Two events – A 100 years of the start of the DADA movement and the launch of the second “Audacious” CD

dada a

One hundred years ago the poster attached here signalled the first evening of cabaret Voltaire which was also the start of the DADA movement, come help us celebrate the anniversary of this event

on 
5th Feb 2016 around 7.30 pm. 


In “Some Velvet Morning” 123 Queens Parade, Clifton Hill.

Performers: Razor Hope, Jeltje, Peter Murphy, Ashley Higgs, Sjaak de Jong, Anna Fern, Santo Cazzati, Harry Williamson

Also the launch of the second “Audacious” CD, and if it’s anything like the first “Audacious”, this promises to be a truly wonderful event:

Friday, 29 January, 7pm @ Under the Hammer, 158 Sydney Rd., Coburg!

http://www.ftloose.com.au

The history of the Dada movement is imbricated in the lightning-fast intellectual break-through set off, simultaneously and independently, in various parts of the world by several groups of young artists, writers and philosophers: in just a few years, from 1916 to 1923, it was to shake the aesthetic foundations of the period, be they traditional or avant-garde, and set off a revolution which, from surrealism to pop art, would in half a century upset our vision of the world.

A somewhat unexpected announcement appeared in the Zurich press on 2 February 1916: “The Cabaret Voltaire. Under this name a group of young artists and writers has formed with the object of becoming a centre for artistic entertainment. In principle, the Cabaret will be run by artists, permanent guests, who, following their daily reunions, will give musical or literary performances. Young Zurich artists, of all tendencies, are invited to join us with suggestions and proposals.”

The Cabaret was inaugurated three days later in the back room of the Holländische Meierei, a popular tavern located in a seedy section of Zurich. Jan Ephraïm, the owner of the establishment, turned the job of emcee over to Ball with the hope of attracting a large audience. Ball took as his model the Parisian cabaret tradition, born with the Chat Noir in 1881, which he associated with the cabaret spirit that had existed in Berlin before the war. For him, no one other than the emblematic figure of Voltaire could play the role of godfather for his association. It was from the pamphleteer and master of satire that he drew his vision of a reality radically out of step with its time.


Refugee artists from all over Europe quickly besieged the scene at the establishment. Emmy Hennings, a German singer and Hugo Ball’s partner, sang her own songs as well as many from the repertoires of Aristide Bruant, Erich Mühsam and Frank Wedekind. Those individuals, who were to become the “hard core” of Dada, were present from the beginning of the Cabaret: the Alsatian artist, Hans Arp and the Romanians Tristan Tzara and Marcel Janco. Richard Huelsenbeck joined the festivities on 11 February 1916 at the behest of Ball, who had met him in Munich in 1912 in connection to the Der Blaue Reiter group.

Έρμα Βασιλείου, Η επόμενη μέρα από τις πυρκαγιές (και ένα ποίημα)

468212-medium

Με αφορμή τις Πυρκαγιές του Μαύρου Σαββάτου της 7ης Φεβρουαρίου 2009 στην επαρχιακή Βικτώρια (έξω από τη Μελβούρνη) το άρθρο μου αυτό δημοσιεύτηκε σε εφημερίδα του Σίδνεϊ την ίδια χρονιά. Αναδημοσιεύεται εδώ στη μνήμη όσων χάθηκαν τη μέρα εκείνη τόσο άδικα (173 ψυχές) αλλά και όσων τραυματίστηκαν (414 άτομα).
Θυμόμαστε πάντα το μεγάλο ηρωισμό του Αυστραλού προς τον συνανθρωπό του. Τη μέρα αυτή κάναμε όλοι μια ευχή να μην υπάρχει ποτέ όμοιά της, να μην υπάρχει άλλη ίδια. Επίσης, το άρθρο συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο “Έργα του Νότου”.

epa03527647 Unfamiliar territory.....A kangaroo hops through a burnt out paddock after a grassfire in Sunbury north of Melbourne,Victoria  Jan. 8, 2013. The fire has been contained.  High winds and record temperatures fanned fires in the south east region of the country,. More than 130 fires are preently burning in neighbouring New South Wales state.  EPA/JULIAN SMITH

epa03527647 Unfamiliar territory…..A kangaroo hops through a burnt out paddock after a grassfire in Sunbury north of Melbourne,Victoria Jan. 8, 2013. The fire has been contained. High winds and record temperatures fanned fires in the south east region of the country,. More than 130 fires are preently burning in neighbouring New South Wales state. EPA/JULIAN SMITH

Η τηλεόραση και τα υπόλοιπα Μέσα Ενημέρωσης είχαν προειδοποιήσει για τον κίνδυνο που πλησίαζε. Μα ο καθένας κρίνει μόνος του πότε θα πρέπει να τα εγκαταλείψει όλα για τη ζωή του. Γιατί ζωή είναι αυτή που βλέπει κανείς μπροστά του, αλλά κι αυτή που μένει πίσω του. Είναι και ο χρόνος μεγάλος μάρτυρας σε όλα αυτά. Βιάζεται, και δεν είναι διαθέσιμος πάντα σύμφωνα με το βηματισμό του καθενός. Και κείνη τη μέρα, χρόνος και άνεμος, φωτιά και κόλαση βάδιζαν αντάμα. Οι φλόγες ξεπετάχτηκαν και αγκάλιασαν διπλά, γερά ό,τι έβρισκαν. Και έμεινε η απορία, η έκπληξη και ο πόνος στα συντρίμμια. Πότε! …Πότε πρόλαβε η φύση να δείξει αυτό της το πρόσωπο; Πότε ένα αυστραλέζικο μαγευτικό τοπίο γίνηκε στάχτη; Και μια αγνή εικόνα της υπαίθρου, μια οικογένεια της κόκκινης, παιδεμένης γης έγινε μνήμη; Και σκέφτεται κανείς να μετρήσει παραπάνω…μα…πότε μπορεί μέσα σ’ αυτό να χαθούν τόσο γρήγορα, τόσο αστραπιαία…ανθρώπινες ψυχές…όντα από το ζωικό βασίλειο…η φύση όλη, το βιος, οι ελπίδες, τα όνειρα. Πότε πεθαίνει ένα δέντρο όρθιο, και μια φρεσκοφυτεμένη γλάστρα φωνάζει βοήθεια; Ο θάνατος είναι θάνατος αλλά μπορεί να έρθει πιο γλυκός…ποτέ στη φλόγα μέσα. Πότε φοβούνται τα κατοικίδια και μένουν πίσω, στον αφέντη τους, να μοιραστούν το φόβο του θανάτου μαζί… Η κόλαση γίνεται μεγαλύτερη όταν προχωρά η ίδια σε σένα!

Και βγαίνουν μέσα από τη φωτιά ζωντανά πρόσωπα, με κοκκινόμαυρο χρώμα με ρούχα που η φωτιά άρπαξε…και καραδοκεί να βάλει μεμιάς στο στόμα της…Με το μαρτύριο της αγωνίας στο πρόσωπο, τη δύναμη της ζωής να ζήσει στα μάτια τους…η μάχη ολόρθη για τη γη του ανθρώπου του γενναίου Αυστραλού, που πάλαιψε να την δαμάσει, να την κτίσει με πράσινο χρώμα να έρχονται μαζί, κόποι και πουλιά να τραγουδούν τη δόξα της. Και να η γη τώρα, η κόκκινη να παίρνει πιότερο το χρώμα της φωτιάς.

Γιατί…δεν υπάρχει σκληρότερος τρόπος να περιγράψει κανείς τις φλόγες από το αποτέλεσμά τους, τη στάχτη.  Και για τη στάχτη δεν υπάρχουν περιγραφικά, εκτός από το χρώμα της.

Όλα όσα πορεί να θυμηθεί η ψυχή και να πονέσει την περιγράφουν

Ξημέρωσε η επόμενη μέρα της 7ης Φεβρουαρίου, και η μεθεπόμενη, όπως θα ξημερώσουν κι άλλες. Και μέσα από την εικόνα της τέφρας που βράζει και αχνίζει ακόμα στάχτη, φάνηκαν τόσες άλλες, δυναμικές εικόνες, που ανασαίνουν την ψυχή, δίνουν φτερά στην καρδιά. Άνθρωποι ν’ αναζητούν τους δικούς στα πύρινα τείχη, να βαδίζουν στη λάβρα του αέρα, που δεν ξεχώριζε τη μέρα εκείνη από τη λάβρα της φωτιάς, να ψάχνουν στις φλόγες με ατσαλένια θέληση να βρουν το γείτονα, να χάνουν αδιάφορα πολύτιμες στιγμές για να σώσουν τα κατοικίδια ζώα  τους, να τα ευθανατίζουν ορισμένοι για να μην παρατείνουν τον πόνο τους, με κίνδυνο να χαθούν μαζί τους, να θυσιάζονται για τον δικό, να παγιδεύονται στις γλώσσες της καταστροφής… και ηλικιωμένα ζευγάρια να περιμένουν χέρι με χέρι το τέλος της ζωής τους, παγιδευμένα σ’ ένα γκαράζ με σιδερένια πόρτα, όπου οι φλόγες ούτε το σίδερο θα φοβηθούν για να χωθούν.

Ξένοι να γίνονται δικοί για σωτηρία. Αυτή η αγάπη είναι ο εχθρός της φλόγας. Από το δράμα στον ηρωισμό είναι το θαύμα της ζωής.
 
Η έννοια της εφήμερης ζωής που ζούμε τόσο έντονα σήμερα είναι περισσότερο μέρος μιας ομιλίας του άμβωνα. Δεν πρόκειται εδώ ωστόσο για τη γραμμή της ζωής και όσα θα φέρει ο τελειωμός της στον παράδεισο. Πρόκειται για την ίδια τη γραμμή που περνάει αυτή την ώρα από την κόλαση. Πρόκειται για αυτό που κάνουμε το κάθε εκατοστό της ζωής μας, και που σ΄ αυτό μας παίρνει τόσο εύκολα  η αυτοθυσία.  Κι αυτή την καλή σχέση με τον γείτονα, αυτή τη θυσία, την γνωρίζουν πολύ καλά οι Αυστραλοί. Το mateship, που μοιάζει, μέσα από τη λέξη αυτή, μεγαλύτερο από το friendship.
 
Με δύναμη πνεύματος, ράντισαν και πάλι το χώμα που άφησαν πίσω οι φλόγες. Με δάκρυ ή με πικρό χαμόγελο, η δύναμή τους ορθώθηκε πυρίμαχη, ανεξάντλητη. Θα επιστρέψουν, είπαν οι περισσότεροι, θα κτίσουν και πάλι εκεί που τους πήρε η φωτιά το βιος. Στα κέντρα όπου συνάζονται για να σταθούν στα πόδια τους, η δύναμη του πνεύματος είναι φλόγα που ανασταίνει περισσότερο εμάς που δεν είδαμε το πέρασμα της κόλασης της 7ης Φεβρουαρίου αλλά το νιώσαμε στις πράξεις των συνανθρώπων.
 
Οι θηριωδίες της φύσης έχουν ένα τέλος, όχι όμως και αυτές των ανθρώπων. Και είναι με πληγές που επιστρέφει κανείς πάντα στα ενθύμια του νου για να σκεφτεί τι προκαλεί ο άνθρωπος στον άνθρωπο.
 Συχνά, μπροστά στην τηλεόραση, ή ακούγοντας το ράδιο, είναι για να πάρουμε δύναμη από όσους έζησαν το κόκκινο φιλί του θανάτου. Μα ακόμα και τότε, ορισμένοι από μας δεν είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε.
 
Η μέρα που δεν αφήνει κανείς την σκληρή εμπειρία να γίνει απλά μια κακή θύμηση, η μέρα που ανασταίνεται η στάχτη, αυτή είναι η επόμενη μέρα. Η μέρα που θα ραντίσουμε με ό,τι μπορούμε τη γη εκείνων που την έχασαν. Η επομένη μέρα από τις πυρκαγιές  είναι ακόμα για να σώσουμε.  

Κι όμως η μνήμη φλογίζει ακόμα, θυμίζει ένα θόρυβο που έρχεται, πλησιάζει…και ακόμα και στον ύπνο μας τρίζουν τα δέντρα τα δόντια από φόβο…Ένας Ξυπόλυτος Ήλιος γραμμένος σαν ποίηση στα τετράδια μιας ποιήτριας, έρχεται να ζητήσει καταφύγιο στις σελίδες με πόδια ματωμένα με καρδιά λυγισμένη ζητώντας συγγνώμη για τη δύναμη…τη Δύναμη, τη Φύση. Και τον καλωσορίζουμε σαν άνθρωπο στο κατώφλι με νερό κι ένα κρύο βρεμένο ρούχο στο μέτωπο…κι έτσι μόνο…αγαπώντας τον άνθρωπο όλα σβήνουν όταν πρέπει…όλα διορθώνονται όσο μπορούμε, ακόμα και η συμβολική γραφή που δεν αντέχουμε να γίνεται η κυριολεξία της θεριστικής μηχανής των στοιχείων και ο χαμός του κόπου και της ζωής των δικών μας αδελφών στη ΓΗ, όπου γης.
και δρόσου ξεκούραση

Κάτι στη μνήμη του Brian Naylor, δημοσιογράφου του Καναλιού 9 που χάθηκε εκείνο το Σάββατο με τη σύζυγό του, αλλά και για όλες τις ψυχές που πέταξαν την ίδια μέρα μακριά μας!

Ξυπόλυτος Ήλιος

Η λύρα του Νέρωνα
Φοβίζει
Μαζί με φλόγες οι νότες
Περνούν και κροταλίζουν σε άλλους αιώνες
Φεύγει το μαύρο σύννεφο
Μείναν οι προσευχές
Εσύ κι εγώ σωσμένοι
Εσύ κι εγώ χωσμένοι
Και υπεύθυνοι στη μάχη, έτοιμοι για τη μεγάλη δραπέτευση
Που επιστρέφει στη ζωή
Σίδερα λαμαρίνες
Τέφρος
Τάφρος
Αέρας σκοτεινός
Που αποφάσισε ν’ αλλάξει τα ρούχα μας
Σήμερα
Αλλάξαμε μια χειραψία επί τέλους
Στο Kinglake
Στο Marysville
Με πονεμένα χέρια, με σάρκα να μένει ανοικτή
Αν κι ένωσαν για πάντα οι πληγές τις πληγές της
Και προχωρήσαμε μαζί με τον Ξυπόλητο Ήλιο
Και προχωράμε, με φωτιάς βάδισμα
Και δρόσου ξεκούραση!

The results of a bush fire, Heathcote, Royal National Park, Australia.

The results of a bush fire, Heathcote, Royal National Park, Australia.

Στάθης Ιντζές, Οι αφιερώσεις και οι επιγραφές στην ποίηση της Αλεχάνδρα Πισαρνίκ

images

1.    ΠΡΟΛΟΓΟΣ

1.1.    Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΑΛΕΧΑΝΤΡΑ ΠΙΣΑΡΝΙΚ ΜΕ ΤΗ ΓΑΛΛΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ

Για να προσεγγίσουμε τις αφιερώσεις και τις επιγραφές τής Αλεχάντρα Πισαρνίκ στην ποίησή της, χρειάζεται να κατανοήσουμε τη σχέση της με το κίνημα του Υπερρεαλισμού, που γεννήθηκε στο Παρίσι, αλλά και τη σχέση τής ίδιας με τη Γαλλία. Τα γράμματα τής Πισαρνίκ μαρτυρούν ότι κατά το διάστημα που έζησε στο Παρίσι, έμαθε τα απαιτούμενα γαλλικά ώστε να συμμετέχει στη λογοτεχνική ζωή της πόλης. Είχε ήδη συνείδηση της ελευθερίας του πνεύματός της, «του αμαρτήματος να είσαι ποιήτρια, να έχεις αφήσει μόνη τη μητέρα σου»1. Από τα 18 της, ονειρευόταν να ταξιδέψει στο εξωτερικό και να ζήσει το όνειρό της ως ποιήτρια «Ω! πόσο θέλω να ζω αποκλειστικά για να γράφω!»2. Κάπου αλλού αναφέρει για το Παρίσι: «Είμαι ερωτευμένη με αυτήν την πόλη»3. Έγραψε, αργότερα, για τα χρόνια που έζησε στο Παρίσι: «η μοναδική περίοδος της ζωής μου που γνώρισα την ευτυχία και την ακμή ήταν εκείνα τα τέσσερα χρόνια στο Παρίσι»4. Μέρος εκείνης της ευτυχίας συνίστατο στο ότι μπόρεσε να διαβάσει υπερρεαλιστικά βιβλία στον τόπο όπου το ρεύμα αυτό διείπε τη λογοτεχνική έκφραση και την παραγωγή  λογοτεχνικού έργου και όχι από τα ένα-δύο βιβλιοπωλεία τού Μπουένος Άιρες, όπως το Galatea, που ήταν το πιο ενημερωμένο αναφορικά με τα γαλλικά κείμενα. Τα αναγνώσματά της έγιναν ο τόπος στον οποίο ήθελε να ζει. «Τα αγαπημένα ποιήματα είναι σαν μια πατρίδα»5.
Το Παρίσι δημιουργήθηκε από τους συγγραφείς και τους στοχαστές του. Ο τρόπος ζωής και οι ελευθερίες που προσέφερε σε έναν ποιητή αυτή η πόλη ήταν για την Αλεχάντρα το «υπερρεαλιστικό όνειρο» που ήθελε πάντα να ζήσει. Έζησε στο Παρίσι από το 1960 ως το 1964, όπου εργάστηκε για το περιοδικό Cuadernos και μερικούς γαλλικούς εκδοτικούς οίκους. Δημοσίευσε ποιήματα, κριτικές και μετέφρασε Αρτώ, Μισώ, Σεζάρ και Μπονφουά.
   

1.2.    ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ

–    8 Ιανουαρίου, Παρίσι, 1961

«Στον δρόμο Gay-Lussac ένα παλιό αυτοκίνητο γεμάτο από χαρτόκουτες. Καθισμένος ανάμεσά της, ένας ηλικιωμένος λευκής επιδερμίδας, μαύρο πανωφόρι και μαύρο καπέλο, πρόσωπο όμορφο και λυπημένο. Συλλογίστηκα ότι κανείς, πέραν εμού, δεν γνωρίζει ότι είναι λυπημένος μέσα σε ένα πολύ παλιό αυτοκίνητο σε έναν έρημο δρόμο. Αλλά ξαφνικά είπα στον εαυτό μου: ‘’Κι αν αυτός ο άνδρας δεν υπάρχει, αν δεν υπήρξε;’’ Πλησίασα και πράγματι, δεν υπήρχε κανείς».

–    15 Οκτωβρίου, Μπουένος Άιρες, 1964

«Η μοναξιά τού καθενός. Να μην είσαι αντικείμενο των βλεμμάτων. Να κοιτάς και μερικες φορές να σε κοιτούν. Να χρησιμοποιείς τα μάτια. Όρια. Να μην γράφεις, να μην σε απασχολεί να γράφεις. Να μην παριστάνεις τον Φλωμπέρ. Σε καταλαβαίνει. Αυτή που δεν καταλαβαίνει είμαι εγώ».

1.3.    Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ

–    ΤΟ «ΧΡΕΟΣ» ΤΗΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΑΝΤΡΕ ΜΠΡΕΤΟΝ

Η απόσταση που κράτησε από τον κλασσικό υπερρεαλισμό εξηγείται από το γεγονός ότι ο υπερρεαλιστικός κύκλος του Παρισίου τη δέχτηκε μόλις στις αρχές του 1960, όπου και πήρε την απόφαση να ζήσει εκεί. Η Πισαρνίκ όχι μόνο διάβαζε κλασικά υπερρεαλιστικά κείμενα, όπως το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Μπρετόν Nadja (1928), αλλά και απορρόφησε την ακμάζουσα κριτική διαπλάθοντάς τη σε κριτικό τού υπερρεαλισμού. Επιτέθηκε στον Μπρετόν για το «απελευθερωμένο ασυνείδητο» που διακύρησε. Η Πισαρνίκ δεν μπόρεσε να απελευθερώσει το ασυνείδητό της καθώς χαρακτήριζε τον εσωτερικό της κόσμο σκοτεινό, απειλητικό και μη προσβάσιμο. «Όχι, οι λέξεις δεν συνθέτουν τον έρωτα συνθέτουν την απουσία»6. Έτσι, τον πιο κρίσιμο ρόλο στο έργο της θα τον έπαιζε το αποκρυφιστικό στοιχείο στον χαρακτήρα του Μπρετόν. Η Πισαρνίκ απορρόφησε τα στοιχεία που συνέθεταν τον υπερρεαλισμό την εποχή που εκείνη βρισκόταν στο Παρίσι, δηλαδή τη δεκαετία που οδήγησε στον θάνατο του Μπρετόν το 1966.
Η Πισαρνίκ, ως αναγνώστρια, ταυτίζεται τόσο έντονα με αυτό που διαβάζει κατά τρόπο τέτοιο ώστε να μεταμορφώνεται σε αυτό και υποφέρει από τις συνέπειες. Στο ημερολόγιό της σημειώνει για το «χρέος» της απέναντι στον Μπρετόν « Ίσως είναι εκείνο που ποτέ δεν μου έμαθε και παρόλο αυτά είναι εκείνο που είχε τη μεγαλύτερη επίδραση πάνω μου»7.

–    ΑΝΡΙ ΜΙΣΩ Ή «Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ ΜΑΣ»

Η Αλεχάντρα Πισαρνίκ, επηρεασμένη από το κίνημα του Υπερρεαλισμού, με τις αφιερώσεις και τις επιγραφές στο έργο της, θέλει να δείξει στον αναγνώστη ότι και η ίδια διάβαζε. Και διάβαζε κυρίως υπερρεαλιστές συγγραφείς. Μέσω τού Οκτάβιο Πας, γνώρισε και μελέτησε τον Ανρί Μισώ, ο οποίος ήταν γνωστός ως ο πιο αυθεντικός υπερρεαλιστης, γιατί αρνήθηκε να εισχωρήσει στο κίνημα του Μπρετόν το 1920. Η Πισαρνίκ έγραψε ένα δοκίμιο για τον Ανρί Μισώ ως παρουσίαση για τον βιβλίο του Passages, 1963. Βλέπει τον Μισώ ως «μεγάλο θεραπευτή» και τη γραφή του ως γιατρειά για τη ψυχική διαταραχή. «Η καλύτερη ποίηση του αιώνα μας» έγραψε για τον Μισώ τοποθετώντας τον στο ίδιο ύψος με τον Ρεμπώ και τον Λουτρεαμών. Αναγνωρίζει ότι το έργο του είναι κάτι σαν εξορκισμός, ένας όρος που η ίδια κουβαλά στην ποίησή της, των δικών του δεινών και εμμονών.

–    ΛΑΤΙΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ

Για να αντιληφθούμε τη θέση των Λατινοαμερικάνων λογοτεχνών στον Παρίσι εκείνη την εποχή, αξίζει να σημειώσουμε ότι η Πισαρίνκ υπαινισσόταν ότι η ίδια «ήταν και δεν ήταν υπερρεαλιστής» κάτι που ίσχυε και για τους υπόλοιπους Λατινοαμερικάνους λογοτέχνες που ζούσαν στον Παρίσι την ίδια εποχή.

1.4.    ΓΙΑ ΤΗ ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

σκίτσο της ποιήτριας

Πολλές είναι οι αναφορές ζωγράφων στην ποίηση της Αλεχάντρα Πισαρνίκ (βλ. Κεφάλαιο 3). Η ίδια, πίσω στο Μπουένος Άιρες, επέδειξε ένα ενδιαφέρον για τη ζωγραφική και σπούδασε πλάι στον υπερρεαλιστή Αργεντίνο, με καταλανικές ρίζες, Juan Battle Planas.

Δεν χωρά αμφιβολία ότι αυτή η εξέλιξη επηρέασε αποφασιστικά τον τρόπο που η ποιήτρια θα έγραφε, αργότερα, τα ποιήματά της. «Ευφορία βλέποντας τα κάδρα του Ενρίκε Μολίνα (βλέπε Κεφάλαιο 2, αφιέρωση στον Ενρίκε Μολίνα). Η υπερρεαλιστική ζωγραφική μου αρέσει όσο τίποτα στον κόσμο. Μου αρέσει και με ηρεμεί».8

το κείμενο αποτελεί μέρος της μελέτης
“Οι αφιερώσεις και οι επιγραφές 
στην ποίηση της Αλεχάντρα Πισαρνίκ”
 του Στάθη Ιντζέ

Συνεχίζεται…

*

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ 1

1(Ημερολόγια, σελ 442)
2(Ημερολόγια, σελ. 27 και 64). 
3(Αλληλογραφία, σελ. 68)
4(Αλληλογραφία, σελ. 288)
5(Αλληλογραφία, σελ. 175)
6(Αλληλογραφία, σελ. 304)
7(Ημερολόγια, σελ. 422).
8 Pizarnik, Alejandra: Op. cit., 1992, Buenos Aires, 1964, 8 Ιουλίου, σελ. 261

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο της “Θράκας” στο σύνδεσμο http://thraka-magazine.blogspot.gr/2016/01/1.html

Ξένη Ποίηση το 2015*

Ουίλλιαμ Μπλέικ

Ουίλλιαμ Μπλέικ

≈≈≈≈≈
Ακόμη και σήμερα, που η αφθονία ψηφιακού υλικού και το διαδικτυακό εμπόριο επιδρούν στους όρους πρόσληψης της ξένης λογοτεχνίας και η γενικευμένη γλωσσομάθεια διευκολύνει την πρόσβαση στο πρωτότυπο, η μετάφραση εξακολουθεί να επιτελεί μια κρίσιμη και πολύπτυχη πολιτισμική λειτουργία.

Το καθήκον του μεταφραστή είναι πολλαπλό: να καλύψει κενά της βιβλιογραφίας, να αναδείξει άγνωστες φωνές, να εισαγάγει το παγκόσμιο ρεπερτόριο, ανανεώνοντας το εγχώριο, αλλά και να τολμήσει νέες προσεγγίσεις σε έργα θεωρούμενα ως κλασικά. Προτού αναφερθούμε, δειγματοληπτικά, σε ορισμένους τίτλους της φετινής βιβλιοπαραγωγής, καλό θα ήταν να υπενθυμίσουμε ότι καθοριστικό μέρος της μεταφραστικής δραστηριότητας εντοπίζεται και εκτός αυτής, υπό τη σκέπη λογοτεχνικών περιοδικών και εκδηλώσεων.

Ξεχωρίζουμε, ενδεικτικά, το αφιέρωμα που επιμελήθηκε η Μαρία Τοπάλη για τηΜαρίνα Τσβετάγιεβα στην τελευταία «ποιητική», καθώς και την εκδήλωση για τηνΕλίζαμπεθ Μπίσοπ, με τη φροντίδα του Παναγιώτη Ιωαννίδη, στο πλαίσιο των συναντήσεων «με τα λόγια [γίνεται]» τον περασμένο Μάρτιο.

Τη μερίδα του λέοντος, παρατηρούμε, έχουν οι εκδόσεις Γαβριηλίδης. Σημειώνουμε: σε μετάφραση Γιώργου Ξενία, «Τα Ποιήματα του Μικελάντζελο», λιγότερο γνωστή και πιο προσωπική πτυχή της δημιουργίας του. Τη «Φυσική Μουσική», επιλογή τουΓιώργου Λαμπράκου από το σημαντικό έργο του Ρόμπινσον Τζέφερς. Τη συλλογή τουΤζέιμς Μέριλ «Ο μαύρος κύκνος», σε απόδοση Βασίλη Βασιλικού και Γιώργου Χαλδέζου.

Επίσης, από τη Βανέσσα Θεοδωροπούλου, το «Βαθυγάλαζο με τρίγωνο κενό από άμμο» της καταστασιακής Σινογαλλίδας Αλις Μπέκερ-Χο. Νέες προσθήκες, και οι δύο από το Κουκούτσι, στο πλήθος των μεταφράσεων του Γιάννη Λειβαδά: η ποιητική σύνθεση «Ρεμπό» του Κέρουακ, συνοδευόμενη από δεκαοκτώ χαϊκού, και μια επιλογή δεκαέξι ποιημάτων του Ουίλιαμ Μπλέικ. Από τις ίδιες εκδόσεις και «Το σώμα μου όλο ή φωτιά ή πέτρα» της αναγεννησιακής Γκαμπάρα Στάμπα (εισ.-μτφρ. της Αννας Γρίβα). Με τη «Μορφολογία της τελευταίας όχθης» (Εστία), σε μετάφραση Σπύρου Γιανναρά, το ελληνικό κοινό εισάγεται και στο ποιητικό έργο του Μισέλ Ουελμπέκ.

Ο Γιώργος Βαρθαλίτης υπογράφει «Το θαλασσινό κοιμητήρι» του Πολ Βαλερί(Περισπωμένη), καθώς και μια δίτομη έκδοση με ποιήματα του Πόε, «Τα νεανικά» και «Τα ανάλεκτα» (Gutenberg), σε επιμέλεια του πρόωρα χαμένου Δημήτρη Αρμάου.

Εχουμε ακόμη την προσέγγιση σε τρεις κομβικές μορφές της ποίησης του εικοστού αιώνα: το «Αγριόχορτο» της Αννα Αχμάτοβα, σε μετάφραση Δημήτρη Τριανταφυλλίδη(s@mizdat), το «Πένθιμο Μπλουζ και άλλα ποιήματα» του Γ.Χ. Οντεν από τον Ερρίκο Σοφρά (Κίχλη) και την «Ηλιόπετρα» (Gutenberg, μτφρ. Κώστα Κουτσουρέλη), σημαντική σύνθεση του Οκτάβιο Παζ.

Γ.Χ. Όντεν

Γ.Χ. Όντεν

Για το τέλος, δύο καταθέσεις-σφραγίδες. Αφενός, η προσωπική ανθολογία του Αλέξανδρου Ισαρη, «Εξι Ευρωπαίοι Ποιητές» (Gutenberg), οι Τρακλ, Ταρκόφσκι, Ρίλκε, Μπέρνχαρντ, Γκολ και Μπεν, «παιδιά», όλοι τους, «της Γηραιάς Ευρώπης», συναρμοσμένοι από το «μάτι» του μεταφραστή τους. Αφετέρου, το ξανακοίταγμα του «33x3x33» (Νεφέλη), επιλογή από το έργο του Ε.Ε. Κάμινγκς, που επιμελήθηκε οΧάρης Βλαβιανός, στο πλαίσιο του επίμονου και ενσυνείδητου διαλόγου του με την αγγλόφωνη ποίηση.

*Το κείμενο δημοσιεύεται με τον τίτλο “ΞΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ” στην “Εφημερίδα των Συντακτών” και μπορεί να βρεθεί εδώ: http://www.efsyn.gr/arthro/perifora-se-alli-glossa

Ελληνική ποίηση το 2015*

Κώστας Βάρναλης

Κώστας Βάρναλης

≈≈≈≈≈
Η σύνθετη κρίση της εποχής μας φαίνεται πως από τη μία πλευρά αναμοχλεύει γόνιμα την τρέχουσα ποιητική παραγωγή νεότερων και ωριμότερων ποιητών κι από την άλλη η ποίηση αυτόνομα ακολουθεί τον δρόμο της, την αυτοτροφοδοτούμενη καλλιτεχνική της δυναμική.

Συγκεντρωτικές εκδόσεις

Με νέα έκδοση, φιλολογικά άρτια, των ποιημάτων του Κώστα Βάρναλη, «Απαντα τα ποιητικά 1904-1975» (Κέδρος), ο σύγχρονος αναγνώστης ψηλαφεί τον πηγαίο σαρκασμό, το λυρικό βάθος και το ουμανιστικό βλέμμα της κοινωνικής αγωνίας του ποιητή. Σε άλλο κλίμα και τόνο κινούνται τα «Απαντα ποιήματα» (Παπαδόπουλος) του αισθητιστή της γενιάς του ’30 Αλέξανδρου Μάτσα, με τον αστικό λυρισμό και τον πλάγιο κλασικισμό στην έκφραση.

Με νέα έκδοση, φιλολογικά άρτια, των ποιημάτων του Κώστα Βάρναλη, «Απαντα τα ποιητικά 1904-1975» (Κέδρος), ο σύγχρονος αναγνώστης ψηλαφεί τον πηγαίο σαρκασμό, το λυρικό βάθος και το ουμανιστικό βλέμμα της κοινωνικής αγωνίας του ποιητή.

Σε άλλο κλίμα και τόνο κινούνται τα «Απαντα ποιήματα» (Παπαδόπουλος) του αισθητιστή της γενιάς του ’30 Αλέξανδρου Μάτσα, με τον αστικό λυρισμό και τον πλάγιο κλασικισμό στην έκφραση.

Ο Χριστόφορος Λιοντάκης στη συγκεντρωτική έκδοση «Ποιήματα 1982-2010» (Γαβριηλίδης), αντλώντας τόσο από τα πατερικά κείμενα όσα και από την αρχαία ελληνική γραμματεία, εγγράφει τα πρόσωπα και τα θέματά του στο παρόν συναιρώντας τον χρόνο.

Χριστόφορος Λιοντάκης

Χριστόφορος Λιοντάκης

Η Μαρία Λαϊνά υπό τον τίτλο «Σε τόπο ξερό» (Πατάκη) συστεγάζει ποιήματα εκδομένα ανάμεσα στο 1970 και το 2012. Μινιμαλιστική, στοχαστική, γυμνή ποιητική σε καιρούς άνυδρους και θορυβώδεις. 

Μια σημαντική επανέκδοση, μετά από δέκα χρόνια απουσίας, είναι τα «Ποιήματα 1957-1983» (Ποταμός) του Θωμά Γκόρπα, αυτής της φυγόκεντρης, πληθωρικής, σαρκαστικής, τρυφερής φωνής, που γέννησε την τάση «γκορπισμός».

Θωμάς Γκόρπας

Θωμάς Γκόρπας

Ο Νάσος Βαγενάς, στη «Βιογραφία. Ποιήματα 1974–2014» (Κέδρος), κινούμενος μεταξύ μοντέρνου και μεταμοντέρνου, ειρωνικός, σαρκαστικός και μελαγχολικός, αλλά και παιγνιώδης, μεταποιεί και συγχρονίζει το μεσοπολεμικό spleen του Καρυωτάκη στο μεταπολιτευτικό μας spleen.

Νάσος Βαγενάς

Νάσος Βαγενάς

Ατομικές συλλογές

Σε αντίθεση με άλλες χρονιές, η ποιητική παραγωγή του 2015 φαίνεται επιπρόσθετα να θεματοποιεί και να αποσαφηνίζει το εκτόπισμα της κρίσης και της δυστοπίας μας.

Ο ποιητής Γιάννης Δάλλας με τα «Υστερόγραφά» του (Ηριδανός) μας δίνει μεταξύ άλλων ένα ποίημα αναφοράς, το «Ως ευ παρέστητε». Στην ποίησή του δεν συναντιούνται οι εξορίες του Τίτου Πατρίκιου ή του Τάσου Λειβαδίτη, ούτε η χαμηλή φωνή του Μανώλη Αναγνωστάκη, αλλά ένας τόνος μεταξύ Μαγιακόφσκι (πιο χαμηλός) και Σικελιανού (λιγότερο θεατρικός).

Ο Νάνος Βαλαωρίτης, στο κλείσιμο της χρονιάς, εμφανίζεται με το βιβλίο «Στο υποκύανο μάτι του Κύκλωπα» (Ψυχογιός), όπου, κινούμενος μεταξύ φανταστικού παιχνιδιού και κριτικής απόστασης, μετεωρίζεται από την εποχή στη «συγκυρία».

Ο Μάρκος Μέσκος στην «Αλφα Βήτα» (Κίχλη), μένοντας συνεπής στον ταυτοτικό του στίχο «όσα είπαμε παλιά ισχύουν», εμπλουτίζει την ποίησή του και την ποίηση γενικώς με κρίσιμες εικόνες και ατόφιο ανθρωπισμό. Αξίζει να σταθούμε στον δεύτερο τόμο του συνθετικού ποιήματος «Σύσσημον ή τα Κεφάλαια» (Το Ροδακιό) του ακριβοθώρητου Νίκου Παναγιωτόπουλου, ο οποίος συνδυάζει την ποιητική πολυτροπία με την κατάδυση σε μνήμες συλλογικές και ατομικές.

Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος στη συλλογή «Με δίχτυ τον άνεμο» (Κίχλη) συνομιλεί ρυθμικά με πρότυπα γραφής και μεταποιεί βιογραφικά στιγμιότυπα σε τέχνη. Ο Πάνος Κυπαρίσσης στο «Σκύβοντας ουρανέ» (Γαβριηλίδης) μας ξαφνιάζει για άλλη μια φορά με τα ιδιαίτερα μετρήματά του και την όλη ποιητική αίσθηση που κομίζει.
Διακρίνουμε επίσης τις συλλογές: «Η μόνη της περιουσία» (Αγρα) της χαμηλόφωνης και ενδοσκοπικής Ανθής Μαρωνίτη, αλλά και τον παιγνιώδη, ιστορικοφανή και πλαγίως αυτοβιογραφικό Δημήτρη Καλοκύρη στην «Ισαύρων» (Αγρα).

Επίσης υπογραμμίζουμε τα «Στασιώτικα» του Γιώργου Μπλάνα (Γαβριηλίδης), τα πνευματώδη και σπινθηροβόλα ίχνη του Χάρη Βλαβιανού στο «Γιατί γράφω ποίηση» (Αγρα), αλλά και τις συλλογές της Ζωής Σαμαρά «Είδα τις λέξεις να χορεύουν» (Γκοβόστης) και του Δημήτρη Λαμπρέλλη «Τυφλός Κορυδαλλός» (Κουκούτσι).

Νεότερες φωνές

Από τους νεότερους ποιητές μας στεκόμαστε στον «Αρλεκίνο» (Περισπωμένη) του Γιώργου Λίλλη, όπου διασταυρώνει ρομαντική με λυρική προδιάθεση, και στο «Κελαηδιστό πουκάμισο» (Κουκούτσι) του Βασίλη Ζηλάκου.

Επίσης, στον αλλόκοτο ποιητικό κόσμο του Κυριάκου Συφιλτζόγλου «Στο σπίτι του κρεμασμένου» (Θράκα), αλλά και στα «Πλευρικά» της Μαίρης Κλιγκάτση (Γαβριηλίδης).

Ο Θωμάς Τσαλαπάτης παλμογραφεί τους κοινωνικούς κραδασμούς με γλωσσικά και ψυχικά κολάζ, αντανακλάσεις αναγνώσεων και φασματικές εμμονές στην «Αλμπα» (Εκάτη), ενώ η Αννα Γρίβα στο «Ετσι είναι τα πουλιά» (Γαβριηλίδης) χαράσσει την ιδιοπροσωπία της ισορροπώντας σε συναισθηματικές εντάσεις και γλωσσικές επιλογές με τη μεταποιημένη μνήμη.

Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε το «Ποιητικό Αίτιο» (Εντευκτήριο) του Ενο Αγκόλλι,αλλά και το «Ενα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου» (Πόλις) του διευθυντή του αξιόλογου λογοτεχνικού περιοδικού «Φρέαρ», Δημήτρη Αγγελή, ο οποίος, μέσα από αναπάντεχες εικόνες ονειρικής υφής ή παραμυθητικής υφής, σμιλεύει το χάος της ύπαρξης και του κόσμου.

*Το κείμενο είναι του ποιητή Πέτρου Γκολίτση και έχει τον τίτλο “ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ”. Δημοσιεύτηκε στην “Εφημερίδα των Συντακτών” και μπορεί να βρει στο σύνδεσμο http://www.efsyn.gr/arthro/diatheseis-kai-taseis

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Παραμυθία και απάντηση

2010010913_003

Ζούμε σε έναν κόσμο όπου κάποιοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τη ζωή μέσα από μια επίπλαστη, πέρα για πέρα ψεύτικη εικόνα, αυτή που τους προσφέρεται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και την καταπίνουν αμάσητη, επειδή η πραγματικότητα που ζουν δεν μπορεί να τους προσφέρει κάποια διαφορετική διέξοδο, μια κάποια χαραμάδα προς την κατανόηση του κόσμου, τον αυτοσεβασμό τους.

Οι άνθρωποι έχουν χάσει τον πραγματικό χρόνο, τον ουσιαστικό χρόνο που ωριμάζουν τα πράγματα, έχουν χάσει την αναγκαία βραδύτητα – απαραίτητη για τη σκέψη, για την αίσθηση και την απόλαυση της ζωής. Θεωρούν υπέρτατη αξία το χρήμα, μαθαίνοντας να εκτιμούν μόνον ό, τι αγοράζεται και πουλιέται. Οπότε ακόμα και η εκπλήρωση βασικών αναγκών τους, όπως το φαγητό, ο έρωτας, η ανάγνωση, έχουν καταντήσει «προϊόντα» προς εκμετάλλευση.
Ζούμε σε έναν κόσμο διαδικτυακού παιχνιδότοπου, που τρέφει την ψευδαίσθηση της «ανοιχτής, πανανθρώπινης ελευθερίας», του «δημόσιου διαλόγου», αγνοώντας ότι ο πολύχρωμος αυτός κόσμος της διαδραστικής εικόνας είναι απλώς προέκταση του φυσικού μας κόσμου. Αγνοώντας ότι στο βαθμό που ο φυσικός κόσμος έχει καταντήσει μια στυγνή και βάρβαρη αγορά, που υποτάσσει κάθε δίκαιο και ηθική στους νόμους του άγριου χρηματιστικού κέρδους, το ίδιο ακριβώς ισχύει και στον διαδικτυακό. Πέρα από την όποια αδιαμφισβήτητη χρησιμότητα του διαδικτύου, ως εργαλείου, ζούμε σε ένα απέραντο ψηφιακό εργοστάσιο, όπου οι πάντες, είτε μας αρέσει είτε όχι, διαθέτουμε ακατάπαυστα τις υπηρεσίες μας, το χρόνο μας, τη ζωή μας.

Οι άνθρωποι πορεύονται, πλέον, διδασκόμενοι να μην ελπίζουν κάτι καλύτερο από το προσωπικό, εθισμένοι στο να αντικρίζουν τον κόσμο με τα τρύπια μάτια της Μπάρμπι, μαθαίνοντας ότι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή είναι το εύκολο, γρήγορο κέρδος, χάνοντας το βιβλίο και το διάβασμα ως εργαλείο ζωής.

Ωστόσο, βιβλίο εστί παραμυθία και απάντηση. Με το βιβλίο γαληνεύουν ο νους και η ψυχή, για να μπορέσουν να ξανακοιταχτούν στο μαγικό τους καθρέφτη και να πλάσουν το όραμα της επόμενης μέρας. Βιβλίο και διάβασμα οδήγησαν το ανθρώπινο γένος στην εξέλιξη, μέσα από την ευγένεια κάθε συναισθήματος. Με το βιβλίο και το διάβασμα θα αντιμετωπιστούν, εκ νέου, οι παραλογισμοί των δύσμοιρων καιρών μας. Με όπλα διαχρονικά πνευματικά, με στρατούς εννοιών, με ήθος και αξιοπρέπεια θα αντιμετωπιστούν οι ξύλινοι έως ανόητοι λόγοι, οι γυρολόγοι πωλητές των ανθρώπινων αναγκών. Η αναδημιουργία ενός καλύτερου, δικαιότερου κόσμου, ξεκινά από εδώ, από τις σκέψεις που αναδύονται μέσα από τις γραμμές των βιβλίων και των κειμένων.

Ας γίνουν οι τόποι του βιβλίου τόποι απόδρασης, η σκέψη τόπος προορισμού, οι χάρτινες σελίδες ριπές θαλασσινής αύρας χειμώνα – καλοκαίρι και οι γειτονιές των καταφρονεμένων γειτονιές των βιβλιοφάγων: οι καταφρονεμένοι θα πάψουν να είναι οι αμελητέοι του συστήματος και θα γίνουν οι σκεπτόμενοι κριτές του.

Ας διαβάζουμε στους δρόμους. Σε πεζούλες, σε παγκάκια, σε πάρκα. Εκεί που το κείμενο αναπνέει μακριά από τα θερμοκήπια της πλήξης. Εκεί που οι λέξεις μπλέκουν με τις μορφές, η ποίηση των στίχων με τον πεζό των πεζοδρομίων, εκεί που οι εικόνες μπλέκουν με τις εικόνες. Ας διαβάζουμε στο μετρό, στα τρόλεϊ, στα λεωφορεία, αφήνοντας τον συνειρμό να τρέχει γρηγορότερα από το συρμό.

Ας κάνουμε τα πάντα στη ζωή μας έχοντας δίπλα μας ένα βιβλίο. Ας τρώμε παρέα με ένα βιβλίο, ας πίνουμε κρατώντας ένα βιβλίο, ας κοιμόμαστε συντροφιά με ένα βιβλίο. Οι σελίδες του αναζητούν χώρο στα πιο πυκνοκατοικημένα ράφια της ψυχής μας. Από το σπίτι, από τη δουλειά, από το δρόμο, ας χαρίσουμε ένα βιβλίο, ας ανταλλάξουμε ένα βιβλίο, ας στείλουμε ένα βιβλίο, ας δώσουμε ένα βιβλίο στον άλλον. Είναι η μόνη απάντηση στους διαταραγμένους καιρούς μας, όπου η ψυχή ψάχνει κάπου να πιαστεί, όπου τα μάτια αναζητούν την ελπίδα, όπου ο νους αγωνιά να γοητευτεί για να πράξει.

Ήρθε η ώρα να ξαναμυηθούμε στη σοφία των αιώνων, με το βιβλίο. Ας γίνει, λοιπόν, η ανάγκη γνώση και επίγνωση. Οι βιβλιοθήκες, οι τόποι βιβλιοσυναντήσεων είναι ανοιχτά και μας περιμένουν. Ας πράξουμε μια επανάσταση. Ας αντισταθούμε στην απομόνωση και στον κοινωνικό αποκλεισμό. Ας σηκωθούμε από τον καναπέ της τηλεόρασης κι ας πάμε σε μια συνάντηση συγγραφέων. Για μας γράφουν, ακόμη κι όταν είναι κλεισμένοι στο σύμπαν τους. Το δικαιούμαστε, καθώς τα βιβλία είναι ανοιχτά σε όλους ανεξαιρέτως, είναι πιο ελεύθερα και δημοκρατικά ακόμη κι από αυτούς που τα γράφουν.

Και ναι, είναι η φυγή από την πραγματικότητα μέσα στην πραγματικότητα, είναι το νυχτερινό ραντεβού, η ανάπαυλα την ώρα της ξεκούρασης, η απογευματινή σιέστα με παγωμένο κοκτέιλ κάτω από τον ήλιο ή με παγωτό σοκολάτα.
Οι λέξεις, οι σκέψεις, μας ανοίγονται απλόχερα. Είναι εκεί για μας. Ο αναγνώστης έχει πια τον πρώτο λόγο. Ο πολίτης έχει πια τον πρώτο λόγο. Ας γίνει, λοιπόν, ο πολίτης αναγνώστης και ο αναγνώστης πολίτης. Τότε, το συλλογικό νόημα της επίγνωσης θα’ ναι τόσο εκκωφαντικό που κανείς δεν θα μπορεί να το αγνοήσει.
Τότε η επανάσταση της ανάγκης θα έχει γίνει πράξη.

Εκεί που τα φίδια δεν αλλάζουν δέρμα – Η ποίηση των αυτοχθόνων της Αυστραλίας

Αborigines-7

Επιμέλεια-Εισαγωγή: Shon Arieh-Lerer, Jazra Khaleed. Μετάφραση: Δανάη Σιώζιου, Jazra Khaleed.

Αν και οι Αβορίγινες ζουν στην Αυστραλία εδώ και 40.000 χρόνια, σήμερα αποτελούν μια μικρή μειονότητα, λιγότερο από το 2% του συνολικού πληθυσμού. Δεν ήταν πάντα έτσι. Όταν ο Captain Cook πάτησε το πόδι του στην Αυστραλία το 1788, ανακήρυξε το νησί terra nullius, χώρα έρημη και ακατοίκητη, αν και από την πρώτη στιγμή ήρθε σε επαφή με τους αυτόχθονες. Οι αποικιοκράτες κατάλαβαν από νωρίς ότι ο τρόπος ζωής των φυλών που ζούσαν στην Αυστραλία ήταν τελείως διαφορετικός από αυτόν των Ευρωπαίων. Επιπλέον, ήταν φανερό ότι δεν μπορούσαν να τους διώξουν από τη γη τους χαρίζοντάς τους καθρεφτάκια και χάντρες. Κάτι τέτοιο θα γινόταν μόνο με τη βία. Η συστηματική γενοκτονία των αυτοχθόνων από τους αποικιοκράτες διήρκησε περισσότερο από εκατό χρόνια, έως τις αρχές του εικοστού αιώνα. Χιλιάδες Αβορίγινες απομακρύνθηκαν από τις εστίες τους, βασανίστηκαν, βιάστηκαν και οδηγήθηκαν στη σκλαβιά -περισσότερο από το 75% του πληθυσμού εξολοθρεύτηκε. Οι άποικοι κατέλαβαν τη γη τους και απαγόρεψαν τις τελετές και τις διαλέκτους που μιλούσαν.

Ακόμα και μετά το 1901, όταν η αποικία της Αυστραλίας ανακηρύχτηκε κυρίαρχο και αυτόνομο κράτος, οι διωγμοί δεν σταμάτησαν. Οι αυτόχθονες ήταν αναγκασμένοι να ζουν σε συνθήκες apartheid. Χιλιάδες παιδιά απομακρύνθηκαν από τους δικούς τους και είτε δόθηκαν σε λευκές οικογένειες είτε κλείστηκαν σε ιδρύματα που έμοιαζαν περισσότερο με στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ακόμα και όταν το 1948 τους δόθηκε η ιθαγένεια, πολλοί Αβορίγινες δεν είχαν το δικαίωμα να ψηφίσουν μέχρι τη δεκαετία του ’60. Μάλιστα, μέχρι το 1967, το Σύνταγμα της Αυστραλίας διευκρίνιζε ότι «οι αυτόχθονες Αβορίγινες δεν πρέπει να υπολογίζονται» ως κομμάτι του πληθυσμού της Αυστραλίας.

Αυτή η αδυσώπητη επίθεση στη ζωή και τον πολιτισμό των αυτοχθόνων δεν έμεινε αναπάντητη. Από την πρώτη στιγμή, οι φυλές που κατοικούσαν στην Αυστραλία απέδειξαν ότι ήταν «περήφανοι πολεμιστές», όπως γράφει η Bobbi Sykes (1945-) στο ποίημα «Ρέκβιεμ», που έχουμε μεταφράσει. Οι αγώνες των Αβορίγινων ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση κορυφώθηκαν στις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Με το βλέμμα στραμμένο στην ανταρσία των μαύρων στην Αμερική και στα απελευθερωτικά κινήματα στην Αφρική, οι αυτόχθονες της Αυστραλίας εξεγέρθηκαν ενάντια στη λευκή εξουσία. Βασική απαίτησή τους ήταν, και παραμένει, το δικαίωμα στη γη των προγόνων τους.

Μέσα από αυτές τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες ξεπήδησαν οι ποιητικές φωνές που παρουσιάζουμε. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι παρόλο που η ποίηση και το τραγούδι των αυτοχθόνων της Αυστραλίας έχουν παράδοση αιώνων, αποσιωπήθηκαν και καταπιέστηκαν συστηματικά από τους αποικιοκράτες. Όλοι οι ποιητές και όλες οι ποιήτριες που φιλοξενούνται σ’ αυτό το τεύχος του Τεφλόν υπήρξαν θύματα ρατσιστικών επιθέσεων, διωγμών και καταπίεσης, ειδικά στα νεανικά τους χρόνια. Η Bobbi Sykes συνελήφθη σε διαμαρτυρία. Ο Kevin Gilbert και ο Mudrooroo φυλακίστηκαν για εγκληματικές ενέργειες -ο Gilbert για φόνο. Τραγικότερος όλων ο Robert Walker (1958-1984), ο οποίος ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από τους φρουρούς της φυλακής.

Το μικρό αυτό αφιέρωμα στην ποίηση των αυτοχθόνων της Αυστραλίας ξεκινάει με δύο ποιήματα από τη συλλογή We Are Going (1964) της Oodgeroo Noonuccal (1920-1993), την πρώτη ποιητική συλλογή που εξέδωσε ποτέ Αβορίγινας ποιητής ή ποιήτρια. Η Noonuccal -επιφανής ποιήτρια, συγγραφέας και ακτιβίστρια- χρησιμοποιεί συνειδητά τον στίχο ως μέσο προπαγάνδας με σκοπό να διατρανώσει την περηφάνια για την καταγωγή της, να περιγράφει τα δεινά της φυλής της και να απαιτήσει ισότητα και ισονομία. Όπως φαίνεται και στο ποίημα «Η δυστυχισμένη φυλή», η Noonuccal στρέφεται ενάντια στον τρόπο ζωής των λευκών, την εκμετάλλευση της εργασίας και την ιεραρχική δομή εξουσίας.

Την ακολουθούν ποιητές όπως ο Jack Davis (1917-2000) και ο Kevin Gilbert (1933-1993). Ο πρώτος, ιδιαίτερα δραστήριος πολιτικά, δίνει συχνά στα ποιήματά του μία παγκόσμια διάσταση εκφράζοντας τις σκέψεις του για γεγονότα που συμβαίνουν εκτός Αυστραλίας και πέρα από την καθημερινότητα των Αβορίγινων. Ο δεύτερος υιοθετεί έναν πιο καυστικό, ορμητικό τρόπο γραφής και δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει ιδιωματισμούς των αυτοχθόνων. Στο ποίημα «Δέντρο», που θα διαβάσετε παρακάτω, καταπιάνεται με ένα θέμα που συναντάμε συχνά στην ποίηση των Αβορίγινων: τους πανάρχαιους δεσμούς τους με τη γη και τη φύση.

Η πλειοψηφία της κριτικής στην Αυστραλία αντιμετώπισε από την αρχή την ποίηση των Αβορίγινων με καχυποψία και αρκετές φορές με εχθρότητα. Όπως οι άποικοι δεν μπόρεσαν να καταλάβουν ή θεώρησαν εχθρικό προς αυτούς τον τρόπο ζωής των Αβορίγινων, έτσι και οι λευκοί διανοούμενοι, είτε συνειδητά ως απολογητές της εξουσίας είτε λόγω της αδυναμίας τους να δουν πέρα από τον ποιητικό «κανόνα», αρνούνται να αναγνωρίσουν τη δύναμη και την αμεσότητα του ποιητικού έργου των αυτοχθόνων. Η ποίησή τους ενοχλεί, καθώς αποτελεί όχι μόνο υπενθύμιση των κτηνωδιών του παρελθόντος και του ρατσισμού του παρόντος αλλά και απειλή για την εξουσία και τη νομιμοποίησή της.

Παρά τις όποιες τεχνικές αδυναμίες τους, πολλά από τα ποιήματα των Αβορίγινων αψηφούν και ταρακουνούν τους ποιητικούς κανόνες. Δεν είναι λίγοι οι ποιητές και οι ποιήτριες που πειραματίζονται με την επαναληπτικότητα, τον ελεύθερο στίχο, τον ρυθμό και τις διακυμάνσεις στον βηματισμό. Ταυτόχρονα, όμως, το έργο τους συγκλονίζεται από, πολλές φορές οδυνηρά, αδιέξοδα και αντιφάσεις, καθώς συχνά βρίσκονται εγκλωβισμένοι/ες μεταξύ της προφορικής παράδοσης της φυλής τους, η οποία έχει ιστορία χιλιάδων ετών, και μιας γλώσσας ξένης προς αυτούς/ές, η οποία όχι μόνο τους επιβλήθηκε μέσω μιας ελλιπούς εκπαίδευσης αλλά και κουβαλάει μέσα της επώδυνες αναμνήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι κάποιοι/ες από τους Αβορίγινες ποιητές και ποιήτριες υιοθετούν συχνά, ίσως και λόγω έλλειψης αυτοπεποίθησης, απλοϊκές και συμβατικές φόρμες της ευρωπαϊκής ποιητικής παράδοσης (όπως ο Jack Davis στο ποίημα «Οι Αβορίγινες των πόλεων»).

Οι δεσμοί της ποίησης των Αβορίγινων με τη Δύση διαρρηγνύονται με την εμφάνιση των Mudrooroo (1938-) και Lionel Fogarty (1958-). Αυτοί οι δύο ξεκινούν τη δεκαετία του ’80 ένα σημειωτικό αντάρτικο ενάντια στην αγγλική γλώσσα φέρνοντας στο προσκήνιο την προφορική παράδοση των αυτοχθόνων. Και οι δύο συχνά χρησιμοποιούν στοιχεία των διαλέκτων που μιλούν οι φυλές τους, λέξεις και φράσεις που κάνουν δύσκολη την κατανόηση των ποιημάτων τους από τους μη Αβορίγινες. Ο πρώτος, ο οποίος το 1988 άλλαξε το όνομά του από Colin Johnson σε Mudrooroo, χρησιμοποιεί σε ποιήματα όπως το «Δίνουν στον Jacky δικαιώματα» στοιχεία από τον παραδοσιακό «κύκλο» τραγουδιών των Αβορίγινων. Αλλού μπλέκει τα Αγγλικά με λέξεις της διαλέκτου των Nyungar (ΝΔ Αυστραλία) και επαναπροσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο μιλιέται η διάλεκτος αυτή (Neo-Nyungar). Ο Fogarty, ο οποίος συστήνεται ως ρήτορας και όχι ως συγγραφέας, χειρίζεται την αγγλική γλώσσα όπως «ένας δερβίσης χειρίζεται ένα ραβδί», σύμφωνα με τον Kevin Gilbert. Χρησιμοποιεί τη γλώσσα των αποίκων με σκοπό να ακυρώσει την επιβολή της και να δημιουργήσει μια νέα αντι-γλώσσα ελεύθερη από κανόνες και περιορισμούς, μια έκρηξη αμφισημίας και πολυσημίας.

Επιτρέψτε μας να κλείσουμε αυτή την εισαγωγή με τα λόγια του ίδιου του Lionel Fogarty: «Η ποίησή μου είναι μια παράσταση της λογοτεχνικής προφορικής παράδοσης, ένας τρόπος να χρησιμοποιήσω τα αγγλικά που μιλά η φυλή μου ενάντια στα Αγγλικά. Με τα γραπτά μου θέλω να καθοδηγήσω τις επερχόμενες γενεές των Αβορίγινων μακριά από τον ευρωπαϊκό αποικιοκρατικό τρόπο γραφής (…) Στο έργο μου δεν πιστεύω στον συμβιβασμό σε καμία περίπτωση. Δεν θέλω να είμαι ένας συγγραφέας της συμφιλίωσης ή ένας ρεφορμιστής. Θέλω να χτυπάω στο μυαλό και να ξεπερνάω τα όρια. Δεν έχει σημασία αν χρησιμοποιώ τους σωστούς γραμματικούς κανόνες ή το δικό τους στιλ γραφής, γιατί ο λευκός πάντα θα επικρίνει τα γραπτά. Ο λευκός δεν θα καταλάβει ποτέ πλήρως τι σκέφτεται ένας μαύρος όταν γράφει. Ίσως αυτό αλλάξει στις επερχόμενες γενεές».

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο ποιητικό περιοδικό “Τεφλόν”, τεύχος 2, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2009-2010, απ’ όπου και το αναδημοσιεύουμε. Από τα ποιήματα του αφιερώματος αυτού του περιοδικού ‘Τεφλόν”, θα καταβάλουμε προσπάθεια να τα (ανα)δημοσιεύσουμε όλα, αρχίζοντας από το ποίημα του Lionel Fogarty “Τρελές ψυχές” σε μετάφραση Jazra Khaleed.

Percy Bysshe Shelley, Περί Ζωής

shelley-image

*Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας

ΕΝΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Αν η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού, τότε είναι σίγουρα πολύ πιο πολιτικό να ασχοληθούμε με την ποίηση ή και τη φιλοσοφία. Δυστυχώς, τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη δεν είναι άμεσα και αυτονόητα δεδομένες ως πολιτικός λόγος. Οι αίθουσες των catering και των εγκεκριμένων προϋπολογισμών χωρούν πολλούς «κρατικοποιημένους» ποιητές και πλήθος καθεστωτικών φιλοσόφων. Προς το παρόν. Γιατί οι εξουσίες δεν έχουν πραγματικούς φίλους και δικούς∙ μόνο συνεργάτες, που όταν δεν μπορούν πια να παράγουν ιδεολογία τούς πετούν στον δρόμο, χωρίς καν τις «νόμιμες αποζημιώσεις». Ποίηση και φιλοσοφία πράττουμε μόνον ως αυτόνομα, ανεπίτευκτα, ακατονόμαστα, αδιαβάθμητα υποκείμενα που στοχεύουν την αυτονομία, το ανεπίτευκτο, το ακατονόμαστο και το αδιαβάθμητο των άλλων. Και οι ριζικά πολιτικές αυτές πράξεις έχουν μια κάθετη προϋπόθεση: τη συνεχή αγωνία για το νόημα της ζωής και της ύπαρξης. Όχι τη συνεχή αναρώτηση, αλλά τη συνεχή αγωνία. Όταν αναρωτιέσαι για το νόημα της ζωής και της ύπαρξης, πραγματοποιείς το εφικτό. Όταν αγωνιάς, επιχειρείς το ανέφικτο, το πολιτικό. Τι νόημα έχει να δίνουμε εφικτές απαντήσεις στην κοινωνική αθλιότητα που δεν γνωρίζει όρια και προϋποθέσεις; Τι νόημα έχει να κατονομάζουμε την ευημερία ως υλική ευμάρεια; Η λογική της εξουσίας χρησιμοποιεί τα ονόματα ως σήματα σε άπειρους και άπειρα διασταυρωνόμενους δρόμους προς το ψεύδος. Ωστόσο, ακόμα και αυτή τη σημειολογική συνθήκη ‐για την οποία εργάζονται αρκετοί «ριζοσπάστες» διανοούμενοι‐ κάποτε την ξεπερνά.

Το κείμενο του Percy Bysshe Shelley είναι ένα από τα δοκίμια που σχεδίαζε και εγκατέλειπε, όταν έπρεπε να συνεχίσει με τα επιχειρήματα των απόψεών του. Αυτό που ήθελε να πει το είχε πει. Τα επιχειρήματα δεν ανήκαν σ’ αυτόν, αλλά στην τάξη της εξουσίας. Ας διαβαστεί με προσοχή. Περιέχει μερικές από τις ιδέες που συγκλόνισαν την σκέψη του δυτικού κόσμου. Ένα μόνο κείμενο κι αυτό ασυμπλήρωτο!

Η ΖΩΗ, ο κόσμος ‐ή όπως αλλιώς θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αυτό που είμαστε και νιώθουμε‐ είναι πράγμα καταπληκτικό. Η καταχνιά της οικειότητας μας κρύβει το θαύμα της ύπαρξής μας. Ορισμένες εφήμερες μεταβολές της μας αφήνουν κατάπληκτους, όμως το μέγα θαύμα είναι αυτή καθαυτή. Οι αυτοκρατορίες έρχονται και παρέρχονται, οι δυναστείες βουλιάζουν, παίρνοντας μαζί τους τις απόψεις που τις στήριζαν∙ τα θρησκευτικά και πολιτικά συστήματα γεννιούνται και σβήνουν. Μα τι είναι όλα αυτά μπροστά στη ζωή;

Τι είναι οι περιστροφές της σφαίρας που κατοικούμε, και οι λειτουργίες των στοιχείων που τη συνθέτουν, σε σχέση με τη ζωή; Τι είναι το σύμπαν των αστέρων και των ήλιων, ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγεται ετούτη εδώ η γη, και τι είναι η κίνηση και το πεπρωμένο τους, σε σύγκριση με τη ζωή; Η ζωή, το μέγα ετούτο θαύμα, δεν μας καταπλήσσει επειδή είναι θαυμάσια αυτή καθαυτή. Και είναι προτιμότερο να μας οχυρώνει αυτή η οικειότητα για ό,τι είναι τόσο προφανές και τόσο ανεξιχνίαστο, παρά να εγκαταλειφθούμε σ’ έναν θαυμασμό που θα γνωρίσει και θα περιβάλει με στείρο σεβασμό τις λειτουργίες του αντικειμένου του.

Αν κάποιος καλλιτέχνης ‐δεν λέω πραγματοποιούσε‐ απλά συλλάμβανε την ιδέα ενός ανύπαρκτου ηλιακού συστήματος με αστέρες και πλανήτες, και μας το παρίστανε με λέξεις ή στον καμβά, το μαγικό θέαμα που μας παρέχει το νυχτερινό άμφιο του ουρανού, στολισμένο με τη σοφία της αστρονομίας, τι μεγάλος που θα ήταν ο θαυμασμός μας. Ή ακόμα‐ακόμα αν φανταζόταν το σκηνικό τούτης εδώ της γης: τα βουνά, τις θάλασσες και τα ποτάμια∙ το χορτάρι, τα λουλούδια, και τις αμέτρητες φυλλωσιές, τόσο διαφορετικές καθεμιά στο είδος της, και τα χρώματα που παίρνει ο ουρανός όταν δύει ο ήλιος κι ανατέλλει ο ήλιος, και τις αποχρώσεις της ατμόσφαιρας, θολές και ταραγμένες ή διαυγείς και γαλήνιες∙ όλα αυτά που μέχρι τότε δεν υπήρχαν, θα μας κατέπλησσαν πραγματικά, και δεν θα υπερβάλαμε αν αναφωνούσαμε για τον δημιουργό τους: Non merita nome di creatore, se non Iddio ed il Poeta [Κανείς δεν αξίζει το όνομα του δημιουργού εκτός από τον Θεό και τον Ποιητή]. Όπως, πόσο λίγος είναι ο θαυμασμός με τον οποίο τα περιβάλουμε τώρα! Και μήπως η συνείδηση του μεγαλείου τους δεν θεωρούμε πως χαρακτηρίζει τα εκλεπτυσμένα και άκρως εξαιρετικά άτομα; Το ανθρώπινο κοπάδι πολύ λίγο ενδιαφέρεται γι’ αυτά. Έτσι είναι το πράγμα με τη ζωή, που αγκαλιάζει τα πάντα.

Τι είναι ζωή; Σκέψεις κι αισθήματα ‐θελητά ή αθέλητα‐ εγείρονται μέσα μας και γυρεύουμε τις λέξεις για να τα εκφράσουμε. Γεννιόμαστε, και δεν θυμόμαστε τη γέννησή μας, και μόνο θραύσματα των παιδικών μας χρόνων απομένουν στην μνήμη μας. Μεγαλώνουμε, κι όσο μεγαλώνουμε τόσο πιο ακατανόητη μας γίνεται η ζωή. Είναι μάταιο να σκεφτούμε πως οι λέξεις θα μπορούσαν να διαπεράσουν το μυστήριο της ύπαρξής μας! Όσο πιο σωστά τις χρησιμοποιούμε, τόσο πιο προφανή καθιστούν την άγνοιά μας για τους εαυτούς μας. Διότι τι είμαστε; Από που ερχόμαστε; Πού πηγαίνουμε; Είναι η γέννηση η πρώτη αρχή; Είναι ο θάνατος το κλείσιμο της ύπαρξής μας; Τι είναι γέννηση και θάνατος;

Οι πιο καλοδουλεμένες αφαιρέσεις της λογικής τροφοδοτούν μιαν άποψη για τη ζωή, η οποία, μολονότι εκπλήσσει αρχικά την σκέψη, κατασβήνεται εν τέλει από τη συνεχή επανάληψη των λογικών αρχών που την γέννησαν. Οι λογικές κατασκευές, αφαιρούν, ούτως ειπείν, την πολύχρωμη αυλαία από την σκηνή των πραγμάτων. Ομολογώ πως ανήκω σ’ εκείνους που δεν μπορούν να στερήσουν τη συγκατάθεσή τους στο συμπέρασμα των φιλοσόφων, οι οποίοι μας διαβεβαιώνουν πως δεν υπάρχουν παρά μόνο τα πράγματα που βλέπουμε.

Είναι μια κρίση την οποία ενάγουν όλες οι πεποιθήσεις μας, και χρειάζεται να περάσουμε από μακρά ακροαματική διαδικασία, πριν καταστούμε ικανοί να αποφανθούμε πως ο συμπαγής, απτός, υλικός κόσμος των εξωτερικών αντικειμένων είναι «πλασμένος από το υλικό που πλάθονται τα όνειρα». Οι εντυπωσιακοί εξωφρενισμοί της εκλαϊκευμένης φιλοσοφίας στο ζήτημα του πνεύματος και της ύλης, οι μοιραίες συνέπειές τους στα ήθη, και ο βίαιος δογματισμός τους σχετικά με την προέλευση όλων των πραγμάτων, με οδήγησαν αρχικά στον υλισμό. Αυτός ο υλισμός είναι ένα σύστημα που αποπλανεί εύκολα τα νεαρά και τα ρηχά πνεύματα. Παρέχει στους οπαδούς του τη δυνατότητα να μιλούν χωρίς να σκέπτονται. Με την πρώτη ευκαιρία, απαλλάχθηκα από μια τέτοια άποψη για τα πράγματα∙ ο άνθρωπος είναι ύπαρξη που ατενίζει μόνο τα υψηλά, «στρέφει το βλέμμα του στο πριν και στο μετά», «οι σκέψεις του περιπλανούνται στην αιωνιότητα», αποστρέφεται κάθε συμμαχία με το πρόσκαιρο και την αποσύνθεση: δεν μπορεί να φανταστεί τον αφανισμό του∙ υπάρχει μόνο στο μέλλον και στο παρελθόν∙ υπάρχει, όχι ως αυτό που είναι, αλλά ως αυτό που ήταν και αυτό που θα είναι. Όποιος κι αν είναι ο πραγματικός τελικός προορισμός του, υπάρχει μέσα του ένα πνεύμα που μαίνεται κατά του μηδενός και του αφανισμού. Αυτός είναι ο χαρακτήρας της ζωής και της ύπαρξης. Καθένας είναι ταυτόχρονα το κέντρο και η περιφέρεια, το σημείο στο οποίο αναφέρονται όλα τα πράγματα, και η γραμμή όπου κινούνται τα πάντα. Σκέψεις σαν τις παραπάνω, ο υλισμός και η εκλαϊκευμένη φιλοσοφία για το πνεύμα και την ύλη τις χαρακτηρίζει απλά ιδεαλιστικές.

Είναι παράλογο να μπούμε σε μια μακρά ανακεφαλαίωση επιχειρημάτων αρκετά οικείων σ’ εκείνα τα ερευνητικά πνεύματα, στα οποία μόνον οι συγγραφείς που ξέρουν να είναι δυσνόητοι διανοούνται να απευθυνθούν. Η πιο καθαρή και ρωμαλέα ίσως κατάθεση του ιδεαλιστικού συστήματος μπορείς να βρεθεί στα Ακαδημαϊκά Ερωτήματα [Academical Questions] του Sir William Drummond. Μετά από αυτήν την έκθεση, θα ήταν άσκοπο να μεταφράσουμε σε άλλες λέξεις αυτό που θα χάσει όλη την ενέργεια και τη λεπτή ισορροπία του, αλλάζοντας. Τα πιο διεισδυτικά πνεύματα, εξετάζοντάς σημείο προς σημείο και λέξη προς λέξη την εν λόγω έκθεση, δεν κατόρθωσαν να διακρίνουν στη συλλογιστική διαδοχές ιδεών που να μην οδηγούν αναπόφευκτα στο ίδιο συμπέρασμα.

Τι συνεπάγεται αυτή η παραδοχή; Δεν εγκαθιδρύει κάποια καινούργια αλήθεια, δεν μας δίνει μιαν εναλλακτική όψη της κρυμμένης φύσης μας, ούτε των ενεργειών ούτε αυτής καθαυτής. Η φιλοσοφία, βιάζεται να οικοδομήσει, αλλά έχει ακόμα πολλή δουλειά να κάνει, ξεριζώνοντας τα αγριόχορτα των αιώνων. Ένα βήμα κάνει προς το αντικείμενό της∙ καταστρέφει την πλάνη και τις ρίζες της πλάνης. Αφήνει αυτό που συχνά είναι χρέος του πολιτικού και ηθικού αναμορφωτή να αφήνει: ελεύθερο χώρο. Ανάγει το πνεύμα σ’ εκείνη την ελευθερία που θα έπρεπε ήδη να απολαμβάνει, αν δεν ήταν η εσφαλμένη χρήση των λέξεων και των σημείων, των οργάνων της ίδιας της δημιουργίας του. Λέγοντας «σημείο», εννοώ βέβαια αυτό που εν γένει αντιλαμβανόμαστε με το συγκεκριμένο όνομα ‐συμπεριλαμβανομένης της κοινής χρήσης του όρου‐ αλλά και αυτό που εγώ παραδόξως εννοώ. Με την τελευταία έννοια, σχεδόν όλα τα οικεία αντικείμενα είναι σημεία, που αντιπροσωπεύουν όχι μόνον τους εαυτούς τους, αλλά και πολλά άλλα, με την ικανότητά τους να εισάγουν μια σκέψη η οποία οδηγεί σε μια διαδοχή σκέψεων. Όλη μας η ζωή είναι μια εκπαιδευτική διαδικασία με αλλεπάλληλες πλάνες.

Ας ανακαλέσουμε για μια στιγμή στην μνήμη μας τι νιώθαμε όταν ήμασταν παιδιά. Πόσο σαφής και έντονη ήταν η αίσθηση που είχαμε για τον κόσμο και τους εαυτούς μας! Τότε βρίσκαμε ενδιαφέρουσες ένα σωρό περιστάσεις της κοινωνικής ζωής, που σήμερα δεν τους δίνουμε καν σημασία. Δεν είναι όμως σ’ αυτή τη διαφορά που θέλω να επιμείνω. Λιγότερο συχνά διακρίνουμε όλα όσα βλέπουμε και αισθανόμαστε από τους εαυτούς μας. Μοιάζουν, ούτως ειπείν, να συνιστούν μια ομοιογενή μάζα. Από αυτήν την άποψη, υπάρχουν άτομα που μένουν πάντα παιδιά. Όσοι αποτελούν υποκείμενα της κατάστασης που ονομάζουμε ονειροπόληση, νιώθουν σαν να εισχωρεί και να σβήνει η ύπαρξή τους στον κόσμο που τους περιβάλλει, ή σαν να απορροφά η ύπαρξή τους αυτόν τον κόσμο.

Δεν έχουν συνείδηση καμιάς διάκρισης. Τέτοιες είναι οι καταστάσεις που προηγούνται, ή συνοδεύουν, ή ακολουθούν μια συνήθως έντονη και ζωντανή εκτίμηση της ζωής. Καθώς οι άνθρωποι μεγαλώνουν, αυτή η δύναμη χάνεται μέσα τους, και μεταβάλλονται σε μηχανικά, συνηθισμένα εκτελεστικά όργανα. Έτσι, τα αισθήματα και οι συλλογισμοί είναι το σύνθετο αποτέλεσμα ενός πλήθους περίπλοκων σκέψεων, και μιας σειράς αυτού που ονομάζουμε εντυπώσεις, οι οποίες καλλιεργούνται με την επανάληψη.

Η όψη της ζωής που παρουσιάζουν τα λεπτότερα επεξεργασμένα συμπεράσματα της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας, είναι η ενότητα. Τίποτα δεν υπάρχει παρά μόνο αν είναι αντιληπτό. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο τάξεις διανοημάτων, που διακρίνουμε με τα ονόματα «ιδέες» και «εξωτερικά αντικείμενα», είναι απολύτως ασήμαντη. Ακολουθώντας τον ίδιο συλλογιστικό μίτο, η ύπαρξη διακριτών, ατομικών πνευμάτων, συμπεριλαμβανομένων αυτών που είναι απασχολημένα με την έρευνα για την ίδια τους τη φύση, δεν μας οδηγεί παρά σε μια παραίσθηση. Οι λέξεις, εγώ, εσύ, αυτοί, δεν είναι σημεία κάποιας πραγματικής διαφοράς που υπόκειται του συνονθυλεύματος των διανοημάτων, τα οποία διακρίνονται με τα παραπάνω ονόματα, αλλά απλά σημάδια κατασκευασμένα για να δηλώνουν τους διαφορετικούς τροπισμούς τού ενός πνεύματος.

Ας μην συμπεράνει ο αναγνώστης πως αυτή η διδασκαλία εισάγει την τερατώδη υπόθεση πως εγώ, το πρόσωπο που τώρα γράφει και σκέφτεται, είναι το ένα αυτό πνεύμα. Δεν είμαι παρά ένα μέρος του. Οι λέξεις εγώ και εσύ και αυτοί είναι γραμματικές συμβάσεις, που επινοήθηκαν για να διευκολύνουν τους κανόνες, και απολύτως απαλλαγμένες από κάθε αίσθηση βίαιου αποκλεισμού, που συνήθως τους αποδίδουμε. Είναι δύσκολο να βρούμε όρους ικανούς να εκφράσουμε την λεπτή ιδέα που μας χάρισε η ιδεαλιστική φιλοσοφία. Βρισκόμαστε στο χείλος εκείνου του γκρεμού, όπου οι λέξεις μας εγκαταλείπουν, και δεν είναι άξιο θαυμασμού το γεγονός πως ζαλιζόμαστε κοιτάζοντας κάτω, στην σκοτεινή άβυσσο, που τόσο λίγο γνωρίζουμε!

Κανένα σύστημα δεν μπορεί να μεταβάλλει τις σχέσεις των πραγμάτων. Με τη λέξη «πράγμα» θα πρέπει να αντιληφθούμε κάθε αντικείμενο σκέψης, σαν να λέμε, κάθε διανόημα πάνω στο οποίο δημιουργείται κάθε άλλο διανόημα, με μια πράξη διάκρισης. Οι σχέσεις τους, ωστόσο, παραμένουν οι ίδιες. Να, λοιπόν, ποιο είναι το υλικό των γνώσεών μας.

Ποια είναι η αιτία της ζωής; Σαν να λέμε, πώς παράχθηκε, ή ποιοι παράγοντες ξεχωριστοί από τη ζωή ενέργησαν ή ενεργούν πάνω της; Όλες οι γνωστές μας γενιές των ανθρώπων καταπιάστηκαν με την επίμοχθη απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα∙ το αποτέλεσμα ήταν πάντα: Θρησκεία. Είναι απολύτως προφανές πως βάση όλων των πραγμάτων δεν μπορεί να είναι ο νους, όπως ισχυρίζεται η εκλαϊκευμένη φιλοσοφία. Ο νους, στον βαθμό που η εμπειρία μας δείχνει κάποιος από τις ιδιότητές του –αλλά και πέρα από αυτήν την εμπειρία‐ δεν συνιστά καν αντικείμενο διαλόγου, σχετικού με την προέλευση των πραγμάτων. Έχει, επίσης, ειπωθεί πως είναι η αιτία. Αλλά η αιτία είναι μόνο μια λέξη που εκφράζει μια δεδομένη κατάσταση του ανθρωπίνου νου, σχετική με τον τρόπο με τον οποίο δύο σκέψεις εκτιμάται πως σχετίζονται μεταξύ τους. Όποιος θέλει να διαπιστώσει την ανεπάρκεια της εκλαϊκευμένης φιλοσοφίας επί του μεγάλου αυτού ζητήματος, ας συλλογιστεί αμερόληπτα πάνω στον τρόπο με τον οποίο οι σκέψεις αυτο‐ δημιουργούνται στον νου του. Είναι απολύτως απίθανο να είναι αιτία του νου, της ύπαρξης –ούτως ειπείν‐ ο ίδιος ο νους.

Πέτρος Γκολίτσης, Η εξαΰλωση του απτού

81-8-630x420
προτιμώ τον πηλό που με χτίζει σιωπηλά

Ο ποιητής Γιώργος Λίλλης (1974), κάτοικος Βερολίνου, με μια ποίηση ρομαντική και λυρική συνάμα κατορθώνει να διατηρήσει στη νέα του ποιητική σύνθεση Αρλεκίνος μιαν απλότητα και μιαν αμεσότητα στην έκφραση, όχι τόσο συχνή στην τρέχουσα παραγωγή.

Πρόκειται για έναν ποιητή που νοιάζεται πραγματικά για τον παραλήπτη του έργου του και για την πρόσληψη της ποιητικής του διάθεσης. Διότι ενώ το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τον δημιουργό και το έργο προς τον κόσμο και τον αναγνώστη, ταυτόχρονα διατηρεί την τεχνική του αρτιότητα, τη δυνατότητα με το οπτικο-ακουστικό και αισθητικό του εκτόπισμα να ενεργοποιεί ποιητικό ζωτικό χώρο για τον αναγνώστη.

Ενώ στην προηγούμενη συλλογή του, Μικρή διαθήκη, η δομική του μονάδα ήταν ο στοχασμός, εδώ κινείται σε μια αέρινη διαλογική σχέση με τον προσιτό-απρόσιτο ημι-φανταστικό άλλο. Τα κομβικά κλειδιά ώστε να κατανοήσουμε πού εντάσσεται και πώς λειτουργεί τελικά αυτό το έργο −στην αυτονομία του πάντοτε− τα συναντούμε στους Υμνους της Νύχτας του Νοβάλις και στο Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη.

Γιώργος Λίλλης, «Αρλεκίνος»

Συγκεκριμένα, η οπτασία της νεκρής αγαπημένης του Νοβάλις γίνεται στον Λίλλη μία γήινη και συνάμα θεϊκή παρουσία, σάρκινη και ταυτόχρονα αέρινη, στην οποία και απευθύνεται διαρκώς και στην οποία εναποθέτει την «υπερθετική μοναξιά» και το αδιέξοδό του.

Ενώ ενδεικτικά η «αγαπημένη μορφή» στον Νοβάλις δεν είναι καλυμμένη, στον Σολωμό −που επίσης εντάσσεται σε αυτή την προβληματική, αντλώντας όπως κι ο Νοβάλις από τη Νύφη της Κορίνθου του Γκέτε− αφαιρείται το «μαγνάδι» και περιβάλλεται η La donna velata του με φωτοστέφανο. Στην περίπτωση του γερμανοτραφούς Λίλλη, το γυναικείο σώμα και κατ’ επέκταση το ποιητικό συναντάται και «φωτίζεται» με γήινες κι άλλες οικείες μυρωδιές και σκιές. Σημειώνει ενδεικτικά:

Ο βουνίσιος άνεμος φέρνει στα ρουθούνια την μυρωδιά
του θυμαριού και της ρίγανης. Και μαζί
γυναίκες ντυμένες σκιές
που κάποτε με κοίμιζαν στην αγκαλιά τους […]

Η «μορφή», στην οποία απευθύνεται ο ποιητής και που τον βοηθά στην αυτογνωσία καθοδηγώντας τον, είναι παρούσα μέσα στην απουσία της και φιλική μες στην αόριστα απόμακρη θέση της. Σε αντίθεση με τη ρομαντική ανάγνωση βέβαια, ο Λίλλης δεν εξιδανικεύει την «αγαπημένη», ούτε τη θεωρεί νεκρο-ζώντανη, αλλά μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους της αφήγησής του, στρέφεται στον εαυτό ως Αρλεκίνο καλώντας προς μια λύση-συμπόρευση «παραμυθητική».
Φλερτάροντας και επαναφέροντας τελικώς σε ένα ανανεωμένο σύγχρονο πλαίσιο την ιδέα της «μυστικής ένωσης με τη φύση», κι από εκεί την έξοδο από αυτή, κατορθώνει να μας μεταφέρει −με τον τόνο και τον ρυθμό του, αλλά κυρίως με τις εικόνες του και τη μυθο-ποιητική πλαστική του φαντασία− ένα πλαίσιο εντός του οποίου εξυψώνεται η ίδια η ζωή και παραμένει παρούσα και μετά τη διάλυσή της, καταφάσκοντας ταυτόχρονα στα εγκόσμια.

Μας λέει:

Σημασία έχει πως από τις γόνδολες των χειλιών ώς τις απύθμενες

λίμνες της όρασης

στρατιές οσμών και γεύσεων

καταθέτουν στεφάνι στην θερμότητα

των σωμάτων.

Τα δακτυλικά μας αποτυπώματα στην διάρκεια.

Το ποιητικό υποκείμενο ως οδοιπόρος-προσκυνητής κι ως ποιητής μύστης, διακριτικός, σεμνός μες στην ευγένειά του, επαναφέρει −έστω ως αξίωμα− όπως κι ο Ελύτης στο Μονόγραμμα, την ταύτιση των δύο τελικά «ιδιοτήτων».
Ο ποιητής με την «έκτη ή εσωτερική» αίσθησή του ενεργοποιημένη, χωρίς να ξενίζει τον σύγχρονο αναγνώστη, ταυτίζει το όνειρο με την ποίηση, και μέσω της ιδιοτυπίας του καταθέτει ένα ποίημα που κινείται παράλληλα με ένα από τα ερωτικότερα ποιήματά μας, το Μονόγραμμα. Αξιώνοντας, αν και προεξοφλώντας αρνητικά, την συν-πλήρωση του εαυτού μέσω του ερωτικού άλλου.

Ο έρωτας στον Ελύτη βέβαια, λόγω της έντασης και της «αγνότητάς» του, φαίνεται να μη γίνεται ακόμη αποδεκτός, ενώ στον Λίλλη έχουμε την αξίωση μιας διάρκειας και μετά τη διάλυση των προσώπων και του χρόνου. Πρόκειται για έναν ποιητή που σίγουρα αξίζει την προσοχή μας και που θα παρακολουθούμε.

*Δημοσιεύτηκε στην “Εφημερίδα των Συντακτών”, στο http://www.efsyn.gr/arthro/i-exaylosi-toy-aptoy

81-7-630x420

Ειρήνη Παραδεισανού, Ο Φερνάντο Πεσσόα και η ηλιθιότητα των ευφυών

F.+Pessoa

«Δεδομένου ότι ο Φερνάντο διαθέτει μια ευαισθησία σε υπερβολική ετοιμότητα καθότι συνοδεύεται από μια ευφυΐα σε υπερβολική ετοιμότητα, αντέδρασε πάραυτα στο Μεγάλο Εμβόλιο – το εμβόλιο που προστατεύει από την ηλιθιότητα των ευφυών».
Αυτά γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος, ένας από τους ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα για τον δημιουργό του.
Τη βλέπω γύρω μου αυτήν την ηλιθιότητα.
Στην κλειδωμένη ματιά του νέου ανθρώπου που στα είκοσι νομίζει πως βρήκε όλες τις απαντήσεις και δεν καταδέχεται να θέσει ερωτήματα.
Στην αλαζονεία του «επιτυχημένου» μεσήλικα που, αυτάρεσκα κλειδωμένος στο κουτί της γνώσης του, απορρίπτει μετά βδελυγμίας – καλά οχυρωμένης πίσω από ένα προσωπείο συναίνεσης και μετριοπάθειας – οτιδήποτε δε χωράει στα κουτάκια της μικρονοϊκής σκέψης του.
Μονάχα τα παιδιά στέκουν αλώβητα από αυτήν. Η ευφυΐα τους είναι στ’ αλήθεια μαγική, γιατί οι αλυσίδες της σκέψης δεν έχουν προλάβει ακόμη να τη μολέψουν. Και υποπτεύομαι πως η παιδική ματιά του είναι που έσωσε τον Φερνάντο Πεσσόα από την ηλιθιότητα των ευφυών.

«Σαν ένα παιδί προτού το μάθουν να είναι μεγάλος,
Υπήρξα αληθινός και πιστός σε ό,τι είδα και άκουσα».

Μονολογεί ο Φερνάντο Πεσσόα μέσα από τα ασύνδετα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο.
Το πιο σημαντικό: O ίδιος ο ποιητής δεν επαίρεται για τίποτα. Επινοεί τον ετερώνυμό του, τον Αλμπέρτο Καέιρο, ως τον υπέρτατο δάσκαλο που τον εμπνέει.
Νομίζω πως η ανάγκη του αυτή να επινοεί χαρακτήρες φανταστικούς πέρα για πέρα και αποστασιοποιημένος απ’ τον εαυτό του να γράφει τα ποιήματα που αυτοί του υπαγορεύουν, υπογράφοντας με τα ονόματά τους δεν είναι τυχαία. Πίσω απ’ αυτήν κρύβεται μια βαθιά εντιμότητα, μια αδήριτη ανάγκη για αλήθεια.

«Ο δάσκαλός μου Καέιρο δεν ήταν παγανιστής. Ο Ρικάρντο Ρέις είναι παγανιστής, ο Αντόνιο Μόρα είναι παγανιστής. Ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσσόα θα ήταν παγανιστής, αν δεν ήταν ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».

Γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος.
Ο Πεσσόα έχει την εντιμότητα να σκάψει βαθιά μέσα του, να κοιτάξει την έρημο της ψυχής του και να παραδεχτεί πως «είναι ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».
Έχει όμως παράλληλα μέσα του τη σφραγίδα της δωρεάς που λίγοι εκλεκτοί έχουν, το κεντρί της αμφιβολίας, την ακόρεστη ανάγκη για αναζήτηση της αλήθειας. Κι όταν αυτή τον πληγώνει;
Ο αυθεντικός ποιητής φτιάχνει τη δική του αλήθεια. Γίνεται ο προφήτης της και την κηρύσσει μέσα από το έργο του. Εναγώνια προσπαθεί να την προστατεύσει από τα βρώμικα χνώτα των άλλων. Και η αλήθεια του ποιητή Φερνάντο Πεσσόα δεν υπήρξε ποτέ μονοδιάστατη. Από κει και η ανάγκη του να υποδυθεί ρόλους, να επινοήσει τόσους ετερώνυμους όσα και τα πρόσωπα της αλήθειας του.

«Δεν αλλάζω. Ταξιδεύω (…) Εμπλουτίζω την ικανότητά μου δημιουργώντας νέες προσωπικότητες. Συγκρίνω αυτήν την πορεία προς τον ίδιο μου τον εαυτό όχι με κάποια εξέλιξη αλλά με κάποιο ταξίδι».

Πάνω απ’ όλα όμως υπερασπίζεται την παιδικότητα, τη ματιά την μπολιασμένη με το όνειρο.

«Έχουμε όλοι δυο ζωές:
Την πραγματική, αυτή που ονειρευόμαστε
Στην παιδική μας ηλικία, αυτή
Που συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε, μεγάλοι,
Στο βάθος της ομίχλης
Και την ψεύτικη, αυτή που ζούμε
Στις συναλλαγές μας με τους άλλους.
Που είναι η πρακτική, η χρήσιμη,
Αυτή που την τελειώνουμε στο φέρετρο.

Στην άλλη δεν υπάρχουν φέρετρα, θάνατοι,
Μόνο εικόνες των παιδικών μας χρόνων:
Μεγάλα βιβλία χρωματιστά, για να δεις κι όχι για να διαβάσεις
Μεγάλες σελίδες χρωματιστές, για να θυμάσαι αργότερα.
Στην άλλη είμαστε εμείς,
Στην άλλη ζούμε.
Σ’ αυτή πεθαίνουμε, και ζωή σημαίνει αυτό ακριβώς.
Αυτή τη στιγμή, λόγω αηδίας, ζω στην άλλη…»

(Δακτυλογραφία, απόσπασμα, μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)

Πόσοι τη νιώθουν αυτήν την αηδία; Ή μάλλον πόσοι είναι ικανοί να τη νιώσουν; Σ’ αυτούς απευθύνεται ο ποιητής. Ο ποιητής «με τη διανοητική πάντα ευαισθησία του, την έντονη και ανέμελη προσοχή του, τη θερμή λεπτότητα που δείχνει στην παγερή ανάλυση του εαυτού του».
Ο Φερνάντο Πεσσόα, ένας διανοητής με βλέμμα που στοχεύει στην ψίχα των πραγμάτων ανέγγιχτος από τις μικρονοϊκές θεωρήσεις των ευφυών ηλιθίων.

(Τα αποσπάσματα είναι από τα βιβλία: «Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο», μετάφραση, σημειώσεις Μαρία Παπαδήμα, εκδόσεις Gutenberg και «Fernando Pessoa, Ποιήματα», εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)
 
*Πρώτη δημοσίευση Ποιητικός Πυρήνας Βέροιας. Εμείς το πήραμε από το ιστολόγιο της Ειρήνης Παραδεισανού στο http://wwwpareisakth.blogspot.com