Την τελευταία του πνοή άφησε σε ηλικία 87 ετών ο βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας κολομβιανός συγγραφέας, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.
Ο Μάρκες, που εδώ και δεκαετίες ζούσε μόνιμα στο Μεξικό, ξεκίνησε την καριέρα του ως δημοσιογράφος.
Θεωρείται ως ο συγγραφέας που μέσα από τα μυθιστορήματα και τις νουβέλες του, όπως τα «100 Χρόνια Μοναξιά», την «Κακιά Ώρα» και το «Φθινόπωρο του Πατριάρχη» καθόρισε το είδος του μαγικού ρεαλισμού.
Εδώ και αρκετά χρόνια είχε αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή καθώς έπασχε από καρκίνο στους λεμφαδένες.
Στις 6 Μαρτίου έκλεισε τα 87 του χρόνια και με την ευκαιρία αυτή βγήκε για λίγα λεπτά από το σπίτι του για να χαιρετίσει τους φωτορεπόρτερ και τους δημοσιογράφους.
Στις αρχές Απριλίου είχε εισαχθεί στο νοσοκομείο με πνευμονία. Ο Μάρκες βγήκε από το νοσοκομείο μερικές ημέρες αργότερα, αλλά η κατάσταση της υγείας του ήταν «πολύ εύθραυστη».
Η εφημερίδα του Μεξικού «El Universal» είχε γράψει ότι ο καρκίνος των λεμφαδένων από τον οποίο είχε προσβληθεί ο Μάρκες πριν από 15 χρόνια, εμφανίστηκε εκ νέου και έχει κάνει μετάσταση.
Category Archives: Άρθρα
Ο Μίλτος Σαχτούρης για τον Dylan Thomas
Να ένας ποιητής καθαρός, που δεν πρέπει να ανοίγεις λεξικό, σαν τον Έλιοτ, για να αποκρυπτογραφήσεις τα ονόματα. Με συνέρπασε που αυτός, ένα χωριατόπαιδο από την Ουαλία, κατέβηκε στο Λονδίνο και διέλυσε όλους αυτούς τους πανεπιστημιακούς με τα συνέδριά τους: τον Όντεν, τον Μακ Νις. Αυτοί ταξινομήθηκαν σε επιτομές και πανεπιστήμια, ενώ ο Ντίλαν Τόμας είναι από τους τελευταίους μεγάλους λυρικούς του αιώνα μας. Μεταφράζοντάς τον κατάλαβα την αξία του, την ποιότητα και τον λυρισμό του, την οικονομία του λόγου του.
Η Μαρία Πολυδούρη των συνθετών
Μετά από τον Καρυωτάκη, σειρά έχει σήμερα – δικαιωματικά και αυτονόητα – η ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη και η αναφορά μας σε μερικές μόνο από τις μελοποιήσεις της στην ελληνική δισκογραφία των τελευταίων χρόνων. Σε πολλές από τις δισκογραφικές εκδόσεις που περιείχαν ποιήματα του Καρυωτάκη, θα βρείτε και ποιήματα της γυναίκας που σημάδεψε τη ζωή του. Έτσι, στην “Ανθολογία Β” (1968) του Γιάννη Σπανού η Πόπη Αστεριάδη τραγούδησε το “Ω χαμηλώστε αυτό το φως”, στα “Τραγούδια για τους μήνες” ο Δημήτρης Παπαδημητρίου μελοποίησε και η Ελευθερία Αρβανιτάκη ηχογράφησε το “Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες” και στη “Δεύτερη ακρόαση” της “Μικρής Άρκτου” το ποίημα της Πολυδούρη “Ποιος ξέρει”, μελοποιημένο από το Μίλτο Σελητσανιώτη, τραγούδησαν μαζί η Νατάσσα Μποφίλιου και η Ελεονώρα Ζουγανέλη.
Τη Μαρία Πολυδούρη τη βρίσκουμε και στις “Κυριακές μες στο χειμώνα”. Έτσι τιτλοφορείται ο κύκλος τραγουδιών του συνθέτη Δημήτρη Μαραμή σε ποίηση Κ. Γ. Καρυωτάκη, Μ. Πολυδούρη, Ν. Λαπαθιώτη, Τ. Άγρα και Μ. Παπανικολάου, που κυκλοφορεί σε cd – βιβλίο. Τα μελοποιημένα τραγούδια ερμηνεύει ο Κωνσταντίνος Κληρονόμος, με τη συνοδεία του Δημήτρη Μαραμή στο πιάνο. Δύο φορές μέσα στη δεκαετία του ’90 η Νένα Βενετσάνου “συναντήθηκε” δισκογραφικά με τη Μαρία Πολυδούρη. Την πρώτη, εν έτει 1990, στο δίσκο της “Το κουτί της Πανδώρας” και τη δεύτερη στο άλμπουμ του ’98 “Το πρόσωπο της αγάπης”, με τραγούδια της Καλλιόπης Τσουπάκη. Το ‘παμε και την προηγούμενη εβδομάδα: Όπως τον Καρυωτάκη, έτσι και την Πολυδούρη την αγάπησε μια ευρεία γκάμα ελλήνων συνθετών και τραγουδοποιών από το ’60 μέχρι τις μέρες μας – με πρώτο το Μενέλαο Παλλάντιο στα τέλη του ’30 – και σε πολλά της ποιήματα έδωσαν νότες και φωνή.
Federico Garcia Lorca, Πού είναι το ντουέντε;
”[…] Πού είναι το ντουέντε; Μέσα από την άδεια αψίδα υψώνεται ένας άνεμος του νου που πνέει ακατάπαυστα πάνω από τα κεφάλια των νεκρών σε μιαν ατέλειωτη αναζήτηση για καινούργια τοπία κι ανυποψίαστους τόνους. Ένας άνεμος που μυρίζει σάλιο παιδιού, φρεσκοκομμένο χορτάρι και πέπλο μέδουσας αγγέλλοντας το αιώνιο βάπτισμα των νιογέννητων πραγμάτων…”
—-
Ν τ ο υ έ ν τ ε
Κάθε σκαλί που ανεβαίνει ένας άνθρωπος, ή όπως θα ’λεγε ο Νίτσε, ένας καλλιτέχνης, στον πύργο της τελείωσής του γίνεται ύστερα από σκληρή μάχη μ’ ένα ντουέντε. Όχι μ’ έναν άγγελο όπως έχουν πει, ούτε με μια μούσα. Είναι ανάγκη να γίνει αυτό το βασικό ξεχώρισμα για να φτάσει κανείς στην καρδιά ενός έργου. […]
Για να βρούμε το ντουέντε δεν υπάρχει τίποτε να μας βοηθήσει. Ούτε χάρτης ούτε «σωστοί τρόποι». Το μόνο που ξέρουμε είναι πως καίει το αίμα σαν κοπανιστό γυαλί, πως εξαντλεί, πως σβήνει τη γλυκιά γεωμετρία που μάθαμε.[…]
Octavio Paz, Ο ρόλος της τέχνης
Ο ρόλος της τέχνης δεν είναι να έχει επαφή με το μεγάλο κοινό… Η τέχνη είναι φως στο σκοτάδι και όχι σκοτάδι στο φως! Με τα “ναι” της η τέχνη το μόνο που καταφέρνει είναι να κολακεύει το κοινό! Με την κολακεία δεν προχωρούμε… Στεκόμαστε στο ίδιο σημείο, βλεπόμαστε στον καθρέφτη και αυτοθαυμαζόμαστε. Προχωρούμε με τη συνεχή κριτική. Η “κολακεία” του κοινού είναι ο θάνατος της τέχνης και η κατάργηση της μοναξιάς του καλλιτέχνη. Για να δεις το μέλλον, πρέπει να μην καθοδηγείσαι από το γούστο του κοινού!
*Το απόσπασμα και η εικόνα του Μάλεβιτς είναι αναδημοσίευση από το http://callinos.blogspot.com.au/2014/03/octavio-paz.html
Δημήτρης Ραυτόπουλος, Άρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος, εκδ. Σοκόλη
Στο πλαίσιο των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας 2013 το Υπουργείο Πολιτισμού απένειμε το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων στον κριτικό συγγραφέα Δημήτρη Ραυτόπουλο για το σύνολο του έργου του, έναν στην κυριολεξία μαχόμενο κριτικό.
Ο Ραυτόπουλος, κριτικός από τις αρχές της δεκαετίας του ʼ50, μετάφρασε και Γάλλους πεζογράφους μιας και με τη γαλλική λογοτεχνία διατηρούσε και διατηρεί προσωπικούς και πολιτικούς δεσμούς, αλλά ποτέ δεν υπήρξε μαζί κάτι άλλο, ποιητής ή πεζογράφος. Το εν λόγω βιβλίο είναι ένα από αυτά που, προσωπικά τουλάχιστον, με έχει επηρεάσει βαθιά για την ευρύτητα και αμεσότητα με την οποία αποτυπώνει τα πάντα γύρω από τη ζωή αλλά και τη συγγραφική τέχνη του Άρη Αλεξάνδρου (κατά κόσμον Αριστοτέλη Βασιλειάδη), ο οποίος, για μένα, είναι ίσως ο πλέον εμβληματικός ποιητής της ευρύτερης ελλαδικής Αριστεράς που αποτυπώνει όσο κανένας άλλος το τεράστιο δράμα της με τον Εμφύλιο, την ήττα και τη ζοφερή δεκαετία του 1950 και τα όσα επακλούθησαν.
Ο Άρης Αλεξάνδρου έγραψε μόνο ένα πεζογράφημα, “Το Κιβώτιο” (εκδόσεις “Κέδρος”), έργο-ορόσημο, έργο-σταθμό στην ελληνική λογοτεχνία, ειδικά τη λεγόμενη “λογοτεχνία της ήττας”, με το οποίο έκανε τη δική του παρέμβαση στο πεδίο της λογοτεχνικής δημιουργίας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Δημήτρης Ραυτόπουλος ασχολείται ιδιαίτερα εδώ με “Το κιβώτιο” και τον συγγραφέα του.
Πέτρος Γκολίτσης, Δύο γενιές στην ποίησή μας
(από τον πρόλογο κριτικού βιβλίου ποίηση)
I
Οι Baby-boomers, η κατάρρευση και η ποίηση μας.
Απ’ τον Γκανά και τον Σιώτη στον Βλαβιανό και τον Παστάκα.
Μια συνοπτική αποτίμηση.
`
Αμήχανος ο Σιώτης (γ. 1944) όπως το σύνολο της γενιάς του (οι αποκαλούμενοι baby boomers) απέναντι στην κρίση και τη διαχείριση της, αφού πρώτα προσέλαβαν την «παράδοση» ως «κραυγαλέα κακογουστιά προς πώληση στα καταστήματα των αεροδρομίων», την μεταμόρφωσαν και την αδρανοποίησαν από την ιστορική και την κοινωνική της λειτουργία, ώστε να την παραδώσουν απονευρωμένη προς χρήση σε μια μάζα που ενώ φέρει την κυρίαρχη ευθύνη είναι αυτή που πρώτα κατηγορεί και δακτυλοδείχνει.
Υποθέτοντας λανθασμένα πως δεν υπήρχε κάτι στο οποίο να αντισταθούν οδήγησαν σε μια «υπο-πολιτική», δηλαδή αφαίρεσαν από το κοινωνικό σώμα και κατ’ επέκταση από την ποίηση την πολιτική της πρόθεση και λειτουργία. Επιπρόσθετα αφελέστατα και λανθασμένα στην καθυστερημένη αστικοποίηση τους, ως γενιά πίστεψαν στην ξεπερασμένη και στην πραγματικότητα ολότελα διαψευσμένη ιδέα της ιστορικής προόδου εμπιστευόμενοι την δυναμική των πραγμάτων στον «αυτόματο πιλότο», ενδεικτικά στην ελεύθερη χρηματιστηριακή πρωτίστως κίνηση των κεφαλαίων διεθνώς, αλλά και στην κομματικοποίηση του βίου εντός της χώρας, υποθέτοντας πως ήρθε η σειρά τους για το μεγάλο και ανέξοδο φαγοπότι.
Αντί να δουν και να περιγράψουν, μεταποιημένο σε ποίηση στην περίπτωση που μας απασχολεί, το ατέλειωτο σημειωτόν που κάνανε στην κινούμενη άμμο, επιλέξανε είτε στην καλύτερη των περιπτώσεων (του Γκανά) να στραφούν σε έναν νέο μετα-λορκικό (μετα-γκατσικό στην επικράτεια μας) εκμοντερνισμένο δημοτικό λόγο προς την ιδιωτική του πλέον έκφανση, είτε στην περίπτωση του Σιώτη σε ένα χλευαστικό επιφανειακά μυστηριακό προσωπο-κεντρικό ποιητικό λόγο που καλλιεργεί το μυστήριο για χάρη του μυστηρίου, παραιτούμενο από οποιαδήποτε ουσιαστική στόχευση πέρα από μια εύκολη κριτική τού άλλου και το στένεμα της παράδοσης στους εύπλαστους και εγωκεντρικούς, αν όχι αυτιστικούς, ορίζοντες τους, που υπηρετούν πρωτίστως τελικά το εκάστοτε μεταβαλλόμενο και ρευστό πρόσωπό τους. `
Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Η ύψιστη επαναστατική πράξη
Η ποίηση είναι αίνιγμα. Τίποτα απολύτως δε γνωρίζουμε για το αόρατο πνεύμα που καθοδηγεί το χέρι μας τη στιγμή που το ποίημα γεννιέται απ’ το τίποτα. Είναι χορός σημαινόντων κι ερωτοτροπία σημαινομένων, ψίθυρος λέξεων που κυματίζουν εντός μας είτε από μόνες τους είτε εν παρατάξει, κραυγή, παιχνίδι ή ανταρσία. Και πυροτέχνημα. Πυροτέχνημα εσωτερικής καύσης κι εξωτερικής θέας.
Ποίηση είναι τ’ όνειρο που δεν ξέρει να ξυπνήσει ή ένα όνειρο που διαρκώς αναβάλλεται. Είναι ν’ ανοίγεις το παράθυρο να πέσεις και να σε σώζει μια παγωμένη ριπή ανέμου σε μια νύχτα απόλυτης άπνοιας. Να πηγαίνεις στον πόλεμο χωρίς ελπίδα νίκης ή ήττας, απλώς από ανάγκη να παλέψεις για κάτι. Μόνο στη μάχη της νιώθεις βολικά, μια οικειότητα τρόμου, μια γλυκύτητα τρέλας, μια διέγερση πόθου. Μια ψυχική ακροβασία είναι η ποίηση. Για κάθε συνάντηση μαζί της ανταλλάσσεις λίγο ζωή και λίγο θάνατο. Η γοητεία έγκειται στο ποιος ανάμεσά σας θα πάρει τι. Είναι η κόκκινη φέτα σελήνη. Ο τρόπος που υπάρχουμε στο περιθώριο και μια καταφυγή για το παιδί του μέλλοντος μας, το προϊόν μιας εγκεφαλικής χημικής αντίδρασης ενάντια στη ματαιότητα της ύπαρξης, ενάντια στο δολοφόνο χρόνο, ένα χαστούκι στο πρόσωπο που χάσαμε πριν το βρούμε, το τελευταίο τσιγάρο του μελλοθάνατου, η πιτζάμα του ισοβίτη.
Ποίηση είναι εκείνο το Πλήρες, απ’ το οποίο πάντα κάτι θα λείπει. Μια ματιά πίσω απ’ τις γρίλιες και μια διαρκής πάλη με τον άλλο σου εαυτό. Διάχυτη και ρευστή, υπάρχει παντού. Μπορεί να υπάρχει σ’ έναν πίνακα ζωγραφικής, στη θεατρική σκηνή, στη διατύπωση μιας σκέψης, στον κινηματογράφο, στην αθωότητα ενός παιδιού, στην τρυφερότητα του ζώου. Και σ’ ένα βιβλίο βέβαια ή σ’ ένα κομμάτι μουσικό που παραλύει τη σκέψη σ’ έλλογες ερμηνείες. Είναι στον αέρα πάντοτε, ωσάν το κάτι με τα φτερά της Έμιλυ Ντίκινσον. Ένας αυτόματος μηχανισμός είναι η ποίηση, σε τοξικό περιβάλλον. Μια άμορφη, ατέλειωτη μάζα, που άοκνα διασπάται, συντίθεται κι αποσυντίθεται. Είναι ο τρελός λαγός του Σαχτούρη, η καραμπίνα του Χεμινγουαίη και το περίστροφο του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι.
Ποίηση είναι το κάλεσμα του υπέροχου αόριστου, μια φωνή Σαιξπηρικής στρίγγλας, ο ύστατος των πειρασμών, ίσως ο πιο μεγάλος. Είναι υπόγειο ρεύμα, μετατροπή του μικρόκοσμου σε Σύμπαν, σαρκασμός, αυτοσαρκασμός, αμφισβήτηση όσο και πίστη, ταπεινότητα όσο και πείσμα, προσανατολισμός προς το μεγάλο και διαρκές Ερώτημα. Είναι το κουβάρι της Αριάδνης, τροχός και μάτι και κεφάλι αρχαγγέλου, κεραυνός και βροχή, μια λέξη κι ένας στίχος που θα τρέξει απ’ το μελάνι πίσω στο αίμα. Είναι κακή. Καλή. Καλύτερη. Σπουδαία. Μεγαλοφυής. Όλες οι μορφές της είναι χρήσιμες. Όπως και η ασχήμεια, που ταυτοποιεί την έλλειψη της ομορφιάς.
Ποίηση είναι η προσπάθεια να βρεθείς πρόσωπο με πρόσωπο με το κουκούτσι της σκέψης, όπου κρύβεται η Ευρυδίκη. Αν είναι απόγνωση, σοφά είναι. Είναι ο αντίποδας του αυτονόητου, του χρηστικού, της συνήθειας. Έχει μέσα της το σπέρμα της ανυπακοής. Ποτέ δε γίνεται καθεστώς, αρνείται την ακινησία κι εξοστρακίζει την προσαρμογή, θαμπώνοντας μέρα-νύχτα τα κουτοπόνηρα μάτια της πραγματικότητας. Γυμνή περιφέρεται στους κοινόχρηστους χώρους, κοντά σε ρημαγμένα ένστικτα, πλάι στα κομπρεσέρ, στα πεζοδρόμια, ψάχνοντας έναν λόγο σαν το πληγωμένο φάντασμα του Έντγκαρ Άλαν Πόε. Ξέρει ν’ αφουγκράζεται, συμπάσχει, οργίζεται, δεν ξεχνά να μιλά για Υποτέλεια κι Υπολογισμούς, πνίγεται στην αρένα και συντρίβεται κάθε στιγμή στα φλέγόμενα πεδία βολής.
Η ποίηση δε μας ανακουφίζει, ούτε παρηγορεί, ούτε καθησυχάζει. Δε δικαιώνει, δεν εκπολιτίζει, δεν εξωραΐζει. Είναι συνεχής εκχωμάτωση, η αναζήτηση του άλλου, του πέρα από μας, του άλλου τρόπου, του άλλου χρόνου. Η ύψιστη επαναστατική πράξη. Η έκρηξη της εσωτερικής έντασης, όπου ο ποιητής λιγοστεύει για να υπάρξουν μέσα του οι άλλοι.
Jacinta Le Plastrier, When they Come for You: Poetry That Resists
‘This machine surrounds hatred and forces it to surrender’ were the words inscribed on the banjo of American folk legend and activist Pete Seeger, who died at 94 in late January 2014. Reading the tributes to Seeger, I was struck by a recurrent theme: his moral courage, which he lived out unrelentingly across a lifetime. Commenting on the ‘not common behaviours’ which made his life exemplary, a New Yorker post by biographer Alec Wilkinson wrote of ‘his insistence on his right to entertain his own conscience’.
That ‘insistence’ began early; Seeger preferring to face jail rather than invoke the Fifth Amendment defense when called to testify before the House Un-American Activities Committee in 1955, and refusing to name personal and political associations. He avoided jail only on appeal in 1962. In October 2011 he was among the leaders of the ‘Occupy Wall Street’ march. The tributes also led me to think of the ways in which other high-profile figures in popular music – Bob Marley and Bob Dylan – have in the past century harnessed, insisting on their same right, the active, lyrical power of poetic language to express moral and political dissent.
This is one of the reasons for the diminished audience for poetry in the 21st century; its audience, lean as it has often been, has been further subsumed by other arts. Of course, at the same time, the meld of lyric and instrument harks to the days of the lyre, the bard and troubadour, lyric’s origins and tradition. Yet there is an essence in poetry, where a poem can be a pure or unique instance of language (to use Paul Celan’s thinking), giving it the capability to be a stand-alone language of resistance. It has been often, in the works of accomplished poets, a language of essence, able to name what is essential to the fully lived human experience, and what depraves it. There are abundant examples. Celan himself – in the words of translator Katherine Washburn, after being earlier a ‘pure poet of the intoxicating line’, and in the steep of the Surrealists – became ‘heir and hostage to the most lacerating of human memories.’ As a Romanian-born Jew, Celan worked in a forced labour camp for 18 months from 1942-1944. Both his parents died in Nazi camps. Just one excerpt here, from his 1952 book, Poppy and Memory:
Black milk of daybreak we drink you at night
we drink you at noon death is a master from Germany
we drink you at sundown and in the morning we drink and we drink you
death is a master from Germany his eyes are blue
(trans. Michael Hamburger)
Το θέμα της ενιαίας τιμής του βιβλίου από την πλευρά των εργαζομένων
Ανακοίνωση του Συλλόγου Υπαλλήλων Βιβλίου – Χάρτου Αττικής
Με αφορμή τη συζήτηση που έχει προκύψει στο χώρο του βιβλίου για το θέμα της επαπειλούμενης κατάργησης της ενιαίας τιμής των νέων σε κυκλοφορία βιβλίων, που προβλέπει η λεγόμενη «εργαλειοθήκη» του ΟΟΣΑ για την άρση των περιορισμών σε διάφορα προϊόντα και επαγγέλματα, ο Σύλλογος Υπαλλήλων Βιβλίου – Χάρτου Αττικής εκφράζει την αντίθεσή του στο σύνολο των μέτρων αλλά και στη λογική από την οποία εκπορεύονται.
Την ώρα που οι εργοδότες φέρνουν στην επιφάνεια επιλεκτικά το θέμα της ενιαίας τιμής των νέων σε κυκλοφορία βιβλίων εμείς ως σωματείο και ως εργαζόμενοι είμαστε ενάντια στο σύνολο των μέτρων της «εργαλειοθήκης» για το γάλα, τα φάρμακα, την κατάργηση των «εισφορών υπέρ τρίτων» (που αποτελούν πηγή εσόδων για ασφαλιστικά ταμεία και για τους ΟΤΑ), αλλά και την «οριζόντια» κατάργηση της κυριακάτικης αργίας στο λιανεμπόριο που λεηλατούν τις ζωές μας. Τα μέτρα αυτά, που προωθούνται με τη συναίνεση της συγκυβέρνησης ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, της τρόικας και της ΕΕ, έρχονται ως συνέχεια και συμπλήρωμα της αντιλαϊκής πολιτικής που εφαρμόζεται τα τελευταία χρόνια, με αφορμή την κρίση. Στόχος των μέτρων είναι η ολοκληρωτική ισοπέδωση κάθε έννοιας εργατικού και κοινωνικού δικαιώματος, η πλήρης κυριαρχία του «κέρδους» και της «αγοράς» σε κάθε πτυχή της ζωής μας, η ενίσχυση της θέσης των μονοπωλιακών επιχειρηματικών ομίλων.







