(Νικόλας Κουτσοδόντης, Χαλκομανία, Εκδόσεις Εντύποις, Αθήνα 2017)
Παναγιώτης Μηλιώτης*
Γεννημένος με ιαχές φιλάθλων στην εθνική επιτυχία / -ο πατέρας έκλαιγε πραγματικά στο επίτευγμα- / θερμοκοιτίδας θαλπωρή τονε συντρόφευε ως τη βαθειά εφηβεία / στην φυσαλίδα που ο κόσμος μας ημέρευε.
Οι παραπάνω στίχοι είναι απ’ το πρώτο ποίημα, της πρώτης ποιητικής συλλογής του Νικόλα Κουτσοδόντη: Χαλκομανία, κι αποτυπώνουν την αντίφαση ανάμεσα στην ύπαρξη του ανθρώπου, εννοώντας τις σωματικές, ψυχικές ικανότητες του ανθρώπου και τις ξεπερασμένες κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις. Η ολόπλευρη ανάπτυξη του ανθρώπου συνθλίβεται μ’ έναν τρόπο όχι κραυγαλέα ορατό, μ’ έναν τρόπο τον οποίο δεν αντιλαμβάνονται οι «φίλαθλοι». Και πώς να τον αντιληφθούν αφού η εποχή γέννησης του ποιητή ήταν μια εποχή ανάπτυξης που ενσωμάτωσε τα «οπαδοποιημένα» θύματά της.
Έτσι, ξεκινά η πρώτη ποιητική συλλογή του Νικόλα Κουτσοδόντη η οποία συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα του περιοδικού Αναγνώστη τον Μάιο του 2018. Αφετηρία: ο προσδιορισμός της εποχής που γεννήθηκε αποκαλύπτοντας ότι η ανάπτυξη και η θαλπωρή στον καπιταλισμό είναι τυπική ποτέ ουσιαστική: Σ’ όλη την παιδικότητα άρχοντες, ρούχα και Free Willy / και ήταν να ωριμάσουμε σαν περιττοί, σαν ψύλλοι. Είναι να σε κυριεύει ανατριχίλα, τουλάχιστον όλους εμάς που αισθανθήκαμε ότι ωριμάσαμε σαν περιττοί, σαν ψύλλοι και είναι πιστεύω και η αιτία που κάποιοι από εμάς κυριευμένοι από τούτο το αίσθημα αποφασίσαμε ν’ αντιστεκόμαστε και να ωριμάζουμε καταλαβαίνοντας με κόπο τους μηχανισμούς χειραγώγησης της συνείδησης κατά την ενηλικίωση μέσα σε μια εποχή φαινομενικής θαλπωρής και φροντίδας. Ο Κουτσοδόντης δημιουργεί μ’ έναν πολυσύλλαβο, ιαμβικό στίχο, τον κατεξοχήν ρυθμό της προφορικότητας. Με τόνο σαρκαστικό κι οξύ σχεδόν στα όρια της αυθάδειας αναγγέλλει με τρόπο οραματικό: Όταν χτυπά η καμπάνα / οι ζωντανοί δεν έχουν απώλειες / -μην πάει το μυαλό σας κατά κει. / Μόνο τα παιδικά μας χρόνια βάζουν άμφια / και τα βαθιά χαμόγελα των ιερέων / μπουκώνουνε με λίπος. Ακόμη ένα εύστοχο ποίημα του Νικόλα Κουτσοδόντη για τα παιδικά χρόνια. Φυσικά σε νεαρή ηλικία δύσκολα εκφράζεσαι με στίχους γνήσιους σχετικά με το φυσικό θάνατο, ο οποίος ταλανίζει την ανθρώπινη ύπαρξη. Όμως ο ποιητής «προσπερνά» το φυσικό θάνατο, όχι μόνο λόγω βιολογικής ηλικίας αλλά και φιλοσοφικής θέσης. Γι’ αυτό κι ο Κουτσοδόντης δίνει προτεραιότητα στον κοινωνικό ενταφιασμό των παιδικών μας χρόνων. Προφανώς κι εννοεί την αλλοτρίωση. Ετούτο το θάνατο συνειδητοποιεί ο Κουτσοδόντης και θέλει με τους στίχους του ν’ αποκαλύψει σ’ εμάς που τον διαβάζουμε τις πολλαπλές του όψεις. Αντιστέκεται με πείσμα και με σαρκασμό μπροστά στο κακό, στο άδικο και στο ξεπερασμένο, σε κάθε παρουσίαση του ως λογικό κι αναγκαίο: Έκανα χάρτινες γροθιές τα ποιήματα / και γέμισα τις μπότες· / άρχισαν ανεξέλεγκτα να περπατούνε δίχως πόδια. Πήρανε κάπως έτσι την πορεία τους τα πράγματα / καθώς οι άγριοι κολπίσκοι/ χλευάζουνε κυματοθραύστες.
Ο ποιητής δεν αναπολεί τα παιδικά του χρόνια, η γλώσσα του δε χρωματίζεται με ρομαντικές, νοσταλγικές πινελιές κάποιας καλής εποχής, ούτε φαίνεται να «μοιρολογεί» για την επαγγελματική ή προσωπική αποτυχία. Τι φυλλομετρώ σβησμένες μέρες; Αναρωτιέται και ο ίδιος. Ο Κουτσοδόντης στέκεται μαχητικά στην αποτυχία του και αναπτύσσει έναν πολεμικό τόνο αποκαλύπτοντας τα κοινωνικά αίτια. Σαρκάζει το βίωμα και την εποχή για ν’ αποκαλύψει το βίωμα και την εποχή: Χαλκομανία στον καθρέφτη / και η φάση πήρε την πορεία / άτακτου πλήθους σε αγώνα μ’ επεισόδια. Οι παραπάνω στίχοι είναι καταληκτικοί από ένα ποίημα που έχει έντονα το αισθησιακό στοιχείο, ωστόσο, προεκτείνονται ως τη σφαίρα του κοινωνικού. Για τον Κουτσοδόντη η ποίηση είναι μία κι ενιαία όπως ένας κι ενιαίος είναι ο κόσμος που μας περιβάλλει.
Επίσης, οφείλω να σημειώσω ότι ο Κουτσοδόντης δε σαρκάζει όλες τις βαθμίδες των βιωμάτων του . Δεν παραιτείται από το λυρικό αίσθημα και την βαθύτατη ειλικρίνεια και τρυφερότητα που τον διακρίνει, κι ας γνωρίζει το ακατανόητο των ανθρωπίνων σχέσεων και τη δραματική απόσταση που υπάρχει μέχρι την πλήρωση του προσωπικού του αισθήματος: Μ’ όλο τον κόσμο στην καρδιά καλοβαλμένο / κι ένα στο χέρι ρόδο κόκκινων στιγμών / αξιοποιημένων / τότε μάλλον τότε θα με βρει μια πλήρωση / όρθιο τόσον καιρό και χρήσιμο / που κάθε τριανταφυλλιά να με ζητά / στις ρίζες της να κλαίω.
Φαντάζομαι τα ποιήματα της Χαλκομανίας να διαδραματίζονται σ’ ένα πανόραμα διαδοχικών ή και παράλληλων σκηνών όπου στην πρώτη σκηνή τα πλήθη τρέχουν πανικόβλητα απ’ το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, στη δεύτερη ο άνεργος πτυχιούχος τρώει το πτυχίο του στα Fridays, στην τρίτη ο κόσμος δύει κι ο πόλεμος αρχίζει και στην τέταρτη ένας ποταμός Ινδός κυλά στα Πατήσια και παρασύρει δέντρα, σώματα και δαχτυλίδια αρραβώνων και μαντίλες, κι ανάμεσα σε όλα τούτα ο ποιητής να προσπαθεί ν’ αποκριθεί σε όλα τα γεγονότα της κοινωνικής ροής, να προσπαθεί να στοχαστεί πάνω σε τούτη την ανεξέλεγκτη ροή που γεννά κρίση και πόλεμο άρα άνεργους και μετανάστες, κι ως διέξοδο της ανεξέλεγκτης ροής του λαϊκού πλήθους που ψάχνει λύση επιβίωσης σε μια εποχή δραματικής υποχώρησης του εργατικού κινήματος· ο ποιητής δε διστάζει να προτείνει την επανάσταση, ως φυσική αδημονία που στον ταχύτερο χρόνο της φαντασίας και της τέχνης μπορεί να την πραγματώνει: Έχω φόρτο ν’ αποτρέψω την ατομική μου ήττα / θα περπατώ στους δρόμους δίχως αύριο / κι απ’ τα στενά θα ξεπηδά το ξεθεμελίωμα / στο δαίμονα να πάτε στυλοβάτες / στο διάολο ικανοί / σωματοποιημένα ομόλογα / ασφάλεια με περούκες και κουρέλια / κριτές με δάχτυλο σπαθί / καθηγητές οικονομίας με Paul Frank / Αμίτες με καινούρια σλόγκαν / απ ’τα στενά θα ξεπηδούνε νεαρά / μεγάλα σφυροδρέπανα / και θα γελώ γερά / ανάμεσα στο πλήθος.
Οι δύο τόποι που αντλεί ο ποιητής ερεθίσματα είναι η Άνδρος και η Αθήνα. Ο ποιητής με γρήγορη εναλλαγή εικόνων αποτυπώνει και προσδιορίζει την κοινωνική συνείδηση του εαυτού του και του εργατικού-λαϊκού κόσμου. Η εναλλαγή των εικόνων είναι επηρεασμένη από την τέχνη του κινηματογράφου. Ο ποιητής ως σκηνοθέτης τραβάει πλάνα είτε μακρινά, είτε κοντινά με το μάτι, συνήθως απ’ το μακρινό μεταβαίνει στο κοντινό κι αποκαλύπτει συμπεριφορές, χειρονομίες, προσδοκίες του ανθρώπου.
Ο ποιητής με τολμηρές μεταφορές, εικόνες κι απροόπτους λεκτικούς συνδυασμούς μπορεί από μια απλή καθημερινή συναλλαγή στην αγορά να αναδείξει την πίεση και τη λαχτάρα για θάλασσα κι ελευθερία: Ο ψαράς που μαχαιρώνει τα μπαρμπούνια / κόβει τα κουμπιά των πουκαμίσων ένα-ένα. / Άνεμος που σπρώχνει το κλαδί και σπάει τζάμια / ο βραχίονάς του το κλαδί ηλιοκαμένο. / Πού να κρύβεται ο άνεμος; / Κέντρο πόλης / φέτες καύσωνα στην τσέπη / αγοράζω όσο όσο την ελευθερία / λίγη θάλασσα μαχαίρωσε και τύλιξε μου / ν’ αναπνεύσω. Έχει υποστεί τις παραμορφώσεις αυτού του κόσμου κι αναγνωρίζεται ως ισότιμο μέλος του: Με δέχτηκαν λαβωμένο / απ’ αιχμηρά μικρά χαϊδέματα / και γνώρισα τον κόσμο που παλεύει / στη θερμοκρασία του έρωτα / σκυφτό μες την απώλεια.
Αναφέρει ότι δε γνωρίζει πολλά ούτε για το χωριό του την Άνδρο, ούτε για τη γειτονιά που κατοικεί ο ίδιος. Για να γνωρίσει και τους δύο τόπους ανατρέχει στο παρελθόν του τόπου, στο μύθο του, στον Εμπειρίκο αλλά και στα χέρια που εργάστηκαν: Χτισμένες πέτρες και ταβάνια από κυπαρισσόξυλα / διάραχα σαφώς καθορισμένα / γεμάτα θάμνους κάππαρης / αιμασιές με τρόφιμα για πλοία / σκέφτομαι τα χέρια όσων πέρασαν / σαν τον μπρεχτικό εργάτη που ρωτά / ποιος έχτισε τις πυραμίδες. / Γκρεμισμένοι μύλοι, βρύσες που πηδούνε χόρτα / ως κάτω στο ποτάμι / με τις γριές νεράιδες και τους φρύνους. / Τόσοι που φύγανε / χαμένοι σ’ αύτανδρα καράβια / τόσοι της ρίζας σκαπανείς / Πόσα ελάχιστα γνωρίζω για τον τόπο!
Το ιστορικό παρελθόν για τον Κουτσοδόντη δεν είναι νεκρό αλλά διαδραματίζει και στο σήμερα δυναμικό ρόλο. Τα ελληνικά μάρμαρα αναλαμβάνουν δράση: Τα μάρμαρα γυμνά τις νύχτες/ ερωτεύονται αναμεταξύ τους / ρίχνουν κρασί στους τοίχους / της υψηλής καλαισθησίας / συνωμοτούν ακόμα ενάντια στους Τριάκοντα / ρωτούν το ένα τ’ άλλο για τις βάρδιες στις επάλξεις / ανακαλύπτουν το σώμα τους / οργισμένα απ’ τα μάτια κίτρινων λιρών / σκουπίζουν τα βρισίδια τους / στις μπούκλες των πριγκίπων. Για τον Κουτσοδόντη υπάρχει η άλλη Ελλάδα – όχι αυτής της εθνικής επιτυχίας και της διάρκειας της στους αιώνες, η Ελλάδα που: καμαρώνει το λίγο του ανθρώπου / που ποτίζει με το αίμα του το δάπεδο της / και φορτώνει το κορμί της για υπεράσπιση. / Ακούει τον αλαλαγμό στο δρόμο / Συμβαίνει τώρα / φιλά ο Αριστογείτων τον Αρμόδιο / και μπήγουν το μαχαίρι στα ουράνια.
*Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τα Ποιητικά”, Τεύχος 31, Οκτώβριος 2018, σελ. 6. Σχετικός σύνδεσμος: https://tapoiitika.wordpress.com/σαρκάζω-το-βίωμα-και-την-εποχή-για-ν-α/










