Σαρκάζω το βίωμα και την εποχή για ν’ αποκαλύψω το βίωμα και την εποχή

(Νικόλας Κουτσοδόντης, Χαλκομανία, Εκδόσεις Εντύποις, Αθήνα 2017)

Παναγιώτης Μηλιώτης­*

Γεννημένος με ιαχές φιλάθλων στην εθνική επιτυχία / -ο πατέρας έκλαιγε πραγματικά στο επίτευγμα- / θερμοκοιτίδας θαλπωρή τονε συντρόφευε ως τη βαθειά εφηβεία / στην φυσαλίδα που ο κόσμος μας ημέρευε.

Οι παραπάνω στίχοι είναι απ’ το πρώτο ποίημα, της πρώτης ποιητικής συλλογής του Νικόλα Κουτσοδόντη: Χαλκομανία, κι αποτυπώνουν την αντίφαση ανάμεσα στην ύπαρξη του ανθρώπου, εννοώντας τις σωματικές, ψυχικές ικανότητες του ανθρώπου και τις ξεπερασμένες κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις. Η ολόπλευρη ανάπτυξη του ανθρώπου συνθλίβεται μ’ έναν τρόπο όχι κραυγαλέα ορατό, μ’ έναν τρόπο τον οποίο δεν αντιλαμβάνονται οι «φίλαθλοι». Και πώς να τον αντιληφθούν αφού η εποχή γέννησης του ποιητή ήταν μια εποχή ανάπτυξης που ενσωμάτωσε τα «οπαδοποιημένα» θύματά της.

Έτσι, ξεκινά η πρώτη ποιητική συλλογή του Νικόλα Κουτσοδόντη η οποία συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα του περιοδικού Αναγνώστη τον Μάιο του 2018. Αφετηρία: ο προσδιορισμός της εποχής που γεννήθηκε αποκαλύπτοντας ότι η ανάπτυξη και η θαλπωρή στον καπιταλισμό είναι τυπική ποτέ ουσιαστική: Σ’ όλη την παιδικότητα άρχοντες, ρούχα και Free Willy / και ήταν να ωριμάσουμε σαν περιττοί, σαν ψύλλοι. Είναι να σε κυριεύει ανατριχίλα, τουλάχιστον όλους εμάς που αισθανθήκαμε ότι ωριμάσαμε σαν περιττοί, σαν ψύλλοι και είναι πιστεύω και η αιτία που κάποιοι από εμάς κυριευμένοι από τούτο το αίσθημα αποφασίσαμε ν’ αντιστεκόμαστε και να ωριμάζουμε καταλαβαίνοντας με κόπο τους μηχανισμούς χειραγώγησης της συνείδησης κατά την ενηλικίωση μέσα σε μια εποχή φαινομενικής θαλπωρής και φροντίδας. Ο Κουτσοδόντης δημιουργεί μ’ έναν πολυσύλλαβο, ιαμβικό στίχο, τον κατεξοχήν ρυθμό της προφορικότητας. Με τόνο σαρκαστικό κι οξύ σχεδόν στα όρια της αυθάδειας αναγγέλλει με τρόπο οραματικό: Όταν χτυπά η καμπάνα / οι ζωντανοί δεν έχουν απώλειες / -μην πάει το μυαλό σας κατά κει. / Μόνο τα παιδικά μας χρόνια βάζουν άμφια / και τα βαθιά χαμόγελα των ιερέων / μπουκώνουνε με λίπος. Ακόμη ένα εύστοχο ποίημα του Νικόλα Κουτσοδόντη για τα παιδικά χρόνια. Φυσικά σε νεαρή ηλικία δύσκολα εκφράζεσαι με στίχους γνήσιους σχετικά με το φυσικό θάνατο, ο οποίος ταλανίζει την ανθρώπινη ύπαρξη. Όμως ο ποιητής «προσπερνά» το φυσικό θάνατο, όχι μόνο λόγω βιολογικής ηλικίας αλλά και φιλοσοφικής θέσης. Γι’ αυτό κι ο Κουτσοδόντης δίνει προτεραιότητα στον κοινωνικό ενταφιασμό των παιδικών μας χρόνων. Προφανώς κι εννοεί την αλλοτρίωση. Ετούτο το θάνατο συνειδητοποιεί ο Κουτσοδόντης και θέλει με τους στίχους του ν’ αποκαλύψει σ’ εμάς που τον διαβάζουμε τις πολλαπλές του όψεις. Αντιστέκεται με πείσμα και με σαρκασμό μπροστά στο κακό, στο άδικο και στο ξεπερασμένο, σε κάθε παρουσίαση του ως λογικό κι αναγκαίο: Έκανα χάρτινες γροθιές τα ποιήματα / και γέμισα τις μπότες· / άρχισαν ανεξέλεγκτα να περπατούνε δίχως πόδια. Πήρανε κάπως έτσι την πορεία τους τα πράγματα / καθώς οι άγριοι κολπίσκοι/ χλευάζουνε κυματοθραύστες.

Ο ποιητής δεν αναπολεί τα παιδικά του χρόνια, η γλώσσα του δε χρωματίζεται με ρομαντικές, νοσταλγικές πινελιές κάποιας καλής εποχής, ούτε φαίνεται να «μοιρολογεί» για την επαγγελματική ή προσωπική αποτυχία. Τι φυλλομετρώ σβησμένες μέρες; Αναρωτιέται και ο ίδιος. Ο Κουτσοδόντης στέκεται μαχητικά στην αποτυχία του και αναπτύσσει έναν πολεμικό τόνο αποκαλύπτοντας τα κοινωνικά αίτια. Σαρκάζει το βίωμα και την εποχή για ν’ αποκαλύψει το βίωμα και την εποχή: Χαλκομανία στον καθρέφτη / και η φάση πήρε την πορεία / άτακτου πλήθους σε αγώνα μ’ επεισόδια. Οι παραπάνω στίχοι είναι καταληκτικοί από ένα ποίημα που έχει έντονα το αισθησιακό στοιχείο, ωστόσο, προεκτείνονται ως τη σφαίρα του κοινωνικού. Για τον Κουτσοδόντη η ποίηση είναι μία κι ενιαία όπως ένας κι ενιαίος είναι ο κόσμος που μας περιβάλλει.

Επίσης, οφείλω να σημειώσω ότι ο Κουτσοδόντης δε σαρκάζει όλες τις βαθμίδες των βιωμάτων του . Δεν παραιτείται από το λυρικό αίσθημα και την βαθύτατη ειλικρίνεια και τρυφερότητα που τον διακρίνει, κι ας γνωρίζει το ακατανόητο των ανθρωπίνων σχέσεων και τη δραματική απόσταση που υπάρχει μέχρι την πλήρωση του προσωπικού του αισθήματος: Μ’ όλο τον κόσμο στην καρδιά καλοβαλμένο / κι ένα στο χέρι ρόδο κόκκινων στιγμών / αξιοποιημένων / τότε μάλλον τότε θα με βρει μια πλήρωση / όρθιο τόσον καιρό και χρήσιμο / που κάθε τριανταφυλλιά να με ζητά / στις ρίζες της να κλαίω.

Φαντάζομαι τα ποιήματα της Χαλκομανίας να διαδραματίζονται σ’ ένα πανόραμα διαδοχικών ή και παράλληλων σκηνών όπου στην πρώτη σκηνή τα πλήθη τρέχουν πανικόβλητα απ’ το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, στη δεύτερη ο άνεργος πτυχιούχος τρώει το πτυχίο του στα Fridays, στην τρίτη ο κόσμος δύει κι ο πόλεμος αρχίζει και στην τέταρτη ένας ποταμός Ινδός κυλά στα Πατήσια και παρασύρει δέντρα, σώματα και δαχτυλίδια αρραβώνων και μαντίλες, κι ανάμεσα σε όλα τούτα ο ποιητής να προσπαθεί ν’ αποκριθεί σε όλα τα γεγονότα της κοινωνικής ροής, να προσπαθεί να στοχαστεί πάνω σε τούτη την ανεξέλεγκτη ροή που γεννά κρίση και πόλεμο άρα άνεργους και μετανάστες, κι ως διέξοδο της ανεξέλεγκτης ροής του λαϊκού πλήθους που ψάχνει λύση επιβίωσης σε μια εποχή δραματικής υποχώρησης του εργατικού κινήματος· ο ποιητής δε διστάζει να προτείνει την επανάσταση, ως φυσική αδημονία που στον ταχύτερο χρόνο της φαντασίας και της τέχνης μπορεί να την πραγματώνει: Έχω φόρτο ν’ αποτρέψω την ατομική μου ήττα / θα περπατώ στους δρόμους δίχως αύριο / κι απ’ τα στενά θα ξεπηδά το ξεθεμελίωμα / στο δαίμονα να πάτε στυλοβάτες / στο διάολο ικανοί / σωματοποιημένα ομόλογα / ασφάλεια με περούκες και κουρέλια / κριτές με δάχτυλο σπαθί / καθηγητές οικονομίας με Paul Frank / Αμίτες με καινούρια σλόγκαν / απ ’τα στενά θα ξεπηδούνε νεαρά / μεγάλα σφυροδρέπανα / και θα γελώ γερά / ανάμεσα στο πλήθος.

Οι δύο τόποι που αντλεί ο ποιητής ερεθίσματα είναι η Άνδρος και η Αθήνα. Ο ποιητής με γρήγορη εναλλαγή εικόνων αποτυπώνει και προσδιορίζει την κοινωνική συνείδηση του εαυτού του και του εργατικού-λαϊκού κόσμου. Η εναλλαγή των εικόνων είναι επηρεασμένη από την τέχνη του κινηματογράφου. Ο ποιητής ως σκηνοθέτης τραβάει πλάνα είτε μακρινά, είτε κοντινά με το μάτι, συνήθως απ’ το μακρινό μεταβαίνει στο κοντινό κι αποκαλύπτει συμπεριφορές, χειρονομίες, προσδοκίες του ανθρώπου.

Ο ποιητής με τολμηρές μεταφορές, εικόνες κι απροόπτους λεκτικούς συνδυασμούς μπορεί από μια απλή καθημερινή συναλλαγή στην αγορά να αναδείξει την πίεση και τη λαχτάρα για θάλασσα κι ελευθερία: Ο ψαράς που μαχαιρώνει τα μπαρμπούνια / κόβει τα κουμπιά των πουκαμίσων ένα-ένα. / Άνεμος που σπρώχνει το κλαδί και σπάει τζάμια / ο βραχίονάς του το κλαδί ηλιοκαμένο. / Πού να κρύβεται ο άνεμος; / Κέντρο πόλης / φέτες καύσωνα στην τσέπη / αγοράζω όσο όσο την ελευθερία / λίγη θάλασσα μαχαίρωσε και τύλιξε μου / ν’ αναπνεύσω. Έχει υποστεί τις παραμορφώσεις αυτού του κόσμου κι αναγνωρίζεται ως ισότιμο μέλος του: Με δέχτηκαν λαβωμένο / απ’ αιχμηρά μικρά χαϊδέματα / και γνώρισα τον κόσμο που παλεύει / στη θερμοκρασία του έρωτα / σκυφτό μες την απώλεια.

Αναφέρει ότι δε γνωρίζει πολλά ούτε για το χωριό του την Άνδρο, ούτε για τη γειτονιά που κατοικεί ο ίδιος. Για να γνωρίσει και τους δύο τόπους ανατρέχει στο παρελθόν του τόπου, στο μύθο του, στον Εμπειρίκο αλλά και στα χέρια που εργάστηκαν: Χτισμένες πέτρες και ταβάνια από κυπαρισσόξυλα / διάραχα σαφώς καθορισμένα / γεμάτα θάμνους κάππαρης / αιμασιές με τρόφιμα για πλοία / σκέφτομαι τα χέρια όσων πέρασαν / σαν τον μπρεχτικό εργάτη που ρωτά / ποιος έχτισε τις πυραμίδες. / Γκρεμισμένοι μύλοι, βρύσες που πηδούνε χόρτα / ως κάτω στο ποτάμι / με τις γριές νεράιδες και τους φρύνους. / Τόσοι που φύγανε / χαμένοι σ’ αύτανδρα καράβια / τόσοι της ρίζας σκαπανείς / Πόσα ελάχιστα γνωρίζω για τον τόπο!

Το ιστορικό παρελθόν για τον Κουτσοδόντη δεν είναι νεκρό αλλά διαδραματίζει και στο σήμερα δυναμικό ρόλο. Τα ελληνικά μάρμαρα αναλαμβάνουν δράση: Τα μάρμαρα γυμνά τις νύχτες/ ερωτεύονται αναμεταξύ τους / ρίχνουν κρασί στους τοίχους / της υψηλής καλαισθησίας / συνωμοτούν ακόμα ενάντια στους Τριάκοντα / ρωτούν το ένα τ’ άλλο για τις βάρδιες στις επάλξεις / ανακαλύπτουν το σώμα τους / οργισμένα απ’ τα μάτια κίτρινων λιρών / σκουπίζουν τα βρισίδια τους / στις μπούκλες των πριγκίπων. Για τον Κουτσοδόντη υπάρχει η άλλη Ελλάδα – όχι αυτής της εθνικής επιτυχίας και της διάρκειας της στους αιώνες, η Ελλάδα που: καμαρώνει το λίγο του ανθρώπου / που ποτίζει με το αίμα του το δάπεδο της / και φορτώνει το κορμί της για υπεράσπιση. / Ακούει τον αλαλαγμό στο δρόμο / Συμβαίνει τώρα / φιλά ο Αριστογείτων τον Αρμόδιο / και μπήγουν το μαχαίρι στα ουράνια.

*Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τα Ποιητικά”, Τεύχος 31, Οκτώβριος 2018, σελ. 6. Σχετικός σύνδεσμος: https://tapoiitika.wordpress.com/σαρκάζω-το-βίωμα-και-την-εποχή-για-ν-α/

“Λι Μπάι. Ποιήματα” – Απόδοση – επίμετρο Γιώργος Βέης

Από το “αυτί” της έκδοσης:
“Ο Λι Μπάι, γνωστός και ως Λι Πο ή Τάι Λι Πο, συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους και πλέον αντιπροσωπευτικούς ποιητές της Κίνας. Γεννήθηκε το 701 μ.Χ. στο Τσαγκ Μινγκ της επαρχίας Σιτσουάν. Για κάποιο διάστημα υπήρξε κρατικός λειτουργός και ποιητής της αυτοκρατορικής αυλής. Όταν διώχθηκε από εκεί, περιπλανήθηκε επί δεκαετίες στο εσωτερικό της χώρας ως νομάς, ως μοναχός των δασών και των λιμνών. Στα ποιήματά του -περίπου χίλια τον αριθμό- ύμνησε την ομορφιά της φύσης, τον έρωτα και την απόλαυση που χαρίζει το κρασί.

Πέθανε το 762 μ.Χ. στα εξήντα ένα του χρόνια. Επηρέασε κι εξακολουθεί να επηρεάζει πολλούς δημιουργούς, όχι μόνο στην Κίνα αλλά και στη Δύση. Οι Κινέζοι θεωρούν ότι είναι ο πιο ανθρώπινος από όλους τους ποιητές τους, που έχει τη δύναμη να τους εμψυχώνει σε δύσκολους καιρούς.”

Από το επίμετρο του Γιώργου Βέη:
“[…] Η πύκνωση του νοήματος αποτελούσε ομολογουμένως πάγιο μέλημά του. Αυτοσχεδίαζε με παροιμιώδη επιτυχία, ενώ ταυτοχρόνως υπήρξε γνώστης βαθύς της εγχώριας ποιητικής παράδοσης, όσο ελάχιστοι της εποχής του. Ο εαυτός του στάθηκε αναμφισβήτητα το κατεξοχήν σημαινόμενο˙ αστείρευτος και αυτοελεγχόμενος ταυτοχρόνως, ό,τι εν ολίγοις εκφράζει εμμέσως πλην σαφώς το αίτημα των ολιγόστιχων, κατά κανόνα, ρηματικών του εκφάνσεων. Οι μονόλογοί του, ανεπιτήδευτοι και καθηλωτικοί, συνιστούν πέρασμα από το αναπόφευκτο τραύμα στην ποθητή έκσταση. […]”

Από τα ποιήματα του Λι Μπάι:

ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΟΝΤΑΣ ΤΑ ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ

Όχι, να μην πετάτε μαζί με τις αλκυόνες
του Γιαν-τσό.
Ούτε με τα χελιδόνια που κουρνιάζουν στο παλάτι
των Γου.
Αν καεί το παλάτι, κι οι δικές σας οι φωλιές
θα πάρουν φωτιά
αλλά και τα δίχτυα θα σας πιάσουν
με τις αλκυόνες μαζί.
Μόνα σας λοιπόν, σπουργίτια των αγρών
κάτω από τις καλαμιές εσείς να μείνετε
κι έτσι γεράκια κι αετοί ποτέ δεν θα σας βρουν.”

*

ΚΑΤΕΥΟΔΙΟ

Τα βουνά στα βόρεια με τη γαλάζια τους γραμμή
κι η καμπύλη στ’ ανατολικά
εκείνο το λευκό χνάρι
στη μέση εμείς την ώρα του αποχωρισμού.
Το ταξίδι μου θα πάρει καιρό
το ξέρω, λουλούδι χωρίς ρίζα θα ‘μαι.
Να με θυμάσαι κάθε που θα βραδιάζει
κι εγώ ένα σύννεφο
έτσι κοντά σου θα ‘ρχομαι.
Τ’ άλογο βιάζεται να φύγουμε
ας πούμε «αντίο».”

*Πηγή: Γιάννης Στρούμπας.

Αντώνης Αντωνάκος, Με τον Χένρυ στη Λίμνη

Του Κώστα Παπαπάνου για τον Αντώνη Αντωνάκο και το βιβλίο του Με τον Χένρυ στη Λίμνη, όπως διαβάστηκε στο βιβλιοπωλείο Αγαύη, την Παρασκευή 2/6/2023*

Παρακολουθώ τον Αντώνη στη λίμνη εδώ και πολλά χρόνια. Σαν ταινία τον παρακολουθώ και σαν κείμενο που τρέχει κι ανοίγεται και σταδιακά μικραίνοντας την απόσταση μεταξύ μας σαν άνθρωπο. Τώρα τελευταία σαν έναν άνθρωπο που πέρα από δάσκαλος, ποιητής και κούκλος, φίλος, μάγκας και σύντροφος, είναι περισσότερο άνθρωπος από οποιοδήποτε χαρακτηριστικό ή ιδιότητα προσδίδουμε με αφέλεια σε αυτή την λέξη.

Ένας άνθρωπος που όλα αυτά τα χιλιόμετρα κάτω από τα πέλματά του και όλοι αυτοί οι ιριδισμοί του φωτός πάνω στα χαλκοπράσινα νερά, το κρώξιμο του κόρακα, το κόασμα του βατράχου, ο αέρας μέσα στις καλαμιές, οι καθρέπτες στα φύλλα των δέντρων, το αλύχτισμα των αδέσποτων είναι το ίδιο ακριβώς πρόσωπο. Όλες αυτές οι ανθρώπινες φιγούρες που καθρεφτίζουν στο βλέμμα τους την απόσταση από την πόλη, με τα ακονισμένα αυτιά και τα λαξεμένα μάτια είναι το ίδιο ακριβώς πρόσωπο.

Ο Αντώνης στο φόντο της λίμνης δεν ξεχωρίζει περισσότερο από ένα φίδι που κουλουριάζεται κάτω από ένα βράχο για να ξαποστάσει. Γίνεται μια επιπλέον φύση, μια φύση λιγότερη από όσο χρειάζεται για να εισπνεύσει όλη την πολυπόθητη ελευθερία του να βρίσκεσαι ακριβώς εκεί που είσαι. Εκεί αγαπάει και εκεί μεγαλώνει. Από εκεί κοιτάει με το τηλεσκόπιο του αυτόν και κάθε κόσμο στέλνοντας συνεχώς μηνύματα θάρρους και απελπισίας, θυμίζοντας μας τον αρχέγονο χορό των αστεριών. Εκεί γεννάει όλα του τα χάδια, τις θωπείες και τις ηδονές, εκεί δαγκώνει τον ήλιο στα στήθη και γεννιέται ξανά και ξανά, δίχως ίχνος μεταμέλειας και ματαιοδοξίας.

Είναι ήρεμος και μιλάει, μιλάει ακατάπαυστα, όχι σαν χρόνος που μετράει ανάποδα, όχι σαν συνείδηση που φθονεί το θαύμα, αλλά σαν λαμπύρισμα της χαοτικής δυναμικής των αισθήσεων. Σαν υπέρτατος ακροατής της μεγαλοφυούς εξέλιξης της χλόης. Βουβός και βαθύς κάθεται και μιλάει, και γράφει, και σχεδιάζει με το δάχτυλο στον αέρα και κοιτάει πέρα μακριά στον απέραντο ορίζοντα των σκελιών της, ερωτοτροπώντας με τον κοσμικό ρυθμό, εκτιμώντας βαθιά τον πλούτο και το μυστήριο του σκότους.

Παρακολουθώ τον Αντώνη στη λίμνη εδώ και πολλά χρόνια. Οι εποχές αλλάζουν, βροχή πέφτει και ο πλάτανος στροβιλίζεται και πάει, θύελλες σπέρνουν τον νου στους ανθρώπους, ο Χριστός κατεβαίνει από τον σταυρό του για να πάει για κατούρημα, η γλώσσα του δυναμώνει σε ρυθμό, η αναπνοή του ενδύεται την ευγένεια της φωτιάς και την κομψοτεχνία του πάγου, ο Αντώνης πληθαίνει κι ονειρεύεται, εμένα και σένα, μας ονειρεύεται γυμνούς μέσα στο νερό, οι στύσεις μας είναι υπέρλαμπρες, το ίδιο και οι σχισμές μας, κραυγάζουμε και χύνουμε, ένας ήλιος φυτρώνει πάνω σε έναν άλλο ήλιο, οι σάλπιγγες σημαίνουν.

Ο Αντώνης χάνεται κάτω από την επιφάνεια της λίμνης. Επιστρέφει στην απύθμενη δεξαμενή των ονείρων. Αφουγκράζεται το βουητό της αιωνιότητας και αξιώνει την αλήθεια ακούγοντας τους ψιθύρους των ποιητών. Ένας Αμερικανός, το τρίτο παιδί ενός μικρό επιχειρηματία, ένας μαθητής του Έμερσον, νεκρός στα 44 του από φυματίωση, ζωντανός ακόμα, σαν πουλί που ποτέ του δεν τραγούδησε μέσα σε σπηλιά, σαν καλοσύνη που ποτέ της δεν αποτυγχάνει, του πιάνει το χέρι και τον ευχαριστεί για την προσοχή που του δίνει. Ελεύθερος ο χρόνος, το κεφάλι τους ήσυχο, τα ρούχα τους παλιά, τα δάχτυλά τους έμπειρα ψηλαφούν τον πλανήτη Γη και νιώθουν τα σπίτια που τρέμουν, προσπαθούν να θεμελιώσουν όλα αυτά τα σπουδαία κάστρα που χτίστηκαν στον αέρα.

Συμφωνούν πως το μόνο φάρμακο για την αγάπη είναι η ίδια η αγάπη. Ο Αντώνης αναδύεται, βγαίνει και ξαπλώνει στην ακτή. Φοράει το μαύρο του τζιν και το μαύρο του μπλουζάκι και κάθεται δίπλα μου. Κρατάει ένα ακόμη βιβλίο στα χέρια του. Νάτος, εδώ μαζί μας. Μα τι θεσπέσια χαρά, τι μεγαλειώδης ανοησία και τι αγνή ομορφιά, τι μεγάλη αχόρταγη γιορτή που έχουμε στήσει κι απόψε φίλες μου και φίλοι, με βροντές και κεραυνούς, με λιοπύρι αυγουστιάτικο και σκόνη, με φεγγάρι ολόγιομο, πιο ψεύτικο κι απ’ τις φωνές μας, μαζεμένοι όλοι εδώ, έτοιμοι να αρπάξουμε τον άνθρωπο αυτόν από τον λαιμό και να τον καταβροχθίσουμε, να πιούμε το αίμα του και να γεννήσουμε τα παιδιά του, να τον θάψουμε έξι φορές και να τον αναστήσουμε χιλιάδες, να του πάρουμε το σκαλπ και να πιούμε το μυαλό του με καλαμάκι.

Ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό. Ίσως και μόνο απλά να του σφίξουμε το χέρι και να του ευχηθούμε όλη αυτή η καύλα που μας έχει προσφέρει μέχρι τώρα να είναι μόνο η αρχή.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2023/06/04/7299/#like-7299

Αραβίδες ντίβες: Ανθολογία σύγχρονης αραβο-αμερικανικής ποίησης

Το βιβλίο κυκλοφορεί από το Τεφλόν και το Αρχείο 71

Οι Αραβο-αμερικανίδες ποιήτριες που ανθολογούνται στην ανά χείρας έκδοση γράφουν στα αγγλικά, όμως με τις μικρές γλωσσικές ανταρσίες τους υπονομεύουν, μπασταρδεύουν και βραχυκυκλώνουν την αγγλική γλώσσα. Σημαντικό είναι το έργο των Mohja Kahf και Suheir Hammad, δύο ποιητριών που επηρέασαν σημαντικά τη νέα γενιά. Για παράδειγμα, η πρώτη χρησιμοποιεί στα ποιήματά της αραβικές λέξεις και φράσεις αφήνοντάς τες αμετάφραστες.

[…] Από την άλλη, στα ποιήματα της Hammad παρεισφρέουν αραβικές λέξεις και φράσεις μεταγραμμένες με λατινικούς χαρακτήρες οι οποίες μένουν αμετάφραστες. Μάλιστα, από κάποιο σημείο και μετά χρησιμοποιεί στο έργο της συστηματικά την αραβική λέξη ανά (εγώ) αντί του αγγλικού I, τονίζοντας την αραβική της ταυτότητα παρά το γεγονός ότι γράφει στα αγγλικά.

[…] Αυτά συμβαίνουν την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, σε μια εποχή που οι αραβικές κοινότητες στις Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται υπό πολιορκία και η αραβική κουλτούρα και παραδόσεις δαιμονοποιούνται, συκοφαντούνται και λοιδορούνται όσο ποτέ άλλοτε. Αντί να κάνουν ένα βήμα πίσω, να υποβαθμίσουν τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά τους και να αποφεύγουν να μιλούν στα αραβικά δημόσια, όπως έκαναν πολλοί Αραβο-αμερικανοί και Αραβο-αμερικανίδες προκειμένου να μη γίνουν στόχος ρατσιστικών επιθέσεων, οι δύο αυτές ποιήτριες διατρανώνουν την αραβικότητά τους και αραβοποιούν την επίσημη γλώσσα του αμερικανικού κράτους κλείνοντας το μάτι στις αδερφές τους και αγριοκοιτώντας τους κάθε λογής ρατσιστές. Το μήνυμά τους είναι σαφές: δεν πρόκειται να το βουλώσουμε, δεν πρόκειται να τρομοκρατηθούμε, δεν πρόκειται να απαρνηθούμε την κουλτούρα μας.
[Απόσπασμα από την εισαγωγή της έκδοσης]

Μια Ουρουγουανή ποιήτρια στο μεξικάνικο ’68

Κείμενο της Γεωργίας Κανελλοπούλου*

Σε δύο βιβλία του ο Ρομπέρτο Μπολάνιο έχει γράψει για την ιστορία της Ουρουγουανής ποιήτριας που έμεινε κλεισμένη για 14 μέρες στην τουαλέτα του πανεπιστημίου του Μεξικού στα γεγονότα του 68. Πριν τη σφαγή του Τλατελόλκο. Τότε που ο στρατός παραβίασε το άσυλο και εισέβαλε στο πανεπιστήμιο. Η κοπέλα λεγόταν Alcira Soust Scaffo και ήταν φτωχή παράνομη μετανάστρια που ψιλοδούλευε στο πανεπιστήμιο. Αντισυμβατική ποιήτρια η ίδια, είχε επαφές με όλο το ριζοσπαστικό κόσμο των ποιητών του Μεξικού, και βρέθηκε στην τουαλέτα την ώρα που μπήκε ο στρατός στο πανεπιστήμιο. Ο Μπολάνιο τής αλλάζει όνομα, τη λέει Αουξίλιο Λακουτούρε και την βάζει να διαβάζει ένα βιβλίο ποίησης μέσα στην τουαλέτα, ποίηση του μεξικανού ποιητή Πέδρο Γαρφίας. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια αυτό ή το έχει προσθέσει ο Μπολάνιο στην ιστορία, πάντως η Αουξίλιο λέει στο βιβλίο: “Πίστευα πάντα πως η ζωή ξεχειλίζει από πράγματα θαυμαστά και αινιγματικά. Και πράγματι, χάρη στα ποιήματα του Πέδρο Γαρφίας και στο αδιόρθωτο βίτσιο μου να διαβάζω στην τουαλέτα, ήμουν εγώ η τελευταία που αντιλήφθηκε ότι είχαν μπει οι ειδικές δυνάμεις και μάζευαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους.”

Ο μεξικάνικος Μάης άρχισε τον Ιούλιο. Ακολούθησε, αρχές Οκτωβρίου του 68, η μεγάλη σφαγή του Τλατελόλκο, της πλατείας των «τριών πολιτισμών», ακριβώς 10 μέρες πριν την έναρξη των ολυμπιακών αγώνων του Μεξικού.

Στον πρόλογο του βιβλίου του Πάκο Ιγνάθιο Τάιμπο ΙΙ με τίτλο «68 – σαράντα χρόνια μετά δεν ξεχνάμε», η συγγραφέας Ελένα Πονιατόφσκα γράφει: «Φοιτητικά κινήματα υπήρξαν σε πολλές πόλεις του κόσμου, στην Πράγα, στο Τόκιο και στο Παρίσι, αλλά η μοναδική πόλη όπου έγινε σφαγή διακοσίων πενήντα ανθρώπων ήταν στο Μεξικό». Η βία ήταν τρομακτική. Στρατός, τεθωρακισμένα και ελεύθεροι σκοπευτές κατά άοπλων φοιτητών και μαθητών, με εντολές να σκοτώσουν. Σε μια περίπτωση έσπασαν με μπαζούκας την πόρτα γυμνασίου, ενώ στην πανεπιστημιούπολη έλαβαν μέρος 10.000 στρατιώτες και τανκς, όταν οι φοιτητές ήταν όλοι κι όλοι εξακόσιοι. Μία απ’ αυτούς ήταν η ποιήτρια της τουαλέτας, η Αλσίρα – Αουξίλιο.

Το άλλο εντυπωσιακό σημείο είναι πως την παράλογη βία δεν άσκησε κάποια στρατιωτική δικτατορία αλλά η εκλεγμένη κυβέρνηση του Θεσμικού Επαναστατικού Κόμματος (PRI). Κοιτώντας φυσικά την ιστορία αυτό δεν εντυπωσιάζει και τόσο. Ναι μεν το PRI κάποτε, τότε με τον Λάζαρο Κάρδενας, έδωσε άσυλο σε αντικαθεστωτικούς, αγωνίστηκε για τα δικαιώματα ιθαγενών και γυναικών, και εθνικοποίησε τη βαριά βιομηχανία της χώρας, αλλά στον τελικό λογαριασμό κυβέρνησε 71 χρόνια (!) με διαφθορά και αυταρχισμό, αναγκάζοντας τον Έκτορα Μπελασκοαράν Σάυν να μιλάει για “την πιο διεφθαρμένη χώρα του πλανήτη”.

Οι εξαφανισμένες, δολοφονημένες, κακοποιημένες γυναίκες της Χουάρες, οι 43 χαμένοι φοιτητές της Αγιοτσινάπα, τα σεξουαλικά βασανιστήρια που υπέστησαν 26 γυναίκες από αστυνομικούς που αφέθηκαν ελεύθεροι, το δίκτυο πορνείας υπό την αιγίδα του PRI, η πυρκαγιά των 49 νεκρών παιδιών, η σφαγή στην Τσιάπας, και φυσικά η σφαγή του Τλατελόλκο είναι μερικά μόνο από τα επιτεύγματα της διακυβέρνησης αυτής. Στην περίπτωση μας, φαίνεται πως η εικόνα της χώρας, το θέαμα των ολυμπιακών αγώνων που δεν πρέπει να διαταράσσεται με τίποτα, η προσέλκυση επενδυτών, ήταν οι αιτίες της σφαγής. Φυσικά, υπάρχουν μεξικανοί που θυμούνται. Υπάρχουν άνθρωποι που θυμούνται. “Sin Olvido” σημαίνει Δεν Ξεχνάμε. O Πάκο Ιγνάθιο Τάιμπο λέει στο βιβλίο του: Κάποτε πρότεινα να φτιάξουμε για έμβλημα μας ένα μπλουζάκι που να γράφει στο μπροστινό μέρος «γεννηθήκαμε για να χάνουμε». Αλλά στην πλάτη με μεγάλα γράμματα θα έλεγε: «Όχι για να παζαρεύουμε».

Η Αλσίρα – Αουξίλιο θα συμφωνούσε μαζί του. «Σκαρφάλωσα στο παράθυρο του μπάνιου και κοίταξα έξω. Είδα στρατιώτες, είδα τη σκιά ενός τεθωρακισμένου, είδα φορτηγά που φόρτωναν τους συλληφθέντες φοιτητές, είδα τον άνεμο που διέτρεχε το πανεπιστήμιο. Κι ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Ήξερα ότι έπρεπε να αντισταθώ. Να μην ανοίξω, να υπερασπιστώ τον τελευταίο θύλακο αυτονομίας, εγώ, μια φτωχή ποιήτρια από την Ουρουγουάη. Αν θέλουν να σε βρουν, ας μπουν στον κόπο να σε βρουν, είπα.».

Πηγές

-Τα αποσπάσματα της Αουξίλιο είναι από το βιβλίο Οι άγριοι ντεντέκτιβ του Ρομπέρτο Μπολάνιο, Μτφρ. Κ. Αθανασίου, Εκδ. Καστανιώτη
-Το άλλο βιβλίο του Μπολάνιο για το ίδιο θέμα είναι Το φυλαχτό, Μτφρ. Κρ. Ηλιόπουλου, Εκδ. Άγρα. Το Φυλαχτό προηγήθηκε των Ντεντέκτιβ, όπου όμως εμφανίστηκαν πάλι η Αουξίλιο και ο Αρτούρο Μπελάνο, alter ego του συγγραφέα, προηγήθηκε και του 2666 το οποίο όμως η ίδια η Αουξίλιο προφήτεψε! Απίθανος Μπολάνιο, που μάλιστα είχε γεννηθεί σαν προχθές, 28 Απριλίου 1953. Στη Χιλή φυσικά.
-Βιβλίο 68, των Ταρίκ Αλί και Πάκο Ιγνάθιο Τάιμπο ΙΙ, Εκδ. Άγρα
-Ο Έκτωρ Μπελασκοαράν Σάυν είναι ο ντεντέκτιβ – ήρωας του Πάκο Ιγνάθιο Τάιμπο στη γνωστή αστυνομική του σειρά.
-Άρθρο «Στο Μεξικό ο Μάης του 68 άρχισε τον Ιούλιο, του Κρίτωνα Ηλιόπουλου, στην Εφημερίδα των Συντακτών
https://www.nytimes.com/2018/10/01/world/americas/mexico-tlatelolco-massacre.html
-https://www.theguardian.com/cities/from-the-archive-blog/2015/nov/12/guardian-mexico-tlatelolco-massacre-1968-john-rodda?fbclid=IwAR2HLQfwMAf1g8nDEEWyo9kduBhptMnQakqzK-mb79X_qWGCrY6L6TtGl_s
-https://www.magnumphotos.com/newsroom/politics/1968-power-protest-politics/?fbclid=IwAR0PoeyodbKMi2wrxN7Aoup_8f-1edOMhZbGFGlsFnDG8dLxJ-5SG7AIvew-

#Στην κεντρική φωτογραφία του άρθρου είναι η πραγματική Alcira Soust Scaffo, με φόντο την πανεπιστημιούπολη του Μεξικού. Η φωτογραφία “Sin Olvido”, που σημαίνει “Δεν Ξεχνάμε” είναι του Pablo Tonatiuh Álvarez Reyes, από ένα project που επικρίνει την κοντή μνήμη των ανθρωπων.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.aftoleksi.gr/2023/04/29/o-mpolanio-mia-ftochi-oyroygoyani-poiitria-o-mexikanikos-mais-68-poy-egine-ioylio/

Ένας ποιητής σε αναζήτηση ταυτότητας 

Για την ποιητική συλλογή Ταυτότητα του Γιώργου Μπακλάκου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν (Ιούλιος 2022)

Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης

Η πρώτη ποιητική συλλογή του Γιώργου Μπακλάκου με τον τίτλο Ημιυπόγειο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν το 2017. Λίγα χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε η Ταυτότητα (Ιούλιος 2022), από τις ίδιες εκδόσεις συνεχίζοντας το όμορφο ταξίδι στην ποίηση που ξεκίνησε πριν λίγα χρόνια. Σε σχέση με την πρώτη του απόπειρα ο ποιητής έχει αντιμετωπίσει τις αδυναμίες του και παράλληλα έχει κάνει βήματα στην ανάπτυξη των εκφραστικών του μέσων. Αξίζει να διαβάσετε τα δύο βιβλία μαζί με τη χρονολογική σειρά που κυκλοφόρησαν για να διαπιστώσετε την εξέλιξη στη γραφή του δημιουργού.
Ο κοινωνικός, ηθικός, ψυχολογικός και βαθύτατα φιλοσοφικός προβληματισμός που αναπτύχθηκε στο Ημιυπόγειο βρίσκεται και εδώ. Αυτή τη φορά όμως ο Μπακλάκος κάνει κι ένα βήμα παραπέρα. Θα επιχειρήσει μια ανατομία της εποχής και των ανθρώπων που είναι φτιαγμένοι από πλαστελίνη (Σύγχρονες ανθρώπινες αξίες), που αναφωνούν ότι «Κι είμαστε πάλι εκεί./ Όπου η δύναμη θα συντρίψει το δίκιο» (Εποχή) Την ίδια στιγμή, ο ποιητής δεν αδιαφορεί «για εκείνους που δεν κάνουν έρωτα/ παρά σαν άγρια θηρία παλεύουν» (Για κείνους που δεν κάνουν έρωτα). Από την Ταυτότητα δεν λείπουν τα ποιήματα για την ποίηση που δεν μπορούν να πείσουν με «Λέξεις τριμμένες στη φθορά της χρήσης» (Άπιστα λόγια) χωρίς να απουσιάζει από εδώ μια ενδοσκοπική και κοινωνική ματιά. Με λίγα λόγια, στο στόχαστρο του ποιητή μπαίνουν η αποξένωση, η απώλεια και η εκποίηση του ανθρώπινου περιβάλλοντος και συναισθήματος. Όλα τα παραπάνω οδηγούν σταδιακά στην αναζήτηση μιας υπό διαμόρφωση ταυτότητας.
Διαβάζοντας την Ταυτότητα σκέφτομαι μεταξύ άλλων εάν ο άνθρωπος (ο ποιητής, εσύ που διαβάζεις αυτό το σχόλιο, ο οποιοσδήποτε) αναγνωρίζει την ταυτότητα του όπως έχει διαμορφωθεί από τις διάφορες συνθήκες κι επιλογές. Ίσως το ποίημα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ανήξεροι» να δίνει μια απάντηση σε αυτό. Γράφει ο ποιητής: Λέμε δεν πήραμε χαμπάρι./ Μόνο σημάδι ενθύμησης η Ακρόπολη/ που στέκει πάνω απ’ τη Νεκρόπολη./ Οι σοφοί κουκουλωμένοι στο πιθάρι,/ εγώ στο πληκτρολόγιο κάνω το παλικάρι/ κάθε μέρα περισσότερο κραυγάζω/ να πείθομαι πως έτσι αλλάζω./ Θα φύγω δίχως να περάσω απ’ την ευθύνη/ κατηγορώντας άλλους που τίποτα δεν έχει γίνει/ αδιαφορώντας για το μόνο που άφησα σημάδι/ της ιστορίας πως ήμουν το ξεφτισμένο υφάδι./ Λέμε δεν πήραμε χαμπάρι.
Αναζήτηση ταυτότητας
Η δύσκολη μεταβατική εποχή που διανύουμε απαιτεί από κάθε κοινωνικό, καλλιτεχνικό και γενικότερα ανθρώπινο υποκείμενο να τοποθετεί απέναντι στα κρίσιμα ζητήματα που κάθε ώρα και στιγμή βρίσκει μπροστά του. Είναι μια εποχή τεράτων όπου ο παλιός κόσμος πεθαίνει ενώ ο καινούργιος παλεύει να γεννηθεί, για να θυμηθούμε τον μεγάλο μαρξιστή επαναστάτη Αντόνιο Γκράμσι. Ο ποιητής της Ταυτότητας αναλαμβάνει το μερίδιο της ευθύνης του. Προσπαθεί να ορίσει το σύνολο των ιδιοτήτων που προσδιορίζουν την ιδιαίτερη φύση ενός ατόμου (του εαυτού του) ή/και του συνόλου (της γενιάς του, της κοινωνίας, των ανησυχιών του). Καταλήγει ότι υπάρχουν παραπάνω από μία ταυτότητες αλλά και μια δύναμη που κατά περίπτωση μπορεί να κρατήσει το εκάστοτε υποκείμενο σε μια θέση αδράνειας.
Το παρελθόν και η ιδιαίτερη δυναμική του έχει το ρόλο του στην αναζήτηση του ποιητή ενώ διαμορφώνει την κριτική θέση του απέναντι στα διάφορα ζητήματα παράλληλα με άλλους παράγοντες. Η Ταυτότητα του Μπακλάκου έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα κατά περίπτωση χωρίς όμως να περιορίζεται σε ένα στείρο διδακτισμό όπως συναντάμε σε διάφορα έργα ομότεχνων του. Αυτό αξίζει να σημειωθεί γιατί αναπαράγει έντεχνα της καλύτερες παραδόσεις της ποίησης μας. Για όλους αυτούς τους λόγους η Ταυτότητα πρέπει να διαβαστεί. Συμπερασματικά, ο ποιητής καταφέρνει όχι μόνο να βρει την ταυτότητα του αλλά και να την επανεφεύρει με επιτυχία. Καλεί κι εμάς στην ίδια αναζήτηση, στον ίδιο αγώνα. Αν υπάρχουν μαύρες καταστάσεις όπως αναφέρει το ομώνυμο ποίημα (Το χειρότερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας είναι οι καταστάσεις./ Σε ωθούν στα χειρότερα σκοτάδια του εαυτού σου,/ δημιουργούν τις πιο αηδιαστικές ανθρώπινες πράξεις.), υπάρχουν και ο φωτεινές εξαιρέσεις.
Πέρα όμως από τις ιδέες πίσω από την Ταυτότητα βρίσκεται, πιστός σύντροφος και οδηγός, η ποιητική γραφή και γλώσσα του δημιουργού. Άλλωστε η ποίηση δεν είναι τίποτα χωρίς αυτά τα στοιχεία. Θα διαβάσουμε ποιήματα ολιγόστιχα έως μεγαλύτερες συνθέσεις, με απλή, κατανοητή γλώσσα, που δεν περιορίζονται σε διάφορα παιγνίδια φτηνού εντυπωσιασμού. Έτσι κι αλλιώς ο ποιητής δεν θέλει να πει τίποτα άλλο από την αλήθεια όπως την βιώνει πέρα και μακριά από εξαρτήσεις, περιορισμούς, λυρικά στολίδια χωρίς ουσία και νόημα. Κατ’ επέκταση δεν επιτρέπει στον εαυτό του να χαριστεί σε κανέναν. Ούτε στους συναδέλφους του ποιητές και λογοτέχνες. Η απόδειξη βρίσκεται στο ποίημα που ακολουθεί. (Και τώρα τι κάνουμε;/ Είπαμε όλες τις λέξεις,/ εξαντλήσαμε κάθε στυλ,/ βιάσαμε όλες τις τεχνοτροπίες,/ χρησιμοποιήσαμε τα εκφραστικά μέσα,/ σαρώσαμε τα λογοτεχνικά βραβεία./ Τι απομένει;/ Μήπως να πούμε την αλήθεια; (Λογοτέχνες)

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Πριν τ’ όνειρο νεκρός
Μετά από δαύτο ξύπνιος.
Αφήστε με εκεί.

ΕΠΟΧΗ

Στον ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη

Κι είμαστε πάλι εκεί.
Όπου η δύναμη θα συντρίψει το δίκιο
Το πισώπλατο θα μαχαιρώσει το αντρίκειο
Η απληστία θα καταλύσει τη λογική
Οι λίγοι θα θέλουν ακόμα πιο πολύ
Αδιαφορώντας αν πεθαίνουν οι πολλοί
Κι ο κόσμος μια ματωμένη οιμωγή
Στων ειδήσεων την εκφοβιστική αγωγή.

Τ’ ΑΔΥΝΑΤΑ

Να σταθεί το βουνό στη σκιά του βράχου,
Να πνιγεί η θάλασσα μέσα σε μια σταγόνα,
Να ξεριζωθεί η ιδιοτέλεια από τον έρωτα,
Να μισηθούν συνολικά οι άνθρωποι
Καθώς αγαπιούνται ξεχωριστά ένας ένας,
Να γίνει χώμα ο ουρανός και σύννεφο η γη.
Αυτά θα ήθελα να δω, έτσι για πλάκα.

Introduction to A J Carruthers’s AXIS Z Book 3

Screenshot

By Wang Guanglin, A J Carruthers and Zoë Sadokierski | 20 March 2023

In a j carruthers’s new collection, verse stanzas, running vertically from top to bottom rather than left to right, challenge the dominant linear mode of thinking and writing in the West. They call attention to alternative forms of representation and reveal the existence of other landscapes. The purpose of the ‘axis’ is no longer confined to one-way movement, but to rotation and circular modes of thinking, writing, and generating new ideas.

The poems here are iconoclastic: they draw on different media (such as musical notation) and languages, and avoid standard lyrical and stylistic forms. They can be read non-sequentially, and in open-ended ways that invite the reader’s participation. The poet’s defamiliarising techniques create a certain degree of difficulty and slow the progress of perception. Reading in this case is never easy or smooth, but an exercise in aesthetic entertainment and critical thinking.

carruthers’s poems also remind me of the palindromic poems in the Chinese poetic tradition, especially those by Su Hui, in pre–Qin Dynasty China. Su Hui wove a ‘reversible circular-picture poem’ for her husband Dou Tao, who had been exiled to the place of ‘flowing sands’. This mournful poem of love’s longing consists of 840 characters and can be read horizontally, vertically, backwards, forwards – in any direction – to make over 200 other poems, and won the admiration of the Empress Wu Zetian.

AXIS Z Book 3 displays an alter–avant-garde modernism: the poems continue, on the one hand, the tradition of modernism (recalling something of e. e. cummings or Ezra Pound); and, on the other, the heritage of marginal writers and writings neglected in Eurocentric modernist studies. This is more than a game of words: the poems are, the poet states, ‘written in an environment of a great imbalance of worlds, which produces war’. Just as the poetry of Su Hui bears her love for her husband, AXIS Z Book 3 bears the empathy of this poet for the world, while also bearing witness to the limits of language in the face of human progress.

*Wang Guanglin is a Professor of English at the School of Languages, Shanghai Institute of Trade.

**a j carruthers is a poet, performer, critic. Recent works are Axis Book 2, the recorded sound-poem Consonata, and visual works all published in Canada: MS Word Variations 1-11, EPSON L4168 consonant studies (Banff: no press) and The Blazar Axes (Calgary: Spacecraft). Is working as Assoc. Prof. at Nanjing University, in China.

***Zoë Sadokierski is a Sydney-based designer and writer. She has designed more than 250 books for various Australian publishers, and is Vice President of the Australian Book Designers Association. Zoë lectures in the School of Design at the University of Technology, Sydney, where she runs the Page Screen research studio, experimenting with publication models for limited edition print and digital books. She also writes a column on book culture and reading in a digital age for The Conversation. http://www.zoesadokierski.com/

#Re-blogged form http://cordite.org.au/introductions/wang-carruthers/  

A poet in wolf’s clothing

By Theo Panayides

September 4, 2019

“I’m a wolf,” says the poet Costas Reousis, “but I don’t live like a wolf.” ‘Reousis’, with the accent on the first syllable, is actually a pseudonym (he was born Costas Papathanassiou, in Athens, to a Cypriot father and a Greek mother) but it’s not immediately clear where it comes from: I thought it might derive from the French ‘réussir’, ‘to succeed’ – but in fact it’s a form of the Greek verb ‘reo’ (‘to flow’), which is quite appropriate. Costas may or may not be considered successful, by late-capitalist standards, but he does undoubtedly flow – both in his speech, in his words and of course his poetry, and physically too, to the bars and drinking dens where he drags his poetic carcass.

A note on the verbal flow: it’s virtually impossible to replicate. The poems themselves are opaque and uncompromising, built on a contrast between curt, craggy form and impossibly rich, fulsome language. (Is it modernism? He prefers hyperrealism, adding however that “a poet is defined by his language” as opposed to this or that movement.) His conversation is almost as hard to pin down. He lived in Greece till his early 30s (he’s now 49) and retains the accent – but it’s not just the accent, it’s the words he employs and the fast, garbled way he spits them out. ‘Sousourada’ he says, on the subject of women, a self-conscious Greek word which might be translated as ‘saucy minx’. “It’s not like I’m begging for it. Whatever works. Fuck it (‘St’arhidia mou’), I’m busy. If it happens with some sousourada, we won’t say no.” He’s a wise guy, the punk in the corner in the murkiest dive in all Exarcheia – but formal too, with an exquisite courtesy: I’ve brought along some books, he says gravely, “if you’ll allow me to present them to you when we’ve finished”. Even if this piece were in Greek – which it really should be – I’d struggle to convey even an inkling of his style. In English, forget it.

A note on the physical flow: he gets around. I should mention straight away that Costas was touted as a possible profile by a bartender friend, having made an impression as an interesting customer – and we also meet in a bar (actually a bar-café, Kafeneio 11 in old Nicosia), sitting at a corner table with bottles of Keo. Other friends recognised the name when I said I was profiling him (“I have a reputation,” shrugs the man himself, when I put all this to him), and told lurid tales of having seen him late at night, clearly drunk and arguing with himself – or his demons? – in a loud voice. ‘So you like to go out?’ I enquire delicately.

Costas nods. “And it sometimes happens that I go out and drink a lot,” he adds. “Beers, mostly – but a lot of beers. A whole kafasi,” he adds, another mainland-Greek word which means ‘crate’ but, in this context, is more like ‘a shitload’.

So, like, 10 beers?

“Try 24,” he replies. “But okay, don’t get me wrong. I have to be very…” he tails off, with a gesture that implies having reached the end of his tether.

He must feel pretty sick the next morning.

“I feel nothing next morning. Nothing, nothing at all. Because, for me to go and drink a crate of beers, my nerves must be so shot that even a crate of beers won’t calm them down!”

It’s not just the drinking, either. There are four cigarette butts in the ashtray at the end of our hour together. Costas smokes two packs a day, going up to four when things get especially fraught. What about drugs? Has he ever indulged?

“What are you, the neighbourhood cop?” he ripostes, snapping back into Exarcheia-anarchist mode. “What kind of question is that?”

There are other things he’d rather not talk about, like what his father did for a living (“It doesn’t matter”) or what he himself now does as a day-job, one of three compartments in his life (the others being poetry and the frequent nocturnal wanderings). He used to work in media, as a writer and sub-editor – but was made redundant at the time of the crisis, spent four years unemployed and now works (from eight to four, or thereabouts) at a more mundane job he’d rather not specify. It’s unclear if he’d ever go back to his old position, or if he’s burned his bridges. “I’ve left jobs with all guns blazing,” he explains emphatically. “Oh yeah! ‘So you’re firing me? Well, I’ve got a few things to say to you first’.” It’s those ‘nerves’ he mentioned earlier (he describes himself as “confrontational”), the emotions that well up inside him and have to be channelled – into fiery eruptions, and of course into poetry. I ask about friends; does he have a big circle? “I do,” he replies wryly. “Old ones, new ones – and quite a few that I used to talk to, and don’t anymore.”

Does he never reconcile with people, after they fall out?

“Eh, rarely.”

Does he bear grudges?

“Me? No.”

So the others do?

“St’arhidia mou.” It’s not that he’s self-destructive, explains Costas, but “after 20 years [in Cyprus], and so many clashes, I don’t want anything to do with them. I’ve returned their books, the ones they were kind enough to give me. I don’t even want you on my bookshelves!… I find it all so annoyingly utilitarian,” he sighs, of the poetry scene, “and – well, miserable, you know? Miserable.”

You can sense that dynamic in his poems, so much high-flown, singular language packed into a few pithy lines; the emotion feels about to spill over. Even his blog (reousis.blogspot.com), where he keeps an archive of poems and writings, has a high-flown name, ‘Asklipieio tis Pikrosynis’ – the first word a reference to Asclepius, the Greek god of medicine, the third a fancy riff on the word for ‘bitterness’, so something like ‘Medicine for Bitterness’ only much more ornate and poetic. Language is his pet, his weapon, his plaything. The poems in Costas’ 2009 collection O Kratiras tou Geliou Mou (‘The Crater of My Laughter’) don’t even have punctuation marks (or verses), the words expelled in a rich, indecipherable stream which “only I can recite” (he’s known for the impressive way he recites his poems). “Costas Reousis’ poetry is savage,” reads a quote on the Politeia bookshop website, where the book is for sale: “This is not the kitten of post-modernism, which allows you to stroke it. These are leopard-poems, depositing their slaughtered prey on the vast acacias of the savanna”. Unsurprisingly, Crater – along with last year’s Sbaralia (‘Smithereens’) – is his own favourite among his collections.

Sbaralia isn’t actually his most recent work. A new collection, El Kamino – his ninth, albeit shared in this case with three other poets – came out in May, and two further books, collecting poems he’s penned over the years, are due to be published by the end of the year (there’s also talk of Sbaralia being presented as a stage production with live music in 2020). I seem to have caught Costas Reousis at the best possible time, his most productive in ages; even my friends who mentioned his drunken exploits (and actually like him very much) admit that he seems to be going through a mellow phase, prone to posting selfies on Facebook where he unsmilingly presents some of the poets – Apollinaire, Ted Hughes, Garcia Lorca – who’ve meant most to him.

Like he says, he’s a wolf but doesn’t live like a wolf. There’s a solitary aspect to Costas, yet he’s sociable too. “It’s because I’m eccentric and grumpy,” he grunts when I call him an ‘underground’ poet (his point being that he’s not really underground, his style just makes it seem that way) – and he is indeed eccentric, yet the eccentricity is also a persona. He cares and doesn’t care what people think. There’s a reason, after all, why he never drinks at home – only in public, where he and his demons can battle it out in full view of everyone. Is it just a performance? Surely not. But it’s like his poetry, which really comes alive when being recited; Reousis the man – the punk, the grump – is a big part of Reousis the poet.

He looks more irascible than he is, with his heavy glasses and thick, lumpy features. He never smiles in photos, keeping his mouth tightly downturned – though it may be because he has problems with his teeth, a chronic periodontitis that’s plagued him since childhood and ravaged his gums to the point where he can’t even wear false teeth anymore. “I took such a beating,” he recalls with a grim chuckle. “Such a beating from the dentist, you can’t imagine.” His body, it appears, isn’t his biggest ally; he’s also had some operations (nothing serious, he insists) in the past few years, starting around the time when he lost his job. This is probably part of the reason – conscious or not – for the current burst of productivity, a sense of Time creeping by and his own half-century on the horizon, though the newfound structure of being back in work after four years also helps.

He’s become more driven as he grows older; the three parts of his life now fit together “with military discipline”. Once the day-job is done, he picks up paper and pencil (he always writes in longhand) for the poetry part – though it’s not like he writes every day: “Most of [the poems] appear fully-formed,” admits Costas. “When the time comes, they appear fully-formed”. Still, he can think about writing every day, pore over half-finished poems and imbibe the poetry of others; he’s a fan, hence the selfies on Facebook.

He’s also, let’s be clear, an established poet, whose work has been translated into Spanish and Italian – but it’s not just the work, it’s a certain sensibility. Even those who couldn’t make head or tail of his challenging (or pretentious) verse can sense something special in this high-strung man with the fickle body and nervous disposition, the trail of quarrels and late-night eruptions. He’s always written, ever since childhood, didn’t study Literature – he did Law instead – but always pursued it; his first book of poems came out in 1995. At the same time, there’s more to his life than writing. “I’m not sitting there with my quill in my hand, filled with divine inspiration,” he quips. “I’m a bit of a hoodlum. Quite a bit, actually.”

Costas’ flat is essentially an office – then, once the poetic part of the day is done, comes the third (also quite poetic) part, where “I roam the streets, as much as my stomach can take”. I wonder if he does it to inspire the Muse, but he waves me away: “What do you think, I take notes? I go out! Just to say something crude, do something stupid”. It’s different when he has a girlfriend – he’s been in long-term relationships, though never lived with anyone; he needs his privacy – but right now his life is simple: day-job, poems, carousing, back again at 8am. It helps that he only needs about five hours’ sleep.

“I don’t have a shrink,” crows Costas Reousis, positing his non-wolfish flow as a kind of therapy. “I need my nerves, and I like to express them. I’m like a heart,” he adds, he has to keep moving and pumping, violently if necessary; “It’s how I am, you either accept me or you don’t”. This summer’s been a time of industriousness, putting the new books together; his work – he says – has become a bit more talked-about in the past couple of years. I suspect he’s slightly torn about success, craving the attention and hating that desire at the same time (“The main thing,” he notes, “is not to start brown-nosing”). We finish up our Keos and get ready to leave – but wait, there’s one more thing! “Don’t write the ‘Costas’ with a ‘K’,” he enjoins, looking very impassioned. “With a ‘C’, please!”. Consider it done.

Photo: Haris Panayiotou

*From here: https://cyprus-mail.com/2019/09/04/a-poet-in-wolfs-clothing/

Η θεματική του πένθους στην ποίηση του Βαγγέλη Αλεξόπουλου 

Γράφει η Λίλια Τσούβα*

Ο Βαγγέλης Αλεξόπουλος στην ποιητική του συλλογή Οι ψιθυρισμοί του πένθους πάνω από την πόλη (εκδόσεις Οδός Πανός, 2022), δημιουργεί έναν κόσμο υπαρξιακής αγωνίας και άλγους, έναν κόσμο ζοφερό που μετουσιώνει τη σύγχρονη εποχή, η οποία χαρακτηρίζεται από υπερκατανάλωση και ατομικισμό, απουσία ηθικής, κοινωνικής μέριμνας.

Η έννοια του πένθους στην ποίηση παραπέμπει στον ρομαντισμό, όπως και το αγγελικό στοιχείο το οποίο ενυπάρχει στις συνθέσεις, ή το αίσθημα του spleen, (υπαρξιακή αγωνία, κράμα ανεκπλήρωτων πόθων και απόγνωσης), που χαρακτηρίζει τη θεματική. Η αισθητοποίηση των ιδεών ωστόσο πολλές φορές επιτυγχάνεται μέσω υπερρεαλιστικών εικόνων. Υπό την έννοια αυτή, η ποιητική του Αλεξόπουλου εγκολπώνει τρία μεγάλα και σημαντικά ρεύματα της ποίησης, τον ρομαντισμό, τον εξπρεσιονισμό (αποτύπωση κραυγής για τον χαοτικό κόσμο μας) και τον υπερρεαλισμό.

Την ποιητική του αφήγηση δομεί πάνω σε δικά του θεμέλια, αρχιτεκτονική και ύφος. Με Προοίμιο και Εισαγωγή προαναγγέλλει το θέμα. Ακολουθούν τα μέρη Οι ψιθυρισμοί του Θεού, Οι ψιθυρισμοί του ανθρώπου. Η όλη σύνθεση κλείνει με Επίλογο και Επίμετρο. Εκδιπλώνει έτσι ο Βαγγέλης Αλεξόπουλος με τρόπο θεατρικό/αφηγηματικό την εφιαλτική πραγματικότητα του σήμερα, την οποία συνδέει με την πολυμορφία του πένθους που δεν αφορά μόνον απώλεια αγαπημένων προσώπων. Ακούει τους ψιθυρισμούς των ανθρώπων πάνω από τις πόλεις, ρίχνει το βλέμμα στην υπεραναπτυγμένη τεχνολογικά κοινωνία και μέσα από την αντίθεση ανάμεσα στον Θεό και τον διάβολο, αναδεικνύει την αιώνια πάλη του καλού με το κακό. Ο φαουστικός κόσμος που αποκαλύπτει, για τον οποίο υπεύθυνος είναι ο άνθρωπος, αλυσοδεμένος στο άρμα των παθών, ηττημένος στην παρτίδα σκάκι με τον διάβολο, εκπεπτωκώς της χάριτος του Θεού, είναι δύσκολο να αλλάξει.

[…] Έξω από το παράθυρο
βλέπω αστραφτερά μάτια
Ο διάβολος κοιτάζει
κλείνω το παράθυρο
σφραγίζω την πόρτα

Τον κλειδώνω μέσα

Στήνω το σκάκι
(Σκακιστικό ποίημα, σελ. 10)

Οι κύριοι πόλοι γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η συλλογή του Βαγγέλη Αλεξόπουλου είναι η ζωή (το υπαρξιακό) και η ποίηση. Το ποιητικό υποκείμενο επικεντρώνεται στον θάνατο, αλλά και στον χρόνο που παρέρχεται. Διαλέγεται με τον Θεό, για όσα συμβαίνουν:

[…] Μέγας είσαι Κύριε και θαυμαστά τα έργα Σου.
(ποίημα: «Ένας ταλαίπωρος Άγγελος επισκευάζει τον φράχτη του παραδείσου», σελ. 13)

[…] Κύριε, πώς το επέτρεψες/ η σταγόνα να γίνει μαρτύριο;
(ποίημα: «Διαβάζοντας το ποίημα της Rosa Alcalá “You and the Raw Bullets”», σελ. 15)

Διαλέγεται επίσης με την ποίηση:

Θρηνώ για τους στίχους που δε γράφτηκαν
Που δεν αποτυπώθηκαν στο χαρτί.
Συνήθως φταίει η ανεμελιά του ποιητή.
Γράφει σε χαρτάκια και αυτά εξαφανίζονται.
[…] (ποίημα: «Αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα», σελ. 34)

Επικρατούν τα δίπολα: διάβολος-παράδεισος, λευκό-μαύρο, ζωή-θάνατος, νύχτα-ημέρα, καλοκαίρι-χειμώνας. Η βία, η μοναξιά, η μνήμη, ο μικροαστισμός, το οικολογικό, η ανισότητα, η απώλεια του συναισθήματος, της οικειότητας, τα σκοτωμένα όνειρα. Ο ποιητικός λόγος, άμεσος και υποβλητικός, λιτός και δυναμικός, με ερωτήσεις και λέξεις καθημερινές, είναι έντονα καυστικός. Το παράλογο του κόσμου απεικονίζεται υπερρεαλιστικά, με σπάσιμο της λογικής, αφήνοντας ελεύθερο το υποσυνείδητο:

[…] Στα παράθυρα, κεφάλια σκύλων
που αγωνίζονται ν’ αναπνεύσουν καθώς τα πνίγει

H μοναξιά: (η ερωμένη του καλλιτέχνη) […] (ποίημα: «Η εικόνα στο τζάμι της μπαλκονόπορτας», σελ. 18)

[…] Τα μάτια σου στάζουν μαύρο αλάτι

και
Λευκό είναι το χρώμα του θανάτου
(ποίημα: «Ο ναρκισσισμός είναι/ που πάντα σκοτώνει την avant garde», σελ. 21)

Ο έρωτας παρουσιάζεται ως ανακούφιση [… το σώμα που το καίει ο πυρετός ανακουφίζεται, (ποίημα: «Μετάδοση θερμότητας σε συναγωγή», σελ. 16)], ως προσμονή [… Κι όμως μ’ ένα μόνο φιλί σου/ θα μπορούσα/ να δραπετεύσω από το ποίημα, (ποίημα: «Περιμένω κάθε βράδυ να επιστρέψεις απ’/ τη δουλειά επιτέλους να ησυχάσω, να μου/ δώσεις μια να δραπετεύσω», σελ. 32)], ένα παλίμψηστο, [Ο έρωτας παλίμψηστος πάπυρος/ μα έχει χαθεί η οικειότητα», (ποίημα: «Δύο κεριά από κλειστά παράθυρα/ με τραβηγμένες κουρτίνες/ ένα κυριακάτικο βράδυ», σελ. 27).

[…] Θέλω να κρυφτώ
σε μια μήτρα αρχέγονη
υγρή
ζεστή
σκοτεινή
φιλόξενη
(Επίμετρο ΙΙ, σελ.69)

Με τέσσερα επίθετα (υγρή, ζεστή, σκοτεινή, φιλόξενη), χωρίς τελεία, το ποιητικό υποκείμενο εκφράζει τον διακαή και διαρκή πόθο του για επιστροφή στον κήπο της Εδέμ, πριν –από ένα φίδι– μπει στον πειρασμό να φάει τον απαγορευμένο καρπό και απολέσει τον Παράδεισο, σ’ έναν κόσμο χωρίς τις εκτροπές της απληστίας και του απανθρωπισμού.

Η ποίηση του Βαγγέλη Αλεξόπουλου είναι βαθιά υπαρξιακή, δραματική, ανατρεπτική στην έκφραση, καταγγελτική. Το κολλάζ από ήχους της πόλης που κατασκευάζει με μαεστρία, αντανακλά το τερατώδες είδωλο του πολιτισμού μας, αλλά και την έρημο της οδύνης μας, για τον χρόνο και τον θάνατο. Στην ποίησή του, πραγματικότητα και υπερπραγματικότητα, άστυ (γη) και ουρανός, συμπλέκονται. Σπάζοντας συχνά το περίβλημα της λογικής, συνομιλώντας με τον Σαχτούρη, την αμερικανική ποίηση, την εικαστική τέχνη, δημιουργεί πίνακες της μοναξιάς και της αλλοτρίωσης. Το ποιητικό του βλέμμα θυμίζει κάδρα του Έντουαρντ Χόπερ, με φωτοσκιάσεις του Γκόγια και βάθος του Ρόθκο, έτσι καθώς κοιτάζει το υπερπέραν και διαλέγεται με τα ανθρώπινα προβλήματα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Anselm Kiefer.] https://frear.gr/?p=34416&fbclid=IwAR3Epo41vLv9DzRo_OI-d017dP05EBwPG0HKrtVYYLYMRF7x7z3wCwS7Bds

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΛΕΞΙΟΥ, Μπαγιάτικα και άλλα ποιήματα, εκδόσεις Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, σελ. 107

Η ποιητική του Βασίλη Αλεξίου, ακροβατώντας διαρκώς ανάμεσα στα μοντερνικά της πρότυπα και στην έντονη αίσθηση μιας παράδοσης, η οποία άλλοτε νοσταλγεί την καταγωγή της και άλλοτε νιώθει ένα είδος ασφυκτικού εναγκαλισμού μέσα στους ορίζοντες που η παράδοση αυτή έχει εξακολουθητικά διανοίξει, διαθέτει την προνομία της αισθησιακής αμεσότητας, η οποία εντέλει εκτρέπει τους μοντερνικούς της τροπισμούς σε σχήματα και εναισθήσεις δημιουργικής επανανάγνωσης των ποιητικών τόπων από τους οποίους αναδύεται.

Η αισθησιακή αμεσότητα των ποιητικών τρόπων του Αλεξίου ορίζει τη διάσταση του αισθητικού προσανατολισμού της ως διάσταση ενός σχεδίου ζωής και μιας φροντίδας εαυτού, ταυτίζοντας έτσι, μέσω της αμεσότητας, την αισθητική των ποιήσεών του με εκείνο που άμεσα είναι αυτό που είναι ο ποιητής τους. Εδώ άλλωστε βρίσκεται, κατά την αντίληψή μου, η πρωτοτυπία, αλλά συγχρόνως και η συμβολή της, στα μοντερνικά ίχνη τα οποία συσσωρεύονται μέσα στις ποιητικές βιώσεις τις οποίες ιστορεί, χωρίς να εξιστορεί, ο Αλεξίου.

Μπορεί οι οδοδείκτες των ποιήσεων του Αλεξίου να είναι απεικάσματα της ποιητικής παρακαταθήκης όμορων ποιητών, και κυριότατα του Μάρκου Μέσκου, του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου και του Τάσου Πορφύρη, όμως οι ποιητικοί του βηματισμοί τον ωθούν πέραν αυτών, στις ατραπούς και στους λαβυρίνθους της ανασυναρμολόγησης των απεικασμάτων, κατά τρόπον ώστε αυτό που τελικά συνθέτει την ποιητική του να είναι η δημιουργική ανασύνταξη των ιχνών, μια άλλη οδός προς την αισθησιακή αμεσότητα του Αναγνώστη-Δημιουργού, ο οποίος ακούει το μη ακουστό που εμπεριέχεται στα ίχνη τα οποία ακολουθεί, όπως ακριβώς ένας ιχνηλάτης που συγχέει τα ίχνη και παίρνει διαφορετικούς δρόμους, αλλά ταυτοχρόνως εγγύτατα προς τα ποιητικά του θηράματα:

Εσείς που ακούτε δεν ακούτε. / Γερμένοι προς τα μέσα σας πηγάδια / τρυγάτε νήπιες φωνές της μνήμης. / Λέξεις που θέλατε να πείτε / και τις πνίξατε, / το λάλον ύδωρ της φωνής σας / που το στέγνωσαν / τα ψέματα του κόσμου / κι οι συμβάσεις / και της ανάγκης ο ζυγός / ο μισθοφόρος […] Μα εγώ,/ σας τα ανασταίνω!

Πολλές φορές ένας ιδιάζων ιμαζισμός αναδύεται μέσα από τα ποιητικά κείμενα του Αλεξίου: όχι ως δόγμα ποιητικής σύνθεσης, όπως ο κλασικός ιμαζισμός εδραιώθηκε μέσα στον μοντερνισμό, αλλά ως υποφώσκων ιμαζισμός ο οποίος ενδυναμώνει την εικονοποιία εκ των έσω, ακυρώνοντας τον συμβολισμό της ποιητικής εικόνας και επιτρέποντας στο παιχνίδι των εικόνων να συγκροτεί την ποιητική έκφραση και να μετατρέπεται σε όργανο της αισθησιακής αμεσότητας του ποιήματος:

Το καλοκαίρι γλιστράει / μέσα απ’ τα δάκτυλα/ σαν την άμμο / ελεημονώντας / τα στερνά λείψανα / της νοσταλγίας και της σμιξοσύνης. / Στην άκρη των ματιών σου / ο χειμώνας / μεταμφιεσμένος / σε δάκρυ / περιμένει…

Όμως, μια αιφνίδια νοσταλγία της παράδοσης που επιστρέφει στην καταγωγή της προσπαθεί να ανατρέψει τη μοντερνικότητα της ποιητικής μέσα από την ίδια τη μοντερνική ποιητική, να την ανατρέψει χωρίς να την ακυρώσει, αλλά αντίθετα να αφήσει στους μοντερνικούς τρόπους το αχνάρι της για να μην λησμονηθεί και να εξακολουθήσει να διαποτίζει τον μοντερνισμό με τον καιρό της παράδοσης και την παράδοση με τον καιρό του μοντερνισμού. Εδώ ο Αλεξίου φαίνεται σαν να «εξίσταται», σαν να εισχωρεί σε έναν Lebenswelt ο οποίος τον μεταφέρει από μια στιγμή της ποίησης σε άλλη ποιητική στιγμή, όχι για να γεφυρώσει τις στιγμές, αλλά αντίθετα για να τις απελευθερώσει, έτσι ώστε να γειτνιάζουν μέσα στο ίδιο ποιητικό περιβάλλον, μέσα στο περιβάλλον στο οποίο ο ποιητής επιχειρεί «μια περιφραστική σπουδή» (T. S. Eliot) με την ίδια αγωνία τότε και τώρα:

Στου Πλατυστόμου τα βουνά σύννεφα κουβεντιάζουν / μιλάν για ίσκιους μακρινούς που χάνονται το βράδυ / για της αυγής το κρύσταλλο, για της νυχτιάς το χάδι, / για των ανθρώπων τους καημούς, για των παιδιών το κλάμα.

Είναι πιθανόν η αισθησιακή αμεσότητα των ποιήσεων του Αλεξίου κάποιες φορές να σκοντάφτει, ή να συμπαρασύρει τα συσσωρευμένα ίχνη της σε μιαν έκθεση κατά παράθεση, σε ένα τοπίο κάπως άξενο γι’ αυτές, ή σε μια γλώσσα που δεν την μίλησαν, επειδή ήξεραν να μην την μιλούν, οι οδοδεικτικές τροχιές του. Ωστόσο, έστω κι έτσι, η εντιμότητα της ποιητικής του παραμένει το ασφαλές καταφύγιο των δυσκολιών της.

Στέφανος Ροζάνης

*Από εδώ: https://avgi-anagnoseis.blogspot.com/2023/01/h.html?fbclid=IwAR1m8i_UFwt6oCMADDdnPc6bVNj1lALxugm_ZYUTE880suMvLj3YZVSp_Oo#more