά Γράμματα.

Η συλλογή Tightrope Walking /Ακροβασίες είναι μια δυνατή συλλογή και κατάλληλο μέρος συντροφιά των άλλων ποιητών που συμπεριλαμβάνονται στη σειρά αυτή των chapbooks ποίησης, συμπεριλαμβανομένων των Δημήτρη Tσαλουμά, Zeny Giles και άλλων.

*Ο Dr Edward Reilly είναι ιδρυτής και εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού Azuria, που κυκλοφορεί μια φορά το χρόνο στο Geelong.

Joë Bousquet: ποιήματα κατάκοιτα στην έκσταση

Ο Ζ. Δ. Αϊναλής μεταφράζει και συστήνει στο ελληνικό κοινό μια σπουδαία μορφή των γαλλικών γραμμάτων.

Υπάρχει μια νύχτα μέσα στη νύχτα.
Joë Bousquet

Ο Joë Bousquet (Ζο Μπουσκέ) γεννήθηκε στην κωμόπολη Narbonne της Γαλλίας το 1897. Στις 27 Μαΐου 1918, σε ηλικία 21 χρονών, στη μάχη του Vailly, μία από τις τελευταίες μάχες του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, τραυματίζεται από έναν γερμανικό όλμο. Η σπονδυλική του στήλη καταστρέφεται ολοσχερώς. Το ανέμελο, enfant prodigue της προπολεμικής εποχής, θα υποχρεωθεί να περάσει την υπόλοιπη ζωή του κατάκοιτος «στο σπίτι με τα σφαλιστά πατζούρια» στην κωμόπολη Carcassonne, όπου και θα πεθάνει το 1950. Κατά τη διάρκεια αυτού του πολυετή, ακίνητου εγκλεισμού του θα αρχίσει να γράφει. Μην πιστεύοντας στη «διάκριση των ειδών» θα εκδώσει τη μία και μοναδική ποιητική συλλογή του Η κατανόηση του δειλινού (La connaissance du soir) μόλις το 1947, μολονότι συμμετέχει από πολύ νωρίς τόσο στους ντανταϊστές όσο και στους υπερπραγματιστές.

Τα υπόλοιπα κείμενά του δεν συγκαταλέγονται σε καμία γνωστή λογοτεχνική κατηγορία. Στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για πεζόμορφα κείμενα, χωρίς αρχή και χωρίς τέλος. Ανοίγοντας ένα βιβλίο του Bousquet (τα περισσότερα από τα οποία είναι μεταθανάτιες εκδόσεις των προσωπικών τετραδίων του) έχει κανείς την αίσθηση πως βρίσκεται ξαφνικά, ή καλύτερα πως τον «πέταξαν», στο μέσο ενός ήδη αρχινισμένου διαλόγου. Κλείνοντας κάθε βιβλίο του έχει την αίσθηση πως εγκατέλειψε στη μέση, πως έφυγε πριν αυτός ολοκληρωθεί, έναν διάλογο. Και μιλάω για διάλογο, και όχι για μονόλογο, διότι επάνω στις γραμμές των βιβλίων αυτών παλεύουν μεταξύ τους δύο διαφορετικές, ή κάποτε και περισσότερες, φωνές, αποτυπώνοντας ανάγλυφα τον αγώνα και την αγωνία μιας συνείδησης να τιθασεύσει τη φωνή της, να επιβληθεί στον εαυτό της. Ένας σπαραχτικός διχασμός προσωπικότητας που αγωνίζεται να ενοποιήσει τα χωριστά θραύσματα μιας κατακερματισμένης συνείδησης. Μιας συνείδησης που επιμένει να αγωνίζεται εναντίον του ίδιου του εαυτού της ώστε να κατορθώσει να δικαιολογήσει την ύπαρξη της. Κι η γραφή του δύσκολη, ερμητική, κλειστή, εσωστρεφής. Μια γραφή που αποτελεί κυριολεκτικά τον καθρέφτη, στραμμένο προς τα ένδον, προκειμένου να αντανακλά προς τα έξω, μιας συνείδησης.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του ο Bousquet θα αξιωθεί τον θαυμασμό ενός Éluard και ενός Aragon, ενώ θα συνδεθεί με βαθιά φιλία με τον Max Ernst. Το έργο του θα έχει την τιμή να επηρεάσει βαθιά έναν φιλόσοφο του διαμετρήματος του Deleuze. Όλα αυτά βέβαια δεν θα καταφέρουν να απομακρύνουνε την απόγνωση, να απαλύνουν τον πόνο. Έναν πόνο προερχόμενο από την ακύρωση της ύπαρξης εντός της ίδιας της ύπαρξης.

Τα ποιήματα σε πεζό που ακολουθούν προέρχονται όλα από τη συλλογή Η κατανόηση του δειλινού (1947) και συγκεκριμένα από την ενότητα «Το στάχυ της λεβάντας», που ανοίγει το βιβλίο. Το απόσπασμα που κλείνει αυτό το σύντομο αφιέρωμα προέρχεται από το Μεταφράζοντας τη σιωπή (αν και η πιστή απόδοση στα ελληνικά θα ήταν μάλλον «μεταφρασμένο απ’ τη σιωπή», Traduit du silence, 1941). Απ’ όσο μπορώ να γνωρίζω ο Bousquet είναι παντελώς άγνωστος στην Ελλάδα. Εάν αυτό ισχύει, τότε αυτές οι δοκιμές μεταφράσεων θα συνιστούν την πρώτη γνωριμία ενός ελληνικού κοινού με μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές των γραμμάτων του γαλλικού Μεσοπολέμου.

***

Η ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ

(1947)

ΤΟ ΣΤΑΧΥ ΤΗΣ ΛΕΒΑΝΤΑΣ

Δεν έχει ούτε δεξιά ούτε αριστερά ένας σκελετός σε αναζήτηση των οστών του
αν μπορούσε μόνο να πει κλαίω κι αυτό να μην είναι ένας τρόπος του λέγειν
θα έλεγε κανείς πως το κορμί του είναι φτιαγμένο από των άλλων τα δάκρυα
είναι η κατάντια εκείνου που αγαπά η καρδιά του και μόνο που χτυπά τον
πληγώνει
υπάρχει όμως μια γυναίκα τόσο όμορφη που η κακοδαιμονία του δεν την
ακολουθεί ως την πόρτα της είναι εκείνη που τον νανουρίζει είναι εκείνη που τον ξυπνά

μετά τις βροντές έβρεξε Έβρεχε Αστραπές διασκέλιζαν τα δέντρα ντουφέκιζαν
μέσα απ’ την καταιγίδα βρόχια γεμάτα λύρες-πτηνά
δεν αναγνώρισε το ψωμί που έτρωγε δεν αναγνώρισε τον θόρυβο μιας πόρτας
που βροντούσε στο σκοτάδι
ήξερα πως η ευδαιμονία περνούσε μ’ όλα τα φώτα κλειστά του το είπα
αλλά κοιμόταν την αναπνοή τακτική καθώς γύρισα τα μάτια Ήμουν εδώ
μη μου ζητάτε να σας μιλήσω για μένα.

Επαιτεία του μαύρου

Ένας άντρας είναι νεκρός και δεν ήταν εσύ φεύγεις της σκέψης που σε συνέλαβε το κτήνος μαύρο των λογισμών σου Εκεί όπου θα στέκεις ορθός ο χώρος πια δεν θα είναι
Με παιδική φωνή στο φρύδι όλων των μονοπατιών θα μονολογήσεις πως βάδιζες και το τραγούδι θα έρθει μ’ έναν άλλον του ήχο το χαμόγελο θα χτίσει το φως του με καθετί που πέθαινε να ξαναδεί τη μέρα
Το τέλος της μέρας κι ο καθρέφτης που πέταξε μέσα στην τάφρο κι εκείνο το νεκρό νερό φίλη του ανέμου σαν νύχτα κατεβαίνοντας που κουβαλάει στειλιάρια κι εκείνη η νεκρή κι εκείνο το ψέμα σε κάθε σκιά όπου όλο το μαύρο θα εξυψωθεί σε μιαν αναλαμπή

Το καθετί που κλαίει με το μαύρο ενός τρελού που κλαίει τις μέρες του
Έχει το καθετί που βλέπει όταν κλείνει τα μάτια
Όπου κανείς και να τον παρατήσει ακόμα και για πάντα έχει την καρδιά του ολούθε συντηρεί στο αθέατο έναν κόσμο απαρατήρητο
Δώσε μας δώσε μας την ευτυχία δώσε μας ό,τι χρειάζεται για την περιφρόνηση της ευτυχίας και δώσε μας ό,τι δεν έχεις δώσε-το μας κι ακόμα την ευτυχία εσύ ο μόνος που ο θάνατος εκπλήσσει τη στιγμή που γεννιέται

Συνέχεια και τέλος¹

Γύρω τα ελαιόδεντρα και κάτω μυριάδες ρόδα κυανά χορεύοντας επάνω στον ήλιο μια εικόνα νερού σε μιαν εικόνα ανέμου
Η χαρά έρχεται η χαρά φεύγει χωρίς να μιλά για τον εαυτό της κάθε μέρα η ίδια σκέψη μου μαθαίνει πως ήταν εδώ
Όμορφο δείλι του φθινοπώρου Η διαύγεια κι η δροσιά είναι τα σκούρα μιας θάλασσας φωτεινής Που πορεύεται στα τυφλά με τα χέρια

Η σιωπή ως η αγνότητα ενός κόσμου όπου δεν θα υπήρχε ζωή παρά μόνο για ν’ αγαπά τη δική μου
Η μορφή επιβάλλεται στο καθετί που γράφω ώστε η οδύνη μου να μην αναγνωρίζει πια τις οδούς της
Πού έμαθα το καθετί που με δένει Ότι το εγκαταλείπω αντί να σπάω το καθετί που υπήρξε δικό μου αντί να εγκαταλείπω το βάρος του σε μια καρδιά που σταματά να χτυπά η δική μου Εγώ είμαι όχι ως καθαρή βούληση να μη μιάνω τη σιωπή η δική μου θέση Εγώ είμαι στο σκοτάδι όπου οφείλω να φθάσω δίχως φορτίο και δίχως οδύνη Θα είχα πει τα πάντα Και κανένας δεν θα βρισκόταν σ’ αυτή τη γωνιά να διακρίνει τα χέρια μου του προσώπου μου

Όλα είναι τόσο διαυγή στην πτώση του ουρανού που το ρυθμικό τικ-τακ του χρόνου ενώνεται με τη ζωή
Το νερό απαλό κι ο αέρας στο χρώμα του νερού μες στο ψύχος εγγύς που δεν είναι ακόμα παρά η οσμή του μάρμαρου του χειμώνα

Κοιτάχτε πως πέφτει ξαφνικά το σκοτάδι
Πρέπει η νύχτα να έρθει όταν τα βλέμματά μας ήταν αλλού Αλλά ένα λίγο της μέρας διαγράφεται στο χείλος κάθε κλαδιού
Η νύχτα προσμένει πάντα τη νύχτα κρατήστε τα μάτια σας ανοιχτά βλέπει κανείς αρκετά καθαρά όταν ένας άντρας μπορεί να πει πως έπεσε η νύχτα

Δεν ήμαστε παρά στο πρελούδιο ενός τραγουδιού υπερβολικά λυπητερού για ν’ ακουστούμε Μια γυναίκα είπε είναι η εποχή των λευκών ρόδων
Μια φωνή απαντούσε η σελήνη σχηματίζει ένα μονοπάτι μέσα στη θάλασσα που γυρνά στη σιωπή
Μια νυχτερίδα ένα πεφταστέρι ένα χέρι που έτρεμε

Ο τυφλός της αυγής

Όμορφος κόσμος όπου το φως είν’ η παραβολή της δωρεάς της σάρκας Λόγος του κόσμου όπου περνώ κεκαλυμμένος εκείνο που στοχάζεται Καθετί που λησμονεί το πραγματικό είναι εκείνο που δεν γίνεται να λησμονήσουμε

Ήθελε μόνο να ξυπνήσει τα πάντα να μεγαλώσουν μέσα στα χέρια του μέσα σ’ εκείνο που τον έδενε με τον όρκο του Οι εικόνες κάναν πιο μόνο το φως και τον άνεμο και τις μέρες

Δεν είμαι τίποτα σχεδόν ακολουθώ εκείνο που με χάνει

Τάφος που πέφτει γίνεται το χέρι που σε συγκρατεί ο άντρας γεννιέται από το όνειρο που δεν γνωρίζεται Μία γυναίκα πέρασε εκείνη τώρα το όνειρό του γίνεται
Δώσε ξανά στον άντρα σάρκα γίνε εκείνος
Κρυώνει η νύχτα Εκείνος είναι η μέρα μπρος στα μάτια της όπου το βλέμμα του ήταν η ασυλία της ο έρωτας του έρωτά της θα διαρκέσει ανίδωτος

Κάτω από τόσα τραγούδια το ίδιο σφιχταγκάλιασμα με τη λήθη η ίδια απουσία Είναι εκείνος που τη βλέπει σαν μια ελπίδα της οποία καθετί που ζει θα ήταν η δοκιμασία
Το είναι σου επέλεξε τη δυστυχία σου να κατοικήσει μέσα σου
Ο έρωτας ενώνεται με τον έρωτά σου σε συνθλίβει μ’ εκείνο που είσαι σε γεμίζει με μιαν ελπίδα του υπερπέραν
Που σε θάβει ανασκάπτοντάς σε

Ο ήχος των καμπάνων και η αυγή και το πτηνό του ψύχους μες στην ανάσα σου ανάμεσα στα φτερά της ανάσας σου και που σε πλησιάζει ολοένα εγγύτερα κι απομακρύνεται απ’ την καρδιά σου
Και το καθετί που διάσχισε η αυγή ανάμεσα στα φύλλα και τα νερά όλα τα φαντάσματα των χαδιών όταν το βλέμμα μου γίνεται σάρκα εκείνου που αγαπά και που τίποτα δεν του ψεύδεται Η καρδιά μου είναι θαμμένη σ’ εκείνο που μας απομακρύνει όπως είναι φυλακισμένη σ’ εκείνο που δένει τις μέρες μου Γυναίκα φωνάζω προς το μέρος σου σε φωνάζω μέσα από το καθετί που συμβαίνει ώστε να γίνει το κορμί μου το μυστικό μου και το δικό σου

Η κόρη²

Διαυγής ένα βλέμμα τη σβήνει ένα δάκρυ τη συγκρατεί Εκείνη δείχνεται το δειλινό την αγκαλιάζει χωρίς να τη βλέπει έχει το βάρος των βλεφάρων της
Σε μια αίθουσα Λουδοβίκου 16ου που έπλεξε η κόρη λευκή και ψηλότερη απ’ το ναυάγιο οι θάλασσες αναφύονται τη ρωγμή των κατόπτρων ένα ιστιοφόρο τις συγχέει μέσα στη μέρα που το διαγράφει
Το ξύλο των πινακίδων βοστρυχείται κι ανθεί ωοειδείται η αντανάκλαση δίχως ν’ αγγίζει το χείλος του κήπου που εκκολάπτει
Τόσο μικρή και τραβώντας τα καλάμια από ένα πανέρι που κοπιάζει μεγαλύτερο απ’ το σπίτι

Είναι η κόρη σου Η σάρκα πριν το αίμα κλείστηκε έξω απ’ το σούρουπο Η καλοκαιριά τρεμίζει επάνω της όπου εκβάλλει το βλέμμα σου όπου δεν κάνει σκοτάδι παρά στα στάσιμά σου νερά Βροχή στα σπαρτά ό,τι τη διαπνέει επεκτείνει τον τρόμο της νύχτας που είσαι
στα σκοτάδια που έχουν βγει απ’ τον χρόνο τρέχεις τρέχεις μέχρι να την ψαύσεις επάνω στην χλόη τρελή της νύχτας αμίμητη Διασχίζεις το σκοτάδι που είναι το δικό σου σκοτάδι Εκεί όπου η κόρη γελά είναι φθινόπωρο Εκείνη υποκλίνεται κι εσύ είσαι η φωλιά μιας χελιδόνας που μισανοίγει ένα υνί τροχίζεται στο φως που σπέρνεις και σε βιάζει με τα μάτια σου

Αμύγδαλο παγωμένο των παιδικάτων όπου η νύχτα τρέχει σα μαύρο γατί
Θύοντας διαμελισμένη τη σάρκα σου στην ωχρότητά σου το σκοτάδι που τεμαχίζει
Δοκιμάζει το όνομά της σε μια βασιλόπιτα όπου μπαίνει σκληρή τις διαστάσεις ένα κουκί³
Φτερούγα του μαύρου κόρη της νύχτας αδηφάγα η Λευκή από Έρωτα καθώς η χλόη στον άνεμο και η νύχτα ολάνθιστη είναι η μόνη σπορά που δεν μαυρίζει στον ήλιο

ΜΕΤΑΦΡΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΣΙΩΠΗ
(1941)

[…] Ας προχωρήσουμε αργά μέσα σ’ αυτόν τον σκοτεινό Δεκέμβρη μήνα. Βρέχει. Προσμένω τα ρόδα των Χριστουγέννων.
Η σιωπή της νύχτας καταλήγει να με ξυπνήσει. Στις δέκα η ώρα το βράδυ, μετά από μια μέρα γλυφή, αισθάνομαι ευδιάθετος, μονομιάς, ζωντανός καθώς να ήταν η σκέψη μου η μόνη πηγή της ύπαρξής μου.
Το απόγευμα συχνά αποτελείται από μαύρες σκέψεις. Το δειλινό δεν αλλάζει το χρώμα τους, αλλά μου δίνει καινούργιες. Καταλαβαίνω, λοιπόν, πως ήμουν για τα καλά φτιαγμένος για τη ζωή που ήμουν προορισμένος. Η μελαγχολία μου με βαραίνει για να μην είναι πια μόνο εγώ. Αλλά είναι τόσο ευρεία και φτιαγμένη για να είναι συμπεριλαμβανομένη. Αποδεικνύει τη μοναξιά μου, μα τη γνωρίζω τόσο καλά που κάνει να εμφανίζεται εντός μου ένα άλλο εγώ για να τη μοιραστεί.

Παρεμβολή… Επιθυμία να επιβάλλω τις αξίες που υπηρετώ. Ας είχανε όσα αγαπώ καθώς εγώ την παιδεία των όσων θαυμάζω! Πόθος να προσδιορίσεις τη σημασία του μέλλοντος;
Έτσι, ένας άνθρωπος πιστεύει που θέλει να μεγαλώσει ενώ όλη η φιλοδοξία του εξαντλείται στην εξασφάλιση της τύχης μιας κάποιας ιδέας.

Η αιτία της σκοτεινότητάς μου έγκειται στο γεγονός ότι έχω κάτι να κρύψω. Η διαύγεια μιας φράσης δεν είναι παρά μια πτυχή της εσωτερικής μας γαλήνης.
Ότι αυτό το μυστικό δεν θα ‘πρεπε να είναι ένα. Το συναίσθημα που κρύβω έχει δικαίωμα στη μεγάλη μέρα. Αγαπώ πραγματικά, σαν αδερφή, τη νεαρή σύζυγο ενός φίλου μου. Εκείνη ανταποκρίνεται στη συμπάθειά μου με κάποιο είδος φιλίας πολύ ισχυρής, πιστεύω, που είναι και το περισσότερο που μπορεί να δώσει σ’ έναν άντρα μια γυναίκα ερωτευμένη με τον σύζυγο της. Τα λόγια που ανταλλάσσουμε, όλος ο κόσμος θα μπορούσε να τα ακούσει. Κι όμως, τα αισθήματά μου γι’ αυτήν δεν προχωρούν δίχως ένα κάποιο συναίσθημα φόβου: μου φαίνεται πως η συμπάθειά μας είναι καταδικασμένη. Ίσως εξαιτίας του παρελθόντος μου.

Θέλησα πρώτα να δω καθαρά μέσα μου. Απ’ την άλλη, πρέπει αυτό το συναίσθημα να δώσει το μέτρο όλων όσων θα μπορούσα. Σε αυτήν τη φιλοδοξία υποτάσσω όλες όσες εξέθρεψα μέχρι τώρα. Θα ήθελα ανάμεσα σ’ εκείνην και σε μένα να δημιουργήσω το ισοδύναμο εκείνου του αδιάρρηκτου συνδέσμου που υπάρχει ανάμεσα στον αδερφό και την αδερφή.

Αυτό που περιπλέκει τα πάντα είναι το γεγονός ότι είναι υπερβολικά όμορφη. Αυτό που απλοποιεί τα πάντα είναι το γεγονός ότι είναι υπερβολικά σώφρων. Ό,τι μου αρέσει σ’ εκείνην, πρέπει να είναι εκείνη που αγαπώ για να μου το δώσει. Θέλω να πω: είναι που στρεφόμενη ενάντια στις απαιτήσεις της φύσης μου που η αγάπη μου μου αποκάλυψε πως είναι όμορφη.

Όχι, όχι. Όλα αυτά δεν εξηγούνε καλά τη σκέψη μου. Ο άνθρωπος δεν μπορεί ν’ αγγίξει ποτέ την αλήθεια. Η ειλικρίνεια της λέξης είν’ η σιωπή που την ακολουθεί. Ακόμα ένας τρόπος για να μιλάς! Όταν ο έρωτας μου γι’ αυτήν δεν μπορεί να εμφανιστεί παρά σαν ένας τρόπος για να ζήσω.

Πρώτα απ’ όλα, να βρεις ένα μέσο να την κάνεις να το καταλάβει. Να της δείξεις τη φύση του δεσίματός μου μαζί της, να της καταστήσεις διαυγή τη γλώσσα της μοναδικής αιώνιας αλήθειας. Είναι μια γυναίκα. Μου έσωσε τη ζωή. Μ’ έσωσε απ’ τη ζωή μου. Θέλησε να μην υπάρχει μέσα μου παρά μόνο μια σκέψη ώστε να συλλάβω σε όλο της το μέγεθος την αθλιότητα της ύπαρξης και το μεγαλείο της. Δεν θέλησε παρά να γνωρίσει την καρδιά μου. Κι όμως, μ’ έκανε με τα μάτια της άντρα.

Η υπηρέτρια, ανεπαίσθητα, διεισδύει στην κάμαρα, όπου ο κύριος της είναι, ως είθισται, ξαπλωμένος. Η σούπα που του φέρνει είναι υπερβολικά ζεστή. Φυσώντας το καυτό υγρό εκείνος σηκώνει τα μάτια του προς το μέρος της.
Αυτό το βλέμμα την εμψυχώνει. Κάνει ένα βήμα προς το μέρος του, σταυρώνει τα χέρια και παίρνει το λόγο:
– Ο κύριος γράφει στίχους, νομίζω…
– Μα όχι, Μαρία, μα όχι.
– Επιτέλους, αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο κύριος έπαψε να είναι ποιητής.
– Αν θέλετε…
– Είναι που είχα να σας κοινοποιήσω κάτι που φαινόταν να σας ταιριάζει.

Το φως των λαμπτήρων βάφει μιαν απόχρωση ροζ το πρόσωπο της ηλικιωμένης γυναίκας. Εκείνος, τείνει με προσοχή το αυτί. Κι όμως, μια εντύπωση μοναδική το διαπερνά. Του φαίνεται πως είναι στη θέση κάποιου άλλου… Πιεσμένος από εκείνο το συναίσθημα να φανεί χίλιες φορές πιο προσεκτικός στα λόγια αυτής της γυναίκας που είναι πιο αληθινή απ’ τον ίδιο:
– Θα θάψουνε αύριο στο Βιγιελί έναν ηλικιωμένο κύριο. Πρόκειται για κάποιον που του πήρε έξι μήνες να πεθάνει.
– Το φθινόπωρο ήταν τόσο ζεστό που έχει ακόμα κουνούπια μες το δωμάτιο. Δεν έπρεπε, Μαρία, ν’ ανάψετε τα φώτα ενώ ήταν ακόμη ανοιχτά τα παράθυρα. Κι ο ηλικιωμένος, τι λέγατε;…
– Ε, λοιπόν, δεν ήξερε κανείς ποτέ αν έκανε το πεθαμένο ή αν είχε όντως πεθάνει. Ο εφημέριος ήρθε, κλαίγαν πάνω από το πτώμα του, τα παιδιά του τον ντύσαν. Τα κεριά αναμμένα, φέρναν λουλούδια. Και με το που τον ακουμπήσανε στο κρεβάτι, ανοίγει τα μάτια: «αα! λέει, δεν είναι τόσο εύκολο όσο πιστεύουνε να πεθάνεις…»

Τέσσερις φορές ξαναξεκίνησε ν’ αναστατώνει τον κόσμο. Αλλά αυτό ήταν, πάει τέλειωσε, αύριο θα τον θάψουν.
– Τουλάχιστον πέθανε.
– Βέβαια! Μου το είπανε τα παιδιά του.

Έβρεξε τόσο δυνατά εκείνο το βράδυ που πίστεψε πως δεν θα ερχότανε πια ούτε ο Σαρλ ούτε η Σιμόν. Στις δέκα έφτασε πρώτα εκείνη, μουσκεμένη, υγρή. Ο Σαρλ είχε λέει πεταχτεί μέχρι το ταχυδρομείο να στείλει ένα γράμμα.

Ποιητής παρόλα αυτά. Υπερβολικά άρρωστος, περιορισμένος να ζει σκεπτόμενος, όλα όσα που κάνει ώστε να διαδηλώσει την ύπαρξη του τον επαναφέρουνε βίαια στους δρόμους της ομιλίας. Κι όπως πεισματάρικα επιμένει να ζει, φαντάζει πολύ εμπνευσμένος. Πρέπει η ζωή του να εξαντλείται ανάμεσα στα μάτια του και τα χείλη του. Είναι όμορφο να το περιγράφεις έτσι αναλυτικά. Υπάρχουνε πολλοί άνθρωποι σαν κι αυτόν. Μονάχα που δεν τους βλέπουμε.

Η αρρώστια του ήτανε προφανώς πιο δυνατή απ’ τον ίδιο. Αλλά αγωνίστηκε δύσκολα τη συνείδηση του στον ξεπεσμό της. Τα πόδια του μόλις που τον αντέχουν. Ζει ξαπλωμένος. Ανάμεσα σ’ ένα μπουκάλι μεταλλικό νερό κι ένα κουτί γεμάτο παράξενα μαραφέτια ανησυχητικά.

Είμαστε υποχρεωμένοι να περάσουμε ένα κομμάτι της ζωής μας μες τη σιωπή.
– Υπάρχει ένα κομμάτι της ζωής μου, είπε, φτιαγμένο για τη λήθη. Απαρνούμαι ένα ορισμένο κομμάτι των πράξεων μου, επιβεβαιώνει, καθώς εσείς τα όνειρά σας.
– Αυτό είναι αρκετά βολικό, απάντησε ο Φ. Π. που είναι υπερβολικά δίκαιος, υπερβολικά έντιμος για να παραδεχτεί με την πρώτη εκείνη την άποψη στην οποία τελικά θα καταλήξει να δώσει τη συγκατάθεσή του.
Είναι αλήθεια βέβαια πως ο άρρωστος θα του έχει προσφέρει ορισμένες επεξηγήσεις αρκετά πειστικές:
– Η ζωή μου δεν έχει παρά ένα πρόσωπο κι όχι δύο όπως των άλλων.
Εν συνεχεία λέει ένα σωρό άχρηστα πράγματα για να επιστρέψει τελικά:
– Η ζωή με παράτησε: δεν υπάρχει παρά η συνείδησή μου για να συγκρατήσει ένα κομμάτι της.

Όχι, όχι, περιμένετε, θα σας το εκφράσω καλύτερα… Ό,τι απομένει από μένα, δεν έχει παρά τη σκέψη μου μόνο για να το αντιτάξει στο θάνατο. Αυτό δεν είναι ένα γεγονός χωρίς συνέπειες. Δεν παραδέχομαι ως έγκυρο τίποτα απ’ όσα είμαι υποχρεωμένος να μου αποκρύπτω.
Τελικά είπε:
– Ένα μυστικό είν’ αβάσταχτα βαρύ για μια ζωή τόσο χλωμή και ανάλαφρη όσο και μια ανάσα. Κατέχω τόσο ελάχιστα πράγματα που μια εμμονή μπορεί να μ’ αιχμαλωτίσει, με κλείνει σ’ έναν άγνωστο κόσμο όπου γεννιούνται οι εμμονές. Μια κάποια έγνοια υγιεινής με υποχρεώνει να καθιστώ τούτες τις εμμονές αγνές κι απλές αναμνήσεις.
– Μα, απάντησε ο Φ. Π. τι ζωή σατράπη!
– Ναι. Είναι πάνω σ’ ένα σχέδιο απροσδόκητο που εξάσκησα την προσπάθειά μου για την τελείωση. Θέλησα ν’ αποκτήσω τα πάντα. Απλά.

Είναι η σκοτεινή πλευρά της ζωής μου. Υπάρχουνε πράξεις που τις διαπράττω μόνο και μόνο για να μην έχω πια την επιθυμία να τις διαπράξω. Εξαγνίζω τις σκέψεις μου. […]
,

¹ Το ποίημα έχει στα γαλλικά τον τίτλο « Suite et fin »· η λέξη «σουίτα» χρησιμοποιείται εδώ με το διπλό νόημά της, δηλαδή τόσο κυριολεκτικά ως «συνέχεια» όσο και ως μουσικός όρος.
² Στα γαλλικά «La pupille» είναι τόσο η κόρη του ματιού όσο και η ανήλικη, ορφανή κηδεμονευόμενη κοπέλα. Προσπάθησα να διατηρήσω κάπως την αμφισημία του τίτλου αποδίδοντάς τον στα ελληνικά ως «Η κόρη».
³ Την εποχή που γράφει ο συγγραφέας το νόμισμα στη βασιλόπιτα ήταν πολυτέλεια· ο κόσμος έβαζε συνήθως μέσα ένα κουκί.

*Ο Ζ. Δ. Αϊναλής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Είναι ποιητής, μεταφραστής και δοκιμιογράφος. Το τελευταίο του βιβλίο είναι Τα Παραμύθια της Έρημος (Κέδρος, 2017). Ζει και εργάζεται στη Μυτιλήνη.

**Αναδημοσίευση από εδώ: http://1-2.gr/2017/10/06/joe-bousquet-poihmata-katakoita-sthn-ekstash/

Από την Ελλάδα στην Αυστραλία: το αβέβαιο πέρασμα

Φωτογραφία: Κ. Βήτα

Για το μυθιστόρημα του Τάκη Κατσαμπάνη «Walkabout – Προσδοκία ενός ξεκινήματος» (εκδ. Εξάρχεια).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη*

altWalkabout
Προσδοκία ενός ξεκινήματος
Τάκης Κατσαμπάνης
Εκδ. Εξάρχεια 2017
Σελ. 144, τιμή εκδότη €11,00

Ο εγκλιματισμός σε νέο περιβάλλον είναι ένα από τα θέματα που απασχολούν τη σύγχρονη σκέψη και λογοτεχνία, καθώς η αλλαγή πατρίδας, η αναζήτηση νέας ταυτότητας, ο υβριδισμός της κουλτούρας, οι δυσκολίες κοινωνικοποίησης, η σύγκρουση του παλιού με το νέο κ.ά. δημιουργούν τις ιδανικές συνθήκες ενός γόνιμου μεταίχμιου. Και κάθε μεταίχμιο δελεάζει και δοκιμάζει τη λογοτεχνία, αφού εκεί διασταυρώνονται το έξω με το μέσα, το πριν και το μετά, το άσπρο και το μαύρο σε μια διαρκή διαλεκτική σχέση.

Η Αυστραλία είναι μια πρέσα που ισοπεδώνει το παρελθόν, τόσο των Αβορίγινων όσο και των εγκληματιών, που αποτέλεσαν τους πρώτους κατοίκους της· με τον ίδιο τρόπο ισοπεδώνει και την ιστορία των μεταναστών, ζητώντας τους να διαγράψουν το πριν και να εγκλιματιστούν πλήρως στο τώρα.

Όλο το βιβλίο του πρωτοεμφανιζόμενου Τάκη Κατσαμπάνη, μικρό κατά βάση μυθιστόρημα, αναφέρεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στη μετάβαση από την Ελλάδα στην Αυστραλία. Και λέγοντας μετάβαση εννοώ όχι το ταξίδι αλλά τη διαδικασία, κυρίως κοινωνική και ψυχολογική, προσαρμογής στη νέα χώρα και στον καθημερινό πολιτισμό της. Η επιτυχία ή η αποτυχία εξαρτάται από τους δεσμούς με την πατρίδα, αλλά και με το νέο ξεκίνημα που ο καθένας οραματίζεται.

Ο αφηγητής σκιαγραφεί με σχόλια πάνω στα βιώματά του τον καιρό που έζησε στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας και τις προσπάθειες που έκανε να ενσωματωθεί στον ρυθμό της νέας ζωής. Τα ζητήματα που προέκυψαν δεν ήταν καταρχήν οικονομικά, αλλά πολιτισμικά. Μαθαίνει τη γλώσσα και δεν έχει προβλήματα συνεννόησης και κατανόησης, αλλά πάντα νιώθει ότι οι νέες λέξεις είναι άψυχες και δεν μπορούν να αποδώσουν τον ψυχισμό του. Βρίσκει δουλειά, στην αρχή σε ένα πρόγραμμα κοινωνιολογικής έρευνας στα νοσοκομεία της πόλης κι έπειτα σε ένα γλωσσολογικό πρότζεκτ, στα οποία ανακαλύπτει ότι οι Έλληνες ομογενείς, όσο κι αν απολαμβάνουν το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης και κοινωνικής ασφάλειας, νιώθουν πάντα ξένοι. Η Αυστραλία είναι μια πρέσα που ισοπεδώνει το παρελθόν, τόσο των Αβορίγινων όσο και των εγκληματιών, που αποτέλεσαν τους πρώτους κατοίκους της· με τον ίδιο τρόπο ισοπεδώνει και την ιστορία των μεταναστών, ζητώντας τους να διαγράψουν το πριν και να εγκλιματιστούν πλήρως στο τώρα.

Σ’ αυτην τη διελκυστίνδα συναντά τον Βρας, Έλληνα καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ, ο οποίος τον βοηθάει παρά την ιδιόρρυθμη συμπεριφορά του. Κι αυτός είναι ο κατεξοχήν εκπρόσωπος της ιδέας ότι πρέπει να απογαλακτιστούν από την Ελλάδα και να ακολουθήσουν μια απόλυτα καινούργια ζωή. Η μεταστροφή του μάλιστα στον αγγλικανισμό ικανοποιεί αυτήν ακριβώς την ανάγκη. Μια τέτοια στάση απέναντι στην Ελλάδα θεωρεί ότι η χώρα είναι κολλημένη στην Ιστορία της, αρχαία και βυζαντινή, δεν μπορεί να προχωρήσει γενναία στη νεωτερικότητα και βαυκαλίζεται με το ένδοξο παρελθόν της αντί να δει το τελματωμένο παρόν της κ.λπ. Ο επαρκώς κοινωνικοποιημένος ξένος διαγράφει τη «μητρίδα», όπως λέγεται σε κάποια φάση η πατρίδα, και ακολουθεί τον νέο δρόμο της αυστραλιανής προόδου.

Το walkabout είναι πάντα μια ρευστή πραγματικότητα, μια ανοιγοκλεινόμενη πόρτα η οποία δεν αφήνει οριστικά απ’ έξω το παρελθόν.

Ωστόσο, ο αφηγητής συναντά ένα σωρό ανθρώπους που δεν θέλουν ή δεν μπορούν να δουν την τομή ανάμεσα στην παλιά και τη νέα χώρα ως τελεσίδικο πέρασμα. Το walkabout είναι πάντα μια ρευστή πραγματικότητα, μια ανοιγοκλεινόμενη πόρτα η οποία δεν αφήνει οριστικά απ’ έξω το παρελθόν. Άλλοι μένουν πεισματικά στις μνήμες τους, άλλοι συμβιβάζουν τα δυο πεδία κι άλλοι, όπως τελικά ο ήρωάς μας, αρνούνται το άψυχο σκηνικό κι επιστρέφουν στην Ελλάδα.

Κλείνω με μια παρατήρηση επί της γραφής. Ξέραμε ότι πολλά σύγχρονα κείμενα δεν είναι κλειστά· τώρα συνειδητοποιούμε όλο και πιο πολύ ότι μπορεί να μην είναι καν μονότροπα αφηγηματικά, να μην είναι καν συνεκτικά, να μην αποτελούν ένα αρραγές σύνολο αλληλοσυμπλεκόμενων σκηνών. Πλέον πολλοί –και ο Τ. Κατσαμπάνης ανάμεσά τους– γράφουν συνδέοντας την υπόθεση με το σχόλιο, το βίωμα με την εξομολόγηση, την ιστορία με το δοκίμιο, σε μια υβριδικότητα που καταστρατηγεί την αφήγηση ως showing και υιοθετεί το telling ως αναγκαίο συνοδό στην απόδοση του νοήματος και στην μετάγγιση των αισθημάτων.

Ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο ενός φερέλπιδος συγγραφέα.

*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας και κριτικός βιβλίου.

**Από εδώ: https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/katsampanis-takis-exarcheia-walkabout?utm_source=Newsletter&utm_medium=email

Μια ποιητική του βλέμματος – Συνέντευξη του Σωτήρη Παστάκα στον Μασιμιλιάνο Νταμάτζιο

Ο Σωτήρης Παστάκας

-Πριν ένα περίπου χρόνο, σ’ ένα βιβλιοπωλείο της Αθήνας, γιόρτασες την επέτειο του Poiein.gr, της ιστοσελίδας της οποίας είσαι ο ιδρυτής. Γιατί δημιουργήθηκε; Τι αντίκτυπο νομίζεις ότι είχε στο πανόραμα της ελληνικής ποίησης; Σε τι διαφοροποιείται από τ’ άλλα;

-Η αναμφίβολη επιτυχία του «Ποιείν», οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι κατάφερε ν’ ανακατέψει την τράπουλα και να δυσκολέψει, σε μεγάλο βαθμό, τα στημένα παιχνίδια -ακαδημαϊκά κι εκδοτικά-, που πολλές φορές συμβαδίζουν και πάνε αλά μπρατσέτο. Ακριβώς αυτός ήταν κι ο λόγος της δημιουργίας του: έχοντας δουλέψει από το 1980 σε κάποια απ’ τα μεγαλύτερα, έντυπα, λογοτεχνικά περιοδικά όπως το «Δέντρο», το «Πλανόδιον» κ.α., διαπίστωσα στις αρχές του 2000, ότι είχαν εξαντλήσει τη δυναμική τους: πρότειναν, απλώς, ένα άρτιο κι άψογο τυπογραφημένο «τίποτα» κι έτσι άρχισα να διερευνώ τον ανορθόγραφο λόγο των πρώτων ιστολογίων που γεννιόταν εκείνη την εποχή. Η δέσμευσή μου, τότε και τώρα, είναι ότι θα «κλείσω» το σάιτ, αν τυχόν γίνουμε κι εμείς «Ακαδημία»… Η σημαντική διαφοροποίησή μας, είναι τα ανοιχτά σχόλια και το διαρκές «παιχνίδι» με τις αναρτήσεις, νομίζω.

-Σε μια συνέντευξη, προσδιόρισες τι είναι, κατά τη γνώμη σου, και τι δεν είναι ένας ποιητής: για παράδειγμα, δεν είναι ένας φιλόσοφος, δεν είναι ψυχολόγος…

-… κι ούτε ένας θεωρητικός της λογοτεχνίας, θα πρόσθετα. Για τον απλό λόγο πως, ό,τι μπορεί να γραφτεί σε πρόζα χωρίς να χάνει την αξία του, δεν είναι ποίημα, καθώς έλεγε κι ο αγαπημένος μου Ουμπέρτο Σάμπα. Φυσικά, ο ποιητής μπορεί να είναι ό,τι θέλει, από σύμβαση κι από βιοποριστική ανάγκη, αλλά αυτό δεν πρέπει να περνάει στα ποιήματά του.

-Είπες, σχετικά με τον Hirschman: «Μου άλλαξε τη ζωή». Εννοείς ακόμη κι από άποψη δημιουργίας; Εάν ναι, με ποιο τρόπο; Το λέω αυτό γιατί, η δική σου, είναι μια γραφή πολύ γραμμική και συναφής στην πορεία των χρόνων από το πρώτο σου κιόλας βιβλίο· δεν βλέπω «τραύματα», αλλά μια σταθερή εξέλιξη ενός σώματος που από παιδί γίνεται ενήλικας.

– Ο Τζακόνε, ο μεγάλος Τζακ, όταν τον γνώρισα στο Σαν Φρανσίσκο το 2003, ήταν πάμφτωχος μεν -έμενε σ’ ένα χώρο 20 τετραγωνικών μέτρων, που χρησίμευε για γραφείο, κρεβατοκάμαρα, τραπεζαρία και βιβλιοθήκη, για τις προσωπικές του ανάγκες έπρεπε ν’ ανεβοκατεβαίνει δυο ορόφους με τα πόδια, από τον τέταρτο στον δεύτερο, όπου του είχαν παραχωρήσει δωρεάν ένα w.c.- αλλά πανευτυχής και δημιουργικότατος δε. Εγώ ήμουν πλούσιος, μεγαλογιατρός, μπλοκαρισμένος σ’ έναν αποτυχημένο γάμο, όπως και στη γραφή μου (οι «Προσευχές για φίλους» που είχα ξεκινήσει να γράφω το 1995, είχαν βαλτώσει). Χάρη σ’ αυτή τη συνάντηση, που λειτούργησε ως ένα είδος Sartori για μένα, ξεμπλόκαρα σιγά-σιγά στην προσωπική μου ζωή κι απελευθερώθηκα και στο γράψιμο: μέχρι τότε είχα βγάλει τέσσερεις ποιητικές συλλογές όλες κι όλες, και τα επόμενα χρόνια, από το 2003 μέχρι σήμερα, τουλάχιστον άλλες δέκα.

-Κάθε φορά που συναντιόμασταν, ένιωθα μεταξύ φίλων, όχι μεταξύ ποιητών. Θέλω να πω ότι η ατμόσφαιρα, που εσύ και οι άλλοι δημιουργείτε, είναι πολύ διαφορετική από εκείνη που είθισται στην Ιταλία, πιο φιλική και χαλαρή.

-Ίσως επειδή η Ελλάδα είναι μικρή (γέλια). Η αλήθεια είναι πως γνωρίζουμε καλά την αξία ο ένας του άλλου και δεν υπάρχει χώρος για κομπασμούς και ψευτο-περηφάνιες. Αυτό δεν σημαίνει πως οι λογοτεχνικές έριδες και οι τσακωμοί δεν είναι καθημερινό φαινόμενο και σε μας. Απλώς, για να χαριτολογήσουμε, η δική μας παρέα απεχθάνεται τους σοβαροφανείς …

-Η πρώτη εντύπωση που είχα για σένα, είναι ότι είσαι ένα « συντροφικό ον», δηλαδή ότι, για σένα, το να μοιράζεσαι τη ζωή σου με τους άλλους είναι βασικό. Κι ότι αυτός ο χαρακτήρας-ανάγκη αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της ποίησής σου. Έτσι όπως μου φαίνεται ότι έχεις έναν χαρακτήρα διαθέσιμο κι ανοιχτό, όπως η ποίησή σου. Είναι σωστό ή κάνω λάθος;

-Βρίσκω εξαιρετικά αναζωογονητικό, για μένα, το να βρίσκομαι ανάμεσα σε κόσμο, να γνωρίζω ανθρώπους ξένους μεταξύ τους και να τους αφήνω να μιλάνε, έτσι ώστε να παίρνω τροφή απ’ τις κουβέντες τους. Τους παρατηρώ και τους ακούω, ακόμη κι όταν δείχνω αφηρημένος ή σκεπτικός. Έχεις απόλυτο δίκιο και συμφωνώ με την παρατήρηση σου, Μαξ.

-Κάποιες μέρες πριν, ένας ιταλός φίλος διάβασε κάποια από τα ποιήματά σου και μου έγραψε: «Ένας ποιητής, με καθαρή γραφή, ικανός να συμφιλιώσει το κοινό με την ανάγνωση, την καθημερινή ζωή, τα απλά πράγματα: τι θαυμάσιο ν’ αναγνωρίζεις επιτέλους τον εαυτό σου μες στους στίχους ενός ποιήματος, να μην χρειάζεται ν’ αναρωτιέσαι για τα κρυφά νοήματα!» Αυτό επιθυμείς ν’ ακούς να λέγεται; Ή θα επιθυμούσες κάτι άλλο;

-Το θεωρώ μεγάλο κομπλιμέντο. Ναι, αν πράγματι το πέτυχα, θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό. Θεωρητικώς, θα έλεγα πως είμαι υπέρ μιας «ποίησης που συμβαίνει», παρά οπαδός μιας «ποίησης που προκύπτει».

-Όμως η ποίησή σου είναι πράγματι τόσο απλή;

-Το πιο δύσκολο πράγμα είναι να μιλήσει κανείς απλά, γιατί κάποιος μπορεί εύκολα να γλιστρήσει στο απλοϊκό, το φλύαρο και το ανούσιο. Συνηθίζω να βάζω διάφορους βαθμούς δυσκολίας: παρηχήσεις, αριθμούς στίχων και ποιημάτων… μια ολόκληρη προσωπική Καμπάλα, επινοημένη από μένα τον ίδιο, μόνο και μόνο, για να μου δυσκολεύω τη γραφή. Πρέπει να ομολογήσω πως η γραφή για μένα είναι ο ύψιστος ψυχαναγκασμός.

-Σε ένα άλλο άρθρο του «Versante Ripido» παρουσιάζουμε ολόκληρη τη συλλογή «Συσσίτιο». Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από την τροφή με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Γιατί; Μου κάνεις μια σύντομη εισαγωγή στο «Συσσίτιο»;

-Με την οικονομική κρίση, αναμοχλεύθηκαν και αναδύθηκαν από το συλλογικό ασυνείδητο οι κυρίαρχοι φόβοι του ανθρώπου, όπως είναι η πείνα. Η τροφή δεν έπαψε ν’ αποτελεί ένα από τα πιο βασικά ένστικτα του ανθρώπου. Ένα άλλο είναι το σεξ και η αναπαραγωγή. Από την άλλη, με την οικονομική κρίση, ανακαλύψαμε ξανά τη συντροφικότητα και την αλληλεγγύη. Ας μην ξεχνάμε, πως η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου είναι πολιτική, προϊόν κι επιταγή του καπιταλισμού. Είναι, δηλαδή, το καπιταλιστικό σύστημα που πριμοδοτεί την ατομικότητα και τη μοναξιά του καθενός. Το «Συσσίτιο» γράφτηκε, εν αγνοία μου, πάνω σε αυτούς τους δύο άξονες: απ’ τη μια, το οικονομικό αδιέξοδο κι απ’ την άλλη, ως λύση στο φόβο τής πείνας, τη συλλογικότητα. Άκουσα από πολλούς, γιατί δεν έγραψα κι αυτό κι εκείνο! Γιατί η πείνα είναι αστείρευτη πηγή, απ’ την τραγωδία έως τις κωμωδίες του Τσάρλι Τσάπλιν και του Τοτό. Δεν ήθελα να κάνω διατριβή πάνω στο θέμα. 22 ποιήματα μου βγήκαν, συγγνώμη αν σας φαίνονται λίγα.

-Από αυτόν το κύκλο ποιημάτων, βγαίνει επίσης μια εικόνα του εαυτού σου λίγο “flaneur”. Ποιά και «πόσο» είναι η σχέση ανάμεσα σ’ εσένα και το περιβάλλον γύρω σου; Κι ως περιβάλλον εννοώ και τους ανθρώπους και τις απρόβλεπτες συνθήκες.

-Είναι αλήθεια πως, επειδή έφυγα πολύ μικρός από την «εστία», μου έχει γίνει έμφυτο το βλέμμα του πλάνητα και του νομάδα. Έχω αναπτύξει μια προσωπική φιλοσοφία αναχωρητισμού και, ως εκ τούτου, την ικανότητα να βλέπω την «ανθρώπινη κατάσταση», κατ’ επέκταση, με τα μάτια του μελλοθάνατου. Ένας μελλοθάνατος που αρπάζει βουλιμικά την κάθε στιγμή και το καλύτερο που μπορεί από τα άτομα που τον περιβάλλουν.

-Προφανώς, οι αναγνώστες περιμένουν να διαβάσουν τα σχόλια του ποιητή για την ελληνική κατάσταση. Μου φαίνεται ότι τα μεγάλα γεγονότα εισέρχονται στα γραπτά σου στη «μύτη των ποδιών». Αλλά γνωρίζω ότι έχεις μια σαφή πολιτική θεώρηση των πραγμάτων.

-Έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες από τη «στρατευμένη ποίηση», ένας ολόκληρος αιώνας. Το ποίημα-μανιφέστο δεν είναι το αγαπημένο μου είδος ποίησης. Επειδή και η πολιτική έχει γίνει πολύ πιο πολύπλοκη από πριν και τα πλοκάμια της απλώνονται παντού, έτσι πιστεύω πως, κι εμείς, έχουμε το χρέος να της απαντήσουμε με πολύ πιο ύπουλα μέσα: όχι μ’ ένα ποίημα που ζητά τη μετωπική σύγκρουση μαζί της, αλλά να την ξεγελάσουμε με κυκλωτικές κινήσεις, μέσα από πάρα πολλά ποιήματα και πάρα πολλούς ερωτικούς συντρόφους (γέλια).

-Το ποίημά σου που περισσότερο μ’ αρέσει είναι το «Ελλάδα Παπάκι», γιατί εκεί βρίσκω την Ελλάδα που υπήρχε, της οποίας αποτέλεσα μέρος της, που ακόμα υπάρχει κι αντέχει, και που είναι δύσκολο, αδύνατον θα έλεγα, να κοινωνήσεις σ’ όποιον δεν την έχει ζήσει. Είναι η αναστολή του χρόνου, όπου ο άνθρωπος μπορεί να έχει επίγνωση του εαυτού του; Και τι θα πρόσθετες, ή θ’ αφαιρούσες, σήμερα, σ’ αυτή τη δήλωση αγάπης;

Ελλάδα Παπάκι

Η Ελλάδα ταξιδεύει με σαράντα
Σαν το παπάκι στην παραλιακή.
Η μεγίστη δυνατή ταχύτητα
Συμπίπτει με τη δυνατότητα
Του ερωτευμένου βλέμματος:
Να καταγράφει, να χορταίνει,
Να θυμάται. Το φως στις ελάχιστες
Αποκλίσεις του, τον κυματισμό
Της θάλασσας και τη φορά του ανέμου.
Η Ελλάδα κι ο συνεπιβάτης της
Που την αγκαλιάζει, κλείνουν
Τα μάτια τους ταυτοχρόνως:
Δεν θα μάθει ποτέ τι ήταν
Αυτός για κείνη, ούτε κείνη
Πόσα πολλά της χρωστάει.
Χάρη στις χαμηλές ταχύτητες
Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα
Όπου το σούρουπο
Προς το Σούνιο, ή στην επιστροφή,
Μπορεί να διαρκέσει ολόκληρη ζωή.

-Τις ερωτικές εξομολογήσεις, απ’ τη στιγμή που θα ειπωθούν, δεν μπορείς να τις πάρεις πίσω… κι ούτε θέλω ν’ αλλάξω τίποτα. Απλώς, για να παραμείνει ζωντανή η αγάπη, μερικές φορές κάνουμε και υπερβάσεις: προσωπικά, αυτή την αναστολή του χρόνου, την αναζητώ πλέον στην επαρχιακή Ελλάδα, στη Λάρισα, όπου επέστρεψα για να ζήσω εδώ και λίγους μήνες.

-Στους στίχους σου ανατρέχεις συχνά στο σπίτι και στις βεράντες. Πολλές φορές γράφεις για τη βεράντα σου και τις γλάστρες με τα φυτά σου, αλλά το βλέμμα πάει σπάνια, ή σχεδόν ποτέ, πέρα απ’ το κιγκλίδωμα.

-Ο Σωκράτης δεν έφυγε ποτέ από την Αθήνα, ούτε μέχρι τη Σαλαμίνα δεν πήγε. Ο Πικάσο έλεγε πως δεν αγαπούσε τα ταξίδια, γιατί αντί να πηγαίνει εκείνος σ’ ένα μέρος, προτιμούσε να τον επισκέπτονται εκείνα στο ατελιέ του. Ο Φελίνι γύριζε μόνο μέσα στα στούντιο της Τσινετσιτά. Ο Λεοπάρντι, αν δεν περιοριζόταν να περιγράψει το φράχτη, δεν θα μας μετέφερε ποτέ στο άπειρο. (Γέλια). Θέλω να πω, ναι, πως έχεις δίκιο, με την έννοια πως, στα ποιήματά μου, υπάρχει μια καταγραφή όσων βλέπουν τα μάτια μου. Μια ποιητική του βλέμματος.

-Είσαι επίσης μεταφραστής από τα ιταλικά: Πένα, Σερένι, Σάμπα, για παράδειγμα. Μου φαίνεται ότι υπάρχει μια ισχυρή, ποιητική ομοιότητα ανάμεσα σ’ εσένα κι αυτούς. Ποιά ποίηση, κι από ποιό μέρος του κόσμου, θα άξιζε μεγαλύτερης προσοχής στην Ευρώπη;

-Σου θυμίζω πως ήρθα στην Ιταλία σε ηλικία 18 χρονών κι έζησα για δέκα συνεχόμενα χρόνια. Θα μπορούσαν να με επηρεάσουν κι άλλοι ποιητές που αγαπάω επίσης πάρα πολύ, αλλά μίλησε η προσωπική ιδιοσυγκρασία, όπως και για κάθε τι που κουβαλάμε στη ζωή μας: το χρώμα των ματιών μας, η κληρονομικότητα στις αρρώστιες. Η ποίηση στην περιφέρεια αργεί να φθαρεί, ή αν θέλεις, παρακμάζει με καθυστέρηση. Αν λοιπόν, θεωρήσουμε ως «κέντρο» τις κυρίαρχες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά), που έχουν πέσει σε λήθαργο από πλευράς ποιητικής παραγωγής, οι υπόλοιπες έχουν ακόμη πολλά να δώσουν, γιατί δεν έχουν φθαρεί τα εκφραστικά τους μέσα. Η Ευρώπη δεν έχει παρά να κοιτάξει στη γειτονική της περιφέρεια με την προσοχή που δεν έχει επιδείξει ακόμα: στην Τουρκία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Ουγγαρία κλπ. Ίσως και λίγο πιο πέρα, στην άλλη πλευρά της Μεσογείου, για παράδειγμα, στην Αφρική.

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου
(http://penultimoorizzonte.wordpress.com)
**Δημοσιεύτηκε την Τρίτη, Αυγούστου 27, 2013, εδώ: http://www.thraca.gr/2013/08/blog-post_27.html

Announcing Ergon: Greek/American Arts and Letters — Letter from the Editors

We are so delighted to publish our inaugural edition of Ergon: Greek/American Arts and Letters, a peer-reviewed journal that promotes the arts, letters, and scholarship of Greek America. The title Ergon, a word referring to a work of art or a film, not to mention its broader connotations regarding jobs and labor (ergasia) resonates with different aspects of the publication’s scope, from the artistic and creative, to essays, to scholarly work, as well as works where the boundaries between blur. This online magazine will feature the work (έργον) of poets, photographers, public intellectuals, musicians, critics, scholars, journalists, essayists, filmmakers, novelists, activists, translators, and women and men of letters. It fosters conversation among those deeply engaged in the production of new ideas, images, and meanings in the broader field that we designate Greek/American.

In choosing the marker Greek/American we are conscious that the solidus, or slash, is not neutral; it suggests alternatives, fractions, hyphenations, or separate elements, and it carries a host of meanings. Greek/American marks simultaneously the exclusions that “Greek” and “American” connote as distinct markers of identity and the inclusions that have been historically set in motion across these two domains. The label Greek/American, with its oblique stroke of punctuation, thus constitutes a sliding over between two terms that appear dissimilar; it acknowledges separations and merging, distinctions and convergences, differences and commonalities, crossings and divides, junctures and disjunctures—all in their historical specificity—between “Greek” and “American.” And this sliding over is significant both in the realm of the imagination and the real domain of politics, economics, and culture.
Ergon includes material on people who self-ascribe as Greek American, this is true. But Greek/American is not an ethnic label. It does not refer to populations that designate themselves as Greek Americans or American Greeks. The journal is not a publication that is defined by or confined to such ethnic tagging. Its scope both includes and extends beyond ethnicity.
Greek/American refers to expressions, exchanges, connections, flows, and cross-fertilizations within the transnational field of “Greece–United States.” The scope of Ergon, therefore, encompasses questions of identity, belonging, memory, subjectivity, cosmopolitanism, travel, translation, the transnational, and diaspora, as well as, more broadly, politics and culture, as they play out in relation to Greek and American worlds. What matters, therefore, is the Greek/American angle through which an author engages with an issue, not the author’s descent.

The journal will feature position papers on the status of transnational Greek/American studies, new research on migration and history, ethnography, religion, music, and analyses of literary works, art works, and films. It will include essays, memoirs, and translations, and it will also showcase new creative work in fiction, poetry, and photography. It will host reviews and review essays of new books, or important books that have been previously neglected, in the field of Greek/American studies, as well as reviews of films, documentaries, and museum exhibits that feature the Greek/American experience. Ergon will also feature interviews with writers, artists, and scholars, and it will publish special guest-edited issues. Submissions and guest editors will be solicited by invitation only.
We’ve initiated this project with the firm belief that it is timely to disseminate new knowledge about Greek/American worlds as widely as possible. We are envisioning Ergon to be an open public forum, free of charge, featuring exceptional quality work written in a language that aims to reach a public beyond strictly academic and artistic circles. Our aim is to produce public scholarship and arts where scholars and readers interface fruitfully.
In addition, Ergon will explore issues that do not always receive the public attention they deserve, showcasing the multiplicity of Greek/American worlds. Previously silenced or sidelined issues will command prime space here. Ergon offers a creative and politically self-reflective forum to reclaim how Greek/American expressions are felt and practiced in a world of increasing complexity.

Though Greek/American is our principal focus, we are also open to exploring aspects of transnationalism and diaspora in a global perspective, as well as issues related to hemisphere (North and South America) and intercontinental (Greece—Europe—United States—Australia for instance) studies.

The editorial team of Ergon consists of scholars, poets, and writers with extensive experience in Greek/American scholarship and arts and letters. It will be coedited by Yiorgos Anagnostou (The Ohio State University, http://www.mgsa.org/faculty/anagnost.html) and Martha E. Klironomos (San Francisco University, http://www.mgsa.org/faculty/klironom.html). The poetry editor Christopher Bakken (Allegheny College, http://sites.allegheny.edu/engl…/faculty/christopher-bakken/). The book review editors are Frank Hess (Indiana University, Bloomington, https://euro.indiana.edu/abo…/advisory-board/hess-frank.html), and Neovi Karakatsanis (Indiana University South Bend, https://www.iusb.edu/political-science/faculty/Neovi.php).

Postings will commence in late October, 2017. 
They include the following:
Anthropologist David Sutton reviews the National Hellenic Museum exhibit, Sweet Home Chicago: The History of America’s Candy Capital. Exhibit
Eric L. Ball Ball shares his essay, From Mantinades to Night-Rhymes: Composing an Imaginary Musical Tradition
Peter Bratsis reviews the documentary Dan Georgakas: A Diaspora Rebel
Peter Jeffreys shares his poem, Arrangement in Black and Gray (After Whistler)
Sydney Varajon interviews public folklorist Tina Bucuvalas

And much, much more…

Yiorgos Anagnostou
Martha Klironomos
Cofounders

Γιώργος Κορδομενίδης, Η υποψιασμένη απελπισία της Κατερίνας Γώγου

H φωτογραφία της στο εξώφυλλο, μετωπική, με βλέμμα ευθύ και διεισδυτικό, με τη μορφή της σχεδόν αυστηρή ―αν εξαιρέσεις μια υποψία πικρού χαμόγελου στα χείλη―, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία στους ανειδίκευτους αναγνώστες για την ταυτότητα του προσώπου και του ονοματεπωνύμου της εικονιζόμενης: Kατερίνα Γώγου, ηθοποιός (από την Όμορφη πόλη του Kακογιάννη στις ταινίες της Φίνος Φιλμ της δεκαετίας του ’60 κι από κει στη Φιλουμένα Mαρτουράνο πλάι στην Eλλη Λαμπέτη) και ποιήτρια.

Kατερίνα Γώγου. Mε λένε Oδύσσεια. Aθήνα, Eκδόσεις Kαστανιώτη 2002, 133 σελ.

Στο σανίδι από τα πέντε της χρόνια (γεννήθηκε στην Aθήνα το 1940), στα δώδεκά της μαθήτρια στη σχολή Mουζενίδη, κάνει νωρίς την πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση κι αμέσως μετά συμμετέχει ―στη “χρυσή” εποχή του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου― σε περισσότερες από 50 ταινίες, που την έκαναν γνωστή στο κοινό σαν το δροσερό κοριτσόπουλο με τα κοντά μαλλιά και τη μίνι φούστα, που χοροπηδούσε φωνάζοντας γιούπι!

Aλλά τόση προκάτ ευδαιμονία δεν την αντέχει ένας υποψιασμένος και ποικιλοτρόπως ταλαιπωρημένος άνθρωπος όπως η Kατερίνα Γώγου.

Tο 1979 εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή: Tρία κλικ αριστερά. Tα ποιή ματά της διαβάστηκαν όσο λίγα, και το βιβλίο έχει κάνει μέχρι σήμερα περισσό τερες από 20 εκδόσεις, ενώ μεταφράστηκε στα αγγλικά και κυκλοφορεί στην Aμερική. Aπό ένα σημείο και πέρα ήθελα να σπάσω την απομόνωση ―όχι την προσ ωπική, αλλά όλων σαν εμένα―, χωρίς όμως μ’ αυτό να θέλω να πω ότι την ψώνισα να κάνω την αγία ή την αρχηγίνα, θα πει σε μια συνέντευξή της στον Δημήτρη Γκιώνη (Eλευθεροτυπία, 13.10.1980). Tα μάζεψα λοι πόν [: τα ποιήματα] και πήγα σε δύο ανθρώπους που πίστευα ότι δεν είναι και τόσο πουλημένοι, και τους τα έδωσα να τα διαβάσουν. Φαίνεται ότι τους άρεσαν. Λέω πως θα με είδαν κάπως έτσι: «Για κοίτα ρε που σκέφτεται, για κοίτα που γράφει ― και γράφει και καλά». Προχώρα και βγάλτα, μου είπαν. Kαι τα ‘βγαλα.

Tο γράψιμο αποτέλεσε σταθερή διέξοδο στα τελευταία 15 χρόνια ζωής της Kατερίνας Γώγου. Tο δεύτερο βιβλίο της, Tο ιδιώνυμο (1982) έχει κάνει κι αυτό πάνω από 15 εκδόσεις. Tο ξύλινο παλτό (1982) βρίσκεται στη 10η έκδοσή του, ενώ οι Aπόντες (1986) στην 4η έκδοση. Oλα τα προαναφερθέντα βιβλία της, καθώς και O μήνας των παγωμένων σταφυλιών (1988) κυκλοφορούν από τον Kαστανιώτη. Tο τελευταίο της βιβλίο, Nόστος, το έβγαλε το 1990 από τα Nέα Σύνορα.

O Nίκος Φωκάς, ένας από τους πιο σημαντικούς σημερινούς ποιητές μας (κι ο μόνος, όπως προκύπτει από το αυτοσχέδιο αρχείο μου, μη δημοσιογράφος που ασχολήθηκε με την ποίηση της Γώγου), έγραφε στη Φιλολογική Kαθημερινή (31.5.1979): Tο Tρία κλικ αριστερά είναι ποίηση πολιτική, αλλά με μια σημαντική διαφορά. Διαφορά ποιοτική. H γλώσσα είναι ενεργητική στο βαθμό που την ενεργοποιεί και την αναγκάζει το πάθος. Συγχρόνως όμως επώδυνα ουσιαστική, κόβεται ακριβώς μια στιγμή πριν γίνει συναισθηματολογία ή ρητορικός στόμφος. Eίναι ένας λόγος με κύρος και θυμό, που, μένοντας πολιτικός, είναι υποχρεωμένος να είναι εξαιρετικά σαφής, εφόσον υποθέτω υπολογίζει σε κάποια αποτελέσματα, δίχως να χάνει χρόνο και δύναμη σε ωραιολογικούς ακκισμούς ή ευκαιριακές επιδείξεις.

Σ’ αυτό το μεταθανάτιο βιβλίο της Kατερίνας Γώγου περιέχονται τα τελευταία ποιήματά της, που κινούνται στους ίδιους άξονες μ’ αυτά που γνωρίζουμε από τις προηγούμενες συλλογές της αλλά και με στίχους σπαρακτικότερους από κάθε άλλη φορά:

[…]
Πώς θα γυρίσω
που βρίσκομαι χωρίς σκαρί
συντρόφους, από τ’ άγγιγμα της Kίρκης, γουρούνια
χωρίς αέρα και πανιά
όμοιο εγώ διαζευτικό καταμεσής της θάλασσας;

Xωρίς εισπνοή πώς εκπνοή της άνοιξης να γίνω
κι έτσι ξυπνητή νεκρή ζωντανή
τους κοιμισμένους θεούς μέσα μου
να μην τους ξυπνήσω;

Mε λένε Oδύσσεια.
Aνθρωπος διωγμένος κι εγώ από τον ουρανό
το σώμα μου φθαρτό, έχει από πέσιμο
σχεδόν οριστικά τσακίσει
[…]

Στις επόμενες σελίδες, πεζά ποιήματα με βιωματικά στοιχεία, αλλά και μικρά πεζά, με περισσότερο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, που αναφέρονται σε πρόσωπα και περιστατικά από τη ζωή της και την καριέρα της (όπως στον σύζυγό της και πατέρα της κόρης της, Mυρτώς, σκηνοθέτη Παύλο Tάσιο, ή στην Eλλη Λαμπέτη, συνόψεις σεναρίων.

Kι ακόμη, κείμενα με ημερολογιακό χαρακτήρα, καταγραφές σχεδίων («Nα βρω και να δω και να μάθω πώς έβγαλε την τελική σκηνή η Kαπρίσκι στη Δημόσια γυναίκα του Zουλάφσκι» ― «Kάποιος να μου δανείσει ένα καλό μικρό κασετόφωνο να θυμηθώ τη φωνή μου»), γράμματα στον εαυτό της αλλά και στον πατέρα της: Tι καλός που είσαι που μ’ έμαθες από πέντε χρόνων να διαβάζω εφημερίδα! Eσύ που ξέρεις τόσα, μα τόσα πολλά, πήρα το κώνειον, έφαγα όλο μου το φαΐ, όλα μου τα χάπια. Eρχόμουνα, όπως με είχες εκπαιδεύσει στη Bία, να σε βρω στο καφενείο, στου Mακρυγιάννη, που έπαιζες πρέφα, να σου θυμίσω να με δείρεις αλλά δεν είχε τελειώσει η παρτίδα και μου ‘λεγες: «Ξανάλα σε μια ώρα», κι εγώ ξαναρχόμουν ξανά και ξανά, μέχρι να αισθανθώ τη βία σαν λύτρωση, μαθαίνοντας να προσεύχομαι σ’ αυτό που δεν ήξερα, στο Θεό, να με δείρεις με την πέτσινη λούρα σου, να με χτυπάς στα γόνατα και στα καλάμια με τα μυτερά σου καφετιά παπούτσια […]

Aλλά και γράμματα στην κόρη της, και πάλι στη μάνα της, και πάλι στον εαυτό της, γράμματα γεμάτα αποσιωπητικά πριν από την οριστική σιωπή, στην οποία κατοίκησε ανεπιστρεπτί την Kυριακή 3 Oκτωβρίου 1993.

*Δημοσιεύτηκε στον “Αγγελιοφόρο της Κυριακής”, στις 21.4.2002. Εμείς το πήραμε από το Εντευκτήριο εδώ: http://entefktirio.blogspot.com.au/2017/10/blog-post.html

Τάκης Κατσαμπάνης: Αυτοεξόριστος στον πλανήτη Γη

Τάκης Κατσαμπάνης
Walkabout
Εκδ. Εξάρχεια, 
σελ. 144
Τιμή: 11 ευρώ

Στο πρώτο του πεζογράφημα ο συγγραφέας ισορροπεί ανάμεσα στο προσωπικό βίωμα και τη μυθοπλασία, καταφέρνοντας να μας ταξιδέψει όχι μόνο στην ενδοχώρα της Αυστραλίας, αλλά και στις υπαρξιακές αναζητήσεις ενός οιονεί πλάνητα

ΜΑΝΩΛΗΣ ΠΙΜΠΛΗΣ*

Ο Τάκης Κατσαμπάνης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή. Το «Walkabout» είναι το πρώτο του βιβλίο και το ημερολογιακό του μέρος γράφτηκε στην Αυστραλία, όπου έζησε τέσσερα χρόνια

Ενα ολιγοσέλιδο βιβλίο που ξανοίγεται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, αγκαλιάζοντας όλους όσοι βρίσκονται σε ποικίλων μορφών μετακινήσεις. Ολους όσοι έχουν αναρωτηθεί, έστω και μία φορά στη ζωή τους, γιατί εδώ και όχι εκεί και το αντίθετο. Μια νουβέλα που στριφογυρίζει στον μεταιχμιακό χώρο μεταξύ εξομολόγησης και μυθιστορίας. Πάνω σ’ αυτή την αφηγηματική πλατφόρμα ο συγγραφέας πασχίζει να συγκροτήσει τον δικό του αυτόνομο σφυγμό.

Μακριά από τους Νιου Εϊτζ προνομιούχους της ενέργειας και το νέο ιερατείο, όπως διαβάζουμε εντός, ο Κατσαμπάνης έχει για ήρωα ένα περίπου alter ego. Ο οποίος, όπως περιγράφεται αρχικά, έπεσε σχεδόν από τον ουρανό σ’ έναν ηλιοφαγωμένο λόφο του «Μπάιρον Σάιρ» της Αυστραλίας. Με υπερβολική δόση τζετ λανγκ, ψάχνει να βρει τον δρόμο του στην αχανή ήπειρο. Εκείνη με τη σειρά της έχει σκουπίσει το παρελθόν των αποίκων κατοίκων της και εγγράφει τις νέες ταυτότητές τους σε μια συνεχώς ανανεούμενη λευκή σελίδα. Εκτός από τον γηγενή πληθυσμό των Αβορίγινων.

Πορεία μέσα στον κόσμο

Ο ήρωάς μας, που τον βλέπουμε να ασχολείται με διάφορα ευκαιριακά επαγγέλματα, θα συναντήσει έναν παράξενο έλληνα καθηγητή, τον Βρασίδα ή Βρας εν συντομία, ο οποίος θα λάβει τρόπον τινά τη θέση του μέντορα. Οι δυο χαρακτήρες έχουν διαφορετικές κοσμοθεωρίες, αλλά δημιουργούν έναν γόνιμο διάλογο πάνω στη γλώσσα, το μητρικό σώμα, τον ξεριζωμό, τον αντίλαλο των συμβόλων. Καθώς ο ήρωας εξερευνά από διάφορες οπτικές γωνίες τόσο την ψυχική όσο και τη φυσική γεωγραφία του κοντινού περιβάλλοντος, που όσο περνά ο καιρός απομακρύνεται από το αίσθημα του απτού, γεννάται η επιθυμία της επιστροφής. Θα ανακατευτεί με αυτόχθονους πληθυσμούς όπως και με εγκατεστημένους μετανάστες. Συναντά στον δρόμο του μεικτά ζευγάρια, σαλούς, απογόνους φυγάδων, σαμάνους υπό προστασία φυλών, με λίγα λόγια ξένους. Μια μικρογραφία της διαχρονικής κοσμικής έκρηξης των ανθρώπων που καβαλούν το άγνωστο και κρατούν αναμμένη μέσα τους τη φωτιά της μικρόχαρης Ιθάκης τους.

Αν και η νουβέλα περιέχει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα, το αφηγηματικό της σώμα δεν βασίζεται εκεί. Η γραφή του Κατσαμπάνη σχηματίζει τη μορφή ενός επινοημένου ημερολογίου. Τα πάντα μοιάζουν τόσο αληθινά μέσα από το βιωματικό άχθος και συνάμα απατηλά. Στο καθαρά πεζό κείμενο παρεμβάλλονται συχνά – πυκνά οι εσώτερες σκέψεις του ήρωα – αφηγητή που έχουν ποιητικό ύφος. Παράλληλα ξεδιπλώνονται στίχοι του Ντίνου Χριστιανόπουλου, του Ν.Γ. Πεντζίκη, ενώ υπάρχουν αναφορές στον Ντέιβιντ Κάρεϊ και στο βιβλίο του «Οσκαρ και Λουσίντα», στην Εύα Χόφμαν και στο πολύ γνωστό της «Χαμένοι στη μετάφραση», που έγινε και ταινία σε σκηνοθεσία Σοφία Κόπολα, όπως και σε πολλά άλλα. Οι αναφορές αποτελούν οργανικό μέρος του βιβλίου και έχουν να κάνουν με την ψυχική ενατένιση του ήρωα και όχι με παράθεση γνώσεων.

Αναζήτηση χωρίς όρια

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες γίνεται αισθητή η επιρροή του εξαίρετου ταξιδευτή Μπρους Τσάτουιν. Ενός συγγραφέα – εφευρέτη νέων ορισμών, που άνοιγε ορύγματα στο ανάγλυφο των τοπίων. Σε παρόμοιο τέμπο και ο Κατσαμπάνης, αγωνιά να ονοματοδοτήσει πράγματα και καταστάσεις που διακρίνονται μέσα στη σύγχυση του ήρωα. Αναρωτιέται: Ποια μπορεί να είναι η αρχή του τρομερού που μόλις μπορούμε ν’ αντέξουμε; Τι είναι αυτό που αντιλαμβανόμαστε σαν ωραίο και μας απελπίζει πολύ σύντομα; Τελικά γιατί παγώνει το συναρπαστικό;

Οπως ορίζει και ο τίτλος του βιβλίου, το «Walkabout» είναι μια σύνθετη έννοια των Αβορίγινων και όχι μόνο, που με τα χρόνια πέρασε και στη λευκή δυτική κουλτούρα, ελαφρώς αλλοιωμένη. Είναι η συνθήκη κάτω από την οποία το άτομο πορεύεται μέσα στον κόσμο. Μια αναζήτηση που δεν έχει όρια ή τελικές γραμμές. Διερευνώνται η θέληση του νου, ο εγκιβωτισμός του παρελθόντος και οι διαφοροποιήσεις του καθηλωτικού παρόντος. Στο «Walkabout» ο άνθρωπος συλλέγει κομμάτια μιας νέας προς εξέταση ταυτότητας, μαστορεύοντας παράλληλα ό,τι μπορεί να σωθεί από τα συντρίμμια του πρότερου εαυτού του.

Ο διάλογος που αναπτύσσεται γύρω από το αίσθημα της επιστροφής σ’ ένα ανήκειν συνταυτίζεται στο βιβλίο με την ανάγκη αναζήτησης νοήματος. Μιας πάλης της οποίας, μέχρι την ύστατη στιγμή, δεν γνωρίζουμε το τελικό αποτέλεσμα. Στο «Επάγγελμα ρεπόρτερ» του Μικελάντζελο Αντονιόνι, ο πρωταγωνιστής ανταλλάσσει την ταυτότητά του και οδηγείται στην αυτοκαταστροφή. Ακολουθώντας το «πεπρωμένο» του αντονιονικού ρεπόρτερ, ο ήρωας του Κατσαμπάνη βρίσκεται στο χείλος της πνευματικής διάλυσης. Ταυτόχρονα του είναι δύσκολο να αντιληφθεί πώς μια νέα σχετικά εθνότητα (οι Αυστραλοί) αποφεύγει τα μονοπάτια που οδηγούν στην καταστροφή. Ισως να φταίει το ενδιαφέρον τους για τα «ασήμαντα» καθημερινά γεγονότα και όχι για τις μεγάλες δραματοποιημένες απώλειες όπως οι Μεσογειακοί και ιδιαίτερα οι Ελληνες. Ανήκουν περισσότερο στη σφαίρα του Τσέχοφ παρά του Ομήρου.

Σ’ αυτή τη νουβέλα, η οδύνη παντρεύεται το μαύρο χιούμορ με σκοπό την ανακάλυψη του οντολογικού καθρέφτη μας. Ο Κατσαμπάνης δεν φοβάται την επίπονη εργασία για την ανακάλυψη της ρίζας του και σκύβει πάνω από το φέρον σώμα της γλώσσας. Ερευνά την άρθρωση των λέξεων μέχρι να διαμορφωθούν σε λόγο. Σε μια νέα χώρα οι λέξεις μπερδεύονται μέσα στο στόμα, κρέμονται σαν σταφύλια χάριν επικοινωνίας. Κάποτε αυτό δεν φτάνει. Διότι μοιάζει με φασματική απεικόνιση του άλλου. Ο συγγραφέας γνωρίζει ότι βρίσκεται σε μια ενδιάμεση κατάσταση και διαμορφώνει έτσι το κειμενικό του οπλοστάσιο ούτως ώστε να προσεγγιστεί ένας νέος λόγος, δηλαδή μια νέα συνείδηση. Εξάλλου όταν ο δρόμος σε καλεί, ρισκάρεις τα πάντα. 

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.tanea.gr/old-page-categories/books/article/5464704/aytoeksoristos-ston-planhth-gh/

Πρόκες στη φωλιά του «Κούκου»

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΑΚΗΣ*

Ένα κριτικό σημειωμα στην ποιητική συλλογή της Πελαγίας Φυτοπούλου «Κούκος»

«Τα όρια του κόσμου μου είναι τα όρια της γλώσσας μου.» «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις. Να μην τις παίρνει ο άνεμος.» Αυτές τα λόγια του Wittgenstein και του Αναγνωστάκη ήρθαν στο νου μου διαβάζοντας την ποιητική συλλογή «Κούκος» (Εκδόσεις Θράκα, 2016), με την οποία η Πελαγία Φυτοπούλου εμφανίζεται για πρώτη φορά στα ποιητικά πράγματα. Η Φυτοπούλου έχει ήδη στις αποσκευές της ένα πολιτικό παραμύθι και μια διόλου ευκαταφρόνητη πορεία στο θέατρο, την τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Με τον «Κούκο» δοκιμάζεται στην ποίηση φτάνοντας τη γλώσσα και την έκφραση σε αληθινά αχαρτογράφητες περιοχές.

Αν κάτι χαρακτηρίζει την ποίηση της Πελαγίας Φυτοπούλου αυτό είναι μια φυσική απέχθεια -ή μάλλον χλεύη- για κάθε τι συμβατικό, όπως για παράδειγμα, η «εργολαβία της ενηλικίωσης», οι «γιάπηδες που ξοδεύουν χιλιόμετρα στο διάδρομο του γυμναστηρίου» ή ο πατέρας που σπάει το χέρι του γιου (το άλλο ήδη σπασμένο) για «να μάθει να μην ταπεινώνεται μπροστά σε γυναίκα». Η δυσανεξία αυτή, ωστόσο, δεν αφορά μόνο στο «κατεστημένο» αλλά και στους αρνητές του, όπως ο Λένιν, ο Κροπότκιν και ο Μπονιουέλ.
Η ποιητική αυτή περσόνα πραγματικά φαίνεται να μην «χωρά πουθενά» κατά τη ρήση του Γιάννη Αγγελάκα. Η μοναξιά της περιχαρακώνεται αυστηρά σε τόπους ζοφερούς˙ σε κελιά, σε φυλακές ανηλίκων, σε τάφους ομαδικούς και ατομικούς. Η συχνά απαντώμενη αίσθηση εγκλεισμού («τα παράθυρα / είναι κλειστά / και οι μεντεσέδες / πάνοπλοι») και η συνακόλουθη έκφραση αγωνίας θυμίζουν τον τρόπο της Κατερίνας Γώγου. Ο ουρανός και τις τρεις φορές που εμφανίζεται φέρει τον εφιαλτικό απόηχο του ουρανού της «Αποκριάς» του Σαχτούρη. Στον «Κούκο» το «γυάλινο χαρτοπόλεμο» αντικαθιστά το σχήμα «Πυρ και θάνατος» («Ο Βιολιστής», «Σύμπτωση», «Το πορτοφόλι του πεθαμένου»). Τα γήινα πάλι δεν προσφέρουν απαντοχή («όταν δε σε βοηθούν / οι ζωντανοί σε βοηθούν / οι νεκροί») ενώ η έξοδος από την ανθρώπινη κατάσταση ταυτίζεται αποκλειστικά με το θάνατο, ο οποίος κρατά δύο υποστάσεις, του αμετάκλητου τέλους αλλά και της λύτρωσης («Κάνει ψύχρα / Σκέπασέ με / Χώμα θα βρεις στο ψυγείο»). Πρόκειται -υπό μία έννοια- για μια ποίηση Καβαφική˙ η αισιόδοξη νότα απουσιάζει.

Η ποίηση της Φυτοπούλου είναι μια ποίηση αξιοπρόσεχτη.
Από άποψη τεχνικής υπάρχουν όντως ενδιαφέροντα στοιχεία, όπως η ταυτότητα του αφηγητή, που δεν γίνεται εξ αρχής γνωστή (π.χ. «Το μάθημα») ή η ύπαρξη περισσότερων του ενός αφηγητών και άρα εστιάσεων˙ στο αριστουργηματικό “Puerto Libre” η αφηγηματική πράξη μοιράζεται ανάμεσα στο τότε («όταν ήμουν παιδί») και το τώρα («σήμερα είμαι»), με τον αφηγητή – παιδί και τον αφηγητή – μη παιδί (απροσδιόριστη η ακριβής ηλικία) να συμφύρονται σε ένα εσωτερικό διάλογο, τα πρότυπα του οποίου ανιχνεύονται στο «Αμάρτημα της Μητρός μου» του Βιζυηνού (η διάκριση εκεί ανάμεσα στην αφήγηση του μικρού και του ενήλικα Γιωργή). Χαρακτηριστική είναι και η παρουσία παραδοσιακών τεχνικών, δουλεμένων όμως με εντελώς ξεχωριστό τρόπο, όπως π.χ. οι επαναλήψεις («Και ονειρεύομαι», «Ο Βιολιστής», «Κανονικότητα» «Απολογία»). Σε ό,τι αφορά το ύφος, η Φυτοπούλου κάνει χρήση μιας εντελώς ιδιότυπης πεζολογίας, που ωστόσο παράγει στιγμιότυπα με αμιγώς ποιητικό αποτέλεσμα (ξεχωρίζουν το «στα κελιά / χωρίς ρήμα ο πόνος / τρέχει» και το άφταστο «απόψε τοποθετούν στον ουρανό / παιδικά καθίσματα»). Μια τελευταία παρατήρηση στα ζητήματα τεχνικής: η πορεία της Πελαγίας Φυτοπούλου στα θεατρικά πράγματα έχει σαφώς επηρεάσει και την ποιητική της˙ όλα τα ποιήματα του «Κούκου» μπορούν με κάποιον τρόπο να παρασταθούν.
Δεν είναι όμως μόνο ούτε κυρίως η τεχνική που κάνει τον «Κούκο» μια αξιοανάγνωστη ποιητική συλλογή˙ είναι η θεματολογία και ο χειρισμός της. Η Φυτοπούλου με την τόσο συχνή αναφορά στα πιστόλια, τους σκοτωμούς και τα συμπαρομαρτούντα (σχήμα «Πυρ και Θάνατος») δεν εκτελεί μόνο τους ήρωες των ποιημάτων της˙ κυρίως εκτελεί τις άχρηστες παθογένειες και συμβάσεις. Ο μικροαστισμός με τα σύμβολά του (τηλεόραση, πολυθρόνα, ροζ βρακάκια, σώβρακα πολυτελείας, στριπτιτζάδικα στην εθνική…), η δυναστική παρουσία του πατέρα («Νύφη», «Ήταν ντροπαλός») και της μάνας («Το Πορτοφόλι του Πεθαμένου», «Μιμόζα», «Αναρχία»), τα κλισέ του αριστερού χώρου που αδυνατεί να αντιμετωπίσει την «ταξική φλεγμονή» («Libera Μαντόνα», «Αναρχία», «Ποιητικός Αντιρρησίας»), η βία στην εκπαίδευση («Το Μάθημα»), η ατομική ιδιοκτησία που προβάλλεται ως αίτημα ακόμη και μετά θάνατον και μάλιστα σε έναν τάφο ομαδικό («Οι δώδεκα»), η εκπόρνευση κάθε είδους («Τα Λυπημένα Κορίτσια»), όλα μπαίνουν στο αδυσώπητο ποιητικό στόχαστρο˙ ακόμη και η ίδια η ποίηση εκτελείται και εμπαίζεται και ο ποιητής αυτοαναιρείται, όταν η ποιητική πράξη γίνεται μανιέρα και χυλός («γράφω ποιήματα / για ένα βυζί / να το, να το / τρέχει, τρέχει / πάνω σ’ ένα / κυπαρίσσι»).

Η ειλικρίνεια, η παντελής έλλειψη εξωραϊσμού, η ευθεία βολή. Αυτή ίσως είναι τελικά η μεγαλύτερη αρετή του «Κούκου». Ξέρει η Πελαγία Φυτοπούλου -όταν πρέπει- να πιάνει τους άλλους από το λαιμό και να μη χαρίζει ηλίθιες συχωρέσεις, κατά πώς έγραφε κάποτε ο Τάσος Λειβαδίτης.

*Ο Κώστας Κουτρουμπάκης ειναι φιλόλογος και το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε αρχικά εδώ: http://www.thraca.gr/2017/09/blog-post_29.html