Antonin Artaud, Θα καταλάβουνε γιατί το πνεύμα μου δεν είναι εδώ

1467359_10202020853754238_1862942656_n

Θα καταλάβουνε γιατί το πνεύμα μου δεν είναι εδώ, θα δουν όλες τις γλώσσες να εξαντλούνται, θα δούνε να ξεραίνονται τα πνεύματα, όλες τις γλώσσες να μαραίνονται, τις ανθρώπινες φιγούρες να συνθλίβονται, να εξαϋλώνονται, θαρρείς, από βεντούζες αιμοβόρες, θα μείνει μόνο μια λιπαντική μεμβράνη να επιπλέει στον αέρα, μία μεμβράνη λιπαντική και καυστική, μία μεμβράνη με διπλή πυκνότητα, με πολλαπλά επίπεδα, σε ένα διηνεκές ρωγμών, μια μελαγχολική και γυάλινη μεμβράνη, αισθαντική, επίμονη, ικανή να πολλαπλασιάζεται, να διχοτομείται, ν’ αναδιπλώνεται μες των ρωγμών της την ανάκλαση, το νόημα, το θαυμαστό, τις διεισδυτικές και τις δηλητηριώδεις αρδεύσεις, όλα αυτά τότε επιτέλους θα τα βρούνε κι εγώ δεν θα χω πια ανάγκη να μιλάω.

*Μετάφραση: Ζ.Δ. Αϊναλής, Πλανόδιον, τ. 49, Αθήνα, Δεκέμβρης 2010.

Τό όλον σώμα: μικρά προκαταρκτικά

a-1-a-simioseis-stef-mic-skia

Το περιοδικό «σημειώσεις» συμμετέχει υποθέτω με τόν τρόπο του αντίστροφα, με όλη του δηλαδή τήν απαραίτητη και δέουσα ειρωνεία και απέχθεια προς εορτασμούς και εορταστικές – πλην κενές νοήματος – δήθεν σεβαστικές προς τήν τέχνη – απολύτως αδιάφορες για τά βάσανα τού καλλιτέχνη εν ζωή – επετείους, στην φετινή διπλή επέτειο για τήν γέννηση και τόν θάνατο τού καβάφη προδημοσιεύοντας στο τεύχος του που μόλις κυκλοφόρησε ένα εκτενές απόσπασμα από τήν «εισαγωγή» μιας εξαιρετικής πλην ανέκδοτης μελέτης τού στέφανου τασσόπουλου : τά παρακάτω αποτελούν αναδημοσίευση από τό ίδιο τεύχος τής δικιάς μου προκαταρκτικής εισαγωγής :
 
Στην μεγάλη έρευνα και μελέτη του για τόν Καβάφη, «Τό Όλον Σώμα», ο Στέφανος Τασσόπουλος δεν ασχολείται με ζητήματα αισθητικής παρά μόνο όσο αυτά άπτονται τού ζητήματος τής καβαφικής εκδοτικής πράξης : όμως εντέλει στον Καβάφη όλα συγκλίνουν σε ένα ενιαίο και αδιάσπαστο όλον : σε αυτό ακριβώς καταλήγει η ανέκδοτη αυτή εργασία τού Στέφανου Τασσόπουλου – και τά παρακάτω συνοπτικά δικά μου ας εκληφθούν απλώς ως μικρή (και ανειδίκευτη) εισαγωγή σ’ ένα ιδιαίτερα (και ευεργετικά) εξειδικευμένο έργο (τό οποίο είχα τήν τύχη ως στενή φίλη να μπορέσω να παρακολουθήσω επίσης στενά, καθώς σχηματιζόταν διαμορφώθηκε και ολοκληρώθηκε (εν μέρει, κατά τόν ίδιο τόν συγγραφέα του, ολοκληρώθηκε) στο διάστημα τών είκοσι περίπου χρόνων που απασχόλησε τόν Τασσόπουλο μέχρι τόν (αιφνίδιο και πρόωρο) θάνατό του, τόν Φλεβάρη αυτής τής χρονιάς).

Continue reading

Ρώμος Φιλύρας: αθησαύριστα ποιήματα και συμπληρωματικά βιβλιογραφικά

ETOzl5i021st8UDs-UzSmNfUHDfZ1rZtHWNoEBlzDHTLRrsRVkZEaL6VuwvQBFG1LjAckefHrX_G2-lk5zEnbO-0mCSejufG4GWw4vLJyWXCteedHKJ5Cuaa=s0-d-e1-ft

Πριν από έξι μήνες, είχα παρουσιάσει εδώ τη δίτομη έκδοση “Ρώμος Φιλύρας: Άπαντα τα ευρεθέντα” που κυκλοφόρησε στις αρχές του χρόνου σε επιμέλεια του Χ. Καράογλου και της Αμαλίας Ξυνογαλά. Στον Ρώμο Φιλύρα (1888-1942) είχα αφιερώσει ένα άρθρο πέρυσι το καλοκαίρι, και είναι από τους ποιητές που θεωρώ πολύ σημαντικούς, και γι’ αυτό χαρακτήρισα “εκδοτικό γεγονός” την έκδοση, μια και ως τώρα τα ποιήματα του Φιλύρα ήταν διεσπαρμένα σε πολλά και δυσεύρετα βιβλία.

Στη συνέχεια, έγραψα ένα εκτενέστερο άρθρο για το περιοδικό Οροπέδιο, στο οποίο παρέθετα όλα τα αθησαύριστα ποιήματα του Φιλύρα που είχα βρει στο αρχείο μου, δηλαδή ποιήματα που τα βρήκα δημοσιευμένα σε εφημερίδες και περιοδικά και που δεν περιλαμβάνονται στα “Άπαντα τα ευρεθέντα”. Βλέπετε, με τον Φιλύρα συμβαίνει το εξής: επειδή από το 1928 ως τον θάνατό του ήταν κλεισμένος στο Δρομοκαΐτειο, όσον καιρό βρισκόταν στο Άσυλο δεν σταμάτησε να γράφει, και καθώς δεχόταν συχνά επισκέψεις χάριζε ποιήματά του, με τις φούχτες μάτσα τσαλακωμένα χαρτιά, σε όποιον τον επισκεπτόταν. Ποιήματα άλλοτε μεγαλοφυή και άλλοτε παραληρηματικά, συχνά και τα δυο μαζί, άλλα μισοτελειωμένα κι άλλα καθαρογραμμένα. Πολλά από αυτά δημοσιεύτηκαν σε έντυπα της εποχής, άλλα λανθάνουν και κανείς δεν ξέρει πόσα τέτοια χαρτιά βρίσκονται σε χέρια ιδιωτών και πόσα έχουν χαθεί και πεταχτεί. Οπότε, κανείς δεν μπορεί να βεβαιώσει ότι δεν θα βρεθούν αύριο κι άλλα ποιήματα του Φιλύρα, ή μάλλον είναι εντελώς βέβαιο ότι θα βρεθούν κι άλλα. Απτό παράδειγμα: μετά που έγραψα το άρθρο για το Οροπέδιο, που πρέπει να δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού, σκαλίζοντας κάτι περιοδικά για άλλο πράγμα βρήκα κι άλλο ένα αθησαύριστο ποίημα του Φιλύρα, που δεν το είχα συμπεριλάβει στο άρθρο του Οροπεδίου! Οπότε τώρα στο σημερινό άρθρο ενσωματώνω όσα καινούργια ευρήματα έχουν προκύψει στο μεταξύ, ανάμεσα στα οποία και η φωτογραφία του Φιλύρα που βλέπετε εδώ αριστερά.

Continue reading

Άρης Αλεξάνδρου, Περί μεταφράσεων

1463561_556489444429768_618450194_n

Οι μεταφράσεις, «γενικά κρινόμενες», είναι και καλές και κακές και άθλιες, όπως ακριβώς και οι ποιητικές συλλογές που διαβάζει το «απροστάτευτο» κοινό. Υπάρχουν κι ανεύθυνες μεταφράσεις, όπως ακριβώς και τούτη εδώ η απάντηση είναι ανεύθυνη, μια και μου είναι αδύνατο να επεκταθώ και να αποδείξω τα λεγόμενό μου. Επιτρέψτε μου μόνο να προσθέσω ότι ανεύθυνες και άθλιες μεταφράσεις κυκλοφορούν και σε άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Γαλλίας και της ίδιας της Σοβετικής Ενώσεως, όπου δεν υπάρχουν επιχειρηματίες του βιβλίου, υπάρχουν όμως κακοί μεταφραστές, που θεωρούν καθήκον τους λόγου χάρη να προσθέτουν στίχους σε ποιήματα, για να γίνει το κείμενο «κατανοητό» στους αναγνώστες και σ’ αυτούς τους ίδιους.

Το επάγγελμά μας, όπως θέλετε να το ονομάζετε, πιθανόν να περνάει κρίση λόγω αθρόας εμφάνισης νέων ανεύθυνων ανταγωνιστών, ξεχνάτε όμως ότι κ’ εμείς (οι μη ανεύθυνοι υποτίθεται) είμασταν κάποτε νέοι και σπάσαμε τις τιμές των τότε (καθιερωμένων θέλετε να τους πούμε;) μεταφραστών. Δεν μπορώ φυσικά να ξέρω τι ακριβώς υπαινίσσεσθε, αλλά αν η ερώτησή σας αποσκοπεί να αποδείξει πως το μεταφραστικό επάγγελμα πρέπει να γίνει κλειστό, όπως των φαρμακοποιών, των δημοσιογράφων και των αρτοποιών (αν δεν κάνω λάθος και οι εδωδιμοπώλαι επιδιώκουν κάτι παρόμοιο), απαντώ ότι ένα τέτοιο μέτρο θα είταν ανελεύθερο και αντιπνευματικό και το κυριώτερο βλακώδες. Μπήκατε ποτέ στον κόπο να παραβάλετε τις «υπεύθυνες» μεταφράσεις με το ξένο κείμενο; Αν μπαίνατε ποτέ σ’ αυτόν τον άχαρο κόπο, θα διαπιστώνατε ότι ακόμα κ’ εμείς οι «καθιερωμένοι» καταφέρνουμε συχνά-πυκνά να δικαιώσουμε εκείνον που είπε το σοφό traduttore, tradittore. Ο μόνος τρόπος να προστατεύσουμε το αναγνωστικό κοινό απ’ τις κακές μεταφράσεις, είναι να του προσφέρουμε καλές μεταφράσεις, επαφιέμενοι στην αμφίβολη ικανότητά του να κάνει τη σύγκριση. Αλλά καλές μεταφράσεις μπορούν να γίνουν μόνο από μη επαγγελματίες μεταφραστές (αυτό τουλάχιστον μου δίδαξε η εικοσάχρονη επαγγελματική μεταφραστική μου πείρα) μόνο από ανθρώπους που διαλέγουν και δουλεύουν ένα κείμενο για προσωπική τους ευχαρίστηση, όπως θα πρέπει να δούλεψε ο Σεφέρης την Έρημη Χώρα του Έλιοτ.

Continue reading

Ιωάννα Ξενίδη, Η μετάφραση ως πράξη αντίστασης

28-37b-2-thumb-large

Ο Άρης Αλεξάνδρου είναι μια ξεχωριστή φυσιογνωμία στον ελληνικό χώρο, φυσιογνωμία που σμιλεύτηκε από την πολυσήμαντη προσφορά του στα γράμματα, αλλά και από τη στάση που κράτησε στην πολυκύμαντη από γεγονότα και δυσκολίες ζωή του. Η εξοικείωσή του με τη ρωσική γλώσσα, που αποτελούσε τη μητρική του —από την πλευρά της Ρωσίδας με εσθονική καταγωγή μητέρας του— τον οδήγησε ήδη από τα γυμνασιακά του χρόνια (1933) να μεταφράζει για δική του ευχαρίστηση Πούσκιν από τα ρωσικά, στα οποία είχε άνεση και πλούσιο λεξιλόγιο.

   Στα χρόνια της Κατοχής οργανώνεται μαζί με φίλους στη νέα οργάνωση της κομμουνιστικής νεολαίας. Η σχέση του με την οργάνωση διακόπτεται σύντομα, όμως δεν παραιτείται από την αντιστασιακή δράση, συμμετέχοντας αυτόβουλα σε όλες τις κινητοποιήσεις της σπουδάζουσας νεολαίας.

   Η γυναίκα του, Καίτη Δρόσου, στο αφιέρωμα της εκπομπής «Παρασκήνιο» της ΕΡΤ στις 12/2/1986, (όπου σκιαγραφεί την πορεία του ανθρώπου, του αγωνιστή, του διανοούμενου Άρη Αλεξάνδρου, ιδιαίτερα τη στάση του απέναντι στην εξουσία, στα ιερατεία και στους δογματισμούς), λέει πως, παρά την αυτοδιαγραφή του από την οργάνωση, πήγαινε στις διαδηλώσεις. Στις 3/12/1944, στη ματωμένη Κυριακή, συμμετείχε μαζί με τη Δρόσου στη διαδήλωση της Αθήνας. Εκεί, της είπε: «Εγώ έρχομαι εδώ γιατί το πιστεύω, ενώ εσείς θα πηγαίνατε οπουδήποτε, χωρίς να κρίνετε το γεγονός». Χαρακτηριστική είναι η δήλωσή του: «Σε κάθε περίπτωση αγώνα είμαι μαζί σας». Η Δρόσου αναφέρει πως μπροστά στην εξουσία που τον πολεμούσε ήταν κομμουνιστής, αλλά η «οργάνωση» γι’ αυτόν ήταν μια κλειστή οργάνωση, ένα ιερατείο.

Continue reading

Έτος Καβάφη

f2lt

Του Δήμου Χλωπτσιούδη

Ο Καβάφης λειτουργεί μέσω συμβόλων. Η τέχνη του είναι η συγκέντρωση αρχετύπων, που δίνουν ένα φευγαλέο υπαινικτικό νόημα στο λόγο του. Αντλεί μνήμες από το παρελθόν, από τη συλλογική ψυχή της φυλής και τις αποθέτει στο παρόν, ενίοτε ως προειδοποίηση για τα μελλούμενα. Είναι τέτοια η σχέση του με τη συλλογική ψυχή και τα περιεχόμενά της, που θεωρείται προδρομικός της σχέσης της λογοτεχνίας του Κ΄ αιώνα με τη συλλογική συνείδηση. Ο κόσμος του Καβάφη είναι πολυμερής, το έργο του πολυεδρικό και πρισματικά πολύπλευρο, έτσι πού η προσπάθεια να συλλάβεις το νόημα του από μια μονάχα οπτική γωνία, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.

Οδεύοντας προς τη λήξη του Έτους Καβάφη, τοβιβλίο.νετ αποφάσισε να κάνει ένα μικρό αφιέρωμα στο μεγάλο Αλεξανδρινό ποιητή. Ένα αφιέρωμα όχι ποιητικό, αλλά κριτικό από φιλολογική οπτική, με φιλολογικές αναλύσεις ενδεικτικά σε ορισμένα γνωστά του ποιήματα και άλλα πιο άγνωστα στο ευρύ κοινό.

Η Αλεξάνδρεια, οπού έζησε μόνιμα τα ώριμα χρόνια του, τα χρόνια της δημιουργικής του δράσης, η πόλη με τις αναμνήσεις του πλούσιου ελληνιστικού παρελθόντος, ήταν, από τα μέσα περίπου του ΙΘ΄ αιώνα, η έδρα μιας σημαντικής και ακμαίας εμπορικής ελληνικής παροικίας. Δεν ανήκει σε κάποια Σχολή (χρονολογικά ή ως τάση).

Η συμβολιστική του τάση είναι έντονη και συνδυάζεται με λόγο λιτό αλλά διαχρονικά επίκαιρο. Η ειρωνική διάθεση, αυτό που αποκλήθηκε καβαφική ειρωνεία συνδυάζεται με την τραγικότητα της πραγματικότητας, για να καταστεί κοινωνικά διδακτική και οι ηδονιστικοί του προσανατολισμοί ανακατεύονται με κοινωνικές επισημάνσεις.

Αναμφίβολα δεν είναι εύκολο να οριοθετήσει κανείς ξεκάθαρα σε θεματικούς κύκλους την ποιητική του Καβάφη. Η ιστορία ανακατεύεται με τις αισθήσεις και το στοχασμό σε μια ενιαία οντότητα, αυτήν πιθανώς που ο ίδιος ο Καβάφης προσδιορίζει ως «ενιαίο καβαφικό κύκλο», αλλά σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση, στον αμέσως επόμενο στίχο, η εναλλαγή δικαιώνει όσους χαρακτήρισαν την καβαφική ποίηση πρωτεϊκή. Δημιουργεί το περιθώριο της Αθηναϊκής Σχολής του 1880 στην οποία δεσπόζει ο Παλαμάς και επηρεάζει δυναστικά την ποίηση και την πνευματική ζωή-και ως πρόδρομος της μεσογενιάς του 1920 επηρεάζοντας δραματικά τη μετέπειτα μεγάλη Γενιά του 1930.

Continue reading

Πέθανε σε ηλικία 94 ετών η νομπελίστρια συγγραφέας Ντόρις Λέσινγκ

1463945_10201864481205022_1058778945_n

Είχε τιμηθεί το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2007

 Η βρετανίδα συγγραφέας Ντόρις Λέσινγκ, μια μεγάλη κυρία της σύγχρονης λογοτεχνίας, πέθανε στον ύπνο της τις πρώτες ώρες της Κυριακής 17 Νοεμβρίου 2013 στην οικία της στο Λονδίνο, όπως ανακοίνωσε ο εκδοτικός οίκος Harper Collins. Ήταν 94 ετών.

Το 2007 της απονεμήθηκε το Νομπέλ Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου της. Αυτή η «επική ποιήτρια της γυναικείας εμπειρίας», για να θυμηθούμε το σκεπτικό της Σουηδικής Ακαδημίας, έγινε τότε η γηραιότερη συγγραφέας που τιμήθηκε ποτέ με την ύψιστη λογοτεχνική διάκριση στον κόσμο.

Το έργο που αφήνει πίσω της η πολυγραφότατη και πολυβραβευμένη Λέσινγκ είναι μεγάλο και πολυποίκιλο, έγραψε από πολιτικά μυθιστορήματα ως αλληγορικά αφηγήματα επιστημονικής φαντασίας.
   
«Το χρυσό σημειωματάριο» (εκδ. Καστανιώτη), το magnum opus της που εξέδωσε το 1962 θεωρείται η μυθιστορηματική «Βίβλος» του φεμινισμού. Αργότερα η ίδια αποστασιοποιήθηκε ως συγγραφέας από το κίνημα. Ο Μάικλ Χόλροϊντ, φίλος και βιογράφος της, χαρακτήρισε τη συμβολή της στη λογοτεχνία «εξαιρετικά πλούσια και πρωτοποριακή». 

Ο ίδιος είπε ότι τα θέματα με τα οποία καταπιάστηκε είναι οικουμενικά και έχουν παγκόσμια εμβέλεια, «από τα προβλήματα της μετααποικιακής Αφρικής ως το ζήτημα των πυρηνικών όπλων». Η Λέσινγκ συνέβαλε αποφασιστικά στην ανάδυση της φωνής μιας «νέας γυναίκας» και συνέλαβε «τις πνευματικές διαστάσεις του ανθρώπινου πολιτισμού κατά τον εικοστό αιώνα».

Υπήρξε ανελέητη επικρίτρια της αποικιοκρατίας. Η Ντόρις Λέσινγκ εκτιμούσε ότι το βρετανικό κατεστημένο ποτέ δεν την συγχώρησε πραγματικά για το φλερτ της με τον σοσιαλισμό στα μεταπολεμικά χρόνια αλλά και για το ότι υπήρξε μαχητική φεμινίστρια.

Η Nτόρις Μέι Τέιλορ, όπως είναι το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε στην Περσία (σημερινό Iράν) το 1919, από Άγγλους γονείς. Σε ηλικία πέντε ετών ακολούθησε τους γονείς της, έναν πρώην τραπεζικό υπάλληλο και μια νοσοκόμα, στη Nότια Pοδεσία (σημερινή Zιμπάμπουε), η οποία σπαρασσόταν από τις φυλετικές διακρίσεις. Έχοντας περάσει τα παιδικά της χρόνια σε ένα αγρόκτημα της χώρας, εγκατέλειψε το σχολείο και την οικογενειακή εστία σε ηλικία 14 ετών, κάνοντας διάφορες δουλειές για να ζήσει, και συμμετέχοντας σε αριστερές οργανώσεις. Πριν εγκατασταθεί στην Aγγλία, το 1949, με τον μικρότερο γιο της, είχε ήδη κάνει δύο γάμους -με έναν νεαρό δημόσιο υπάλληλο, στα 17 της, και στη συνέχεια με τον Γερμανό κομμουνιστή Γκότφριντ Λέσινγκ- και είχε αποκτήσει δύο παιδιά από τον πρώτο και ένα από τον δεύτερο.

Το πρώτο της μυθιστόρημα, “The Grass is Singing” (ελλ. μτφρ. “Τραγουδάει το χορτάρι”, εκδ. Γνώση, 1984), το οποίο εκδόθηκε το 1950, αναφέρεται ακριβώς σε μια “τραγωδία που αναμιγνύει την αγάπη με το μίσος, με υπόβαθρο τις ασυμφιλίωτες ρατσιστικές εντάσεις στην Αφρική”. Το βιβλίο γνώρισε σημαντική επιτυχία στη Bρετανία, τις Hνωμένες Πολιτείες και μεταφράστηκε σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Μεταξύ 1952 και 1956 υπήρξε μέλος του βρετανικού κομμουνιστικού κόμματος, αποχώρησε όμως μετά τα γεγονότα του 1956 στην Ουγγαρία. Ως συγγραφέας, διακρίθηκε όχι μόνο για τα μυθιστορήματά της, αλλά και για τα δοκίμια και τα διηγήματά της. Για τη συλλογή διηγημάτων “Πέντε” (“Five”) τιμήθηκε με το Bραβείο Σόμερσετ Mομ. Tο 1981 της απονεμήθηκε το Aυστριακό Kρατικό Bραβείο Eυρωπαϊκής Λογοτεχνίας και το 1982 το Bραβείο Σαίξπηρ της Ο. Δ. Γερμανίας. Mεταξύ των γνωστότερων μυθιστορημάτων της συγκαταλέγονται η πεντάτομη σειρά “Παιδιά της βίας” (“Children of Violence”), στην οποία περιγράφεται η πορεία του κεντρικού χαρακτήρα (Μάρθα Κουέστ) στη διαδρομή του 20ου αιώνα μέχρι τον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο -“Μάρθα Κουέστ” (“Martha Quest”, 1952), “Ένας καλός γάμος” (“A Proper Marriage”, 1954), “Προμήνυμα καταιγίδας” (“A Ripple from the Storm”, 1958), “Landlocked” (1965), “The Four-gated City” (1969)-, “To χρυσό σημειωματάριο” (“The Golden Notebook”, 1962) -ένα “βιβλίο του 20ου αιώνα που σημάδεψε τον τρόπο που βλέπουμε τις σχέσεις ανδρών-γυναικών, σύμφωνα με τη Σουηδική Ακαδημία”-, “To καλοκαίρι πριν το σκοτάδι” (“The Summer Before the Dark”), “Οι αναμνήσεις ενός επιζώντος” (“Memoirs of a Survivor”), κ.ά. Διηγήματά της συμπεριλήφθηκαν στις συλλογές “Στο δωμάτιο δεκαεννιά” (“To Room Nineteen”) και “O πειρασμός του Tζακ Όρκνεϊ” (“The Tempation of Jack Orkney”), τα δε αφρικανικά της διηγήματα στις συλλογές: “H χώρα του γέρου φυλάρχου” (“This Was the Old Chief’s Country”) και “O ήλιος στα πόδια τους” (“The Sun Between their Feet”). Tο 1979, εκδόθηκε η “Σικάστα” (“Shikasta”), το πρώτο μιας σειράς πέντε μυθιστορημάτων επιστημονικής φαντασίας με το γενικό τίτλο “O Kάνωπος στο Άργος: Aρχεία” (“Canopus in Argos: Archives”). Για το μυθιστόρημά της “O καλός τρομοκράτης” (“The Good Terrorist”) τιμήθηκε το 1985 με το λογοτεχνικό βραβείο W. H. Smith. Η Ντόρις Λέσινγκ δεν έπαψε να βλέπει τη συγγραφή ως αλληλένδετη με την πολιτική της στράτευση υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων των γυναικών. “Νομίζω ότι ξεκινάς να αλλάξεις την κοινωνία με τη λογοτεχνία και έπειτα, όταν δεν συμβαίνει αυτό, έχεις μια αίσθηση αποτυχίας. Έπειτα όμως αναρωτιέσαι: γιατί αισθάνθηκα ότι θα αλλάξω την κοινωνία; Κι έτσι συνεχίζεις…”, λέει η ίδια στη συγγραφέα Τζόις Κάρολ Όουτς (εφημ. “Τα Νέα”, 12.10.2007). Το 2007, σε ηλικία 88 ετών, τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, σύμφωνα με το σκεπτικό της Σουηδικής Ακαδημίας, ως μια “επική συγγραφέας της γυναικείας εμπειρίας, η οποία με σκεπτικισμό, φλόγα και ενορατική δύναμη υπέβαλε έναν διχασμένο πολιτισμό σε εξονυχιστική διερεύνηση”.

Πολλά έργα της είναι μεταφρασμένα στα ελληνικά. Ορισμένα από αυτά είναι τα «Σικάστα», «Το Χρυσό Σημειωματάριο», «Τα Ημερολόγια της Τζέην Σόμερς», «Το Πέμπτο Παιδί», «Ο Μπεν στον Κόσμο», «Η καλή τρομοκράτισσα», «Αγάπη ξανά».

Το πρώτο της μυθιστόρημα, “The Grass is Singing” (Τραγουδάει το χορτάρι, εκδ. Γνώση, 1984) που εκδόθηκε το 1950, αναφέρεται ακριβώς σε μια “τραγωδία που αναμειγνύει την αγάπη με το μίσος, με υπόβαθρο τις ασυμφιλίωτες ρατσιστικές εντάσεις στην Αφρική”. 

Μεταξύ 1952 και 1956 υπήρξε μέλος του βρετανικού κομμουνιστικού κόμματος (“όλοι ήμασταν κομμουνιστές τότε” είπε αργότερα), αποχώρησε όμως μετά τα γεγονότα του 1956 στην Ουγγαρία. Ως συγγραφέας, διακρίθηκε όχι μόνο για τα μυθιστορήματά της, αλλά και για τα δοκίμια και τα διηγήματά της.

Εξέδωσε το τελευταίο της μυθιστόρημα το 2008 υπό τον τίτλο “Alfred and Emily”. Σε αυτό διερευνά τις ζωές των γονιών της, δυο ανθρώπων τραυματισμένων από τον Μεγάλο Πόλεμο των αρχών του προηγούμενου αιώνα. Το βιβλίο πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Καστανιώτη. 

Στα ελληνικά κυκλοφορούν :
• (2010) Το πέμπτο παιδί, Καστανιώτη
• (2010) Το χρυσό σημειωματάριο, Καστανιώτη
• (2009) Το πιο γλυκό όνειρο, Καστανιώτη
• (2008) Η σχισμή, Καστανιώτη
• (2007) Αναμνήσεις ενός επιζώντος, Καστανιώτη
• (2007) Η καλή τρομοκράτισσα, Οδυσσέας
• (2007) Οι γιαγιάδες, Καστανιώτη
• (2002) Μάρα και Νταν, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη
• (2002) Ο Μπεν στον κόσμο, Καστανιώτη
• (2002) Το πέμπτο παιδί, Καστανιώτη
• (1999) Ο απεσταλμένος στον πλανήτη 8, Κέδρος
• (1998) Περιπετειώδεις ιστορίες, Τεκμήριο
• (1997) Ένας άντρας και δύο γυναίκες, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη
• (1996) Αγάπη ξανά, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη
• (1996) Αναμνήσεις ενός επιζώντος, Καστανιώτη
• (1991) Το καλοκαίρι πριν από το σκοτάδι, Καστανιώτη
• (1987) Προμήνυμα καταιγίδας, Οδυσσέας
• (1985) Ένας καλός γάμος, Οδυσσέας
• (1984) Τραγουδάει το χορτάρι, Γνώση
• (1983) Οι ζώνες της Σικάστα, Κάκτος
• (1983) Σικάστα, Κάκτος
• (1981) Μάρθα Κουέστ, Οδυσσέας
• (1980) Το χρυσό σημειωματάριο, Οδυσσέας

Νεκταρία Μαραγιάννη, Κατηγορώ

1457546_10200222995376441_10221659_n

Κοίταξαν τον ήλιο. . . και βγήκε το σύννεφο! Έψαξαν τη θάλασσα. . . κι εμφανίστηκε η χίμαιρα! Αναζήτησαν την Ελλάδα. . . κι εμφανίστηκε ο δράκος! Κοιτούν ξανά τον ορίζοντα και ξεπροβάλλει η Ελλάδα, να επαναστατεί εναντίον των δεσμών που την υποτάσσουν, των ηνιών που την κινούν.

Η ψυχή της νεολαίας πολεμά το δράκο με τις αθάνατες φλόγες! Το Πολυτεχνείο αντιβουίζει στίχους, τραγούδια, μηνύματα, η νιότη ουρλιάζει διεκδικώντας τη ζωή της, που έχει ληστρικά κλαπεί από τα αδηφάγα χέρια των ηγετών του κόσμου. Στο Πολυτεχνείο αντηχεί ακόμη η πνοή της νιότης, που πάλεψε με το δράκο, που έβαψε κόκκινο τον ήλιο!

Η Ελλάδα των αγώνων και των θυσιών του παρελθόντος, των ιδιοτελών ηνιόχων και των βολεμένων του σήμερα, του ανέφικτου «τώρα» και του εφιαλτικού «μετά».

Κατηγορώ την αναλγησία όσων λέγονται άνθρωποι, όσων κόπτονται για την πατρίδα, όσων ενταφιάζουν τα όνειρά μας, όσων ληστεύουν το μέλλον μας! Κατηγορώ τους υποκριτές, που φέρονται ως δημοκράτες, τους κερδοσκόπους, που φέρονται ως ιδεολόγοι, τους πατριδοκάπηλους, που εμφανίζονται ως εθνοσωτήρες! Κατηγορώ όσους χλευάζουν τη νιότη μας, όσους στραγγαλίζουν την ελπίδα μας, όσους ξεπουλάνε τα όνειρα μας,

ότι αυτοί δολοφόνησαν την Ελλάδα!

17/11/2011

Πάνος Σταθόγιαννης, ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ (πρωινές σκέψεις)

1465321_1434278510125089_1825799808_n

Ο ποιητής δεν κατανοεί ποτέ τον εαυτό του. Αιφνιδιάζεται περισσότερο και από τον αναγνώστη για το αποτέλεσμα της γραφής του.

Η ποίηση δεν είναι η αισθητική πραγμάτωση στη γλώσσα (με τη βοήθεια διάφορων τεχνικών) μια ιδέας, ενός βιώματος ή ενός συναισθήματος, αλλά η επανανακάλυψη του κόσμου, των πραγμάτων και του ανθρώπου στη αρχετυπική μνήμη – εκεί όπου τα πάντα, ακόμη και τα μελλούμενα, υπάρχουν ως τετελεσμένα και περιμένουν απλώς την τυπική επιβεβαίωσή τους από τον χωροχρόνο.

Με άλλα λόγια η ποίηση είναι ένα άλμα στην ολότητα, την καθολικότητα, το απόλυτο. Και ο αγώνας του ποιητή, ακόμη και πάνω από ένα σημείο στίξης, έχει να κάνει όχι με την προσπάθειά του να αποτυπώσει την ατομικότητά του σε αυτό το «όλον», αλλά, αντίθετα, με την αγωνία του να μην το αλλοιώσει, να μην το παραποιήσει, να μην το τραυματίσει ο υποκειμενισμός του.

Υπό αυτή την έννοια, ο ποιητής δεν γνωρίζει τι γράφει. Η ιδέα του ποιήματος εμφανίζεται ως αποτέλεσμα της διαδικασίας της γραφής και όχι ως αρχική της αιτία. Είναι η «ηχώ» τού, μαγικά, δια της γλώσσας (σχεδόν ως ξόρκι), συντελεσμένου. Γι’ αυτό και είναι αδύνατη η κατανόηση της ποίησης (με την έννοια της κατάκτησης από τον νου) από τον αναγνώστη, τον κριτικό, ακόμα και τον ίδιο τον ποιητή. Μόνο με τον «συσχετισμό» και την «κοινωνία» μας μαζί της η ποίηση γίνεται κτήμα μας. Κι εμείς δικό της.

Με άλλα λόγια, η ποίηση δεν είναι ούτε άρνηση ούτε καταβύθιση στην πραγματικότητα. Είναι ένας εναλλακτικός τρόπος βίωσής της, όπου το πρωταρχικό και το εσχατολογικό είναι συνώνυμα.

Βύρων Λεοντάρης, Στον δεύτερο όρο της αντίφασης

d0bad0b0d0b7d0b8d0bcd0b8d180-d0bcd0b0d0bbd0b5d0b2d0b8d187-d181d0bad0b0d187d0b5d182-d0bad180d0b0d181d0bdd0b0d18f-d0bad0bed0bdd0bdd0b8

Η ολοκληρωτική δημοκρατία, που σφραγίζει τη σημερινή ιστορική φάση της ανθρωπότητας, επανεντάσσει δυναμικά τον ποιητή στο σύστημα των εξουσιαστικών αξιών. Όταν η ανθρωποκεντρική άποψη για την ποίηση, που πάσχιζε να συγκαλύψει την σοβούσα (ανέκαθεν και οπωσδήποτε από το μεσαίωνα) διάσταση ανάμεσα στον ποιητή και στην ποίηση, κατέρρευσε με την έκρηξη του ρομαντισμού, που αποκάλυψε όλο το χάος αυτής της διάστασης, η κρατούσα κοινωνική τάξη υιοθέτησε σαν κατά παραχώρηση αξία την ποίηση (αναγορεύοντας την σε Ποίηση και θεμελιώνοντας μορφές κοινωνικής συμπεριφοράς και σωσίβιους ηθικούς κομφορμισμούς πάνω στην ιδέα της «ποιητικής αδείας»), αποκλήρωσε όμως τον ρομαντικό και μεταρομαντικό ποιητή, αφήνοντας του μόνο τους δήθεν «πύργους» του εγκλεισμού του και τα παγκάκια των πάρκων. Σήμερα η ολοκληρωτική δημοκρατία, όπως η ανεπτυγμένη βιομηχανία, δεν είναι διατεθειμένη καθόλου να αφήσει ανεκμετάλλευτα τα απόβλητα της. Ο χθεσινός περιθωριακός Σκαρίμπας, με μια επεξεργασία καραγκιοζοποίησης, σέρνεται προς επιθανάτια και μεταθανάτια αναγνώριση και δόξα, ο απόβλητος «τρελλός» Κατσαρός «έχει καλύβην» – και μπουάτ – ο αντικομματικός Αναγνωστάκης με εθελούσια νέα κομματικοποίηση διεκδικεί θέση στα κοινά… Στο χρηματιστήριο των κοινωνικών αξιών ο τίτλος «ποιητής» παίρνει τη ρεβάνς από το παραδοσιακό του αντίκρυσμα (την Ποίηση), αναποδογυρίζει όλα τα μελανοδοχεία της κλασικής αισθητικής και επιβάλλει το νέο ορισμό: ποίηση είναι ότι κάνει ο ποιητής.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε μια λυτρωτική ταύτιση του ποιητή με την ποίηση προς δόξαν του ανθρώπου, μπροστά σε έναν εξανθρωπισμό της ποίησης; Θα πρέπει τότε να δεχτούμε το παράδοξο ότι, σ’ αντίθεση με τις ήττες άλλων επαναστάσεων, η ποίηση είναι η μόνη θριαμβεύουσα επανάσταση και ότι ο ποιητής, κατ’ εξαίρεση απ’ όλους τους άλλους ανθρώπους, μόνο αυτός κατέκτησε το προνόμιο να μην του είναι εχθρικό και ξένο το ίδιο του το δημιούργημα… Ή μήπως όλα αυτά σημαίνουν απλώς και μόνο την καθολική προσχώρηση και υποταγή του ποιητή σε μια καθαρά αντεπαναστατική λειτουργία της ποίησης;

Το πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα σε επαναστατική πράξη και ποίηση αμφισβητεί ακατάπαυστα τις λύσεις του. Υπάρχει μια «επαναστατική» ποίηση ή η δυνατότητα της σαν «έκφρασης» της επαναστατική πράξης;

Continue reading