Γιώτα Τεμπρίδου, «Σου γράφω πάλι από ανάγκη»: Η εξαιρετική περίπτωση της Παρβάνα Αμίρι

Παρβάνα Αμίρι, Ζωές σε αναστολή: Γράμματα στον κόσμο από τη Ριτσώνα, μτφ. Χρίστος Μάης, Ακυβέρνητες Πολιτείες, Θεσσαλονίκη 2021.

Η Παρβάνα Αμίρι, το κορίτσι με την άσπαστη πένα, είναι σήμερα δεκαεφτά ετών και ζει στην Ελλάδα[1]. Γεννήθηκε στο Αφγανιστάν, πέρασε από το Πακιστάν, το Ιράν και την Τουρκία, έζησε στη Μόρια και στη Ριτσώνα. Τη γνωρίσαμε όταν μας έγραψε μια σειρά από γράμματα, όχι στη μητρική της γλώσσα, αλλά στα αγγλικά. Την αποστολή των γραμμάτων, την κυκλοφορία τους στο ίντερνετ δηλαδή αλλά και τη μετάφρασή τους στα ελληνικά, ανέλαβε το δίκτυο Welcome to Europe. Αυτά έγιναν το 2020. Τη σκυτάλη πήραν μετά οι Ακυβέρνητες Πολιτείες, που φρόντισαν την έντυπη έκδοση των γραμμάτων της Παρβάνα Αμίρι Η πένα μου δεν σπάει, τα σύνορα είναι που θα σπάσουν: Γράμματα στον κόσμο από τη Μόρια. Τα δεκατέσσερα γράμματά της ανοίγουν με τα λόγια «μπες στη θέση μας», δυσπιστούν στα σύνορα και έχουν, νομίζω, αφυπνίσει αλλά και ενδυναμώσει ήδη πολλές από εμάς. Χαρακτηριστικό γνώρισμά τους είναι η έγνοια της Παρβάνα να δώσει φωνή σε όσο περισσότερες και περισσότερους μπορεί. Δεν μας προσφέρει έτσι την ιστορία μιας προσφύγισσας, αλλά πολλές προσφυγικές ιστορίες· ή πάλι: σκόρπιες στιγμές ενός συλλογικού βιώματος[2].

Και ενώ τα γράμματά της ταξιδεύουν ανά τον κόσμο (θα μεταφραστούν μάλιστα το επόμενο διάστημα στα ισπανικά), η Παρβάνα μεταφέρεται στο στρατόπεδο προσφύγων της Ριτσώνας. Στο ανήσυχο χέρι της συνεχίζει να έχει την πένα της, με αποτέλεσμα στην εκπνοή του 2021 να κυκλοφορήσει, από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες ξανά, το δεύτερο βιβλίο της Ζωές σε αναστολή: Γράμματα στον κόσμο από τη Ριτσώνα. Γράφεται και αυτό στα αγγλικά, τη μετάφραση αναλαμβάνει ο Χρίστος Μάης αυτή τη φορά. Η Παρβάνα, που γνωρίζει πόση αξία έχει «να βοηθάς, να μοιράζεσαι, να δίνεις, να προσέχεις τις άλλες» (26), μας καλεί μέσα στο στρατόπεδο της Ριτσώνας τώρα, να δούμε με τα μάτια μας, να ακούσουμε με τα αυτιά μας, να γνωρίσουμε ανθρώπους που είναι σαν εμάς –μόνο πιο άτυχοι. Η έννοια των συνόρων συνεχίζει να την απασχολεί, στην εξίσωση μπαίνει όμως τώρα και μια παράμετρος ακόμα: η πανδημία.

Το καινούργιο βιβλίο της Παρβάνα Αμίρι ανοίγει με μια αγκαλιά, ένα βουνό, έναν ωκεανό, μια κοιλάδα, έναν γαλαξία και μερικά άστρα ευχαριστιών. Ακολουθεί ένα κείμενο-μανιφέστο με τίτλο «Ποιος είναι πρόσφυγας;». Οι πρόσφυγες είναι συνηθισμένα ανθρώπινα όντα: «το ορφανό παιδί, η ανύπαντρη μητέρα, οι ηλικιωμένοι γονείς, οι ευάλωτοι άνθρωποι, τα θύματα πολέμου»(12, 13), εξηγεί η Παρβάνα και μας προετοιμάζει για ό,τι έπεται. Έπεται η καταγραφή εμπειριών-πορειών: την πορεία προς την Ευρώπη ακολουθεί η πορεία προς το άσυλο, την ενσωμάτωση, την αξιοπρεπή ζωή. Έπεται η αφήγηση ιστοριών «αναμονής και υπομονής» (152), που είναι γεμάτες «διακρίσεις, ανισότητα, καταπίεση», αβεβαιότητα για το μέλλον (14). Είκοσι εφτά αριθμημένα γράμματα, το πρώτο από τα οποία γράφεται τον Μάρτιο του 2020.

Ήδη από το πρώτο αυτό γράμμα, «Η Ριτσώνα υπό τον CoVid-19», στο επίκεντρο τίθεται η πανδημία. Η πανδημία που βρίσκει τους πρόσφυγες συνωστισμένους, χωρίς ενημέρωση, χωρίς πόσιμο νερό. Τον κορωνοϊό αφορούν και τα αμέσως επόμενα γράμματα. Στο δεύτερο, «Έσπασε η αλυσίδα», ο ιός φτάνει στο στρατόπεδο. Το τρίτο απαντάει με διαύγεια στο ερώτημα «Τι μας διδάσκει ο κορωνοϊός;». Μας διδάσκει πολλά, ανάμεσα στα οποία και «τι σημαίνει να είσαι προσφύγισσα. Τι σημαίνει να είσαι ευάλωτη, να σε αγνοούν· να είσαι ζωντανή, αλλά κρυμμένη· ελεύθερη, αλλά σε φυλακή· με χιλιάδες λέξεις, χιλιάδες σκέψεις, αλλά υποχρεωμένη να παραμένεις σιωπηλή» (27). Το τέταρτο, «Δημόσια ασφάλεια ή μαζικός αφανισμός;», αφορά τη συνθήκη της καραντίνας. «Τι σημαίνει καραντίνα σε ένα στρατόπεδο προσφύγων» όμως; Μια υπεύθυνη απάντηση θα μπορούσε να δοθεί μόνο μέσα από ένα τέτοιο στρατόπεδο.

Βασικός άξονας του βιβλίου παραμένει βέβαια η ζωή των προσφύγων, η μοίρα των προσφυγισσών. Η Παρβάνα γράφει για όλα αυτά που τους λείπουν, την υποτίμηση που υφίστανται, τη ζημιά που έχουν υποστεί, την παραμέληση των παιδιών, την κατάθλιψη, τα ψυχολογικά προβλήματα μικρών και μεγάλων. Γράφει για χαμένες ελπίδες, ανυπέρβλητες δυσκολίες, τείχη γύρω από στρατόπεδα, φωνές που (δεν) φιμώνονται, παραβιάσεις δικαιωμάτων, μια ημέρα στη δουλειά, μια αυτοκτονία και μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας, μια φωτιά και μια εκκένωση, έναν βιασμό. Γράφει για ζωές σε αναστολή.

Στην προσπάθειά της να είναι λεπτομερής και περιγραφική, μπαίνει σε ρόλο μάνας, πατέρα, γιαγιάς, παιδιού. Διατυπώνει ερωτήματα, αμφισβητεί, κατακεραυνώνει, διεκδικεί, απαιτεί: «Και μην παριστάνετε πως μας υποστηρίζετε φωτογραφίζοντάς μας και ανεβάζοντάς μας στο Facebook.» (53), «Θέλουμε τις γροθιές σας υψωμένες για εμάς, όχι εναντίον μας!» (56), «Θα έμενες σιωπηλός μπροστά σε αυτή την αθλιότητα;» (112), «Αγαπημένοι μου γονείς, θέλω να παραπονεθώ για τις πράξεις σας.» (105), «Αγαπητό Κράτος, δεν σε εμπιστευόμαστε!» (113), «Υποστηρίξτε μας. Σταθείτε αλληλέγγυες. Μην τους επιτρέψετε να μας απομονώσουν.» (117), «Απαιτούμε τα δικαιώματά μας σε αξιοπρεπή διαβίωση, αξιοπρεπή εργασία, αξιοπρεπή στέγαση, σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και εκπαίδευση.» (123).

Η Παρβάνα δίνει φωνή στη μικρή Rahela, που έχει μια τρύπα στην καρδιά, και στη μητέρα της που πασχίζει να τη σώσει. Σε μια εξηντάχρονη μάνα και γιαγιά, με άντρα θαμμένο στο Ιράν, αδέρφια θαμμένα στο Αφγανιστάν και γιο στη φυλακή. Σε μια παντρεμένη μητέρα που καταχωρείται ως ανύπαντρη επειδή το γραφείο ασύλου δεν αναγνωρίζει τον γάμο της. Σε έναν περήφανο αγρότη. Σε έναν δεκαεφτάχρονο που περνάει τις μέρες του στα κρεμμυδοχώραφα –κρεμμύδια ξεθάβει, όνειρα θάβει. Στη Farishta που μια πυρκαγιά τη φέρνει για λίγο από τη Μαλακάσα στη Ριτσώνα. Σε μια δεκαπεντάχρονη που τη βιάζει ένας φίλος της. Σε έναν ξεριζωμένο Αφγανό πατέρα. Και σε άλλες και άλλους. Από τις σελίδες του βιβλίου της περνάνε λαθρέμποροι που τάζουν, αστυνομικές δυνάμεις που δεν βοηθούν, δεξιές ομάδες που επιτίθενται, αρχές που υπόσχονται και εύκολα ξεχνούν. Η προσοχή της όμως είναι στραμμένη στους με κάθε τρόπο πληγωμένους, στις γυναίκες που έχουν υποστεί κάθε λογής βία από οικείους και ξένους, σε αγόρια και κορίτσια που μεγαλώνουν περιστοιχισμένα από απειλές, σε τόπους ξεχασμένους.

Είκοσι εφτά γράμματα μετά, η Παρβάνα γράφει έναν «Αποχαιρετισμό στη Ριτσώνα»: Στην κατακλείδα της αποχαιρετά τη Ριτσώνα, που «δεν ήταν ποτέ ένα απλό στρατόπεδο» (171). Την αποχαιρετά, παίρνοντας την πένα της μαζί, γνωρίζοντας πως «υπάρχουν κι άλλες ιστορίες που πρέπει να ειπωθούν κι άλλες λέξεις που πρέπει να γραφτούν» (167). Καταγράφει πράγματα που θα της λείψουν· θα της λείψουν άνθρωποι, αισθήσεις και στιγμές. Εικόνες και αναμνήσεις που θα πάρει μαζί: «Ποτέ δεν θα ξεχάσω» (169). Καταλήγει στη δήλωση (που είναι και υπόσχεση μαζί) πως «το ταξίδι και ο αγώνας συνεχίζονται» (171). Πρόκειται πάντα για έναν αγώνα συλλογικό. Η Παρβάνα δεν παλεύει για το δικό της μόνο μέλλον αλλά και για πολλών ακόμα παιδιών, εφήβων, ανθρώπων, γυναικών.

Την έκδοση πλαισιώνει ένα επίμετρο του Γιώργου Σπυρόπουλου, που είναι μέλος της συνέλευσης Stop War on Migrants. Η ανάγνωση του βιβλίου μάς αφήνει με ένα μούδιασμα, κάτω από το οποίο είναι κάτι άλλο που εκκολάπτεται –μια διάχυτη αίσθηση θάρρους. «Θάρρος είναι να μπαίνεις στη θέση αυτών που επιζητούν τα δικαιώματά τους ανά τον κόσμο» (41), γράφει η Παρβάνα. Η Παρβάνα που μας ζητά επίμονα «μαζί να παλέψουμε για το κοινό μας καλό» (123). Η Παρβάνα που δεν εφησυχάζει –επισκέπτεται στρατόπεδα προσφύγων, παίρνει μικρόφωνα, καλεί σε διαμαρτυρίες· παρατηρεί, σκέφτεται, αντιδρά και γράφει.

Η Παρβάνα που επιλέγει να μην πορεύεται μόνη. Με την ολοκλήρωση του βιβλίου της, λέει «και τώρα η σειρά σας», ανεβάζει δυο πιθανούς τίτλους στο Facebook και συζητάει γνώμες και προτάσεις γνωστών και αγνώστων. Η Παρβάνα που σε κοιτάει και με αγωνία σε ρωτάει πώς σου φάνηκε το βιβλίο της: «Τι θα μπορούσα να αλλάξω;». Δεν συγκρατεί τον ενθουσιασμό της όταν ακούει πως πολλές περιμένουν να τη γνωρίσουν στην παρουσίασή της. Η Παρβάνα που, με αγωνία ξανά, ρωτάει «και τα ποιήματα;» και εγώ που τότε μόνο πληροφορούμαι πως γράφει και ποιήματα –ετοιμάζονται από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες και αυτά[3]. Η Παρβάνα με δυο βιβλία-βόμβες στο ενεργητικό της και εγώ που ξεκίνησα να γράφω για μια έκδοση που θεωρώ τόσο σημαντική και διαπίστωσα πως θα ήταν καλύτερα όλα μόνη της να μας τα πει.

Η Παρβάνα· και δίπλα της εμείς.

*Επειδή δεν μπορεί να αποτελεί η γνώση της ελληνικής προϋπόθεση για να συναντηθείτε με την (εξόχως συμπεριληπτική) Παρβάνα Αμίρι, ακολουθεί η μετάφραση του κειμένου στα αγγλικά από τη Λία Γυιόκα.

Writing Out of Need: The Exceptional Case of Parwana Amiri

Parwana Amiri, Suspended lives: Letters to the World from Ritsona, translated by Christos Mais, Akyvernetes Politeies, Thessaloniki 2021.

Parwana Amiri, the girl with the unbreakable pen, is now seventeen and lives in Greece.[4] Born in Afghanistan, she passed through Pakistan, Iran and Turkey, lived in Moria and Ritsona. We first met her through her letters. She wrote and published them in English, not in her native language. The Welcome to Europe Network immediately undertook their translation into Greek, as well as their online publication and distribution, in 2020. The baton was then passed to the Akyvernetes Politeies Editions, that took care of publishing Parwana Amiri’s fourteen letters in book form:My Pen Won’t Break, but Borders Will: Letters to the world from Moria. Her fundamental distrust in the borders is captured in the introductory words: “Put yourself in our place”. They have awakened and strengthened many of us already. The epistles are marked by Parwana’s constant concern to give voice to as many as possible. They do not offer us the story of one refugee, but of several; or, one might even say, they are scattered instances of a collective experience.[5]

And while her letters were travelling around the world (they are currently being translated into Spanish), Parwana was transferred to the Ritsona refugee camp. Her restless hand clung tightly to the pen, and by the end of 2021 she had produced her second book, to be published again by Akyvernetes Politeies: Lives in Suspension: Letters to the World from Ritsona. The text was again written in English, and this time was translated into Greek by Christos Mais. In this book, fully aware of the value of “helping, sharing, giving, caring for others” (26), Parwana invites us straight into the Ritsona camp, and urges us to look at with our own eyes, listen to with our own ears, and meet in person, humans who are just like us, only more unlucky. The issue of borders continues to pervade her writing, yet a new parameter enters the equation: the CoVid pandemic.

Parwana Amiri’s new book opens with a wide embrace, a mountain, an ocean, a valley, a galaxy and a handful of thanksgiving stars. There follows a manifesto-like passage asking “who is a refugee?”. Refugees are ordinary human beings: “an orphan child, a single mother, elderly parents, vulnerable people, victims of wars” (12, 13). Parwana explains and prepares us for what is in order. First, she presents accounts of personal experiences / itineraries: the journey to Europe is followed by the journey through asylum procedures, towards integration, towards a dignified life. After that comes the telling of “stories of waiting and patience” (152), full of “discrimination, inequality, oppression”, full of uncertainty about the future (14). All in all, the volume hosts twenty-seven numbered letters, the first of which dates from March 2020.

Already in her first letter, entitled “Ritsona under CoVid-19”, the pandemic comes to the fore. CoVid finds refugees crammed inside detention camps, with no information, and no drinking water. The next few letters are also about the corona virus. In the second one, “the chain breaks” and the virus reaches the camp. The third offers a lucid response to the question “What does the coronavirus teach us?”. It teaches us a lot, including “what it means to be a refugee. What does it mean to be vulnerable, to be ignored; to be alive but hidden; free but in prison; with a thousand words, a thousand thoughts, but obliged to remain silent” (27). The fourth, “Public security or mass destruction?”, discusses the conditions of quarantine. “What does it mean to be quarantined in a refugee camp?”. The only responsible answer can come from inside a refugee camp.

The main axis of the book is naturally the life of refugees, the fate of refugee women. Parwana writes about all those things they lack, the devaluation they face, the damage they have suffered, the neglect of children, depression, the psychological problems affecting young and old alike. She writes about lost hopes, insurmountable difficulties, walls around camps, voices (not) silenced, rights violations, a day at work, a suicide, a protest, a fire, evacuation, rape. She actually writes about lives in suspension.

In her effort to be thorough and descriptive, she takes up the role of mother, father, grandmother, child. She asks questions, argues, explodes, exclaims, demands: “And do not pretend you support us by taking our picture and uploading it on Facebook.” (53), “We need your fists raised for us, not against us!” (56), “Would you remain silent in the face of this misery?” (112), “My dear parents, I would like to complain about your actions.” (105), “Dear State, we do not trust you!” (113), “Support us. Stand in solidarity with us. Do not let them isolate us.” (117), “We demand our rights to a decent life, a decent job, a decent home, our rights to healthcare and education.” (123).

Parwana lends her voice to young Rahela, who has a hole in her heart, and to her mother who is struggling to save her. She speaks for a sixty-year-old mother and grandmother, with a husband buried in Iran, brothers buried in Afghanistan and a son in prison. For a married mother who gets registered as unmarried because the asylum office does not recognize her marriage. She speaks for a proud farmer. For a seventeen-year-old who spends his days in the onion fields – digging up onions, burying his dreams in the soil. She speaks for Farishta, who will briefly come to Ritsona after a fire breaks out in Malakasa. For a fifteen-year-old girl who gets raped by a friend. For an uprooted Afghan father. For more and more people. Smugglers who offer promises, police officers who do not offer help, right-wing groups that launch attacks, authorities that easily forget their duties. Yet her focus remains on the wounded, on the women who have suffered all kinds of violence by relatives and strangers, on the boys and girls who grow up amidst all kinds of threats, in places abandoned and forgotten.

Twenty-seven letters into the book, Parwana writes a “Farewell to Ritsona”: At the end she says goodbye to Ritsona, which “was always more than just a refugee camp” (171). She bids farewell to the camp, packing her pen with her, knowing that “there are more stories to be told and more words to be written” (167). She tries to record what she is going to miss; she will miss people, senses, moments. With her she will carry images and memories: “I will never forget” (169). She concludes with the statement (which is also a promise) that “the journey and the struggle shall go on” (171). It is always a collective struggle. Parwana is not fighting for her own future only, she is fighting for many more children, teenagers, humans, women.

The volume closes with an afterword by George Spyropoulos, a member of the Stop War on Migrants assembly. Reading the book leaves us with a certain numbness, yet beneath it looms a pervasive sense of courage. “Courageis to try putting yourself in the place of those who demand their rights around the world” (41), Parwana writes. Parwana insists on “fighting together for the common good” (123). Parwana is not complacent – she visits refugee camps, picks up the mike, calls for protests and mobilizes; she observes, she thinks, she reacts. She writes.

Parwana chooses not to walk alone. At the end of her book, she writes: “now it’s your turn”. She uploads two possible titles on Facebook and discusses opinions and suggestions with friends and strangers. Parwana looks at me and anxiously asks me what I thought of her book: “Do you think I should change something?”. She does not contain her excitement upon hearing about the people lining up to meet her at her presentation. Parwana, anxiously again, asks “and what about the poems?” and that is when it first strikes me that she also writes poems (a volume with her poetry is currently being prepared by Akyvernetes Politeies).[6] Parwana has delivered to us two explosive volumes and me, I started writing this note on a book I feel is so important, only to realize it would have been so much better all along if she had done all the talking herself.

This is Parwana. And this is us, right by her side.

[1] Όσο γράφω αυτές τις αράδες, είναι δεκαεφτά και βρίσκεται ακόμα στην Ελλάδα. Όταν τις διαβάζετε, θα έχει μεγαλώσει λίγο και πιθανότατα θα είναι κάπου αλλού.

[2] Μια παρουσίαση του βιβλίου αυτού, που έγινε στο πλαίσιο του 10ου Ελευθεριακού Φεστιβάλ Βιβλίου Θεσσαλονίκης, με τη συμμετοχή της Παρβάνα Αμίρι, του Γιώργου Σπυρόπουλου και της Λίας Γυιόκα που ανέλαβε τη διερμηνεία, μπορείτε να ακούσετε εδώ: https://www.1431am.org/audio/recorded-events/2021/10/05/i-pena-moy-den-spaei-ta-synora-einai-poy-tha/. Την Παρβάνα μπορείτε, αν θέλετε, να τη γνωρίσετε καλύτερα μέσα από συνεντεύξεις που έχει δώσει. Παραπέμπω ενδεικτικά σε δύο από αυτές, στη Μαρία Λούκα και στη Σταυρούλα Πουλημένη, αντίστοιχα: https://popaganda.gr/art/i-parwana-ena-genneo-koritsi-apo-to-afganistan-grafi-gia-ta-ratsistika-sirmatoplegmata-tou-ellinikou-kratous/ (22.6.21), https://alterthess.gr/parvana-amiri-ntopioi-kai-metanastes-na-spasoyme-ta-metaxy-mas-synora/ (13.10.21).

[3] Όσο τα περιμένουμε, αποκλείεται να χάσουμε αν διαβάσουμε τις ιστορίες και άλλων προσφυγισσών. Προτείνω οπωσδήποτε το τρίγλωσσο (ελληνικά, αγγλικά, φαρσί) βιβλίο τής (επίσης δεκαεφτάχρονης Αφγανής) Μπεναζίρ Χοσσαϊνί Η καινούργια μου ζωή, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις των ξένων.

[4] By the time these words reach you, Parwana has probably grown a little older and has left Greece.

[5] Link to the book presentation by Parwana herself at the 10th Libertarian Book Festival: https://www.1431am.org/audio/recorded-events/2021/10/05/i-pena-moy-den-spaei-ta-synora-einai-poy-tha/. Links to two (of many) interviews she has given (to Maria Louka and to Stavroula Poulimeni respectively): https://popaganda.gr/art/i-parwana-ena-genneo-koritsi-apo-to-afganistan-grafi-gia-ta-ratsistika-sirmatoplegmata-tou-ellinikou-kratous/ (22/06/21), https://alterthess.gr/parvana-amiri-ntopioi-kai-metanastes-na-spasoyme-ta-metaxy-mas-synora/ (13/10/21).

[6] Meanwhile, there is definitely no harm in reading the stories of other refugee girls. I fully recommend My New Life, written by Benazir Hossaini (also seventeen and also from Afghanistan), and published in three languages (Farsi, Greek and English) by the Editions des Etrangers.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://mag.frear.gr/soy-grafo-pali-apo-anagki-i-exairetiki-periptosi-tis-parvana-amiri/?fbclid=IwAR03wcTGbeQM-rX4eUDotMuDl-oCNm0F7FsGY44IcMYJDgoJfy_s-3oHlFg

Κριτικό σημείωμα για την ποιητική συλλογή, “Σαλός Μαγνήτης” της Ρωξάνης Νικολάου

Γράφει ο Αναστάσης Πισσούριος*

Μια κριτική σ’ ένα λογοτεχνικό έργο έχει χρέος να γίνεται πρωτίστως με σεβασμό προς το έργο. Κατά δεύτερον, επιτάσσεται η απαραίτητη προσοχή ώστε να μην κυριαρχήσει το συναίσθημα έναντι της κριτικής ανάλυσης. Κατά συνέπεια, ο ίδιος ο κριτικός επιβάλλεται να υπαγορεύει στην κριτική του να βρίσκεται με συνέπεια όχι κάπου αλλού αλλά πάντοτε εκεί, μπροστά στα μάτια του αναγνώστη. Θα μπορούσα πολύ εύκολα να επιλέξω μια ποιητική συλλογή – για παράδειγμα τη συλλογή Σαλός Μαγνήτης της Ρωξάνης Νικολάου (εκδόσεις Φαρφουλάς 2022) και να τοποθετηθώ για το συγκεκριμένο έργο με διάφορα κοσμητικά επίθετα, μ’ εντυπωσιακές ποιητικές εκφράσεις, με συναισθηματικά φορτισμένες λέξεις ή και με τη συνήθη πομπώδη χρήση του λόγου. Αντί αυτού, η συγκεκριμένη κριτική – και δη η κριτική εν γένει – είναι επιβεβλημένο να πιέζει το λογοτεχνικό έργο – για παράδειγμα εδώ τα ποιήματα της Νικολάου – στη μέγγενη και στη βάσανο του κριτικού ελέγχου. Το κατάλοιπο αυτής της εξαντλητικής πίεσης δεν μπορεί να μην το βαραίνει το θραύσμα της πολιτικά ιστορικής θέσης του εκάστοτε δημιουργήματος. Ο εντοπισμός της αλήθειας ενός λογοτεχνικού έργου δεν συνίσταται βέβαια στην επικαιροποίησή του αλλά στην ανάδειξη της σχέσης του με την καθολικότητα της πολιτικής του ύπαρξης. Η ποιητική συλλογή της Νικολάου για παράδειγμα ενδείκνυται για την πολιτική της ποιητική οντολογία. Είναι προφανές ότι τα ποιήματά της δεν συγκροτούν συνθηματικό λόγο ούτε βέβαια ρομαντικό κομεντί μονόλογο. Ένα αξιόλογο στοιχείο στην ποίηση της, το οποίο αφήνει χώρο για να λειτουργήσει το πολιτικό στοιχείο, έγκειται στην χώνευση των νοημάτων, στην επεξεργασία τους και τελικά στην προσφορά τους στον αναγνώστη ως ποίηση. Η επίτευξη της ποιητικής της εργασίας απαιτεί τον χώρο μιας πραγματικότητας, πέρα δηλαδή από γλωσσικά εφέ και συγκινησιακές, μεταφυσικού τύπου, επικαλύψεις. Στη συγκεκριμένη συλλογή, Σαλός Μαγνήτης η ποιήτρια καθιστά αναγκαία τη συνθήκη της χώρας της. Με άλλα λόγια, τα ποιήματα της συλλογής λειτουργούν ως αποκωδικοποιητές του κατεσταλμένου οικείου. Η ποιήτρια εκμυστηρεύεται όχι τα δικά της μυστικά αλλά της πατρίδας της. Η γυμνή και κρύα χώρα παραμένει ενεργή παρουσία στη συλλογή, απαλλαγμένη από τις εξαρτήσεις της μητρόπολης.


Στο ποίημα Μια κοπέλα που την έλεγαν Πέτρα, διακρίνει κανείς αυτήν ακριβώς την μοιραία παρουσία της πατρίδας, όχι ασφαλώς ως κάτι που αποσπάται από την ύπαρξη αλλά ως κάτι που την καθορίζει ως πολιτικό ον· ως, δηλαδή, «σάρκα ψυχής»:

«πως έριχνα μαύρη πέτρα
στην πατρίδα
κι εξουθενωμένη
από τη νοσταλγία έφτανα
σ’ ένα café του Μονάχου

και τη μαύρη πέτρα
σκέπασαν βρύα
κι η μαύρη πέτρα
που τη σκέπασαν βρύα
έγινε η σάρκα της ψυχής.»

Ο «σαλός μαγνήτης» της Ρωξάνης είναι ο ίδιος ύπαρξη και δη πολιτική ύπαρξη. Είναι ο σαλός μαγνήτης ο οποίος:

«Έσωσε λίγη γη απ’ τα δόντια τους και μέσα της κοιμήθηκε.
Στυλώνει με τα οστά του ανήκουστη μουσική.»

Είναι ο σαλός μαγνήτης η συνείδηση εκείνη που κρατάει «σπαθί από αίμα και λάσπη (αίμα και όνειρο)». Η πρωτοτυπία της ποιητικής δημιουργίας της Νικολάου μεταξύ άλλων συγχρόνων της, που υποτάσσονται στην ασφάλεια του συμβιβασμού, έγκειται στο γεγονός ότι αυτή η συνείδηση δεν είναι δανεισμένη, ούτε ντυμένη με την καθαρότητα της ιστορίας και την αποκρυσταλλωμένη της μορφή. Αυτή η ιστορική συνείδηση βρίσκεται κατά την ποιήτρια κατάχαμα, χάμω, στο πάτωμα και πάνω στις πέτρες:

«Τις πέτρες φτιάχνω για τα χαλάσματά μου που όμορφα
θα σκορπιστούν μες στ’ αγριόχορτα και τις τσουκνίδες
δεν γράφω ποιήματα.»

Και βέβαια γράφει ποιήματα αλλά και βέβαια δε γράφει. Η γλώσσα-έρημος δεν της ανήκει:

«ένα τραυλό παιδί κλωτσάει
την πέτρα της γλώσσας του:
«η έρημος που μας ενώνει
η έρημος που μας χωρίζει
η έρημος που μας καταπίνει».

(Όλα θα τ’ αγαπήσει ο καιρός)

Αυτή η συνείδηση κείται μακράν τους φωτός, ακόμα αναπνέει με πείσμα μόνο χώμα:

«Αντιγράφω τα λόγια της βρύσης σου: «αφότου έφυγες
στέκω των ερειπίων μπάστακας, νερό δεν έτρεξα ξανά
μόνο χώμα».»

Εναποθέτει τις δυνάμεις στον αγώνα για την αιώνια ήττα. Δεν υπάρχει νικηφόρα έκβαση στην ποίηση της Ρωξάνης· γι’ αυτό και δεν χρειάζεται ψόφιους ήρωες:

«ΘΥΜΗΣΟΥ ΟΠΟΙΑ ΩΡΑ ΚΑΙ ΝΑ ‘ΝΑΙ ΠΩΣ ΔΕΝ ΔΙΑΣΎΡΟΥΜΕ ΤΟ ΧΩΜΑ ΜΑΣ
Βάζω τ’ αφτί μου στην κοιλιά της γης.
Ένα καρφί γυρνά μες στην καρδιά μου
χύνεται ακόμα αίμα
κι αυτή γεννάει όλο γεννάει.»

Αφού πια δεν υπάρχουν μυστικά, η συνείδηση σπασμένη και σπαρμένη σαν το χώμα της πατρίδας της, δημιουργεί την ίδια την πατρίδα ή το παγωμένο δέρμα της ύπαρξης όπως τιτλοφορείται το ακόλουθο ποίημα:

«Φορά παράταιρα ρούχα. Στο χέρι του
κρατά πουρόπετρα του Μάμμαρι.
Παραμιλά για τα δέντρα του που έπαθαν
άνοια και κατάθλιψη που ούτε τα πουλιά
δεν τα πλησιάζουν πια,
για τον παμπάλαιο αέρα του τόπου
που κλείστηκε κι εκείνος στον εαυτό του
αφού πρώτα είπε: «αφήστε με να κοιμηθώ,
να κουρνιάσω στ’ αγαπημένο χώμα,
το άθλιο εμπόριο να ξεχάσω.»

Τέλος, αν στη συλλογή Ψαλιδιστής (εκδόσεις Τεχνοδρόμιον 2018) ξεκινάει η σύνθεση του προσώπου – του σπασμένου πάντα προσώπου:

«Συνθέτω ένα σπασμένο πρόσωπο.
Αυτό το σπασμένο πρόσωπο…»

(Παραμύθι)

τότε στο Σαλός Μαγνήτης επιτελείται μια σύνθεση της πολιτικής συνείδησης του τόπου, του Κυπριακού τόπου, του τόπου εκείνου που ακόμα δεν υπάρχει, που ακόμα τρώει χώμα και μαγνητίζει «σκουπιδάκια και χνούδια του αέρα» κι αγωνίζεται να παραμείνει σαλός αλλά «ΟΧΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ»

«ΑΝ ΗΤΑΝ ΝΑ ΓΙΝΩ ΣΑΛΟΣ ΜΑΓΝΗΤΗΣ ΘΕΕ
ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΑΚΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΝΟΥΔΙΑ ΤΟΥ
ΑΕΡΑ ΟΧΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ»

*Από το https://www.monocleread.gr

Ρογήρος Δέξτερ, Τη νύχτα που ο Τζέκιλ μαχαίρωσε τον Χάιντ [και άλλες σχεδίες]

ΘΕΟΔΩΡΑ ΒΑΓΙΩΤΗ

Ο Άγιος Αυγουστίνος απαντούσε συχνά, όταν τον ρωτούσαν τι είναι χρόνος, πως ήξερε τι είναι μέχρι τη στιγμή που τον ρωτούσαν. Το ίδιο συμβαίνει, θαρρώ, και με την ποίηση. Αυτό αποτελεί το μοναδικό διέξοδο που έχουμε, το πιο στιβαρό συμπέρασμα αναφορικά με το τι είναι η ποίηση ή το ποίημα, γι’ αυτό εν τέλει η επιλογή της «σχεδίας» αντί του ποιήματος ως όρου ποιητικής γραφής από έναν νέο δημιουργό που παρουσιάζει για πρώτη φορά το έργο του, μας καθησυχάζει.

Ο Ρογήρος Δέξτερ (Ρ.Δ.) εκδίδει τον Μάιο του ’22 την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο που φέρει την ατμόσφαιρα μίας φαντασιακής ιστορίας των τελών του 19ου αιώνα στο Λονδίνο, μια και Ο Δόκτωρ Τζέκιλ και ο κύριος Χάιντ (1886, Ρόμπερτ Λιούις Στήβενσον) είναι η πρωτότυπη πηγή έμπνευσης γι’ αυτόν (τον τίτλο). Ο Τζέκιλ βέβαια είναι ο παράτολμος γιατρός που πειραματίζεται με τον εαυτό του προσπαθώντας να διαχωρίσει το καλό από το κακό, ενώ ο Χάιντ είναι φυσικά ο κακός εαυτός του. Τόσο το πείραμα όσο και ο ίδιος έχουν άδοξο τέλος: αποτυχία – αυτοκτονία. Μια και οι Τζέκιλ και Χάιντ είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, τι ακριβώς συνεπάγεται η επιλογή της δολοφονίας («μαχαίρωσε»), αν όχι και πάλι αυτοκτονία; Μα και η αποτυχία δεν είναι τίποτε άλλο παρά αποτυχία διάσπασης του κατεξοχήν διπόλου «καλού-κακού».

Δύο ακόμη πράγματα για τον τίτλο: πρώτον, η αναφορά στη γνωστή νουβέλα δημιουργεί και συντηρεί τον μύθο γύρω από το πρόσωπο του ίδιου του Ρ.Δ. που έχει επιλέξει δια της ανωνυμίας να δημοσιεύει το έργο του εδώ και κάποια χρόνια ξεκινώντας από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και χωρίς να δείχνει ουδεμία διάθεση αποκάλυψης. Δεύτερον, η χρήση του όρου «σχεδία» αντί του ποιήματος (πράγμα που αντιμετωπίζω με κατανόηση, ενδεχομένως και συμπάθεια) μπορεί να ερμηνευτεί ως άποψη που θέλει την ποίηση στο υψηλό άπιαστο βάθρο ή ως αποδοχή της γνωστής αδυναμίας όλων να αποσαφηνίσουν την ποίηση, τουλάχιστον στον βαθμό που η «σχεδία» το πετυχαίνει δίνοντας μάλιστα στο σύνολο της συλλογής ένα πολύ συγκεκριμένο ύφος. Η σχεδία βέβαια προέρχεται από το αοριστικό θέμα του ρήματος «έχω» (σχ-) και σχετίζεται με το «σχεδιάζω», «σχεδιασμός», «σχέδιο». Όλα συντείνουν στην επινόηση του σχεδίου μιας κατασκευής και στη γραφική του απόδοση. Περαιτέρω, η «σχεδία» είναι μία πρόχειρη κατασκευή που προορίζεται να πλεύσει, αλλά όχι στα βαθιά νερά. Ο Οδυσσέας είδε τη σχεδία του να καταστρέφεται ολοσχερώς από την οργή του Ποσειδώνα, ενώ χρειάστηκε η θεϊκή παρέμβαση (Λευκοθέα) προκειμένου να τον σώσει.

Οι 57 σχεδίες, λοιπόν, εκτείνονται σε σύνολο 103 σελίδων (7-110) και χωρίζονται σε δύο διακριτά μέρη, εκ των οποίων το πρώτο -άτιτλο- αποτελεί τον κορμό της βασικής συλλογής και το δεύτερο μέρος, που τιτλοφορείται “Carmina Tristia” (Ποιήματα της Λύπης), είναι μικρότερο σε έκταση. Είναι συνήθης η χρήση ξένων λέξεων (αμερικανική και λατινική γλώσσα), η αναφορά σε ξένα ονόματα και τοπωνύμια, ενώ οι επιμέρους τίτλοι (των σχεδιών) συχνά έχουν διαζευκτική μορφή (είναι επί της ουσίας διπλοί). Τα λατινικά και αμερικανικά στοιχεία προκύπτουν από σχετικές σπουδές του συγγραφέα (ή τουλάχιστον αυτή είναι η μοναδική πληροφορία που έχουμε κάτω από το πέπλο της ανωνυμίας) που όμως αντιστρέφει το «κλασικιστικό ύφος» με την προσήλωση στον κόσμο των παρακμιακών και μη bars. To bar είναι ιερός τόπος. Είναι και το κολαστήριο. Είναι ο τόπος που δημιουργεί τις προϋποθέσεις της ποίησης, είναι όμως και ό,τι κατατρύχει τον Ρ.Δ.

Οι περισσότερες σχεδίες απλώνονται μπροστά μας σε αρκετά μεγάλη έκταση με στίχους στοιχισμένους αριστερά (ας πούμε ορθόδοξα). Το περιεχόμενό τους ισορροπεί μεταξύ του storytelling και των λυρικών στοιχείων. Ο Ρ.Δ. χρησιμοποιεί κατά κύριο λόγο α’ πρόσωπο ενικού οριοθετώντας κατά κάποιον τρόπο την ποιητική του στο εύρος των αρχών της βιωματικότητας, ενώ είναι εμφανείς οι επιρροές από το πεδίο της αμερικανικής ποίησης του 20ου αιώνα, της μπιτ λογοτεχνίας ή της χειμαρρώδους ενδόμυχης, σαρκαστικής και κυνικής σκέψης ενός Μπουκόβσκι. Οι παραλληλισμοί αυτοί δεν αντικατοπτρίζουν, κατά τη γνώμη μου, την ουσία των σχεδιών του Ρ.Δ., αλλά περισσότερο τις αναγνωστικές του τάσεις, καθώς οι σχεδίες του ούτε μπιτ είναι ακριβώς ούτε ομοιάζουν με τα ποιήματα του Μπουκόβσκι σε τέτοιο βαθμό που να τα χαρακτηρίσουμε «μπουκοβσκικά». Από το πρώτο κιόλας ποίημα, ο συναισθηματικός κουρνιαχτός δεν μπορεί παρά να σηκωθεί στον αέρα, να απεγκλωβιστεί μέσα από αυτή την αμερικανική περιβολή που δεν τη μιμείται ανεπιτυχώς ο Ρ.Δ., αλλά ούτε την κατακτά, αφού τελικά το αποτέλεσμα είναι ένα προσωπικό ύφος που, κατά τη γνώμη μου, πασχίζει εσφαλμένα να παγιωθεί πάνω σε αλλότρια ερείσματα.

Στρεφόμενος στον ίδιο του τον εαυτό και μπαίνοντας στο αέναο «παιχνίδι» της συγγραφής («Μοιάζει να κύλησαν μάταια τόσα χρόνια/Στο κούφιο από ιδέες κεφάλι μου»), ταλανίζεται από τη ματαιότητα της ανάγκης για έκφραση, για πλήρωση. Γιατί ό,τι είναι πρόσφορο να μεταφερθεί στο χαρτί είναι ταυτόχρονα και ένας βαθμός απώλειας. Αυτή η χαρακτηριστική ενδογενής ρήξη που γεννά έμπνευση φέρει το ανάλογο κόστος («Μόλις πιάσω κουπί στα ξένα κάτεργα/ Και ξαναγίνω/Το παλιό κορμί/Χαμένο στα κράσπεδα της Βαβυλώνας·»). Ο Ρ.Δ. «σερβίρει» ποτά στα πιο καταραμένα πλάσματα της νύχτας, σε ανθρώπους που τους απαρνήθηκε η ίδια η ζωή, που παραδομένοι στο αλκοόλ ψάχνουν διεξόδους. Οι ήρωές του είναι όμως επί της ουσίας εγκλωβισμένοι μέσα σε αυτόν τον μικρό-απέραντο δεξτερικό κόσμο και δεν λυτρώνονται παρά συνδυάζοντας πράγματα που συνιστούν ταυτόχρονα μεγαλείο και πτώση.

Το ίδιο διπολικό μοτίβο διέπει όλη τη συλλογή και ως προς το στυλ γραφής∙ ο Ρ.Δ. κινείται από τη λυρικότητα, όταν καταπιάνεται με θέματα που αφορούν την τέχνη [πχ. «Άμουσος (μπροστά στο δέος των χρωμάτων)»], το μεταφυσικό στοιχείο και τον θάνατο (π.χ. «Αυτοσχέδιο για τη Jill Ή Όνειρο στο Everglades (B’)”, «Η κυρά-Γραφτώ» ή όλο το δεύτερο μέρος) στον ακραίο ρεαλισμό (π.χ. «Οι δύο όψεις [στο ίδιο νόμισμα]» ή «TENDER IV» κλπ.). Η διπλή διάθεση απέναντι στο καθετί είναι σαν το παιχνίδι της διελκυστίνδας, παρόν ακόμη και μέσα στο πεπερασμένο σύμπαν της μίας ή της άλλης σχεδίας, κυρίως διακριτό στο θέμα του έρωτα∙ η γυναίκα είναι «νεράιδα», είναι πλανεύτρα, είναι ο αδιαφιλονίκητος πόθος, είναι αυτή που τροφοδοτεί το σώμα με ζωή. Η απουσία της γυναίκας (ή του έρωτα) ισοδυναμεί με θάνατο και ο θάνατος σημαίνει παύση της διέγερσης και της ερωτικής επιθυμίας. Ως εκ τούτου, το σώμα αποθεώνεται: στη σχεδία «Λόγια στο Outnet Ή Pseudo-Blues [prose song “written on a toilet roll”]», η γυναίκα και η ηδονή συνυπάρχουν μέσα στην καρδιά μιας έννοιας που παρουσιάζουν στοιχεία ομαδοποίησης, ομοιότητας και εξάρτησης («Τα γυμνά όταν το θέλουν κορίτσια της ερημιάς/ Να σε φωνάζουν στη λιακάδα τους/Και σε καλούν στον οργασμό τους/Να γαμηθείτε μέχρι να ξημερώσει»).

Ο Ρ.Δ. χρησιμοποιεί μία γλώσσα που παρουσιάζει ποικιλομορφία. Ήδη αναφέρθηκα στη χρήση πολλών αμερικανικών και λατινικών λέξεων. Συναντούμε επίσης πολλούς ιδιωματισμούς, τυπικές προφορικές φράσεις και αργκό όρους. Η αργκό γλώσσα είναι το «ένδυμα» του ηρώων του υποκόσμου και του αλκοόλ: «δεν κάθεται στα ζάρια», «χάνω προπάντων στα χαρτιά και στην αγάπη», «τ’ αρσενικά να κόβουν τον κώλο της», «Ένα βράδυ έκοψε ξαφνικά φτερό στο μπαρ» κλπ. Ενίοτε η χρήση τέτοιων φράσεων μοιάζει εξεζητημένη ή υπερβολική, αν και αυτό το συναίσθημα πρέπει να δημιουργήθηκε μέσα μου από την αίσθηση ότι ο δημιουργός εγκλωβίζεται πρώτον στη γενικευμένη θεματολογία που διέπει την underground λογική του Μπουκόβσκι και δεύτερον ότι -εισχωρώντας τώρα βαθιά στην ποιητική- ακόμη περισσότερο ο δημιουργός εγκλωβίζεται στο ποιητικό υποκείμενο.

Προσπαθώντας τώρα να εξηγήσω λίγο πιο αναλυτικά την τελευταία μου φράση, πιστεύω πως η ποιητική εδώ είναι προσωπική – εξομολογητική και χειμαρρώδης. Αυτό το γεγονός είναι ένας ευχάριστος συναισθηματικός κόλαφος για τον αναγνώστη τουλάχιστον στις δέκα πρώτες σχεδίες, ίσως και παραπάνω. Περαιτέρω, όμως παρουσιάζει ένα μοτίβο αρκετά αναγνωρίσιμο, που δεν χάνει τίποτε σε ποιότητα, όμως επιτελεί τον ίδιο ή έναν παρόμοιο σκοπό στο σύνολο της συλλογής. Χωρίς να είναι διακριτά τα όρια του ποιητικού υποκειμένου από τον δημιουργό, ενεργεί, μαθαίνει, παθαίνει, βιώνει, κάνει έρωτα, υποφέρει, συλλογίζεται σχεδόν πάντα σε α’ πρόσωπο (όπως προανέφερα). Ελάχιστες φορές παρατηρείται η χρήση πρώτου πληθυντικού προσώπου, συγκεκριμένα μόνο όταν ο δημιουργός προσπαθεί να καταστήσει κοινωνούς τους αναγνώστες στη γενική ηθική κοσμοθεωρία του. Και αυτό δεν είναι μεμπτό, αν και σπάνια αντιμετωπίζω με συμπάθεια τις ηθικοφιλοσοφικές διαπιστώσεις που διατυπώνονται με αυτόν τον τρόπο. Στην περίπτωση του Ρ.Δ. πολύ συχνά η χρήση τους εντάσσεται στο πλαίσιο της προσωπικής εμπειρίας, της αναγκαίας βιωματικότητας που επιβάλλει η ποιητική του, ωστόσο -κατά τη γνώμη μου- πρέπει να βρει έναν άλλο τρόπο να καταστήσει ελκυστική την όποια ιδεολογία του.

Κλείνω το κείμενο αυτό με τη γενική διαπίστωση πως η συλλογή του Ρ.Δ. φέρει τη σφραγίδα των συνειδητών ποιητικών επιλογών. Φέρει ακόμη τη σφραγίδα του ιδιότυπου χαρακτήρα που κρύβεται πίσω από την ανωνυμία, την προσωπική αισθητική, την εμπειρία, τη γνώση, την πεποίθηση γύρω από τον άνθρωπο και την ύπαρξή του. Ο Ρ.Δ. με την πρώτη του συλλογή δείχνει αναμφισβήτητα το ιδιαίτερο ύφος του, το οποίο όμως μπορεί να απελευθερώσει εντελώς από πρότυπα που λειτουργούν «κανονιστικά» και να ανάγει τις σχεδίες του σε ποιήματα που μπορούν «να πλεύσουν στα βαθιά νερά».

Οι 2 όψεις
[στο ίδιο νόμισμα]

Βγήκε έξω απ’ το μπαρ
Φωνάζοντας τα ξημερώματα
Και ο θόρυβος ακούστηκε πιο μακριά
Σα να έσπαγε το τσόφλι ενός αβγού
Και ύστερα
Ότι έπεσε νόμιζες στο πλατύ ποτάμι
Που θα τον ξέβραζε
Στη θάλασσα με τα ποντοπόρα καράβια
Και τις νεράιδες των ωκεανών· αλλά
Στην πραγματικότητα ίσως να ήταν άλλος
Ένας μεθυσμένος που χάθηκε
Στα βρόμικα νερά μια νύχτα κραιπάλης
Ξοδεύοντας και το παραμικρό του νόμισμα
Ξοδεύοντας και τον τελευταίο του χρόνο
Στα ποτά στα χαρτιά στις γυναίκες
Ευτυχισμένος μέχρι λίγο πριν πνιγεί
Γιατί δε βρέθηκε κανείς μπροστά του
Να τον εμποδίσει
Από τους φιλήσυχους πολίτες
Που κοιμόντουσαν ατάραχοι
Και δε θα ήθελαν ποτέ
Αν ξυπνούσαν ξαφνικά
Να μοιραστούν μαζί του ούτ’ ένα κέρμα
Από εκείνα που ρίχνουμε ψηλά
Όταν γυρεύουμε μάταια
Παίζοντας στην τύχη τις ελπίδες μας
Παίζοντας στα ζάρια όλο το μέλλον
Να στείλουμε στα τσακίδια μια θλίψη·

*Ρογήρος Δέξτερ, Τη νύχτα που ο Τζέκιλ μαχαίρωσε τον Χάιντ [και άλλες σχεδίες], Εκδόσεις Στίξις, Αθήνα – Ρέθυμνο 2022.

Η «σαλή ψαλμωδία» της Ρωξάνης Νικολάου

Επιμέλεια-Εισαγωγή: Κώστας Ρεούσης
Ρωξάνη Νικολάου, «Σαλός μαγνήτης» (Φαρφουλάς, 2022)

Μηνύματα μιας ευγενικά αρχαίας συγκινησιακής αγωγής. Μακριά, πολύ μακριά, από τη σύγχρονη πρόστυχη πραγματικότητα της αδηφάγου καθημερινότητας μιας αστικής πόλης, η Νικολάου, καλλιεργεί τους στίχους της ακριβώς όπως φροντίζει, πιθανώς, τον κήπο της. Προσγειωμένη στο παρόν του παρελθόντος μας προϊδεάζει για το αναγνωστικό ταξίδι στα ποιήματα που απαρτίζουν τη συλλογή της, «Σαλός μαγνήτης», θέτοντας ως προμετωπίδα έναν επιγραμματικό στίχο της: «Επιστρέφει ηττημένη η ηχώ· γυρεύει το στόμα μου.».

Τα 53 ποιήματα της συλλογής κατανεμημένα σε τρεις ενότητες –η πρώτη άτιτλη (31 ποιήματα), η δεύτερη με τίτλο «Εξ αίματος» (15 ποιήματα) και η τρίτη με τίτλο «Ψεύτης ύπνος» (7 ποιήματα)– αρθρώνουν έναν ενιαίο και αρραγή δροσερότατο ποιητικό λόγο, ελκύοντας την καταγωγή τους από εκείνον τον κοσμογονικό 7ο π.Χ. αιώνα όπου και η λυρική ποίηση μ’ ένα βαθιά ανθρώπινο άλμα προσπέρασε, εάν όχι ισοπέδωσε, την κυριαρχία του έπους. Συγγενής, βιολογικά και γλωσσικά, των αρχαίων ελληνίδων ποιητριών, η Ρωξάνη Νικολάου, ακούει τη φωνή τους ως φυσική και αναπόσπαστη συνέχεια ενός αρχέτυπου πελασγικού λόγου τολμώντας να τραγουδήσει το τραύμα, την πληγή και τον πόνο της χαράς, της λύπης και της πίκρας του ανθρώπου και των στοιχείων της φύσης που τον ορίζουν.

Κατοικώντας το ποίημα που καταθέτει, μέσα στη φωτεινότητα της εκτοπλασματικής γνησιότητάς του, συντρίβει το φόβο και τον τρόμο του βιώματος χωρίς να τους αποκλείει απ’ τη γραφή της. Αντίθετα τους δεξιώνεται, με το μέτρο και την απόσταση, όμως, που τους πρέπει. Η ποιήτρια έχει συνειδητοποιήσει στον υπερθετικό βαθμό το σαρκοβόρο της ανθρώπινης συνθήκης. Διαβάζοντας, ή καλύτερα, συναντώντας το ποίημά της με τον ευφυή μακροσκελή τίτλο, «Απλώνεις λιγάκι το χέρι χραπ στο κόβουνε το πόδι χραπ… τέλος το κεφάλι το καβούκι ύστερα τσακίζουν με την πέτρα τους αυτοί που πρώτοι θα λυπηθούνε για το θάνατό σου», οι στίχοι της τρομερής υπερρεαλίστριας αγγλοαιγυπτίας ποιήτριας, που έγραψε στη γαλλική γλώσσα, Joyce Mansour, άστραψαν αβίαστα στο νου μου:

Να τρώτε ένα μάτι μέσα σ’ ένα αυγό
ένα άλογο ή ένα ελάφι
ένα μυαλό μαλθακό από υγεία
έναν στραβοκάνη σκύλο ένα βιολί
Να τρώτε για να τρώτε
Να πνιγείτε στο κρέας
Ταρακουνήστε τον κώλο σας πάνω σ’ ένα φανάρι
Να τρώτε για να πεθάνετε μ’ έναν αιμάτινο λυγμό
Τραφείτε για να μποδίσετε τους άλλους
να σας καταβροχθίσουν

— «Κανόνας Ζωής», από τη συλλογή της Joyce Mansour «Όρνια» σε απόδοση Έκτορα Κακναβάτου

Βέβαια, η Νικολάου δεν έχει «κανιβαλικές» τάσεις, ούτε καν εκδικητικές, εντούτοις αναγνωρίζει ήρεμη έως ατάραχη το σύγχρονο εχθρικό και πολεμικό τοπίο των διαπροσωπικών σχέσεων και τις καταστάσεις που αυτές προκαλούν.

Ενσταλαγμένη ποίηση της καθημερινότητας ανασύρει το θαύμα της ζωής στις στιγμές εκείνες που το βλέμμα ασκημένο στην αντίθεση θεωρεί την καλοσύνη. «Η μυστική μου αγρυπνία / Η σαλή μου ψαλμωδία.», γράφει η Νικολάου στο ποίημά της «Αίνιγμα». Κι είναι αυτή η πληρότητα του ενθουσιασμού και της μελαγχολίας που χαράζεται στο «πρόσωπο» των στίχων της ανακαλώντας το μαγικό στοιχείο ή άγγιγμα που φωτίζει και τις πλέον σκοτεινές διαδρομές της. Η ποιητική φωνή της Ρωξάνης Νικολάου ίπταται στιβαρή και ελεύθερη αδιαφορώντας για το μιζεραμπιλισμό και τα νεκρά έργα των οσφυοκαμπτικά πλουσιοπάροχων λογοτεχνικών ζωντόβολων της νήσου Κύπρου.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΕΡΑ
Έπεσα μες στο πηγάδι
που μ’ άνοιξε η γέννησή μου.

Μηδενικά στιγμών
και κοχύλια κατειλημμένα
από φόβο
βρέχει μ’ ελάχιστες διακοπές.

Μην έχεις έγνοια·
πάνω απ’ το κουφάρι μου
θα τραγουδάει ο αέρας
ότι μέχρι θανάτου κράτησα.

(σ. 25)

ΑΓΡΥΠΝΩ ΤΟ ΑΚΙΝΗΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ ΤΟΥΣ
«Αγρυπνώ το ακίνητο νερό
της φωνής τους
ύπνους παραστέκω
πραγμάτων που δεν
θα ξυπνήσουν ποτέ»

Βρύα σκεπάζουν
το ψύχος του θανάτου

μαργωμένοι οι τοίχοι
μαργωμέν’ η αυλή

τρώει τα μάτια του
η σκουριά

μα κάθε απολειφάδι ίσκιου
απ’ της ζωής τον πόλεμο
αρπάζει
και πίνει
το σπίτι τους.

(σ. 32)

ΜΗΠΩΣ ΓΕΝΝΗΘΕΙ
Ξαπλώνω κι ευθύς σηκώνομαι
μήπως γεννηθεί και δεν προλάβω
πίνω τον καφέ με την ψυχή στο στόμα
μπαινοβγαίνω στα δωμάτια
κι αφουγκράζομαι
μήπως γεννηθεί και δεν προλάβω
τρέχω έξω, στρίβω στο πρώτο στενό,
στο δεύτερο, μπαίνω στο ένα μαγαζί,
στο άλλο, μπαίνω όπου είναι ανοιχτά,
σ’ εστιατόρια, σ’ εκκλησίες, σε μουσεία,
σε πάρκα κι όπου είναι κλειστά
χτυπώ δυνατά, κάποιος με σπρώχνει,
σκοτεινιάζει, ένα φως ανάβει,
ένα παραθυρόφυλλο ανοίγει,
«φύγε, φύγε» μου φωνάζουν
ξαπλώνω σε παγκάκια, σε πέτρες, στο χώμα
με το ένα μάτι ανοιχτό
μήπως γεννηθεί και δεν προλάβω
μήπως γεννηθεί και κανένας δεν το δει
κατεβαίνω σε υπονόμους, σε πηγάδια
σε εγκαταλελειμμένες σήραγγες

με μάτια κατακόκκινα απ’ την αγρύπνια
καταγδαρμένη από την αγωνία
και το ψύχος του ανθρώπου
με παίρνει ο ανίκητος ύπνος

άπειροι δρόμοι ξανοίγονται
μέσα στην ατέρμονη σπείρα του
σε κάποιον από αυτούς θα το προλάβω.

(σ. 43)

ΚΑΙΟΜΕΝΗ ΡΟΔΑ
Η λάβρα έκαιγε τα μάτια και το στόμα μου
οι λεύκες έλαμναν πέρα δώθε κι από μέσα τους
έβγαινε τ’ αιώνιο μοιρολόι.

Ίσως να έπεσε από το άρμα κάποιου Φαέθοντα
που μέσα στον κόσμο έχασε τον δρόμο του
που ο κόσμος τον έχασε
όπως καθημερινά αμέτρητα πλάσματα
από τα υπέρλαμπρα πετάγματα
και τις θανάσιμες πτώσεις τους·
θέλω να πω: από τα θανάσιμα πετάγματα
και τις υπέρλαμπρες πτώσεις τους

από ένα ακόμα τρελαμένο άρμα, σκέφτηκα,
θα ξέφυγε η καιόμενη ρόδα και κύλισε εδώ
στα πόδια μου.

(σ. 61)

ΤΟΣΟ ΤΟ ΝΕΡΟ ΣΤΗΝ ΠΛΗΓΗ, ΤΟΣΗ Η ΔΡΟΣΙΑ ΣΤΗ ΣΤΑΧΤΗ, ΤΟΣΟ ΤΟ ΑΙΜΑ ΣΤΗ ΦΩΝΗ, ΤΟ ΖΥΓΙΣΜΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ
Θυμήθηκα την κραυγή της Ρίτας τα μεσάνυχτα, πριν πεθάνει την άλλη μέρα. Την είχε πάρει ο ύπνος σε όχθη ορμητικού ποταμού ενώ έσφιγγε πάνω της ένα σώμα που είχε φύγει από χρόνια.

Ακούω τα φύλλα που γεννιούνται, θροΐζουν, μαραίνονται, σαπίζουν· ίσως κι εκείνα ν’ ακούν εμένα.

Ο λάκκος με τα φίδια που με πίνει για να γίνει στέρνα γλυκομίλητη σε κήπο.

Ερ.: Πώς άρχισες να γράφεις ποιήματα;
Απ.: Από μια αίσθηση κακοτυχίας που με γυρόφερνε
είχε δυναμώσει πολύ εκείνη τη μέρα.

(σ. 68)

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://exitirion.wordpress.com

Νάντια Ανζουμάν | Ξένια Καλαϊτζίδου

το σκοτεινό λουλούδι που κόπηκε νωρίς
Από παντού διωγμένη όπως είμαι,
της ποίησης ο ψίθυρος
μες στην ψυχή μου πέθανε.
Χαράς ουσία σε μένα μην αναζητείτε,
κάθε χαρά στην καρδιά μου έσβησε.
Στα μάτια μου αν ψάχνετε για αστέρια,
να ξέρετε πως παραμύθι είναι, δεν υπάρχουν.
Με το παραπάνω απόσπασμα πρωτοσυναντάμε την Νάντια Ανζουμάν τον Δεκέμβριο του 2001 στους New York Times και σε άρθρο της Έιμι Ουόλντμαν (Amy Waldman), όπου η δημοσιογράφος αναφέρεται σε γυναικεία λογοτεχνικά εργαστήρια, τα οποία λειτουργούσαν υπό κάλυψη κατά τη διάρκεια του προηγούμενου καθεστώτος των Ταλιμπάν και συχνά αποτελούσαν, για όσες τα παρακολουθούσαν, τη μόνη δημιουργική και ζωτική ενασχόληση, καθώς είχαν στραφεί στην γραφή για να διασκεδάσουν και να επικοινωνήσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Όπως είπε χαρακτηριστικά η Ζένα Καραμζαντέ (Zena Karamzade), φοιτήτρια ιατρικής πριν την άνοδο των Ταλιμπάν, «μόνο στα μαθήματα νιώθαμε ανθρώπινα όντα», ενώ όλες τις υπόλοιπες ώρες «μέναμε στα δωμάτιά μας σαν τις αγελάδες».
Την εποχή λίγο πριν από τη συγγραφή του άρθρου, ο Μουχαμάντ Αλί Ραχιάμπ (Muhammad Ali Rahyab), καθηγητής λογοτεχνικής θεωρίας και μεθοδολογίας στο Πανεπιστήμιο της Χεράτ, παρέδιδε μαθήματα λογοτεχνίας στο σπίτι του σε περίπου 30 γυναίκες, με κίνδυνο της ζωής του και όσων συμμετείχαν, ενώ η πινακίδα έξω από το οίκημα διαφήμιζε μαθήματα ραπτικής. Ο ίδιος ο καθηγητής, υποκινούμενος εν μέρει από τις τρεις κόρες του οι οποίες ήθελαν να ασχοληθούν με τη συγγραφή και τη δημοσιογραφία, δήλωσε ότι πιστεύει στη δύναμη της λογοτεχνίας, ακόμη και σε μια κοινωνία όπου οι αναλφάβητοι πλειοψηφούν, καθώς η υφιστάμενη προφορική παράδοση καθιστά ακόμα και τη δραστηριότητα μιας μικρής ομάδας αναγνωστών ικανή να διασπείρει ταχύτατα τα οφέλη της τέχνης του λόγου. Η πεποίθησή του αυτή, αλλά και η παρατήρηση ότι οι Αφγανοί εν γένει ανταποκρίνονται πιο εύκολα στην ποίηση παρά στην πολιτική ανάλυση, σε τέτοιο βαθμό που «ένας στίχος μπορεί να δώσει λύση σε ένα οικογενειακό πρόβλημα ή ακόμη και σε κάποιο πρόβλημα ενός χωριού», συνέβαλε στη δημιουργία μιας δυναμικής ομάδας γυναικών που, υπό την καθοδήγηση του Ραχιάμπ, σχολίαζαν και συζητούσαν σε εβδομαδιαία βάση κάποιο λογοτεχνικό έργο που διάβαζαν εκ των προτέρων η καθεμία μόνη σπίτι της, από συγγραφείς όπως ο Τολστόι, ο Μπαλζάκ και ο Ντίκενς, καθώς και τα δικά τους ποιήματα και πεζά. Έτσι αναδείχθηκαν αρκετές ταλαντούχες πεζογράφοι και ποιήτριες, μεταξύ των οποίων ήταν και η Νάντια Ανζουμάν, η οποία ζούσε στην ίδια γειτονιά με τον καθηγητή.
Η Ουόλντμαν περιγράφει την Ανζουμάν ως «μαυροντυμένη και κουλουριασμένη σαν γάτα στο γραφείο του καθηγητή της κοπέλα, με λεπτή φωνή και με κατάμαυρα σπινθηροβόλα μάτια που σε κοίταζαν θαρρείς από πρόσωπο ξωτικού». Είκοσι ετών τότε (γεννηθείσα το 1980), είχε γράψει 60 με 70 ποιήματα, και συνάμα είχε σταθεί αρκετά τυχερή ώστε να κερδίσει, ύστερα από πολύ αγώνα, τη συνεργασία της οικογένειάς της που δεν είχε καμία σχέση με τη λογοτεχνία, και να αναβάλει το γάμο της, όταν τα περισσότερα κορίτσια στον τόπο της παντρεύονται στα 14 ή 15 τους. Στα ποιήματά της έγραφε κυρίως για τη ζωή των γυναικών, όπως είχε πει και η ίδια, «επειδή έχουμε υποφέρει πολύ». Mετά την πτώση του καθεστώτος των Ταλιμπάν, η Νάντια Ανζουμάν ξεκίνησε εκ νέου και ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο λύκειο θηλέων «Μεχμπούμπε Χεράουι» και έγινε μία από τις πρώτες εισακτέες στο Πανεπιστήμιο της Χεράτ και τη σχολή λογοτεχνίας. Εκεί γνώρισε τον πτυχιούχο φιλόλογο και λέκτορα Φαρίντ Αχμάντ Ματζίντ Μία (Farid Ahmad Majid Mia), με τον οποίο, παρά τη δυσαρέσκεια της μητέρας του, παντρεύτηκαν και απέκτησαν έναν γιο. Εντωμεταξύ, η Νάντια, λάτρης της μεσαιωνικής περσικής ποίησης, ωρίμαζε και η ίδια ποιητικά, κι έτσι σύντομα κυκλοφόρησε η πρώτη και μοναδική ποιητική συλλογή της «Ανθός στον καπνό» (γνωστή ως «Κόκκινο σκούρο λουλούδι», Κάπα Εκδοτική, 2017, σε μετάφραση Γιάννη Σουλιώτη) που έκανε θραύση στο Αφγανιστάν και στο γειτονικό Ιράν.  
Για να κατανοήσουμε την τραγική εξέλιξη που ακολούθησε, πρέπει να σημειώσουμε ότι η Ανζουμάν ήταν λάτρης της μεσαιωνικής περσικής ποίησης και πως πολλά από τα ποιήματά της είναι γραμμένα σε παραδοσιακές περσικές φόρμες, όπως το γκαζάλ και το ναζμ. Στο πρώτο εξ αυτών, μάλιστα, θεωρούνταν από την αφγανική λογοτεχνική κοινότητα ως μία από τις λαμπρότερες και πιο εξειδικευμένες ποιητικές φωνές της γενιάς της. Το γκαζάλ (ghazal, غَزَل) είναι μία φόρμα ερωτικής ποίησης που αποτελείται από 5 ως 15 δίστιχες στροφές, προερχόμενη από την αραβική ποίηση του 7ου αιώνα, και συγκεκριμένα από την κασίντα (qaṣīda, قصيدة) που ήταν μια μορφή ωδής, ενώ τεχνικά θυμίζει το ιταλικό σονέτο, καθώς ακολουθεί ένα αυστηρό μετρικό μοτίβο, χρησιμοποιώντας ένα ρεφρέν (μια ομοιοκαταληξία ή ολόκληρη λέξη) που κλείνει κάθε στροφή. Ένα γκαζάλ μπορεί να νοηθεί ως μια ταυτόχρονη ποιητική έκφραση τόσο του πόνου της απώλειας ή του χωρισμού, όσο και της ομορφιάς της αγάπης, παρόλο τον πόνο αυτό. Το γκαζάλ διαδόθηκε στην Ασία τον 12ο αιώνα μέσω του σουφιστικού ρεύματος του Ισλάμ, εξού και η πνευματική, κατά κανόνα, θεματική της θείας εξιδανικευμένης αγάπης, που σε αρκετές περιπτώσεις, όμως, είναι αμφίσημη παρέχοντας τη δυνατότητα να συγκαλύπτει το πραγματικό ερωτικό αντικείμενο. Από την άλλη, το ναζμ (nazm, نظم) είναι ένα είδος ποίησης, κυρίως στην γλώσσα Ουρντού, διαδεδομένο εξίσου με το γκαζάλ, με έμμετρο ή ελεύθερο στίχο, αντικείμενο του οποίου είναι η ανάλυση προσωπικών σκέψεων και συναισθημάτων που μπορεί να οδηγεί σε λογικό συμπέρασμα.
Γίνεται ξεκάθαρο, λοιπόν, γιατί η επιτυχία της Νάντια έριξε λάδι στη φωτιά στην ήδη τεταμένη κατάσταση στο νέο της σπίτι, όπου οι συγκρούσεις με την πεθερά της ήταν καθημερινές. Η Χεράτ, τρίτη σε πληθυσμό πόλη του Αφγανιστάν (τα αρχαία Αρτακόανα ή Αρτίκαυδνα επί Μεγάλου Αλεξάνδρου) που οι διάδοχοι του Ταμερλάνου έκαναν πρωτεύουσα των τεχνών, παρέμενε μια βαθιά συντηρητική, παραδοσιακή, κοινωνία, ενώ το πέρασμα των Ταλιμπάν έκανε τους φόβους και τις προκαταλήψεις της να φουντώσουν. Το να εκφράζει μια Αφγανή, πόσο μάλλον παντρεμένη, ερωτικά συναισθήματα, έστω και υπό καθεστώς αμφισημίας, σε γραπτό λόγο και να τα δημοσιεύει, ώστε να μεταφέρονται από στόμα σε στόμα, θεωρούνταν ύψιστη ντροπή για την οικογένειά της, που μονάχα με το αίμα της θα μπορούσε να ξεπλυθεί. Έτσι, στις 4 Νοεμβρίου 2005, λίγο πριν από τα εικοστά πέμπτα γενέθλιά της και ημέρα μουσουλμανικής γιορτής Ιντ (Μπαϊράμι), η Νάντια Ανζουμάν, τριτοετής φοιτήτρια και μητέρα έξι μηνών βρέφους, γρονθοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από τον σύζυγό της, με τον οποίο τους ένωνε το πάθος για τη λογοτεχνία. Τα ακριβή αίτια του θανάτου της παραμένουν ανεξιχνίαστα, διότι η οικογένεια του συζύγου της δεν επέτρεψε να διεξαχθεί η νεκροψία, παρόλο που ήταν πρόδηλο ότι παρέμεινε πολλές ώρες χτυπημένη και αβοήθητη, και ο σύζυγός της δήλωσε ότι απλά την χαστούκισε εν μέσω καυγά και έπειτα αποπειράθηκε να βάλει τέλος στη ζωή της «από ντροπή» λαμβάνοντας χάπια. Ο οποίος, αφότου του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης, αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει κάνοντας ένεση με κηροζίνη από τη θερμάστρα που υπήρχε στο κελί του. Εντούτοις, νοσηλεύτηκε επιτυχώς και συνέχισε να εκτίει την ποινή του.
Ο τραγικός θάνατος της Νάντια Ανζουμάν συγκλόνισε την παγκόσμια λογοτεχνική κοινότητα, οδηγώντας ορισμένα δυτικά περιοδικά να υποστηρίξουν πως «ανάλογη απώλεια έχει να σημειωθεί από την εκτέλεση του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα». Τα ποιήματα της Νάντια Ανζουμάν έκτοτε επανεκδίδονται τακτικά και μεταφράζονται και σε άλλες γλώσσες, ενώ το λογοτεχνικό εργαστήρι της πόλης της φέρει πλέον το όνομά της, Anjuman-e Adabīye Herat. Παρά ταύτα, η ποίηση παραμένει απαγορευμένη και επικίνδυνη για της γυναίκες του Αφγανιστάν, επιβιώνοντας μόνο εν μέσω των «κρυφών σχολειών» και της προφορικής παράδοσης των δίστιχων ποιημάτων λαντάι. Μολονότι την περίοδο της παρουσίας των Αμερικανών τα λογοτεχνικά εργαστήρια δεν ήταν παράνομα για να μεταμφιέζονται σε συλλόγους ραπτικής, η απροκάλυπτη δραστηριοποίηση σε αυτά μπορούσε κάλλιστα να αποβεί μοιραία. Έτσι, πέντε χρόνια μετά τον θάνατο της Νάντια Ανζουμάν, η δεκαεξάχρονη Ζαρμίνα Σεχάντι (Zarmina Shehadi), η οποία επικοινωνούσε τηλεφωνικά με τη λέσχη ανάγνωσης Μιρμάν Μπαχίρ (Mirman Baheer) που αριθμεί πάνω από 300 μέλη σε ολόκληρη τη χώρα, πιάστηκε για πολλοστή φορά από τους γονείς της να διαβάζει ποιήματα και, αφότου την τιμώρησαν και την απείλησαν, λούστηκε με λάδι και αυτοπυρπολήθηκε. Μολοταύτα, οι γονείς της όχι μόνο αρνούνται το γεγονός της αυτοκτονίας της, αλλά ακόμη και το γεγονός ότι έγραφε ποίηση.
Στο πείσμα των καιρών, η ποίηση παραμένει το μόνο πράγμα που συνδέει πολλές νέες γυναίκες του Αφγανιστάν με τον έξω κόσμο και οφείλει να επικοινωνηθεί. Κατά την απόδοση δειγμάτων κλασικής φόρμας, όπως στην περίπτωση της Νάντια Ανζουμάν, ο μεταφραστής καλείται να αντιμετωπίσει την πρόκληση της διατήρησης ή της αναδόμησης της μορφής του στίχου. Στην ακόλουθη επιλογή ποιημάτων επιχειρώ να βρω μια χρυσή τομή, προσεγγίζοντας τους ήχους και τους ρυθμούς του πρωτοτύπου, εξίσου με τα προσιτά σημαινόμενα στις μορφές που λειτουργούν για την ελληνική γλώσσα.

Ποιήματα
Άνευ νοήματος (γκαζάλ)
Άνευ νοήματος πια η μουσική
-προς τί να πω τραγούδια νέα;
Μισητή μες στη λήθη του χρόνου,
τραγουδώ ή καρτερώ σιωπηλά.
Τάχα λόγια γλυκά να γευτώ πώς μπορώ,
με το στόμα γεμάτο φαρμάκι;
Τους σκοπούς μου να σβήνει,
η πιο τρανή του τυράννου μου μαστοριά.
Συντροφιά στη ζωή μου καμιά, και κανέναν δεν μέλλει,
άμα κλαίω ή γελώ, αν πεθαίνω ή κάθομαι στη σιγαλιά
στο κελί μου αυτό, σαν αιχμάλωτη θρήνου και λύπης·
και προς τί η ζωή, με σφραγισμένο το στόμα βουβά;
 
Μην προτρέχεις, καρδιά,
τα εαρινά πρωτοβρόχια να καλωσορίσεις,
το εφήμερο πάθος θα δαμάσουν μεμιάς
τα σπασμένα φτερά.
Από μνήμη, πλήρη σιωπής, στερέψανε πια οι μελωδίες,
μα σκοποί χαμηλόφωνοι ηχούνε βαθιά στην καρδιά.
Νοερά σα θωρώ τη στιγμή, το κλουβί μου να σπάω,
σαν τους ξέγνοιαστους μέθυσους, τερετίζω ξανά.
Ας το μάθουν, ανεμόδαρτη ιτιά πως δεν είμαι –
Ότι μέλπω τον θρήνο, όπως κόρη Αφγανή τραγουδά!
(η μετάφραση έγινε από συνδυασμό τριών αγγλικών μεταφράσεων: την απόδοση της Αφγανοαμερικανής ποιήτριας και μεταφράστριας Farzana Marie, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Cordite Poetry Review με έδρα την Αυστραλία, αλλά και στην ανθολογία Load Poems Like Guns: Women’s Poetry from Herat, Afghanistan που η ίδια επιμελήθηκε το 2015· την απόδοση της Ιρανοαμερικανής ποιήτριας και μεταφράστριας Mahnaz Badihian, που δημοσίευσε το διαδικτυακό περιοδικό ποίησης The HyperTexts· και την απόδοση της Parwana Fayyaz για την μελοποίηση του εν λόγω ποιήματος από την Shahla Zaland που υπάρχει και στο YouTube με τίτλο Dukht-e-Afghan, δηλαδή Αφγανή κόρη)
Ανθός στον καπνό
Το μέσα μου βρίθει κενού
κενού που πλημμυρίζει.
Πείνα παράφορη
στους πυρετώδεις με βράζει αγρούς της ψυχής,
και τούτη η άνυδρη παράξενη ζέση
τις οπτασίες αιφνιδιάζει στο ποίημά μου
προς τη ζωή.
Κι ως εκ θαύματος, μια μορφή νεογνή,
ρόδο κάλλους ασύγκριτου
στη σελίδα φουντώνει!
 
Μα με το που γεύτηκε την πρώτη του ανάσα,
οι βουρδουλιές καπνού αρχίσαν μονομιάς,
το πρόσωπό του για να κρύψει κι οι αναθυμιάσεις
το ευωδιαστό του δέρμα να καταβροχθίσουν.
(από την απόδοση στην αγγλική της Farzana Marie)
 
Από χειλιών μου κύπελλο (γκαζάλ)
Από χειλιών μου κύπελλο, κυλάει ο σκοπός μου,
Την ωδική ψυχή μου εναγκαλίζεται ο σκοπός μου.
Έκστασης νόημα θωρώ όπου η χαρά πεθαίνει,
Όπου η χαρά μου πένθος γίνεται, σκοπέ μου.
Όμως αν δεις ομμάτων μου κουβέντα να ξεφεύγει,
Τη ρέμβη μου υπαίτια θεώρησε, σκοπέ μου.
Αγάπης λόγια μη γυρεύεις να σου πω!
Για σένα η μιλιά τους,
Μα όσα ξεστομίζω τρυφερά, υμνούν τον θάνατο,
σκοπέ μου.
Κι αυτόν μονάχα λαχταρώ, πιότερο από άνθη,
Και των ματιών μου στάλα δεν αρκεί καμιά,
σκοπέ μου.
Κασίντα ή γκαζάλ θα τραγουδά
τούτου του τόπου η κόρη,
Πού το φαρμάκι στις απόκοσμες αράδες της,
σκοπέ μου;
Ω, άφατη χαρά μου κηπουρός δε θα νοήσει,
Ω, νιότης άφθονες ματιές μη μου ζητάς, σκοπέ μου. 
Πόσο παράξενο θαρρώ, που σύγκορμοι,
με λόγια τούτα
Χαράζουν τ’ όνομά μου στην ταφόπλακα της νιότης μου, σκοπέ μου.
(από την απόδοση στην αγγλική της Πακιστανής ποιήτριας Khizra Aslam για το διαδικτυακό περιοδικό ποίησης The HyperTexts)
 
Πέφτει η νύχτα (γκαζάλ)
Πέφτει η νύχτα κι αυτά τα λόγια έρχονται σε μένα,
Στο κάλεσμά μου, σαν φωνάξω, έρχονται σε μένα.
Τί είδους φλόγα μέσα μου φουντώνει,
νερό τί είδους να κομίσω;
Μεσ’ απ’ το σώμα, της ψυχής μου ευωδιά
ανέρχεται σε μένα.
Πώς κι από πού κουβέντες θαυμαστές σε μένα φτάνουν, δεν γνωρίζω,
Όμως ο ζέφυρος τη μοναξιά παίρνει μακριά από μένα.
Τούτο το φως από νεφέλες π’ αντιφέγγουν, κατεβαίνει
Κι άλλη επιθυμία δεν υπάρχει πια για μένα
Και της καρδιάς μου η φωνή σαν άστρο λαμπυρίζει
Και σαν πουλί πετούμενο τον ουρανό αγγίζω –
Όμοια της τρέλας μου αυτής μονάχα
στο βιβλίο Του θα βρείτε –
Ω, Κύριε, μη μ’ αρνηθείς, ρίξε ΄να βλέμμα και σε μένα!
 
Λες κι ήρθε η μέρα της Μεγάλης Κρίσης,
Ειν’ όλα με συντέλειας σιωπή τριγυρισμένα,
Μα είμαι ευτυχής μ’ αυτής της χίμαιρας μετάξι
Γιατί όλη νύχτα στίχοι έρχονται σε μένα.
(από την απόδοση στην αγγλική της Khizra Aslam)
 
Μνήμες του γαλάζιου (ναζμ)
Ω, εσείς που στο βουνό της λήθης βρήκατε κρυψώνα!
Εσείς που τ’ ονομάτων σας μαργαριτάρια
μες στης σιωπής τον βούρκο κείτονται!
Εσείς που οι μνήμες σας, οι μνήμες του γαλάζιου,
έχουν σβήσει
Στις συνειδήσεις, μες στα πελάγη λησμονιάς
από το κύμα θολωμένες!
Που είναι το καθάριο λαγαρό νερό των ιδεών σας;
Τ’ ονείρων σας τ’ ολόχρυσο άγαλμα,
ποιο χέρι ληστρικό έχει λεηλατήσει;
Σ’ αυτή τη θύελλα την απηνή που καταπίεση γεννάει,
Που χάθηκε η γαλήνια βάρκα σας
από ασήμι της σελήνης;
Μετά από τούτη τη θανατηφόρα παγωνιά –
Εάν η θάλασσα καταλαγιάσει,
Αν οι νεφέλες τη σφιγμένη πίκρα της καρδιάς
ελευθερώσουν,
Αν της σελήνης κόρη, χαμόγελου σας δώσει ευλογιά
κι αγάπη φέρει,
Αν μαλακώσουν τα βουνά, με φρέσκο πράσινο ντυθούν
Και με καρπούς γεμίσουν –
Δικό σας όνομα απ’ τις κορφές πιο πάνω άραγε θ’ ανέβει
Σαν ήλιος απαστράπτον;
Άραγε οι αναστημένες μνήμες σας,
Του γαλανού οι μνήμες,
Στα μάτια των ψαριών
απ’ την πλημμύρα εξαντλημένων,
Που σκιάζονται τη ζοφερή βροχή,
Μπορούν ελπίδας φως να καθρεφτίσουν;
Ω, στο βουνό, εσείς εξόριστοι, της λήθης!
(από την απόδοση στην αγγλική της Khizra Aslam, σε συνδυασμό με την απόδοση του Αφγανού David Tayyari, αλλά και αυτή των Zuzanna Olszewska και Belgheis Alavi για το ιστολόγιο UniverseOfPoetry.org)
 
Άφωνη κραυγή
Βροχή των πράσινων βημάτων είν’ ο ήχος.
Ιδού, από τον δρόμο έρχονται:
Ψυχές διψασμένες και ποδιές
όλο σκόνη απ’ την έρημο,
Η αναπνοή τους καίει,
μ’ οφθαλμαπάτες μπερδεμένη,
Τα στόματα ξερά και βουλωμένα μ’ άμμο.
Ιδού, από τον δρόμο έρχονται, πλησιάζουν:
Κορμιά βασανισμένα, κόρες
στον πόνο αναθρεμμένες,
Τα πρόσωπά τους εγκατέλειψε η χαρά,
Και οι καρδιές τους γέρικες μα και χαρακωμένες,
Και των χειλιών τους μαύρα πέλαγα χαμόγελο
δεν βρέθηκε εισέτι να ταράξει,
Δάκρυ ουδέν απ’ των ματιών τις
αποστεγνωμένες κοίτες.
Ω Θε μου!
Γιατί να αγνοώ, εάν οι άφωνες κραυγές τους
φτάσουν στα σύννεφα,
στων ουρανών τους θόλους;
Βροχή, το άκουσμα των πράσινων βημάτων.
(από την απόδοση στην αγγλική των Zuzanna Olszewska και Belgheis Alavi)
 
Είθε (γκαζάλ)
Είθε απ’ το κρασί της ομορφιάς του
να μπορούσα να χορτάσω
ή να καώ στις φλόγες της αγάπης του
και κυριεύσω την καρδιά του
Είθε στο πρόσωπό του δάκρυ να ήμουνα που θάλλει
ή ένας βόστρυχος από τα μοσχομυριστά μαλλιά του
Είθε σκόνη στο δρόμο του που είχε καθιζάνει να ‘μουν,
αυτή που σιγολιώνει κάτω απ’ τον ήλιο της ματιάς του
Κάποια παρέλαση είθε να ήμουν μυστική μπροστά του
ή στ’ ασάλευτα χείλη του η σπάνια μιλιά του
Είτε σκιά, τον φίλο μου να συνοδεύω σε κάθε του ανάσα,
ή ξάγρυπνη ως τα παράωρα να παραμένω,
ενεή απ’ τη θωριά του
Τον νου μου αφιερώνω στην ελπίδα της καρδιάς μου, που απ’ τον χωρισμό ραγίζει,
Κλείνω τη θύρα μου στη θλίψη, γίνομαι πλέρια σεληνόφως στην υγειά του.
(απόδοση στην αγγλική των Diana Arterian και Marina Omar)
 
Στη συντροφιά της Κόρης της Άνοιξης
Τραγουδιστή βροχή σε έφερε εδώ
Και τις ματιές μου έκανες να επιταχύνουν.
Η όψη σου εγείρει ταραχή,
Έφερες αλλαγή στον κήπο του ονείρου.
Τί ρίγος είσαι; Τί είδους αρμονία, που η μορφή σου
Κάνει το κάθε φύλλο σου με τον εαυτό του να χορεύει;
Τα ερωτικά μπουμπούκια σου κι η συστολή,
ο αέρας και το φως:
Δουλεύουν όλα με προσήλωση,
το βλέμμα μου αγνοώντας.
Πώς γνώρισες το περιστέρι τόσο καλά
που μυστικά του θα σου πει, μόλις σε αντικρίσει;
Κι αν, πονηρή, ήμουνα φίλη σου εγώ;
Θα μου ‘λεγες, ποια σοφία σου ‘χε τραγουδήσει;
Κι αν, οικοδέσποινα, το ποίημα σου ‘ναι αρεστό,
Κάτω από σκιά κυπαρισσιού προσκάλεσέ με,
Να με καθίσεις σε χαλί από τριφύλλι πλουμιστό,
Και δυο γλυκούς βασιλικούς για δώρο πρόσφερέ μου.
(απόδοση στην αγγλική των Diana Arterian και Marina Omar)
 
Αιώνιος λάκκος
Κάποτε με τα οικεία ήταν πλήρης.
Τα χέρια της βλαστάρι φύτεψαν άνευ ριζών
με τη διαίσθηση-
ούτω θα τρανέψει.
Κάποτε, στου νου της έαρ φωτεινό
έτρεχαν τόσες μεγάλες σκέψεις.
Κάποτε και κατά καιρούς
δέντρα δια χειρός ημέρευε.
Κάποτε, ήταν υπάκουα ακόμη και τα σωθικά της,
ίσως τη δύναμή της έτρεμαν.
Όμως τώρα
άχρηστα πια τα χέρια κι αδρανή,
οι οφθαλμοί, καμένες κόγχες,
και οι λαμπρές της σκέψεις, θαμμένες σ’ ένα βάλτο,
ξεθωριάζουν.
Ούτε τα πόδια της δεν εμπιστεύεται
γιατί την αψηφούν,
την πάνε εκεί που δεν επιθυμεί να πάει.
Και έτσι κάθεται σε μία σιωπηρή γωνιά
χαμένη σε μια θάλασσα του σκότους
άδεια από αίσθηση του χρόνου
σε κείνον
τον αιώνιο λάκκο.
(απόδοση στην αγγλική των Diana Arterian και Marina Omar)
 
Τραγικές ιστορίες
Ω ιστορίες τραγικές,
στις καρδιές μας ενδιαίτημα έχετε κάνει.
Τα μάτια αυτά τα θλιβερά, τα μάγουλα
κίτρινα και βαθουλωμένα,
είναι της παρουσίας σας τα ζοφερά σημάδια.
Ω μελαγχολικά κλαδιά!
Άνοιξες και φθινόπωρα εκατό έρχονται
και φεύγουν,
μαραίνονται μπουμπούκια
με σημαδεμένες τις καρδιές,
αίρονται πολιορκίες εκατό,
καραβάνια εκατό περνούνε,
ο Φαραώ πεθαίνει και τελειώνει η ιστορία του Νεμρώδ–
κι εσείς εκεί, ακόμα πράσινα και φρέσκα,
λες κι από κήπου μήτρα μόλις ξεπροβάλατε.
Ω δυστυχία που καψαλίζει!
Φύγε μακριά απ’ τα όρια των καρδιών μας–
δεν είναι τα μόνα πράγματα που αξίζει να καούν,
για μια φορά, πέρνα από κάποιου άλλου σπίτι!
Ω τραγικές ιστορίες,
μας κατακλύζει πια η συντροφιά σας.
Αν δεν αναζητάτε νέο σπίτι, φυλαχτείτε:
αύριο θα διαβούμε τα θλιβερά ερείπια της ζωής–
και τότε, άθλιες κι εκτεθειμένες
θα μείνετε στο κολαστήριο του χρόνου
δίχως στέγη.
(απόδοση στην αγγλική των Diana Arterian και Marina Omar)
 
Πλούτος
Μια μέρα, οι σκέψεις μου, αντί γι’ αέρα παγερό,
πυροτεχνήματα θα γίνουν.
Μια μέρα, τα μάτια μου ορθάνοιχτα θα είναι,
τόσο που
στη θέα των φύλλων που σμπαράλιασε ο ωκεανός,
θα πλέουν όπως πρώτα.
Μια μέρα, τα χέρια μου θα γίνουν υφαντές
και στης επίγειας ζωής την παντέρημη χώρα
θα φτιάξουν φόρεμα από σιτάρι και άνθη.
Μια μέρα, ένα νανούρισμα
θα φέρει ύπνο στων άστεγων παιδιών
τα κουρασμένα μάτια.
Μια μέρα θα υμνήσω
το πνεύμα της φωτιάς
με της βροχής τα απαλά τραγούδια.
Τη μέρα εκείνη
θα γράψω ένα πλούσιο και εξυψωμένο ποίημα
που θα ‘χει του καρπού γλυκύτητα
και του φεγγαριού ομορφιά.
(απόδοση στην αγγλική των Diana Arterian και Marina Omar)
Στη μνήμη της Νάντια Ανζουμάν
 
Thomas Kerrigan
Η πτώση του κορυδαλλού
«Δεμένα τα φτερά μου… Να πετάξω δεν μπορώ»,
Έγραψε εκείνη, πριν κατακορύφως πέσει,
Πλάσμα που ανήκε λιγότερο στη γη από τον ουρανό,
Κορυδαλλός θαρρείς από νταήδες σκοτωμένος,
Έπεσε καταγής, και σίγησε η φωνή της,
Έμεινε θλιβερός σωρός οστών θρυμματισμένων.
Όμοιό της χάρισμα, τι υπομένει μια ζωή
Εκεί που η άγνοια λιθοβολεί την τέχνη,
Και οι θρασύδειλοι, της κόβουν τη φωνή;
Θέλει βουλή η επιλογή να τραγουδάει·
Πρέπει να γνώριζε ενστικτωδώς:
Πρώτο σκοτώνουν το πουλί που κελαηδάει.
 
Michael R. Burch
Η τραγουδοποιός
Κλεισμένη σε θώρακα κατάλευκο, η καρδιά
να φτερουγίζει άγρια, ω! και πάντοτε να τραγουδά
ενάντια στο πνιγηρό σκοτάδι: αυτό μονάχα ξέρει
ώσπου εν τέλει αισθανθεί κεντρί να την μουδιάζει
του θανάτου. Τότε, σύντομο όραμα ζωής περνά σαν αστραπή,
τη νύχτα επιβάλλοντας σε όποιον βλέμμα έχει εναργές.
    
Την φωτεινή καρδιά σου άρπαξε ο θάνατος, κρατώντας τη σφιχτά, ώσπου το στόμα του–
φαρμακερό, με δόντια κοφτερά– ολόκληρο το δέος σoυ κατάπιε.
Κι όμως δεν ήταν τόσο o θάνατος όσο εσύ
που σφράγισες τη μοίρα σου· δεν μπόρεσες να μην τραγουδάς
και να σιωπήσεις. Και τώρα, ιδού του τάφου σου
λευκό αλαβάστρινο κλουβί: χλωμό, άθλιο πράγμα!
 
Όμως δε θα ‘ναι η φυλακή σου εδώ, σοφό πουλί!
Τα λόγια σου ελεύθερα κυλούν· σήκω, τραγούδα, πέτα, ζήσε πάλι.
 
Ξένια Καλαϊτζίδου
Πρώτη δημοσίευση, Λογοτεχνικό Δελτίο, τεύχος 22ο, Ιούνιος 2022, Φιλολογικός Όμιλος Θεσσαλονίκης

Συνάντηση με τα ερωτοπαίγνια

[Αθηνά Βογιατζόγλου, Ερωτοπαίγνια, Κέδρος 2019]

Κριτικό σημείωμα του Χρήστου Νιάρου

Όσο μπορώ θα ερωτευτώ
μες στα σεντόνια,
θ´αφήσω το μυαλό μου να αγαπήσει
πολύ.
Κι οι συνειρμοί,της μνήμης οι λεπτές
επιθυμίες, οι παράτολμες του πόθου
δυνατότητες
θα απλουστευτούν σαν βότσαλα
κάτω απ´ το πόδι.

 
 
          Γλυκιές, παλλόμενες τρυφέροτητες συνειρμών και επιθυμίες σε μια ακόμη βιωματική γραφή της Αθηνάς Βογιατζόγλου αποτυπώνονται στο βιβλίο αυτό. Τα Ερωτοπαίγνια είναι μια ποιητική συλλογή που όταν την ξεκινήσεις θέλεις να τη διαβάσεις ως τη  τελευταία σελίδα. Το παιγνίδι του έρωτα είναι αθώο στον πυρήνα του, αυθόρμητο και με πολλά βέλη και φωνήεντα και η κάθε του προσέγγιση έχει πάντοτε ένα ενδιαφέρον. Είναι κάτι που δεν σταματάει, δεν εξαντλείται στο διάβα του χρόνου και στην πορεία της ανθρώπινης περιπέτειας πάνω στη γη. Σαν παιγνίδι είναι  ο έρωτας, που δεν έχει τέλος, αλλά ούτε αρχή. Τα θέλω και τα μπορώ του έρωτα πάντα σε κουβέντα. Είναι η πιό μεγάλη συνάντηση του μέσα της ψυχής του ενός με τον άλλο. Ένα ραντεβού διαρκείας, εγρήγορσης, συνεύρεσης, στοχασμών, αισθήσεων, βιώματος που περνά από αρκετούς σταθμούς, με σκιές, εξάψεις, σκοπούς ανάλαφρους και χρόνους ονειρικούς, και μας κοιτάει με τα μάτια της ψυχής.
          Αυτό κάνει και η δημιουργός του βιβλίου. Ξεκινώντας με το ποίημα  «Αυτοπροσωπογραφία», σαν εισαγωγή και προειδοποίηση για το τι θα επακολουθήσει, μας δίνει μια πρόγευση για το τι έπεται στις σελίδες του βιβλίου.  Μιλάει και μονολογεί για τις πτώσεις, τις στιγμές αλλά και τα ατυχήματα του έρωτα και των πόθων, όπως τα ένιωσε στον χορό ,στην τροχιά και στον χώρο των εποχών που βρέθηκε και έζησε . 
Μαγικό φίλτρο και συνταγολόγιο για αυτά δεν υπάρχει. Γιατί οι έρωτες έχουν τα έργα και τα λόγια τους χαραγμένα, φανερά και αφανέρωτα, στην κάθε συνάντηση ψυχής και σώματος. Σημειώνει σε ένα ποίημά της: «Οι αρμονίες μου αποδημητικά πουλιά./ Πως να τις φτάσω, ο άνεμος δεν δίνει διαβατήριο/ στα φύλλα μου» . Και ανοίγει τα κιτάπια της η δημιουργός στο άγγιγμα και στην δίνη του έρωτα, στην χλωρίδα, στην πανίδα, στην γεύση και στην επίγευσή του, αυτού του τόσο κρίσιμου προαπαιτούμενου ζωής.
          Ήρεμη ποιητική γραφή, που όμως επωάζει, υπόκωφα, σιωπές και πόθους. Η θηλυκή δημιουργός παραπονιέται, σκιρτά, διευσδύει στον μανδύα της μοναξιάς, απλώνεται και μαζεύεται με στίχους και στροφές πολλών προβολών -φωνών, στο άπειρο, στη νύχτα, στα λιβάδια, στην καθημερινότητα της πόλης, στη ματιά του άλλου. Κάθε συνομιλία έχει και κάτι το ιδιαίτερο και όμορφο .Ένα διαρκές ταξείδι με ό,τι την εχει συνεπάρει, ό,τι έχει φωτογραφίσει με τις λέξεις της στη ροή του χρόνου και της ζωής.ξεδιπλώνεται και αφήνεται στο χαρτί με σαγήνη και ρυθμό. Το εγώ που γίνεται εσύ, μαζί και αιωρούμενο συστατικό της ζωής αλλά και συμπερασματικό και λυτρωτικό αναδύεται, εκπέμπεται, πίνεται και μας αγγίζει γραμμή την γραμμή και σε αυτό το βιβλίο της συγγράφεως και πανεπιστημιακού Αθηνάς Βογιατζόγλου. Ως τα πιο μυστικά βάθη της ψυχής της όλος ο κόσμος σκηνοθετείται, ομολογείται, ταξιδεύει, άλλοτε φανερά και άλλοτε υπαινικτικά, άλλοτε άμεσα κατανοητά κι άλλοτε κρυπτικά. Δεν είναι όλα όμως στο συννεφάκι του πάνω ορόφου της καρδιάς ρόδινα και χαρωπά. Από την πρώτη μέρα που είδε το φώς στην ζωή ετούτη μέχρι το τώρα υπάρχουν πολλές εικόνες και συναισθήματα που ζητούν μια δεύτερη ερμηνεία και προσέγγιση. Επομένως είναι κάτι το επίπονο και αληθινό.  
Υπάρχουν δε και οι πτώσεις και οι πόθοι των στιγμών στην πορεία της ζωής· όπως χαρακτηριστικά σημειώνει η ποιήτρια στο μέσον της «Αυτοβιογραφίας»: «ποτέ δεν τα τιθάσευα. / Μ’ έκαναν πάντα να ντρέπομαι για το / θράσος τους. Αγριεύουν στον άνεμο, / μα πιό πολύ στο μαξιλάρι» – είναι πιθανό οι στίχοι αυτοί να αφορούν τα μαλλιά της, σύμβολο θηλυκότητας και εντέλει σεξουαλικότητας, την οποία η ποιήτρια εμφανίζεται να μην μπορεί να ελέγξει όσο θα ήθελε. Δεν είναι όλα υπό έλεγχο στον έρωτα.
          Οι ενότητες της ποιητικής αυτής σύνθεσης φέρουν, διαδοχικά, τους τίτλους: Είσοδος, Αμφίφυλο, Μοναχικό, Βουκολικό, Πατρικό, Ακαδημαϊκό, Συζυγικό, Μητρικό, Έξοδος, διαγράφοντας την πορεία του βίου της δημιουργού με βάση τον έρωτα, που περιλαμβάνει ακόμη και τη σχέση με τον πατέρα της και, αργότερα, την κόρη της. Όλες οι σχέσεις με τα βασικά πρόσωπα της ζωής της χρωματίζονται, λοιπόν, και ερωτικά. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον πατέρα της, πρόωρα όπως φαίνεται χαμένο, στον οποίο αναφέρονται και τρία από τα ποιήματα. Από το ποίημα «Έξοδος», που κλείνει το βιβλίο, επιλέγω τους στίχους: «Καλά περνούσα με τις σκοτεινές κηλίδες μου / τις δήθεν αστρικές / με τις φακίδες και τα ερωτηματικά / που λέρωσαν τόσο χαρτί επίμονων εραστών. / Πρός τι οι διαφάνειες; Με κυρίεψε / ο δαίμονας της ανθρωπιάς. /Ας γινόμουν τουλάχιστον καθρέφτης σε σαλόνι. / Όχι αυτό το σελοφάν. / Που κανείς δεν ξέρει / πόσο επίπονα είναι χειροποίητο».
          Η αυλαία και η παράσταση των ποιημάτων, που μοιάζουν αυτοβιογραφικά και με αλήθεια δοσμένα, μας ανοίγει έναν διάλογο με τα δικά μας πεπραγμένα, βιώματα, στιγμές, και από την άλλη μας ξεδιπλώνει με πυκνότητα λόγου και με  λυρισμό αναπολήσεις, ερωτηματικά αλλά και συμπερασμάτα για τη μέχρι τώρα πορεία της γυναίκας – δημιουργού, που με δικό της τρόπο, ακόμη και πίσω από μάσκες μερικές φορές, αποκαλύπτεται, με τόλμη τη σωματική, συγκινησιακή και διανοητική αλήθεια της στα δρώμενα και στις γραμμές του βιβλίου. Μια συνάντηση με τα ερωτοπαίγνια μένει στα θετικά της γραφής ,της επικοινωνίας και των στοχασμών ,για πολλές αναγνώσεις . Μια ποίηση που δείχνει αντοχή και χαρακτήρα αλλά και ρέει αυθόρμητα ,πάντοτε μας συναντάει.

Ποίηση σημαίνει επίθεση | ο ποιητής Jazra Khaleed

από το βυτίο

Τυχαία, από ένα παλιό κείμενο, έπεσα πάνω στη φράση ενός ποιητή. «Ποίηση σημαίνει επίθεση». Έφτασα στο όνομα Jazra Khaleed (Γιάζρα Χάλεντ). Στην αρχή, σκέφτηκα, υπάρχουν δύο τρόποι να προσεγγίσεις αυτόν τον ποιητή. Μπορώ να πω, να, άλλη μια ιστορία ενός ανθρώπου που βραβεύεται στο εξωτερικό, που το έργο του μεταφράζεται στα γερμανικά και στα αγγλικά και σε άλλες γλώσσες, δημοσιεύεται σε λογοτεχνικά περιοδικά σε όλο τον κόσμο και που ο έξω κόσμος τον διαβάζει. Ο ποιητής Jazra Khaleed λοιπόν, γράφει ποίηση, αυτοσχεδιάζει, είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Τεφλόν και μέλος των εκδόσεων Τοποβόρος, μεταφράζει ποιήματα αγνώστων σε μας ποιητών και συζητιέται στο εξωτερικό. Ο ποιητής Jazra Khaleed γεννήθηκε στην Τσετσενία, ζει εδώ και πάρα πολλά χρόνια στην Ελλάδα, αλλά ευτυχώς δεν κινδυνεύει να βραβευτεί ποτέ από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας που συνηθίζει να βραβεύει μετανάστες όταν αυτή η κίνηση εξυπηρετεί τα Μέσα, τη συγκυρία και την (όπως έχει αποδειχτεί, αρκετά ελαστική όταν χρειάζεται) εθνική υπερηφάνεια.

Είμαι ένας γαμημένος μουσουλμάνος
Γροθιά, κνήμη, πούτσος
Δε θα γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου
(δεν έχω πατρίδα)
Είμαι μια υγειονομική απειλή
Ένα μίασμα
Δεν ανήκω σε καμιά πολιτισμένη φυλή
Τι χαλάει την εικόνα της χώρας σας;
Το χρώμα ή τα δόντια μου;
Στο στήθος μου γεμάτα μετανάστες
Ξωκοίλουνε τα σαπιοκάραβα
Στην πλάτη μου ξεκινάνε εμφύλιοι πόλεμοι
Αντάρτες ξεπηδούν από τα πλευρά μου
Γιατροί με τη συνοδεία μπάτσων
Βάζουν αγγελίες θανάτου στο κορμί μου
Επικηρύσσουν την κάθε μου έκκριση
Την ώρα που εγώ επανεφεύρω τη σύφιλη
Αυτοί διαλαλούνε την ασφάλεια
Επιτροπές κατοίκων ετοιμάζουν πογκρόμ
Τα μεροκάματα πέφτουν
Οι εργολάβοι αγοράζουν
Η σιωπηλή πλειοψηφία αλλάζει κανάλι
Mε τα χέρια γεμάτα αίμα
Οι καλοί και ευαίσθητοι άνθρωποι
Αγοράζουν το φόβο σε μπουκαλάκια
Φυλάνε το σώμα τους στην τράπεζα για τόκο
Ο ιμπεριαλισμός των μικροαστών

Είμαι ένας γαμημένος μουσουλμάνος
Γροθιά, κνήμη, πούτσος
Σ’ αυτή τη χώρα
Βιάζουν τους μετανάστες
Καίνε τους ποιητές
Ο μπαλτάς της ελληνικής δημοκρατίας
Τεμαχίζει, τεμαχίζει, τεμαχίζει
Κάτω από την κόψη του σπαθιού
Την τρομερή
Θα ζήσετε
Χίλια χρόνια
Καθαροί

Ή μπορώ να πω ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ποιητής Jazra Khaleed. Δεν υπάρχει ποιητής από την Τσετσενία ή τα Εξάρχεια. Υπάρχει μόνο η σκιά της σκιάς, μια φωνή που βγαίνει από το κέντρο της πόλης, μια φωνή που δεν ανήκει πουθενά, μόνο παριστάνει τον ποιητή Jazra Khaleed. Αυτή η φωνή είναι απλά ένα beat, μια σφαίρα από λέξεις και ρίμες που εκτοξεύει ζωή, ιστορία και αίμα στα μούτρα μας. Αυτή η φωνή δεν διστάζει επιτέλους να δει χωρίς γυαλιά ηλίου, χωρίς παραμορφωτικά γυαλιά, χωρίς τα γυαλιά του τουρίστα και χωρίς τα γαλανόλευκα γυαλιά, το Αιγαίο πέλαγος. Το Αιγαίο λοιπόν δεν μπορεί να βρεθεί στο Instagram, ούτε πια μπορεί να αναζητηθεί σε ένα ποίημα του Ελύτη ή κάποιο παλιό φωτογραφικό άλμπουμ. Δεν υπάρχουν διακοπές στο Αιγαίο. Τα ποιήματα του Jazra Khaleed επιχειρούν να μας το παραδώσουν όπως είναι και όπως αρνούμαστε επίμονα να παραδεχτούμε ότι μοιάζει. Γεμάτο θάνατο, φυλακές και αδιαφορία.

το αιγαίο είναι μια υγειονομική βόμβα

οροθετικές πόρνες

παιδιά με τυμπανισμό

μουσουλμάνοι φυματικοί

ροφοί με ουλίτιδα (ή στα κάρβουνα

στο νησί «φιλοξενία παράνομων μεταναστών» ο δήμαρχος είναι επιχειρηματίας, ο παπάς είναι επιχειρηματίας, ο μπάτσος είναι επιχειρηματίας, ο χρυσαυγίτης είναι επιχειρηματίας, ο επιχειρηματίας είναι επιχειρηματίας, ο ροφός είναι επιχειρηματίας (όλοι ολίγον τι φασίστες επιχειρηματίες

28ος μεσημβρινός (ο σκληρός

27ος μεσημβρινός (ξηρά εμπρός

26ος μεσημβρινός (ύφαλος!

25ος μεσημβρινός (το καΐκι μπάζει νερά

24ος μεσημβρινός και 36ος παράλληλος γωνία (στα βαθιά

στο νησί «πνίξτε τους σύριους» κάθε χωριό είναι κι ένα περιστατικό δυσκοιλιότητας, κάθε στρατόπεδο συγκέντρωσης και μια ευκαιρία για μπάρμπεκιου, κάθε κρατητήριο κι ένας χώρος γυμναστικής, η ελευθερία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα μεταφραστικό λάθος (τούρκικα μόνο μιλάει ο ροφός


Μιλάμε για την ποίηση και το δρόμο, τη δύναμη των στίχων.Ο Jazra Khaleed λέει: «Το ποίημα δεν υπάρχει μόνο του, δεν έχει γραφτεί για να υπάρξει μόνο του. Είναι μέρος ενός λόγου, που υπάρχει αυτή τη στιγμή και βρίσκεται σε ποιήματα, σε αφίσες, στο δρόμο. Ένα ποίημα είναι το κομμάτι μιας μεγαλύτερης εικόνας. Δεν γίνεται να το αποκόψεις από το κοινωνικό περιβάλλον. Παλεύει μαζί με όλα τα υπόλοιπα κομμάτια, στο επίπεδο του λόγου». Δεν έχει νόημα να κάνεις ερωτήσεις για την πολιτική κατάσταση, η ποίησή του δίνει τις απαντήσεις. Μου λέει απλά «ο φασισμός είναι επίσημη κρατική πολιτική».

Τον ρωτάω για τους μετανάστες, αν τελικά υπάρχει πάντα μια απόσταση ανάμεσα σ’ εμάς που περιγράφουμε και σε αυτούς που ζούνε. «Προφανώς δεν μπορούμε να μπούμε μέσα σ’ αυτό που ζούνε οι μετανάστες, αλλά μπορούμε να επιλέξουμε και επιλέγουμε τις πράξεις μας, το τι κάνουμε. Και αυτό είναι κάτι που έχει συνέπειες». Στα ποιήματά του, σε διάφορα σημεία, φαίνεται μια κριτική στην αριστερά ως προς το ζήτημα των μεταναστών. «Η αριστερά θέλει να κάνει συναυλίες έξω από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, θέλει να μοιράσουμε σαπούνια. Να μην τους πνίξουμε πολύ, να τους πνίξουμε λίγο».

Όλοι τον ρωτάνε πώς γίνεται και δημοσιεύεται στα σημαντικότερα λογοτεχνικά του εξωτερικού και όχι εδώ. Μόλις ρωτάω συνειδητοποιώ και εγώ ότι αυτή την ερώτηση δεν την απευθύνει κανείς στον ποιητή, αλλά στον εκδότη, εκτός αν θέλει να εκμαιεύσει μια δήλωση για να βάλει τίτλο. Όμως ο Jazra Khaleed είναι άνετος, μου λέει πως δεν τον ενοχλεί, δεν είναι κάτι με το οποίο ασχολείται και μοιάζει να λέει αλήθεια. «Στο εξωτερικό άμα τους αρέσει κάτι και άμα τους ταιριάζει, δημοσιεύεται. Δεν επιλέγεται κάτι ανάλογα με το πολιτική του στάση ή με βάση το socializing. Σήμερα, οι καλύτεροι απ’ αυτούς που γράφουν ελληνικά ποιήματα, δεν μπορούν να βγάλουν βιβλία». Μου μιλάει για την Τρίτη γενιά Ανατολικογερμανών ποιητών, για το πώς ενάντια στη λογοκρισία και την καταστολή, ήρθαν σε ρήξη με τον κυρίαρχο λόγο και δημιούργησαν τον δικό τους δημόσιο λόγο. Είχαν γράψει γι’ αυτούς στο Τεφλόν. Όπως έχουν γράψει και για την ποίηση των Αβορίγινων. Απ’ αυτά και μόνο, φαίνεται το ενδιαφέρον για την γλώσσα που συγκρούεται με τον κυρίαρχο λόγο σε όλο τον κόσμο. Του μιλάω για το φαινόμενο οι ποιητές να εκδίδουν ποιητικές συλλογές πληρώνοντας οι ίδιοι κάποιον εκδοτικό οίκο. Μου λέει απλά: «Βρισκόμαστε σ’ αυτό σημείο, οι εργάτες να πληρώνουν τα αφεντικά».

Λέει ότι μόλις βρισκόταν στο Βερολίνο, όπου συμμετείχε (και βραβεύτηκε, όχι πως έχει σημασία) σε ένα διαγωνισμό, στον οποίο οι ποιητές καλούνταν να αυτοσχεδιάσουν με θέμα τη Συρία. Υπήρχε μια database με ποιήματα γραμμένα από Αραβίνες ποιήτριες που γράφουν στα αγγλικά και μια άλλη με tweets δημοσιευμένα με το hashtag #syria. Έβγαιναν λοιπόν στην οθόνη τυχαία tweets και στίχοι και έπρεπε με βάση αυτά να αυτοσχεδιάσεις. «Είναι δύσκολο από άποψη ποιητικής, είναι μια πρόκληση. Πρέπει να προσαρμοστείς, αφού μπαίνει ο παράγοντας τυχαιότητα, να βάλεις τις λέξεις σε μια σειρά και τελικά παράγεις έναν λόγο επιθετικό προς τον κυρίαρχο λόγο». Ο Jazra Khaleed μου λέει ότι βγήκε ένα φοβερό αποτέλεσμα, του έλεγαν θεατές μετά ότι απ’ την ένταση δεν μπορούσαν να κοιμηθούν το βράδυ. Το σώμα ένιωσε την ποίηση στο πετσί του.

Από τις μεταφράσεις που έχει κάνει με παραπέμπει στο έκτο τεύχος του Τεφλόν. Στο ποίημα του Bert Papenfuß «πείνα δίψα και ντρόγκα» υπάρχει και μια ενδιαφέρουσα ανάλυση που μπορείτε να δείτε εδώ.


Διαβάζοντας τον ποιητή και πυγμάχο (όπως λέει χαρακτηριστικά σε ένα ποίημά του) Jazra Khaleed νιώθω τα γραπτά του να χωρίζονται σε τρεις ομάδες. Στα ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα η επίθεση στην πραγματικότητα μοιάζει να εκκινεί από τη ματιά ή απ’ το ίδιο το σώμα ενός τυχαίου μετανάστη, ενσωματώνοντας μια πικρή διάθεση, αλλά και ισόποσες δόσεις ήττας και λύσσας. Τα ποιήματα μοιάζουν με ένα άνθρωπο που στέκεται στο φανάρι γέρνοντας πάνω σ’ ένα δέντρο περιμένοντας να τελειώσει το πράσινο. Δίπλα του ο κουβάς με τη σαπουνάδα για τα τζάμια, και αυτός λέει:

Δώστε μου έναν άνθρωπο να με σκεπάσει,
–κρύο αέρα μπάζει η μοναξιά μου.
Όσο κι αν σκάβω στην κοιλιά μου βρίσκω
———-μόνο πέτρες.
(Ίσως θα έπρεπε να σκάψετε κι εσείς μαζί μου.)

Σε όσα ποιήματα υπάγονται στο The New Beat η επίθεση είναι ολική, δίχως δεύτερη σκέψη ή δισταγμό. Οι λέξεις φτιάχνουν μια σύγκρουση με 200 χλμ την ώρα και δεν υπάρχει ούτε το ελάχιστο ίχνος φρένου. Εδώ μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι ο λόγος γίνεται όντως beat. Τα ποιήματα μοιάζουν με ένα νεαρό που στέκεται σε μια μικρή σκηνή. Τα φώτα παίζουν, από κάτω καμιά εκατοστή άτομα κουνάνε τα χέρια τους ρυθμικά, και αυτός λέει:

ποιητάδες, μείνετε σπίτι. εύθραυστοι σαν κυκλάμινα, μια ζωή στην ήττα και την άμυνα. ξοφλημένοι αριστεροί, μπουρζουάδες του ποιείν. στο μακελειό σκορπάτε σαν τα ποντίκια απ’ το σάμινα. νεκρά φύση. εγώ εκπαιδεύω λέξεις φενταγίν. δε γράφω ποίηση, γράφω προκηρύξεις. να δούμε πού θα είστε όταν το αίμα στο δρόμο πήξει.

Τέλος αναγνωρίζω μια τρίτη ομάδα ποιημάτων, κρυφών και υπόγειων, σχεδόν ύπουλων. Σ’ αυτά, η επίθεση κρύβεται πίσω από μια ανεξιχνίαστη γωνία. Η επίθεση είναι μια έκπληξη, σε πιάνει απ’ το γιακά και σου ζητάει ευγενικά αλλά χωρίς πολλά πολλά να ρίξεις το βλέμμα σου στη μητρόπολη, στην πλατεία Ομονοίας, στις λεωφόρους και τις πολυκατοικίες. Τα ποιήματα μοιάζουν με έναν άνθρωπο που στέκεται στα σκαλιά του μετρό. Παρατηρεί τα παιδιά με τα σκέιτ που κάνουν τα δικά τους, ο κόσμος πηγαινοέρχεται γεμάτος τσαντίλα, κολλάει μανία την παλάμη του στην ασφάλεια του Κινητού, και αυτός λέει:

Στο σφαγείο της καθημερινότητας εγώ πουλάω μπαλτάδες
Γράφω ένα ποίημα κάθε φορά που πηγαίνω από το σπίτι μου στο μετρό
Αναμένω μια συγκίνηση

και αλλού

Διασχίζω την πόλη πάνω σε ένα σκεϊτ
Γυμνός
Με τα κορδόνια λυμένα
Γίνομαι αόρατος
Κάμερες ή όπλα, ένα από τα δύο θα με σκοτώσει
Υπάρχει ένας δρόμος, αλλά δεν υπάρχει ελευθερία


Φυσικά δεν έγινα κριτικός λογοτεχνίας ή ειδικός στην ποίηση, για να με ενδιαφέρει ή να μπορώ να κάνω μια αποτίμηση του ποιητή και να καταλήξω σε συμπεράσματα για την ποιότητα των γραπτών του οποιουδήποτε. Άλλωστε ξέρουμε ότι τίποτα που να αξίζει δε μπορεί να μετρηθεί. Με ενδιαφέρει όμως ο λόγος, αυτό το κομμάτι της ευρύτερης ζωής και που αποτελεί το εργαλείο για να δούμε λίγο καθαρότερα αυτό που συμβαίνει γύρω μας και μέσα μας. Αν ο Πρεβεδουράκης με το «Κλέφτικο» μιλάει για τους 30αρηδες που ματαιώθηκαν, απέτυχαν (τουλάχιστον με το μέτρο που είχε ορίσει το φαντασιακό των χρόνων της ισχυρής Ελλάδας), αναγκάστηκαν να αλλάξουν και ζορίζονται σήμερα εντός της αντίφασής τους, ο Khaleed ρίχνει τον προβολέα λίγο πιο δίπλα. Ενώ εμείς διστάζουμε για όλα και ριχνόμαστε στο μπέρδεμά μας άφραγκοι πια, δίπλα μας ορθώνονται τα τείχη των στρατοπέδων συγκέντρωσης και στοιβάζονται στον αιγαιοπελαγίτικο βυθό σωροί τα πτώματα. Τα ημιυπόγεια ξεχειλίζουν απελπισία, οι business ανθίζουν, οι εργοδότες αγριεύουν. Ο Jazra Khaleed, κι ας ακούγεται υπερβολικό, μιλάει για τον καπνό που βγαίνει απ’ την καμινάδα της εποχής μας. Η ποίησή του καταφέρνει να πυροβολήσει ρίμες για μια πόρνη απ’ τη Σενεγάλη που βρέθηκε πεταμένη στον ακάλυπτο. Η ποίηση του Jazra Khaleed πρέπει να φυλαχθεί, μαζί με τόσα άλλα πολύτιμα, γιατί μας βοηθάει να αφηγηθούμε τη ζωή στην Ελλάδα, ενάντια στην κυρίαρχη αφήγηση που συσκοτίζει, εντείνει τη σύγχυση και καθησυχάζει τρομάζοντας.

Ακούω τα ποιήματά του δυνατά. Μου λένε, πολύ θυμός. Κι όμως, σκέφτομαι, ότι δεν πρόκειται για θυμό, δεν πρόκειται για μια οργισμένη ευκολία που βρίζει ή καταφέρεται κατά ενός παντοδύναμου και αυταρχικού αντιπάλου. Ο Jazra Khaleed αφηγείται την ιστορία των χρόνων μας, οπωσδήποτε δυσάρεστη, αχώνευτη και πιεστική. Και αυτή η ιστορία, μόλις κάποιος την αντιληφθεί με όλες του τις αισθήσεις, μόλις αποτυπωθεί με σαφήνεια σε ένα κομμάτι χαρτί, δεν σταματάει να ζητάει τα ρέστα για την ανοχή και την υπομονή μας. Η ποίηση του Jazra Khaleed δεν μας τραβάει απ’ το μανίκι, απλά ανοίγει μπροστά μας την (μισοδιάφανη έτσι κι αλλιώς) κουρτίνα. Κοιτάξτε και μη φοβάστε τις λέξεις, μη φοβάστε την ορμή, μη φοβάστε το θυμό. Κοιτάξτε.

Θα χρειαστεί να δώσουμε μεγάλες μάχες με τους εαυτούς μας κάποτε για να εξηγήσουμε και να χωνέψουμε όλα αυτά που συμβαίνουν σήμερα. Καλό είναι σε αυτή τη μάχη να κατέβουμε με σύμμαχο τις λέξεις. Κι ας λέει κάπου ο Jazra Khaleed:

Το χτύπημα των πλήκτρων δεν μπορεί να σωπάσει

την παρέλαση των αρβυλών

Ένα απείθαρχο ποίημα δεν μπορεί να σώσει

έναν υποταγμένο ποιητή

Οι λέξεις αποβαίνουν πολύτιμες για τις πιο σκληρές μάχες. Ποίηση σημαίνει επίθεση.


Το βλογ του Jazra: http://jazrakhaleed.blogspot.gr/

Το περιοδικό Τεφλόν: http://teflon.wordpress.com/

Οι εκδόσεις Τοποβόρος: topovoros.gr

*Από εδώ: https://thecricket.gr/2014/10/about-jazra-khaleed/?fbclid=IwAR3wdGo-gU545Qw9WAqZmHU5KBoIyzisbiwb4shOimCzK2sx05dBVZJsbds

Ο μαχητής – “Με μια εμμονή στην κωλότσεπη” – Μια προσέγγιση  

Γράφει η Μαρία Πανούτσου

Στα ποιήματα της συλλογής αυτής, ο ποιητής είναι ξεκάθαρος. Απόλυτα ειλικρινής, κρατά τον χάρακα και βάζει ο ίδιος πρώτος τα όρια της επικοινωνίας. Συνεσταλμένος για να μην μας τρομάξει, με έναν ρυθμό υπόγειο που μας ηρεμεί. Ξεδιπλώνει αργά αργά, από στίχο σε στίχο και από θεματολογία σε θεματολογία, όλα όσα τον απασχολούν. Μιλάει για τις χαμένες πατρίδες, τα χαμένα ιερά για ό,τι έχασε και ό,τι κέρδισε ο άνθρωπος μέσα στους αιώνες για ό,τι κέρδισε και έχασε ο ίδιος…

Προσεχτικός, δεν αφήνει την νοσταλγία να τον ημερέψει, ημερεύει μόνο εκφράζοντας τον εσωτερικό αγώνα και ισορροπεί την ζωή του με μια εξωτερική δράση καλά μελετημένη.

Η ποίησή του, είναι η ζωή του σε στίχους. Μας επαναφέρει με την επιλογή των λέξεων στην πραγματικότητα, μέσα στην οποία έχει σκοπό να κινηθεί και δεν θέλει να αφήσει τον πόνο να τον κατευθύνει, αλλά εκείνος να κατευθύνει μέσα από τον ρυθμό της ποίησης, τον πεζό του λόγο και τις επιλογές του.

Η ποίησή του δεν αποσκοπεί να αρέσει όσο να επικοινωνήσει. Δεν μεγαλοστομεί έχει μια ταπεινότητα που την έθρεψε η δική του προσωπική πορεία στην ζωή. Πίσω από την νηφάλια προσωπίδα του, στεγάζεται ένας ευαίσθητος μαχητής της ζωής. Πετάει τα βαρίδια της επιτυχίας και ζητά να τον δούμε, να τον κοιτάξουμε στο πρόσωπο και όταν θυμώνει και όταν απελπίζεται και όταν ριγά από πόνο. Η πιο ώριμη ποιητική συλλογή του ποιητή κατά την γνώμη μου. Με ιδιαίτερη ισορροπία κινείται ανάμεσα στο ατομικό και στο συλλογικό τοπίο με μια συνείδηση της πραγματικότητας χωρίς ψευδαισθήσεις και καμώματα. Η ποίηση του δεν δείχνει την αθέατη πλευρά της ζωής -αν υπάρχει- δείχνει και θίγει με ρεαλισμό και πάθος, τα πάθη της καθημερινότητας. Επιλέγω οχτώ ποιήματα από την συλλογή των 44 ποιημάτων. Εκτιμώ και θαυμάζω τον Δημήτρη Τρωαδίτη και με συγκινεί η ποίησή του.

ΝΕΑ ΟΝΕΙΡΑ ΦΤΕΡΟΥΓΙΖΟΥΝ
Αλαλάζοντες με υπόσταση
η θλίψη μάς ξέρει πολύ καλά
και την ξέρουμε
τα βήματά μας διαθλώνται
στις καθημερινές μας πράξεις
σαν τους υπνοβάτες
η ισορροπία μας γίνεται απέριττη
χορεύουμε σε αναμμένα κάρβουνα
τρεκλίζουμε σε τεντωμένο σκοινί.
Ωστόσο, δεν μας καταβάλλει καμία πτώση
τα όνειρα αναπροσαρμόζονται
αποδιώχνουν νυχτερινές αμαρτίες
οπτασίες σε καιόμενες βάτους
τα πολύχρωμα φωτάκια του μυαλού
όλα σε συγχρονισμό
ταυτίζουν τους ιλίγγους με τις ηδονές
το ένα συμπληρώνει το άλλο
νέα όνειρα φτερουγίζουν.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Ποια αληθινή ελευθερία διακυβεύεται
μ’ αυθαίρετη δύναμη ξένη από μας;
Ποιος μας καταδικάζει να μένουμε
στάσιμοι μ’ απονεκρωμένες κεραίες;
Ποιος μας τυραννά εμποδίζοντάς μας
να γίνουμε αφέντες του εαυτού μας;

ΣΤΙΓΜΙΑΙΕΣ ΑΝΑΣΕΣ
Ι
αυτός που μας ελέγχει
τρεκλίζει
από προκλητική μέθη

II
τα φώτα μιας μεγάλης πόλης
υποδέχονται το φεγγάρι
που μόλις ξεμύτισε

III
κάποιοι
κοινωνικά ατημέλητοι
καμώνονται τους ευγενείς

IV
η σκόνη μας ακολουθεί
από το ένα μέρος
στο άλλο

V
οι θεσμοί
κοιτούν επίμονα
προς τη μεριά μου

VI
ένας σκάβει τον λάκκο του
κι επτά άλλοι
του ρίχνουν χώμα

VII
μας ήρθε μια ανάπηρη
λιακάδα μετά από
μια όξινη βροχή

VIII
στον επαρχιακό σταθμό
ένας μόνος του
μοιρολογούσε

IX
ψηλαφώντας σε πυκνή
ομίχλη
να ψάχνεις για το τίποτα

X
σε πιάνει ίλιγγος
στις χιονισμένες
βουνοκορφές

ΧΙ
σε πλημμυρισμένα χωράφια
οδηγείς ποδήλατο
φορώντας βατραχοπέδιλα

ΧΙΙ
η βροχή συνεχίζει
και τα μάτια μου
ξεραίνονται

ΧΙΙΙ
τα γέρικα
ρυτιδιασμένα πρόσωπα
φεγγοβολούν

ΧΙΙΙ
τα νοτισμένα μαξιλάρια
της πάχνης
περιμένουν τη δύση

XIV
ένα ποταμίσιο μονοπάτι
η μόνη διέξοδος
προς την ανατολή

XV
η φύση ολόγυρα
σηκώνει
έναν υπνάκο

XVI
κάποιοι ήχοι
μπερδεύουν
τη διάθεσή μου

XVII
σε μια γκρίζα αυγή
τα όνειρα
δεν έχουν καμία θέση

XVIII
στην πρωινή ομήγυρη
τα μυρμήγκια έχουν ήδη
πιάσει δουλειά

XIX
είναι κάτι σπίτια
με τα παραθυρόφυλλα
πάντα ανοιχτά

ΕΞΑΓΓΕΛΙΑ
Θα καταργήσω
τις στάσεις
των λεωφορείων
θα τις κάνω
κρυψώνες
ενάντια
στους χάρτινους πύργους
των εμμονών μας
γιατί η ποίηση
ή θα γίνει επανάσταση
ή δεν θα υπάρξει ποτέ

ΟΙ ΠΑΤΡΙΔΕΣ
Οι πατρίδες
ξεπουλημένα γραμμάτια
στην αγορά της υποκρισίας
σκυλιά που εξακοντίζουν άγος
στις παραληρούσες μάζες
οι πατρίδες
λίστες φοροφυγάδων
αμείλικτων πολιτικών
που αγορεύουν
σε ρημαγμένους δρόμους
οι πατρίδες
μοιάζουν με νύχτες
ξέχειλες από αγυρτείες
ανέξοδα μεθύσια
ανύπαρκτες ηδονές

ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΜΙΛΗΣΩ
Θα ήθελα να μιλήσω
για τον τρόπο που πέφτουν τα φύλλα
για τον τρόπο που πέφτει μια σταγόνα ιδρώτα
στο ξέφωτο στήθος σου
για τον τρόπο
που κάθεσαι απέναντί μου
θα ήθελα να μιλήσω
για τον τρόπο που δίνουμε υποσχέσεις
σαν τους μεγάλους
που όλο μιλούν για ειρήνη
και διαφυγόντα κέρδη
θα ήθελα να μιλήσω
για τις αποβάθρες
τις πλατφόρμες
τα μουχλιασμένα από την πολυκαιρία
και την εγκατάλειψη διαμερίσματα
θα ήθελα να μιλήσω
για τον τρόπο που διασταυρώνονται
τα συνοικιακά λεωφορεία
φρακαρισμένα από ιδρωμένες γραβάτες
και σκονισμένα παπούτσια
αγχωμένων δημοσίων υπαλλήλων
τα απογεύματα
θα ήθελα να μιλήσω
για τον τρόπο που καταλαβαίνουμε τον καιρό
στα πρώην εργατικά μαυσωλεία
στις λέσχες βιομηχάνων
και τα κρατικά μπουρδέλα
όπου συνωστίζονται έγχρωμες
αλαφιασμένες μετανάστριες
θα ήθελα να μιλήσω
για τις σκληρές μέρες
των οικονομικών κρίσεων
και τις σκοτεινές νύχτες
των ξεχειλισμένων ερώτων.

ΚΛΕΙΣΕ ΤΗΝ ΑΥΛΟΠΟΡΤΑ
Είναι ώρες που σκέφτομαι
ότι γεννήθηκα σε κάποιο άπειρο
ένα σύμπαν απροσδιόριστο
κι ότι κάποια στιγμή χάθηκα μαζί του
είμαι μούσκεμα στον ιδρώτα
μες στα σκισμένα ρούχα μου
και τις λάγνες παρωπίδες
κλείσε την αυλόπορτα
έχω κρυφτεί στο απέναντι στενό
να παραφυλάξω τη θετή μου οπτασία
να κρυφακούσω τους εμπόρους
του μαύρου θανάτου
κλείσε την αυλόπορτα
όπως κλείνεις τα μάτια
στις γραφίδες που εξουσιάζουν
κι αιματοκυλούν το μυαλό μας

Η ΠΟΛΗ
Η πόλη αυτή
κινείται χωρίς εμάς
κι ας νιώθουμε δυνατοί
η πόλη αυτή
είναι φιγούρες
ασπρόμαυρες
σε ρυθμό
αργόσυρτο
εξαρτημένο
ανασφάλεια απ’ όπου
οι τοίχοι δανείζονται
το χρώμα
παίρνουμε τους δρόμους
της πόλης αυτής
ενάντια στις θέσεις
της Κεντρικής Επιτροπής
των φίλων
ενάντια στην εξουσία
των υπονοούμενων
έτσι κι αλλιώς
οι συναινέσεις
δεν θα έρθουν ποτέ
δολοφονήθηκαν
κι οι κυκλοθυμίες
της εργατικής τάξης
είναι σαν κοιλιές
και στόματα ορθάνοιχτα
με πνευμόνια πνιγμένα
στις υποσχέσεις
των πολιτικάντηδων
οι ήλιοι αυτής της πόλης
απόκαμαν να περιμένουν
την ευημερία
στον τριακοστό τρίτο
τετραγωνική ρίζα του δύο
δια τέσσερα
δρόμο για
τον σοσιαλισμό

Rory Green Reviews Theory of Colours by Bella Li

Theory of Colours by Bella Li
Vagabond Press, 2021

Bella Li’s hybrid poetics of text and image are instantly recognisable. Her third collection Theory of Colours follows on structurally and stylistically from her well-received earlier works: Argosy (2017, Vagabond Books) and Lost Lake (2018, Vagabond Books). Here, as with her previous collections, alchemical concoctions of form and genre blend source materials into sequences with a commitment to the surreal and uncanny. Theory of Colours extends this eclectic approach into what is arguably the most thematically cohesive collection Li has published thus far, delicately threading abstraction and narrative immersion. It is a meticulous book-object, with her attention to detail extending even to the design of the cover and internal typesetting.

The collection’s title is borrowed from poet and polymath Johann Wolfgang von Goethe’s 1810 treatise. Goethe’s Theory of Colours is a renowned historical oddity: part challenge of Isaac Newton’s physical theory of light and colour, part catalogue of colour experiments, and part philosophical reflection on the experience of colour. Goethe’s ‘theory’ is less scientific and more perceptual – his colour wheel contains a subsection for allegorical, symbolical, and mystical applications of colour. In contrast to the Newtonian view of colour as a subset of white light, Goethe argues that colour is the result of interactions between dark and light, and that ‘colour itself is a degree of darkness’.

Just as Goethe sees colour as emergent from the mixing of light and dark, Li’s readers find meaning and appreciation in the recomposition of contrasting elements and forms. Absence, and what we piece together in its stead, runs as an underlying theme across the book’s three sections. In the first and titular section, Li relates Goethe’s perceptual colour theory to photography and ghost stories. ‘Coloured Objects’, the entirely visual opening poem, consists of nine image collages in sequence. Each image juxtaposes colour theory diagrams and block colour swatches with black and white photos of drawn from a historical overview of New Zealand photography: sweeping natural vistas and portraits of well-dressed people sitting for the emerging technology are subsumed by the schematics of colour, obscuring faces and bodies and sometimes whole landscapes. One double-fold shows men in suits pose for a group portrait, their faces almost entirely obscured by coloured index tabs. In a later spread, women in light full-length dresses stand in a field of daisies, their bodies all but obliterated by a triptych diagram visualising the phenomena of refraction, where light through a prism splits into its composite colour frequencies.

In this quietly striking poem Li deploys several inversions that grapple with absence. Most prominent is the striking contrast between the black and white photographs and the bright yet constrained colour palette of the interpolated images – the subjects drained of colour by the technology of the early camera are refracted back into colour, but illegibly so. The title too suggests an inversion of the ‘subject’ nominally linked to the portraiture style dominant in the late 1800s; in this visual bricolage they are now objects, mere embodiments of colour phenomena in a scientific positivist lens.

Considering the Aotearoan context of the source images, a colonial spectre pervades this inversion. The early history of photography is interwoven with that of the racial sciences that pervaded the colonial empires of Europe in the late 19th and early 20th centuries. As advances in physiology challenged the reliability of human visual perception, photographs were purported to depict an empirical truth that was frequently used to justify notions of racial superiority and the wider colonial apparatus. When ethnic or Indigenous minorities were represented on film, it was typically either as evidence for racial science purposes or as an idealised exotic figure to export back to the white motherland. This exclusion has been continually baked into the technology of photography itself, from the ‘Shirley card’ swatch of a white woman which was for decades the sole measurement for colour photo processing to the computer vision algorithms which misidentify non-white faces due to their omission from data sets used to train these algorithms. Placed in this context, ‘Coloured Objects’ emphasises photography as a vehicle for the erasure of Indigenous culture by forming an erasure of the idyllic colonial vision itself. The well-to-do European subjects of this poem are engulfed in colour theory, transformed into objects of pseudoscientific obsession. This anticolonial reading is no doubt shaped by Li’s renowned poem ‘Pérouse, ou, Une semaine de disparitions’ in her first collection Argosy, which Aden Rolfe suggested ‘can be read as a kind of Pacific revenge against Europe, the natural world reclaiming the civilised, the colony subsuming the coloniser’.

Later in this first section, Li explores colour through a gothic bent with ‘Chroma’, a story in which colour is presented as a supernatural force. In this piece, describing an abandoned mansion which is ‘set back a safe distance’ from a ‘ruined and populous village’ and the wealthy family that once lived there, Li pushes her visual practice to new levels of experimental abstraction, with a sequence of pages consisting only of a hollow rectangle against a bright yet monochrome background. Li’s notes cite Edgar Allen Poe’s ‘The Masque of the Red Death’ here, but while the coloured rooms in Poe’s plague tale are sequential, the speaker in Li’s poem describes the rooms as part of a clockwise, circular sequence. The reframing of this textual allusion gives a sense of inevitability to the demise of the wealthy family to ‘chroma’, which ‘starts in the blood’ and ‘macerates the vein’. Reading between Poe’s and Li’s texts, I can’t help but think of the Silicon Valley billionaires buying up New Zealand land and building bunkers to wait out the climate apocalypse. At a time when it appears the rich might escape the worst of impending global catastrophe, there’s a slightly mean thrill in this dark story of collapse, where the demise emerges from within, and the colourful riches of the family aren’t enough to save them.

Li is at her strongest in ‘Hotel Avenir’, a hybrid prose/collage poem in which careful interventions in both text and image produce an eerie reflection on capitalism’s absences on its deathbed. Part of the final sequence of the collection, in this poem the speaker takes refuge from the apocalypse where ‘the fires had gone out, one by one along the coast’ in a hotel. The full-page images depict a grand and ornately decorated interior, but for the speaker this place is maze-like and disorientating, inducing anxiously cyclical habits:

There were hallways and staircases leading to hallways and staircases. The occasional abyss, missing steps. I developed, in this time, a habit of leaping, from time to time, across. Vast distances and from time to time. Developing a pervasive, a persistent sense of vertigo

I’m particularly taken with a wordless double-page spread around the poem’s midpoint, where Li has superimposed fragments of the same interior image on itself to create a warped, Escher-esque landscape that in greyscale almost eludes a cursory eye. This vision brings to mind shopping malls, department stores and other familiar landscapes of late capitalism where the imperative of relentless growth turns inwards and generates an architecture like a fractal tumour – solipsistic and beyond spatial logic.

As the poem progresses, the images begin to feature white empty rectangles increasing in size. Like the Nothing in Michael Ende’s The Neverending Story, this is an embodied absence that invades the Hotel Avenir. Li published an earlier version of this piece in Going Down Swinging and it’s interesting to see how the poem has been refined for this collection: previously these absences marred the poem from the beginning, but in this version the empty rectangles don’t appear until several pages in. This restraint and slow build of visual tension of what we see in Theory of Colours feels much more in line with the horror genre that Li draws from both thematically and in repurposed text throughout this collection.

Li’s image-text sequences engender a swayed reading, a kind of trance for the reader flipping back and forth between images or disjunctive blocks of prose, scanning for associations between each poem’s suite of vignettes. This is undoubtedly a core intention of Li’s overall practice: in a paper on Lost Lake, Amelia Dale paraphrases a conference talk from Li in which she describes collages as ‘inducing backwards, forwards and circular temporal movements’. There’s a specific pleasure in this multiple, circuitous mode, where a reader will make connections not just between the many elements of the poem (themselves a collage of found text and images repurposed by Li), but between their perceptual experience of the poetry and their own contextual understandings of the many objects and symbols placed before them. Like additive colours, the superimposition of various textual sources produces effects that are not simply the sum of their parts, but something else entirely.

Works cited

Del Barco, Mandalit. ‘How Kodak’s Shirley Cards Set Photography’s Skin-Tone Standard.’ NPR, 13 November 2014, online.

Goethe, Johannes Wolfgang von. Theory of Colours. John Murray, 1810.

Li, Bella. Argosy. Vagabond Books, 2017.

Li, Bella. Lost Lake. Vagabond Books, 2018.

Li, Bella. ‘Hotel Avenir.’ Going Down Swinging, vol. 40, 2020, Clifton Hill.

Li, Bella. Theory of Colours. Vagabond Books, 2021.

Najibi, Alex. ‘Racial Discrimination in Face Recognition Technology.’ Science in the News Boston, 24 October 2020, online.

Poe, Edgar Allan. ‘The Masque of the Red Death.’ The Complete Works of Edgar Allan Poe, edited by James A. Harrison, vol. 4, Thomas Y. Crowell, 1902, pp. 250–58. HathiTrust Digital Library, online.

Rolfe, Aden. ‘What Makes Something a Poetry Collection: A Review of Bella Li’s “Argosy”’, by Aden Rolfe.’ The Lifted Brow, 19 January 2018, online.

*Taken from Cordite at http://cordite.org.au/reviews/green-li/

Κριτική ποπ ή εμένα οι φίλες μου είναι ροζ αγκαλιά

(Σκέψεις & παρασκέψεις για τη βουκαμβίλια ποπ της μκχ)

Της Γιώτας Τεμπρίδου*

Το πρώτο βιβλίο της μκχ το περίμενα καιρό και, απ’ όσο ξέρω, δεν το περίμενα μόνο εγώ. Η μκχ τυγχάνει να έχει πολλά ονόματα, είναι και μαρίνα και μαρία και μαρίκα, το βιβλίο της όμως έχει μόνο ένα, είναι η βουκαμβίλια ποπ – ένα ροζ βιβλίο με ποιήματα ποπ. Στον τίτλο θ’ αναφερθώ μετά, πρώτα θα μοιραστώ μία μου χαρά: Η φιλία μου με τη μαρίνα βοήθησε ώστε να έχω στη διάθεσή μου τα ποιήματά της πολύ πριν από την έκδοσή τους. Μολονότι κυκλοφόρησαν, απ’ το περιοδικό τεφλόν βεβαίως βεβαίως, τον μάιο του 2022 τελικά, προσωπικά έχω μοιραστεί κάποια απ’ αυτά, με διάφορες αφορμές, πάντα όμως με την άδειά της φυσικά, ήδη από την άνοιξη του 2021. Αν δεν σας ενδιαφέρουν οι σχετικές λεπτομέρειες, συνιστάται να προχωρήσετε απευθείας στο 2 – θα βρείτε εκεί σχόλια για το εξώφυλλο και τον τίτλο της συλλογής. Αν δεν κρατιέστε να μπείτε στα ποιήματα, κάντε ένα άλμα μέχρι το 4.

1.1 Κατά το εαρινό εξάμηνο του 2021, στο πλαίσιο του γσγ 292 – στοπ για εξηγήσεις: Το αρκτικόλεξο γσγ (διάβασε: γου-σου-γου) σημαίνει γενική & συγκριτική γραμματολογία και το γσγ 292 είναι κωδικός ενός προπτυχιακού μαθήματος ειδίκευσης του τμήματος φιλολογίας του απθ, με γενικό τίτλο «προβλήματα (πολυ)πολιτισμικών σχέσεων ΙΙΙ». Διδάσκω το συγκεκριμένο μάθημα στο συγκεκριμένο τμήμα τα τελευταία πέντε χρόνια (ιδέαν ουκ έχω αν θα [το] διδάσκω και τα επόμενα [σχόλιο για την επισφάλεια: τσεκ]) και το εξάμηνο στο οποίο αναφέρομαι ο ειδικός τίτλος του ήταν «ο ελύτης μεταφραστής: θέατρο, ποίηση, φιλοσοφία».

Κατά το εαρινό εξάμηνο του 2021 λοιπόν, στο πλαίσιο του γσγ 292 που είχε ως αντικείμενο το μεταφραστικό έργο του ελύτη, σε μια από τις πρώτες συναντήσεις μας, κατά τις οποίες βάζαμε κάποιες βάσεις και γνωριζόμασταν με τον ποιητή, καλέσαμε τη μαρίνα – στοπ για πικάντικες (ή πάντως βαριές) λεπτομέρειες: Λέω για τη δεύτερη στη σειρά συνάντησή μας που έλαβε χώρα στις 5/3. Θυμίζω πως δεν υπήρχε τότε η επιλογή του διά ζώσης μαθήματος, είχαμε υποχρεωθεί στο εξ αποστάσεως, οι φοιτήτριες, οι φοιτητές κι εγώ ήμασταν σπίτια μας. Εκείνοι που δεν ήταν σπίτια τους εκείνον τον καιρό είναι οι ματατζήδες. Ο πρύτανης παπαϊωάννου είχε γράψει ήδη την αρχή μιας απολύτως τραγικής ιστορίας που κρατάει ως τις μέρες μας, όσο κι αν προσπαθούμε να τελειώνουμε μ’ αυτήν. Με τα ματ εντός του campus, το τμήμα τελούσε, όπως είναι φυσικό, υπό κατάληψη, άρα μαθήματα δεν γίνονταν ούτε από μακριά. Εμείς όμως είχαμε καλεσμένη τη μέρα εκείνη: Η πρώτη συνάντηση του εξαμήνου είχε κλείσει με μια διαφάνεια στην οποία υπήρχε ένα και μόνο ποίημα· ένα ποίημα που δεν ήταν του ελύτη. Έφερε την υπογραφή «μκχ» και την επισήμανση «αδημοσίευτο». Ζητούμενο ήταν να το διαβάσουμε με την ησυχία μας, να το σκεφτούμε και να ετοιμαστούμε ώστε να το συζητήσουμε με την ίδια τη μκχ μια βδομάδα μετά. Έτσι έγινε και συνδεθήκαμε στο ζουμ στις 5 μαρτίου για να βεβαιωθούμε πως ήμαστε όλ@ καλά και για να τιμήσουμε το ποιητικό ραντεβού μας. Με όλα τα υπόλοιπα ασχοληθήκαμε ξανά μετά τη λήξη της κατάληψης, που δυστυχώς, παρά τα καλά αντανακλαστικά και τη δυναμικότητα του φοιτητικού κινήματος, δεν έφερε λύση στα προβλήματά μας (τώρα που γράφω, έναν χρόνο μετά και ιούλιο μήνα, τα ματ καλά κρατούν στο απθ).

Καλέσαμε τη μαρίνα λοιπόν να συζητήσουμε με αφορμή ένα άτιτλο ποίημά της στο οποίο το ποιητικό υποκείμενο απευθύνει ερώτημα σε κάποιον «φίλο σαπουνοποιό», που δεν (μπορεί να) είναι άλλος από τον οδυσσέα ελύτη, ο πατέρας του οποίου διέθετε εργοστάσιο σαπωνοποιίας. Το εν λόγω ποίημα αφορά την πολύωρη εργασία και τα πρησμένα πόδια, την επισφάλεια των πολλών και τις ταξικές διαφορές και κλείνει με την «ομορφιά του αιγαίου μας». Φίλος καλείται ο σαπουνοποιός, αλλά εδώ αμφισβητείται, κάποια έμμεση κριτική φαίνεται να του ασκείται. Είναι άραγε ο υμνητής της ομορφιάς του αιγαίου απ’ αλλού φερμένος; Αν είναι, θα ’πρεπε ο αναγνώστης του να είναι πειραγμένος; Τι είναι αυτό που ζητάμε απ’ την ποίηση; Να μας κρατήσει προσγειωμένες ή να μας δώσει φτερά; Να μας θυμίσει τις δυσκολίες που ποτέ δεν ξεχάσαμε ή ν’ ανοίξει πόρτες που ποτέ δεν περάσαμε; Πολλά τα ζητήματα και ικανά να πυροδοτήσουν ένα σωρό συζητήσεις. Σ’ εκείνη τη συνάντηση βέβαια ξεκινήσαμε απ’ το ποίημα και καταλήξαμε στο κουίρ. Ούτε που θυμάμαι πώς περάσαμε απ’ το ένα στο άλλο. Θυμάμαι όμως την οικειότητα που ένιωσαν πολύ γρήγορα οι φοιτήτριες με τη μαρίνα, το αμοιβαίο της κατάστασης, τη λαχτάρα γι’ ανταλλαγές, τον γενικό ενθουσιασμό.

Το ποίημα βρίσκεται τώρα στη σελίδα 13 της βουκαμβίλιας ποπ, προσωπικά μου αρέσει πολύ και μ’ ενδιαφέρει επιπλέον στο πλαίσιο μιας μελέτης που κάνω από καιρό πάνω στην παρουσία του ελύτη, ως ποιητή του κανόνα, στην ποίηση που γράφεται σήμερα. Όσο για τη μαρίνα, «απέρριψα τον κανόνα και τα λεξικά», γράφει μία μόλις σελίδα μετά τα του ελύτη και τραβάει γραμμές πάνω από ορισμούς του τεγόπουλου-φυτράκη, για την περίπτωση που δεν την πιστεύουμε. Δοκιμάζω κι εγώ, με ορισμό του τριανταφυλλίδη τώρα: επίδραση η [epíδrasi]: ενέργεια, συνήθ. αργή και ανεπαίσθητη, που ασκείται σε κπ. ή σε κτ. με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η διαμόρφωση, η λειτουργία ή η συμπεριφορά του: Aσκείται ~ σε κπ. / σε κτ. Δέχομαι επιδράσεις από κπ. / από κτ. Yλικές / πνευματικές / ιδεολογικές επιδράσεις. Aσήμαντη / μικρή / μεγάλη / σοβαρή ~.

1.1.1 Ανάγκη πάσα για ένα συμπλήρωμα εδώ: Για τη γενικότερη σχέση της μκχ με τον ελύτη, δεν υπάρχει αρμοδιότερη να μιλήσει απ’ την ίδια τη μκχ. Μπορούμε πάντως να είμαστε σίγουρες πως τον γνώρισε στο σχολείο, όπως όλες μας. Μπορούμε να υποθέσουμε πως αργότερα πήρε τον χρόνο να σκεφτεί αρκετά από εκείνα που της είχαν μάθει στο σχολείο, μαζί και τον ελύτη. Πως τον ξαναδιάβασε και πως συνάντησε, ως ενήλικη πια, τ’ όνομά της στην ποίησή του (τ’ όνομά της υπάρχει και στη δική της ποίηση – αν το ψάξετε, θα το βρείτε). Και μπορούμε να είμαστε σίγουρες πως υπήρξαν στιγμές που τον σκεφτόταν ενώ έγραφε το πρώτο της βιβλίο, πράγμα που δεν το λες και μικρό. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να τον σκεφτούμε κι εμείς καθώς διαβάζουμε τη βουκαμβίλια ποπ, όχι μόνο με αφορμή το ποίημα που αναφέρω παραπάνω. Σε ένα άλλο, με τίτλο «έχεις μιλήσει ποτέ με άνθρωπο για τα πιο βαθιά τραύματά του;», υπάρχουν δυο αναφορές στις μικρές κυκλάδες. Η μκχ αναφέρεται στα νησιά και όχι στη φερώνυμη ποιητική ενότητα που ανοίγει τα ρω του έρωτα. Αλλά πάλι, και για τον ελύτη τα ίδια αυτά νησιά δεν υπήρξαν η αφορμή; Και επίσης: Πόσο τυχαίος μπορεί να είναι ο τίτλος ενός άλλου ποιήματος της μκχ «τραγούδια σε λα του έρωτα»;

1.2 Θα πω πάλι για το ίδιο ποίημα (αν νιώθετε πως διαβάσατε ήδη αρκετά, προχωρήστε στο 1.5) και το ίδιο τμήμα. Κατά το ακαδημαϊκό έτος 2021-22 μου άλλαξαν λίγο το πρόγραμμα. Τίποτα σπουδαίο: Το γσγ 292 (ξανά: για τον ελύτη μεταφραστή) μεταφέρθηκε στο χειμερινό εξάμηνο. Το περιεχόμενο άλλαξε λίγο κι αυτό, με δική μου πρωτοβουλία. Το προσαρμόζω κάθε φορά, να μη βαριέμαι, φρόντισα να χωρέσω όμως ξανά το, αδημοσίευτο ακόμα, ποίημα της μαρίνας σε μια διαφάνεια. Το σκεπτικό ήταν το ίδιο. Το ποίημα δόθηκε στο κλείσιμο της πρώτης συνάντησης με σκοπό να συζητηθεί στο άνοιγμα της δεύτερης. Τα μαθήματα γίνονταν διά ζώσης πια, πράγμα, εννοείται, καλό. Το μόνο κακό ήταν που δεν μπορέσαμε να έχουμε κοντά μας τη μαρίνα. Η συζήτηση ήταν γόνιμη, κράτησε όμως αναγκαστικά λίγο, αφού μας περίμενε μια περιδιάβαση στο ποιητικό έργο του ελύτη αμέσως μετά. Στις 22 οκτωβρίου έγιναν αυτά.

1.3 Θα πω πάλι για το ίδιο ποίημα (αν βαρεθήκατε, σας ξαναλέω να προχωρήσετε στο 1.5) και το απθ (αν αυτό δεν σας νοιάζει, σας προτείνω το 1.4 και στη συνέχεια το 2). Κατά το εαρινό εξάμηνο του 2022 με κάλεσε η λία γυιόκα (η λία είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια ιστορίας και θεωρίας της τέχνης και του πολιτισμού στο απθ και μια αγαπημένη) στην αρχιτεκτονική, στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού μαθήματος «ιστορία της τέχνης και διατομεακές προσεγγίσεις του φύλου», να πούμε για το φύλο και τη λογοτεχνία. Ετοίμασα μια παρουσίαση με ασόβαρο τίτλο και πήγα: «la literatura será feminista o no será: λογοτεχνικά έμφυλα». Την πρωταπριλιά του 22 αυτά.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης αναφερθήκαμε σε δεκάδες ελληνίδες πεζογράφους και ποιήτριες (δίνοντας λίγο χώρο παραπάνω στη μάτση χατζηλαζάρου και τη ζωή καρέλλη), συζητήσαμε για το πηγάδι της μοναξιάς και την ερωμένη της, σταθήκαμε στη βιρτζίνια γουλφ και την πατ πάρκερ, σχολιάσαμε όρους όπως γυναικεία γραφή, φεμινιστική κριτική, κουίρ και κλείσαμε την κουβέντα μας με μερικές στάσεις στο σήμερα, συζητώντας γύρω από ερωτήματα όπως «με τι όρους ξαναγράφονται σήμερα κείμενα της παράδοσης (εφόσον ξαναγράφονται);» (με κουίρ όρους, απαντάω στα γρήγορα, έχοντας κατά νου παραδείγματα παρμένα απ’ τη γλυκερία μπασδέκη και τον μάριο χατζηπροκοπίου) και «τι είδους κριτική ασκείται σήμερα στον κανόνα (εφόσον ασκείται);».

Ως προς το τελευταίο, η γνώμη μου είναι πως η πιο ενδιαφέρουσα κριτική στον κανόνα ασκείται από ποιήτριες και έρχεται μέσα από την ίδια την ποίηση, όχι από κείμενα θεωρητικά. Αυτό ακριβώς υποστηρίζοντας, έφερα τρία ποιητικά παραδείγματα που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σχετίζονται με τον ελύτη (όχι επειδή έχω καμιά εμμονή μαζί του, αλλά γιατί σ’ αυτόν είναι που είμαι ειδική, όπως τους αρέσει να λένε): το προαναφερθέν, αδημοσίευτο και άτιτλο, ποίημα της μαρίνας, απόσπασμα από το «μάθημα ιστοριογεωγραφίας» (από το ίδιο ποίημα) της πρόκνης και απόσπασμα από το «τι της έχω κάνει της μαλακισμένης (της ελληνικής γλώσσας)» (από το μια και ολόκληρη, μια χαψιά) της ντιάνας μάνεση. Μολονότι ήταν αρκετό το υλικό και διαφόρων ειδών τα ερεθίσματα, με κίνδυνο να χαθεί κάθε ενδιαφέρον στο τέλος, έμεινα με την εντύπωση πως το είδος αυτό της ποιητικής κριτικής τράβηξε την προσοχή των μεταπτυχιακών φοιτητριών. Ένιωσα με δυο λόγια πως τόσο το ποίημα της μαρίνας όσο και τα δυο ποιητικά αποσπάσματα άρεσαν.

1.4. Θα πω πάλι για το ίδιο ποίημα, για τελευταία τώρα φορά. Στις 11 απριλίου 2022 ήμουν καλεσμένη της ζωής κόκκα (που ακούει και στο μαρή κουλή), στη δραματική σχολή πειραϊκού συνδέσμου, όπου διδάσκει ιστορία της λογοτεχνίας, να μιλήσω για τον ελύτη, στο πλαίσιο της γνωριμίας των σπουδαστ(ρι)ών με τη γενιά του 30. Μίλησα λοιπόν για τον ελύτη και μετά άφησα και μερικά ποιήματα να μιλήσουν γι’ αυτόν· το της μκχ και τα εξής ποιητικά αποσπάσματα: «ελύτη το αιγαίο σου βρωμάει ελλάδα» (από το μα είν’ αυτό ποίηση;) του jazra khaleed, «Λέσβος./ Σφουγγαρίζω τα πλακάκια/ των μεγάλων αντρών του έθνους.» της πρόκνης, «είμαι εγώ που φωνάζω, είμαι εγώ που κλαίω, μπουμπουνίζει, χύθηκε το γάλα, παράβρασε με την πέτσα του, κωλοπετσωμένη» της ντιάνας μάνεση. Σπουδάστριες και σπουδαστές υπήρξαν λαλίστατ@ σ’ αυτή την περίπτωση και το πιο ενδιαφέρον είναι πως ένιωσαν την ανάγκη να μπουν σε θέση άμυνας: Τι μας έχει κάνει ο ελύτης επιτέλους και του φερόμαστε έτσι; Δεν είπα(με) όμως ποτέ πως κάτι μας έκανε. Πάμπολλες κοιμούνται με το εικόνισμά του (κοσμεί και το δικό μου γραφείο) στο προσκεφάλι τους και φαντάζομαι πως οι αιώνιες θαυμάστριές του είναι περισσότερες από εκείνες που τον αμφισβητούν στα ποιήματά τους.

Απ’ την άλλη, η αμφισβήτηση δεν συνεπάγεται ντε και καλά απόρριψη και η ποίηση δεν τελείωσε ευτυχώς με τον ελύτη. Αν θέλουμε να καταλάβουμε τον κανόνα (και πώς αλλιώς θα τον αντιμετωπίσουμε;), πρέπει να κοιτάξουμε και το αποτύπωμά του στο τώρα. Έχει σημασία να δούμε πόσο συχνά (πολύ συχνά, σας βεβαιώ) και με τι τρόπους μνημονεύεται ο ελύτης στη σημερινή ποίηση, μπορεί να έχει σημασία και πόσο συχνά τον βλέπουμε στον ύπνο μας. Ν’ αναμετριόμαστε με τις επιρροές μας, να σκαλίζουμε τις ρίζες μας, άχρηστο, μάταιο, κακό δεν είναι.

Έτσι που λέτε η μκχ: Και στον πειραιά διαβάστηκε και κουβέντες άνοιξε και ενστάσεις γέννησε σε εκκολαπτόμεν@ ηθοποιούς. Πριν καν κυκλοφορήσει το πρώτο της βιβλίο.

1.5 Ποιήματα της μκχ διαβάσαμε και σε μια αντιμπατσική συνάντηση που κάναμε ένα μεσημέρι κυριακής στα γρασίδια της φιλοσοφικής. Είναι μια συνήθεια που ξεκίνησε ένα χρόνο πριν, με τον μπαμπούλα του εξ αποστάσεως πάνω απ’ το κεφάλι μας: Μαζευόμασταν τις κυριακές και διαβάζαμε ποίηση, μιλούσαμε για την ποίηση, καμιά φορά παίζαμε και λίγο βόλεϊ. Αυτή τη χρονιά, με τον καραμπαμπούλαρο των ματ πάνω απ’ το κεφάλι μας, μια συνάντηση κάναμε όλη κι όλη: Στις 15 μαΐου βρεθήκαμε, καθίσαμε σε κύκλο και διαβάσαμε, όχι λίγα, ποιήματα κατά της αστυνομίας. Διαβάσαμε επίσης ελάχιστα πεζά, ακούσαμε το «bye» των chraja και dolly vara, τραγουδήσαμε τον «κουκουλοφόρο» του σπύρου γραμμένου, συνοδεία της κιθάρας της αγαθής.

Μια μέρα πριν τη συνάντηση (γιατί τότε το θυμήθηκα), επικοινώνησα με τη μαρίνα και τη ρώτησα αν θα ήθελε να μου στείλει κάποιο δικό της ποίημα, για να διαβαστεί στα γρασίδια. Ανταποκρίθηκε αμέσως, μου έστειλε τέσσερα, όχι μόνο ένα, μου είπε και «ρε συ πριν λίγο έμαθα ότι τη δευτέρα κυκλοφορεί το βιβλίο»! Την επομένη απολαύσαμε τα αντιμπατσικά ποιήματα, αναφερθήκαμε φυσικά και στην επικείμενη έκδοση. Με μικρή καθυστέρηση κατάλαβα πως τα ποιήματα που μοιράστηκε μαζί μας η μαρίνα δεν συμπεριλαμβάνονται στη βουκαμβίλια ποπ· πως υπάρχει κι άλλο υλικό, εκτός βιβλίου. Η βουκαμβίλια δεν κυκλοφόρησε τελικά εκείνη τη δευτέρα, αλλά αργότερα μες στον μάιο.

1.6 Τέλη μαΐου κυκλοφόρησε πια η βουκαμβίλια ποπ, πατώντας με στιλ στο ροζ χαλί που της είχαμε στρώσει. Στο μεταξύ, αυτό το εξάμηνο στη σχολή είχα το γσγ 288, με γενικό τίτλο «προβλήματα διακειμενικών σχέσεων ΙΙ» και ειδικό «νίκος καρούζος: ύπαρξη, ποίηση, φιλοσοφία». Και ενώ είχαμε διανύσει ένα ευχάριστο, νομίζω, και εποικοδομητικό (εντός της αιθούσης εννοώ, στα εκτός καλύτερα άλλο να μην αναφερθώ) εαρινό, στα τελειώματα τέθηκε από έναν φοιτητή, τον νίκο, το αγωνιώδες ερώτημα «η ποίηση δεν είναι πάντα φιλοσοφική;». Οπότε και στην επόμενη συνάντησή μας, που ήταν και η τελευταία πριν απ’ την εξεταστική, δεν πήγα μόνη, αλλά με τις χατζηλαζάρου, μαστοράκη, σιώζιου, μπασδέκη και μκχ. Ήθελα παραδείγματα καλών ποιημάτων που δεν έχουν κάτι το φανερά φιλοσοφικό και αυτές στάθηκαν στο πλευρό μου. Διάλεξα αποκλειστικά γυναίκες, για να τους δώσουμε λίγο χώρο, μετά από όλον αυτό τον καρουζικό καιρό, και σίγουρα όχι επειδή είναι λιγότερο φιλοσοφική η ποίησή τους (!). Από τη βουκαμβίλια διάλεξα ένα άτιτλο ποίημα που ανοίγει με τους στίχους «τα ρούχα των κοριτσιών/ δεν έχουν τσέπες» και αφορά εν ολίγοις τις σερβιέτες. Καθώς έλεγα δυο λόγια για την έκδοση, μια φοιτήτρια, η σέβη ίσως ή η αθανασία, ρώτησε: «αυτή δεν είναι που τη διαβάσαμε τότε στα γρασίδια;». Κι ύστερα, αφού έκαναν τη γύρα τους τα βιβλία, μια άλλη φοιτήτρια, η παναγιώτα νομίζω, είπε «εμένα μου άρεσε εκείνο το ροζ», δείχνοντας προς τη βουκαμβίλια. Τότε μου πέρασε φευγαλέα απ’ το μυαλό πως το ροζ είναι ποπ.

Θεωρώ τη βουκαμβίλια ποπ κομψοτέχνημα, με τα ροζ, τα πιο ροζ και τα λευκά της και επίσης βρίσκω τον τίτλο της εξαιρετικό. Βέβαια, με μια βιαστική ματιά μπορεί και να μην διακρίνεται καθαρά, εξαιτίας της ιδιαιτερότητας του πρώτου «β» και του «μ» της βουκαμβίλιας. Μπορεί όμως να πρόκειται για τρικ – πετυχημένο εκ του αποτελέσματος, αφού το βιβλίο κερδίζει εύκολα τις επόμενες ματιές μας. Ο τίτλος είναι έτσι γραμμένος που καλύπτει όλο το εξώφυλλο (όταν λέμε όλο, εννοούμε όλο). Και πού μπαίνει τότε το «μκχ»; Μέσα σ’ έναν κύκλο· μέσα στο «ο» του «ποπ», κάτω δηλαδή και κεντρικά. Γράφεται με λευκά γράμματα, όπως και το «τεφλόν» που φιγουράρει στο οπισθόφυλλο μόνο του (κάτω και αριστερά αυτό), σε αντίθεση με τον τίτλο που είναι καταρόζ. Μιλώντας για γράμματα: Στο εξώφυλλο είναι όλα κεφαλαία. Μέσα στο βιβλίο αντίθετα δεν υπάρχει ούτε ένα κεφαλαίο: Τα κύρια ονόματα γράφονται με πεζό αρχικό (αυτή την τακτική ακολουθώντας γράφω κι εγώ απθ, ελύτης κ.λπ. παραπάνω), μετά τις τελείες (γιατί υπάρχουν κάποιες τελείες, μία στη σελίδα 6, ας πούμε, και αρκετές στην 31, δεν θέλω όμως τώρα να μετράω τελείες) ακολουθεί και πάλι πεζό.
Όπως είπα, βρίσκω τον τίτλο εξαιρετικό, πράγμα που σημαίνει πως είναι του γούστου μου, αλλά μπορεί και να μην σημαίνει μόνο αυτό. Τι περιμένουμε από έναν τίτλο συνήθως; Να τον θυμόμαστε εύκολα ίσως, να μην θυμίζει άλλους (όχι χωρίς να το θέλει τουλάχιστον), ν’ ακούγεται ωραία όταν τον ζητάμε απ’ τον βιβλιοπώλη μας: «μια βουκαμβίλια θα ήθελα παρακαλώ – ποπ!». Fun fact: Ρώτησα κάποια στιγμή τον λευτέρη στις ακυβέρνητες πολιτείες πώς και έφυγε η βουκαμβίλια απ’ τη βιτρίνα (είχαν σωθεί τ’ αντίτυπα τελικά) και, αφού έμεινε για λίγο απορημένος με την απορία μου, μου είπε «νόμισα πως αναφέρεσαι στη γλάστρα», που ήταν, παρατήρησα μετά, στ’ αριστερά της βιτρίνας και ευτυχώς δεν είχε κάνει φτερά.

Πώς προέκυψε όμως ο τίτλος; Υπάρχει καμιά βουκαμβίλια στο βιβλίο; Υπάρχει μία και εμφανίζεται λίγο πριν το κλείσιμο: «προσπαθώ να κάνω το ατελείωτο φούξια της βουκαμβίλιας ποπ». Αυτό τώρα μπορεί να μοιάσει ασαφές, μπορεί να θεωρηθεί και ακατόρθωτο, ας υποθέσουμε πως υπήρξε κάποια που τα κατάφερε όμως, για να κρατάω στα χέρια μου σήμερα τη βουκαμβίλια ποπ. Όσο για μας, μπορούμε να μείνουμε ν’ αναρωτιόμαστε πώς γίνεται το φούξια ποπ, να θεωρήσουμε πως η μαρίνα έγραψε ολόκληρο βιβλίο όχι για να δείξει τον τρόπο, για ν’ αποδείξει ότι γίνεται μόνο και μόνο, ν’ αποδεχτούμε πως μόνο αυτή ξέρει τότε το πώς, να φανταστούμε μια βουκαμβίλια π.ο.π., ξέροντας πως αυτό σημαίνει άλλο πράγμα, αλλά μήπως και ποπ είναι για όλ@ μας το ίδιο;

Στο σχετικό ποίημα θα επιστρέψω αργότερα, γιατί είναι το προτελευταίο του βιβλίου και δεν είναι ανάγκη να βιάζομαι. Κατά τα άλλα θα ήθελα από τώρα να πω πως μουρμούρισα λίγο στην αρχή: «ορίστε, περιμέναμε ένα βιβλίο κουίρ και μας ήρθε ένα βιβλίο ποπ», αν και δεν είμαι σίγουρη πως ξέρω τι ακριβώς εννοούσα μ’ αυτό. Είμαι σίγουρη για κάτι άλλο: Στην πορεία μόνο ζημιωμένη δεν ένιωσα διαβάζοντας τη βουκαμβίλια ποπ. Μου φάνηκε μάλιστα πως η μαρίνα ήξερε τι περίπου περίμενα και με πασάλειψε με τις ενστάσεις μου πριν καν τις διατυπώσω, γράφοντας: «ποπ σκέτο ποπ, χωρίς δείγμα κουίρ» (75).

Η βουκαμβίλια ποπ κυκλοφόρησε μαζί με το σεξ είναι έρημος της γκαλίνα ρίμπου, που το μετέφρασε από τα ρωσικά η νίκη καραγεώργου. Τόσο τη μκχ όσο και τη ρίμπου τις είχαμε συναντήσει σε σελίδες του τεφλόν νωρίτερα, τη μαρίνα την είχαμε βρει και στο yusra, ποιήματά της ανεβάζει επίσης συχνά στο fb, αν και εκεί τη λένε μαρία. Το μοντέλο ένα ελληνικό και ένα μεταφρασμένο βιβλίο ποίησης που βγαίνουν μαζί στην αγορά το είχε δοκιμάσει και παλιότερα η ομάδα του τεφλόν, με το μα είν’ αυτό ποίηση του jazra khaleed και το σφυρί της adelaide ivanova, με μεγάλη επιτυχία, κατά τη γνώμη μου – κρίνω πως καλά έκανε και το ακολούθησε ξανά. Και, εντάξει, το θέμα μου εδώ είναι η μκχ και η βουκαμβίλια της, θα πρέπει όμως επιτέλους να πούμε κάποια στιγμή πόσα χρωστάμε στο τεφλόν, πόσα μας έχει μάθει, πόσα μας χάρισε μες στα χρόνια με τις προτάσεις, τα αφιερώματα, τα μεταφράσματά του. Γιατί δεν είναι μόνο που μεταφράζει ακάματα η τεφλονομάδα, είναι και που συστηματικά μελετά, επιλέγει και προτείνει καινούρια ονόματα. Που πλαισιώνει τα μεταφράσματα με διαφωτιστικά εισαγωγικά σημειώματα. Που προσφέρει δίγλωσσα αφιερώματα, σπουδαίο κι αυτό. Ένα μεγάλο ευχαριστώ στο τεφλόν από μένα λοιπόν· για την pat parker, για την athena farrokhzad, για τη ρωσόφωνη ποίηση και γι’ άλλες πολλές. Για να επανέλθω όμως στη ρίμπου, πριν επανέλθω στη μκχ: Το σεξ είναι έρημος είναι το μόνο βιβλίο της που κυκλοφορεί στα ελληνικά, αξίζει οπωσδήποτε την προσοχή μας, προσωπικά το κατασπάραξα, με ώθησε και σε ένα διακειμενικό ταξίδι (αλλιώς: παιχνίδι). Αν αυτό σας είναι αδιάφορο, συνιστάται να προχωρήσετε απευθείας στο 4.
3.1 Το δεύτερο στη σειρά ποίημα του βιβλίου της ρίμπου το σεξ είναι έρημος έχει τίτλο «το μουνί μου», εκτείνεται σε έξι σελίδες, αφορά το σεξ, την περίοδο, τη γέννα και το μετά τη γέννα και περιλαμβάνει διατυπώσεις όπως «εκείνη την εποχή δεν ήξερα ότι έπεφτε λόγος σε όλους για το μουνί μου», «να κάνεις επανάσταση με το μουνί», «το μουνί μου είναι αγάπη, ιστορία, πολιτική». Διαβάζω και ξαναδιαβάζω το ποίημα, απ’ την πρώτη φορά μου άρεσε πολύ, ψάχνω τώρα πίσω απ’ τις λέξεις, σκέφτομαι σε πόσα πράγματα απαντάνε οι στίχοι, πόσο δικούς μου νιώθω μερικούς, πόσο ενδυναμωτικοί μπορεί να είναι. Κι εκεί που έχω την ηρεμία που μου προσφέρει η ποίηση που μ’ αρέσει, διαισθάνομαι μια παρέμβαση, σαν κάτι να προσπαθεί να τρυπώσει στο κεφάλι μου. Είναι η ανάμνηση ενός άλλου ποιήματος, από τη ζέλμπα του κώστα δεσποινιάδη. Ενός ποιήματος για μια όμορφη γυναίκα που μιλάει στο ποιητικό υποκείμενο για συγγραφείς, φιλοσόφους και ό,τι «λάτρεψ[ε] στη ζωή [τ]ου» και κείνο την «ακού[ει] με θαυμασμό·/ δεν παύ[ει] όμως στιγμή/ να φαντάζ[εται] το μουνί της». Και, εντάξει, ο δεσποινιάδης δεν αναφέρεται στης γκαλίνα το μουνί, είμαι σίγουρη. Μήπως όμως θ’ άρεσε και σε σας να φανταστείτε τη γκαλίνα να διαβάζει δεσποινιάδη πριν γράψει «το μουνί μου»;

Η βουκαμβίλια ποπ είναι χορταστικότατη, κοντά ογδόντα σελίδες. Κάποια ποιήματά της έχουν τίτλο, ενίοτε μάλιστα εκτενή (π.χ. «ένα ποίημα για τα κορίτσια που κλαίνε με μάτια μελανιασμένα σε φυσικό μπλε»), τα άτιτλα όμως είναι πολύ περισσότερα. Περιεχόμενα δεν υπάρχουν, το ξέρω επειδή τ’ αναζήτησα και τ’ αναζήτησα επειδή έχω συνηθίσει να τα βρίσκω σε συλλογές τέτοιας έκτασης – σιγά μην ψάχνουμε τα συνηθισμένα όμως στα ποιητικά βιβλία. Η έκταση των ποιημάτων ποικίλλει, περιλαμβάνονται τετράστιχα αλλά και ποιήματα που γεμίζουν ολόκληρες σελίδες. Πάντως η μαρίνα μοιάζει να νιώθει πιο άνετα με τη μεγάλη φόρμα και μόνο κατ’ εξαίρεση να αξιοποιεί τη μικρή.
Το βιβλίο αφορά εμπειρίες κοριτσιών αλλά και την πάλη των τάξεων, το κυνηγητό στους δρόμους της αθήνας, τη σχέση ανθρώπου και τόπου: «ογδόντα τετραγωνικά/ για να μη σε χωράει/ ο τόπος» (52). Η μκχ γράφει για τις ανθρώπινες σχέσεις, που δεν είναι πάντα στρωμένες με ροδοπέταλα, και για τους βιασμούς, που καλά θα κάνουμε να τους λέμε με τ’ όνομά τους· για τους μπάτσους, τ’ αφεντικά και άλλα δεινά· για το ροχαλητό (!) και τον «πραγματικό θάνατο» (40). Αντλεί υλικό απ’ τα βιώματά της – το υλικό της όμως δεν είναι ανεπεξέργαστο και τα βιώματά της δεν είναι απαραίτητα ατομικά. Καταγράφει σκηνές που (όμοιές τους) έχουμε ζήσει[1]: «περπατάω/ στο ένα χέρι έχω το κινητό/ το άλλο μπουνιά να κρύβει τον σουγιά» (56)· ατάκες που (όμοιές τους) έχουμε ακούσει[2]: «μπορεί και να είσαι/ λίγο υπερβολική» (25)· αλλά δεν τις καταγράφει απλώς, συναισθάνεται τη σημασία τους, τις ξορκίζει, τις κάνει, με φροντίδα, ποίηση. Το έμφυλο (π.χ. «κάποιες από εμάς/ απειλήθηκαν/ από δολοφόνους/ και τότε η ώρα σταμάτησε για όλες μας», 57), το ταξικό («τι ακριβώς/ περιμένουν/ από ένα κορίτσι/ της τάξης μου/ […]/ ότι επιβίωσε/ μόνο με γλύκα και νάζι;», 72), το φυλετικό («με εξυπηρέτησαν πρώτη/ ήμουν η μόνη λευκή», 62) είναι όλα εδώ. Ανάμικτα με κάτι στίχους για τον ήλιο, το καλοκαίρι, τη θάλασσα, που λες και είναι γραμμένοι από άλλη: «μπορώ αν θες/ να περπατήσω στο νερό/ για ένα σου (τελευταίο) φιλί», «και βρεφικά αμόλυντη/ να υποδεχτώ/ τον ήλιο του καλοκαιριού» (20 & 35, αντίστοιχα).

Πιο ειδικά, το βιβλίο ανοίγει με μια «διαθήκη» (έτσι επιγράφεται το πρώτο ποίημα, ας έχουμε συνηθίσει οι διαθήκες να δηλώνουν κάποιο τέλος), την οποία και παραθέτω, καθώς είναι συντομότατη: «αφήνω/ στις φίλες μου/ την ελπίδα/ για το μέλλον του κόσμου». Η «διαθήκη» στοιχίζεται οριζοντίως και καθέτως στο κέντρο, θέση που μοιράζεται με άλλο ένα μόνο ποίημα της συλλογής (34)[3], που είναι κι αυτό τετράστιχο και αφορά επίσης τις φίλες. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως οι φίλες αποτελούν την κινητήρια δύναμη της βουκαμβίλιας ποπ. Γι’ αυτές πρωτίστως φαίνεται πως νοιάζεται το ποιητικό υποκείμενο, σ’ αυτές βασίζεται, μ’ αυτές ανταλλάζει τάπερ (66)[4]. Οι φίλοι, γένος αρσενικό, όχι ανυπεράσπιστο, είναι μια άλλη ιστορία: «ήταν τρεις/ ήταν φίλοι μου/ ήρθαν σπίτι/ τους είπα όχι», «–οι φίλοι πιο συχνά–/ ξεχνάνε τον φόβο μου» (26 & 57, αντίστοιχα)[5].

Ανέφερα προηγουμένως το κυνηγητό στους δρόμους της αθήνας. Προσθέτω τώρα και το κρυφτό και τις βόλτες και την επιβίωση στους δρόμους της αθήνας – και όχι σε οποιουσδήποτε δρόμους. Έχει μια άνεση η μαρίνα με την πόλη, τη γνωρίζει καλά, την έχει προφανώς ζήσει και περπατήσει. Η συλλογή της είναι γεμάτη με σημεία της: δρόμους[6], όπως η γλάδστωνος, η αραχώβης και άλλοι πολλοί, περιοχές, όπως η κυψέλη, τα εξάρχεια και όχι μόνο, πλατείες, όπως η πλατεία καρύτση και η πλατεία θεάτρου – έτσι που τα ποιητικά ίχνη της μοιάζουν με πινέζες σε χάρτη[7]. Νομίζω πως τη μαρίνα την ενδιαφέρει γενικότερα ο τόπος: το σπίτι, ο χώρος εργασίας, ο εξωτερικός χώρος, όχι όμως ανεξάρτητα απ’ τους ανθρώπους (του). Τα μέσα μαζικής μεταφοράς και το πεζοδρόμιο την απασχολούν ως τόποι συνάντησης. Η πόλη της μόνο έρημη δεν είναι, περνάνε απ’ αυτήν: «ο airbnb νοικάρης», ένας βρεγμένος ντελιβεράς, μια σεξεργάτρια, ξυπόλητοι μπαγκλαντεσιανοί, ένα προσφυγόπουλο και ο βέρος αθηναίος, αρκετοί άστεγοι, ο ινδός καταστηματάρχης και ο ασφαλίτης στη γωνία, ένα πιτσιρίκι με κίτρινο μπουφάν, ένας ξεναγός κ.ά.

Οι άνθρωποι της βουκαμβίλιας ποπ, αξεχώριστοι απ’ την πόλη που τους φιλοξενεί, «είναι/ αστικά στολίδια»8: τη ζωντανεύουν, την ομορφαίνουν, της δίνουν νόημα, χάνοντας ίσως εκείνοι το δικό τους, τα μέσα τους, μένοντας μόνο με το δέρμα τους. Απ’ όταν πρωτοκοίταξα την εικόνα του ανθρωποστολιδιού της μκχ, μου φάνηκε οικεία, σαν κάπου, κάπως, κάποτε να είχα δει κι άλλα τέτοια. Θυμήθηκα τελικά κάτι στίχους, προγενέστερους, μιας άλλης ποιήτριας, της ελένης χριστοπούλου, απ’ την ωραία της συλλογή παιδικοχαρίτες: «Εκεί, πόσους άστεγους χωρά/ ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο;» (16). Τόσο ομαλά μ’ έβγαλε η μια ποιήτρια στην άλλη, τόσο συγγενικές μού φάνηκαν οι δυο εικόνες που, να δείτε, κάποιος δεσμός θα ενώνει μαρίνα και ελένη – δεν ξέρω αν υπάρχει όμως λόγος να σταθώ παραπάνω σ’ αυτό(ν).

Εκείνο που θα ήθελα να πω είναι τι βρήκα μες στη βουκαμβίλια ποπ εκτός από φίλες και μια πυκνοκατοικημένη πόλη. Βρήκα τραύματα[9], «ψηλοτάκουνες γόβες/ και ψεύτικες βλεφαρίδες»10, δακρυγόνα, κρότου λάμψης και γκλομπ[11], πριγκίπισσες και δράκους, το αντρικό βλέμμα, το αντρικό πανοπτικόν, αντρικά προνόμια και την πούτσα του νίκου. Στιγμές πόνου: «κοιτάζω στα σεντόνια/ κομμάτια αίμα» (46)· τρυφερότητας[12]: «μήπως αν την πάρουμε αγκαλιά/ θα γίνει καλά, ε μαμά» (65)· αγανάκτησης (και ασυνεννοησίας): «κάποιος ξαφνιάστηκε/ που έβαλα τις φωνές/ ενάντια/ στον σεξισμό του» (72). Βρήκα την άντζελα ντέιβις, την κέιτ μος, τον μαλάκα τον αίσωπο, τον κάρβερ. Έναν/τον πατέρα που πέθανε, μια/τη γιαγιά που πέθανε[13], τον βακαλόπουλο που πέθανε. Έναν νάνο[14], μερικά κακοπαθημένα ζώα (μια όμορφη ελαφίνα που «πέθανε γιατί την τάισαν/ […]/ ζαμπόν, γαριδάκια και τυρόπιτα», έναν πετροβολημένο γλάρο, έναν πατημένο σκαντζόχοιρο, «νεκρές γάτες/ στην άσφαλτο»[15]) και πολλά έντομα.

Τα έντομα επιστρατεύονται αρχικά για να συστηθούν οι φίλες (!): οι «οργανωτικές» φίλες-μυρμήγκια, οι «ορεξάτες» φίλες-τζιτζίκια, οι «αξιαγάπητες» φίλες-πεταλούδες, οι κρυμμένες φίλες-κατσαρίδες (10). Στη συνέχεια όμως αναλαμβάνουν κι άλλους ρόλους, οι δυο πιο ενδιαφέροντες απ’ τους οποίους μοιράζονται κατά τη γνώμη μου στην πεταλούδα της νύχτας και στην πασχαλίτσα. Στις πεταλούδες της νύχτας πέφτει το απλούστατο ζήτημα του κύκλου της ζωής: Μπαίνουν στο σπίτι, η γιαγιά δεν επιτρέπει να τις πειράξουνε, προμηνύουν ερχομό, λέει, αλλά μετά η γιαγιά πεθαίνει, οι πεταλούδες ξαναμπαίνουν στο σπίτι και μετά πεθαίνουν κι αυτές και τελικά δεν είναι πεταλούδες (απ’ αυτές που τις τραγουδάμε), αλλά σκόροι (απ’ αυτούς που αντιμετωπίζουμε και καταπολεμάμε), και η αναγνώστρια μένει ν’ αναρωτιέται αν είναι αυτή η ανατροπή του ποιήματος ή που το μήνυμά τους «δεν είναι ερχομός/ μα θάνατος» (41).

Έπειτα «η πασχαλίτσα είναι η πρώτη επαφή/ με την αισθητική» (45). Στο ποίημα «στη λαϊκή» το ποιητικό υποκείμενο αγοράζει μια πασχαλίτσα μαζί με τα ροδάκινα, σκέφτεται να την επιστρέψει, γιατί ο παππούς μάλλον δεν τη ζύγισε, κάνει ένα φλας μπακ και περιγράφει μια νύχτα με μια νυχτοπεταλούδα στο ασανσέρ: της ανοιγόκλεινε επί ώρα την πόρτα, να διαλέξει το μέσα ή το έξω, μέχρι που είδε μια νεκρή κατσαρίδα στο πάτωμα («καλύτερη περιγραφή για τη ζωή μου δεν υπάρχει») και (τέλος φλας μπακ, αλλαγή χρόνου) αφήνει την πασχαλίτσα στο ασανσέρ. Τώρα όποι@ μπει στο ασανσέρ θα έχει το δικαίωμα να κάνει μια ευχή, εφόσον βρει την πασχαλίτσα ζωντανή.

Και έρχομαι, μετά απ’ όλα αυτά τα ζουζούνια, στα δυο τελευταία ποιήματα της συλλογής. Και να ένα απόσπασμα απ’ το προτελευταίο που είναι και το μόνο που αναφέρεται στο ποπ και άρα πιθανότατα το μόνο που μπορεί να προσφέρει μια εξήγηση του τίτλου βουκαμβίλια ποπ (αν υποθέσουμε πως τη χρειαζόμαστε). Δικό του τίτλο δεν έχει, περιλαμβάνει όμως το σχεδίασμα ενός άλλου ποιήματος που τιτλοφορείται «πού είσαι τώρα που θέλω να σε φιλήσω»: «όμως κάποια μου φωνάζει από το δωμάτιο να μη χρονοτριβώ γιατί δεν μπορώ να την βγάλω όλη μέρα στο μπαλκόνι, και της φωνάζω και εγώ πως προσπαθώ να κάνω το ατελείωτο φούξια της βουκαμβίλιας ποπ και να με αφήσει ήσυχη, και ύστερα έχω να κάνω το μπλε του αιγαίου ποπ, σκέτο ανόθευτο ποπ, χωρίς εθνική νοσταλγία, γιατί είμαι πεπεισμένη πως αν το καταφέρω θα έρθεις στ’ αλήθεια να σε φιλήσω, και ίσως φτάνουμε στο ποπ όπως κυκλοφορούμε όλη μέρα με τα βρακιά μας, αλλά όχι το καθαρό ποπ, γιατί τότε θα έπρεπε να έχουμε το στήθος καλυμμένο, και να αποδεχτούμε το φλερτ του μαλάκα στις ύστερες αφηγήσεις μας σε μια αθήνα ποπ, με φτηνές μπίρες και τη βεβαιότητα πως η πόλη μάς ανήκει περισσότερο απ’ ό,τι ανήκε ποτέ στις κατοίκους της, χωρίς καμία να κάνει σχόλιο για την πολιτική, τον ζόφο, τις ζωές μας, μονάχα καθαρό ξέγνοιαστο ποπ, και είδες πάλι ξεφεύγω, ενώ θέλω να σου γράψω μονάχα για το ποπ χωρίς κριτική, κουίρ, πολιτική, αλλά δεν είσαι εδώ τώρα που θέλω να σε φιλήσω, γιατί όταν σε φιλάω όλα αυτά δεν υπάρχουν».

Λόγος πυκνός, οριακά παραληρηματικός, στίχοι που μένουν αχώριστοι, ανάσες που πρέπει να βιαστούν, εξηγήσεις που (δεν) δίνονται, ερωτήματα που απαντώνται και άλλα που γεννώνται. Το μπλε του αιγαίου μπορεί να θυμίσει διακοπές, πνιγμένους ή/και τον ελύτη. Το εθνικό μπορεί να έχει κάτι το ψευτο-υψηλό (λέμε και κανένα χαζό), τα βρακιά και οι φτηνές μπίρες κάτι το ψευτο-ταπεινό (το αυτό). Μακριά πολύ απ’ «το φλερτ του μαλάκα», στόχος είναι το φιλί, ένα συγκεκριμένο φιλί – το ποίημα το πιστοποιεί. Το ίδιο ποίημα που αποτελεί την κατάθεση της μκχ στον βωμό του ποπ, είναι το πιστεύω-σε-ένα-ποπ της, ο μπούσουλας και ο ναός της. Ή μπορεί να είναι και το εξομολογητήριό της. Δεν είναι όμως το ποίημα που κλείνει τη συλλογή.

Το τελευταίο ποίημα της βουκαμβίλιας ποπ είναι πολύ συντομότερο, στοιχισμένο δεξιά[16], χωρισμένο σε στίχους, κάποιοι απ’ τους οποίους αποτελούνται από μια μόνο λέξη, και μας μεταφέρει σε κάποιο νησί. Όλα ξεκινούν απλά, με το «όλα εδώ είναι απλά» – «δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά», που έλεγε ο έτερος μεγάλος της γενιάς του 30, συνειρμός που μου θυμίζει πως μου εδόθη πρόσφατα η χάρη ν’ ακούσω αγαπημένη φίλη να μου εξηγεί πως βρίσκει τον σεφέρη με το μαγιό του κουίρ[17]. Αν αυτό σας φαίνεται άσχετο, θυμίζω πόσο σημαντικές είναι οι φίλες στη βουκαμβίλια, παραθέτω και τους επόμενους στίχους του ποιήματος: «είμαστε στρέιτ/ ή κραγμένες αδερφές// δεν υπάρχει φάσμα» (της μκχ είναι οι στίχοι προφανώς, αν χρειάζεται διευκρίνιση, όχι του σεφέρη!). Στη συνέχεια το ποίημα μας βγάζει σε μια εκκλησία· η εκκλησία είναι γαλανόλευκη, σαν ελληνική σημαία, και κανείς δεν την επισκέπτεται, όχι επειδή έχει καταρρεύσει η ελληνικότητα (καταρρέει η ελληνικότητα;), όχι επειδή έχει ηττηθεί η ορθοδοξία (ηττάται η ορθοδοξία;), μα επειδή η αγία «μάλλον/ ήταν λεσβία/ και την απομόνωσαν». Έτσι (και μ’ εμένα ν’ αναφωνώ «αγία λεσβία μου!») κλείνει πια η συλλογή[18].

Τα ποιήματα της βουκαμβίλιας ποπ είναι πολλαπλών χρήσεων ή προκαλούν ποικίλες αντιδράσεις τέλος πάντων. Κάποιος τα διάβασε και ήθελε να γράψει, άλλος τα διάβασε και ήθελε να κλάψει. Γνώρισα έναν τύπο τις προάλλες και πιάσαμε κουβέντα για τα εκδοτικά. Κάποια στιγμή δεν του άρεσε αυτό που του έλεγα και με ρώτησε, ελαφρώς προκλητικά, «κι εσύ πού το ξέρεις;»· «όλες μου οι φίλες/ γράφουνε βιβλία/ τις μούσες τις σκοτώσαμε/ δεν κάναμε κηδεία» (34), είπα από μέσα μου κι ένιωσα τον θρίαμβο να με κατακλύζει. Την επόμενη φορά θα το πω και απ’ έξω μου.
Για να τελειώνω κάποτε, γιατί αντιλαμβάνομαι πως και πολλά είπα και αν έγραφα έκθεση θα είχα βγει εκτός θέματος (ήθελα όμως να δείξω πόσα πορτάκια μου άνοιξε ένα βιβλίο-λουλούδι-ποπ). Η μαρίνα συνεχίζει να γράφει, κατά πάσα πιθανότητα έχει ήδη κάποιο καινούριο πρότζεκτ κατά νου κι εγώ ανυπομονώ γι’ αυτό, δεν μπορώ όμως να μην επισημάνω, ανυπομονώντας, πως η βουκαμβίλια ποπ είναι κάτι παραπάνω από ένα δουλεμένο, δυνατό και ολοκληρωμένο πρώτο βιβλίο, το οποίο και σας συστήνω ανεπιφύλακτα. Έχω την υποψία πως μπορεί να μην αρέσει στους cis straight άντρες, αλλά αυτό για μένα δεν αποτέλεσε πρόβλημα – και επίσης: ξέρω τουλάχιστον έναν που του άρεσε. Απ’ την άλλη ποντάρω πως θα σας αρέσει αν αγαπάτε, μισείτε ή απλώς ανέχεστε την αθήνα, αν προσδοκούσατε ένα ποίημα για τον ντελιβερά στη βροχή, αν ψάχνετε στήριγμα σ’ αυτό που το λένε ζωή, αν λαχταράτε ποιήματα για (τις) φίλες. Ας είμαστε ειλικρινείς, εμένα μ’ ενθουσίασε και επειδή τρελαίνομαι να μου αφιερώνουν ωραία ποιήματα οι φίλες.

Τι έχω κάνει τώρα λοιπόν εδώ; Πήρα κι έγραψα για το βιβλίο μιας φίλης, δηλώνοντας εξαρχής πως είναι το βιβλίο μιας φίλης. Και άνοιξα και διάφορες παρενθέσεις, προκειμένου να θίξω διάφορα ζητήματα που μ’ απασχολούν, παίρνοντας μακρινές πασούλες απ’ την μαρίνα και μην έχοντας ζητήσει προηγουμένως την άδειά της. Με δυο λόγια, έκανα του κεφαλιού μου. Είναι που μ’ αρέσει να σκέφτομαι πως η ποίηση είναι πλαστελίνη στα χέρια μας και πως οι κανόνες σπάνε (επειδή δεν μας χωράνε). Βάφτισα μάλιστα το κείμενό μου «κριτική ποπ»· επειδή αφορά ένα βιβλίο ποπ κι επειδή προσπάθησα να πάρω μια κριτική και να την κάνω ποπ. Μπορεί όμως όλα αυτά να είναι περιττά, ν’ αρκεί το «ποπ χωρίς κριτική» (76), όπως το θέτει η μαρίνα. Οπότε: Απολαύστε το βιβλίο της κι ύστερα αφήστε το να πέσει στα πόδια σας, κάνοντας ποπ.

Είπα πως τελείωσα και δεν το παίρνω πίσω, μου φάνηκε χρήσιμο απλώς να παραθέσω εδώ τα πλήρη βιβλιογραφικά στοιχεία των βιβλίων που ανέφερα παραπάνω. Δεν είναι και πολλά για να χαθείτε, παρατίθενται πάντως με τη σειρά που μνημονεύτηκαν. Τόπο δεν σημειώνω, είναι παντού η αθήνα, που τόσο καλά την ξέρει η μαρίνα, με εξαίρεση μια θεσσαλονίκη, που την ξέρω καλούτσικα εγώ. Τα λεξικά αποφάσισα να μην τα συμπεριλάβω (στον τριανταφυλλίδη πάντως η πρόσβαση είναι πανεύκολη μέσα από την «πύλη για την ελληνική γλώσσα»: https://www.greek-language.gr/).

-μκχ, βουκαμβίλια ποπ. τεφλόν 2022.
-οδυσσέας ελύτης, τα ρω του έρωτα. αστερίας 1972 (και τώρα ύψιλον).
-ράντκλιφ χολ, το πηγάδι της μοναξιάς, μτφ. νίκη σταυρίδη. κουκκίδα 2013.
-ντόρα ρωζέττη, η ερωμένη της. μεταίχμιο 2005 (11929).
-πρόκνη, το ίδιο ποίημα. queer ink 2019.
-ντιάνα μάνεση, μια και ολόκληρη, μια χαψιά. queer ink χ.χ.
-jazra khaleed, μα είν’ αυτό ποίηση; τεφλόν 2020.
-γκαλίνα ρίμπου, το σεξ είναι έρημος. τεφλόν 2022.
-adelaide ivánova, το σφυρί. τεφλόν 2020.
-κώστας δεσποινιάδης, ζέλμπα. πανοπτικόν 2017.
-ελένη χριστοπούλου, παιδικοχαρίτες: στίχοι και ημερολόγια από τον δρόμο. redmarks 2019.
-κατερίνα γώγου, απόντες. καστανιώτης 1986.
-γιώργος σεφέρης & κωνσταντίνος τσάτσος, ένας διάλογος για την ποίηση. ερμής 1975.

[1] Και μερικές αλήθειες: «ο αγώνας, φίλε μου, ξεκινά στο πρώτο χούφτωμα σε λεωφορείο: χρονών πέντε» (26).

[2] Και όρους που όλο κι έχει πάρει το αυτί μας και σχετίζονται με συμπεριφορές που όλο κι έχουν τσουτσουριάσει το κορμί μας: «mansplaining/ gaslighting/ χειραγώγηση/ μάτσο συμπεριφορά» (24).

[3] Βλ. όμως κι ένα ποίημα μέσα σε ποίημα στη σ. 67.

[4] Αν χρειάζεστε περισσότερες φίλες, κοιτάξτε στις σ. 7, 10, 24, 25, 27, 34, 40, 43, 49, 73, 75.

[5] Πάντα υπάρχουν εξαιρέσεις και μπορείτε να ανατρέξετε στις σ. 27-29 για μία απ’ αυτές.

[6] Και επίσης διασταυρώσεις: «βερανζέρου και τρίτης σεπτεμβρίου», «μεσολογγίου και τζαβέλλα γωνία» (σ. 58 & 59, αντίστοιχα).

[7] Βλ. «το βέλος στο google map» και τους ανθρώπους «που διαβάζουν χάρτες/ στα τρόλεϊ» στις σ. 59 και 60 (όπου και «ένας μεταλλικός χάρτης της αφρικής/ στον λαιμό» μιας γυναίκας).

[8] Άλλοτε γίνονται τόποι κι αυτοί: «τα όρια των ανθρώπων είναι σύνορα» (26).

[9] Αλλά κι εκείνο το «χωρίς τραύματα» της σ. 76.

[10] Και επίσης σερβιέτες, που δεν βρίσκω πολύ συχνά στην ποίηση. Υπάρχουν βέβαια και στο ποίημα της ρίμπου που σχολίασα παραπάνω. Ύστερα είναι κι εκείνες οι «ανέλπιδες σερβιέτες» (από τους απόντες) της Κατερίνας Γώγου, που (δεν ξέρω αν το προσέξατε αλλά) την απηχεί και ο τίτλος μου.

[11] Από κοντά κι ο σκωπτικός πολιτικός σχολιασμός: «όμως φταίμε/ κι εμείς. πρέπει απλώς/ να μένουμε σπίτι. όλο κάνουμε το λάθος να/ προσφέρουμε τα δικά μας σώματα/ στα γκλομπ, τις δικές μας μύτες στα δακρυγόνα» (32).

[12] Βλ. όμως και τον στίχο «αντιστέκομαι στην τρυφερότητα» (63).

[13] Αλλά και μια ολοζώντανη μάνα, μητέρα, μαμά στις σ. 18, 40, 46, 49.

[14] Και το καθόλου τυχαίο ερώτημα: «νάνε, εσύ έχεις φίλες;» (43).

[15] Βλ. σ. 12, 39, 50 & 51, αντίστοιχα.

[16] Δεν είναι το μόνο: η βουκαμβίλια φυτρώνει σε όλα τα μέρη της σελίδας, τακτική που μπορεί να θυμίσει και τα τεύχη του Τεφλόν.

[17] Οπωσδήποτε ένα απ’ τα πιο απολαυστικά πράγματα που έχω ακούσει τελευταία (Νίκη, σ’ ευχαριστώ!). Τα δικά σας συμπεράσματα μπορείτε να βγάλετε κάνοντας αναζήτηση εκεί έξω με τους όρους «σεφέρης μαγιό» ή/και βλέποντάς τον να πλατσουρίζει στην ακροθαλασσιά παρέα με τον τσάτσο, στο οπισθόφυλλο που γνωστού (και σοβαρότατου) έργου τους ένας διάλογος για την ποίηση. Εκεί βέβαια το μαγιό δεν φαίνεται, το κρύβει το κύμα. Μπορεί να χρειαζόμαστε κι άλλα τέτοια οπισθόφυλλα, τι να πω.

[18] Το μόνο που έπεται είναι η αναφορά στα περιοδικά που πρωτο-δημοσίευσαν ορισμένα από τα ποιήματα της βουκαμβίλιας και οι εγκάρδιες ευχαριστίες της μκχ σε ζωάκια, φιλαράκια, ανθρωπάκια.

20 Ιουλίου 2022

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://alterthess.gr/kritiki-pop-i-emena-oi-files-moy-einai-roz-agkalia-tis-giotas-tempridoy/?fbclid=IwAR1keynR58C9dEXkXNsU5zPtD9xIX7nWLJ2DJEfamkytF5JNMhmIcoayVaE