Ξένη Ποίηση το 2015*

Ουίλλιαμ Μπλέικ

Ουίλλιαμ Μπλέικ

≈≈≈≈≈
Ακόμη και σήμερα, που η αφθονία ψηφιακού υλικού και το διαδικτυακό εμπόριο επιδρούν στους όρους πρόσληψης της ξένης λογοτεχνίας και η γενικευμένη γλωσσομάθεια διευκολύνει την πρόσβαση στο πρωτότυπο, η μετάφραση εξακολουθεί να επιτελεί μια κρίσιμη και πολύπτυχη πολιτισμική λειτουργία.

Το καθήκον του μεταφραστή είναι πολλαπλό: να καλύψει κενά της βιβλιογραφίας, να αναδείξει άγνωστες φωνές, να εισαγάγει το παγκόσμιο ρεπερτόριο, ανανεώνοντας το εγχώριο, αλλά και να τολμήσει νέες προσεγγίσεις σε έργα θεωρούμενα ως κλασικά. Προτού αναφερθούμε, δειγματοληπτικά, σε ορισμένους τίτλους της φετινής βιβλιοπαραγωγής, καλό θα ήταν να υπενθυμίσουμε ότι καθοριστικό μέρος της μεταφραστικής δραστηριότητας εντοπίζεται και εκτός αυτής, υπό τη σκέπη λογοτεχνικών περιοδικών και εκδηλώσεων.

Ξεχωρίζουμε, ενδεικτικά, το αφιέρωμα που επιμελήθηκε η Μαρία Τοπάλη για τηΜαρίνα Τσβετάγιεβα στην τελευταία «ποιητική», καθώς και την εκδήλωση για τηνΕλίζαμπεθ Μπίσοπ, με τη φροντίδα του Παναγιώτη Ιωαννίδη, στο πλαίσιο των συναντήσεων «με τα λόγια [γίνεται]» τον περασμένο Μάρτιο.

Τη μερίδα του λέοντος, παρατηρούμε, έχουν οι εκδόσεις Γαβριηλίδης. Σημειώνουμε: σε μετάφραση Γιώργου Ξενία, «Τα Ποιήματα του Μικελάντζελο», λιγότερο γνωστή και πιο προσωπική πτυχή της δημιουργίας του. Τη «Φυσική Μουσική», επιλογή τουΓιώργου Λαμπράκου από το σημαντικό έργο του Ρόμπινσον Τζέφερς. Τη συλλογή τουΤζέιμς Μέριλ «Ο μαύρος κύκνος», σε απόδοση Βασίλη Βασιλικού και Γιώργου Χαλδέζου.

Επίσης, από τη Βανέσσα Θεοδωροπούλου, το «Βαθυγάλαζο με τρίγωνο κενό από άμμο» της καταστασιακής Σινογαλλίδας Αλις Μπέκερ-Χο. Νέες προσθήκες, και οι δύο από το Κουκούτσι, στο πλήθος των μεταφράσεων του Γιάννη Λειβαδά: η ποιητική σύνθεση «Ρεμπό» του Κέρουακ, συνοδευόμενη από δεκαοκτώ χαϊκού, και μια επιλογή δεκαέξι ποιημάτων του Ουίλιαμ Μπλέικ. Από τις ίδιες εκδόσεις και «Το σώμα μου όλο ή φωτιά ή πέτρα» της αναγεννησιακής Γκαμπάρα Στάμπα (εισ.-μτφρ. της Αννας Γρίβα). Με τη «Μορφολογία της τελευταίας όχθης» (Εστία), σε μετάφραση Σπύρου Γιανναρά, το ελληνικό κοινό εισάγεται και στο ποιητικό έργο του Μισέλ Ουελμπέκ.

Ο Γιώργος Βαρθαλίτης υπογράφει «Το θαλασσινό κοιμητήρι» του Πολ Βαλερί(Περισπωμένη), καθώς και μια δίτομη έκδοση με ποιήματα του Πόε, «Τα νεανικά» και «Τα ανάλεκτα» (Gutenberg), σε επιμέλεια του πρόωρα χαμένου Δημήτρη Αρμάου.

Εχουμε ακόμη την προσέγγιση σε τρεις κομβικές μορφές της ποίησης του εικοστού αιώνα: το «Αγριόχορτο» της Αννα Αχμάτοβα, σε μετάφραση Δημήτρη Τριανταφυλλίδη(s@mizdat), το «Πένθιμο Μπλουζ και άλλα ποιήματα» του Γ.Χ. Οντεν από τον Ερρίκο Σοφρά (Κίχλη) και την «Ηλιόπετρα» (Gutenberg, μτφρ. Κώστα Κουτσουρέλη), σημαντική σύνθεση του Οκτάβιο Παζ.

Γ.Χ. Όντεν

Γ.Χ. Όντεν

Για το τέλος, δύο καταθέσεις-σφραγίδες. Αφενός, η προσωπική ανθολογία του Αλέξανδρου Ισαρη, «Εξι Ευρωπαίοι Ποιητές» (Gutenberg), οι Τρακλ, Ταρκόφσκι, Ρίλκε, Μπέρνχαρντ, Γκολ και Μπεν, «παιδιά», όλοι τους, «της Γηραιάς Ευρώπης», συναρμοσμένοι από το «μάτι» του μεταφραστή τους. Αφετέρου, το ξανακοίταγμα του «33x3x33» (Νεφέλη), επιλογή από το έργο του Ε.Ε. Κάμινγκς, που επιμελήθηκε οΧάρης Βλαβιανός, στο πλαίσιο του επίμονου και ενσυνείδητου διαλόγου του με την αγγλόφωνη ποίηση.

*Το κείμενο δημοσιεύεται με τον τίτλο “ΞΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ” στην “Εφημερίδα των Συντακτών” και μπορεί να βρεθεί εδώ: http://www.efsyn.gr/arthro/perifora-se-alli-glossa

Ελληνική ποίηση το 2015*

Κώστας Βάρναλης

Κώστας Βάρναλης

≈≈≈≈≈
Η σύνθετη κρίση της εποχής μας φαίνεται πως από τη μία πλευρά αναμοχλεύει γόνιμα την τρέχουσα ποιητική παραγωγή νεότερων και ωριμότερων ποιητών κι από την άλλη η ποίηση αυτόνομα ακολουθεί τον δρόμο της, την αυτοτροφοδοτούμενη καλλιτεχνική της δυναμική.

Συγκεντρωτικές εκδόσεις

Με νέα έκδοση, φιλολογικά άρτια, των ποιημάτων του Κώστα Βάρναλη, «Απαντα τα ποιητικά 1904-1975» (Κέδρος), ο σύγχρονος αναγνώστης ψηλαφεί τον πηγαίο σαρκασμό, το λυρικό βάθος και το ουμανιστικό βλέμμα της κοινωνικής αγωνίας του ποιητή. Σε άλλο κλίμα και τόνο κινούνται τα «Απαντα ποιήματα» (Παπαδόπουλος) του αισθητιστή της γενιάς του ’30 Αλέξανδρου Μάτσα, με τον αστικό λυρισμό και τον πλάγιο κλασικισμό στην έκφραση.

Με νέα έκδοση, φιλολογικά άρτια, των ποιημάτων του Κώστα Βάρναλη, «Απαντα τα ποιητικά 1904-1975» (Κέδρος), ο σύγχρονος αναγνώστης ψηλαφεί τον πηγαίο σαρκασμό, το λυρικό βάθος και το ουμανιστικό βλέμμα της κοινωνικής αγωνίας του ποιητή.

Σε άλλο κλίμα και τόνο κινούνται τα «Απαντα ποιήματα» (Παπαδόπουλος) του αισθητιστή της γενιάς του ’30 Αλέξανδρου Μάτσα, με τον αστικό λυρισμό και τον πλάγιο κλασικισμό στην έκφραση.

Ο Χριστόφορος Λιοντάκης στη συγκεντρωτική έκδοση «Ποιήματα 1982-2010» (Γαβριηλίδης), αντλώντας τόσο από τα πατερικά κείμενα όσα και από την αρχαία ελληνική γραμματεία, εγγράφει τα πρόσωπα και τα θέματά του στο παρόν συναιρώντας τον χρόνο.

Χριστόφορος Λιοντάκης

Χριστόφορος Λιοντάκης

Η Μαρία Λαϊνά υπό τον τίτλο «Σε τόπο ξερό» (Πατάκη) συστεγάζει ποιήματα εκδομένα ανάμεσα στο 1970 και το 2012. Μινιμαλιστική, στοχαστική, γυμνή ποιητική σε καιρούς άνυδρους και θορυβώδεις. 

Μια σημαντική επανέκδοση, μετά από δέκα χρόνια απουσίας, είναι τα «Ποιήματα 1957-1983» (Ποταμός) του Θωμά Γκόρπα, αυτής της φυγόκεντρης, πληθωρικής, σαρκαστικής, τρυφερής φωνής, που γέννησε την τάση «γκορπισμός».

Θωμάς Γκόρπας

Θωμάς Γκόρπας

Ο Νάσος Βαγενάς, στη «Βιογραφία. Ποιήματα 1974–2014» (Κέδρος), κινούμενος μεταξύ μοντέρνου και μεταμοντέρνου, ειρωνικός, σαρκαστικός και μελαγχολικός, αλλά και παιγνιώδης, μεταποιεί και συγχρονίζει το μεσοπολεμικό spleen του Καρυωτάκη στο μεταπολιτευτικό μας spleen.

Νάσος Βαγενάς

Νάσος Βαγενάς

Ατομικές συλλογές

Σε αντίθεση με άλλες χρονιές, η ποιητική παραγωγή του 2015 φαίνεται επιπρόσθετα να θεματοποιεί και να αποσαφηνίζει το εκτόπισμα της κρίσης και της δυστοπίας μας.

Ο ποιητής Γιάννης Δάλλας με τα «Υστερόγραφά» του (Ηριδανός) μας δίνει μεταξύ άλλων ένα ποίημα αναφοράς, το «Ως ευ παρέστητε». Στην ποίησή του δεν συναντιούνται οι εξορίες του Τίτου Πατρίκιου ή του Τάσου Λειβαδίτη, ούτε η χαμηλή φωνή του Μανώλη Αναγνωστάκη, αλλά ένας τόνος μεταξύ Μαγιακόφσκι (πιο χαμηλός) και Σικελιανού (λιγότερο θεατρικός).

Ο Νάνος Βαλαωρίτης, στο κλείσιμο της χρονιάς, εμφανίζεται με το βιβλίο «Στο υποκύανο μάτι του Κύκλωπα» (Ψυχογιός), όπου, κινούμενος μεταξύ φανταστικού παιχνιδιού και κριτικής απόστασης, μετεωρίζεται από την εποχή στη «συγκυρία».

Ο Μάρκος Μέσκος στην «Αλφα Βήτα» (Κίχλη), μένοντας συνεπής στον ταυτοτικό του στίχο «όσα είπαμε παλιά ισχύουν», εμπλουτίζει την ποίησή του και την ποίηση γενικώς με κρίσιμες εικόνες και ατόφιο ανθρωπισμό. Αξίζει να σταθούμε στον δεύτερο τόμο του συνθετικού ποιήματος «Σύσσημον ή τα Κεφάλαια» (Το Ροδακιό) του ακριβοθώρητου Νίκου Παναγιωτόπουλου, ο οποίος συνδυάζει την ποιητική πολυτροπία με την κατάδυση σε μνήμες συλλογικές και ατομικές.

Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος στη συλλογή «Με δίχτυ τον άνεμο» (Κίχλη) συνομιλεί ρυθμικά με πρότυπα γραφής και μεταποιεί βιογραφικά στιγμιότυπα σε τέχνη. Ο Πάνος Κυπαρίσσης στο «Σκύβοντας ουρανέ» (Γαβριηλίδης) μας ξαφνιάζει για άλλη μια φορά με τα ιδιαίτερα μετρήματά του και την όλη ποιητική αίσθηση που κομίζει.
Διακρίνουμε επίσης τις συλλογές: «Η μόνη της περιουσία» (Αγρα) της χαμηλόφωνης και ενδοσκοπικής Ανθής Μαρωνίτη, αλλά και τον παιγνιώδη, ιστορικοφανή και πλαγίως αυτοβιογραφικό Δημήτρη Καλοκύρη στην «Ισαύρων» (Αγρα).

Επίσης υπογραμμίζουμε τα «Στασιώτικα» του Γιώργου Μπλάνα (Γαβριηλίδης), τα πνευματώδη και σπινθηροβόλα ίχνη του Χάρη Βλαβιανού στο «Γιατί γράφω ποίηση» (Αγρα), αλλά και τις συλλογές της Ζωής Σαμαρά «Είδα τις λέξεις να χορεύουν» (Γκοβόστης) και του Δημήτρη Λαμπρέλλη «Τυφλός Κορυδαλλός» (Κουκούτσι).

Νεότερες φωνές

Από τους νεότερους ποιητές μας στεκόμαστε στον «Αρλεκίνο» (Περισπωμένη) του Γιώργου Λίλλη, όπου διασταυρώνει ρομαντική με λυρική προδιάθεση, και στο «Κελαηδιστό πουκάμισο» (Κουκούτσι) του Βασίλη Ζηλάκου.

Επίσης, στον αλλόκοτο ποιητικό κόσμο του Κυριάκου Συφιλτζόγλου «Στο σπίτι του κρεμασμένου» (Θράκα), αλλά και στα «Πλευρικά» της Μαίρης Κλιγκάτση (Γαβριηλίδης).

Ο Θωμάς Τσαλαπάτης παλμογραφεί τους κοινωνικούς κραδασμούς με γλωσσικά και ψυχικά κολάζ, αντανακλάσεις αναγνώσεων και φασματικές εμμονές στην «Αλμπα» (Εκάτη), ενώ η Αννα Γρίβα στο «Ετσι είναι τα πουλιά» (Γαβριηλίδης) χαράσσει την ιδιοπροσωπία της ισορροπώντας σε συναισθηματικές εντάσεις και γλωσσικές επιλογές με τη μεταποιημένη μνήμη.

Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε το «Ποιητικό Αίτιο» (Εντευκτήριο) του Ενο Αγκόλλι,αλλά και το «Ενα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου» (Πόλις) του διευθυντή του αξιόλογου λογοτεχνικού περιοδικού «Φρέαρ», Δημήτρη Αγγελή, ο οποίος, μέσα από αναπάντεχες εικόνες ονειρικής υφής ή παραμυθητικής υφής, σμιλεύει το χάος της ύπαρξης και του κόσμου.

*Το κείμενο είναι του ποιητή Πέτρου Γκολίτση και έχει τον τίτλο “ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ”. Δημοσιεύτηκε στην “Εφημερίδα των Συντακτών” και μπορεί να βρει στο σύνδεσμο http://www.efsyn.gr/arthro/diatheseis-kai-taseis

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Παραμυθία και απάντηση

2010010913_003

Ζούμε σε έναν κόσμο όπου κάποιοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τη ζωή μέσα από μια επίπλαστη, πέρα για πέρα ψεύτικη εικόνα, αυτή που τους προσφέρεται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και την καταπίνουν αμάσητη, επειδή η πραγματικότητα που ζουν δεν μπορεί να τους προσφέρει κάποια διαφορετική διέξοδο, μια κάποια χαραμάδα προς την κατανόηση του κόσμου, τον αυτοσεβασμό τους.

Οι άνθρωποι έχουν χάσει τον πραγματικό χρόνο, τον ουσιαστικό χρόνο που ωριμάζουν τα πράγματα, έχουν χάσει την αναγκαία βραδύτητα – απαραίτητη για τη σκέψη, για την αίσθηση και την απόλαυση της ζωής. Θεωρούν υπέρτατη αξία το χρήμα, μαθαίνοντας να εκτιμούν μόνον ό, τι αγοράζεται και πουλιέται. Οπότε ακόμα και η εκπλήρωση βασικών αναγκών τους, όπως το φαγητό, ο έρωτας, η ανάγνωση, έχουν καταντήσει «προϊόντα» προς εκμετάλλευση.
Ζούμε σε έναν κόσμο διαδικτυακού παιχνιδότοπου, που τρέφει την ψευδαίσθηση της «ανοιχτής, πανανθρώπινης ελευθερίας», του «δημόσιου διαλόγου», αγνοώντας ότι ο πολύχρωμος αυτός κόσμος της διαδραστικής εικόνας είναι απλώς προέκταση του φυσικού μας κόσμου. Αγνοώντας ότι στο βαθμό που ο φυσικός κόσμος έχει καταντήσει μια στυγνή και βάρβαρη αγορά, που υποτάσσει κάθε δίκαιο και ηθική στους νόμους του άγριου χρηματιστικού κέρδους, το ίδιο ακριβώς ισχύει και στον διαδικτυακό. Πέρα από την όποια αδιαμφισβήτητη χρησιμότητα του διαδικτύου, ως εργαλείου, ζούμε σε ένα απέραντο ψηφιακό εργοστάσιο, όπου οι πάντες, είτε μας αρέσει είτε όχι, διαθέτουμε ακατάπαυστα τις υπηρεσίες μας, το χρόνο μας, τη ζωή μας.

Οι άνθρωποι πορεύονται, πλέον, διδασκόμενοι να μην ελπίζουν κάτι καλύτερο από το προσωπικό, εθισμένοι στο να αντικρίζουν τον κόσμο με τα τρύπια μάτια της Μπάρμπι, μαθαίνοντας ότι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή είναι το εύκολο, γρήγορο κέρδος, χάνοντας το βιβλίο και το διάβασμα ως εργαλείο ζωής.

Ωστόσο, βιβλίο εστί παραμυθία και απάντηση. Με το βιβλίο γαληνεύουν ο νους και η ψυχή, για να μπορέσουν να ξανακοιταχτούν στο μαγικό τους καθρέφτη και να πλάσουν το όραμα της επόμενης μέρας. Βιβλίο και διάβασμα οδήγησαν το ανθρώπινο γένος στην εξέλιξη, μέσα από την ευγένεια κάθε συναισθήματος. Με το βιβλίο και το διάβασμα θα αντιμετωπιστούν, εκ νέου, οι παραλογισμοί των δύσμοιρων καιρών μας. Με όπλα διαχρονικά πνευματικά, με στρατούς εννοιών, με ήθος και αξιοπρέπεια θα αντιμετωπιστούν οι ξύλινοι έως ανόητοι λόγοι, οι γυρολόγοι πωλητές των ανθρώπινων αναγκών. Η αναδημιουργία ενός καλύτερου, δικαιότερου κόσμου, ξεκινά από εδώ, από τις σκέψεις που αναδύονται μέσα από τις γραμμές των βιβλίων και των κειμένων.

Ας γίνουν οι τόποι του βιβλίου τόποι απόδρασης, η σκέψη τόπος προορισμού, οι χάρτινες σελίδες ριπές θαλασσινής αύρας χειμώνα – καλοκαίρι και οι γειτονιές των καταφρονεμένων γειτονιές των βιβλιοφάγων: οι καταφρονεμένοι θα πάψουν να είναι οι αμελητέοι του συστήματος και θα γίνουν οι σκεπτόμενοι κριτές του.

Ας διαβάζουμε στους δρόμους. Σε πεζούλες, σε παγκάκια, σε πάρκα. Εκεί που το κείμενο αναπνέει μακριά από τα θερμοκήπια της πλήξης. Εκεί που οι λέξεις μπλέκουν με τις μορφές, η ποίηση των στίχων με τον πεζό των πεζοδρομίων, εκεί που οι εικόνες μπλέκουν με τις εικόνες. Ας διαβάζουμε στο μετρό, στα τρόλεϊ, στα λεωφορεία, αφήνοντας τον συνειρμό να τρέχει γρηγορότερα από το συρμό.

Ας κάνουμε τα πάντα στη ζωή μας έχοντας δίπλα μας ένα βιβλίο. Ας τρώμε παρέα με ένα βιβλίο, ας πίνουμε κρατώντας ένα βιβλίο, ας κοιμόμαστε συντροφιά με ένα βιβλίο. Οι σελίδες του αναζητούν χώρο στα πιο πυκνοκατοικημένα ράφια της ψυχής μας. Από το σπίτι, από τη δουλειά, από το δρόμο, ας χαρίσουμε ένα βιβλίο, ας ανταλλάξουμε ένα βιβλίο, ας στείλουμε ένα βιβλίο, ας δώσουμε ένα βιβλίο στον άλλον. Είναι η μόνη απάντηση στους διαταραγμένους καιρούς μας, όπου η ψυχή ψάχνει κάπου να πιαστεί, όπου τα μάτια αναζητούν την ελπίδα, όπου ο νους αγωνιά να γοητευτεί για να πράξει.

Ήρθε η ώρα να ξαναμυηθούμε στη σοφία των αιώνων, με το βιβλίο. Ας γίνει, λοιπόν, η ανάγκη γνώση και επίγνωση. Οι βιβλιοθήκες, οι τόποι βιβλιοσυναντήσεων είναι ανοιχτά και μας περιμένουν. Ας πράξουμε μια επανάσταση. Ας αντισταθούμε στην απομόνωση και στον κοινωνικό αποκλεισμό. Ας σηκωθούμε από τον καναπέ της τηλεόρασης κι ας πάμε σε μια συνάντηση συγγραφέων. Για μας γράφουν, ακόμη κι όταν είναι κλεισμένοι στο σύμπαν τους. Το δικαιούμαστε, καθώς τα βιβλία είναι ανοιχτά σε όλους ανεξαιρέτως, είναι πιο ελεύθερα και δημοκρατικά ακόμη κι από αυτούς που τα γράφουν.

Και ναι, είναι η φυγή από την πραγματικότητα μέσα στην πραγματικότητα, είναι το νυχτερινό ραντεβού, η ανάπαυλα την ώρα της ξεκούρασης, η απογευματινή σιέστα με παγωμένο κοκτέιλ κάτω από τον ήλιο ή με παγωτό σοκολάτα.
Οι λέξεις, οι σκέψεις, μας ανοίγονται απλόχερα. Είναι εκεί για μας. Ο αναγνώστης έχει πια τον πρώτο λόγο. Ο πολίτης έχει πια τον πρώτο λόγο. Ας γίνει, λοιπόν, ο πολίτης αναγνώστης και ο αναγνώστης πολίτης. Τότε, το συλλογικό νόημα της επίγνωσης θα’ ναι τόσο εκκωφαντικό που κανείς δεν θα μπορεί να το αγνοήσει.
Τότε η επανάσταση της ανάγκης θα έχει γίνει πράξη.

Εκεί που τα φίδια δεν αλλάζουν δέρμα – Η ποίηση των αυτοχθόνων της Αυστραλίας

Αborigines-7

Επιμέλεια-Εισαγωγή: Shon Arieh-Lerer, Jazra Khaleed. Μετάφραση: Δανάη Σιώζιου, Jazra Khaleed.

Αν και οι Αβορίγινες ζουν στην Αυστραλία εδώ και 40.000 χρόνια, σήμερα αποτελούν μια μικρή μειονότητα, λιγότερο από το 2% του συνολικού πληθυσμού. Δεν ήταν πάντα έτσι. Όταν ο Captain Cook πάτησε το πόδι του στην Αυστραλία το 1788, ανακήρυξε το νησί terra nullius, χώρα έρημη και ακατοίκητη, αν και από την πρώτη στιγμή ήρθε σε επαφή με τους αυτόχθονες. Οι αποικιοκράτες κατάλαβαν από νωρίς ότι ο τρόπος ζωής των φυλών που ζούσαν στην Αυστραλία ήταν τελείως διαφορετικός από αυτόν των Ευρωπαίων. Επιπλέον, ήταν φανερό ότι δεν μπορούσαν να τους διώξουν από τη γη τους χαρίζοντάς τους καθρεφτάκια και χάντρες. Κάτι τέτοιο θα γινόταν μόνο με τη βία. Η συστηματική γενοκτονία των αυτοχθόνων από τους αποικιοκράτες διήρκησε περισσότερο από εκατό χρόνια, έως τις αρχές του εικοστού αιώνα. Χιλιάδες Αβορίγινες απομακρύνθηκαν από τις εστίες τους, βασανίστηκαν, βιάστηκαν και οδηγήθηκαν στη σκλαβιά -περισσότερο από το 75% του πληθυσμού εξολοθρεύτηκε. Οι άποικοι κατέλαβαν τη γη τους και απαγόρεψαν τις τελετές και τις διαλέκτους που μιλούσαν.

Ακόμα και μετά το 1901, όταν η αποικία της Αυστραλίας ανακηρύχτηκε κυρίαρχο και αυτόνομο κράτος, οι διωγμοί δεν σταμάτησαν. Οι αυτόχθονες ήταν αναγκασμένοι να ζουν σε συνθήκες apartheid. Χιλιάδες παιδιά απομακρύνθηκαν από τους δικούς τους και είτε δόθηκαν σε λευκές οικογένειες είτε κλείστηκαν σε ιδρύματα που έμοιαζαν περισσότερο με στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ακόμα και όταν το 1948 τους δόθηκε η ιθαγένεια, πολλοί Αβορίγινες δεν είχαν το δικαίωμα να ψηφίσουν μέχρι τη δεκαετία του ’60. Μάλιστα, μέχρι το 1967, το Σύνταγμα της Αυστραλίας διευκρίνιζε ότι «οι αυτόχθονες Αβορίγινες δεν πρέπει να υπολογίζονται» ως κομμάτι του πληθυσμού της Αυστραλίας.

Αυτή η αδυσώπητη επίθεση στη ζωή και τον πολιτισμό των αυτοχθόνων δεν έμεινε αναπάντητη. Από την πρώτη στιγμή, οι φυλές που κατοικούσαν στην Αυστραλία απέδειξαν ότι ήταν «περήφανοι πολεμιστές», όπως γράφει η Bobbi Sykes (1945-) στο ποίημα «Ρέκβιεμ», που έχουμε μεταφράσει. Οι αγώνες των Αβορίγινων ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση κορυφώθηκαν στις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Με το βλέμμα στραμμένο στην ανταρσία των μαύρων στην Αμερική και στα απελευθερωτικά κινήματα στην Αφρική, οι αυτόχθονες της Αυστραλίας εξεγέρθηκαν ενάντια στη λευκή εξουσία. Βασική απαίτησή τους ήταν, και παραμένει, το δικαίωμα στη γη των προγόνων τους.

Μέσα από αυτές τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες ξεπήδησαν οι ποιητικές φωνές που παρουσιάζουμε. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι παρόλο που η ποίηση και το τραγούδι των αυτοχθόνων της Αυστραλίας έχουν παράδοση αιώνων, αποσιωπήθηκαν και καταπιέστηκαν συστηματικά από τους αποικιοκράτες. Όλοι οι ποιητές και όλες οι ποιήτριες που φιλοξενούνται σ’ αυτό το τεύχος του Τεφλόν υπήρξαν θύματα ρατσιστικών επιθέσεων, διωγμών και καταπίεσης, ειδικά στα νεανικά τους χρόνια. Η Bobbi Sykes συνελήφθη σε διαμαρτυρία. Ο Kevin Gilbert και ο Mudrooroo φυλακίστηκαν για εγκληματικές ενέργειες -ο Gilbert για φόνο. Τραγικότερος όλων ο Robert Walker (1958-1984), ο οποίος ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από τους φρουρούς της φυλακής.

Το μικρό αυτό αφιέρωμα στην ποίηση των αυτοχθόνων της Αυστραλίας ξεκινάει με δύο ποιήματα από τη συλλογή We Are Going (1964) της Oodgeroo Noonuccal (1920-1993), την πρώτη ποιητική συλλογή που εξέδωσε ποτέ Αβορίγινας ποιητής ή ποιήτρια. Η Noonuccal -επιφανής ποιήτρια, συγγραφέας και ακτιβίστρια- χρησιμοποιεί συνειδητά τον στίχο ως μέσο προπαγάνδας με σκοπό να διατρανώσει την περηφάνια για την καταγωγή της, να περιγράφει τα δεινά της φυλής της και να απαιτήσει ισότητα και ισονομία. Όπως φαίνεται και στο ποίημα «Η δυστυχισμένη φυλή», η Noonuccal στρέφεται ενάντια στον τρόπο ζωής των λευκών, την εκμετάλλευση της εργασίας και την ιεραρχική δομή εξουσίας.

Την ακολουθούν ποιητές όπως ο Jack Davis (1917-2000) και ο Kevin Gilbert (1933-1993). Ο πρώτος, ιδιαίτερα δραστήριος πολιτικά, δίνει συχνά στα ποιήματά του μία παγκόσμια διάσταση εκφράζοντας τις σκέψεις του για γεγονότα που συμβαίνουν εκτός Αυστραλίας και πέρα από την καθημερινότητα των Αβορίγινων. Ο δεύτερος υιοθετεί έναν πιο καυστικό, ορμητικό τρόπο γραφής και δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει ιδιωματισμούς των αυτοχθόνων. Στο ποίημα «Δέντρο», που θα διαβάσετε παρακάτω, καταπιάνεται με ένα θέμα που συναντάμε συχνά στην ποίηση των Αβορίγινων: τους πανάρχαιους δεσμούς τους με τη γη και τη φύση.

Η πλειοψηφία της κριτικής στην Αυστραλία αντιμετώπισε από την αρχή την ποίηση των Αβορίγινων με καχυποψία και αρκετές φορές με εχθρότητα. Όπως οι άποικοι δεν μπόρεσαν να καταλάβουν ή θεώρησαν εχθρικό προς αυτούς τον τρόπο ζωής των Αβορίγινων, έτσι και οι λευκοί διανοούμενοι, είτε συνειδητά ως απολογητές της εξουσίας είτε λόγω της αδυναμίας τους να δουν πέρα από τον ποιητικό «κανόνα», αρνούνται να αναγνωρίσουν τη δύναμη και την αμεσότητα του ποιητικού έργου των αυτοχθόνων. Η ποίησή τους ενοχλεί, καθώς αποτελεί όχι μόνο υπενθύμιση των κτηνωδιών του παρελθόντος και του ρατσισμού του παρόντος αλλά και απειλή για την εξουσία και τη νομιμοποίησή της.

Παρά τις όποιες τεχνικές αδυναμίες τους, πολλά από τα ποιήματα των Αβορίγινων αψηφούν και ταρακουνούν τους ποιητικούς κανόνες. Δεν είναι λίγοι οι ποιητές και οι ποιήτριες που πειραματίζονται με την επαναληπτικότητα, τον ελεύθερο στίχο, τον ρυθμό και τις διακυμάνσεις στον βηματισμό. Ταυτόχρονα, όμως, το έργο τους συγκλονίζεται από, πολλές φορές οδυνηρά, αδιέξοδα και αντιφάσεις, καθώς συχνά βρίσκονται εγκλωβισμένοι/ες μεταξύ της προφορικής παράδοσης της φυλής τους, η οποία έχει ιστορία χιλιάδων ετών, και μιας γλώσσας ξένης προς αυτούς/ές, η οποία όχι μόνο τους επιβλήθηκε μέσω μιας ελλιπούς εκπαίδευσης αλλά και κουβαλάει μέσα της επώδυνες αναμνήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι κάποιοι/ες από τους Αβορίγινες ποιητές και ποιήτριες υιοθετούν συχνά, ίσως και λόγω έλλειψης αυτοπεποίθησης, απλοϊκές και συμβατικές φόρμες της ευρωπαϊκής ποιητικής παράδοσης (όπως ο Jack Davis στο ποίημα «Οι Αβορίγινες των πόλεων»).

Οι δεσμοί της ποίησης των Αβορίγινων με τη Δύση διαρρηγνύονται με την εμφάνιση των Mudrooroo (1938-) και Lionel Fogarty (1958-). Αυτοί οι δύο ξεκινούν τη δεκαετία του ’80 ένα σημειωτικό αντάρτικο ενάντια στην αγγλική γλώσσα φέρνοντας στο προσκήνιο την προφορική παράδοση των αυτοχθόνων. Και οι δύο συχνά χρησιμοποιούν στοιχεία των διαλέκτων που μιλούν οι φυλές τους, λέξεις και φράσεις που κάνουν δύσκολη την κατανόηση των ποιημάτων τους από τους μη Αβορίγινες. Ο πρώτος, ο οποίος το 1988 άλλαξε το όνομά του από Colin Johnson σε Mudrooroo, χρησιμοποιεί σε ποιήματα όπως το «Δίνουν στον Jacky δικαιώματα» στοιχεία από τον παραδοσιακό «κύκλο» τραγουδιών των Αβορίγινων. Αλλού μπλέκει τα Αγγλικά με λέξεις της διαλέκτου των Nyungar (ΝΔ Αυστραλία) και επαναπροσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο μιλιέται η διάλεκτος αυτή (Neo-Nyungar). Ο Fogarty, ο οποίος συστήνεται ως ρήτορας και όχι ως συγγραφέας, χειρίζεται την αγγλική γλώσσα όπως «ένας δερβίσης χειρίζεται ένα ραβδί», σύμφωνα με τον Kevin Gilbert. Χρησιμοποιεί τη γλώσσα των αποίκων με σκοπό να ακυρώσει την επιβολή της και να δημιουργήσει μια νέα αντι-γλώσσα ελεύθερη από κανόνες και περιορισμούς, μια έκρηξη αμφισημίας και πολυσημίας.

Επιτρέψτε μας να κλείσουμε αυτή την εισαγωγή με τα λόγια του ίδιου του Lionel Fogarty: «Η ποίησή μου είναι μια παράσταση της λογοτεχνικής προφορικής παράδοσης, ένας τρόπος να χρησιμοποιήσω τα αγγλικά που μιλά η φυλή μου ενάντια στα Αγγλικά. Με τα γραπτά μου θέλω να καθοδηγήσω τις επερχόμενες γενεές των Αβορίγινων μακριά από τον ευρωπαϊκό αποικιοκρατικό τρόπο γραφής (…) Στο έργο μου δεν πιστεύω στον συμβιβασμό σε καμία περίπτωση. Δεν θέλω να είμαι ένας συγγραφέας της συμφιλίωσης ή ένας ρεφορμιστής. Θέλω να χτυπάω στο μυαλό και να ξεπερνάω τα όρια. Δεν έχει σημασία αν χρησιμοποιώ τους σωστούς γραμματικούς κανόνες ή το δικό τους στιλ γραφής, γιατί ο λευκός πάντα θα επικρίνει τα γραπτά. Ο λευκός δεν θα καταλάβει ποτέ πλήρως τι σκέφτεται ένας μαύρος όταν γράφει. Ίσως αυτό αλλάξει στις επερχόμενες γενεές».

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο ποιητικό περιοδικό “Τεφλόν”, τεύχος 2, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2009-2010, απ’ όπου και το αναδημοσιεύουμε. Από τα ποιήματα του αφιερώματος αυτού του περιοδικού ‘Τεφλόν”, θα καταβάλουμε προσπάθεια να τα (ανα)δημοσιεύσουμε όλα, αρχίζοντας από το ποίημα του Lionel Fogarty “Τρελές ψυχές” σε μετάφραση Jazra Khaleed.

Percy Bysshe Shelley, Περί Ζωής

shelley-image

*Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας

ΕΝΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Αν η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού, τότε είναι σίγουρα πολύ πιο πολιτικό να ασχοληθούμε με την ποίηση ή και τη φιλοσοφία. Δυστυχώς, τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη δεν είναι άμεσα και αυτονόητα δεδομένες ως πολιτικός λόγος. Οι αίθουσες των catering και των εγκεκριμένων προϋπολογισμών χωρούν πολλούς «κρατικοποιημένους» ποιητές και πλήθος καθεστωτικών φιλοσόφων. Προς το παρόν. Γιατί οι εξουσίες δεν έχουν πραγματικούς φίλους και δικούς∙ μόνο συνεργάτες, που όταν δεν μπορούν πια να παράγουν ιδεολογία τούς πετούν στον δρόμο, χωρίς καν τις «νόμιμες αποζημιώσεις». Ποίηση και φιλοσοφία πράττουμε μόνον ως αυτόνομα, ανεπίτευκτα, ακατονόμαστα, αδιαβάθμητα υποκείμενα που στοχεύουν την αυτονομία, το ανεπίτευκτο, το ακατονόμαστο και το αδιαβάθμητο των άλλων. Και οι ριζικά πολιτικές αυτές πράξεις έχουν μια κάθετη προϋπόθεση: τη συνεχή αγωνία για το νόημα της ζωής και της ύπαρξης. Όχι τη συνεχή αναρώτηση, αλλά τη συνεχή αγωνία. Όταν αναρωτιέσαι για το νόημα της ζωής και της ύπαρξης, πραγματοποιείς το εφικτό. Όταν αγωνιάς, επιχειρείς το ανέφικτο, το πολιτικό. Τι νόημα έχει να δίνουμε εφικτές απαντήσεις στην κοινωνική αθλιότητα που δεν γνωρίζει όρια και προϋποθέσεις; Τι νόημα έχει να κατονομάζουμε την ευημερία ως υλική ευμάρεια; Η λογική της εξουσίας χρησιμοποιεί τα ονόματα ως σήματα σε άπειρους και άπειρα διασταυρωνόμενους δρόμους προς το ψεύδος. Ωστόσο, ακόμα και αυτή τη σημειολογική συνθήκη ‐για την οποία εργάζονται αρκετοί «ριζοσπάστες» διανοούμενοι‐ κάποτε την ξεπερνά.

Το κείμενο του Percy Bysshe Shelley είναι ένα από τα δοκίμια που σχεδίαζε και εγκατέλειπε, όταν έπρεπε να συνεχίσει με τα επιχειρήματα των απόψεών του. Αυτό που ήθελε να πει το είχε πει. Τα επιχειρήματα δεν ανήκαν σ’ αυτόν, αλλά στην τάξη της εξουσίας. Ας διαβαστεί με προσοχή. Περιέχει μερικές από τις ιδέες που συγκλόνισαν την σκέψη του δυτικού κόσμου. Ένα μόνο κείμενο κι αυτό ασυμπλήρωτο!

Η ΖΩΗ, ο κόσμος ‐ή όπως αλλιώς θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αυτό που είμαστε και νιώθουμε‐ είναι πράγμα καταπληκτικό. Η καταχνιά της οικειότητας μας κρύβει το θαύμα της ύπαρξής μας. Ορισμένες εφήμερες μεταβολές της μας αφήνουν κατάπληκτους, όμως το μέγα θαύμα είναι αυτή καθαυτή. Οι αυτοκρατορίες έρχονται και παρέρχονται, οι δυναστείες βουλιάζουν, παίρνοντας μαζί τους τις απόψεις που τις στήριζαν∙ τα θρησκευτικά και πολιτικά συστήματα γεννιούνται και σβήνουν. Μα τι είναι όλα αυτά μπροστά στη ζωή;

Τι είναι οι περιστροφές της σφαίρας που κατοικούμε, και οι λειτουργίες των στοιχείων που τη συνθέτουν, σε σχέση με τη ζωή; Τι είναι το σύμπαν των αστέρων και των ήλιων, ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγεται ετούτη εδώ η γη, και τι είναι η κίνηση και το πεπρωμένο τους, σε σύγκριση με τη ζωή; Η ζωή, το μέγα ετούτο θαύμα, δεν μας καταπλήσσει επειδή είναι θαυμάσια αυτή καθαυτή. Και είναι προτιμότερο να μας οχυρώνει αυτή η οικειότητα για ό,τι είναι τόσο προφανές και τόσο ανεξιχνίαστο, παρά να εγκαταλειφθούμε σ’ έναν θαυμασμό που θα γνωρίσει και θα περιβάλει με στείρο σεβασμό τις λειτουργίες του αντικειμένου του.

Αν κάποιος καλλιτέχνης ‐δεν λέω πραγματοποιούσε‐ απλά συλλάμβανε την ιδέα ενός ανύπαρκτου ηλιακού συστήματος με αστέρες και πλανήτες, και μας το παρίστανε με λέξεις ή στον καμβά, το μαγικό θέαμα που μας παρέχει το νυχτερινό άμφιο του ουρανού, στολισμένο με τη σοφία της αστρονομίας, τι μεγάλος που θα ήταν ο θαυμασμός μας. Ή ακόμα‐ακόμα αν φανταζόταν το σκηνικό τούτης εδώ της γης: τα βουνά, τις θάλασσες και τα ποτάμια∙ το χορτάρι, τα λουλούδια, και τις αμέτρητες φυλλωσιές, τόσο διαφορετικές καθεμιά στο είδος της, και τα χρώματα που παίρνει ο ουρανός όταν δύει ο ήλιος κι ανατέλλει ο ήλιος, και τις αποχρώσεις της ατμόσφαιρας, θολές και ταραγμένες ή διαυγείς και γαλήνιες∙ όλα αυτά που μέχρι τότε δεν υπήρχαν, θα μας κατέπλησσαν πραγματικά, και δεν θα υπερβάλαμε αν αναφωνούσαμε για τον δημιουργό τους: Non merita nome di creatore, se non Iddio ed il Poeta [Κανείς δεν αξίζει το όνομα του δημιουργού εκτός από τον Θεό και τον Ποιητή]. Όπως, πόσο λίγος είναι ο θαυμασμός με τον οποίο τα περιβάλουμε τώρα! Και μήπως η συνείδηση του μεγαλείου τους δεν θεωρούμε πως χαρακτηρίζει τα εκλεπτυσμένα και άκρως εξαιρετικά άτομα; Το ανθρώπινο κοπάδι πολύ λίγο ενδιαφέρεται γι’ αυτά. Έτσι είναι το πράγμα με τη ζωή, που αγκαλιάζει τα πάντα.

Τι είναι ζωή; Σκέψεις κι αισθήματα ‐θελητά ή αθέλητα‐ εγείρονται μέσα μας και γυρεύουμε τις λέξεις για να τα εκφράσουμε. Γεννιόμαστε, και δεν θυμόμαστε τη γέννησή μας, και μόνο θραύσματα των παιδικών μας χρόνων απομένουν στην μνήμη μας. Μεγαλώνουμε, κι όσο μεγαλώνουμε τόσο πιο ακατανόητη μας γίνεται η ζωή. Είναι μάταιο να σκεφτούμε πως οι λέξεις θα μπορούσαν να διαπεράσουν το μυστήριο της ύπαρξής μας! Όσο πιο σωστά τις χρησιμοποιούμε, τόσο πιο προφανή καθιστούν την άγνοιά μας για τους εαυτούς μας. Διότι τι είμαστε; Από που ερχόμαστε; Πού πηγαίνουμε; Είναι η γέννηση η πρώτη αρχή; Είναι ο θάνατος το κλείσιμο της ύπαρξής μας; Τι είναι γέννηση και θάνατος;

Οι πιο καλοδουλεμένες αφαιρέσεις της λογικής τροφοδοτούν μιαν άποψη για τη ζωή, η οποία, μολονότι εκπλήσσει αρχικά την σκέψη, κατασβήνεται εν τέλει από τη συνεχή επανάληψη των λογικών αρχών που την γέννησαν. Οι λογικές κατασκευές, αφαιρούν, ούτως ειπείν, την πολύχρωμη αυλαία από την σκηνή των πραγμάτων. Ομολογώ πως ανήκω σ’ εκείνους που δεν μπορούν να στερήσουν τη συγκατάθεσή τους στο συμπέρασμα των φιλοσόφων, οι οποίοι μας διαβεβαιώνουν πως δεν υπάρχουν παρά μόνο τα πράγματα που βλέπουμε.

Είναι μια κρίση την οποία ενάγουν όλες οι πεποιθήσεις μας, και χρειάζεται να περάσουμε από μακρά ακροαματική διαδικασία, πριν καταστούμε ικανοί να αποφανθούμε πως ο συμπαγής, απτός, υλικός κόσμος των εξωτερικών αντικειμένων είναι «πλασμένος από το υλικό που πλάθονται τα όνειρα». Οι εντυπωσιακοί εξωφρενισμοί της εκλαϊκευμένης φιλοσοφίας στο ζήτημα του πνεύματος και της ύλης, οι μοιραίες συνέπειές τους στα ήθη, και ο βίαιος δογματισμός τους σχετικά με την προέλευση όλων των πραγμάτων, με οδήγησαν αρχικά στον υλισμό. Αυτός ο υλισμός είναι ένα σύστημα που αποπλανεί εύκολα τα νεαρά και τα ρηχά πνεύματα. Παρέχει στους οπαδούς του τη δυνατότητα να μιλούν χωρίς να σκέπτονται. Με την πρώτη ευκαιρία, απαλλάχθηκα από μια τέτοια άποψη για τα πράγματα∙ ο άνθρωπος είναι ύπαρξη που ατενίζει μόνο τα υψηλά, «στρέφει το βλέμμα του στο πριν και στο μετά», «οι σκέψεις του περιπλανούνται στην αιωνιότητα», αποστρέφεται κάθε συμμαχία με το πρόσκαιρο και την αποσύνθεση: δεν μπορεί να φανταστεί τον αφανισμό του∙ υπάρχει μόνο στο μέλλον και στο παρελθόν∙ υπάρχει, όχι ως αυτό που είναι, αλλά ως αυτό που ήταν και αυτό που θα είναι. Όποιος κι αν είναι ο πραγματικός τελικός προορισμός του, υπάρχει μέσα του ένα πνεύμα που μαίνεται κατά του μηδενός και του αφανισμού. Αυτός είναι ο χαρακτήρας της ζωής και της ύπαρξης. Καθένας είναι ταυτόχρονα το κέντρο και η περιφέρεια, το σημείο στο οποίο αναφέρονται όλα τα πράγματα, και η γραμμή όπου κινούνται τα πάντα. Σκέψεις σαν τις παραπάνω, ο υλισμός και η εκλαϊκευμένη φιλοσοφία για το πνεύμα και την ύλη τις χαρακτηρίζει απλά ιδεαλιστικές.

Είναι παράλογο να μπούμε σε μια μακρά ανακεφαλαίωση επιχειρημάτων αρκετά οικείων σ’ εκείνα τα ερευνητικά πνεύματα, στα οποία μόνον οι συγγραφείς που ξέρουν να είναι δυσνόητοι διανοούνται να απευθυνθούν. Η πιο καθαρή και ρωμαλέα ίσως κατάθεση του ιδεαλιστικού συστήματος μπορείς να βρεθεί στα Ακαδημαϊκά Ερωτήματα [Academical Questions] του Sir William Drummond. Μετά από αυτήν την έκθεση, θα ήταν άσκοπο να μεταφράσουμε σε άλλες λέξεις αυτό που θα χάσει όλη την ενέργεια και τη λεπτή ισορροπία του, αλλάζοντας. Τα πιο διεισδυτικά πνεύματα, εξετάζοντάς σημείο προς σημείο και λέξη προς λέξη την εν λόγω έκθεση, δεν κατόρθωσαν να διακρίνουν στη συλλογιστική διαδοχές ιδεών που να μην οδηγούν αναπόφευκτα στο ίδιο συμπέρασμα.

Τι συνεπάγεται αυτή η παραδοχή; Δεν εγκαθιδρύει κάποια καινούργια αλήθεια, δεν μας δίνει μιαν εναλλακτική όψη της κρυμμένης φύσης μας, ούτε των ενεργειών ούτε αυτής καθαυτής. Η φιλοσοφία, βιάζεται να οικοδομήσει, αλλά έχει ακόμα πολλή δουλειά να κάνει, ξεριζώνοντας τα αγριόχορτα των αιώνων. Ένα βήμα κάνει προς το αντικείμενό της∙ καταστρέφει την πλάνη και τις ρίζες της πλάνης. Αφήνει αυτό που συχνά είναι χρέος του πολιτικού και ηθικού αναμορφωτή να αφήνει: ελεύθερο χώρο. Ανάγει το πνεύμα σ’ εκείνη την ελευθερία που θα έπρεπε ήδη να απολαμβάνει, αν δεν ήταν η εσφαλμένη χρήση των λέξεων και των σημείων, των οργάνων της ίδιας της δημιουργίας του. Λέγοντας «σημείο», εννοώ βέβαια αυτό που εν γένει αντιλαμβανόμαστε με το συγκεκριμένο όνομα ‐συμπεριλαμβανομένης της κοινής χρήσης του όρου‐ αλλά και αυτό που εγώ παραδόξως εννοώ. Με την τελευταία έννοια, σχεδόν όλα τα οικεία αντικείμενα είναι σημεία, που αντιπροσωπεύουν όχι μόνον τους εαυτούς τους, αλλά και πολλά άλλα, με την ικανότητά τους να εισάγουν μια σκέψη η οποία οδηγεί σε μια διαδοχή σκέψεων. Όλη μας η ζωή είναι μια εκπαιδευτική διαδικασία με αλλεπάλληλες πλάνες.

Ας ανακαλέσουμε για μια στιγμή στην μνήμη μας τι νιώθαμε όταν ήμασταν παιδιά. Πόσο σαφής και έντονη ήταν η αίσθηση που είχαμε για τον κόσμο και τους εαυτούς μας! Τότε βρίσκαμε ενδιαφέρουσες ένα σωρό περιστάσεις της κοινωνικής ζωής, που σήμερα δεν τους δίνουμε καν σημασία. Δεν είναι όμως σ’ αυτή τη διαφορά που θέλω να επιμείνω. Λιγότερο συχνά διακρίνουμε όλα όσα βλέπουμε και αισθανόμαστε από τους εαυτούς μας. Μοιάζουν, ούτως ειπείν, να συνιστούν μια ομοιογενή μάζα. Από αυτήν την άποψη, υπάρχουν άτομα που μένουν πάντα παιδιά. Όσοι αποτελούν υποκείμενα της κατάστασης που ονομάζουμε ονειροπόληση, νιώθουν σαν να εισχωρεί και να σβήνει η ύπαρξή τους στον κόσμο που τους περιβάλλει, ή σαν να απορροφά η ύπαρξή τους αυτόν τον κόσμο.

Δεν έχουν συνείδηση καμιάς διάκρισης. Τέτοιες είναι οι καταστάσεις που προηγούνται, ή συνοδεύουν, ή ακολουθούν μια συνήθως έντονη και ζωντανή εκτίμηση της ζωής. Καθώς οι άνθρωποι μεγαλώνουν, αυτή η δύναμη χάνεται μέσα τους, και μεταβάλλονται σε μηχανικά, συνηθισμένα εκτελεστικά όργανα. Έτσι, τα αισθήματα και οι συλλογισμοί είναι το σύνθετο αποτέλεσμα ενός πλήθους περίπλοκων σκέψεων, και μιας σειράς αυτού που ονομάζουμε εντυπώσεις, οι οποίες καλλιεργούνται με την επανάληψη.

Η όψη της ζωής που παρουσιάζουν τα λεπτότερα επεξεργασμένα συμπεράσματα της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας, είναι η ενότητα. Τίποτα δεν υπάρχει παρά μόνο αν είναι αντιληπτό. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο τάξεις διανοημάτων, που διακρίνουμε με τα ονόματα «ιδέες» και «εξωτερικά αντικείμενα», είναι απολύτως ασήμαντη. Ακολουθώντας τον ίδιο συλλογιστικό μίτο, η ύπαρξη διακριτών, ατομικών πνευμάτων, συμπεριλαμβανομένων αυτών που είναι απασχολημένα με την έρευνα για την ίδια τους τη φύση, δεν μας οδηγεί παρά σε μια παραίσθηση. Οι λέξεις, εγώ, εσύ, αυτοί, δεν είναι σημεία κάποιας πραγματικής διαφοράς που υπόκειται του συνονθυλεύματος των διανοημάτων, τα οποία διακρίνονται με τα παραπάνω ονόματα, αλλά απλά σημάδια κατασκευασμένα για να δηλώνουν τους διαφορετικούς τροπισμούς τού ενός πνεύματος.

Ας μην συμπεράνει ο αναγνώστης πως αυτή η διδασκαλία εισάγει την τερατώδη υπόθεση πως εγώ, το πρόσωπο που τώρα γράφει και σκέφτεται, είναι το ένα αυτό πνεύμα. Δεν είμαι παρά ένα μέρος του. Οι λέξεις εγώ και εσύ και αυτοί είναι γραμματικές συμβάσεις, που επινοήθηκαν για να διευκολύνουν τους κανόνες, και απολύτως απαλλαγμένες από κάθε αίσθηση βίαιου αποκλεισμού, που συνήθως τους αποδίδουμε. Είναι δύσκολο να βρούμε όρους ικανούς να εκφράσουμε την λεπτή ιδέα που μας χάρισε η ιδεαλιστική φιλοσοφία. Βρισκόμαστε στο χείλος εκείνου του γκρεμού, όπου οι λέξεις μας εγκαταλείπουν, και δεν είναι άξιο θαυμασμού το γεγονός πως ζαλιζόμαστε κοιτάζοντας κάτω, στην σκοτεινή άβυσσο, που τόσο λίγο γνωρίζουμε!

Κανένα σύστημα δεν μπορεί να μεταβάλλει τις σχέσεις των πραγμάτων. Με τη λέξη «πράγμα» θα πρέπει να αντιληφθούμε κάθε αντικείμενο σκέψης, σαν να λέμε, κάθε διανόημα πάνω στο οποίο δημιουργείται κάθε άλλο διανόημα, με μια πράξη διάκρισης. Οι σχέσεις τους, ωστόσο, παραμένουν οι ίδιες. Να, λοιπόν, ποιο είναι το υλικό των γνώσεών μας.

Ποια είναι η αιτία της ζωής; Σαν να λέμε, πώς παράχθηκε, ή ποιοι παράγοντες ξεχωριστοί από τη ζωή ενέργησαν ή ενεργούν πάνω της; Όλες οι γνωστές μας γενιές των ανθρώπων καταπιάστηκαν με την επίμοχθη απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα∙ το αποτέλεσμα ήταν πάντα: Θρησκεία. Είναι απολύτως προφανές πως βάση όλων των πραγμάτων δεν μπορεί να είναι ο νους, όπως ισχυρίζεται η εκλαϊκευμένη φιλοσοφία. Ο νους, στον βαθμό που η εμπειρία μας δείχνει κάποιος από τις ιδιότητές του –αλλά και πέρα από αυτήν την εμπειρία‐ δεν συνιστά καν αντικείμενο διαλόγου, σχετικού με την προέλευση των πραγμάτων. Έχει, επίσης, ειπωθεί πως είναι η αιτία. Αλλά η αιτία είναι μόνο μια λέξη που εκφράζει μια δεδομένη κατάσταση του ανθρωπίνου νου, σχετική με τον τρόπο με τον οποίο δύο σκέψεις εκτιμάται πως σχετίζονται μεταξύ τους. Όποιος θέλει να διαπιστώσει την ανεπάρκεια της εκλαϊκευμένης φιλοσοφίας επί του μεγάλου αυτού ζητήματος, ας συλλογιστεί αμερόληπτα πάνω στον τρόπο με τον οποίο οι σκέψεις αυτο‐ δημιουργούνται στον νου του. Είναι απολύτως απίθανο να είναι αιτία του νου, της ύπαρξης –ούτως ειπείν‐ ο ίδιος ο νους.

Πέτρος Γκολίτσης, Η εξαΰλωση του απτού

81-8-630x420
προτιμώ τον πηλό που με χτίζει σιωπηλά

Ο ποιητής Γιώργος Λίλλης (1974), κάτοικος Βερολίνου, με μια ποίηση ρομαντική και λυρική συνάμα κατορθώνει να διατηρήσει στη νέα του ποιητική σύνθεση Αρλεκίνος μιαν απλότητα και μιαν αμεσότητα στην έκφραση, όχι τόσο συχνή στην τρέχουσα παραγωγή.

Πρόκειται για έναν ποιητή που νοιάζεται πραγματικά για τον παραλήπτη του έργου του και για την πρόσληψη της ποιητικής του διάθεσης. Διότι ενώ το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τον δημιουργό και το έργο προς τον κόσμο και τον αναγνώστη, ταυτόχρονα διατηρεί την τεχνική του αρτιότητα, τη δυνατότητα με το οπτικο-ακουστικό και αισθητικό του εκτόπισμα να ενεργοποιεί ποιητικό ζωτικό χώρο για τον αναγνώστη.

Ενώ στην προηγούμενη συλλογή του, Μικρή διαθήκη, η δομική του μονάδα ήταν ο στοχασμός, εδώ κινείται σε μια αέρινη διαλογική σχέση με τον προσιτό-απρόσιτο ημι-φανταστικό άλλο. Τα κομβικά κλειδιά ώστε να κατανοήσουμε πού εντάσσεται και πώς λειτουργεί τελικά αυτό το έργο −στην αυτονομία του πάντοτε− τα συναντούμε στους Υμνους της Νύχτας του Νοβάλις και στο Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη.

Γιώργος Λίλλης, «Αρλεκίνος»

Συγκεκριμένα, η οπτασία της νεκρής αγαπημένης του Νοβάλις γίνεται στον Λίλλη μία γήινη και συνάμα θεϊκή παρουσία, σάρκινη και ταυτόχρονα αέρινη, στην οποία και απευθύνεται διαρκώς και στην οποία εναποθέτει την «υπερθετική μοναξιά» και το αδιέξοδό του.

Ενώ ενδεικτικά η «αγαπημένη μορφή» στον Νοβάλις δεν είναι καλυμμένη, στον Σολωμό −που επίσης εντάσσεται σε αυτή την προβληματική, αντλώντας όπως κι ο Νοβάλις από τη Νύφη της Κορίνθου του Γκέτε− αφαιρείται το «μαγνάδι» και περιβάλλεται η La donna velata του με φωτοστέφανο. Στην περίπτωση του γερμανοτραφούς Λίλλη, το γυναικείο σώμα και κατ’ επέκταση το ποιητικό συναντάται και «φωτίζεται» με γήινες κι άλλες οικείες μυρωδιές και σκιές. Σημειώνει ενδεικτικά:

Ο βουνίσιος άνεμος φέρνει στα ρουθούνια την μυρωδιά
του θυμαριού και της ρίγανης. Και μαζί
γυναίκες ντυμένες σκιές
που κάποτε με κοίμιζαν στην αγκαλιά τους […]

Η «μορφή», στην οποία απευθύνεται ο ποιητής και που τον βοηθά στην αυτογνωσία καθοδηγώντας τον, είναι παρούσα μέσα στην απουσία της και φιλική μες στην αόριστα απόμακρη θέση της. Σε αντίθεση με τη ρομαντική ανάγνωση βέβαια, ο Λίλλης δεν εξιδανικεύει την «αγαπημένη», ούτε τη θεωρεί νεκρο-ζώντανη, αλλά μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους της αφήγησής του, στρέφεται στον εαυτό ως Αρλεκίνο καλώντας προς μια λύση-συμπόρευση «παραμυθητική».
Φλερτάροντας και επαναφέροντας τελικώς σε ένα ανανεωμένο σύγχρονο πλαίσιο την ιδέα της «μυστικής ένωσης με τη φύση», κι από εκεί την έξοδο από αυτή, κατορθώνει να μας μεταφέρει −με τον τόνο και τον ρυθμό του, αλλά κυρίως με τις εικόνες του και τη μυθο-ποιητική πλαστική του φαντασία− ένα πλαίσιο εντός του οποίου εξυψώνεται η ίδια η ζωή και παραμένει παρούσα και μετά τη διάλυσή της, καταφάσκοντας ταυτόχρονα στα εγκόσμια.

Μας λέει:

Σημασία έχει πως από τις γόνδολες των χειλιών ώς τις απύθμενες

λίμνες της όρασης

στρατιές οσμών και γεύσεων

καταθέτουν στεφάνι στην θερμότητα

των σωμάτων.

Τα δακτυλικά μας αποτυπώματα στην διάρκεια.

Το ποιητικό υποκείμενο ως οδοιπόρος-προσκυνητής κι ως ποιητής μύστης, διακριτικός, σεμνός μες στην ευγένειά του, επαναφέρει −έστω ως αξίωμα− όπως κι ο Ελύτης στο Μονόγραμμα, την ταύτιση των δύο τελικά «ιδιοτήτων».
Ο ποιητής με την «έκτη ή εσωτερική» αίσθησή του ενεργοποιημένη, χωρίς να ξενίζει τον σύγχρονο αναγνώστη, ταυτίζει το όνειρο με την ποίηση, και μέσω της ιδιοτυπίας του καταθέτει ένα ποίημα που κινείται παράλληλα με ένα από τα ερωτικότερα ποιήματά μας, το Μονόγραμμα. Αξιώνοντας, αν και προεξοφλώντας αρνητικά, την συν-πλήρωση του εαυτού μέσω του ερωτικού άλλου.

Ο έρωτας στον Ελύτη βέβαια, λόγω της έντασης και της «αγνότητάς» του, φαίνεται να μη γίνεται ακόμη αποδεκτός, ενώ στον Λίλλη έχουμε την αξίωση μιας διάρκειας και μετά τη διάλυση των προσώπων και του χρόνου. Πρόκειται για έναν ποιητή που σίγουρα αξίζει την προσοχή μας και που θα παρακολουθούμε.

*Δημοσιεύτηκε στην “Εφημερίδα των Συντακτών”, στο http://www.efsyn.gr/arthro/i-exaylosi-toy-aptoy

81-7-630x420

Ειρήνη Παραδεισανού, Ο Φερνάντο Πεσσόα και η ηλιθιότητα των ευφυών

F.+Pessoa

«Δεδομένου ότι ο Φερνάντο διαθέτει μια ευαισθησία σε υπερβολική ετοιμότητα καθότι συνοδεύεται από μια ευφυΐα σε υπερβολική ετοιμότητα, αντέδρασε πάραυτα στο Μεγάλο Εμβόλιο – το εμβόλιο που προστατεύει από την ηλιθιότητα των ευφυών».
Αυτά γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος, ένας από τους ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα για τον δημιουργό του.
Τη βλέπω γύρω μου αυτήν την ηλιθιότητα.
Στην κλειδωμένη ματιά του νέου ανθρώπου που στα είκοσι νομίζει πως βρήκε όλες τις απαντήσεις και δεν καταδέχεται να θέσει ερωτήματα.
Στην αλαζονεία του «επιτυχημένου» μεσήλικα που, αυτάρεσκα κλειδωμένος στο κουτί της γνώσης του, απορρίπτει μετά βδελυγμίας – καλά οχυρωμένης πίσω από ένα προσωπείο συναίνεσης και μετριοπάθειας – οτιδήποτε δε χωράει στα κουτάκια της μικρονοϊκής σκέψης του.
Μονάχα τα παιδιά στέκουν αλώβητα από αυτήν. Η ευφυΐα τους είναι στ’ αλήθεια μαγική, γιατί οι αλυσίδες της σκέψης δεν έχουν προλάβει ακόμη να τη μολέψουν. Και υποπτεύομαι πως η παιδική ματιά του είναι που έσωσε τον Φερνάντο Πεσσόα από την ηλιθιότητα των ευφυών.

«Σαν ένα παιδί προτού το μάθουν να είναι μεγάλος,
Υπήρξα αληθινός και πιστός σε ό,τι είδα και άκουσα».

Μονολογεί ο Φερνάντο Πεσσόα μέσα από τα ασύνδετα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο.
Το πιο σημαντικό: O ίδιος ο ποιητής δεν επαίρεται για τίποτα. Επινοεί τον ετερώνυμό του, τον Αλμπέρτο Καέιρο, ως τον υπέρτατο δάσκαλο που τον εμπνέει.
Νομίζω πως η ανάγκη του αυτή να επινοεί χαρακτήρες φανταστικούς πέρα για πέρα και αποστασιοποιημένος απ’ τον εαυτό του να γράφει τα ποιήματα που αυτοί του υπαγορεύουν, υπογράφοντας με τα ονόματά τους δεν είναι τυχαία. Πίσω απ’ αυτήν κρύβεται μια βαθιά εντιμότητα, μια αδήριτη ανάγκη για αλήθεια.

«Ο δάσκαλός μου Καέιρο δεν ήταν παγανιστής. Ο Ρικάρντο Ρέις είναι παγανιστής, ο Αντόνιο Μόρα είναι παγανιστής. Ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσσόα θα ήταν παγανιστής, αν δεν ήταν ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».

Γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος.
Ο Πεσσόα έχει την εντιμότητα να σκάψει βαθιά μέσα του, να κοιτάξει την έρημο της ψυχής του και να παραδεχτεί πως «είναι ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».
Έχει όμως παράλληλα μέσα του τη σφραγίδα της δωρεάς που λίγοι εκλεκτοί έχουν, το κεντρί της αμφιβολίας, την ακόρεστη ανάγκη για αναζήτηση της αλήθειας. Κι όταν αυτή τον πληγώνει;
Ο αυθεντικός ποιητής φτιάχνει τη δική του αλήθεια. Γίνεται ο προφήτης της και την κηρύσσει μέσα από το έργο του. Εναγώνια προσπαθεί να την προστατεύσει από τα βρώμικα χνώτα των άλλων. Και η αλήθεια του ποιητή Φερνάντο Πεσσόα δεν υπήρξε ποτέ μονοδιάστατη. Από κει και η ανάγκη του να υποδυθεί ρόλους, να επινοήσει τόσους ετερώνυμους όσα και τα πρόσωπα της αλήθειας του.

«Δεν αλλάζω. Ταξιδεύω (…) Εμπλουτίζω την ικανότητά μου δημιουργώντας νέες προσωπικότητες. Συγκρίνω αυτήν την πορεία προς τον ίδιο μου τον εαυτό όχι με κάποια εξέλιξη αλλά με κάποιο ταξίδι».

Πάνω απ’ όλα όμως υπερασπίζεται την παιδικότητα, τη ματιά την μπολιασμένη με το όνειρο.

«Έχουμε όλοι δυο ζωές:
Την πραγματική, αυτή που ονειρευόμαστε
Στην παιδική μας ηλικία, αυτή
Που συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε, μεγάλοι,
Στο βάθος της ομίχλης
Και την ψεύτικη, αυτή που ζούμε
Στις συναλλαγές μας με τους άλλους.
Που είναι η πρακτική, η χρήσιμη,
Αυτή που την τελειώνουμε στο φέρετρο.

Στην άλλη δεν υπάρχουν φέρετρα, θάνατοι,
Μόνο εικόνες των παιδικών μας χρόνων:
Μεγάλα βιβλία χρωματιστά, για να δεις κι όχι για να διαβάσεις
Μεγάλες σελίδες χρωματιστές, για να θυμάσαι αργότερα.
Στην άλλη είμαστε εμείς,
Στην άλλη ζούμε.
Σ’ αυτή πεθαίνουμε, και ζωή σημαίνει αυτό ακριβώς.
Αυτή τη στιγμή, λόγω αηδίας, ζω στην άλλη…»

(Δακτυλογραφία, απόσπασμα, μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)

Πόσοι τη νιώθουν αυτήν την αηδία; Ή μάλλον πόσοι είναι ικανοί να τη νιώσουν; Σ’ αυτούς απευθύνεται ο ποιητής. Ο ποιητής «με τη διανοητική πάντα ευαισθησία του, την έντονη και ανέμελη προσοχή του, τη θερμή λεπτότητα που δείχνει στην παγερή ανάλυση του εαυτού του».
Ο Φερνάντο Πεσσόα, ένας διανοητής με βλέμμα που στοχεύει στην ψίχα των πραγμάτων ανέγγιχτος από τις μικρονοϊκές θεωρήσεις των ευφυών ηλιθίων.

(Τα αποσπάσματα είναι από τα βιβλία: «Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο», μετάφραση, σημειώσεις Μαρία Παπαδήμα, εκδόσεις Gutenberg και «Fernando Pessoa, Ποιήματα», εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)
 
*Πρώτη δημοσίευση Ποιητικός Πυρήνας Βέροιας. Εμείς το πήραμε από το ιστολόγιο της Ειρήνης Παραδεισανού στο http://wwwpareisakth.blogspot.com

Poet and Artist Ashraf Fayadh Sentenced to Death in Saudi Arabia

11190928_1604519553122521_124686960_n

Sarah Cascone
Friday, November 20, 2015

After nearly two years in prison, Palestinian poet and artist Ashraf Fayadh, age 35, was sentenced to death by Saudi Arabia on Tuesday, November 17.

Fayadh is a member of Edge of Arabia, a British Saudi art organization, which on November 16 installed two murals at the United Nations as part of “Our Mother’s House,” an arts initiative run with Art Jameel in support of the women of southwest Saudi Arabia. The two groups were highlighted at the Armory Show’s Focus Section 2015.

Ashraf Fayadh with a woman at an art opening during Jeddah art week, which may have been used as evidence against him at his trial.

“He was instrumental to introducing Saudi contemporary art to Britain and connecting Tate Modern to the emerging scene,” Edge of Arabia co-founder Stephen Stapleton told the Guardian. “He curated a major show in Jeddah in 2013 and co-curated a show at the Venice Biennale later that year.”

Fayadh was arrested on January 1, 2014, having been accused of having promoted atheism in his 2008 book of poems, Instruction Within. He was initially detained by police in August of 2013, but was released on bail just a day later. On social media, Fayadh’s friends have alleged that when police were unable to prove his atheism, they became critical of his long hair and smoking habit.

“They accused me [of] atheism and spreading some destructive thoughts into society,” Fayadh told the Guardian, explaining that his poems were “just about me being [a] Palestinian refugee… about cultural and philosophical issues. But the religious extremists explained it as destructive ideas against God.”

Initially sentenced to four years in prison and 800 lashes in 2014, Fayadh was subsequently retried. He has 30 days to appeal the new ruling, which was made in accordance with Sharia Islamic law, on which the Saudi justice system is based.

A prosecution witness who testified in the trial reportedly accused Fayadh of cursing God, Muhammad, and Saudi Arabia. Fayadh believes that the complaint stemmed from an argument he had at a cafe with another artist about contemporary art.

The Guardian reports that court documents quote Fayadh as saying “I am repentant to God most high and am innocent of what appeared in my book mentioned in this case.”

“I was really shocked,” said Fayadh of the new verdict, “but it was expected, though I didn’t do anything that deserves death.”

“We condemn these acts of intimidation targeting Ashraf Fayadh as part of a wider campaign inciting hate against writers and using Islam to justify oppression and to crush free speech,” reads an online petition pushing for the poet’s release.

Soon after his initial imprisonment, 100 Arab intellectuals demanded his release. The Arabic Literature website has begun translating his poems, starting with Frida Kahlo’s Mustache and Asylum, into English. The Freedom for Ashraf Fayadah Facebook group has 57 members.
“This case is yet another black mark on Saudi Arabia’s dismal human rights record in 2015,” Human Rights Watch Middle East researcher Adam Coogle told the Guardian. “The trial records in this case indicate clear due process violations, including charges that do not resemble recognisable crimes and lack of access to legal assistance.”

*http://news.artnet.com/people/ashraf-fayadh-sentenced-to-death-in-saudi-arabia-368849#.VlDq7ReC1M0.facebook

e. e. cummings – επτά σημεία «σύγκλισης», επτά ποιήματα

cummings

Του Βασίλη Αμανατίδη

Η μετάφραση (κυρίως, μάλιστα, της ποίησης) όταν δεν υπαγορεύεται από στείρα επαγγελματική επιταγή (και στην ποίηση σπάνια υπαγορεύεται), είναι συνήθως μια αργή και απολαυστική διαδικασία, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις θα ήταν καλό να γεννιέται από περιέργεια, υποψία ή βεβαιότητα εκλεκτικής συγγένειας με το προς μετάφραση κείμενο. Μέσα από μια χρονοβόρα, πολύπλοκη και σχεδόν ατέρμονη διαδρομή αντιμεταχωρήσεων κι εγκολπώσεων, η μεταφραστική διαδικασία οφείλει πάντως να διατηρεί ως υψηλό στόχο έναν τελικό μεγαλειώδη «κανιβαλισμό»: ο μεταφραστής, αφού πολέμησε με την ατίθαση φύση του δυσμετάφραστου, προβαίνει κάποια στιγμή σε μια αποφασιστική «κανιβαλική ενσωμάτωση», δηλαδή «τρώει» το πρωτότυπο και το μεταμορφώνει σε «πρωτότυπο». Εννοώ πως: κάθε μετάφραση είναι, αναγκαστικά, μια παρερμηνεία, που για να μπορέσει να λάμψει με τρόπο ανάλογο αλλά διάφορο του πρωτοτύπου, οφείλει να είναι πραγματοποίηση μιας παράλογης αντίφασης – μια «αγαπώσα και σεβαστική άπιστη» ή μια «διαρκώς αμφιβάλλουσα και διερωτώμενη πιστή». Κοινώς, τίποτε στη μετάφραση να μη θυμίζει μετάφραση. Το μεταφρασμένο κείμενο ν’ αποτελεί ένα καινούργιο κείμενο που, αν και αναμετράται αδυσώπητα με τον αρχικό συγγραφέα ή ποιητή, ανήκει πλέον κυρίως στον μεταφραστή. Υπό την έννοια αυτή -και ασχέτως του δικού μου μεταφραστικού αποτελέσματος-, μια προσεγμένη και δημιουργική μετάφραση (δηλαδή μια μετάφραση -ό,τι άλλο θα έπρεπε να αποκαλείται «μεταγλώττιση», και είναι δυστυχώς η μεγάλη πλειονότητα) θα έπρεπε κανονικά να υπογράφεται εξίσου από τον αρχικό συγγραφέα και από τον δευτερογενή συγγραφέα (μεταφραστή), και επομένως από το αναγκαστικό δίδυμο αυτής της υπέροχα παρά φύσιν συνέργειας.

Όσο κι αν η ιδιοτροπία της ποίησης του e.e.cummings βολεύει έναν τέτοιον ισχυρισμό, δεν υπάρχει εύκολα ποίημά του που να μην μπορεί να μεταφραστεί. Νομίζω, άλλωστε, πως όλα τα ποιήματα είναι μεταφράσιμα, αν διευρύνουμε ελάχιστα το εννοιολογικό πλαίσιο της λέξης «μετάφραση». Απλώς, ένα δυσμετάφραστο ποίημα δε ζητάει διστακτική μετάφραση αλλά επανεγγραφή, η επιτυχία της οποίας, όμως, προϋποθέτει την ύπαρξη αυτού του νεφελώδους, δυσπρόσιτου αλλά υπαρκτού συνδετικού ιστού που δένει τον μεταφραστή με τον ποιητή, και το οποίο λέγεται «εκλεκτική συγγένεια». Κατευθύνθηκα προς τον e.e.cummings το 2000. Υπηρετούσα τη θητεία μου στην Πολεμική Αεροπορία. Βαριόμουν φρικτά. Μέσα σ’ ένα περιβάλλον που επιδιώκει την επανάληψη, τη ρουτίνα και την εξομοίωση, χρειαζόμουν επειγόντως ενέσεις αμετανόητης εφευρετικότητας και υπερήφανα ιδιοσυγκρασιακής διαφοροποίησης. Ξεκίνησα να τον μεταφράζω σαν ηδονικό παιχνίδι. Την εποχή εκείνη είχα ήδη αρχίσει να γράφω το τρίτο μου ποιητικό βιβλίο Τριαντατρία (Γαβριηλίδης 2003), στο πλαίσιο του οποίου κατευθυνόμουν συνειδητά προς μια απενοχοποιημένη υβριδοποίηση των στιλ και των ειδών. Παντιέρα του Τριαντατρία ήταν το εξής τριμερές σχήμα: Αποδοχή του ναρκισσισμού – Διαίρεση αλλά και τήξη των ειδών – Τεμαχισμός του εγώ, του ύφους, του στίχου. Ο e.e.cummings, που ήρθε σε μένα στα μισά της διαδρομής εκείνου του βιβλίου, καθόρισε αρκετά, υποθέτω, τον κυματισμό αυτής της παντιέρας. Η ελευθερία του, ο παιδευμένος παιδισμός του, η σοφή του αφέλεια, ο παραδόξως πειστικός και ιαματικός ρομαντισμός του, η «άτσαλη» φόρμα της γλώσσας του, ο αγέραστος μοντερνισμός του πειραματισμού του, η πρωτοπόρος δυναμική του προδρομικά λετριστικού κοσμοειδώλου του, σε συνδυασμό με την επανανακάλυψή του από τα καινούργια ιντερνετικά παιδιά, τους νέους ηλεκτρονικούς ποιητές και την αενάως παίζουσα αβάν γκαρντ της σύγχρονης μετα-ποπ σκηνής (Bjork) με ώθησαν κατά τρόπο αβίαστο να τον ανακαλύψω ως έναν παράλογα μοντέρνο, ως έναν εντελώς σημερινό, ως κάποιον το παράδειγμα του οποίου όφειλα ν’ ακολουθήσω. Αν ο Beckett είναι για μένα ο ένας πόλος που μπορεί να καθορίσει και τον αιώνα που διανύουμε, ο e.e.cummings -παρά το «μικρότερο» και πιο περιθωριακό δέμας του- έγινε αυτόματα ο άλλος. Γύρω από αυτούς τους τόσο διαφορετικούς πόλους, ανακάλυψα ένα άνυσμα που με τις άπειρες ταλαντώσεις του ορίζει, αλλά και διευκολύνει, την υπαρξιακή και καλλιτεχνική μου αναπνοή. Στην ποίησή του -μια ποίηση ιδιότροπα ατελή, τεμαχισμένα ολόκληρη- ανακάλυψα έναν σπάνιο αναπνευστήρα. Είμαι όμως σίγουρος πως το στόμιο αυτού του αναπνευστήρα ταίριαζε ήδη στο σχήμα του στόματός μου. Στο εξής, έπιανα τον e.e.cummings, δοκίμαζα, μετέφραζα. Πυρετικά ή οργανωμένα. Με διαλείψεις, παύσεις, επανακάμψεις, διαρκείς αναθεωρήσεις. Ξανά και ξανά. ‘Εχοντας πρoηγουμένως βρει ένα μεταφραστικό στίγμα, άρχισα να μαζεύω και τις λίγες μεταφράσεις του e.e.cummings στα ελληνικά που δεν είχα υπόψη μου. ‘Αρχισα έτσι να υποπτεύομαι τις ξεχωριστές προϋποθέσεις, τους συμβιβασμούς, τις επιτυχίες και τις διαφοροποιήσεις κάθε μεταφραστή, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου. ‘Εχοντας πια μεταφράσει πάνω από τριάντα ποιήματά του, προχωρώντας και σε άλλα, και ετοιμάζοντας σιγά σιγά ένα βιβλίο, διακρίνω πια αρκετά καθαρά πού κάνω τον e.e.cummings «κυκλικό» και πού τον «τετραγωνίζω». Πού αφήνομαι (ελάχιστα είναι η αλήθεια) να τον προδίδω και πού παρουσιάζομαι εμφανέστερα σαν ιδιωτικό «μας» παιχνίδι ανάμεσα στους στίχους, πού επιθυμώ να τον μπολιάσω (παράλογα, αλλά και ταιριαστά με ένα π.χ. «ελυτικό» ή ακόμη και «τσελανικό» στοιχείο) και πού να εφαρμόσω αναλογίες και να πάρω ελευθερίες. ‘Ετσι, μεταφράζοντας τον ποιητή που έχει αναγάγει το απόσπασμα και την τμήση σε αισθητική αξία, πώς θα μπορούσα π.χ. να μην προβώ μια-δυο φορές σε εσωτερικές τομές λέξεων, όταν η ελληνική γλώσσα το ευνοεί, ακόμη κι αν ο ίδιος στον στίχο εκείνο δεν το πράττει. (Το «spine», φερ’ ειπείν, έγινε με τομή στίχου «σπονδ/υλική στήλη», υποθέτοντας ότι η ευρηματικότητά του θα συναινούσε, αν ο ίδιος μπορούσε να γνωρίζει τις δυνατότητες επήρειας της ελληνικής επί του λόγου του). Το σίγουρο, πάντως, είναι το εξής: από τις μεταφράσεις αυτές δεν επιθύμησα ποτέ να εξαφανιστώ ως ποιητής. Αντιθέτως, επιδίωξα παθιασμένα να συμπλεύσω μαζί του εμφανώς, και -για να το πω έτσι- κατά έναν τρόπο ισότιμο: ως δύο ποιητές που συμπαθιούνται και αγαπιούνται, ακόμη κι αν ο e.e.cummings αυτό το αγνοεί. Δηλαδή, ενσωμάτωσα μερικά ποιήματα του e.e.cummings διά της βίας (αναγκαστικά, χωρίς τη συναίνεσή του), με την ελπίδα να βγουν από μέσα μου με καισαρική τομή προς το ενδιάμεσο πεδίο μιας άλλης γλώσσας, με φαινομενικά ανώδυνη ύπνωση, χωρίς εμφανείς τους πόνους του τοκετού, αλλά με τη μοιραία ρήξη της γέννας, και μάλιστα με το στίγμα του «μη φυσιολογικού» τοκετού. ‘Οπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε μετάφραση που επιχειρεί -με έκβαση επιτυχή ή μη- να σεβαστεί τον εαυτό και την πηγή της.

Η ποίηση του e.e.cummings, ειδικά η οψιμότερη, βασίζεται πολύ (θα έφτανα στο σημείο να πω ότι βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά) σε μια πολύ ιδιαίτερη χρήση του μέτρου, του ρυθμού και της ρίμας. Σε μεγάλο μέρος της ποίησής του γράφει σατιρικά ποιήματα ή δοξαστικά ερωτικά «τραγούδια», τα οποία μοιάζουν (περιέργως; τυχαία;) με μια ιδιόμορφη «λευκή» εκδοχή των γκόσπελ, ή ακόμη, όσο παρακινδυνευμένος κι αν ακούγεται ένας τέτοιος ισχυρισμός, του σημερινού ραπ. Πρόκειται για μια παιγνιωδώς λόγια εκδοχή «λαϊκής» και «αχειροποίητης» ποίησης, που στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη φωνηματική και φωνητική λειτουργία του λόγου και των παρηχήσεων, στο παιχνίδισμα των ήχων και των σημασιών τους – στοιχεία, πάντως, που εγνωσμένα προορίζονται να ξετυλιχθούν πάνω στην οπτική παγίωση του λευκού «καμβά» της τυπογραφικής σελίδας. Με αυτόν τον υψηλά δημιουργικό περιορισμό κατά νου, στα περισσότερα ποιήματά του, παίζει διαρκώς με την ομοιοκαταληξία στο εσωτερικό των στίχων, και κυρίως μ’ ένα πολύ προσωπικό είδος «οπτικής ρίμας», που στην ηχητική της εκδοχή ακούγεται λοξή, ατελής, «στραμπουληγμένη» και παραφθαρμένη ή μπορεί και να προσπερνιέται ως αθέατη – και εννοώ ανήκουστη (π.χ. know-grow-how / proclaim-dream-seem / amaze-paradise-yes κ.ο.κ.). Αυτή, λοιπόν, η καίρια -για να μην πω πρωταρχική- ηχητική-οπτική διάσταση της ρίμας και του ρυθμού, η ακολουθία και η τήρηση της ιδιόρρυθμης ρυθμολογίας και μουσικότητας του e.e.cummings (που λόγω της εκτεταμένης αγγλικής χρήσης των μονοσύλλαβων λέξεων αποτελεί στην ελληνική μετάφραση ένα μάλλον δύσκολο εγχείρημα), στη συγκεκριμένη μεταφραστική προσέγγιση καταβλήθηκε προσπάθεια όχι απλώς να μην παραμεριστεί αλλά και να τηρηθεί απαρέγκλιτα, ακριβώς επειδή είναι κατεξοχήν ένας ποιητής «σωματικός» (δεν έχω άλλη λέξη), τα ποιήματα του οποίου είναι «πράγματα» που ηχούν και φαίνονται και όχι ιδέες που απηχούν και παραπέμπουν. ‘Αλλα βασικά μεταφραστικά ζητούμενα ήταν η αναλογική ισορροπία του ποιήματος ως μορφολογικής ολότητας και όχι απλώς η κατά λέξη ακρίβεια. Η ανάγλυφη αποτύπωση, και σε καμία περίπτωση η εξομάλυνση, των εσωτερικών ρήξεων, των ασυνεχειών, των επιτηδευμένων υπερβολών και των γραμματικών «λαθών», ακόμη και των αντιφάσεων της γλώσσας του. Ενώ ταυτόχρονα, και παρά την αντίξοη επιβάρυνση των προηγούμενων όρων και ζητούμενων, εδώ καταβλήθηκε προσπάθεια να τηρηθεί, κατά το δυνατόν απαράβατα, και η πιστότητα του νοήματος, φροντίζοντας να περιορίσω στο ελάχιστο ακόμη και τη χρήση των αναλογιών. Σε κάποιες περιπτώσεις έκρινα απαραίτητο να πάρω ορισμένες «χτυπητές» ελευθερίες, κυρίως όμως ως ένα εκ των υστέρων κλείσιμο του ματιού προς έναν πραγματικά ελεύθερο, ανένταχτο και ακατάτακτο ποιητή-εφευρέτη, που αποτέλεσε διά βίου μια ανακουφιστικά «αυθαίρετη» δημιουργική εξαίρεση. Θα θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό, εάν μόνο λίγα από αυτήν την προσπάθεια φαίνονται διά γυμνού οφθαλμού στην τελική μετάφραση, και τελικά εάν αυτή δεν μοιάζει και τόσο με μετάφραση. Επομένως, εάν η «κανιβαλική ενσωμάτωση» του πρωτοτύπου έχει επιτευχθεί με ισορροπία απόλυτης βίας-ρήξης και απόλυτης τρυφερότητας-επανόρθωσης.

1.
άνοιξη!μάης –
το παντού είν’ εδώ
(με ένα χάμω πάνω χάμω
και το πουλί στο κλαδί)
πώς όμως; γιατί;
δεν μας είν’ εμάς γνωστό
(φίλα με άρα)σεμνή μου γλυκιά με λαχτάρα και πιο
λατρευτή μου στον κόσμο αυτό
(πέθανε!ζήσε!)
το νέο είν’ τ’ αληθινό
και το να χάνεις το να έχεις
μα δεν μας είν’ εμάς γνωστό-γενναίος!γενναία (αντέχω΄ αντέχεις; απόψε η γη
κι ο ουρανός γίναν ένα)ω χαρούμενή μου τόσο,εσύ που για μένα
η νεαρή μου αγάπη είσαι
γιατί όμως;πώς;
δεν μας είν’ εμάς γνωστό
(μ’ ένα πάνω χάμω πάνω
μες στην άνοιξη στον μάη)
πέθανε!ζήσε
(χαμένο τίποτα δεν πάει:το για πάντα είν’ εδώ)
και δέντρο μου στα ξαφνικά που ανθοβολείς,χόρευε εσύ
-εγώ θα τραγουδώ

2.
αυτά τα παιδιά που τραγουδούν σε πέτρα μια
σιωπή της πέτρας αυτά
τα μικρά παιδιά που τυλιγμένα με πέτρας
ανθούς ανοίγουν για
πάντα αυτά τα σιωπηλά μικρά γεμά-
ταφος παιδιά είναι πέταλα
το άσμα τους είναι ένα λουλούδι του
πάντοτε τα άνθη τους
από πέτρα είναι
οι σιωπηλοί τραγουδιστές
ενός τραγουδιού σιωπηλότερου
από σιωπή αυτά τα πάντοτε
παιδιά για πάντα
που τραγουδούν στεφανωμένα με ασμα-
νθούς τα παιδιά της
πέτρας με άνθη
στα μάτια
αυτά ξέρουν καλά αν ένα
μικρό δέντρο
ακούει
για πάντα τα πάντοτε παιδιά που τραγουδούν για πάντα ένα
άσμα πλασμένο
από σιωπηλή σαν πέτρα σιωπή
τραγουδιού

3.
τον καιρό του ασφόδελου (που γνωρίζει
πως στόχος του ζην είναι ν’ ανθίζεις)
το γιατί ξεχνώντας, θυμήσου το πώς
τον καιρό της πασχαλιάς που διακηρύσσει πως το
να ονειρεύεσαι είναι του ξυπνήματος μόνος σκοπός
(ξεχνώντας το φαίνεται)θυμήσου το τόσο
τον καιρό των ρόδων (που εκπλήσσουν σαν άβυσσος
το εδώ και το τώρα μας με παράδεισο)
ξεχνώντας το αν, θυμήσου το ναι
τον καιρό των γλυκών παραπέρα πραγμάτων
ό,τι και αν κατανοεί ο νους εκ των θαυμάτων
θυμήσου το ψάχνω (ξεχνώντας το βρίσκω)
και σ’ ένα μυστήριο που θα έλθει να σώσει
(όταν απ’ τον χρόνο ο χρόνος μάς ελευθερώσει)
ξεχνώντας με, θυμήσου με

4. μου αρέσει το σώμα μου όταν είναι με το σώμα σου. Τόσο που είναι φρέσκο αυτό το πράγμα. Μύες καλύτεροι, νευρώνες περισσότεροι.
μου αρέσει το σώμα σου. μου αρέσει αυτό που κάνει,
μου αρέσουν τα πώς του. μου αρέσει απ’ το σώμα σου να νιώθω τη
σπονδυλική στήλη και κόκαλα, και την τρεμουλιαστή
κρουστο-απαλό τητά του και που εγώ θα το
ξανά και ξανά και ξανά
φιλήσω, μου αρέσει να φιλώ αυτό κι εκείνο σου,
μου αρέσει, αργά να χαϊδεύω το, χνούδι φουντωτό το
γουνάκι ηλεκτρισμένο σου, και τι-ν’-αυτό που βγαίνει
από τη χωρισμένη σάρκα … Και μάτια μεγάλα ερωτο-ψίχουλα,
και ίσως μου αρέσει το ρίγος
του από κάτω μου εσύ τόσο, που, αλήθεια, φρέσκο πόσο

5.
η αγάπη είναι πιο πυκνότερη του λησμονώ
πιο λεπτότερη του θυμούμαι
πιο σπάνια απ’ ό,τι είναι το κύμα υγρό
πιο συχνή του θ’ αποτύχουμε
είναι φεγγαρόπληκτη και πιο σαλή
και πιο δεν θα ξε-είναι
απ’ ό,τι όλη η θάλασσα η αλμυρή
που μόνο από τη θάλασσα βαθύτερή ‘ναι
η αγάπη είναι λιγότερο πάντα του κερδίζω
πιο λίγο ποτέ του ζωντανός
λιγότερο μεγαλύτερη απ’ το ελάχιστα αρχίζω
πιο λίγο μικρότερη του συγχωρώ
είναι πιο ηλιόλουστη και λογική
και πιο ποτέ της δεν πεθαίνει
απ’ ό,τι ο ουρανός όλος που στη γη
από τον ουρανό μόνο ψηλότερος μένει

6.
σε πείσμα του οτιδήποτε
αναπνέει και κινείται, μια κι ο Θάνατος
(με χέρια λευκά μακρύτατα
που στρώνουν κάθε ζάρα)
ολοσχερώς θα λειάνει τον νου μας
πριν βγω απ’ την κάμαρά μου
γυρνώ, και(γέρνοντας
μες στο πρωινό)φιλάω,
το μαξιλάρι αυτό, αγάπη μου,
όπου τα κεφάλια μας ζούσαν και ήταν.

7. αν «πάνω» είναι η λέξη΄και πρασινίζει μια γη κάθε λεπτό δευτερόλεπτο, και κάθε περισσότερο πιο-αν είν’ ο θάνατος ο χαμένος και νικητής η ζωή (κι είν’ ο ζητιάνος πλούσιος μα ο τσιγκούνης φτωχός)
πάμε να πιάσουμε ουρανό:
με ένα πέρα δώθε πού
(και ένα εδώ εκεί όπου)και κινάμε γι’ αλλού και στο πιο τεμπέλικο πλάσμα ανάμεσά μας υπάρχει μια σοφία ορθή:να τη θανατώσει δεν μπορεί γνώση καμιά-τώρα η αμβλεία όραση είν’ οξεία, βλέπει όλο και πιο πέρα (αφού πριν λίγο άρχισε η χρονιά, πριν λίγο άρχισε η χρονιά)
πάμε να πιάσουμε ουρανό:
με μια μεγάλη(κι εύθυμη κι απότομη)βαθιά ορμή μέσα από την εκπληκτική ημέρα μόνο μυαλά χωρίς καρδιές έβαλαν τον αμαρτωλό κόντρα στον άγιο΄ πάνω απ’ την ευφροσύνη το κέρδος και κάτω από την έγνοια τη χαρά-ας κάνουμε όπως μία γη που φύσει αδύνατον ποτέ να κάνει λάθος (κάθε λεπτό δευτερόλεπτο, και κάθε περισσότερο πιο)
πάμε να πιάσουμε ουρανό με άλμα εις βάθος: με μια περίεργη(και αληθινή) πτώση -ψηλοκρεμαστή-, προς το μακρινά κοντινό γαλανό αν είν’ ο ζητιάνος πλούσιος(και στον κοκκινολαίμη του τραγουδήσει ο κοκκινολαίμης τραγούδι)μα ο τσιγκούνης φτωχός-ας αγαπηθούμε ωσότου δε μείνει κανείς(πριν λίγο έχει αρχίσει, καλή μου,η χρονιά)που θα είναι όσο εγώ κι όσο εσύ ζωντανός -πάμε να πιάσουμε ουρανό: μ’ ένα εσύ κι ένα εγώ κι ένα καθ(όλα,που είν’ όποιος,που είναι κάποιος,που είν’)ένα,που είναι: εμείς

*Από το http://www.poets.org/poet.php/prmPID/156

Ξαναδιαβάζοντας την ποίηση του Γιώργου Ιωάννου

giorgos+ioannou

Του Δημήτρη Ι. Καραμβάλη

Τριάντα ολόκληρα χρόνια από την εκδημία του ποιητή και συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου, του λογοτέχνη που σφράγισε με τον δικό του, ανεπανάληπτο τρόπο και το ξεχωριστό του ύφος και ήθος, τη λογοτεχνία μας. Γυρνώντας, μετά από τρεις δεκαετίες στο ποιητικό έργο, καταθέτουμε μερικές ίχνιες σκέψεις για το ποιητικό του σώμα και αίμα.

Τα περισσότερα ποιήματα έχουν ένα ή δύο στίχους στο τέλος, που λειτουργούν σαν επιμύθιο ή συμπέρασμα ή καρπός αντίθεσης με το όλο σώμα του ποιήματος, ή ακόμη λειτουργούν σαν μπούσουλας και σαν σηματωρός στη συνέχεια του ποιήματος, στη συνέχεια της ζωής, όπως:

 «Ας κατεβούμε γρήγορα – ξέρει ο Θεός τι κάνει» (δράση) ή
«Αυτοί αντλούνε από κάπου εξουσία»

(ή προσπάθεια ερμηνείας του απύθμενου θράσους) ή

«Τώρα γυρίζω για να βρω τον εαυτό μου»
(η αλήθεια – η αναζήτηση της χαμένης ταυτότητας)

ή ακόμη
«Αυτό το απόστημα θα σπάσει σαν τον ήλιο»
(η διέξοδος-λύση)…

Μέσα στους στίχους του Γιώργου Ιωάννου, αναπτύσσεται με σφοδρότητα μεγάλη η αντιπαράθεση ανάμεσα σε δυο διαφορετικούς κόσμους – της σιωπής της γόνιμης και της φλύαρης και ανούσιας πολυλογίας, η υποκρισία και το ξέσπασμά της με την αιμάσσουσα καταγραφή της ειλικρίνειας, το μαρτύριο γιατί τα πάντα οδηγούν στην απευχόμενη λύση:

«Κι όμως για κει όλα τραβούν.
Το βλέπω με τα μάτια μου, το ξέρω»…

Ο Γιώργος Ιωάννου υπήρξε ένας «ελεύθερος πολιορκημένος» από τους σκληρούς ανθρώπους των γραφείων, με μια «σφραγίδα μοναξιάς» στο μέτωπο, αρνούμενος παρ’ όλ’ αυτά να συνθηκολογήσει:

«Όλη τη μέρα πέθανα να τρέχω
από γραφείο σε γραφείο
να δείχνω τις συστατικές επιστολές,
να κάνω υποκλίσεις»…

Έτσι περνά με αλληλοδιαδεχόμενα ρεύματα από την ελπίδα («Πάλι θαρθεί όμως ο καιρός/πάλι θα πάμε ραντεβού όλο γλυκά απρόοπτα») στην απελπισία («Τι σχέση έχω εγώ μ’ αυτή τη νύχτα;») μέσα σ’ ένα αδιάκοπο πεδίο βολής με τη νοσταλγία των αγαπημένων του προσώπων όπως «η μάνα του των πρώτων πρώτων παιδικών του χρόνων» με την ιδιαίτερη επισήμανση ακατάλυτη και καθοριστική «Τότε που τον φωνάζαμε μοναχογιό»…

Τα ποιήματα του Γιώργου Ιωάννου είναι προπομπός για τη δημοσίευση των πεζογραφημάτων του, μέσα από μια διαλεκτική σχέση που αναπτύσσεται και οριοθετεί το ποίημα αλλά και μια γόνιμη αμφιβολία και μια σκληρή αυτοκριτική απολογισμού που τρυπά κατάσαρκα τον ίδιο:

«Και δεν σε φτάνει ο πυρετός, έχεις και τύψεις,
Γιατί ποτέ σου δεν κατάλαβες ποιοι σ’ αγαπούσαν»….

Η αναμονή, η διάψευση, η προσμονή, η απογοήτευση, η αξία και η απαξία, το ανελέητο μαστίγωμα και η αναζήτηση της ταυτότητας, η πίκρα και η απογύμνωση μέσα σε τρεις μόνο στίχους, το παράπονο, το μεγάλο σχολείο του πόνου, η συνειδητοποίηση πως δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τίποτα, το γενικότερο κλίμα αδυναμίας διαφυγής μέσα από μια έξοδο κινδύνου:

«Νιώθω σαν σπόρος αγκαθιού
με γαντζωμένο το κεντρί
στην αγκαθένια την καρδιά μου»…

Μέσα στο καμίνι της ερημιάς ψυχής του ο ποιητής νιώθει αδύνατο να περιγράψει αφού θα πρέπει πρώτα να διαγράψει κι αυτό το ρολόι είναι ανήμπορο να δείξει τα πραγματικά όρια του χώρου και του χρόνου. Η μοναξιά φτάνει φορές που δεν παλεύεται αφού εξαντλημένη η φαντασία αδυνατεί να φέρει πίσω τις ξεθωριασμένες μνήμες. Και μπορεί να έχει την αίσθηση του ρολογιού, όμως αυτό σε τίποτα δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τα λιμνάζοντα και τα σήποντα:

«Ύστερα έχασα τον ύπνο.
………………………………….
Άκουγα μόνο το ρολόι ως το πρωί»…
Δεν επιθυμεί τέτοια σιγουριά κι ασφάλεια, προκαλεί ακόμη κι αυτό τον ίδιο το θάνατο, ν’ αλλάξει κάτι, και μέσα σ’ αυτή την εξομολόγηση τη λυρική, η σπαραχτική κραυγή του ανθρώπου όπου γης, προσλαμβάνει πλατύτερες διαστάσεις, όταν θυμάται τις εκτελέσεις των αθώων, τις ριπές των πολυβόλων τις ανατριχιαστικές!

«Ο τοίχος είναι απέναντί μου που τους έστηναν
στο δέντρο που ακουμπάω τους κρεμνούσαν.
Το όπλο αυτό ζωντάνεψε κάτω απ’ τη νύχτα»…

Η ερωτική προσμονή, η αφοσίωση, έστω και η καταδίκη και η τιμωρία αντέχεται φτάνει ναρθεί το αγαπημένο πρόσωπο που χρόνια έχει να φανεί. Ως τότε κάποιο σημείωμα, η θολή μνήμη, η ψευδαίσθηση θα συντηρούν την ελπίδα:

«Μπορώ να περιμένω χρόνους άπειρους
να περπατώ και να μη βλέπω γύρω μου.
Έστω για να με φτύσεις, έλα κάποτε»…

Ποίηση με θραυσματικές απολήξεις, με αγώνα και αγωνία, γνήσιες λυρικές καταθέσεις, απόσταγμα ζωής:

«Και με το στήθος ίδιο ρόδι να τριζοβολά,
να χαίρεται να αποστάζει την ανάσα»!

Σημ.: Αναδημοσίευση από το βιβλίο “Γιώργος Ιωάννου – οκτώ κείμενα για την ποίησή του” του Δ. Ι. Καραμβάλη (εκδ. Δρόμων, 2015) στο οποίο ο συγγραφέας επιχειρεί μια προσέγγιση στο ποιητικό έργο του Ιωάννου “Τα χίλια δέντρα” (εκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1963), όπου “βρίσκεται σε μικρογραφία το κατοπινό πεζογραφικό του έργο”. Τα κείμενα που περιλαμβάνει το βιβλίο έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά έντυπα.

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.gr