Octavio Paz Interviewed by Alfred Mac Adam

Octavio-Paz-Quotes-1

* From “The Art of Poetry” No. 42

Though small in stature and well into his seventies, Octavio Paz, with his piercing eyes, gives the impression of being a much younger man. In his poetry and his prose works, which are both erudite and intensely political, he recurrently takes up such themes as the experience of Mexican history, especially as seen through its Indian past, and the overcoming of profound human loneliness through erotic love. Paz has long been considered, along with César Vallejo and Pablo Neruda, to be one of the great South American poets of the twentieth century; three days after this interview, which was conducted on Columbus Day 1990, he joined Neruda among the ranks of Nobel laureates in literature.

Paz was born in 1914 in Mexico City, the son of a lawyer and the grandson of a novelist. Both figures were important to the development of the young poet: he learned the value of social causes from his father, who served as counsel for the Mexican revolutionary Emiliano Zapata, and was introduced to the world of letters by his grandfather. As a boy, Paz was allowed to roam freely through his grandfather’s expansive library, an experience that afforded him invaluable exposure to Spanish and Latin American literature. He studied literature at the University of Mexico, but moved on before earning a degree.

At the outbreak of the Spanish Civil War, Paz sided immediately with the Republican cause and, in 1937, left for Spain. After his return to Mexicao, he helped found the literary reviews Taller (“Workshop”) and El Hijo Pródigo (“The Child Prodigy”) out of which a new generation of Mexican writers emerged. In 1943 Paz traveled extensively in the United States on a Guggenheim Fellowship before entering into the Mexican diplomatic service in 1945. From 1946 until 1951, Paz lived in Paris. The writings of Sartre, Breton, Camus, and other French thinkers whom he met at that same time were to be an important influence on his own work. In the early 1950s Paz’s diplomatic duties took him to Japan and India, where he first came into contact with the Buddhist and Taoist classics. He has said, “More than two thousand years away, Western poetry is essential to Buddhist teaching: that the self is an illusion, a sum of sensations, thoughts, and desire. In October 1968 Paz resigned his diplomatic post to protest the bloody repression of student demonstrations in Mexico City by the government.

Continue reading →

Lawrence Ferlinghetti: Ατέλειωτη η λαμπρή ζωή του κόσμου!

Ferlinghetti

Της Κατερίνας Τοράκη

Ατέλειωτη η λαμπρή ζωή του κόσμου

ατέλειωτος ο λατρευτός του βίος κι η ανάσα

οι λατρευτές του έμβιες υπάρξεις

ν ακούν και να βλέπουν

να αισθάνονται και να νοούν

να γελούν και να χορεύουν

να τραγουδούν και να μιλούν

ατέλειωτα απογεύματα και βράδυα

αγάπης κι έκστασης κι απελπισίας
……………………………………………..
Ατέλειωτες οι μάχες του καλού και του κακού

τα χτυπήματα της μοίρας κι οι εκτροπές του μίσους

ατέλειωτα λάθη και αποτυχίες της τελικής έκρηξης

σ ατέλειωτες κλιμακωτές αντιδράσεις
………………………………………………
Και γι’ αυτό τέλος δεν έχουν

οι πύλες της γνώσης

κι οι καταράχτες του φωτός

στα αιθέρια ύψη του ανθρωπίνου πνεύματος

στο διάστημα μέσα μας

στα Άμστερνταμ του Γιν και Γιαν

Ατέλειωτα Ρουμπαγιάτ κι ατέλειωτες μακαριότητες
……………………………………………..
Τις τελευταίες μέρες της Αλεξάνδρειας

Μια μέρα πριν το βατερλώ
ο χορός εξακολουθεί

υπάρχει εδώ ένας ήχος ήχος ονείρου μέσα στη νύχτα.

Continue reading →

A Review of Events in Polish Poetry at the Turn of the 20th and 21st Centuries

logolondyn


By Piotr Matywiecki

Introduction

As has been the case throughout its long and rich history, Polish poetry at the turn of the 20th and 21st centuries speaks through a chorus of many strong and clear individualities. The general historic and literary processes to which this poetry is subject are indeed important. The attempts of literary critics to discover and define in today’s Polish poetry specific stylistic currents and conceptual threads are interesting. Yet the core value of Polish poetry resides in its colorful, poetic individualities.

For this reason my essay – which is a kind of extension of Jarosław Klejnocki’s sketch “Poezja polska w ostatnich 20 latach XX wieku” (Polish Poetry in the Final Twenty Years of the 20th Century) – will prove to be a reasoned review of individualities. This is primarily because I think it is much too early for any generalizations. These tend to kill the flavor of live emotion that this poetry grants us. I think that much more satisfaction can be drawn from listening to how easily – in spite of differences – the works of our greatest poets talk to each other, than from grouping tem in specific enclaves.

I will begin by describing only those poets who have recently and significantly enriched their own image in the eyes of readers, and omit those who were sufficiently and exhaustively described in Jarosław Klejnocki’s sketch. It is nevertheless so that recently the most glittering achievements have come from well-known poets and those whose work has thus far remained out of the limelight.
The Old Masters

Continue reading →

Antonin Artaud, Θα καταλάβουνε γιατί το πνεύμα μου δεν είναι εδώ

1467359_10202020853754238_1862942656_n

Θα καταλάβουνε γιατί το πνεύμα μου δεν είναι εδώ, θα δουν όλες τις γλώσσες να εξαντλούνται, θα δούνε να ξεραίνονται τα πνεύματα, όλες τις γλώσσες να μαραίνονται, τις ανθρώπινες φιγούρες να συνθλίβονται, να εξαϋλώνονται, θαρρείς, από βεντούζες αιμοβόρες, θα μείνει μόνο μια λιπαντική μεμβράνη να επιπλέει στον αέρα, μία μεμβράνη λιπαντική και καυστική, μία μεμβράνη με διπλή πυκνότητα, με πολλαπλά επίπεδα, σε ένα διηνεκές ρωγμών, μια μελαγχολική και γυάλινη μεμβράνη, αισθαντική, επίμονη, ικανή να πολλαπλασιάζεται, να διχοτομείται, ν’ αναδιπλώνεται μες των ρωγμών της την ανάκλαση, το νόημα, το θαυμαστό, τις διεισδυτικές και τις δηλητηριώδεις αρδεύσεις, όλα αυτά τότε επιτέλους θα τα βρούνε κι εγώ δεν θα χω πια ανάγκη να μιλάω.

*Μετάφραση: Ζ.Δ. Αϊναλής, Πλανόδιον, τ. 49, Αθήνα, Δεκέμβρης 2010.

Τό όλον σώμα: μικρά προκαταρκτικά

a-1-a-simioseis-stef-mic-skia

Το περιοδικό «σημειώσεις» συμμετέχει υποθέτω με τόν τρόπο του αντίστροφα, με όλη του δηλαδή τήν απαραίτητη και δέουσα ειρωνεία και απέχθεια προς εορτασμούς και εορταστικές – πλην κενές νοήματος – δήθεν σεβαστικές προς τήν τέχνη – απολύτως αδιάφορες για τά βάσανα τού καλλιτέχνη εν ζωή – επετείους, στην φετινή διπλή επέτειο για τήν γέννηση και τόν θάνατο τού καβάφη προδημοσιεύοντας στο τεύχος του που μόλις κυκλοφόρησε ένα εκτενές απόσπασμα από τήν «εισαγωγή» μιας εξαιρετικής πλην ανέκδοτης μελέτης τού στέφανου τασσόπουλου : τά παρακάτω αποτελούν αναδημοσίευση από τό ίδιο τεύχος τής δικιάς μου προκαταρκτικής εισαγωγής :
 
Στην μεγάλη έρευνα και μελέτη του για τόν Καβάφη, «Τό Όλον Σώμα», ο Στέφανος Τασσόπουλος δεν ασχολείται με ζητήματα αισθητικής παρά μόνο όσο αυτά άπτονται τού ζητήματος τής καβαφικής εκδοτικής πράξης : όμως εντέλει στον Καβάφη όλα συγκλίνουν σε ένα ενιαίο και αδιάσπαστο όλον : σε αυτό ακριβώς καταλήγει η ανέκδοτη αυτή εργασία τού Στέφανου Τασσόπουλου – και τά παρακάτω συνοπτικά δικά μου ας εκληφθούν απλώς ως μικρή (και ανειδίκευτη) εισαγωγή σ’ ένα ιδιαίτερα (και ευεργετικά) εξειδικευμένο έργο (τό οποίο είχα τήν τύχη ως στενή φίλη να μπορέσω να παρακολουθήσω επίσης στενά, καθώς σχηματιζόταν διαμορφώθηκε και ολοκληρώθηκε (εν μέρει, κατά τόν ίδιο τόν συγγραφέα του, ολοκληρώθηκε) στο διάστημα τών είκοσι περίπου χρόνων που απασχόλησε τόν Τασσόπουλο μέχρι τόν (αιφνίδιο και πρόωρο) θάνατό του, τόν Φλεβάρη αυτής τής χρονιάς).

Continue reading →

Ρώμος Φιλύρας: αθησαύριστα ποιήματα και συμπληρωματικά βιβλιογραφικά

ETOzl5i021st8UDs-UzSmNfUHDfZ1rZtHWNoEBlzDHTLRrsRVkZEaL6VuwvQBFG1LjAckefHrX_G2-lk5zEnbO-0mCSejufG4GWw4vLJyWXCteedHKJ5Cuaa=s0-d-e1-ft

Πριν από έξι μήνες, είχα παρουσιάσει εδώ τη δίτομη έκδοση “Ρώμος Φιλύρας: Άπαντα τα ευρεθέντα” που κυκλοφόρησε στις αρχές του χρόνου σε επιμέλεια του Χ. Καράογλου και της Αμαλίας Ξυνογαλά. Στον Ρώμο Φιλύρα (1888-1942) είχα αφιερώσει ένα άρθρο πέρυσι το καλοκαίρι, και είναι από τους ποιητές που θεωρώ πολύ σημαντικούς, και γι’ αυτό χαρακτήρισα “εκδοτικό γεγονός” την έκδοση, μια και ως τώρα τα ποιήματα του Φιλύρα ήταν διεσπαρμένα σε πολλά και δυσεύρετα βιβλία.

Στη συνέχεια, έγραψα ένα εκτενέστερο άρθρο για το περιοδικό Οροπέδιο, στο οποίο παρέθετα όλα τα αθησαύριστα ποιήματα του Φιλύρα που είχα βρει στο αρχείο μου, δηλαδή ποιήματα που τα βρήκα δημοσιευμένα σε εφημερίδες και περιοδικά και που δεν περιλαμβάνονται στα “Άπαντα τα ευρεθέντα”. Βλέπετε, με τον Φιλύρα συμβαίνει το εξής: επειδή από το 1928 ως τον θάνατό του ήταν κλεισμένος στο Δρομοκαΐτειο, όσον καιρό βρισκόταν στο Άσυλο δεν σταμάτησε να γράφει, και καθώς δεχόταν συχνά επισκέψεις χάριζε ποιήματά του, με τις φούχτες μάτσα τσαλακωμένα χαρτιά, σε όποιον τον επισκεπτόταν. Ποιήματα άλλοτε μεγαλοφυή και άλλοτε παραληρηματικά, συχνά και τα δυο μαζί, άλλα μισοτελειωμένα κι άλλα καθαρογραμμένα. Πολλά από αυτά δημοσιεύτηκαν σε έντυπα της εποχής, άλλα λανθάνουν και κανείς δεν ξέρει πόσα τέτοια χαρτιά βρίσκονται σε χέρια ιδιωτών και πόσα έχουν χαθεί και πεταχτεί. Οπότε, κανείς δεν μπορεί να βεβαιώσει ότι δεν θα βρεθούν αύριο κι άλλα ποιήματα του Φιλύρα, ή μάλλον είναι εντελώς βέβαιο ότι θα βρεθούν κι άλλα. Απτό παράδειγμα: μετά που έγραψα το άρθρο για το Οροπέδιο, που πρέπει να δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού, σκαλίζοντας κάτι περιοδικά για άλλο πράγμα βρήκα κι άλλο ένα αθησαύριστο ποίημα του Φιλύρα, που δεν το είχα συμπεριλάβει στο άρθρο του Οροπεδίου! Οπότε τώρα στο σημερινό άρθρο ενσωματώνω όσα καινούργια ευρήματα έχουν προκύψει στο μεταξύ, ανάμεσα στα οποία και η φωτογραφία του Φιλύρα που βλέπετε εδώ αριστερά.

Continue reading →

Άρης Αλεξάνδρου, Περί μεταφράσεων

1463561_556489444429768_618450194_n

Οι μεταφράσεις, «γενικά κρινόμενες», είναι και καλές και κακές και άθλιες, όπως ακριβώς και οι ποιητικές συλλογές που διαβάζει το «απροστάτευτο» κοινό. Υπάρχουν κι ανεύθυνες μεταφράσεις, όπως ακριβώς και τούτη εδώ η απάντηση είναι ανεύθυνη, μια και μου είναι αδύνατο να επεκταθώ και να αποδείξω τα λεγόμενό μου. Επιτρέψτε μου μόνο να προσθέσω ότι ανεύθυνες και άθλιες μεταφράσεις κυκλοφορούν και σε άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Γαλλίας και της ίδιας της Σοβετικής Ενώσεως, όπου δεν υπάρχουν επιχειρηματίες του βιβλίου, υπάρχουν όμως κακοί μεταφραστές, που θεωρούν καθήκον τους λόγου χάρη να προσθέτουν στίχους σε ποιήματα, για να γίνει το κείμενο «κατανοητό» στους αναγνώστες και σ’ αυτούς τους ίδιους.

Το επάγγελμά μας, όπως θέλετε να το ονομάζετε, πιθανόν να περνάει κρίση λόγω αθρόας εμφάνισης νέων ανεύθυνων ανταγωνιστών, ξεχνάτε όμως ότι κ’ εμείς (οι μη ανεύθυνοι υποτίθεται) είμασταν κάποτε νέοι και σπάσαμε τις τιμές των τότε (καθιερωμένων θέλετε να τους πούμε;) μεταφραστών. Δεν μπορώ φυσικά να ξέρω τι ακριβώς υπαινίσσεσθε, αλλά αν η ερώτησή σας αποσκοπεί να αποδείξει πως το μεταφραστικό επάγγελμα πρέπει να γίνει κλειστό, όπως των φαρμακοποιών, των δημοσιογράφων και των αρτοποιών (αν δεν κάνω λάθος και οι εδωδιμοπώλαι επιδιώκουν κάτι παρόμοιο), απαντώ ότι ένα τέτοιο μέτρο θα είταν ανελεύθερο και αντιπνευματικό και το κυριώτερο βλακώδες. Μπήκατε ποτέ στον κόπο να παραβάλετε τις «υπεύθυνες» μεταφράσεις με το ξένο κείμενο; Αν μπαίνατε ποτέ σ’ αυτόν τον άχαρο κόπο, θα διαπιστώνατε ότι ακόμα κ’ εμείς οι «καθιερωμένοι» καταφέρνουμε συχνά-πυκνά να δικαιώσουμε εκείνον που είπε το σοφό traduttore, tradittore. Ο μόνος τρόπος να προστατεύσουμε το αναγνωστικό κοινό απ’ τις κακές μεταφράσεις, είναι να του προσφέρουμε καλές μεταφράσεις, επαφιέμενοι στην αμφίβολη ικανότητά του να κάνει τη σύγκριση. Αλλά καλές μεταφράσεις μπορούν να γίνουν μόνο από μη επαγγελματίες μεταφραστές (αυτό τουλάχιστον μου δίδαξε η εικοσάχρονη επαγγελματική μεταφραστική μου πείρα) μόνο από ανθρώπους που διαλέγουν και δουλεύουν ένα κείμενο για προσωπική τους ευχαρίστηση, όπως θα πρέπει να δούλεψε ο Σεφέρης την Έρημη Χώρα του Έλιοτ.

Continue reading →

Ιωάννα Ξενίδη, Η μετάφραση ως πράξη αντίστασης

28-37b-2-thumb-large

Ο Άρης Αλεξάνδρου είναι μια ξεχωριστή φυσιογνωμία στον ελληνικό χώρο, φυσιογνωμία που σμιλεύτηκε από την πολυσήμαντη προσφορά του στα γράμματα, αλλά και από τη στάση που κράτησε στην πολυκύμαντη από γεγονότα και δυσκολίες ζωή του. Η εξοικείωσή του με τη ρωσική γλώσσα, που αποτελούσε τη μητρική του —από την πλευρά της Ρωσίδας με εσθονική καταγωγή μητέρας του— τον οδήγησε ήδη από τα γυμνασιακά του χρόνια (1933) να μεταφράζει για δική του ευχαρίστηση Πούσκιν από τα ρωσικά, στα οποία είχε άνεση και πλούσιο λεξιλόγιο.

   Στα χρόνια της Κατοχής οργανώνεται μαζί με φίλους στη νέα οργάνωση της κομμουνιστικής νεολαίας. Η σχέση του με την οργάνωση διακόπτεται σύντομα, όμως δεν παραιτείται από την αντιστασιακή δράση, συμμετέχοντας αυτόβουλα σε όλες τις κινητοποιήσεις της σπουδάζουσας νεολαίας.

   Η γυναίκα του, Καίτη Δρόσου, στο αφιέρωμα της εκπομπής «Παρασκήνιο» της ΕΡΤ στις 12/2/1986, (όπου σκιαγραφεί την πορεία του ανθρώπου, του αγωνιστή, του διανοούμενου Άρη Αλεξάνδρου, ιδιαίτερα τη στάση του απέναντι στην εξουσία, στα ιερατεία και στους δογματισμούς), λέει πως, παρά την αυτοδιαγραφή του από την οργάνωση, πήγαινε στις διαδηλώσεις. Στις 3/12/1944, στη ματωμένη Κυριακή, συμμετείχε μαζί με τη Δρόσου στη διαδήλωση της Αθήνας. Εκεί, της είπε: «Εγώ έρχομαι εδώ γιατί το πιστεύω, ενώ εσείς θα πηγαίνατε οπουδήποτε, χωρίς να κρίνετε το γεγονός». Χαρακτηριστική είναι η δήλωσή του: «Σε κάθε περίπτωση αγώνα είμαι μαζί σας». Η Δρόσου αναφέρει πως μπροστά στην εξουσία που τον πολεμούσε ήταν κομμουνιστής, αλλά η «οργάνωση» γι’ αυτόν ήταν μια κλειστή οργάνωση, ένα ιερατείο.

Continue reading →

Έτος Καβάφη

f2lt

Του Δήμου Χλωπτσιούδη

Ο Καβάφης λειτουργεί μέσω συμβόλων. Η τέχνη του είναι η συγκέντρωση αρχετύπων, που δίνουν ένα φευγαλέο υπαινικτικό νόημα στο λόγο του. Αντλεί μνήμες από το παρελθόν, από τη συλλογική ψυχή της φυλής και τις αποθέτει στο παρόν, ενίοτε ως προειδοποίηση για τα μελλούμενα. Είναι τέτοια η σχέση του με τη συλλογική ψυχή και τα περιεχόμενά της, που θεωρείται προδρομικός της σχέσης της λογοτεχνίας του Κ΄ αιώνα με τη συλλογική συνείδηση. Ο κόσμος του Καβάφη είναι πολυμερής, το έργο του πολυεδρικό και πρισματικά πολύπλευρο, έτσι πού η προσπάθεια να συλλάβεις το νόημα του από μια μονάχα οπτική γωνία, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.

Οδεύοντας προς τη λήξη του Έτους Καβάφη, τοβιβλίο.νετ αποφάσισε να κάνει ένα μικρό αφιέρωμα στο μεγάλο Αλεξανδρινό ποιητή. Ένα αφιέρωμα όχι ποιητικό, αλλά κριτικό από φιλολογική οπτική, με φιλολογικές αναλύσεις ενδεικτικά σε ορισμένα γνωστά του ποιήματα και άλλα πιο άγνωστα στο ευρύ κοινό.

Η Αλεξάνδρεια, οπού έζησε μόνιμα τα ώριμα χρόνια του, τα χρόνια της δημιουργικής του δράσης, η πόλη με τις αναμνήσεις του πλούσιου ελληνιστικού παρελθόντος, ήταν, από τα μέσα περίπου του ΙΘ΄ αιώνα, η έδρα μιας σημαντικής και ακμαίας εμπορικής ελληνικής παροικίας. Δεν ανήκει σε κάποια Σχολή (χρονολογικά ή ως τάση).

Η συμβολιστική του τάση είναι έντονη και συνδυάζεται με λόγο λιτό αλλά διαχρονικά επίκαιρο. Η ειρωνική διάθεση, αυτό που αποκλήθηκε καβαφική ειρωνεία συνδυάζεται με την τραγικότητα της πραγματικότητας, για να καταστεί κοινωνικά διδακτική και οι ηδονιστικοί του προσανατολισμοί ανακατεύονται με κοινωνικές επισημάνσεις.

Αναμφίβολα δεν είναι εύκολο να οριοθετήσει κανείς ξεκάθαρα σε θεματικούς κύκλους την ποιητική του Καβάφη. Η ιστορία ανακατεύεται με τις αισθήσεις και το στοχασμό σε μια ενιαία οντότητα, αυτήν πιθανώς που ο ίδιος ο Καβάφης προσδιορίζει ως «ενιαίο καβαφικό κύκλο», αλλά σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση, στον αμέσως επόμενο στίχο, η εναλλαγή δικαιώνει όσους χαρακτήρισαν την καβαφική ποίηση πρωτεϊκή. Δημιουργεί το περιθώριο της Αθηναϊκής Σχολής του 1880 στην οποία δεσπόζει ο Παλαμάς και επηρεάζει δυναστικά την ποίηση και την πνευματική ζωή-και ως πρόδρομος της μεσογενιάς του 1920 επηρεάζοντας δραματικά τη μετέπειτα μεγάλη Γενιά του 1930.

Continue reading →