Ασημίνα Ξηρογιάννη: Χωρίς πόνο δεν γράφεται ποίηση

Νικόλας Βουκκαλής / Εκδότης

Η προοπτική στα έργα των καλλιτεχνών, δίνει το στίγμα της ποιότητας των έργων που παράγονται με σχήματα, χρώματα και σχολές που ακολουθεί ο εκάστοτε καλλιτέχνης. Ένα έργο όμως λογοτεχνικό, δεν κατατάσσεται σε κάποια σχολή, όταν μέσα από τις λέξεις, πετάει το μυαλό σε βάθη συλλογισμών και οροσειρές εικόνων που οραματίστηκε ο συγγραφέας. Οι λέξεις, μπορεί να μην έχουν την υφή των χρωμάτων που χρησιμοποιεί ο ζωγράφος. Εντούτοις όμως, κουβαλούν τη μυρωδιά, τον ήχο και το… κορμί του συγγραφέα, με τέτοια πιστότητα που τρομάζει κι ο φωτογραφικός φακός, όταν απαθανατίζει ένα τοπίο, μια κατάσταση ή μια μορφή. Ανέκαθεν η τέχνη της γραφής και των συλλογισμών της, έκρυβε καλά μέσα της, μυστήριους κόσμους, εσώτερες αποκρίσεις του λογοτέχνη και σκέψεις που αναρριχώνται από το μελάνι μέχρι την αναμέτρηση με το λευκό χαρτί.
Σε μια τέτοια αναμέτρηση, επιδίδεται εδώ και χρόνια, η Ασημίνα Ξηρογιάννη, ψάχνοντας να εντοπίσει τα υλικά που θα φωτίσουν την ποιότητα της εξωτερίκευσης των συναισθημάτων της. Με δύο ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό της κι ένα πλούσιο βιογραφικό με διακρίσεις σε ποιητικούς διαγωνισμούς, με το θέατρο να έχει σημαδέψει την ζωή και να ορίζει την καριέρα της, η Ασημίνα μας μίλησε για την τέχνη της γραφής και τα ζητούμενά της. Πρόσφατα, δοκίμασε τις δυνάμεις της και στην διηγηματογραφία, με την κατάθεση μιας νουβέλας που πραγματεύεται τις επιδράσεις του αγώνα για τέχνη στον ίδιο τον καλλιτέχνη.

Νικόλας Βουκκαλής: Ένας πίνακας για να «χτιστεί» θέλει χρώμα, σχήμα και προοπτική. Ένα ποίημα τι υλικά χρειάζεται για να ταξιδέψει τον αναγνώστη σε μια συνοπτική και λακωνική συναισθηματική φόρτιση;

Ασημίνα Ξηρογιάννη: To ποίημα χρειάζεται λέξεις, αλλά κι αυτές από μόνες τους δεν αρκούν. Είναι ο κατάλληλος συνδυασμός των λέξεων που απαιτείται για να δώσει αισθητικό αποτέλεσμα. Το ποίημα στην ουσία του είναι μια έλλογη κατασκευή. Μπορεί να υπάρχει μια αρχική «έμπνευση», μια αρχική ιδέα που προέκυψε από κάποιο ερέθισμα, αλλά αυτή χρειάζεται περαιτέρω επεξεργασία από τον ποιητή. Και αυτή η επεξεργασία, σε καμία περίπτωση δεν είναι τυχαία. Ο ποιητής φιλτράρει τα γεγονότα με τον δικό του προσωπικό τρόπο και δίνει έτσι το δικό του στίγμα. Μπορεί να μιλήσει για πράγματα κοινά, αλλά με τρόπους ανοίκειους. Το νέο στην ποίηση έχει να κάνει με το «πώς» δηλαδή. Ο έρωτας, ο χρόνος, ο θάνατος, είναι θέματα κοινά, λίγο πολύ όλοι οι ποιητές του κόσμου με αυτά καταπιάνονται. Το ζήτημα είναι η ποιότητα και η οπτική του ποιητικού τους βλέμματος. Γενικά, η ποίηση είναι παίδεμα. Ο ποιητής έχει να παλέψει με πολλά τέρατα. Ο Καβάφης περισσότερο έσβηνε παρά έγραφε. Ο Ελύτης μπορεί να πάλευε μήνες ολόκληρους για τη συνέχεια ενός στίχου του.



Continue reading →

Θεόδωρος Ντόρρος, ένας μυστηριώδης υπερρεαλιστής

Στο δρόμο αρχίζουν όλα.
Ανάμεσα στους περιπατητές.
Του Κώστα Στοφόρου

«…Τον Ντόρρο τώρα τον ήθελε για τον εαυτό του. Σαν να συνομιλούσαν, τον ένιωθε κοντά του. Με τον καιρό τον πονούσε σαν άνθρωπο. Σκεφτόταν τη ζωή του, τον ζωντάνευε σε μια φανταστική πραγματικότητα, στο Παρίσι, στη Νέα Υόρκη. “Ήρθε ποτέ στην Ελλάδα, γιατί δεν έγραψε άλλα ποιήματα, στερεύει ποτέ ένας ποιητής;” Μες στη μοναξιά του υπήρχε δίπλα του ο Ντόρρος του 1930. Κι ας μην είχε βρει ούτε μια φωτογραφία του. Καλύτερα ίσως, τον έφτιαχνε με το νου του».

Λάκης Παπαστάθης, Όλοι οι θάνατοι πιθανοί

Αφορμή το βιβλίο του Λάκη Παπαστάθη, Το καλοκαίρι θα παίξει την Κλυταιμνήστρα* (Πόλις). Στο διήγημα Όλοι οι θάνατοι πιθανοί, ο πρωταγωνιστής της ιστορίας ζει σε ένα σπίτι κυριολεκτικά πνιγμένο στα βιβλία. Αναζητά τη νεωτερικότητα την τέχνη. Ανακαλύπτει εκεί που οι άλλοι δεν βλέπουν τίποτα. Ένα βράδι πηγαίνει σε μια διάλεξη όπου η ομιλήτρια «ανέλυε την ποίηση ενός σχεδόν άγνωστου, χαμένου ποιητή που κατά την άποψή της ήταν από τους πρωτοπόρους του μοντερνισμού στην Ελλάδα. Αυτός, ακούγοντάς την ένιωσε πως τον χτύπησε κεραυνός. Θυμήθηκε πως το βιβλίο με τα ποιήματα αυτού του ποιητή το είχε στο σπίτι του. Πώς είναι δυνατόν αυτός να μην είχε διαγνώσει εγκαίρως τη σημασία του;».

Ο ποιητής δεν ήταν άλλος από τον Θεόδωρο Ντόρρο. Θυμήθηκα την εντύπωση που μου είχε κάνει κάποτε. Κατέβασα από τη βιβλιοθήκη μου την ανθολογία υπερρεαλισμού Δεν άνθισαν ματαίως της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου. Διάβασα ξανά τα ποιήματα και το σύντομο βιογραφικό, όπου πληροφορήθηκα για μια ακόμη φορά πως ο Ντόρρος είχε εκδώσει μια και μοναδική ποιητική συλλογή, το 1930. Στου γλυτωμού το χάζι, ο περίεργος τίτλος της. Στο βιογραφικό σημείωμα αναφέρεται πως γνωρίζουμε ελάχιστα για τη ζωή του. Μερικοί αμφισβητούσαν ακόμη και την ύπαρξη του… Το σίγουρο είναι πως στις πρώτες σελίδες του βιβλίου αναφερόταν: «Το βιβλίο τούτο δεν πουλιέται. Στέλνεται δωρεάν σε όποιον το ζητήσει». Ο συγγραφέας για κάθε ενδιαφερόμενο έδινε και τη διεύθυνση του: Theodore Dorros, 17 Rue Bachaumont Paris ή 1 East 33rd Street, New York…

Το γεγονός, επίσης, είναι ότι επηρέασε σημαντικά το υπερρεαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα.

Ανακαλύπτοντας τον Ντόρρο

Από τους ανθρώπους που κατάφεραν να αναδείξουν, εκ νέου, το έργο του ποιητή είναι ο Γιώργος Γιάνναρης. Όπως αναφέρεται σε σχετική παρουσίαση της εφημερίδας της ομογένειας Greeknews, η πρώτη επαφή του σημαντικού αυτού Έλληνα ερευνητή με το έργο του Ντόρρου έγινε τυχαία, όταν ψάχνοντας στη βιβλιοθήκη του γραφείου Τύπου της Ελληνικής Πρεσβείας στη Νέα Υόρκη, βρήκε ένα αντίγραφο της πρώτης έκδοσης του βιβλίου του Στου γλυτωμού το χάζι, με αφιέρωση της αδελφής του Μαίρης Ντόρρου-Ξέρων, προς τον τότε γενικό πρόξενο της Ελλάδας. Στη συνέχεια βρήκε ένα ακόμη αντίτυπο στα σκονισμένα ράφια του τυπογραφείου Divry’s της 7ης Λεωφόρου, με ιδιόχειρη αφιέρωση στον σατυρικό ποιητή Κώστα Ζαμπούνη.

Continue reading →

Οι ποιητικές συλλογές του Νίκου Νομικού

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

Το σημείωμα αυτό είναι κατά βάση η σύντομη εισαγωγή μου για το Νίκο Νομικό που έκανα στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Συγγραφέων Αντίποδες προχθές Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012.

Ο Νίκος Α. Νομικός γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1934, από γονείς Συριανούς. Στο Γαλλικό Γυμνάσιο του Αγίου Μάρκου ανέπτυξε το φυσικό του ταλέντο στη ζωγραφική, μαθητεύοντας κοντά στον Αλεξανδρινό ζωγράφο Γιώργο Γώγο, αλλά και τον καθηγητή Jean Rouvrier. Είναι πτυχιούχος Σχεδιαστής Μηχανικός της Τεχνικής Σχολής Αλεξάνδρειας. Το 1960 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και το 1963 απεφοίτησε ως Μηχανολόγος Υπομηχανικός από τη Δημόσια Τεχνική Σχολή Αθηνών. Το 1965 μετανάστευσε στην Μελβούρνη, όπου διαμένει οικογενειακώς από τότε.

Βραβεύτηκε για το ζωγραφικό και ποιητικό του έργο και για την πνευματική του προσφορά στα ελληνικά γράμματα.

Άρχισε να δημοσιεύει τα ποιήματά του στα περιοδικά «Σφίγγα» (της ΕΕΑΜΑ), «Αντίποδες» και «Λόγος» της Μελβούρνης και αργότερα στον «Κώδικα» της Θεσσαλονίκης και «Aκτή» της Λευκωσίας.

Ο Νίκος Νομικός είναι πολυσύνθετη πνευματική προσωπικότητα, ένα αναμφισβήτητο ταλέντο στην ποίηση και τη ζωγραφική, στην καλλιέργεια και προώθηση της ελληνικής γλώσσας. Οι ποιητικές ευαισθησίες του και το υψηλό καλλιτεχνικό του επίπεδο, εκφράζονται στην ομορφιά των στίχων του και της απεικόνισης των έργων του. Η ποίησή του είναι γεμάτη συναισθήματα αγάπης και πόνου που απορρέουν από σκληρές εμπειρίες και κοινωνικές περιστάσεις που για τον Νίκο Νομικό είναι απαράδεκτες. Πάντοτε συνεπής, προσιτός και συνεργάσιμος, μια ευχάριστη προσωπικότητα χαμηλών τόνων.

Η ποίηση του Νίκου Νομικού χαρακτηρίζεται από κάποια προσωπική ιδιομορφία που απαιτεί εξοικείωση με την τεχνική και τα σύμβολά του, ακόμη και τον τρόπο έκφρασής του. Είναι ευχάριστη αλλά δεν είναι εύκολη η ανάγνωση των ποιημάτων του Νομικού. Χρειάζεται ένας τρόπος προσέγγισης. Ο στίχος του πλούσιος, υπέροχος, λυρικότατος, γεμάτος καρτερία, ηρωικός…

Σύμφωνα με τον επιστήθιο φίλο του, επίσης συγγραφέα και εικαστικό, Σωτήρη Μανταλβάνο, «για να δείξει πως δεν φοβάται τον αθάνατο θάνατο, τον ονομάζει φίλο, και στολίζει το δήμιό του με λουλούδια… Αντιμέτωπος με τον αμείλικτο Ιππότη του δε σκύβει το κεφάλι. Ατενίζει με Προμηθεϊκό θράσος τον ουρανό, αντιμιλάει, αμφισβητεί: ‘πώς εφαπλώνεται ο ουρανός από της γης τους μύθους’… Είπα να τον ονομάσω ‘ο Ποιητής του πόνου’, αλλά φοβάμαι ότι ο τίτλος θα τον αδικούσε, γι’ αυτό προτιμώ: Νίκος Νομικός, ο νικητής του πόνου».

Ο Νίκος Νομικός έχει δημοσιεύει οκτώ ποιητικές συλλογές μέχρι τώρα: Αναλαμπές 1983, Ηχορροές και Σύμβολα του Νότου 1990, Οραματικές Ψηφιδώσεις 1990, Η Τρίτη Μετάδοση 1993, Η Όγδοη Σκιά 1993, Το Αθέατο Ημερολόγιο 1997, Ώρες Απόλυτες 1998 και Ροδάνθημα του Δειλινού 2008. Ετοιμάζει, δε, νέα συλλογή τον τίτλο της οποίας δεν γνωρίζουμε ακόμα.

Αφιέρωμα στην ποίησή του έγινε στο περιοδικό Αντίποδες Νο 41-42 1997, ενώ το 2010 τιμήθηκε σε εκδήλωση του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Μελβούρνης.

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται και στην ελληνόφωνη εφημερίδα της Μελβούρνης “Νέος Κόσμος”, Σάββατο, 23 Ιούνη 2012.

Χλόη Κουτσουμπέλη, Η κρίση είναι μια φάλαινα

(Ομιλία με θέμα: «Η πνευματική ζωή σε καιρούς κρίσης: η παιδεία, η παραγωγή σκέψης και η συγγραφή σε μια εποχή γεμάτη αντιξοότητες», 9η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, εκδήλωση του περιοδικού Intellectum)
……………………………………………………………….

Είναι η εποχή της σιδερένιας κυριαρχίας των δυνατών. Ήδη οι ορδές των βαρβάρων έχουν μαζευτεί έξω από τα τείχη. Το πιο τραγικό όμως είναι αυτό που συμβαίνει μέσα στα τείχη. Γιατί μέσα απλώνεται η σιωπή. Γιατί μέσα στα τείχη εκκολάπτεται το αυγό του φιδιού. Γιατί μέσα στα τείχη οι προδότες ήδη έχουν αποφασίσει την τύχη μας. Τώρα αυτή την εποχή, στην καθολική επικράτηση της σιωπής χρειαζόμαστε την τέχνη, την παιδεία, την σκέψη, την πνευματική ζωή. Αυτή είναι η μόνη ελπίδα, το μόνο αντίβαρο. ………………………………………………………

Σήμερα περισσότερο από ποτέ ο καλλιτέχνης δεν έχει την πολυτέλεια να είναι στραμμένος μέσα του. Πρέπει να ακούσει τους ήχους από τις πολιορκητικές μηχανές πριν να είναι αργά. Πρέπει να ακούσει τις κραυγές και τις χαρμόσυνες σάλπιγγες των νικητών που έρχονται να αλώσουν και να αντιδράσει.

Το μενού στην Α΄ θέση για δείπνο στον “Τιτανικό” Menu Α΄ Θέσης 14 Απριλίου 1912 Ποικίλα ορεκτικά-Στρείδια Κονσομέ Olga-Κρέμα από κριθάρι Σολωμός με σάλτσα mousseline-αγγουράκια Filet Mignon Lili-Σωτέ κοτόπουλο α λα Lyonnaise-Γεμιστά κολοκυθάκια

Ούτε θέλω να ξέρω τι έτρωγε ο κόσμος στα αμπάρια της τρίτης θέσης… Ο Τιτανικός, το αβύθιστο πλοίο, προσέκρουσε σε ένα παγόβουνο και βυθίστηκε στις 14 Απριλίου του 1912.

Η τέχνη δεν είναι ένα άχρηστο μενού στην πρώτη θέση ενός υπερπολυτελούς υπερωκεανίου που σε λίγο θα βυθιστεί. Δεν αφορά μόνο την πρώτη θέση, ούτε είναι προνόμιο της υψηλής κοινωνίας. Όπως ο Θάνατος δεν επέλεξε μόνο τους επιβάτες του αμπαριού του Τιτανικού.

Είναι μια πολύ σκοτεινή εποχή αυτή που ζούμε. Η κρίση είναι μια πελώρια φάλαινα, ένα κήτος που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά του. Όπως ο Καρχαρίας του Κάρλο Κολόντι στον Πινόκιο, το κήτος συγκεντρώνει στην κοιλιά του τραπεζάκια, έπιπλα, μικρά ψάρια, ανθρώπους. Καταπίνει αμάσητες συνειδήσεις, αξίες, θεσμούς, ιδέες. Μέσα στην ερεβώδη λιπαρή κοιλιά του χάνονται τα περιγράμματα, χάνεται η ταυτότητα ανθρώπων και πραγμάτων, όλα ισοπεδώνονται και πολτοποιούνται. Καταλύονται τα δικαιώματα, χάνονται τα χρώματα, η μοναδικότητα, η κοινωνική μέριμνα, η αγάπη. Πρέπει να ανάψουμε λοιπόν μέσα στην κοιλιά της φάλαινας μια φωτιά, να αναγκάσουμε το κήτος να φτερνιστεί και να μας εκπνεύσει. Αυτή η φωτιά είναι η τέχνη, η παιδεία, η παραγωγή σκέψης.

*[Η φράση «Η κρίση είναι μια φάλαινα» είναι του Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλου].

**Από το http://chloekoutsoumpeli.blogspot.com

Ντάντη Σιδέρη-Σπεκ, Γράφοντας ποίηση μετά το Άουσβιτς

Το τερατώδες στίγμα που ακούει στο όνομα Άουσβιτς, παραμένει κάτι το ασύλληπτο και κάτι που αποτελεί τέτοια τομή, ώστε να είναι σχεδόν αυτονόητο, να χρονολογούμε την ιστορία της ανθρωπότητας με γεγονότα που συνέβησαν προ και μετά το Άουσβιτς.
Γκύντερ Γκρας (1)

Το 1949 διατυπώνει ο φιλόσοφος Τέοντορ Αντόρνο, όταν επέστρεψε από τον εκπατρισμό του στο Παρίσι, την εξής πρόταση, που προκαλεί σάλο στους διανοούμενους της Γερμανίας. «Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφει κανείς ποίηση». Πολλοί ποιητές ερμήνευσαν αυτή την πρόταση ως απαγόρευση της έκφρασης και αρκετοί ήταν πρόθυμοι να την ακολουθήσουν. Αυτό που έκφραζε η ρήση του Αντόρνο, ήταν βαθύς σκεπτικισμός – τι πρέπει ή τι μπορεί να σημαίνει η ποίηση μετά το Ολοκαύτωμα; Αυτή η απαγόρευση του Αντόρνο, να μην αναφέρονται τα απερίγραπτα μαρτύρια των Εβραίων από τους Ναζί ούτε σε ποιήματα, δημιουργεί ένα ταμπού ακριβώς εκεί που είναι αναγκαία όχι η σιωπή αλλά η έκφραση της ανείπωτης φρίκης. Ανάμεσα στις φοβερές απώλειες δεν χάθηκε κυρίως η γλώσσα. Όμως έπρεπε να περάσει μέσα από την αφωνία, να διαπεράσει τα «συμβάντα» για να βγει στην επιφάνεια εμπλουτισμένη απ’ αυτά, όπως αναφέρει ο Παούλ Τσέλαν στον λόγο του «Μεσημβρινός».

Η γλώσσα επέζησε του Αουσβιτς σε μερικά από τα πιο δυνατά κείμενα της ποίησης όπως η Φούγκα του θανάτου, κράτησε τη φωνή της, φωνή συχνά πνιγμένη στην αφωνία, προπαντός ως γλώσσα των θυμάτων. Οι επιζώντες δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να στερηθούν την έκφραση του πόνου και του πένθους γιατί πού αλλού θα έβρισκαν έναν τάφο οι νεκροί αν όχι στην ποίηση;

Continue reading →

Η διαχείριση του φόβου ή τώρα μιλάμε εμείς

*Ένα μη ποιητικό κείμενο, αλλά που όταν το διάβασα με έκανε να συμφωνήσω, πέρα από επιμέρους ενστάσεις. Το προσυπογράφω γιατί δίνει ανάγλυφη την εικόνα και την κοινωνία που επιδιώκουν.

…το πολιτικό σύστημα επιστρατεύει το βαρύ όπλο της χειραγώγησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς που είναι ο ΦΟΒΟΣ…

Ο φόβος είναι ένα βασικό συναίσθημα του ανθρώπου που προκαλείται από τη συνειδητοποίηση ενός πραγματικού ή πλασματικού κινδύνου ή απειλής.

Είναι ένας μηχανισμός προστατευτικού χαρακτήρα, μια φυσιολογική αμυντική αντίδραση του οργανισμού χωρίς να απαιτείται συνειδητή σκέψη.

Όταν όμως ο φόβος συνεχίζει να υφίσταται, ενώ δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος και σε καταστάσεις υπερβολικού στρες, τότε μετατρέπεται σε φοβία και γίνεται εμπόδιο στην φυσιολογική αντιμετώπιση της καθημερινότητας του ατόμου.

Continue reading →

Νίκος Καρούζος: Η ποίηση ως ενσάρκωση

ΤΗΣ ΚΛΕΟΠΑΤΡΑΣ ΛΥΜΠΕΡΗ

Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε πατέρες (και μητέρες) του Νίκου Καρούζου τον Τ.Κ. Παπατσώνη και τη Ζωή Καρέλλη, πράγμα που θα έθετε ένα σημείο αναφοράς για το υπαρξιακό περιεχόμενο του έργου του και την ιδιαίτερη πνοή μιας πνευματικότητας η οποία αντλεί από το θρησκευτικό βίωμα (στη δική του περίπτωση, βεβαίως, ιδιότυπο και πολύ διευρυμένο). Όμως, αυτό δεν θα ήταν αρκετό για να φωτιστούν όλες οι πτυχές της ποιητικής του ιδιοσυγκρασίας. Το καθολικό βλέμμα, η πολυεπίπεδη σύλληψη του κόσμου, η δυνατότητα σύνθεσης όλων των πνευματικών παραδόσεων, η επαναστατική αντίληψη, είναι μερικά από τα στοιχεία που ευθύνονται για την μοναδικότητα αυτού του ποιητή.

Ο Νίκος Καρούζος είχε αφομοιώσει την ελληνική παράδοση -αρχαία και νεώτερη- με πολύ φυσικό τρόπο, χωρίς αγκυλώσεις• κατόρθωσε έτσι να αξιοποιήσει τους καρπούς της γενιάς του 30, συμπεριλαμβάνοντας την εμπειρία του μοντερνισμού, και, ταυτοχρόνως, παραμένοντας σταθερά σ’ ένα ελληνικό κέντρο. Για τη σχέση του αυτή με τις δομές της παράδοσης (δομές της σκέψης αλλά και της κουλτούρας) έχω την αίσθηση ότι αποτελεί και τον πιο ώριμο εκπρόσωπο της μεταπολεμικής ποίησης.

Η φιλοσοφική και θεολογική παιδεία του Ν.Κ, καθώς και ένα ισχυρό κριτήριο – πολιτικό, αισθητικό, ηθικό- ήταν οι βασικοί μοχλοί της τέχνης του. Ωστόσο προσέγγισε τις ιδέες χωρίς τον στείρο εγκεφαλισμό του ψυχρού διανοούμενου, με την περίσσεια της αισθαντικότητάς του, η οποία καλούσε κάθε σκέψη για να την εντάξει δημιουργικά στην εμπειρία της ύπαρξης. Έτσι, το ποιητικό του βίωμα έγινε ο μεσοσταθμός αυτής της μεταμόρφωσης των ιδεών σε υπαρκτικές φανερώσεις.

Continue reading →

Μιχ. Γ. Μπακογιάννης, Το περιοδικό του Μανόλη Αναγνωστάκη “Κριτική” (1959-1961) – Ρήγματα στην εσωστρέφεια

Το τέλος του ελληνικού εμφυλίου πολέμου το 1949 μπορεί να σηματοδοτεί τη στρατιωτική ήττα της αριστεράς και την αποκατάσταση στοιχειωδών κανόνων πολιτικής και κοινωνικής ζωής, ταυτόχρονα, όμως, οριοθετεί και την αρχή μιας περιόδου αντιπαλότητας. Η πνευματική ζωή φάνηκε ιδιαίτερα ευάλωτη στις επενέργειες της ιδεολογικής αυτής διαμάχης και χρειάστηκε να περάσει μεγάλο διάστημα μέχρι να αναδρομολογήσει τον προσανατολισμό της.

Τα δύο άκρα του συγκρουσιακού πνευματικού περιβάλλοντος εξέφραζαν αφενός εκείνοι που, σε γενικές γραμμές, στρατεύονταν σε μια λιγότερο ή περισσότερο ιδεαλιστική άποψη για την τέχνη και τη λογοτεχνία και αφετέρου εκείνοι που θεωρούσαν την τέχνη ως παράγωγο των σχέσεων ή της διαπάλης των κοινωνικών τάξεων. Ιδιαίτερα φιλόξενοι χώροι για την αντιπαράθεση αυτή αποτέλεσαν το περιοδικό Νέα Εστία και η εφημερίδα Η Καθημερινή για την πρώτη ομάδα, το περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης και η εφημερίδα Η Αυγή για τη δεύτερη.

Continue reading →

Απόμακρος από την ποιητική τύρβη

Του Γιώργου Μπαλούρδου

Λευτέρης Πούλιος Η Κρυφή Συλλογή
Εικόνες: Χρόνης Μπότσογλου
Εκδόσεις Κέδρος, σ. 89

Ο Λευτέρης Πούλιος είναι μια ιδιαίτερα χαρακτηριστική και άκρως ενδιαφέρουσα ποιητική παρουσία της Γενιάς του 1970. Της Γενιάς της αμφισβήτησης, όπως την έχουν ιστορικά αποκαλέσει. Από τη στιγμή της εμφάνισής του στα λογοτεχνικά γράμματα το 1969 -αρχές της δικτατορίας της 21ης Απριλίου- με τη συλλογή του «Ποίηση 1» έως την τελευταία του, με τίτλο «Η Κρυφή Συλλογή» από τις εκδόσεις Κέδρος, δεν παύει να μας εκπλήσσει, να μας εντυπωσιάζει, να μας χαροποιεί, παρά το βαθύ αίσθημα ναυτίας που προκαλούν η ανάγνωση του ποιητικού του έργου, ο φοβικός και διακριτικά λυγμικός λόγος του, η εριστική και νηπτική γραφή του. Ο ίδιος δεν υπήρξε καριερίστας ποιητής, κρατήθηκε μακριά, αλλά όχι απόμακρα από την ποιητική τύρβη.

Έχει εκδώσει μέχρι σήμερα δώδεκα ποιητικές συλλογές που δεν πέρασαν απαρατήρητες, τόσο από το μικρό αναγνωστικό ποιητικό κοινό όσο και από τους κριτικούς. Μας υποβάλλει η διαπλαστική λεκτικοποίηση του ενοραματικού κόσμου που με ενάργεια αποτυπώνει. Μας έλκει η ισόθερμη εφιαλτική ατμόσφαιρα των ποιητικών του συνθέσεων. Μας πλημμυρίζουν ελπιδοφόρα αίσθηση οι αγαπητικοί δίαυλοι κοινωνικής αισιοδοξίας, όποτε τους συναντάμε στο έργο του. Η φωνή του, συνήθως πένθιμη, αν και θρυμματισμένη, είναι αδρή, ρωμαλέα, εξαντλητική όσον αφορά την κοινωνική παθογένεια και τις επιμέρους στα άτομα ξεχωριστά επιδράσεις της.

Το ύφος, πάντα μάλλον στρατευμένο προς την καθολική άρνηση, εκρηκτικό και σπινθηροβόλο, απελπισμένο αλλά και ευσπλαχνικό, σηματοδοτεί μια πορεία σταθερής αυθεντικότητας. Συνταράσσει η άσπιλη γοητεία του υπαρξιακού του σπαραγμού. Η φωτοσκιασμένη θεουργική του γλώσσα που εικονογραφεί με καθαρότητα την ταραγμένη ιδιοσυγκρασία του. Θέλγει η λειτουργικά προσοδοφόρα δημουργική του δυσαρμονία που ανακαλύπτουμε στο ποιητικό νόημα των στίχων του. Προκαλούν οι βιωματικοί, λεκτικοί του κώδικες που υιοθετεί για να αποδώσει το ψυχικό του αδιέξοδο. Η ερεθιστική, αν και σκόρπια πολυμορφία των εικονοποιητικών του προτάσεων (παραπέμπουν άμεσα στην αμερικανική γενιά των Μπιτ).

Ξαφνιάζει, αλλά δεν ξενίζει η αναμενόμενη ένθεση ποιητικών «ρήσεων» για το τετελεσμένο και απερίγραπτα αναπότρεπτο της ανθρώπινης μοίρας. Ο Πούλιος εκφράζει μια ποιητική ακοσμία, η οποία προέρχεται από την ανθρωπολογική που τον περιστοιχίζει και του προκαλεί ένα αβάσταχτο αίσθημα ασφυξίας και αφόρητης μοναξιάς. Μια ακοσμία που το ειδικό βάρος των λέξεων και οι νοηματικές μεταφορές που την ιχνηλατούν δεν την κατηγοριοποιούν κοινωνικά. Δεν την ταξινομούν ιδιελογικά. Δεν την προβάλλουν αισθητικά. Αλλά κραυγάζουν σπαρακτικά με τον στεγνό λυρισμό τους, την αδιόρατη μουσικότητά τους το τέλος της Κοσμικής συμμετρίας.

Το σταδιακό απανθρωπισμό ενός καταρρέοντος Πολιτισμού. Το αγωνιώδες ψυχομαχητό ενός Κόσμου που ξέμαθε ή δεν γνωρίζει πλέον πώς να πεθάνει. Την οριστική, μάλλον, ασυμβατότητα συνύπαρξης μεταξύ του ανθρώπινου όντος και του περιβάλλοντος. Που εδώ και αρκετές δεκαετίες αργά και ανοδικά έχει αρχίσει η συνύπαρξη αυτή να κακοφορμίζει. Αφού χάθηκε αυτή η πρωταρχική συναλληλία. Τα τραχύ ποιητικό έργο του Πούλιου έχει μια εσωτερική σπονδυλωτή οργανική συνέχεια που πυκνώνεται γύρω από έναν θρησκευτικό μηδενισμό. Αυτή την ανθρωπολογική παθογένεια μνημειώνει και στη νέα του ποιητική συλλογή. Ενός Κόσμου που είναι «αυθάδης» είναι «ανέκφραστος», είναι «διαλυμένος», είτε σποραδικά «καλός» είτε, τέλος, «παρωχημένος» και «κουρασμένος», ιχνογραφείται με τραγικό τρόπο για να εκθεωθεί σε μια ιερή πραγματικότητα του μηδενός. Μια γυμνή πραγματικότητα απομυθοποιημένη και εφιαλτική χωρίς σωστικά ψεύδη. Χωρίς τα κατά συνθήκη ψεύδη της που της αξονοποιούσαν τους στόχους της, την παράδοσή της, τον κοινωνικό της λειτουργισμό. Αποτροπιαστική, άμορφη, άγρια αποκρουστική, είναι η όψη της, όπως η σκοτεινή όραση του μυαλού του την αντιλαμβάνεται. Μια προβληματική για τον κόσμο συνειδητή, ειλικρινής, άμεση. Που οδηγεί προς μια αφηγηματική ροπή υπαρξιακών αποχρώσεων προς την απόγνωση. Που αποφέρει λεκτικά ποιητικά παραθέματα συνήθως, παρά μια ενιαία συμπαγή θεματογραφική εικονογραφία, αν τον μελετάω σωστά.

«Η κρυφή Συλλογή», με τα τριάντα ένα (να είναι άραγε τυχαίος ο αριθμός τους;) μικρά ποιητικά της κομψοτεχνήματα, που συμπληρώνεται το ειδικό τους βάρος από τη σκοτεινή και μουντή εικονογράφηση από τον Χρόνη Μπότσογλου – ανακαλεί έντονα στη μνήμη το έργο του Φράνσις Μπέικον- είναι το τελευταίο Crescendo της ποιητικής του αυτοπαρουσίασης. Εντονα «επισημασμένη» από τις κυματώδεις τρικυμίες του μυαλού τού ποιητικού υποκειμένου.

Εκφραστικά αρμονική, χωρίς εξανθηματικές λεκτικές κορόνες λύτρωσης, χωρίς νοηματικούς αποπροσανατολισμούς από τον κυρίαρχο στόχο του, δίχως ρομαντικές βινιέτες εξιλέωσης του ποιητικού συναισθήματος. Με ευανάγνωστους υπαρξιακούς τόνους και επιτονισμούς. Καθώς «Αιχμηρές σκέψεις τρυπούν το μυαλό μου. / Στην ανυπαρξία και στη λήθη φεύγει η ζωή και χάνεται καθώς ρέει αιώνια». Η αφυπνιστική αφήγηση γίνεται συνήθως σε πρώτο πρόσωπο, όπως αρμόζει σε κάθε προσωπική εξομολογητική φωνή, στα μικρής φόρμας ποιήματα της συλλογής. Και υαλογραφεί πρωτίστως τη φθορά και την παγίδευση του εσωτερικού του κόσμου. Καθώς «κάνοντας έρωτα στον εαυτό του/ ρουφήχτηκε απ’ το μυαλό του/ και τώρα τρελός/ ψάχνει για μια διέξοδο». Αλλά και οι άλλοι γύρω του, άνθρωποι ποταποί, μικρόψυχοι, χαοτικοί, ναυαγισμένες μεταφυσικά υπάρξεις, από όλο το οικονομικό φάσμα της κοινωνίας, «επισκευάζονται καθημερινά στα συνεργεία της αθλιότητας».

Η φωνή του Λευτέρη Πούλιου μού φέρνει στο νου τη ρήση του Ελύτη: «Αν είναι να πεθάνεις πέθανε, αλλά κοίταξε να γίνεις ο πρώτος πετεινός μέσα στον Αδη». Ο ποιητής, δέσμιος των αδιεξόδων του, που στην πραγματικότητα είναι οντολογικά αδιέξοδα κάθε ευαίσθητου και συνειδητού ανθρώπου, βυθίζεται στον γνόφο του μυαλού του, αγωνιζόμενος με το μεθυστικό πανηγύρι των ποιητικών λέξεων να ψαύσει τη δική του αλήθεια, να βρει τους τρόπους που θα λυτρωθεί από το βάρος της φθοράς των πάντων γύρω του. Θρηνώντας για τη μυστηριακή, αλλά βεβηλωμένη ομορφιά της ζωής.

Μόνος και έρημος, τσακισμένος από τις ενοχικές επιθυμίες του Κόσμου, που αντανακλώνται καταλυτικά στις ανεξερεύνητες σπηλιές του μυαλού του, σκυφτός και δεητικός μέσα στον ιερό χώρο της προσωπικής του Πάτμου, στέκει συντροφιά με τους αμαρτωλούς αγίους του, να αναμένει το κάλεσμα της «Μαύρης Αράχνης στο υπερπέραν», όπως όλοι μας.

«Αντιλαϊκισμός», το ανώτατο στάδιο του λαϊκισμού

ΤΟΥ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΛΥΚΙΑΡΔΟΠΟΥΛΟΥ

«Ο προοδευτικός είναι εκείνος που κάνει τα πιο “εξτρεμιστικά” (φιλελεύθερα) πράγματα με το μειλίχιο και γλυκανάλατο τρόπο μιας μπαλάντας του Έλτον Τζον…» Νικόλας Σεβαστάκης

Τελευταία, και ιδίως μετά το ξέσπασμα της τρέχουσας κρίσης, έχει αρχίσει να παίρνει όλο και πιο ξεκάθαρη μορφή ένα καινούριο ιδεολογικό ρεύμα προωθούμενο από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και συνεπικουρούμενο από ένα μέρος του ακαδημαϊκού κόσμου καθώς και από κάποιους τριτοκοσμικά μοντερνίζοντες λογοτέχνες και «οργανικούς» –ου μην αλλά και «ελευθέρας βοσκής»– διανοούμενους.

Κύριο χαρακτηριστικό αυτού του ρεύματος είναι μια τάση να αντιμετωπίζεται, αντανακλαστικά σχεδόν, κάθε εκ των κάτω διαμαρτυρία με μια ηθικολογική ρητορεία η οποία, εν ονόματι του πολιτικού ρεαλισμού, της ευθύνης και της ευταξίας, επιθέτει σε κάθε κοινωνική διεκδίκηση, κριτική ή καταγγελία το στίγμα της ανευθυνότητας και του λαϊκισμού.

Στην ουσία, θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια πραγματιστική μετάλλαξη ή αντιστροφή του λαϊκισμού ο οποίος είχε επικρατήσει στη χώρα κατά τις προηγούμενες χαρισάμενες δεκαετίες. Φαίνεται μάλιστα να ξεκινάει, κατά τραγική ειρωνεία, από μια εύλογη κατ’ αρχήν κριτική του λαϊκισμού εκείνης της περιόδου, μεταστρέφοντας τώρα τις αιχμές της από τον παρωχημένο και παροπλισμένο πλέον πασοκικό «εθνολαϊκισμό» στα σημερινά δεδομένα. Και λέμε «φαίνεται», διότι στην πραγματικότητα κάποια συστατικά εκείνης της φανφαρόνικης λαϊκίστικης ιδεολογίας έχουν μεταφερθεί και ενσωματωθεί στον πνευματικά νεοπλουτίστικο ρητορικό κορμό του «προοδευτικού» ρεύματος και της «υπεύθυνης» πολιτικής σκέψης. Ένα από τα συστατικά που αναβιώνουν σ’ αυτό το (νέο) φιλελεύθερο «αντιλαϊκιστικό» λαϊκισμό είναι, «εκσυγχρονιστικά» μεταποιημένος, και ο αλλοτινός βαρβάτος αντιδιανοουμενισμός – θυμηθείτε τους χλευαζόμενους «κουλτουριάρηδες» και τους «λαπάδες ποιητές». Ιδού μια τυπική σημερινή αναβαθμισμένη εκδοχή της ίδιας απαξιωτικής θεώρησης:

«Το κλασικό μοντέλο του διανοούμενου υπήρξε αυτό του οραματιστή της ουτοπίας. Παλιότερα τους αποκαλούσαν προφήτες. Αθεράπευτα ρομαντικοί, αιώνια απαισιόδοξοι, πάντοτε θυμωμένοι, με δραματικό οίστρο και ατράνταχτη γνώμη περί παντός του επιστητού, αναφέρονται και προσβλέπουν σ’ έναν τέλειο κόσμο, η σύγκριση του οποίου με την καθημερινή πραγματικότητα αποβαίνει αναπόφευκτα καταλυτική σε βάρος της δεύτερης. Ρέπουν λοιπόν προς τη μεγαλόσχημη καταγγελία στο όνομα κάποιας, παρελθούσας ή μελλοντικής, αλλά πάντα ασαφούς, ουτοπίας θεωρώντας ταυτόχρονα πως κατέχουν την απόλυτη αλήθεια». (* Στάθης Καλύβας, «Διανοούμενοι και προφήτες» εφ. Καθημερινή 22/8/2010)

Στο σημείο αυτό, αν ρωτούσε κανείς ποιος είναι άραγε ο στόχος τέτοιων ορθοπολιτικών καταγγελιών του (ανυπόστατου στη σημερινή πραγματικότητα) ουτοπιστικού «αρχαϊσμού», θα έθετε ένα μάλλον ρητορικό ερώτημα: ο στόχος αναδύεται εκ των εντός και εκτός κειμένου συμφραζομένων: στο βάθος διακρίνονται ήδη τα υλικά με τα οποία στήνεται το νέο σκηνικό: η απομυθοποίηση των μεγάλων «αφηγήσεων» υπό τη μορφή μιας «ψύχραιμης» (ανα)θεώρησης του παρελθόντος λειτουργεί ως άλλοθι ακριβώς του παρόντος κακού. Από αυτήν τη σκοπιά, όσοι μέσα στην κρίση που βιώνουμε διαπιστώνουν συμπτώματα, καταδείχνουν αιτίες ή εκφράζουν το ασφυκτικό «μη περαιτέρω» της κατάστασης διαδηλώνοντας ότι δεν πάει άλλο, στοχοποιούνται ως αθεράπευτα ρομαντικοί, γκρινιάρηδες, αρχαϊστές, ουτοπιστές-λαϊκιστές μ’ ένα λόγο.

Διότι τώρα που ο παλιός λαϊκισμός έχει δύσει στην ανυποληψία του, νέοι αστέρες μεσουρανούν στους τεχνητούς ουρανούς των μίντια που διαφημίζουν νέα είδωλα. Έχουμε περάσει στη λατρεία του «νέου» – «νέα» νέα αρχή, «νέα» Νέα Δημοκρατία, «νέος» νεοφιλελευθερισμός. Όλοι θέλουν να μηδενίσουν το κοντέρ, να ξαναχτιστεί μια νεόκοπη «νοικοκυροσύνη» στον τόπο. Με κάθε θυσία (των άλλων), με το ψαλίδισμα των οραμάτων, με την ισοπέδωση των ερωτημάτων, με την («εξίσου») καταδίκη των «άκρων» και την (επ)ανάκαμψη του φαντασματικού πολιτικού «κέντρου». Σ’ αυτό το κλίμα, λοιπόν, ο πραγματικός στόχος των ρεαλπολιτικών πραγματιστών δεν είναι ο λαϊκισμός του ανύπαρκτου κομμουνισμού αλλά η υπαρκτή κριτική του παρόντος και όζοντος κακού. Έχουν περάσει πλέον οι καιροί του ένδοξου λαϊκισμού που λαφυραγωγώντας κάποτε τα εαμικά κειμήλια οικοδόμησε τα νέα τζάκια της ελληνορθόδοξης παλαιοπασοκικής εθνικοφροσύνης. Στο μεγάλο διάστημα που κύλησε έκτοτε, η πραγματική σύγχρονη δυστυχία, η ξένη, η «άλλη» δυστυχία που γίνεται μέρα με τη μέρα δική μας δυστυχία, η συνακόλουθη Κρίση που έρχεται να μας κρίνει όλους, από τον Άγιο Παντελεήμονα ως τα Κολωνάκια των βορείων προαστίων, έδειξε πλέον, μαζί με τα νύχια της, και τα όρια των παλιών και νέων (λαϊκίστικων και ορθοπολιτικών) ιδεολογημάτων – έδειξε γυμνά τα Κέρδη και τα Συμφέροντα και ξεκαθάρισε την πραγματική διαχωριστική γραμμή.

Τώρα εκείνοι οι χοντροί γαλάζιοι ραψωδοί, αφού ροκάνισαν τ’ αυτιά μας και την αντιεξουσιαστική γραβιέρα τρυπώνοντας από κόμμα σε κόμμα, έρχονται να σιγοντάρουν κι αυτοί τον «αντιλαϊσμό» της λιπαρής εξουσίας, η οποία υποδύεται από τα έδρανά της την «παρρησία»: «Όλοι μαζί τα φάγαμε!». Περιττό να πούμε πως αυτού του είδους ο «αντιλαϊσμός», αυτή η επίδειξη περιφρόνησης του «πολιτικού κόστους» δεν κοστίζει –αλλά ούτε και αξίζει– τίποτα.

37 χρόνια “Σημειώσεις”

Δεν ξέρω αν πρόκειται για πείσμα ή όχι, πάντως οι “Σημειώσεις”, μια περιοδική έκδοση που ξεκίνησε την πορεία της πριν από 37 χρόνια, ως μια συλλογική έκφραση ανοιχτής πολιτικής και πολισμικής ματιάς συνεχίζει τις άτακτες εμφανίσεις της μέχρι τις μέρες μας, με… τακτικές πάντοτε συνεργασίες. Τριανταεφτά χρόνια ιστορίας λοιπόν με 72 τεύχη εν συνόλω. Πιο πρόσφατο αυτό του περασμένου Νοέμβρη απ’ όπου και αποσπάσαμε «αυθαίρετα» το κείμενο του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου το οποίο δημοσιεύουμε στις παράπλευρες στήλες. Εκτός από το κείμενο αυτό, στο πρόσφατο τεύχος των «σημειώσεων» θα βρείτε ακόμη: κείμενο του Στέφανου Ροζάνη «περί συμβόλων» των Βασίλη Αλεξίου και Παν. Καραγιάννη για τα όρια της μεταφοράς και τις μεταφορές των ορίων, κείμενο του Γιώργου Παπαπαναγιώτου για τον Αντον Πάνενουκ αλλά και του ίδιου του Πάννενουκ με τίτλο «Γιατί απέτυχαν τα προηγούμενα επαναστατικά κινήματα». Τέλος θα βρείτε ένα σημείο συνάντησης του Φρανσουά Βιγιόν με τον δικό μας Μάρκο Μέσκο μέσα από «ποιητικό» πόνημα του δεύτερο που τιτλοφορείται «Οι κλοσάρ των Βοδενών». Αναζητείστε το τεύχος στα κεντρικά βιβλιοπωλεία της πόλης, αξίζει τον κόπο!.

* Από το e-dromos.gr