Ντάντη Σιδέρη-Σπεκ, Γράφοντας ποίηση μετά το Άουσβιτς

Το τερατώδες στίγμα που ακούει στο όνομα Άουσβιτς, παραμένει κάτι το ασύλληπτο και κάτι που αποτελεί τέτοια τομή, ώστε να είναι σχεδόν αυτονόητο, να χρονολογούμε την ιστορία της ανθρωπότητας με γεγονότα που συνέβησαν προ και μετά το Άουσβιτς.
Γκύντερ Γκρας (1)

Το 1949 διατυπώνει ο φιλόσοφος Τέοντορ Αντόρνο, όταν επέστρεψε από τον εκπατρισμό του στο Παρίσι, την εξής πρόταση, που προκαλεί σάλο στους διανοούμενους της Γερμανίας. «Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφει κανείς ποίηση». Πολλοί ποιητές ερμήνευσαν αυτή την πρόταση ως απαγόρευση της έκφρασης και αρκετοί ήταν πρόθυμοι να την ακολουθήσουν. Αυτό που έκφραζε η ρήση του Αντόρνο, ήταν βαθύς σκεπτικισμός – τι πρέπει ή τι μπορεί να σημαίνει η ποίηση μετά το Ολοκαύτωμα; Αυτή η απαγόρευση του Αντόρνο, να μην αναφέρονται τα απερίγραπτα μαρτύρια των Εβραίων από τους Ναζί ούτε σε ποιήματα, δημιουργεί ένα ταμπού ακριβώς εκεί που είναι αναγκαία όχι η σιωπή αλλά η έκφραση της ανείπωτης φρίκης. Ανάμεσα στις φοβερές απώλειες δεν χάθηκε κυρίως η γλώσσα. Όμως έπρεπε να περάσει μέσα από την αφωνία, να διαπεράσει τα «συμβάντα» για να βγει στην επιφάνεια εμπλουτισμένη απ’ αυτά, όπως αναφέρει ο Παούλ Τσέλαν στον λόγο του «Μεσημβρινός».

Η γλώσσα επέζησε του Αουσβιτς σε μερικά από τα πιο δυνατά κείμενα της ποίησης όπως η Φούγκα του θανάτου, κράτησε τη φωνή της, φωνή συχνά πνιγμένη στην αφωνία, προπαντός ως γλώσσα των θυμάτων. Οι επιζώντες δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να στερηθούν την έκφραση του πόνου και του πένθους γιατί πού αλλού θα έβρισκαν έναν τάφο οι νεκροί αν όχι στην ποίηση;

Continue reading

Η διαχείριση του φόβου ή τώρα μιλάμε εμείς

*Ένα μη ποιητικό κείμενο, αλλά που όταν το διάβασα με έκανε να συμφωνήσω, πέρα από επιμέρους ενστάσεις. Το προσυπογράφω γιατί δίνει ανάγλυφη την εικόνα και την κοινωνία που επιδιώκουν.

…το πολιτικό σύστημα επιστρατεύει το βαρύ όπλο της χειραγώγησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς που είναι ο ΦΟΒΟΣ…

Ο φόβος είναι ένα βασικό συναίσθημα του ανθρώπου που προκαλείται από τη συνειδητοποίηση ενός πραγματικού ή πλασματικού κινδύνου ή απειλής.

Είναι ένας μηχανισμός προστατευτικού χαρακτήρα, μια φυσιολογική αμυντική αντίδραση του οργανισμού χωρίς να απαιτείται συνειδητή σκέψη.

Όταν όμως ο φόβος συνεχίζει να υφίσταται, ενώ δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος και σε καταστάσεις υπερβολικού στρες, τότε μετατρέπεται σε φοβία και γίνεται εμπόδιο στην φυσιολογική αντιμετώπιση της καθημερινότητας του ατόμου.

Continue reading

Νίκος Καρούζος: Η ποίηση ως ενσάρκωση

ΤΗΣ ΚΛΕΟΠΑΤΡΑΣ ΛΥΜΠΕΡΗ

Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε πατέρες (και μητέρες) του Νίκου Καρούζου τον Τ.Κ. Παπατσώνη και τη Ζωή Καρέλλη, πράγμα που θα έθετε ένα σημείο αναφοράς για το υπαρξιακό περιεχόμενο του έργου του και την ιδιαίτερη πνοή μιας πνευματικότητας η οποία αντλεί από το θρησκευτικό βίωμα (στη δική του περίπτωση, βεβαίως, ιδιότυπο και πολύ διευρυμένο). Όμως, αυτό δεν θα ήταν αρκετό για να φωτιστούν όλες οι πτυχές της ποιητικής του ιδιοσυγκρασίας. Το καθολικό βλέμμα, η πολυεπίπεδη σύλληψη του κόσμου, η δυνατότητα σύνθεσης όλων των πνευματικών παραδόσεων, η επαναστατική αντίληψη, είναι μερικά από τα στοιχεία που ευθύνονται για την μοναδικότητα αυτού του ποιητή.

Ο Νίκος Καρούζος είχε αφομοιώσει την ελληνική παράδοση -αρχαία και νεώτερη- με πολύ φυσικό τρόπο, χωρίς αγκυλώσεις• κατόρθωσε έτσι να αξιοποιήσει τους καρπούς της γενιάς του 30, συμπεριλαμβάνοντας την εμπειρία του μοντερνισμού, και, ταυτοχρόνως, παραμένοντας σταθερά σ’ ένα ελληνικό κέντρο. Για τη σχέση του αυτή με τις δομές της παράδοσης (δομές της σκέψης αλλά και της κουλτούρας) έχω την αίσθηση ότι αποτελεί και τον πιο ώριμο εκπρόσωπο της μεταπολεμικής ποίησης.

Η φιλοσοφική και θεολογική παιδεία του Ν.Κ, καθώς και ένα ισχυρό κριτήριο – πολιτικό, αισθητικό, ηθικό- ήταν οι βασικοί μοχλοί της τέχνης του. Ωστόσο προσέγγισε τις ιδέες χωρίς τον στείρο εγκεφαλισμό του ψυχρού διανοούμενου, με την περίσσεια της αισθαντικότητάς του, η οποία καλούσε κάθε σκέψη για να την εντάξει δημιουργικά στην εμπειρία της ύπαρξης. Έτσι, το ποιητικό του βίωμα έγινε ο μεσοσταθμός αυτής της μεταμόρφωσης των ιδεών σε υπαρκτικές φανερώσεις.

Continue reading

Μιχ. Γ. Μπακογιάννης, Το περιοδικό του Μανόλη Αναγνωστάκη “Κριτική” (1959-1961) – Ρήγματα στην εσωστρέφεια

Το τέλος του ελληνικού εμφυλίου πολέμου το 1949 μπορεί να σηματοδοτεί τη στρατιωτική ήττα της αριστεράς και την αποκατάσταση στοιχειωδών κανόνων πολιτικής και κοινωνικής ζωής, ταυτόχρονα, όμως, οριοθετεί και την αρχή μιας περιόδου αντιπαλότητας. Η πνευματική ζωή φάνηκε ιδιαίτερα ευάλωτη στις επενέργειες της ιδεολογικής αυτής διαμάχης και χρειάστηκε να περάσει μεγάλο διάστημα μέχρι να αναδρομολογήσει τον προσανατολισμό της.

Τα δύο άκρα του συγκρουσιακού πνευματικού περιβάλλοντος εξέφραζαν αφενός εκείνοι που, σε γενικές γραμμές, στρατεύονταν σε μια λιγότερο ή περισσότερο ιδεαλιστική άποψη για την τέχνη και τη λογοτεχνία και αφετέρου εκείνοι που θεωρούσαν την τέχνη ως παράγωγο των σχέσεων ή της διαπάλης των κοινωνικών τάξεων. Ιδιαίτερα φιλόξενοι χώροι για την αντιπαράθεση αυτή αποτέλεσαν το περιοδικό Νέα Εστία και η εφημερίδα Η Καθημερινή για την πρώτη ομάδα, το περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης και η εφημερίδα Η Αυγή για τη δεύτερη.

Continue reading

Απόμακρος από την ποιητική τύρβη

Του Γιώργου Μπαλούρδου

Λευτέρης Πούλιος Η Κρυφή Συλλογή
Εικόνες: Χρόνης Μπότσογλου
Εκδόσεις Κέδρος, σ. 89

Ο Λευτέρης Πούλιος είναι μια ιδιαίτερα χαρακτηριστική και άκρως ενδιαφέρουσα ποιητική παρουσία της Γενιάς του 1970. Της Γενιάς της αμφισβήτησης, όπως την έχουν ιστορικά αποκαλέσει. Από τη στιγμή της εμφάνισής του στα λογοτεχνικά γράμματα το 1969 -αρχές της δικτατορίας της 21ης Απριλίου- με τη συλλογή του «Ποίηση 1» έως την τελευταία του, με τίτλο «Η Κρυφή Συλλογή» από τις εκδόσεις Κέδρος, δεν παύει να μας εκπλήσσει, να μας εντυπωσιάζει, να μας χαροποιεί, παρά το βαθύ αίσθημα ναυτίας που προκαλούν η ανάγνωση του ποιητικού του έργου, ο φοβικός και διακριτικά λυγμικός λόγος του, η εριστική και νηπτική γραφή του. Ο ίδιος δεν υπήρξε καριερίστας ποιητής, κρατήθηκε μακριά, αλλά όχι απόμακρα από την ποιητική τύρβη.

Έχει εκδώσει μέχρι σήμερα δώδεκα ποιητικές συλλογές που δεν πέρασαν απαρατήρητες, τόσο από το μικρό αναγνωστικό ποιητικό κοινό όσο και από τους κριτικούς. Μας υποβάλλει η διαπλαστική λεκτικοποίηση του ενοραματικού κόσμου που με ενάργεια αποτυπώνει. Μας έλκει η ισόθερμη εφιαλτική ατμόσφαιρα των ποιητικών του συνθέσεων. Μας πλημμυρίζουν ελπιδοφόρα αίσθηση οι αγαπητικοί δίαυλοι κοινωνικής αισιοδοξίας, όποτε τους συναντάμε στο έργο του. Η φωνή του, συνήθως πένθιμη, αν και θρυμματισμένη, είναι αδρή, ρωμαλέα, εξαντλητική όσον αφορά την κοινωνική παθογένεια και τις επιμέρους στα άτομα ξεχωριστά επιδράσεις της.

Το ύφος, πάντα μάλλον στρατευμένο προς την καθολική άρνηση, εκρηκτικό και σπινθηροβόλο, απελπισμένο αλλά και ευσπλαχνικό, σηματοδοτεί μια πορεία σταθερής αυθεντικότητας. Συνταράσσει η άσπιλη γοητεία του υπαρξιακού του σπαραγμού. Η φωτοσκιασμένη θεουργική του γλώσσα που εικονογραφεί με καθαρότητα την ταραγμένη ιδιοσυγκρασία του. Θέλγει η λειτουργικά προσοδοφόρα δημουργική του δυσαρμονία που ανακαλύπτουμε στο ποιητικό νόημα των στίχων του. Προκαλούν οι βιωματικοί, λεκτικοί του κώδικες που υιοθετεί για να αποδώσει το ψυχικό του αδιέξοδο. Η ερεθιστική, αν και σκόρπια πολυμορφία των εικονοποιητικών του προτάσεων (παραπέμπουν άμεσα στην αμερικανική γενιά των Μπιτ).

Ξαφνιάζει, αλλά δεν ξενίζει η αναμενόμενη ένθεση ποιητικών «ρήσεων» για το τετελεσμένο και απερίγραπτα αναπότρεπτο της ανθρώπινης μοίρας. Ο Πούλιος εκφράζει μια ποιητική ακοσμία, η οποία προέρχεται από την ανθρωπολογική που τον περιστοιχίζει και του προκαλεί ένα αβάσταχτο αίσθημα ασφυξίας και αφόρητης μοναξιάς. Μια ακοσμία που το ειδικό βάρος των λέξεων και οι νοηματικές μεταφορές που την ιχνηλατούν δεν την κατηγοριοποιούν κοινωνικά. Δεν την ταξινομούν ιδιελογικά. Δεν την προβάλλουν αισθητικά. Αλλά κραυγάζουν σπαρακτικά με τον στεγνό λυρισμό τους, την αδιόρατη μουσικότητά τους το τέλος της Κοσμικής συμμετρίας.

Το σταδιακό απανθρωπισμό ενός καταρρέοντος Πολιτισμού. Το αγωνιώδες ψυχομαχητό ενός Κόσμου που ξέμαθε ή δεν γνωρίζει πλέον πώς να πεθάνει. Την οριστική, μάλλον, ασυμβατότητα συνύπαρξης μεταξύ του ανθρώπινου όντος και του περιβάλλοντος. Που εδώ και αρκετές δεκαετίες αργά και ανοδικά έχει αρχίσει η συνύπαρξη αυτή να κακοφορμίζει. Αφού χάθηκε αυτή η πρωταρχική συναλληλία. Τα τραχύ ποιητικό έργο του Πούλιου έχει μια εσωτερική σπονδυλωτή οργανική συνέχεια που πυκνώνεται γύρω από έναν θρησκευτικό μηδενισμό. Αυτή την ανθρωπολογική παθογένεια μνημειώνει και στη νέα του ποιητική συλλογή. Ενός Κόσμου που είναι «αυθάδης» είναι «ανέκφραστος», είναι «διαλυμένος», είτε σποραδικά «καλός» είτε, τέλος, «παρωχημένος» και «κουρασμένος», ιχνογραφείται με τραγικό τρόπο για να εκθεωθεί σε μια ιερή πραγματικότητα του μηδενός. Μια γυμνή πραγματικότητα απομυθοποιημένη και εφιαλτική χωρίς σωστικά ψεύδη. Χωρίς τα κατά συνθήκη ψεύδη της που της αξονοποιούσαν τους στόχους της, την παράδοσή της, τον κοινωνικό της λειτουργισμό. Αποτροπιαστική, άμορφη, άγρια αποκρουστική, είναι η όψη της, όπως η σκοτεινή όραση του μυαλού του την αντιλαμβάνεται. Μια προβληματική για τον κόσμο συνειδητή, ειλικρινής, άμεση. Που οδηγεί προς μια αφηγηματική ροπή υπαρξιακών αποχρώσεων προς την απόγνωση. Που αποφέρει λεκτικά ποιητικά παραθέματα συνήθως, παρά μια ενιαία συμπαγή θεματογραφική εικονογραφία, αν τον μελετάω σωστά.

«Η κρυφή Συλλογή», με τα τριάντα ένα (να είναι άραγε τυχαίος ο αριθμός τους;) μικρά ποιητικά της κομψοτεχνήματα, που συμπληρώνεται το ειδικό τους βάρος από τη σκοτεινή και μουντή εικονογράφηση από τον Χρόνη Μπότσογλου – ανακαλεί έντονα στη μνήμη το έργο του Φράνσις Μπέικον- είναι το τελευταίο Crescendo της ποιητικής του αυτοπαρουσίασης. Εντονα «επισημασμένη» από τις κυματώδεις τρικυμίες του μυαλού τού ποιητικού υποκειμένου.

Εκφραστικά αρμονική, χωρίς εξανθηματικές λεκτικές κορόνες λύτρωσης, χωρίς νοηματικούς αποπροσανατολισμούς από τον κυρίαρχο στόχο του, δίχως ρομαντικές βινιέτες εξιλέωσης του ποιητικού συναισθήματος. Με ευανάγνωστους υπαρξιακούς τόνους και επιτονισμούς. Καθώς «Αιχμηρές σκέψεις τρυπούν το μυαλό μου. / Στην ανυπαρξία και στη λήθη φεύγει η ζωή και χάνεται καθώς ρέει αιώνια». Η αφυπνιστική αφήγηση γίνεται συνήθως σε πρώτο πρόσωπο, όπως αρμόζει σε κάθε προσωπική εξομολογητική φωνή, στα μικρής φόρμας ποιήματα της συλλογής. Και υαλογραφεί πρωτίστως τη φθορά και την παγίδευση του εσωτερικού του κόσμου. Καθώς «κάνοντας έρωτα στον εαυτό του/ ρουφήχτηκε απ’ το μυαλό του/ και τώρα τρελός/ ψάχνει για μια διέξοδο». Αλλά και οι άλλοι γύρω του, άνθρωποι ποταποί, μικρόψυχοι, χαοτικοί, ναυαγισμένες μεταφυσικά υπάρξεις, από όλο το οικονομικό φάσμα της κοινωνίας, «επισκευάζονται καθημερινά στα συνεργεία της αθλιότητας».

Η φωνή του Λευτέρη Πούλιου μού φέρνει στο νου τη ρήση του Ελύτη: «Αν είναι να πεθάνεις πέθανε, αλλά κοίταξε να γίνεις ο πρώτος πετεινός μέσα στον Αδη». Ο ποιητής, δέσμιος των αδιεξόδων του, που στην πραγματικότητα είναι οντολογικά αδιέξοδα κάθε ευαίσθητου και συνειδητού ανθρώπου, βυθίζεται στον γνόφο του μυαλού του, αγωνιζόμενος με το μεθυστικό πανηγύρι των ποιητικών λέξεων να ψαύσει τη δική του αλήθεια, να βρει τους τρόπους που θα λυτρωθεί από το βάρος της φθοράς των πάντων γύρω του. Θρηνώντας για τη μυστηριακή, αλλά βεβηλωμένη ομορφιά της ζωής.

Μόνος και έρημος, τσακισμένος από τις ενοχικές επιθυμίες του Κόσμου, που αντανακλώνται καταλυτικά στις ανεξερεύνητες σπηλιές του μυαλού του, σκυφτός και δεητικός μέσα στον ιερό χώρο της προσωπικής του Πάτμου, στέκει συντροφιά με τους αμαρτωλούς αγίους του, να αναμένει το κάλεσμα της «Μαύρης Αράχνης στο υπερπέραν», όπως όλοι μας.

«Αντιλαϊκισμός», το ανώτατο στάδιο του λαϊκισμού

ΤΟΥ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΛΥΚΙΑΡΔΟΠΟΥΛΟΥ

«Ο προοδευτικός είναι εκείνος που κάνει τα πιο “εξτρεμιστικά” (φιλελεύθερα) πράγματα με το μειλίχιο και γλυκανάλατο τρόπο μιας μπαλάντας του Έλτον Τζον…» Νικόλας Σεβαστάκης

Τελευταία, και ιδίως μετά το ξέσπασμα της τρέχουσας κρίσης, έχει αρχίσει να παίρνει όλο και πιο ξεκάθαρη μορφή ένα καινούριο ιδεολογικό ρεύμα προωθούμενο από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και συνεπικουρούμενο από ένα μέρος του ακαδημαϊκού κόσμου καθώς και από κάποιους τριτοκοσμικά μοντερνίζοντες λογοτέχνες και «οργανικούς» –ου μην αλλά και «ελευθέρας βοσκής»– διανοούμενους.

Κύριο χαρακτηριστικό αυτού του ρεύματος είναι μια τάση να αντιμετωπίζεται, αντανακλαστικά σχεδόν, κάθε εκ των κάτω διαμαρτυρία με μια ηθικολογική ρητορεία η οποία, εν ονόματι του πολιτικού ρεαλισμού, της ευθύνης και της ευταξίας, επιθέτει σε κάθε κοινωνική διεκδίκηση, κριτική ή καταγγελία το στίγμα της ανευθυνότητας και του λαϊκισμού.

Στην ουσία, θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια πραγματιστική μετάλλαξη ή αντιστροφή του λαϊκισμού ο οποίος είχε επικρατήσει στη χώρα κατά τις προηγούμενες χαρισάμενες δεκαετίες. Φαίνεται μάλιστα να ξεκινάει, κατά τραγική ειρωνεία, από μια εύλογη κατ’ αρχήν κριτική του λαϊκισμού εκείνης της περιόδου, μεταστρέφοντας τώρα τις αιχμές της από τον παρωχημένο και παροπλισμένο πλέον πασοκικό «εθνολαϊκισμό» στα σημερινά δεδομένα. Και λέμε «φαίνεται», διότι στην πραγματικότητα κάποια συστατικά εκείνης της φανφαρόνικης λαϊκίστικης ιδεολογίας έχουν μεταφερθεί και ενσωματωθεί στον πνευματικά νεοπλουτίστικο ρητορικό κορμό του «προοδευτικού» ρεύματος και της «υπεύθυνης» πολιτικής σκέψης. Ένα από τα συστατικά που αναβιώνουν σ’ αυτό το (νέο) φιλελεύθερο «αντιλαϊκιστικό» λαϊκισμό είναι, «εκσυγχρονιστικά» μεταποιημένος, και ο αλλοτινός βαρβάτος αντιδιανοουμενισμός – θυμηθείτε τους χλευαζόμενους «κουλτουριάρηδες» και τους «λαπάδες ποιητές». Ιδού μια τυπική σημερινή αναβαθμισμένη εκδοχή της ίδιας απαξιωτικής θεώρησης:

«Το κλασικό μοντέλο του διανοούμενου υπήρξε αυτό του οραματιστή της ουτοπίας. Παλιότερα τους αποκαλούσαν προφήτες. Αθεράπευτα ρομαντικοί, αιώνια απαισιόδοξοι, πάντοτε θυμωμένοι, με δραματικό οίστρο και ατράνταχτη γνώμη περί παντός του επιστητού, αναφέρονται και προσβλέπουν σ’ έναν τέλειο κόσμο, η σύγκριση του οποίου με την καθημερινή πραγματικότητα αποβαίνει αναπόφευκτα καταλυτική σε βάρος της δεύτερης. Ρέπουν λοιπόν προς τη μεγαλόσχημη καταγγελία στο όνομα κάποιας, παρελθούσας ή μελλοντικής, αλλά πάντα ασαφούς, ουτοπίας θεωρώντας ταυτόχρονα πως κατέχουν την απόλυτη αλήθεια». (* Στάθης Καλύβας, «Διανοούμενοι και προφήτες» εφ. Καθημερινή 22/8/2010)

Στο σημείο αυτό, αν ρωτούσε κανείς ποιος είναι άραγε ο στόχος τέτοιων ορθοπολιτικών καταγγελιών του (ανυπόστατου στη σημερινή πραγματικότητα) ουτοπιστικού «αρχαϊσμού», θα έθετε ένα μάλλον ρητορικό ερώτημα: ο στόχος αναδύεται εκ των εντός και εκτός κειμένου συμφραζομένων: στο βάθος διακρίνονται ήδη τα υλικά με τα οποία στήνεται το νέο σκηνικό: η απομυθοποίηση των μεγάλων «αφηγήσεων» υπό τη μορφή μιας «ψύχραιμης» (ανα)θεώρησης του παρελθόντος λειτουργεί ως άλλοθι ακριβώς του παρόντος κακού. Από αυτήν τη σκοπιά, όσοι μέσα στην κρίση που βιώνουμε διαπιστώνουν συμπτώματα, καταδείχνουν αιτίες ή εκφράζουν το ασφυκτικό «μη περαιτέρω» της κατάστασης διαδηλώνοντας ότι δεν πάει άλλο, στοχοποιούνται ως αθεράπευτα ρομαντικοί, γκρινιάρηδες, αρχαϊστές, ουτοπιστές-λαϊκιστές μ’ ένα λόγο.

Διότι τώρα που ο παλιός λαϊκισμός έχει δύσει στην ανυποληψία του, νέοι αστέρες μεσουρανούν στους τεχνητούς ουρανούς των μίντια που διαφημίζουν νέα είδωλα. Έχουμε περάσει στη λατρεία του «νέου» – «νέα» νέα αρχή, «νέα» Νέα Δημοκρατία, «νέος» νεοφιλελευθερισμός. Όλοι θέλουν να μηδενίσουν το κοντέρ, να ξαναχτιστεί μια νεόκοπη «νοικοκυροσύνη» στον τόπο. Με κάθε θυσία (των άλλων), με το ψαλίδισμα των οραμάτων, με την ισοπέδωση των ερωτημάτων, με την («εξίσου») καταδίκη των «άκρων» και την (επ)ανάκαμψη του φαντασματικού πολιτικού «κέντρου». Σ’ αυτό το κλίμα, λοιπόν, ο πραγματικός στόχος των ρεαλπολιτικών πραγματιστών δεν είναι ο λαϊκισμός του ανύπαρκτου κομμουνισμού αλλά η υπαρκτή κριτική του παρόντος και όζοντος κακού. Έχουν περάσει πλέον οι καιροί του ένδοξου λαϊκισμού που λαφυραγωγώντας κάποτε τα εαμικά κειμήλια οικοδόμησε τα νέα τζάκια της ελληνορθόδοξης παλαιοπασοκικής εθνικοφροσύνης. Στο μεγάλο διάστημα που κύλησε έκτοτε, η πραγματική σύγχρονη δυστυχία, η ξένη, η «άλλη» δυστυχία που γίνεται μέρα με τη μέρα δική μας δυστυχία, η συνακόλουθη Κρίση που έρχεται να μας κρίνει όλους, από τον Άγιο Παντελεήμονα ως τα Κολωνάκια των βορείων προαστίων, έδειξε πλέον, μαζί με τα νύχια της, και τα όρια των παλιών και νέων (λαϊκίστικων και ορθοπολιτικών) ιδεολογημάτων – έδειξε γυμνά τα Κέρδη και τα Συμφέροντα και ξεκαθάρισε την πραγματική διαχωριστική γραμμή.

Τώρα εκείνοι οι χοντροί γαλάζιοι ραψωδοί, αφού ροκάνισαν τ’ αυτιά μας και την αντιεξουσιαστική γραβιέρα τρυπώνοντας από κόμμα σε κόμμα, έρχονται να σιγοντάρουν κι αυτοί τον «αντιλαϊσμό» της λιπαρής εξουσίας, η οποία υποδύεται από τα έδρανά της την «παρρησία»: «Όλοι μαζί τα φάγαμε!». Περιττό να πούμε πως αυτού του είδους ο «αντιλαϊσμός», αυτή η επίδειξη περιφρόνησης του «πολιτικού κόστους» δεν κοστίζει –αλλά ούτε και αξίζει– τίποτα.

37 χρόνια “Σημειώσεις”

Δεν ξέρω αν πρόκειται για πείσμα ή όχι, πάντως οι “Σημειώσεις”, μια περιοδική έκδοση που ξεκίνησε την πορεία της πριν από 37 χρόνια, ως μια συλλογική έκφραση ανοιχτής πολιτικής και πολισμικής ματιάς συνεχίζει τις άτακτες εμφανίσεις της μέχρι τις μέρες μας, με… τακτικές πάντοτε συνεργασίες. Τριανταεφτά χρόνια ιστορίας λοιπόν με 72 τεύχη εν συνόλω. Πιο πρόσφατο αυτό του περασμένου Νοέμβρη απ’ όπου και αποσπάσαμε «αυθαίρετα» το κείμενο του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου το οποίο δημοσιεύουμε στις παράπλευρες στήλες. Εκτός από το κείμενο αυτό, στο πρόσφατο τεύχος των «σημειώσεων» θα βρείτε ακόμη: κείμενο του Στέφανου Ροζάνη «περί συμβόλων» των Βασίλη Αλεξίου και Παν. Καραγιάννη για τα όρια της μεταφοράς και τις μεταφορές των ορίων, κείμενο του Γιώργου Παπαπαναγιώτου για τον Αντον Πάνενουκ αλλά και του ίδιου του Πάννενουκ με τίτλο «Γιατί απέτυχαν τα προηγούμενα επαναστατικά κινήματα». Τέλος θα βρείτε ένα σημείο συνάντησης του Φρανσουά Βιγιόν με τον δικό μας Μάρκο Μέσκο μέσα από «ποιητικό» πόνημα του δεύτερο που τιτλοφορείται «Οι κλοσάρ των Βοδενών». Αναζητείστε το τεύχος στα κεντρικά βιβλιοπωλεία της πόλης, αξίζει τον κόπο!.

* Από το e-dromos.gr

Antonin Artaud, Από τη συλλογή Le Pèse-nerfs[1] (1925)

Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής —

Αισθάνθηκα τότε και πραγματικά ότι ανακόπτετε την ατμόσφαιρα γύρω μου, ότι παριστάνετε το κενό ώστε να μου επιτρέψετε να προχωρήσω, ώστε να δοθεί ένας χώρος σε κάτι εντός μου που υπήρχε δυνάμει μόνο ακόμα, σε μια ολάκερη εικονική βλάστηση, και που όφειλε να γεννηθεί, χάρη στην επιθυμία που ο χώρος που της δινόταν της γεννούσε.

Πολλές φορές βρέθηκα σ’ αυτήν την κατάσταση του απίθανου παράλογου, ώστε να δοκιμάσω να γεννήσω εντός μου τη σκέψη. Δεν υπάρχουμε πολλοί σ’ αυτήν την εποχή που θελήσαμε να κακοποιήσουμε τα πράγματα, να δημιουργήσουμε εντός μας διαστήματα ελεύθερα για τη ζωή, διαστήματα που δεν ήταν και δεν φαίνονταν να έπρεπε να βρουν τη θέση τους στο χώρο.

Κι όμως πολλές φορές εξεπλάγην από τούτη την ισχυρογνωμοσύνη του πνεύματος να επιθυμεί να στοχάζεται σε διαστάσεις και σε διαστήματα, και να συγκεντρώνεται σε καταστάσεις αυθαίρετες πραγμάτων ώστε να στοχάζεται, να στοχάζεται με θραύσματα, με κρυσταλλοειδή, έτσι ώστε κάθε τρόπος του όντος να παραμένει στερεοποιημένος σε μιαν έναρξη, έτσι ώστε η σκέψη να μην είναι σε άμεση και αδιάκοπη επικοινωνία με τα πράγματα, αλλά με τέτοιον τρόπο ώστε αυτή η εμμονή, αυτή η συγκέντρωση, ετούτο το ψύχος, αυτό το είδος της μνημειοποίησης της ψυχής να παράγεται κατά κάποιον τρόπο ΠΡΙΝ ΤΗ ΣΚΕΨΗ. Πρόκειται προφανώς για την απαραίτητη προϋπόθεση της δημιουργίας. Αλλά εξεπλάγην ακόμα περισσότερο από αυτήν την ακαταπόνητη, μετεωρική ψευδαίσθηση, που φυσά εντός μας αυτές τις καθορισμένες, περιγεγραμμένες, στοχασμένες αρχιτεκτονικές, αυτά τ’ αποκρυσταλλωμένα θραύσματα ψυχής, σαν να μην ήταν αυτά παρά μια μεγάλη σελίδα, εύπλαστη και σε όσμωση με το υπόλοιπο της πραγματικότητας. Και η υπερπραγματικότητα[2] είναι σαν μία πύκνωση, σαν μία ξαφνική συγκέντρωση σε ένα και μόνο σημείο της όσμωσης αυτής, ένα είδος ανταποδομένης επικοινωνίας. Αδυνατώντας να διακρίνω έναν περιορισμό του ελέγχου, βλέπω αντίθετα έναν ακόμη στενότερο έλεγχο, έναν έλεγχο όμως που αντί να δρα, δυσπιστεί, έναν έλεγχο που εμποδίζει τα συναπαντήματα της καθημερινής πραγματικότητας και επιτρέπει τα πλέον εκλεπτυσμένα και τα πλέον σπάνια συναπαντήματα, συναπαντήματα τόσο εξαίρετα λεπτεπίλεπτα ίσαμε τη χορδή, που παίρνει φωτιά και που ποτέ δεν σπα. Οραματίζομαι μια κατεργασμένη ψυχή που ν’ αναδίνει το θειάφι και το φώσφορο από τούτα τα συναπαντήματα ως την αποκλειστικά αποδεκτή επικράτεια της πραγματικότητας. Είναι όμως κι εγώ δεν ξέρω ποια ακατονόμαστη, άγνωστη διαύγεια που μου δίνει τον τόνο και την κραυγή και τα κάνει ν’ αντηχούν μέσα μου. Τα αισθάνομαι σε μια συγκεκριμένη ολότητα αδιάλυτη, θέλω να πω στην αίσθηση εκείνη που καμιά αμφιβολία δεν δύναται να δαγκώσει. Κι εγώ σε σχέση μ’ αυτά τα διεγερτικά συναπαντήματα, βρίσκομαι σε μια κατάσταση ελάσσονος δόνησης· θα ήθελα για μια στιγμή να φανταστείτε ένα μη-είναι ακινητοποιημένο, μία μάζα πνεύματος να δραπετεύει για κάπου, να γίνεται εικονικότητα.

***

Continue reading

Σβουνιές

Ο τρίτος δρόμος είχε αυτούς τους σκοτεινούς υμνητές της αγοράς. Ο τρίτος δρόμος είναι στρωμένος με σβουνιές. Τον Μίμη Ανδρουλάκη που περιμένει προτομή μετά θάνατον, τη νευρωτική αμαζόνα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης Μαρία Δαμανάκη, το Μπίστη, τα τρωκτικά του Κουβέλη κάτι καμένους πανεπιστημιακούς που συνεδριάζονται ακαταπαύστως. Ο τρίτος δρόμος άρχισε να γίνεται λεωφόρος το ογδόντα, όταν ο Κύρκος βγήκε στους δρόμους με μια σημαία να πανηγυρίσει τη νίκη του λαού, δίνοντας το μήνυμα στη νέα εξουσία που ξημέρωνε.

Ο Λεωνίδας έγινε ο ροζ πάνθηρας της αριστεράς, δίνοντας το σύνθημα στις μεγάλες φίρμες να εξαργυρώσουν τα πολυτεχνεία και τις νομικές. Απʼ τους διανοούμενους που φυλλορρόησαν στο ίδρυμα Φορντ και τα γιουσουφάκια της αριστερής καλλιτεχνίας ξεμπούκαραν τα νέα τζάκια. Λιμασμένοι για καρέκλα ξέχασαν τη βαρβαρότητα της εξουσίας, δίνοντας άφεση στον αμερικανοκίνητο πασοκικό μηχανισμό προπαγάνδας, που επί χρόνια κατήγγειλαν για κλοπή συνθημάτων, οραμάτων και ψηφοφόρων.

Το ΠΑΣΟΚ στήθηκε πάνω στην «προσαρμοσμένη ηθική» στελεχών της αριστεράς. Μιας αριστεράς των σαλονιών, που η μαγιά της ήταν παιδάκια των αστών που για να τη σπάσουν στη μαμά και το μπαμπά γράφτηκαν στο κόμμα. Αρχίζοντας απʼ τα κουπόνια και την αφισοκόλληση έφταναν στο ρετιρέ της κεντρικής επιτροπής. Οι ρητορείες και τα χρυσά σκάγια σημάδευαν όλο και πιο πολύ τις φτερούγες του λαού.

Το σύνθημα της εξουσίας ήταν «αγοράστε συνειδήσεις». Και οι συνειδήσεις αγοράζονται με λίγα ψίχουλα καλοζωίας. Με επιδόματα, αγαθά στα ράφια και τουρισμό με κουπόνια. Ο κόσμος, ο λαός, η βάση αφέθηκε στο χάδι του ηγέτη. Ο ηγέτης πετούσε σπίθες στη λαοθάλασσα. Η λαοθάλασσα άρχισε να κάνει τις δουλειές με το γνωστό του γνωστού. Απʼ το δεξιό περάσαμε στον πασόκο κομματάρχη. Στις υπηρεσίες άρχισε να γίνεται το μεγάλο μακελειό. Τα χαρτοφυλάκια άλλαζαν χέρια. Απʼ την παραδοσιακή άρχουσα τάξη όμως δεν πειράχτηκε τρίχα. Απλώς δημιουργήθηκε μια νέα τάξη-οχυρό, που κατέληξε να κυβερνά με αποκορύφωμα τον πολιτικό βερμπαλισμό του εκσυγχρονισμού που οδήγησε στο φιάσκο των ολυμπιακών αγώνων και της ανάπτυξης.

Τα μειράκια του πολυτεχνείου έγραψαν το πρελούδιο του νέου καπιταλισμού. Βγήκαν μπροστά για να σαρώσουν τις όποιες σαθρές κατακτήσεις. Οι πρώην συνδικαλιστές απʼ τον άμβωνα της ΓΣΕΕ τώρα χορεύουν σάμπα στο Βερολίνο. Είναι η εμπροσθοφυλακή της νέας χούντας. Μαζί με την λεγόμενη δημοκρατική αριστερά που εποπτεύει τα απολίτικα κινήματα θα βάλει πλάτη στο να ξεπεράσει το σύστημα την κρίση του.

Ο φασίστας της ακροδεξιάς είναι μια ευδιάκριτη φιγούρα στο πολιτικό φάσμα. Ο φασίστας όμως της κεντροαριστεράς είναι μασκαρεμένος. Δεν έχει στα χέρια όπλα και σιδερολοστούς, δεν στήνει στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους λαθρομετανάστες. Οι σιδερογροθιές του είναι αθέατες. Ξέρει να κουμαντάρει τη λαϊκή οργή. Στη σκακιέρα του στήνει προβοκάτσιες, συσσίτια, κοινωνικά παντοπωλεία. Ανταλλάσει σπόρους, ρούχα, κάνει τους νέους μαϊμούδες του χαζοχαρούμενου ευ ζην, διδάσκει πως πρέπει να ζήσουν με λιγότερα, να περνάν γριές απέναντι, να κάνουν δια βίου καλές πράξεις, να μην αντιδρούν, να μην πολεμούν, να μην διαμαρτύρονται, να μην οργανώνονται. Να μην πετάνε πέτρες στις βιτρίνες της ελεημοσύνης των πλουσίων που απαιτούν περισσότερα πλούτη, να μην εξεγείρονται στο σχολείο-κάτεργο, στο μεσαίωνα της ανάπτυξης που έρχεται, στην κυρίαρχη ιδεολογία που τους θέλει δουλοπάροικους και τροφοσυλλέκτες.

Η λεγόμενη δημοκρατική αριστερά είναι το ανάχωμα της κυρίαρχης τάξης. Είναι η παραφυάδα ενός χώρου μέσα στον οποίο διεξάγεται ένα ανοιχτός πόλεμος μεταξύ ολοκληρωτικά αντιτιθέμενων ομάδων. Πόλεμος βαφτισμένος ως «εσωκομματική δημοκρατία» που καταλήγει πάντα σε διάσπαση, αφού στην πραγματικότητα η «προσαρμοσμένη ηθική» αυτών των στελεχών προσβλέπει πάση θυσία στην κατάληψη κυβερνητικού θώκου. Ο Ανδρουλάκης, η Δαμανάκη, ο Μπίστης αποτέλεσαν την εμβληματική αγία τριάδα αυτής της συναλλαγής. Το κατεστημένο τους προώθησε, τους έδωσε βήμα, δημοσιότητα. Παρόλʼ αυτά τους κρατούσε πάντα στον προθάλαμο για την κυβερνητική λάντζα. Τροφή για τα κανόνια της αντιπολίτευσης και αποδέκτες της λαϊκής οργής.

Αν ο Ανδρουλάκης δεν πατήσει το απαραίτητο γλείψιμο στον εκάστοτε αυτοκράτορα του ΠΑΣΟΚ, ο Καστανιώτης δεν θα του τυπώσει βιβλίο κι ο Καψής δεν θα τον ξαναπάρει τηλέφωνο, ο Πρετεντέρης δεν θα τον ξανακαλέσει στο μέγκα κι η Τρέμη δεν θα του ξαναμιλήσει στη Λυρική. Κανένα στέλεχος του ΠΑΣΟΚ δεν έγλειψε με τόση σπουδή και τόσο πάθος. Απʼ τον εκσυγχρονιστή Σημίτη ο Μίμης έγραψε διθυράμβους για τον μεταρρυθμιστή Παπανδρέου και τώρα ύμνους για τον ανανεωτή Βενιζέλο.

Βεβαίως ο Μίμης δεν είναι μόνος. Μια ολόκληρη διανόηση της πορδής, ένας συρφετός από αριβίστες, έχοντας προίκα τον αριστερισμό της εφηβείας τους μπουκάρουν σε τηλεοράσεις, εφημερίδες, ραδιόφωνα. Αποβλακώστε το κοινό. Διαιωνίστε τις εξαγορασμένες συνειδήσεις. Η δημοκρατική αριστερά είναι εδώ. Οι φωτισμένοι, οι δημοκράτες. Οι πρώην ευρωκομουνιστές που ξέπεσαν σε εξώγαμα της Θάτσερ.

Μα προς θεού να φύγουμε απʼ το ευρώ! Το ιερό ευρώ, το άγιο το ζωοποιό το ευλογημένο ευρώ! Δεν υπάρχει ζωή μετά το ευρώ. Τα χωράφια θα γίνουν στείρα, η θάλασσα δεν θα βγάζει ψάρια μετά το ευρώ. Τα αρνιά και τα κατσίκια δε θα τρώγονται. Οι αγελάδες δε θα κατεβάζουν γάλα. Μετά το ευρώ ο άντρας δεν θα έχει στύση κι οι γυναίκες θα είναι στέρφες. Χωρίς το ευρώ έρεβος και κατακλυσμός. Θαʼ ρθουν οι κουμουνιστές να σφάξουν τα παιδιά σας. Θα σας πάρουν τα σπίτια, τα αυτοκίνητα, θα σβήσουν τον ήλιο, θα σας ψεκάζουν με μπαϊγκόν.

Ζήτω λοιπόν η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Ο οίκος μούντις, η γκόλντμαν σάξ. Ζήτω ο Μόντι, ο Παπαδήμος, ο εθελοντισμός. Ζήτω η δημοκρατική μας αριστερά, ο τρίτος δρόμος. Οι στελεχάρες.

Ω καθηγητάκο της Παντείου, φιλόσοφε του μεσονυχτίου που περιμένεις υπομονετικά το υπουργείο σου, σε παρατηρώ, κινήσεις ζυγωματικών, σπάσιμο μέσης, τσαλίμι φωνής. Έτοιμος να καρποφορήσεις γενοκτονία. Να πετάξεις τʼ αποφάγια σου στων καιρών τη μανιασμένη θάλασσα.

*Κείμενο και φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://dromos.wordpress.com

Η Μάζα των Ποιητών

Κανείς ποιητής δεν γράφει ήθος στα κοινά σήμερα. Τα μεταδικτατορικά αφηγήματα περί ποιητικής και πολιτικής ηθικής, βρήκαν την εκπλήρωσή τους σε κάποιες εξαγορές του αριστερού παρελθόντος από την κλεπτοκρατία, που κουρέλιασε κάθε ήθος, μετατρέποντας τον ποιητή σε δευτέρας κατηγορίας κλεπταποδόχο και τζουτζέ, με τη σιωπηλή αποδοχή μιας αριστεράς που συνοδοιπορούσε με την κλεπτοκρατία.

Πρώην τραπεζικοί υπάλληλοι με κομμένα τα φτερά τους στο ευρωπαικό γήπεδο, με φιλάρεσκη υποταγή στον ακαδημαϊσμό των δεξιών καταβολών τους, δεν μπορούν να κρύψουν τις οικονομικές αποβλέψεις των επιλογών τους συν το θέαμα. Μια κοινωνία μετρίων τιμωρούσε επαρκώς το γεγονός ότι της ξέφυγαν δύο Νόμπελ.

Από εκεί και πέρα η ποίηση μπήκε στο μηχανισμό της εξάρθρωσης της ποιότητας με την ποσότητα, συμπλέοντας με τα φωτεινά μηδενικά που εξέθρεψε και επέβαλε ο βαλκάνιος περονισμός που κατέλαβε το κράτος. Η ποίηση πια στη δημόσια σύγκρουσή της με την εξουσία, είναι ακκίσματα γεροντοκόρης με πολύ εσώρουχο που τραβάει το ηδονοβλεπτικό της δημοσιότητας. Αυτό δεν σημαίνει διόλου ότι δεν υπάρχουν ποιητές που με προσωπικά έξοδα ανέλαβαν το πρόταγμα του ήθους.

Η κοινωνία αντίστοιχα ανέλαβε το πρόταγμα της λήθης. Αφού κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες, οι ποιητές έγιναν μάζα. Δεν χρειάζεται πάρα μια μικρή συμφωνία από δημοσιογράφους του πολιτιστικού φάσματος με σταλινικές οπτασίες και σκοτεινών υποκειμένων του χώρου των εκδόσεων να θεσμίσουμε την ύπαρξη αυτής της μάζας, σαν μιας ακόμη συντεχνίας δικαιούχων, με ποιά αόριστη αναπηρία άραγε, σε λιτανείες στην πρωτεύουσα.

Δεν έχει σημασία, αν εξευγενίζοντας την πρόφαση, αναλάβει κανείς την παιγνιώδη κατάθλιψη που έχουν οι μαζώξεις των ποετάστρων, όπου οι αναγνώστες βλέπουν στα μάτια των ακροατών το μίσος που προκαλεί ο αποκλεισμός από τη δημοσιότητα, αφού και οι ακροατές το πάνε το γράμμα τους, γράφουν κι αυτοί. Δεν έχει ακόμα σημασία ούτε να αρνηθείς γιατί ποιός νοιάζεται για το τι κάνουν οι ποιητές.

Έχει σημασία όμως να ξέρεις ότι κάποιοι από τους διοργανωτές, πριν καιρό, διοργάνωναν στα κρυφά ανθολογίες όπου το συμμετέχον ψώνιο θα ανθολογείτο αντί 90 ευρώ. Και είναι αυτοί οι ίδιοι που ίσως επαναφέρουν την πρόταση για μιαν ανθολογία λιτανευόντων ποιητών.

Γιατί το ήθος της εποχής εξακολουθεί από αδράνεια να είναι το ταμείο. Οπότε στη λιτανεία των ποιητών, εμείς άλλο δεν έχουμε παρά να καθήσουμε παράμερα, να τους βλέπουμε όπως εποχούνται στην Ιστορία με άλφα κεφαλαίο, και να τους χαρίσουμε τη λιτανεία του μάγκα. Είναι το μόνο σοβαρό που στοχεύει αυτό το κείμενο.

*Το πήρα από το http://giorgosmixos.blogspot.com

Ο ανυπότακτος Άρης Αλεξάνδρου

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΔΕΣΠΟΙΝΙΑΔΗ*

Στον Ζήση Σαρίκα

Θεωρώ τον Άρη Αλεξάνδρου τον σημαντικότερο έλληνα πεζογράφο μεταπολεμικά, κι ας έγραψε ένα και μοναδικό (και με τις δύο σημασίες της λέξης) μυθιστόρημα: «Το κιβώτιο». Θεωρώ, επίσης, τον Άρη Αλεξάνδρου έναν από τους πολύ σημαντικούς μεταπολεμικούς μας ποιητές κι ας έγραψε μοναχά τρεις ποιητικές συλλογές. Θεωρώ, τέλος, τον Άρη Αλεξάνδρου έναν από τους καλύτερους μεταφραστές που πέρασαν από αυτή τη χώρα, χάρη στον οποίο όλοι εμείς που δεν γνωρίζουμε ρωσικά είχαμε την ευκαιρία να διαβάσουμε τον Ντοστογιέφσκι και όχι μόνο.

Στο δικό μου σύστημα αξιών, θα αρκούσε ένα μόνο από τα τρία παραπάνω για να θεωρώ τον Άρη Αλεξάνδρου «δικό» μου· μέρος του κόσμου μου· πανταχού παρόντα συνομιλητή· έναν από τους φωτεινούς οδοδείκτες, δίχως την ύπαρξη των οποίων η ζωή μας δεν έχει κανένα απολύτως νόημα.

Continue reading