Jessica L. Wilkinson and Ali Alizadeh, 
THE REALPOETIK MANIFESTO

[a declaration in progress]


FOR TOO LONG has poetry been disregarded as a valid vehicle for the exploration of real world experience. Too often has poetry been filed in the ‘too hard’ basket and deemed ‘irrelevant’ and ‘inaccessible.’ This declaration calls for an end to the mistreatment and marginalisation of poetic language; an end to the segregation of poetry from and by the authoritative discourse of prose. We summon forth the potential of poetry to expand our conceptions and perceptions of the ‘real.’

To this end:

WE THE POETS Jessica L. Wilkinson and Ali Alizadeh, and others who shall soon join us, in order to advance and expand the field of writing, declare the following conditions for the Realpoetik, an unavoidable and necessary code for the art of non-fiction poetry:

Continue reading →

Έρμα Βασιλείου, Η αστείρευτη δημιουργικότητα

Μετά από την παρουσίαση των έργων της ακαδημαϊκού, γλωσσολόγου και ποιήτριας Έρμας Βασιλείου τον περασμένο Σεπτέμβρη, της αυτοβιογραφίας και των ποιητικών της συλλογών, επανερχόμαστε για να δώσουμε μια σφαιρική εικόνα της πνευματικής της δημιουργίας.

Το Agora Dialogue, ανοικτό σε πτυχές των ανθρώπων εκείνων που τολμούν να μοιράσουν το ενδότερο είναι τους, είχε παρουσιάσει πριν λίγους μήνες συνέντευξη (http://agora-dialogue.com/?p=41585) με την αξιόλογη δημιουργό, στην οποία η ίδια ανέπτυσσε την ευτυχή θέση τού να βρίσκεται κανείς κοινωνικά απομονωμένος λόγω των διαφορών του και παρερμηνειών που αυτές δημιουργούν στο περιβάλλον του, τη μονήρη πορεία του ανθρώπου που δεν ακολουθεί τη νόρμα και το βήμα των υπολοίπων, αλλά και την τύχη τού να μπορεί να βρίσκει κανείς τον ενδότερο εαυτό του μέσα από την έρευνα, τη μελέτη και το γράψιμο.

Πληθωρική στη σκέψη και τη δημιουργία, η Έρμα έχει σήμερα να παρουσιάσει τη δουλειά ενός ατέλειωτου κάματου. Βασισμένοι στις δικές της σημειώσεις παρουσιάζουμε το λογοτεχνικό αποκλειστικά έργο της που εγκαινιάζεται με την άφιξή της στην Αυστραλία.

Με τον ερχομό της λοιπόν ξεκινά να γράφει για βιοποριστικούς λόγους. Τρεις μόνο μέρες μετά την άφιξή της, τον Φεβρουάριο του 1987, αρχίζει να εργάζεται στον Πανελλήνιο Κήρυκα που εδρεύει στο Σίδνεϊ. Έγραψε μικρές ιστορίες για το περιοδικό Ελληνίς. Από τότε δεν έχει σταματήσει. Την πνευματική της δημιουργία σχετίζει η ίδια με τους στίχους ενός ποιήματος του Ελύτη (από τη συλλογή του Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας), το Τραγούδι του κοριτσιού, “Το ‘να χέρι μου κρατεί μέλισσα θεόρατη,τ’ άλλο στον αέρα πιάνει πεταλούδα που δαγκάνει”. Σίγουρα θα γνωρίζει ποιο από τα δυο συμβολίζει τη θεόρατη μέλισσα και ποιο την πεταλούδα, η ποίηση ή η γλωσσολογία…

Continue reading →

Μαρία Τσιράκου, Ποιήματα για τσακισμένες καρδιές και σαλεμένα μυαλά – Ανάγνωση της Μαρίας Κατσοπούλου

Ποιήματα για τσακισμένες καρδιές και σαλεμένα μυαλά, Ποίηση, Μαρία Κατσοπούλου, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012

«Σ’ όσους είναι στα κελιά»

Διαβάζω την αφιέρωση στη δεύτερη ποιητική συλλογή της Μαρίας Κατσοπούλου. Διακρίνω ευθύς εξ αρχής την ανάγκη της να «μιλήσει» την εποχή στην οποία ζει. Υποκρινόμενη μιαν αποστασιοποίηση, σαν στάση ζωής αλλά όχι συνειδητής, επιβαλλόμενης έξωθεν από όσους, εν τέλει, ζουν στα κελιά.

Εισάγοντας τον εαυτό της στην πενιχρή των πραγμάτων πραγματικότητα με το ποίημα «ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ» ομολογεί τη διαρκή μεταβολή της. Τον ζυμώνει με τους ανθρώπους που συναντά, με της φύσης τα στοιχεία και τα εφήμερα υλικά. Αγανακτεί, παραμιλά, φωνάζει «Πουλημένοι!» και καταληκτικά γυρίζει ξανά στον εαυτό της με μία ακόμα εξομολόγηση στο ποίημα «ΒΟΥΤΙΑ ΣΤΟ ΕΙΝΑΙ ΜΟΥ»

«Δεν ανήκω στα ανδροειδή/ Δεν είμαι φτιαγμένη από ξύλο/ Πιο πιθανόν να είμαι/ Από πλαστελίνη».

Από τη Μαρία Κατσοπούλου δε λείπει -δε φοβάται πιο σωστά, γιατί αυτό είναι το ρήμα που ταιριάζει στην ποίησή της- η αυτοαναφορικότητα και η ενδοσκόπηση. Μιλάει τις λέξεις της καθημερινότητας, φορές χρησιμοποιεί τραχύ λόγο, απερίφραστη βωμολοχία για να περιπαίξει, για να τραβήξει την προσοχή ίσως, πάντα όμως προσπαθώντας και εν τέλει, καταφέρνοντας να κάνει ποίηση το παρόν μιας γενιάς.

Της γενιάς που ξεθυμαίνει σε ποτήρια με αλκοόλ, με κάπνισμα, με μηχανές εντούρο, με θα, στο δρόμο, στην υποκρισία μιας σχέσης, σε αόρατους ανθρώπους, στη γενιά της λακκούβας όπως πολύ απλά και συνοπτικά διηγείται μέσα από τους τίτλους των ποιημάτων της.

Οι στίχοι της διακρίνονται από μια συντομία και πολύ σωστά, αφού η εποχή είναι σκληρή και δε σηκώνει φιοριτούρες, δίνοντας καίρια χτυπήματα στον καιρό που:

«Μιλάς για την αγάπη/ Σαν να είναι κάτι σημαντικό».

Εύκολα, επίσης, διακρίνει κανείς τον λυρισμό της εγκατάλειψης. Την περιγραφή των περιθωρίων της πόλης, εκεί όπου συναντάμε το πλήθος των ανθρώπων που κρύβονται από τον εαυτό τους, που αναζητούν τη χαρά στο επίπλαστο, στο νόθο, στο προσωπείο των πεζοδρομίων, τους ανθρώπους που ζουν επ’ ενοικίω.

Οι ευθύβολες φράσεις της, μας κάνουν κοινωνούς της κάθε μέρας της όπου με απόλυτη ειλικρίνεια καταδεικνύει το κοινωνικό μοντέλο που αδρανοποιεί ψυχικά το νέο άνθρωπο και τον καθιστά υπόδουλο των ετεροβαρών αναγκών του.

«Τα προδομένα ιδανικά σου θα ξεράσεις/ στη βρώμικη λεκάνη ενός ξενοδοχείου/ Θα κοιτάξεις στον καθρέφτη και θα πεις/ «Ποιος είσαι;»

Στη Μαρία Κατσοπούλου ποίηση φτιάχνουν τα «προδομένα ιδανικά», για να χρησιμοποιήσω ένα στίχο της, ελεύθερα από φόρμες και μοντερνιστικά παιχνίδια, λιτά μα και μεστά, με μόνο τίμημα να νιώθεις όσα στην πραγματικότητα βιώνεις και δε δύνασαι να αλλάξεις.Ή για να μιλήσουμε με τον δικό «της» Μπουκόβσκι «καλλιτέχνης είναι ο άνθρωπος που λέει ένα δύσκολο πράγμα με απλό τρόπο».


*Αναδημοσίευση από το http://www.vakxikon.gr/content/view/1341/6492/lang,el/

Έρμα Βασιλείου, «Παλίρροια», «Εν μέσω ξωτικών και ερώτων», «Ο έρωτας όμως», «Απόσταγμα δάκρυ» και «Ιδού η γυνή μην αφήσεις»


ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

* Το κείμενο αυτό (που έχει υποστεί ελάχιστες διορθώσεις) είναι η ομιλία παρουσίασης των ανωτέρω ποιητικών συλλογών της Ερμας Βασιλείου που έκανα σε σχετική εκδήλωση στην αίθουσα εκδηλώσεων του Oakleigh Grammar, στη Μελβούρνη, την Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012.

Γράφει ο Ισπανός ποιητής Αντόνιο Ματσάδο, σε ένα από τα γνωστά –ίσως το πιο γνωστό- ποίημά του: “Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος / το δρόμο τον φτιάχνεις περπατώντας”. Κι αυτό πράγματι συμβαίνει με την ιδιαίτερα ερωτική ποίηση της Έρμας Βασιλείου. Η ερωτική της ποίηση, όπως μας δίνεται απλόχερα στις ποιητικές αυτές συλλογές που παρουσιάζονται εδώ σήμερα, είναι σαν ένας δρόμος που αρχικά δεν υπάρχει, που ούτε καν αχνοφαίνεται στην πάχνη της ζήσης μας, που φαντάζει ανεξερεύνητος και αναμένει το διαβάτη ή τους διαβάτες που θα τον ανοίξουν προχωρώντας. Στην περίπτωσή μας, η ποίηση αυτή της Έρμας Βασιλείου είναι σαν ένα τέτοιο δρόμο που δεν υπήρχε πριν μας τη δώσει η ίδια και πριν αρχίσουμε να τη διαβάζουμε, εισερχόμενοι ανεπαίσθητα στα εσώτερά της.

Αυτό συνέβη και με μένα, καθώς διαβάζοντας αυτές τις μικρές ποιητικές της συλλογές που μου εμπιστεύθηκε η ίδια, βρέθηκα κι εγώ στη θέση του διαβάτη του Ματσάδο, αφού διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας όλο και άνοιγε μπροστά μου ένας πρωτόγνωρος, ανεξερεύνητος μέχρι τα τώρα δρόμος, ένας δρόμος άλλοτε ίσιος και άλλοτε με διασταυρώσεις, δρομάκια, παρόδους, λακκούβες και ανισόπεδες διαβάσεις. Εντρυφώντας, λοιπόν, στις πλοκές των ποιημάτων της Έρμας Βασιλείου, κατάλαβα ότι ο δρόμος αυτός είναι ο ίδιος της ο έρωτας που μας αποκαλύπτεται με τα ποιήματα αυτά, συλλογές που θα μπορούσαν να είναι ένα και μόνο βιβλίο, αποτελώντας, κατά τη γνώμη μου, τους κρίκους μιας μακράς αλυσίδας, μια αδιάσπαστη ενότητα.

Στα ποιήματα αυτά η ποιήτρια ιστορεί και προτείνει, αγωνίζεται και αγωνιά, δονεί και δονείται, αγαπά και πάλι αγαπά, ερωτεύεται αναζητώντας και αναζητά ερωτευόμενη.

Δεν είναι ο έρωτας ο κατ’ ανάγκη σωματικός ή αγοραίος. Είναι πρωτίστως ο έρωτας της καθημερινότητας των διαπροσωπικών σχέσεων στις χίλιες τόσες υποστάσεις τους, όπως ορίζονται από τις ανάγκες της κάθε μέρας, είναι ο έρωτας των μεγάλων ή μικρών προσδοκιών, είναι ο έρωτας του καθημερινού κάματου, διανοητικού ή χειρωνακτικού δεν έχει σημασία.

Continue reading →

Νεκταρία Μαραγιάννη, Μπορεί η Ποίηση να απαλύνει τον πόνο;

Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα۠
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω…

Κωνσταντίνος. Π. Καβάφης «Μαχαίρι» (1908)

«Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου
ποιητού εν Κομμαγηνή 595 μ.Χ. » (1911)

Για να απαντήσει κάποιος σε αυτό το ερώτημα, πρέπει πρωτίστως να αναζητήσει την ποίηση, και για να την αναζητήσει, οφείλει να έχει διαμορφώσει στην ψυχή του στους απαραίτητους κανόνες για να την κατανοήσει. Άραγε, τι να είναι η Ποίηση; Ήδη από τη δημιουργία του κόσμου προσπαθεί να δοθεί μια απάντηση, ένας ορισμός που θα περιλαμβάνει απολύτως την ουσία της, το νόημά της. Ένας ορισμός μπορεί να δοθεί μόνο μετά τη συγγραφή ενός ποιήματος, μετά από μια αναγκαία, λυτρωτική, ωστόσο, πρόσκαιρη εξομολόγηση του ποιητή προς την Τέχνη του.

Όμως, ο ορισμός αυτός είναι σαν το κύμα.. Περνά ένα άλλο κύμα που σηματοδοτεί τη συγγραφή ενός άλλου ποιήματος και, συνεπώς, τη γέννηση ενός νέου ορισμού, ανάλογα με την «εξομολόγηση» καθώς, κάθε εξομολόγηση είναι διαφορετική, όπως διαφορετική είναι κάθε ψυχή, κάθε στιγμή της ημέρας, κάθε εποχή, κάθε ανατολή… Παρόλα αυτά, ο ορισμός που αιωρείται, μαρτυρά πως η Ποίηση είναι η πεμπτουσία της ανθρώπινης τέχνης, κάτι το υψηλό, το μαγικό, το θεσπέσιο, το απόλυτο, το υπερβολικό, το εξιδανικευμένο, κάτι το αιθέριο… ένας έρωτας που έχει ως άξονα μόνο τη βίωση του πλατωνικού, πάναγνου συναισθήματος…το «Καταφύγιο του Πόνου», μια αγκαλιά για την αποφυγή όσων αέναα μας πληγώνουν και μας βασανίζουν.

Continue reading →

Πέτρος Ζητουνιάτης, Ένας ξεχασμένος ποιητής

Επιμέλεια: Δημήτρης Τρωαδίτης
Ο Πέτρος Ζητουνιάτης γεννήθηκε στη Λειβαδιά το 1875, όπου υπάρχει οδός με το όνομά του. Εκεί άρχισε τις σπουδές του που συνέχισε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από όπου και αποφοίτησε. Στη συνέχεια ταξίδεψε στο Παρίσι, όπου έζησε για επτά χρόνια. Εκεί συνεργάστηκε με γαλλικές εφημερίδες και ήρθε σε επαφή με τους λογοτεχνικούς κύκλους μέσω του Ζαν Μωρεάς (Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο), με τον οποίο συνδέθηκε φιλικά. Ο Μωρεάς μάλιστα μετέφρασε στα γαλλικά στίχους του Ζητουνιάτη. Στο Παρίσι συνδέθηκε επίσης και με τον Γιάννη Ψυχάρη.

Επίσης, στα τέλη της δεκαετίας του 1890 συνεργάστηκε και με την αναρχική εφημερίδα του Πύργου Ηλείας “Νέον Φως”, δημοσιεύοντας σύγγραμμα με τίτλο «Nεοελληνική Φιλολογία» στο 1ο και 2ο τεύχος της εφημερίδας (1898). Δεν γνωρίζουμε αν συνεχίστηκε η συνεργσία αυτή. Ωστόσο, ο Πέτρος Ζητουνιάτης δεν φαίνεται να ήταν μέλος του Αναρχικού Ομίλου Πύργου που εξέδιδε την εν λόγω εφημερίδα.

Την πρώτη επίσημη εμφάνισή του στο χώρο της λογοτεχνίας πραγματοποίησε με την έκδοση της συλλογής διηγημάτων “Γραμμές” το 1895. Ακολούθησε η ποιητική συλλογή “Αστέρια” (1900).
Το 1903 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου πέθανε το 1910 σε ηλικία μόλις 35 χρόνων. Εξαιτίας της μικρής διάρκειας της ζωής του δεν παρουσίασε μεγάλο λογοτεχνικό έργο. Μετά το θάνατό του πραγματοποιήθηκε συγκεντρωτική έκδοση στίχων του με τίτλο “Λύκηθος”. Ανέκδοτο έμεινε το έργο του “Εντυπώσεις και αναμνήσεις”.

Continue reading →

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη στο ”Ποίηση και Λογοτεχνία”

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία και Θεατρολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Υποκριτική στο «Θέατρο – Εργαστήριο». Εδώ και αρκετά χρόνια διδάσκει το μάθημα της θεατρικής αγωγής στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και εργάζεται ως εμψυχώτρια θεατρικού παιχνιδιού. Παράλληλα, παραδίδει μαθήματα γλώσσας και λογοτεχνίας, καθώς και θεωρίας και ιστορίας του θεάτρου. Είναι ενεργό μέλος του Πανελλήνιου Επιστημονικού Συλλόγου Θεατρολόγων.Έχει λάβει διακρίσεις σε διάφορους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.

Ποίηση και Λογοτεχνία: Τι σας ενέπνευσε στην Αίγινα και γράψατε εκεί τα πρώτα σας ποιήματα;

Ασημίνα Ξηρογιάννη: Η Αίγινα είναι αγαπημένος τόπος! Η ιστορία και το τοπίο της μοναδικά! Ο πατέρας της μητέρας μου καταγόταν από κει. Οταν ημουν μικρή λοιπόν μοιραία πέρασα πολλά καλοκαίρια και χειμώνες στο νησί. Το πρώτο πρώτο μου ποίημα αναφερόταν σε ένα τζιτζίκι που τραγουδούσε αμέριμνο πάνω στα κλαδιά μιας φιστικιάς….και το έχω κρατήσει από τότε. Θυμάμαι…ήμουν περίπου δέκα ετών,ήταν Αύγουστος στο κτήμα μας και βοηθούσα και γω τους μεγάλους να <> το φιστίκι από τα δέντρα. Έχω ισχυρά βιώματα, αναμνήσεις, ερεθίσματα, οπότε καταλαβαίνετε το συναισθηματικό δέσιμο. Αν και είμαι κάτοικος Αθηνών… πάντα επιστρέφω στο μέρος αυτό και κάθε φορά η συγκίνηση είναι μεγάλη. Το βιβλίο μου “Η προφητεία του ανέμου” [εκδ.Δωδώνη,2009] περιέχει ένα ποίημα που έχω γραψει για την Αίγινα.

Π.Λ.: Με δεδομένο ότι ασχολείστε και με το θέατρο, πού νομίζετε ότι προσεγγίζουν περισσότερο η ποίηση με το θέατρο και που έχουν διαφορές;

Α. Ξ.: Ποίηση και Θέατρο! Είναι και τα δύο μορφές Τέχνης και αυτό τα λέει όλα. Ο ποιητής θέλει να επικοινωνήσει με τον κόσμο, να του κοινωνήσει την τέχνη του, να τον μυήσει σε νέες εμπειρίες, να του ανοίξει πνευματικούς ορίζοντες, να τον ταξιδέψει, αγγίζοντας παράλληλα το νου και την ψυχή του αναγνώστη του. Το θέατρο είναι ένας άλλος, επίσης θαυμαστός κόσμος. Από την πλευρά του θεατρικού συγγραφέα παρόμοια τα ζητούμενα λίγο πολύ. Πολλοί διαχωρίζουν την θεατρική γραφή για ποικίλους τρόπους. Μην ξεχνάμε ότι το θέατρο αποτελεί μέρος της λογοτεχνίας. Σύμφωνα με τις Γραμματολογίες η λογοτεχνία απότελείται από την Ποίηση, την Πεζογραφία και το Θέατρο. Αυτό ως απαραίτητη διευκρίνηση. Σημειώνω εδώ ότι μεγάλοι θεατρικοί συγγραφείς ήταν και ποιητές, όπως ο Λόρκα και ο Σαίξπηρ. Από την πλευρά του ηθοποιού η μαγεία συνεχίζεται. Όμως έχει άλλη ποιότητα και διάσταση… Είναι πολύ γοητευτικό το ταξίδι στην υποκριτική τέχνη. Για να εισχωρήσεις στα άδυτά της, απαιτείται, μεταξύ άλλων, και ειλικρινή καταβύθιση στον εαυτό σου! Η προσπάθεια προσέγγισης ενός ρόλου είναι κάτι που μόνο ουσιαστικά πράγματα μπορεί να σου αφήσει. Η υποκριτική τέχνη είναι ένα διαρκές και αέναο πάλεμα με τα μέσα σου και τα έξω, κι αυτό το έμαθα καλά όσο ήμουν στη σχολή θεάτρου. Για να ερθω πάλι στην ποίηση, πολλοί είναι οι ποιητές που φοράνε προσωπεία/μάσκες ,βλέπε Καβάφης! Πίσω από την ποιητική persona υπάρχει ο κρυμμένος πόνος του δημιουργού, που συχνά αντιστοιχεί σε αληθές αυτο-βιογραφικό στοιχείο. Τέλος,το ποίημα ως κατασκευή που είναι μπορεί να εμπεριέχει στοιχεία θεατρικότητας. Οι ποιητές συχνά “σκηνοθετούν” τα ποιήματά τους δημιουργώντας υποβλητικές σκηνογραφίες, διαλόγους ή και μονολόγους… ανάλογα για ποια περίπτωση μιλάμε… Άρα, ποίηση και θεατρο συμπλέουν πολλές φορές και αλληλοσυμπληρώνονται.

Continue reading →

Ψάπφα, Ψαπφώ, Σαπφώ…

“ΕΈρος δ’ ετίναξέ μοι φρένας,
ως άνεμος κατ΄ορος δρύσιν εμπέτων…”
(“Ο Έρωτας μου πήρε το μυαλό
σαν άνεμος που πέφτει
πάνω στη δρυ του βουνού…”)

“α δε μ’ ίδρως κακχέεται,
τρόμος δε παίσαν άγρει,
χλωτερα δε ποιας έμμι,
τεθνάκην δ’ ολίγω πιδεύην φαίνομαι”
(“με λούζει κρύος ιδρώτας
και τρέμω ολόκληρη
και γίνομαι πιο πράσινη από χόρτο
και μου φαίνεται πως λίγο θέλω ακόμη να πεθάνω”)

Σφίγγα αινιγματική η Σαπφώ γεννήθηκε στα 630 π.Χ. στην Ερεσσό της Λέσβου. Οι Αρχαίοι Έλληνες έλεγαν για την Σαπφώ ότι ήταν ένα αίνιγμα και ένα θαύμα, η Δέκατη Μούσα, ισάξια του Ομήρου.

“Εννέα τας Μούσας φάσιν τίνες
ως ολιγώρως,
Ηνίδε και Σαπφώ Λεσβόθεν η δεκάτη”
[Πλάτων]

Continue reading →

“Ποίηση Οικουμενική”

Yeats – Καβάφης

δοκίμιο γράφει ο Απόστολος Θηβαίος

«Σαν του χρόνου έρθει η νάρκη», γράφει ο Ιρλανδός με το γυάλινο προσωπείο. Και ο λόγος του φτάνει μέχρι την Αλεξάνδρεια και έρχεται και κουρνιάζει δίπλα στη σιωπή του Κωνσταντίνου. Δυο άνθρωποι, δυο διαφορετικοί κόσμοι, εκπρόσωποι των οριζόντων που δείχνουν οι μεταλλικοί ανεμοδείκτες των αιχμηρών σκεπών, ο Καβάφης και ο Γέητς συναντιούνται μες στους στίχους της ποιήσεώς τους. Η αγωνία, η κοινή τους αγωνία, η μεταφυσική, η ανήμερη, διαχρονική αγωνία τους συνιστά την ίδια αγωνία των δικών μας ανώφελων καιρών.

«Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος σκυμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος· με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.»

Ο Καβάφης, δίχως κανένα λεκτικό στολίδι περιγράφει μια οικεία εικόνα. Μια εικόνα από εκείνες που απαντά κανείς στα ερημικά καφενεία της υπαίθρου, με τις ψάθινες καρέκλες του κατσίβελου και τα ξύλινα, πολυκαιρισμένα τραπέζια, που έχουν ακόμα την οσμή του ούζου, τα καφετιά ψήγματα του ξεραμένου καπνού. Φαντάζομαι τον ποιητή, να στέκει παράμερα, τότε, στον καιρό της δεύτερης νιότης του και να συλλαβίζει το φόβο του γήρατος. Απέναντί του ένας ηλικιωμένος, αξιοπρεπής κύριος. Το καπέλο με το σκληρό γείσο και την κατάμαυρη κορδέλα, το κομποσκοίνι με τις πορφυρές χάντρες, λιγοστά, μεταλλικά νομίσματα πλάι στο φλιτζάνι του καφέ και έπειτα δυο χέρια. Δυο χέρια που έπαψαν πια να ανοίγουν δρόμους, που έπαψαν πια να κουβαλούν την ορμή των καταρρακτών. Δεν μιλά εκείνος ο γέρος, μονάχα συλλογίζεται τα ξοδεμένα χρόνια, δίχως καμιά αγωνία, δίχως καμιά έγνοια για τον καιρό που σώθηκε.

«Σαν του χρόνου έρθει η νάρκη και με τρίχες λευκές πλάι στο τζάκι ως θα είσαι για στοχάσου και σκέψου τη γλυκιά τη ματιά σου. Μα και πάλι ονειρέψου τις βαθιές και χαμένες των ματιών σου σκιές.»

Ο Γέητς, στοχάζεται τις μέρες του, τις παμπάλαιες, ξοδεμένες μέρες του. Όπως και ο Αλεξανδρινός, έτσι και εκείνος, γνωρίζει καλά πως κάποτε θα καταφτάσουν μανιασμένες οι γερασμένες σκέψεις. Ξέρει καλά, πως κάποτε θα έρθουν τα περίφημα, αρχαιολογικά πρωινά και οι θλίψεις πια δεν θα έχουν άλλες μορφές για να αλλάξουν. Οι δειλές λατρείες θα έχουν λησμονηθεί και ξεθωριασμένες θα απομένουν, καθώς οι καφετιές προσόψεις των σπιτιών στις προσφυγικές συνοικίες της πόλεως. Οι σιδερένιοι δρόμοι, εκείνοι που κάποτε έφερναν ήχους ερώτων, επιθυμιών σφοδρών, θα μοιάζουν πια με λάβαρα ξεφτισμένα, παρατημένα πλάι στις σωριασμένες αψίδες των θρυλικών μας επετείων.

«Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.»

Η επώδυνη αποδοχή της ήττας. Εκείνης της τραχιάς ήττας που μόνο με τις νύκτιες συναλλαγές μας μπορεί να συγκριθεί. Ο Καβάφης πάντα σταθερός απέναντι στη μοίρα του, αγγίζει τα σπασμένα αθύρματά της, τα θρυμματισμένα απομεινάρια των επιλογών. Κάμει την αγωνία του συνήθεια και δεν στοχάζεται πια εκείνον τον ξένο που κάποτε συνάντησε στον καθρέφτη και εκείνος ψέλλιζε αλλόκοτες συλλαβές, ακατάληπτων φράσεων. Δεν μνημονεύει πια εκείνον που μιλούσε χρόνια τώρα, μέσα από το θολό τζαμωτό για τις νεκρές, επερχόμενες μέρες μας.

«Στη θρακιά σκύβει τώρα- σιγοτρέμουν τα χέρια, μουρμουρίζει τη θλίψη, πώς η αγάπη περνά, ξεκινάει και ανεβαίνει σε βουνά μακρινά τη μορφή του να κρύψει σε κορών απ’ αστέρια.»

Δυο άνθρωποι, δυο ποιητές που έζησαν παράλληλους βίους, πιστά δοσμένοι στην υψηλή δοκιμασία της τέχνης. Γητευτές των πιο βαθιών νοημάτων, οι δυο ποιητές ανταλλάσουν σήματα ασθενικά. Και από την Αλεξάνδρεια μέχρι το Δουβλίνο, φεγγίζουν οι ιδέες και τα οράματα, τα πιο θλιβερά και ανθρώπινα μαζί.
Τα δυο, ετούτα ποιήματα αποδεικνύουν, πέρα από ρομαντικές προσεγγίσεις και αλληγορικά νοήματα, πως η ποίηση δεν είναι μονάχα λόγια αραδιασμένα στο χαρτί, με μέτρο και άξιο συλλαβισμό. Η ποίηση αντλεί τα θέματά της από τη ζωή και η ζωή δεν διαφέρει σε κανένα τόπο, σε καμιά αυλή ή κάμαρη. Ο Γέητς και ο Καβάφης, όπως τόσοι άλλοι που κατάφεραν να μιλήσουν, ξεπερνώντας τις γεωγραφικές αποστάσεις, κατόρθωσαν και κάτι πιότερο σπουδαίο. Κατάφεραν να επιβεβαιώσουν την οικουμενικότητα της ποίησης.

Σημείωση: Τα αποσπάσματα προέρχονται από το ποίημα «Σαν του χρόνου έρθει η νάρκη», του Γέητς και το «Ένας Γέρος», του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη.

*Κείμενο και εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://www.sodeia.net/2012/06/blog-post_25.html

Ο Άρης Αλεξάνδρου και το Ελληνικό Γκουλάκ

Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών

Μόνο ο Άρης Αλεξάνδρου έζησε ως ποιητής τη ζωή του κοινού αριστερού μετά τον Εμφύλιο. Υπάρχει ως ο μόνος ποιητής έξω από δίκτυο. (Άλλοι μέχρι και εξτρά επισκεπτήρια εξασφάλησαν στη Μακρόνησο, όπως σήμερα στέλνουν τους λογαριασμούς των εστιατορίων στο υπουργείο το λεγόμενο και πολιτισμού.)

Το ΚΚΕ ακόμα και στην ήττα του παραμένει δίκτυο αμύνης που με τίμημα την υποταγή στο Σταλινισμό προσφέρει μια στοιχειώδη προστασία. Αυτή η υποταγή και η κατ’ ουσίαν τυφλή εξάρτηση από την καθοδήγηση αποτελεί το Ελληνικό Γκουλάκ. Η αποπομπή ενός μέλους ισοδυναμεί με έκθεσή του στον εχθρό. Η λεπτή γραμμή που υποδεικνύει θύματα στο δεσμοφύλακα. ( Στις ανατολικές χώρες στο ίδιο διάστημα το ίδιο το Κόμμα αναλαμβάνει τη βρώμικη δουλειά)

Η απόδοση και η στοχοποίηση θυμάτων που είναι πιο εύκολη η εξόντωσή τους από τους δεξιούς παραμένει μόνιμη τακτική του ΚΚΕ σε όλη τη διάρκεια του Μεταπολέμου, ως σήμερα. Το εκτελεστικό όργανο του Ελληνικού Γκούλακ ήταν η Δεξιά. Κάποιες φορές υπήρξε πιο φιλάνθρωπο από το αντίστοιχο για τους πρόσφυγες στις Ανατολικές Χώρες.

Η ανυπαρξία του ανθρώπου ως μονάδας και φορέα δικαιωμάτων έξω από τα δίκτυα του κόμματος βρίσκει διέξοδο ως εκβιασμός στους σοσιαλδημοκράτες που εξαγοράζουν τη σιωπή μέσα από αφηρημένες ανακοινώσεις περί εργατικών δικαιωμάτων και παρέχει άλλοθι στην ολοκλήρωση της τελευταίας κρίσης.

Σ’ αυτή τη λεπτή και δυσδιάκριτη γραμμή όπου ο Σταλινισμός βρίσκει στη ήττα μια αληθοφανή πρόφαση για την παράλογη καταπίεση κινείται η μαρτυρία του Άρη Αλεξάνδρου, και τον κάνει ελληνικό ανάλογο της συμπεριφοράς που επιφύλαξε στους ποιητές της η Σοβιετία.

Ένα μέρος του έργου του Άρη Αλεξάνδρου και της συντρόφου του Καίτης Δρόσου είναι κατ’ ουσίαν καταγγελία αυτής της ιδιαίτερης κατάστασης. Η συμμετοχή στο Κομμουνιστικό Κόμμα για πολλούς ήταν η σύνθλιψή τους υπό τους όρους ενός εκβιασμού. Απο΄δω η φυλακή του ταξικού εχθρού, αποκεί ο καταδότης στη δομή του κόμματος. Στη μέση η γραφή του πάσχοντος σώματος καθώς διαλύεται στη ομάδα.

Κάποτε θα πρέπει να υπολογιστούν τα θύματα του ιδιότυπου Ελληνικού Γκουλάκ.

Η ποίηση του Άρη Αλεξάνδρου βοηθάει να μην ξέχαστούν.

*Κείμενο και φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://giorgosmixos.blogspot.com.au/2012/07/blog-post_9830.html