Συνέντευξη με τους WU MING a.k.a. LUTHER BLISSET

wu-ming-books-2-750x463

Συνέντευξη: Δημήτρης Κωνσταντίνου

Οι Wu Ming είναι μια κολεκτίβα συγγραφέων που δρουν από τα τέλη του 20ού αιώνα. Στα ελληνικά δημοσίευσαν με το όνομα «Luther Blissett» το μυθιστόρημα Εκκλησιαστής (Τραυλός, 2001) και ως Wu Ming το Αλτάι (Εξάρχεια, 2011). Από το 2000 και μετά έγραψαν επίσης τα ομαδικά μυθιστορήματα 54 και Manituana (επίσης από τις εκδόσεις Εξάρχεια), ατομικά μυθιστορήματα, καθώς και παράξενα «αφηγηματικά αντικείμενα» κι ένα δοκίμιο για τη θεωρία της λογοτεχνίας New Italian Epic (2009). Η ιστοσελίδα τους είναι http://www.wumingfoundation.com

Προτείνω να ξεκινήσουμε από την περίοδο Luther Blisset. Ο κόσμος στην Ελλάδα γνωρίζει γενικά ότι ένας αριθμός ακτιβιστών ξεκίνησε να χρησιμοποιεί το όνομα αυτό πραγματοποιώντας αστικές και μιντιακές φάρσες. Το όνομα αυτό χρησιμοποιήθηκε ποικιλοτρόπως και διαδόθηκε σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, όπως η Ρώμη και το Λονδίνο, όπως και σε χώρες όπως η Γερμανία, Ισπανία και Σλοβενία. Σποραδικά εμφανίστηκε στον Καναδά, στις ΗΠΑ και τη Βραζιλία. Γνωρίζω ότι το ψευδώνυμο εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Μπολόνια της Ιταλίας, το καλοκαίρι του 1994. Ποια ήταν η εμπλοκή σας στο πρότζεκτ αυτό;

Επιτρέψτε μας να κάνουμε μια προκαταρκτική δήλωση, με τη συνηθισμένη μας ειλικρίνεια: μας είναι δύσκολο ν’ απαντούμε ερωτήσεις για το πρότζεκτ Luther Blisset (LBP), επειδή το στάδιο αυτό των δημόσιων δραστηριοτήτων μας πηγαίνει πίσω μακριά στο χρόνο (σταματήσαμε να χρησιμοποιούμε το όνομα αυτό το 1999). Ωστόσο, θα βάλουμε τα δυνατά μας.

Εμπλακήκαμε στο LBP από την αρχή, που σημαίνει το καλοκαίρι του 1994. Υπήρχαν τρεις μεγάλες ομάδες ανθρώπων που εμπλέκονταν στο πρότζεκτ: η μία ήταν στην Μπολόνια (η δική μας ομάδα), η άλλη στη Ρώμη και η άλλη στη βορειανατολική περιοχή. Εκατοντάδες άνθρωποι συμμετείχαν. Μαζί με άλλους διαχειριζόμασταν ένα ραδιοφωνικό πρόγραμμα που λεγόταν «Radio Blissett» και βγάζαμε ένα περιοδικό που λεγόταν «Luther Blissett – A Journal of Psychic Warfare». Συμμετείχαμε επίσης στην παραγωγή ριζοσπαστικής θεωρίας και γράψαμε δύο συλλογές κειμένων σχετικών με το πρότζεκτ. Στο τέλος του 1995, ως επιπλέον συνεισφορά στο πρότζεκτ, αποφασίσαμε να γράψουμε ένα μυθιστόρημα. Αυτό ήταν ο «Εκκλησιαστής».

Ποιες ήταν οι πολιτικές και φιλοσοφικές σας ρίζες; Συνδέεστε με τις απόψεις των καταστασιακών;

Εκείνη την εποχή, η μεγαλύτερη επιρροή στη ζωή των περισσότερων από μας ήταν αυτό που λεγόταν «αυτόνομος μαρξισμός», ένα θεωρητικό υπόβαθρο που αργότερα ξεπεράσαμε και υποβάλλαμε σε κριτική, ακόμη και αν συνεχίζουμε να βρίσκουμε χρήσιμα και γόνιμα στοιχεία στην παράδοση αυτή. Εκείνο τον καιρό ήμασταν τμήμα αυτού που στην Ιταλία αποκαλείται γενικά «το κίνημα», δηλαδή κατειλημμένων κοινωνικών κέντρων, κολεκτίβων αυτοσυντήρησης, ομάδων λαϊκού συνδικαλισμού κλπ. Θεωρώ ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων που εμπλέκονταν στο πρότζεκτ είχε κάποιου είδους μαρξιστικό υπόβαθρο, επεξεργασμένο με πολλαπλό, πολύμορφο και ετερόδοξο τρόπο.

Με τους καταστασιακούς δεν συνδεόμαστε ιδιαίτερα. Χρησιμοποιήσαμε λίγο ψυχογεωγραφική φρασεολογία εδώ κι εκεί, αλλά δεν θα λέγαμε ότι αυτή ήταν η πιο κοντινή μας αναφορά.

Επρόκειτο για ένα πείραμα με νέες μορφές πνευματικής πατρότητας και ταυτότητας και ποιος ήταν ο στόχος σας;

Ακριβώς. Όμως ήταν και πολλά άλλα πράγματα. Κυρίως ήταν ένα αφηγηματικό πείραμα, με πολλούς ανθρώπους να εμπλέκονται στη δημιουργία και διάδοση της φήμης ενός φανταστικού λαϊκού ήρωα. Ένας από τους στόχους μας ήταν να επινοήσουμε νέες μορφές επαναστατικής μυθοποίησης, προκειμένου να παρέχουμε στα αντικαπιταλιστικά κινήματα διαφορετικούς τρόπους μοιράσματος της εμπειρίας τους και διακίνησης των μηνυμάτων τους. Πειραματιστήκαμε με όλα τα είδη των μίντια, τις γλώσσες και τις αφηγηματικές φόρμες. Υπήρξαμε κάπως ανεπιτήδευτοι, φυσικά κάναμε λάθη, αλλά ήταν σημαντική εμπειρία για όλους όσους συμμετείχαν.

Ποιο ήταν το αποτέλεσμα;

Λοιπόν, δημοσιεύσαμε κάποια βιβλία ριζοσπαστικής θεωρίας και αντιπληροφόρησης που έχουν κάποια αξία χρήσης μέχρι και σήμερα, αναφέρονται ακόμη στη ριζοσπαστική δημόσια συζήτηση, κυρίως το «Nemici dello Stato» [Εχθροί του Κράτους] που ήταν η ιστορία της καταπίεσης και των «νόμων έκτακτης ανάγκης» στην Ιταλία το ’70. Το Luther Blisset πρότζεκτ είχε αναγνωρισμένη επιρροή στα πολιτισμικά και κοινωνικά κινήματα που γεννήθηκαν μετά την «τελετουργική μας αυτοκτονία» το Δεκέμβρη του 1999. Γράψαμε γι’ αυτό σ’ ένα κείμενο του 2009 με τίτλο «Spectres of Muntzer at sunrise», που βρίσκεται εύκολα στο διαδίκτυο. Όσον αφορά πιο συγκεκριμένα πράγματα, είμαστε πολύ περήφανοι για μια καμπάνια αντιπληροφόρησης που κάναμε από το 1996 μέχρι το 2000, που βοήθησε μερικούς αθώους, άδικα φυλακισμένους ανθρώπους, να επανακτήσουν την ελευθερία τους. Αφορούσε τη μιντιακή φρενίτιδα και τον «ηθικό πανικό» που ξέσπασε για θέματα παιδικής σεξουαλικότητας, σατανικών τελετουργιών και τέτοια πράγματα.

Ποια φάρσα ήταν πιο επιτυχημένη και γιατί;

Εξαρτάται τι εννοείς «πετυχημένη». Όλες οι μιντιακές φάρσες μας που συνδέονταν με σατανικές τελετουργίες, κακοποιήσεις, μαύρες μαγείες κ.λπ. ήταν πολύ επιτυχημένες, επειδή προσέφεραν πολλά στην καμπάνια αλληλεγγύης που αναφέραμε παραπάνω.

Αναφέρεστε στην ελληνική λέξη «μυθοποίηση». Μπορείτε να εξηγήσετε πώς την εννοείτε;

Δεν χρησιμοποιούμε αυτήν τη λέξη πλέον· κάποια στιγμή αρχίσαμε να κρίνουμε τον τρόπο που τη χρησιμοποιούσαμε κατά τη διάρκεια και μετά το πρότζεκτ LBP. Είναι αόριστος όρος. Θα σου δώσουμε κάποια παραδείγματα της εξέλιξης της προσέγγισής μας. Χρειάστηκε κάποια στιγμή ν’ ασκήσουμε σκληρή αυτοκριτική στον τρόπο που εξελίσσαμε το έργο μας στη λογοτεχνία, την αφήγηση, τη μυθοπλασία και τον μιντιακό ακτιβισμό στο αποκορύφωμα του «παγκόσμιου κινήματος» το 2000-2001. Μετά την επιτυχία του «Εκκλησιαστή», που είχαν στο προσκεφάλι τους πολλοί ακτιβιστές, εμείς οι ίδιοι μετατραπήκαμε σε σημείο αναφοράς για το κίνημα που προετοίμαζε τις διαδηλώσεις ενάντια στους G8 στη Γένοβα. Ήμασταν ήδη «Wu Ming» τότε. Γράψαμε μία τρόπον τινά εμπρηστική διακήρυξη με τίτλο «From the Multitudes of Europe Marching Up against the Empire and towards Genoa» [Από τα πλήθη της Ευρώπης, προελαύνοντας ενάντια στην Αυτοκρατορία προς τη Γένοβα], ένα αλληγορικό κείμενο που διαδόθηκε πολύ την άνοιξη του 2001, βοηθώντας να χτιστεί ένα πολεμικό φαντασιακό για τη σύνοδο των G8. Επιπλέον, κάναμε κι άλλα εμπρηστικά πράγματα, προκειμένου να πείσουμε τον κόσμο να κινητοποιηθεί και να οργανωθεί για τις τρεις εκείνες μέρες. Γίναμε κάποιου είδους γραφείο προπαγάνδας, ένας πυρήνας ακτιβιστών ειδικευμένων στη στοχευμένη μυθοποίηση. Ήμασταν μικροί George Sorel που προωθούσαμε κάθε λέξη και εικόνα στη δίνη των πολιτικών μύθων. Ωστόσο, ένας μύθος δεν δημιουργείται ούτε μεταβάλλεται κατά βούληση· αυτοί που νομίζουν ότι μπορούν να το κάνουν έχουν τερατώδη αποτελέσματα, θα έχουν αυτό που ο σπουδαίος μυθολόγος Karoly Kerenyi αποκάλεσε «technified myth» [επιτηδευμένος μύθος], μια έννοια για την οποία δούλεψε σκληρά και έγραψε σπουδαία πράγματα κι ένας άλλος μεγάλος μυθολόγος, ο Furio Jesi.

Ενώ ήμασταν απασχολημένοι «κατασκευάζοντας» μύθους, υποτιμήσαμε τους κινδύνους της επένδυσης όλης μας της ενέργειας, σε μία, μοναδική, μεγάλη πρωτοβουλία (για την οποία αποκτήσαμε σχεδόν αποκαλυψιακές προσδοκίες και ελπίδες). Ως αποτέλεσμα, πέσαμε όλοι σε μια μεγάλη παγίδα της αστυνομίας, και μέσα σ’ ένα απόγευμα όλες οι πρακτικές και τακτικές που είχε σχεδιάσει και βελτιώσει το κίνημα στην πάροδο του χρόνου αποδείχτηκαν ανεπαρκείς και ελλειμματικές. Για παράδειγμα, η αποκαλούμενη «πολιτική ανυπακοή» των WOMBLES ή η οργανωτική μορφή των «εθνικών κοινωνικών φόρουμ», κ.λπ. Η προσέγγισή μας της μυθοποίησης συγκρούστηκε με την πραγματικότητα μιας πολύ σκληρότερης μάχης. Ξυπνήσαμε το μύθο της βίας, της αποκάλυψης, του χιλιασμού, λειτουργώντας σαν μαθητευόμενοι μάγοι. Τελικά, κάναμε τα ίδια λάθη που περιγράφαμε και αποκηρύτταμε στον «Εκκλησιαστή» (ένα αντι-αποκαλυψιακό, αντι-χιλιαστικό μυθιστόρημα)! Ο «μύθος του αγώνα» δεν μπορεί τεχνητά να δημιουργηθεί από «ειδικούς». Πρέπει να αναδύεται από την πραγματικότητα, να έρχεται από τα κάτω. Πρέπει να υπάρχει ένα ισχυρό στοιχείο αυθορμητισμού. Έτσι, τροποποιήσαμε το επίκεντρο της ανάλυσής μας. Σήμερα, ελάχιστα χρησιμοποιούμε τη λέξη «μυθοποίηση». Και ακόμη κι όταν τη χρησιμοποιούμε, πάντα ξεκαθαρίζουμε ότι δεν εννοούμε κυριολεκτικά την «κατασκευή μύθων». Δεν δημιουργούμε κανενός είδους μύθους αγώνα.

Τι σας έκανε να μετακινηθείτε από τις αστικές φάρσες στην πολιτική-ιστορική λογοτεχνία με τον «Εκκλησιαστή» που γράψατε συλλογικά;

Οι αστικές φάρσες ήταν επίσης αφηγήσεις και μπορούμε αλαζονικά να πούμε ότι ήμασταν καλοί στην αφήγηση. Γιατί να μην γράψουμε κι ένα μυθιστόρημα;

Μπορείτε να πείτε δυο λόγια για τη μετάβαση από τους Luther Blisset στους Wu Ming; Εγκαταλείψατε τον ακτιβισμό και την πολιτική για χάρη της λογοτεχνίας ή πρόκειται και πάλι για ένα πολιτικό πείραμα;

Το LBP ήταν ένα πεντάχρονο σχέδιο και τελείωσε το Δεκέμβρη 1999. Ήδη τότε, εμείς οι συγγραφείς του Εκκλησιαστή είχαμε αποκτήσει ενδιαφέρον να διερευνήσουμε το πεδίο της λογοτεχνίας και αποφασίσαμε να συνεχίσουμε ως μυθιστοριογράφοι. Θεωρούμε ότι οι Wu Ming είναι ακόμη πιο πολιτικοποιημένοι από τους Luther Blisset, και οι περισσότεροι φαίνεται να συμφωνούν, όχι μόνο στην Ιταλία. Ο στόχος που βάλαμε είναι να προσπαθούμε να διαπεράσουμε τους κοινωνικούς και ιστορικούς μύθους, να καταλάβουμε γιατί πήραν μια συγκεκριμένη μορφή και όχι κάποια άλλη και, κυρίως, πώς απέκτησαν (ή όχι) μια κοινότητα ανθρώπων που να τους μοιράζεται. Με λίγα λόγια, παίρνουμε μια ιστορία που έχει χιλιοειπωθεί, μια ιστορία που έχει εξαντληθεί με πολλούς τρόπους και τώρα είναι στεγνή σαν την έρημο, στη συνέχεια της ρίχνουμε λίγο νερό και αρχίζουμε να τη μεταχειριζόμαστε επιδέξια, προσπαθούμε να την κάνουμε εύπλαστη και διαχειρίσιμη και επανα-αφηγήσιμη. Πρόκειται, αν θέλεις, για μια ηθική προσέγγιση της κοινωνικής χρήσης των μύθων, μια αναζήτηση του πώς διατηρείται ένας μύθος όσο γίνεται πιο ανοιχτός. Ένα από τα μότο μας είναι: «Αν η εξουσία σού επιβάλλει μια αφήγηση, πολέμησέ την προσφέροντας χίλιες εναλλακτικές αφηγήσεις». Δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε τις ιστορίες, γιατί ο άνθρωπος χρειάζεται τις αφηγήσεις, ακόμη και η νευροεπιστήμη δείχνει ότι οι διανοητικές μας διαδικασίες βασίζονται σε αφηγηματικές δομές. Όχι, αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να λέμε «άλλες» ιστορίες, ιστορίες που αλλάζουν την οπτική γωνία, την πολλαπλασιάζουν. Δηλαδή, πρέπει να ξεφορτωθούμε τα εμπόδια που οδήγησαν στο να γίνει μια ιστορία κλειστή, τα κλισέ, τα προσχώματα που έχουν καθίσει πάνω της από τη χρήση μιας πολιτικής Βουλγκάτας.

Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να αφαιρέσεις όλα αυτά τα πράγματα χωρίς να επηρεάσεις την «ποιητική» του μύθου, χωρίς να ακρωτηριάσεις τη συναισθηματική του δύναμη, χωρίς να μειώσεις την πολυπλοκότητά του αφήνοντας μόνο την ιστορική του σημασία. Για να διευκρινίσουμε, ο κίνδυνος που καραδοκεί είναι να κάνεις μια «μηχανική» δουλειά, όπως αποσυναρμολογείται και καθαρίζεται ένα καρμπιρατέρ· αλλά οι μύθοι δεν λειτουργούν έτσι. Ούτε νοιαζόμαστε για την καθαρή «απομυθοποίηση». Το κόλπο είναι να αφηγηθείς ένα μύθο χωρίς να υποβαθμίσεις τα στοιχεία που τον έκαναν ελκυστικό, παρακινητικό, διαφωτιστικό.

wu-ming-official-portrait

Πώς λειτουργείτε ως κολεκτίβα; Ποια διαδικασία ακολουθείτε όταν γράφετε ένα βιβλίο;

Καταρχάς, τα βιβλία που γράφονται συλλογικά, όπως το Αλτάι που εκδίδεται τώρα στα ελληνικά, έχουν την υπογραφή «WU MING». Αυτά που γράφουμε μόνοι μας υπογράφονται «WU MING1», «WU MING2», κ.λπ.

Γενικά, δεν υπάρχει καθορισμένη μέθοδος. Αλλάζει με τον καιρό, εξελίσσεται και εξαρτάται από τη φύση του βιβλίου που γράφουμε και τις μεταβολές στις ζωές μας. Για παράδειγμα, όταν γράψαμε τον Εκκλησιαστή, κανείς μας δεν ήταν παντρεμένος. Τώρα, είμαστε όλοι παντρεμένοι και τρεις από μας έχουν παιδιά. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι ο τρόπος που οργανώνουμε τον χρόνο μας είναι εντελώς διαφορετικός, ο τρόπος που προγραμματίζουμε τη συλλογική μας δουλειά είναι εντελώς διαφορετικός. Επομένως αλλάζει και η μέθοδος. Υπάρχουν, ωστόσο, κάποια στοιχεία που δεν αλλάζουν. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι αρχίζουμε από την ιστορική έρευνα πριν γράψουμε την πρώτη γραμμή. Μελετάμε την περίοδο και τις ιστορικές πηγές για πολλούς μήνες πριν αναπτύξουμε μια ιστορία. Ξεκινάμε από μια αόριστη ιδέα, επειδή γοητευτήκαμε από μια ιστορική περίοδο ή ένα μεμονωμένο ιστορικό γεγονός, ένα μακρο-γεγονός όπως η αμερικανική επανάσταση ή η μεταρρύθμιση στην περίπτωση του Εκκλησιαστή ή ο ψυχρός πόλεμος. Έτσι ξεκινάμε την έρευνα, πηγαίνουμε σε βιβλιοθήκες κ.λπ. Η έρευνα είναι πάντα το πρώτο στάδιο της δουλειάς. Μετά χρησιμοποιούμε τις σημειώσεις και άλλο υλικό από την ιστορική έρευνα για να παίξουμε κάτι σαν παιχνίδι ρόλων. Καθόμαστε γύρω απ’ ένα τραπέζι και πετάμε ο ένας στον άλλον ονόματα, τόπους, ημερομηνίες και γεγονότα που συνέβησαν σ’ ένα συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, με πρωτοβουλία κάποιου συγκεκριμένου χαρακτήρα. Ξεκινάμε να επινοούμε ιστορίες. Μας ενδιαφέρουν οι ιστορίες και οι συνδέσεις τους. Γεγονότα που έλαβαν χώρα σε διαφορετικές περιοχές και χρόνους ίσως έχουν κάτι κοινό, ίσως μπορούμε να βρούμε κοινές αιτίες και συνέπειες των γεγονότων αυτών. Αρχίζουμε να τις συνδέουμε. Έτσι, βλέπουμε ότι κομμάτια του αφηγηματικού υλικού αρχίζουν να παίρνουν σχήμα πάνω στο τραπέζι και αρχίζουμε να παίζουμε μαζί τους όπως τα παιδιά με τον πηλό, ώσπου έχουμε ένα σκελετό της δομής του μυθιστορήματος.

Δεν είναι ακριβώς κείμενο, αλλά μοιάζει. Συνήθως τρία τέταρτα της ιστορίας είναι ήδη ξεκάθαρα στα μυαλά μας, αλλά όχι το τέλος. Το τέλος πρέπει να είναι έκπληξη για μας, αλλιώς δεν θα απολαμβάναμε τη γραφή του μυθιστορήματος. Στη συνέχεια χωρίζουμε την ιστορία σε μέρη, κάθε ένα χωρισμένο σε κεφάλαια. Συνήθως χωρίζουμε τα μέρη σε πολλά κεφάλαια, τα περισσότερα από τα οποία είναι μικρά. Τα μεγάλα κεφάλαια είναι εξαίρεση, και οι αναγνώστες πάντα αντιλαμβάνονται αλλαγή του συνηθισμένου, αλλαγή του τόνου και αλλαγή του ρυθμού, όταν ξαφνικά υπάρχει ένα μεγάλο κεφάλαιο. Αυτό κάτι σημαίνει: ένα σημείο καμπής στο μυθιστόρημα. Συνήθως, όμως, τα κεφάλαια είναι πολύ μικρά και ο καθένας μας αναλαμβάνει ένα κεφάλαιο – τις περισσότερες φορές γράφουμε τέσσερα κεφάλαια ταυτόχρονα, επειδή τώρα είμαστε τέσσερις στην κολεκτίβα – και αφού τα γράψουμε, συναντιόμαστε και διαβάζουμε τα κεφάλαια δυνατά και τα σχολιάζουμε. Μετά επινοούμε λύσεις στα προβλήματα που είδαμε στα κείμενα που διαβάστηκαν.

Όπως αναφέρατε, τον τελευταίο μήνα εκδόθηκε το «Αλτάι», το δεύτερο μυθιστόρημά σας στα ελληνικά, που είναι η συνέχεια του «Εκκλησιαστή». Πώς επιλέξατε τον τίτλο για το μυθιστόρημα; Πώς συνδέονται τα δύο αυτά βιβλία;

Το όνομα «Αλτάι» προέρχεται από το «falco altaicus», το γεράκι που εμφανίζεται στο μυθιστόρημα και, φυσικά, αναφέρεται στις φυλές των Αλταΐων, στις οποίες κατατάσσονται οι Τούρκοι.

Όσον αφορά τη δεύτερη ερώτηση, τον Ιούνιο του 1998, σχεδόν μετά από τρία χρόνια δουλειάς, παραδώσαμε το κείμενο του Εκκλησιαστή στον ιταλό εκδότη. Το μυθιστόρημα δημοσιεύτηκε το Μάρτιο. Για πολλούς μήνες, είχαμε ένα «κενό» και ήμασταν ελεύθεροι να ετοιμάσουμε το επόμενο μυθιστόρημα, αλλά τα μυαλά μας ήταν ακόμη στο 16ο αιώνα, τα πόδια μας στη Βενετία και το βλέμμα μας στην Ανατολή. Μετά από τόσο χρόνο που επενδύσαμε στο γράψιμο ενός τιτάνιου μυθιστορήματος (και να έχετε υπόψη ότι κανείς μας δεν είχε γράψει μυθιστόρημα πρωτύτερα), δεν ήταν εύκολο να ξεφύγουμε από τον κόσμο εκείνο. Για όσους δεν θυμούνται, ο επίλογος του εκκλησιαστή διαδραματιζόταν στην Ισταμπούλ το 1555 και τοποθετούσε τους τρεις χαρακτήρες που είχαν δραπετεύσει από τη Βενετία (τον ανώνυμο πρωταγωνιστή και αφηγητή, τώρα «Ισμαήλ», την Μπεατρίζ ντε Λούνα Μικέζ, τώρα Γρασία Νάζι, και τον Ζοάο Μικέζ, τώρα Γιοσέφ Νάζι) στην αίθουσα υποδοχής του Σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς. Θα τον έβλεπαν και θα του έλεγαν την ιστορία τους. Στο μεταξύ, ο Ισμαήλ και ο Ζοάο κάπνιζαν ναργιλέ και δοκίμαζαν καφέ. Αργότερα μάθαμε ότι υπήρχαν δύο λάθη στον επίλογο εκείνο: πρώτον, ο Σουλτάνος δεν δέχτηκε ποτέ κανέναν· δεύτερον, το 1555 δεν υπήρχε ακόμη ναργιλές στην Ισταμπούλ.

Όπως και να ‘χει, φανταζόμασταν λίγο στις συζητήσεις μας πώς θα ήταν η ζωή για τον Ισμαήλ και τους φίλους του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Δεν θέλαμε να γράψουμε μια συνέχεια της ιστορίας, γιατί είχαμε ήδη σχεδιάσει να πάμε στη δεκαετία του 1950 (και πράγματι τα επόμενα χρόνια γράψαμε και το «Hatchets of war» και το «54» που θα εκδοθεί επίσης στα ελληνικά). Δύο από τους τρεις χαρακτήρες ήταν υπαρκτά πρόσωπα και γνωρίζαμε κάποια πράγματα γι’ αυτούς. Η Μπεατρίζ και ο Ζοάο (στην Ισταμπούλ πήραν πάλι τα εβραϊκά τους ονόματα: Γρασία και Γιοσέφ) ήταν πλούσιοι και ισχυροί. Στην Ισταμπούλ, ο Γιοσέφ θα γινόταν άνθρωπος εμπιστοσύνης του Σελίμ του Β΄ και αργότερα Δούκας της Νάξου και των Κυκλάδων. Μαζί με τη θεία του χρηματοδότησε μια εβραϊκή αποικία στη λίμνη Τιβεριάδα και σχεδίαζαν να γίνουν κυρίαρχοι της Κύπρου. Ωστόσο, τι απέγινε ο Ισμαήλ, ή Λουντοβίκο, ή Τιτιάν, ή Γκερτ, ή Λοτ; Ήταν ένας φανταστικός χαρακτήρας, αν και τον δημιουργήσαμε συνθέτοντας βιογραφίες αληθινών προσώπων και του δώσαμε αληθινά ιστορικά ονόματα. Το μέλλον του Ισμαήλ έπρεπε να επινοηθεί. Θα έμενε στην Ισταμπούλ, ενώ οι φίλοι του σύχναζαν με τους άρχοντες της αυτοκρατορίας; Δύσκολα. Είπαμε ότι αν κάποια μέρα γραφόταν η συνέχεια του Εκκλησιαστή, θα έπρεπε να διαδραματίζεται πριν και κατά τη διάρκεια της εκστρατείας στην Κύπρο, με κορύφωση τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου. Μετά από αυτές τις φαντασιώσεις μας, δεν μιλήσαμε ποτέ γι’ αυτό ξανά… Μέχρι τους πρώτους μήνες του 2008, οπότε συνειδητοποιήσαμε ότι η δέκατη επέτειος της έκδοσης του βιβλίου πλησίαζε και ήταν καλή ευκαιρία να επιστρέψουμε… στη σκηνή του εγκλήματος, να τακτοποιήσουμε εκκρεμότητες που αφήσαμε στο πρωτόλειο μυθιστόρημά μας. Εκείνη την περίοδο, ξαφνικά, ο Wu Ming3 αποφάσισε να εγκαταλείψει την κολεκτίβα για προσωπικούς λόγους, προκαλώντας μας σοκ. Ξεκινήσαμε ένα είδος αυτοθεραπείας για να ξεπεράσουμε την οδύνη. Το γράψιμο του «Αλτάι» ήταν η ομαδική ψυχοθεραπεία μας.

Στο Αλτάι δίνετε έμφαση στην ταυτότητα που όλοι έχουμε από τη γέννησή μας – εθνική, πολιτισμική, ταυτότητα γένους κ.ο.κ. Θεωρείτε πώς δεν μπορούμε να την κρύψουμε ή να την ξεφορτωθούμε, όσο κι αν προσπαθούμε;

Το μυθιστόρημα μιλάει για μια νευρωτική αναζήτηση ταυτότητας και τις ψευδαισθήσεις, τις απογοητεύσεις που φέρνει η αναζήτηση αυτή. Θέλαμε να γυρίσουμε στον κόσμο του Εκκλησιαστή από μια απροσδόκητη πλευρά, να προσεγγίσουμε το πρώτο μας μυθιστόρημα χωρίς να γράψουμε μια απλή «συνέχεια», να επισκεφτούμε ξανά τον κόσμο εκείνο υπό το φως των πιο πρόσφατων έργων μας, όπως το «Star of the morning» ή το «Manituana». Είναι πολύ εύκολο να λες ιστορίες για ανθρώπους ξεριζωμένους, χαρακτήρες χωρίς παρελθόν, χωρίς δεσμούς, χωρίς αναμνήσεις παιδικές… Σίγουρα, είναι ένα αποτελεσματικό, αφηγηματικό τέχνασμα, αλλά περιορίζει το συγγραφέα και την οπτική πάνω στην ανθρώπινη εμπειρία. Είχαμε χορτάσει με χαρακτήρες που ήταν απλώς «συντελεστές» πλοκής, όπως ο Γκερτ του Εκκλησιαστή. Είναι πολύ απίθανοι, κανείς δεν σκέφτεται πραγματικά έτσι. Πώς μπορείς να αφαιρέσεις από την οπτική που έχεις για τον κόσμο το γεγονός ότι ο πατέρας σου ήταν μεταλλεργάτης, ότι και οι δύο γιαγιάδες σου ήταν εργάτριες στην επαρχία, ότι ο ένας παππούς σου απελάθηκε από τους Γερμανούς και ο άλλος σχεδόν πέθανε από φυματίωση σε σανατόριο, ενώ η προγιαγιά σου πέθανε 42 χρονών αφού γέννησε έντεκα παιδιά; Ως συγγραφείς, πρέπει να παίρνουμε την ευθύνη να μεταφέρουμε στις σελίδες πολύπλοκες σχέσεις και κληρονομικότητες, παράγοντες που παράγουν την υποκειμενικότητά μας. Θα είμαστε ικανοί να κρίνουμε τα φορτία της ταυτότητάς μας μόνο αν μπορούμε να τα περιγράψουμε. Με τα χρόνια, αρχίσαμε να σκάβουμε βαθύτερα στην ψυχή των χαρακτήρων, στις ρίζες τους και τις παραδόσεις τους, στα φορτία που κουβαλάμε μαζί μας από παιδιά. Η συγγραφή του Αλτάι ήταν μια ευκαιρία να επεκτείνουμε αυτό το «σκάψιμο» στην κολεκτίβα την ίδια, να επαναξιολογήσουμε δέκα χρόνια δραστηριοτήτων και περιπετειών.

Οι εκδόσεις Εξάρχεια εκδίδουν στον επόμενο χρόνο ένα άλλο μυθιστόρημά σας που τιτλοφορείται «54». Πρόκειται για ένα πολιτικό μπεστ σέλερ που διαδραματίζεται στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Πώς βλέπετε το σύγχρονο κόσμο μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και το τέλος του ψυχρού πολέμου; Θα είναι το τέλος της ιστορίας με την εμπορευματοποίηση των πάντων;

Δεν πρόκειται καθόλου για το τέλος της Ιστορίας, όπως έχουμε δει και απ’ όλους τους πολέμους και τις κρίσεις που ξέσπασαν από τότε. Πιο πιθανό είναι ότι γινόμαστε μάρτυρες της εκκίνησης μιας νέας Ιστορίας. Σε λιγότερο από είκοσι χρόνια μετά την κατάρρευση του αποκαλούμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», ήταν η σειρά του καπιταλισμού να βουλιάξει σε μια βαθιά συστημική κρίση. Τώρα αγώνες ξεσπούν παντού, υπάρχει μεγάλη αναβίωση των ιδεών του Μαρξ σ’ όλο τον κόσμο και το «να μιλάμε για επαναστάσεις, σίγουρα δεν ακούγεται σαν ψίθυρος», όπως τραγουδούσε ο Tracy Chapman στη δεκαετία του ’80.

Τα κινήματα στην Ελλάδα πειραματίζονται με την Άμεση Δημοκρατία, ενώ η κεντρική εξουσία δείχνει τα δόντια της. Ποια είναι η κατάσταση στην Ιταλία;

Υπάρχουν και στην Ιταλία, επίσης, ενδιαφέροντα κινήματα που πειραματίζονται με την άμεση δημοκρατία. Το πιο ενδιαφέρον είναι το κίνημα «NO TAV» στο Piedmont. Ξεκίνησε πριν χρόνια ως αντίσταση στους υπερταχείες αμαξοστοιχίες στην κοιλάδα Susa, και βαθμιαία έγινε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Ωστόσο, η κατάσταση είναι πολύπλοκη και ιδιαίτερα δύσκολη να περιγραφεί. Υπάρχουν κάποια ασαφή κινήματα και πολιτικά ρεύματα που φαίνονται σαν αυθεντικά κοινωνικά κινήματα, υιοθετούν πρακτικές που τα κάνουν να μοιάζουν με λαϊκά κινήματα, αλλά αν δεις από κοντά, βρίσκεις ότι υποστηρίζονται από τον έναν ή τον άλλο εκατομμυριούχο (ή τους ανήκουν κιόλας) που επιθυμεί την αποσταθεροποίηση της κατάστασης.

Το περιοδικό ΒΑΒΥΛΩΝΙΑ οργανώνει συχνά πολιτικά και καλλιτεχνικά φεστιβάλ και εκδηλώσεις (όπως το B– FEST), όπου φιλοξενούμε διανοούμενους και ακτιβιστές απ’ ολόκληρο τον κόσμο. Νομίζετε ότι θα μπορούσατε κάποια στιγμή στο μέλλον να βρεθείτε κοντά μας στην Αθήνα;

Γιατί όχι; Αλλά θέλουμε να είναι αμοιβαίο: Αν γίνει πραξικόπημα στην Ελλάδα, υποκινούμενο από την Ε.Ε., είστε ευπρόσδεκτοι ως εξόριστοι στην Μπολόνια. Δεν έχουμε πολλά να προσφέρουμε, αλλά μπορούμε να είμαστε δυστυχισμένη παρέα. Και αν γίνει πραξικόπημα στην Ιταλία, μπορούμε να πάμε στην Ισπανία. Και αν γίνει πραξικόπημα στην Ισπανία, μπορούμε να πάμε στην Αργεντινή. Εκεί θα είμαστε δυστυχισμένοι με πιο εξωτικό τρόπο.

*Η συνέντευξη έγινε την 1η Φλεβάρη, 2012 και δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό “Βαβυλωνία” #Τεύχος 4. Εμείς το πήραμε από εδώ: http://www.babylonia.gr/2012/02/01/sinentefxi-me-tous-wu-ming-a-k-a-luther-blisset/

Dada 23 Ιούνη 1916-23 Ιουνη 2016 – Η επίδραση του αναρχισμού στο κίνημα του ντανταϊσμού

Το κίνημα του ντανταϊσμού προέκυψε από ομάδες ανθρώπων, σε διάφορες πόλεις κυρίως της Ευρώπης αλλά και στην Αμερική (Η.Π.Α.), ως μια αντίδραση (άντι)καλλιτεχνικής εκφράσεως απέναντι στις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες, οι οποίες καθορίζονταν σε μεγάλο βαθμό εκείνη την εποχή από το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αναμφίβολα, η εναντίωση στον πόλεμο ήταν ένα κοινό σημείο για σχεδόν όλους τους ντανταϊστές. Και λέμε σχεδόν όλους, επειδή για παράδειγμα κάποιοι από τους ντανταϊστές στο Παρίσι επέλεξαν να πάρουν θέση τασσόμενοι υπέρ του ρόλου του γαλλικού στρατού και σε μια επίδειξη σωβινισμού περιφρονούσαν τους γερμανούς (συμπεριλαμβανομένου ακόμα και των εκεί ντανταϊστών). Επιπλέον, μερικοί ντανταϊστές κατατάχθηκαν στο στρατό.

Αυτό όμως που δεν είναι ξεκάθαρο συχνά στις αναφορές που γίνονται για το Dada είναι κατά πόσο συμμετείχαν αναρχικοί σε αυτό ή αν υπήρξε ιδεολογική επιρροή από αναρχικούς της εποχής αυτής. Το να είσαι εναντίον του πολέμου (όχι ταξικού αλλά εξουσιαστικού) είναι ένα στοιχείο, αλλά δεν αποτελεί απαραίτητο σημάδι για να συνδέσουμε το Dada με την αναρχία.

Οι αναφορές που υπάρχουν συναινούν στο γεγονός ότι το Dada ήταν ένας συνδυασμός διαφορετικών ατομικών θέσεων που κάποιες φορές ερχόντουσαν και σε αντίθεση μεταξύ τους. Οι περισσότερες δράσεις του Dada είχαν καθαρά (αντι)καλλιτεχνικό χαρακτήρα χωρίς πολιτική έκφραση, υπήρξαν όμως και κάποιες άλλες, όπως θα δούμε αργότερα, που παραπέμπουν σε πολιτικές πράξεις. Αυτό που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι ο ντανταϊσμός ήταν ένα αυτοαποκαλούμενο διεθνές κίνημα (άρα δεν χωράει η έννοια του ρατσισμού σε αυτόν) χωρίς «κατεστημένο», χωρίς κάποιο ιδρυτικό κείμενο ή κάποια δομή-ιεραρχία (δεν υπήρχαν αρχηγοί), χωρίς οργανωτικές επιτροπές ή εκτελεστικά τμήματα. Κατά αυτό τον τρόπο, το Dada υπήρξε χαρακτηριστικό παράδειγμα, όχι δημοκρατικών αξιών, αλλά κάτι που μοιάζει περισσότερο με την εφαρμογή της αναρχίας σε μια καλλιτεχνική έκφραση (εξού και το anti-art), που πολλοί τη συνδέουν με την avant-garde.

Ξεκινώντας από τη Ζυρίχη, όπου χτίστηκαν τα θεμέλια του Dada, γύρω από το Cabaret Voltaire χώρο ψυχαγωγίας και καλλιτεχνικής έκφρασης, αξιοσημείωτο είναι ότι ο ιδιοκτήτης Hugo Ball ασχολήθηκε με τη μετάφραση κειμένων του Bakunin. Αυτό αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι ο Ball είχε επηρεαστεί σημαντικά από το έργο του Bakunin. Επίσης, o ίδιος πριν το Dada συμμετείχε σε επαναστατικού περιεχομένου εφημερίδες όπως οι Die Aktion, Der Sturm, Die Revolution. Η θεματολογία των κειμένων του σε αυτές περιλάμβανε μεταξύ άλλων το μηδενισμό και το ρώσικο αναρχισμό4. Εκτός από Bakunin είχε διαβάσει και Kropotkin. Ωστόσο, όσον καιρό ο Hugo Ball παρέμενε στο προσκήνιο του Dada της Ζυρίχης, το κίνημα αντι-τέχνης δεν πήρε ποτέ τη μορφή της αναρχίας6. Άλλωστε ο ίδιος έγραφε το 1915 (ένα χρόνο πριν το Dada): “Έχω εξετάσει τον εαυτό μου προσεχτικά. Δεν θα μπορούσα ποτέ να αποδεχτώ το χάος, να βάζω βόμβες, να ανατινάζω γέφυρες και να τρέφομαι με ιδέες. Δεν είμαι αναρχικός”. Ο Hugo Ball υπήρξε θαυμαστής του Νίτσε και φαίνετε να ασπαζότανε κάποιες θεωρήσεις του4 και εν γένει τον ατομικισμό. Όταν όμως αποσύρθηκε από το Dada επέλεξε να ζήσει μια θρησκευτική ζωή.

Ο νιτσεϊκός μηδενισμός επηρέασε και τους Richard Huelsenbeck και Francis Picabia. Με την άφιξη του τελευταίου στη Ζυρίχη το 1919 προστέθηκε ένα νέο στοιχείο που χαρακτηριζότανε από την απόλυτη έλλειψη σεβασμού προς κάθε αξία, μια απελευθέρωση από όλους τους κοινωνικούς και ηθικούς καταναγκασμούς.

Όσον αφορά τους υπόλοιπους ντανταϊστές της Ζυρίχης, τόσο ο Hans Richter όσο και ο Tristan Tzara είχαν επαφές με αναρχικές ομάδες. Αργότερα όμως ο Tristan Tzara θα κινηθεί στα πλαίσια του κομμουνισμού: στο Παρίσι όπου κατέφυγε μετά τη Ζυρίχη είχε δεσμούς με το Γαλλικό Κουμμουνιστικό Κόμμα, έγινε μέλος του και μετέπειτα ασπάστηκε τον Σταλινισμό. Πολέμησε επίσης εναντίον του φασισμού το 1936 στην Ισπανία και ενάντια στους Ναζί στην περιοχή της Τουλούζης στα 1940-44). Ενδεικτικό όμως των κινήτρων του Tristan Tzara τον πρώτο καιρό δράσης του ως ντανταϊστής αποτελεί το παρακάτω απόσπασμα (από ένα εκ των μανιφέστων που είχε γράψει): «Είμαι κατά των συστημάτων. Το πιο αποδεκτό σύστημα είναι να μην έχεις κανένα σύστημα και καμιά αρχή».

Αναζητώντας τις επιρροές των ντανταϊστών εκτός Ζυρίχης: οπαδοί του Stirner, που θεωρείται από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του μηδενισμού και της αναρχικής ιδεολογίας, υπήρξαν οι Max Ernst και Theodor Baargeld, ιδρυτές του Dada στην Κολωνία. Ο τελευταίος έβγαζε το περιοδικό Der Ventilator (Ο Ανεμιστήρας) μέσα από το οποίο επιδιδόταν σε επιθέσεις εναντίον της εκκλησίας και της πολιτείας, του κατεστημένου και της τέχνης. Όμως, ο Baargeld το 1918 θα γίνει μέλος του μαρξιστικού, πασιφιστικού Ανεξάρτητου Σοσιαλοδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (USPD). Χαρακτηριστικό του προσανατολισμού που θέλανε να δώσουν στο Dada στην Κολωνία αποτελεί μια αφίσα που αποτελούσε μέρος μιας έκθεσης ντανταϊστών και στην οποία αναγραφόταν: «Tο Dada είναι με την επαναστατική πλευρά του προλεταριάτου, το Dada είναι πολιτικό».

Οι Marchel Duchamp και Man Ray που πρωτοστατούσαν στο κίνημα Dada στη Νέα Υόρκη είχαν διαβάσει Stirner. Το ίδιο όμως και ο Julius Evola από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ντανταϊσμού στην Ιταλία, ο οποίος ήταν ακόμα μεγαλύτερος οπαδός του Νίτσε. Ο Evola συνδεόταν φιλικά με τον Μουσολίνι, παρά ταύτα δεν υποστήριξε πλήρως το φασιστικό του καθεστώς και δήλωνε αντιφασίστας. Προτιμούσε όμως τον φασισμό απέναντι στον κομμουνισμό και τη δημοκρατία. Αργότερα, με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δήλωσε εθελοντής για να ακολουθήσει το στρατό ενάντια στους Κομμουνιστές στο Ρωσικό μέτωπο (αν και τελικά δεν επιλέγει). Επίσης, έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη των SS. Η διαφορά τη φασιστικής ιδεολογίας του Evola συγκρινόμενη με αυτή του Ναζισμού (που πίστευε στη βιολογική ανωτερότητα των Αρίων) ήταν ότι πίστευε στην «πνευματική» ανωτερότητα. Ο Evola και άλλοι διανοούμενοι του φασισμού επισκέφθηκαν τον Χίτλερ το Σεπτέμβριο του 1943 με σκοπό να ιδρύσουν το φασιστικό ψευδο-κράτος του Salo στη Βόρεια Ιταλία.

Σε αντίθεση με τον Evola, oι ντανταϊστές του Βερολίνου, Raul Hausmann και Johannes Baader, εκδήλωναν τάσεις φιλο-αναρχικές. Μάλιστα, ενδεχομένως η κορυφαία πολιτική πράξη του Dada να είναι αυτή με πρωταγωνιστή τον Baader (αλλά ιθύνον νου τον Hausmann), όταν στην τελετή για την ανακύρηξη της 1ης Γερμανικής Δημοκρατίας στο Κρατικό θέατρο της Βαϊμάρης το 1919, πέταξε από τον εξώστη στα κεφάλια των πατέρων του έθνους προκηρύξεις που τον αυτοανακήρυσσαν πρώτο πρόεδρο της νέας αυτής δημοκρατίας. Το κείμενο της προκήρυξης τελείωνε ως εξής: «Θα ανατινάξουμε τη Βαϊμάρη μέχρι τα ουράνια… δεν θα λυπηθούμε κανέναν και τίποτε. Παρουσιαστείτε όλοι μαζικά! Το Ντανταϊστικό Αρχηγείο της Παγκόσμιας Επανάστασης». Σε μια άλλη περίπτωση ο Baader διέκοψε τον Εφημέριο που λειτουργούσε στον Καθεδρικό ναό του Βερολίνου, φωνάζοντας από το χώρο της χορωδίας: «Στο διάολο ο Χριστός» ή σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή: «εσείς είστε εκείνοι που κοροϊδεύετε τον Χριστό, δεν δίνετε δεκάρα για αυτόν». Στο Βερολίνο ο Hausmann και ο ποιητής Franz Jung κυκλοφορούσαν το περιοδικό Die Freie Strasse (= Ο Ελεύθερος Δρόμος), με έντονες αναρχικές τάσεις.

Peret, Picabia, Jung, Baader, Mehring, Cravan, είναι μερικά ονόματα νταναταϊστών που είτε αυτοπροσδιορίζονταν ως αναρχικοί είτε είχαν κατά βάση αντιεξουσιαστικές απόψεις9. Ο Περέ μάλιστα, εξέφραζε την αντίθεσή του απέναντι σε κάθε εθνική και εκκλησιαστική εξουσία και την υπερασπίστηκε εξίσου απόλυτα μέχρις ότου πέθανε, σε ένα μικρό βρωμερό δωμάτιο, στη Γαλλία το 1959. Πολέμησε με τους αναρχικούς στον Ισπανικό Εμφύλιο.

Σε συλλογικό επίπεδο τώρα, η συγγραφή ντανταϊστικών μανιφέστων αποτελούσε συχνά μέσο έκφρασης ιδεών και ουσιαστικά τη «φωνή» του Dada. Τα μανιφέστα του Dada λειτουργούσαν πολλές φορές ως αναρχικές διακυρήξεις.

Οι φουτουριστές χρησιμοποιούσαν επίσης το μανιφέστο πριν το Dada. Όμως, το ντανταϊστικό μανιφέστο είχε τις καταβολές του στον αναρχισμό του 19ου αιώνα και θεωρείται «απόγονος» της ιδέας για «έμπρακτη προπαγάνδα» (propaganda by deed) που επινοήθηκε από τους ιταλούς αναρχικούς Errico Malatesta, Carlo Cafiero και Emilio Covelli.

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι ο συσχετισμός του Dada με την πολιτική δεν ήταν ποτέ ξεκάθαρος και αυτό διότι οι ντανταϊστές λειτουργούσαν πάντα μέσα στα πλαίσια της ατομικότητας του καθενός και της αλληλοσυμπλήρωσης χαρακτήρων και δυνατοτήτων. Υπήρχαν ντανταϊστές σχεδόν αδιάφοροι για την πολιτική, αλλά και κομουνιστές, σοσιαλιστές, αναρχικοί, ακόμα και φασίστες όπως είδαμε και στην περίπτωση του Evola. Ωστόσο αν κάποιος μπορεί να ισχυριστεί πως το κίνημα σαν σύνολο έτεινε προς τα κάπου από πολιτικής άποψης, θα πρέπει να αποδεχθεί ότι έτεινε προς την αναρχία. Ενδεικτικά είναι τα λόγια του Ribemont-Dessaignes: «Ήταν απαραίτητο να τους κάνουμε να καταλάβουν ότι είμαστε εναντίον της κουλτούρας και ότι είμαστε αντίθετοι όχι μόνο με την αστική τάξη πραγμάτων αλλά και με κάθε τάξη πραγμάτων, κάθε ιεραρχία, κάθε ηρωοποίηση, κάθε ειδωλολατρία, όποιο και αν ήταν το είδωλο».

Λευτέρης Σ.

ΑΝΑΦΟΡΕΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

“A brief history of Dada”, David Smith, 2007.
“Dada in Context”, Henri Behar, Université de la Sorbonne-Nouvelle, Paris III, 2005
“A short account of the Dada movement”, Nick Heath, Anarchist Federation in London (http://libcom.org/library/dada)
“A Cultural Revolution for the “Free Spirits”: Hugo Ball’s Nietzschean Anarchism”, Maftei Ştefan-Sebastian, PhD, “Babeş-Bolyai” University Department of Philosophy Cluj, Romania, 2011.

“Dada & Anarchy”, By Mark Holsworth, 2012 (http://melbourneartcritic.wordpress.com/2012/08/18/dada-anarchy/)
“Hans Richter: DADA, Art and Anti-art”, μετάφραση: Ανδρέας Ρικάκης, Εκδόσεις Υποδομή, Αθήνα 1983.
“Μανιφέστα του Ντανταϊσμού”, Τριστάν Τζαρά, Εκδόσεις Αιγόκερως, 1998.
“Myth and Violence: The Fascism of Julius Evola and Alain Benoist”, Thomas Sheehan, Social Research, Vol. 48 No 1, Spring 1981.
Περιοδικό ΝΑΡΑΡΧΙΑ, Νο 11, Πρωτοβουλία Αναρχικών, Σεπτέμβριος 2002.
“ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΝΤΑΝΤΑΪΣΜΟΣ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ”, Γιάννης Σολδάτος, Εκδόσεις Αιγόκερως 2007.
http://www.dada-companion.com/dada-messe/hism”,
Erickson D. John, French Literature Series: Manifestoes and Movements 7: p98-109, 1980.

*Από το http://zerogeographic.wordpress.com/

Fathers from the Edge – Greek-Australian writers participate at the Williamstown Literary Festival

Fathers-from-the-Edge-Willy-Lit-Fest-2016

Saturday, 18 June at 2.00pm 

(Session titled Fathers from the Edge)

Venue: Williamstown Town Hall, 104 Ferguson Street, Williamstown

Enquiries at http://www.willylitfest.org.au

Father-child relationships can be testing at the best of times, but what happens when migration adds a whole new dimension to it? Greek-Australian writers Konstandina Dounis, Dmetri Kakmi, Dean Kalimniou and Helen Nickas discuss their funny and sad stories published in the new anthology Fathers from the Edge, edited by Helen Nickas.

The four panelists are a diverse mix of writers, two born overseas and two in Australia of Greek parents, with equally diverse experiences. But what binds them together is the common thread of living within, or between, two cultures and two languages, and having to grapple with the realities of living ‘on the edge’. They will share with each other, and the audience, how their own bitter-sweet experience with their fathers has shaped their lives through the various stages of assimilation, integration and multiculturalism in Australia. 

Helen Nickas
Owl Publishing
22 Rooding Street, Brighton 3186
Tel 9596 6064   Mob 0400 202 187
Email: owlbooks@bigpond.com
Website: http://www.owlpublishing.com.au

Father-child relationships can be testing at the best of times, but what happens when migration adds a whole new dimension to it? Greek-Australian writers Konstandina Dounis, Dmetri Kakmi, Dean Kalimniou and Helen Nickas discuss their funny and sad stories published in the new anthology Fathers from the Edge.

The four panelists are a diverse mix of writers, two born overseas and two in Australia of Greek parents, with equally diverse experiences. But what binds them together is the common thread of living within, or between, two cultures and two languages, and having to grapple with the realities of living ‘on the edge’. They will share with each other, and the audience, how their own bitter-sweet experience with their fathers has shaped their lives through the various stages of assimilation, integration and multiculturalism in Australia.

Despite the sadness and regret, or the ironic humour expressed in their stories, telling and discussing this important topic should prove a cathartic experience for both the writers and the audience. As with ancient Greek tragedy, and right up to our times, through the telling of adversity and great loss, comes catharsis. And since Australia has been a country of many waves of immigrants, their stories will keep on adding to the grand narrative of the history of this country.
 
Fathers from the Edge is a companion book to Mothers from the Edge (an anthology about the relationship between mothers and daughters within the Greek-Australian migrant experience).

Fathers from the Edge now comes to complement what began as an exploration of family relationships and the effect on them by the migrant experience. It includes a collection of narratives that examines the complex relationships between Greek-Australian writers (men and women) and their fathers. These 24 stories are aimed not just at the Greek-Australian reader, but anyone who is interested in how people, who live between cultures, untangle the complexities of dual lives and pave the way for understanding and compassion.

Contributing writers:
George Alexander, Claire Catacouzinos, John Charalambous, Anna Couani,
Konstandina Dounis, Eleni Elefterias-Kostakidis, Zeny Giles, Dimitri Gonis,
Tina Haralambakis, Efi Hatzimanolis, Hariklia Heristanidis, Dmetri Kakmi,
Dean Kalimniou, Vrasidas Karalis, Victoria Kyriakopoulos, Emilios Kyrou,
Peter Lyssiotis, Despina Michael, Martha Mylona, Olympia Panagiotopoulos,
Melissa Petrakis, Tom Petsinis, N.N. Trakakis, Eleni Frangouli-Nickas.

In crisis-stricken Greece, one thing is in prosperity: poetry

CfQ39fGXEAAAGtS.jpg-large

By Nikos Fotakis*

A collection of modern Greek poetry, aptly named Austerity Measures, proves a well-known truth: that great art can emerge from hard times. The book’s editor offers her insight on the anthology and recalls discovering the Greek language on the streets of Melbourne

It’s been six years since Greece got under the international spotlight, claiming centre stage as the worst possible example of a debt ridden country, brought to its knees by a combination of state corruption, overspending, neo-liberal dogmatism and the effects of the Global Financial Crisis. Struggling with high unemployment, harsh austerity, rising inequality and regressive taxation, the country has seen its middle class all but crushed and almost every sector gasping for air. One thing seems to be thriving, though.

After the initial shock, the Arts industry – the term becoming more and more ironic, as the sector has never been more deprived of funding – has been fighting back, responding to the ongoing crisis with creativity. Dissecting the greek psyche, the output of artists, writers, musicians and poets, offers valuable insight to the effect of the imposition of austerity on the social fabric, thus proving to be a much more useful tool of understanding what has been going on in Greece, than any analysis of a financial think tank could offer.

Karen Van Dyck seems to share this view. The Kimon A. Doukas Professor of Modern Greek Literature in the Classics Department at Columbia University where she directs the Program in Hellenic Studies and teaches courses on Modern Greek,Greek Diaspora literature, translation and gender, has recently edited a magnificent collection aptly named Austerity Measures: The New Greek Poetry (Penguin UK).

“When there is less to go around, people fight, grab, get tough. Lately, Greece and the Balkans have been living with more than their share of less”, she writes on the collection’s introduction, only to add: “Poetry, though, is one thing there is more of. Much more. Poets writing graffiti on walls, poets reading in public squares, theatres and empty lots, poets performing in slams, chanting slogans, and singing songs at rallies, poets blogging and posting on the internet, poets teaming up with artists and musicians, teaching workshops to school children and migrants. In all of the misery and mess, new poetry is everywhere, too large and various a body of writing to fit neatly on either side of any ideological rift”.

“GREECE EXCEEDS THE BOUNDARIES OF A NATION STATE”

It is this kind of poetry that she collected in the book. Poems that come from a whole range of different outlets and backgrounds; writings by established poets are presented next to the wordplay of rappers and non-Greek names are common fare in the book, in a striking display of heterogeneity one would normally not associate with Greece.

“I decided to organize the anthology around where poetry happens, rather than alphabetically, chronologically or thematically”, she says, explaining how the collection came to be. “This, I felt, would give the English-speaking reader a better sense of the poetry’s reach and diversity. It is happening everywhere; not just in literary magazines, but in DIY blogs, in theaters, abandoned lots, cafes, in villages on the borders, outside Greece… Also this approach allowed me to introduce poets who weren’t already known in the regular literary circles”, she adds.

How representative of modern Greek culture is the outcome, in her opinion? “Well, the answer to that is as varied as the poetry included”, she answers, giving some examples of the poets featured in the book. “Jazra Khaleed sees his poetry as a way of practicing politics. It’s not from the printers, he says, but from the mines. Doukas Kapandais thinks it has nothing at all to do with politics. Elena Penga is more East Greenwich Village than Salonican. The only thing they all agree on is that Greece exceeds the geographical and linguistic boundaries of a nation state. It is not representative in the traditional sense of political representation. And no, not really in the literary sense of mimesis either. To represent something, don’t you have to believe there is something fixed to represent? For these poets contemporary Greece, like the fox in Katerina Iliopoulou’s poem, is what exceeds definition. It’s what you chase after, not what you catch.”

“POETRY CAN TELL US SOMETHING THE NEWS CAN’T”

A philhellene in the truest sense of the word, Karen Van Dyck is one of the scholars who can claim to have a deep understanding of Greek poetry, as it evolved throughout the ages. Yet, she herself was surprised by some of the work she came across, while working on “Austerity Measures”, allowing her to draw some interesting conclusions on the state of Greek poetry.
“I was most surprised to find that many poets were bridging prose and poetry in their writing”, she says. “There was a new storytelling component that recalled the folk song tradition and ballads like “The Bridge of Arta,” but also spoke to contemporary international literary trends like flash fiction. I was also struck by the complete reinvention of the fifteen-syllable line, the political verse, as it is called. Yannis Efthymiades stretches it out to 27 syllables in his masterful meditation on a man falling from the World Trade Center. These poets seem fearless formally. Open to everything. Maybe it has to do with the fact that they feel there’s nothing to lose.”

The feeling of “nothing to lose” can be liberating, especially in times of oppression. Karen Van Dyck knows it all too well, being one of the world’s leading authorities of Greek poetry of the Dictatorship era, which she analyzed in her book Kassandra and the Censors: Greek Poetry since 1967 and collected in her anthology The Rehearsal of Misunderstanding Although she’s reluctant to compare the Crisis to the Junta (as many in Greece do), she can definitely see some similarities, at least in terms of the role of poetry as socio-political commentary. “”During the Dictatorship, poets, especially women, used the lessons of censorship to their own ends. Elliptical, parological, and full of ambiguity, their poetry told us that nothing can be taken at face value”, she explains. “Again, in recent years, poets, especially women, drawing on the work of poets from the generation of the ’70s such as Katerina Anghelaki-Rooke and Jenny Mastoraki, have turned to dreams and myth to rewrite the difficult times. This is particularly evident in the poets who write for Farmakon (ed. Note: “φρμκ” is a bi-annual literary magazine) such as Phoebe Giannisi, Anna Griva, Katerina Iliopoulou, and Eftychia Panayiotou, but also Yiannis Efthymiades and Yiannis Stiggas. The similarity between these two different historical moments lies in the sense that poetry can tell us something that the news and politicians can’t. The difference, I think, is what poets now take for granted: everything is at their fingertips through the internet; the Greek language includes so many hybrid forms – Gringlish, Gralbanian, Grurkish; Greekness is something borderless, nomadic, and the Greek literary tradition is not a necessary education for a Greek poet. Arabic feminism or Code Poetry might be equally useful.”

DISCOVERING GREEK IN AUSTRALIA

This approach should come as no surprise, given the way Karen Van Dyck’s ongoing interest in Greek language began. “From an early age I lived in cities with very strong Greek Diaspora communities – Melbourne, London, New York, and most recently Istanbul”, she says. “I was always fascinated by the Greek alphabet and language. In 1974, I remember travelling back and forth on the train from my home in South Melbourne, where my father had a parish, to PLC, the Presbyterian Ladies College. Going to an Australian private school rather than an American public school, wearing a uniform, even down to blue hair ribbons, eating pavlova and meat pies… Everything was new, but it was the anti-junta graffiti of the Greek immigrants that became my passion. I wanted to know what they were saying. It was a way of identifying with the foreignness I felt. A way of learning how to decipher it. At PLC I took Russian hoping that would help, but I didn’t find all the letters I was looking for. The ‘ξ’, for example, was missing. The long road to realizing the letters were Greek and then mastering this other language made it all the more rewarding. Only much later, writing my book on poetry under and after the Dictatorship, did I finally understand the urgency and politics I had sensed in the writing on the walls”. What kind of impact did these anti-junta scribblings on the walls of Melbourne would have on a young American expatriate?
“It made me want to know how words and politics were related”, she attests. “It made me cautious of generalizations. It taught me that if you want to understand the larger picture, you need to figure out the specifics. It also made me think from the position of the in-between, the translator. Though not officially a part of the Diaspora, not Greek by birth, I am Greek by work and experience. My constant struggle to think about Greek in the context of other cultures and languages, my decision to raise my three sons in Greek and to teach Greek literature and translation outside Greece have all meant that my take on the world is closer to that of a C. P. Cavafy, Olga Broumas or Antigone Kefala”.

This take on the world was influenced by much more than language, of course: “I remember wondering why each wave of migrants took out their frustrations on the next”, she says. “Fights would break out at the Foster’s brewery, where the parents of the kids in the South Melbourne parish worked. How to imagine forms of tolerance that don’t erase history? How to think through the eyes of the underdog even after one has achieved a middle-class status? Australia taught me that to be minor, and to stay minor, is a major accomplishment”.

*This article published in the English section of Neos Cosmos in Melbourne, Saturday, 11 June 2016.

Meet the Greek writers revolutionising poetry in the age of austerity

Clockwise from top left: Yiannis Efthymiades, Glykeria Basdeki, Eftychia Panayiotou, Yannis Stiggas, Danae Sioziou, Thomas Tsalapatis, Yiannis Doukas and Elena Penga.

Clockwise from top left: Yiannis Efthymiades, Glykeria Basdeki, Eftychia Panayiotou, Yannis Stiggas, Danae Sioziou, Thomas Tsalapatis, Yiannis Doukas and Elena Penga.

By Marta Bausells and Eleni Stefanou*

A new group of poets is changing the arts landscape in Greece. Fearless, global and with an artistic fervour unseen since the dictatorship, they tell us their hopes, the culture that excites them – and the Greek myths they’d like to debunk

A new kind of poetry is flourishing in Greece’s streets, bars and cafes. It is popping up not just on magazines, small presses and websites, but on graffiti walls, and in music, film, and art. Not since the dictatorship that shook the country in the 1970s has there been such an abundance being written. A new anthology in English translation, Austerity Measures, compiles some of the most revolutionary.

Former finance minister Yanis Varoufakis is a fan, calling it a “silver lining”, the one good upshot from austerity policies that have shattered the country. “Along with the mass unemployment and the rise of neo-Nazism that it engendered, austerity also occasioned a cultural renaissance,” he writes. “This volume is … living proof that the Greek crisis is of global significance.”

In a country where there is less to go around across the board – including fewer young people – poetry is “the one thing there is more of,” writes editor Karen Van Dyck. Despite the title, and the fact that many of the poems respond to the social and economic crisis, Van Dyck emphasises this is not a homogenous phenomenon. “A lot of these poets don’t even know the others exist. It’s a very disperse scene.” Nor are they really a generation. They are multicultural, multiethnic, multigenerational; some of them aren’t even Greek, just writing in it.

“They don’t even think they need to belong to Greek poetry. They have access to the whole world,” says Van Dyck. From the small pleasures of suburban gardens to the viciousness of streetfights, they use pop culture and post-capitalism, images of domestic machines and the internet and mix them all up with ancient myths. We talked to some of them about what drives them to create, and what hopes and fears they have for their country.

Eftychia Panayiotou, 36, Athens

An extract from The Outside of My Mind (translated by Karen Van Dyck):

I woke at sunrise to change

the window, warped from looking

across, slicing my view.

I open the shutters, wild

from the wind and misfortune.

What were you trying to convey with the poems in this collection?

Most of the poems in Austerity Measures were published nine years ago; they were my debut as a poet. They expose the suspicion that what we call “personal identity” is socially constructed. In these short poems the subject realises that pain and grief is part of the process of wanting to be free.

What has been your creative inspiration?

Entering a society that looked a lot like a bad movie and fear that I might end up playing a predetermined role in it.

What is the myth surrounding the Greek crisis you’d like to debunk?

I hear a lot of whispers that “the Greeks” have been really naughty and, most of all, very lazy. So they all have to be punished, like in Dante’s Purgatory.

What is giving you hope?
That we’ve managed so far to create a desirable life out of simplicity: love, friendship, knowledge, art. A bare life that is precarious, passionate, influential and rewarding.

How would you like your art to be remembered in a hundred years?

As poetry that isn’t just remembered, but also read and reread. As very much alive art with a positive impact on strangers.

Thomas Tsalapatis, 31, Athens

An extract from Word Monday [translated by Karen Van Dyck]:

Boiling water, always boiling water

Learning that what is scarce is what takes charge

Learning how Π and T lose their flat roofs

How ζ and ξ dry up at the roots

How vowels get murdered

How language bubbles up
An offering of the silent

For those who grew silent

How do you define your poetry?

An attempt to construct a personal modern poetical mythology, with sometimes non-poetical elements (borrowing from theatre, stand-up comedy, graphic novels, journalism or cinema) based in the absurd, slapstick of words, and expressed mainly in a prose poetry form, in dialogue with the rich Greek poetry tradition.

What were you trying to convey with the poems in Austerity Measures?

Word Monday is the first day of a journal. The poem speaks about the process of a boiling language, of losing words, letters and meanings in the steam, in grief and in silence. Regardless of that, the last word always belongs to the reader. I could be wrong about the meaning of my poems. He can’t. He is always right.

Which myth about the Greek crisis would you like to debunk?

I think that it is our duty to debunk the legions of stereotypes that fill newspapers every day (both Greek and European newspapers). The racist myth of the lazy Greek. The myth of the ouzo-drinking, opa-screaming Balkanian. The myth that the poor used to live above their means.

What is giving you hope?

The work of small groups, the creativity of small artistic cells. The never-ending conversations between a group of friends about art, politics or whatever. And of course the help given to refugees from volunteers (Greeks or non-Greeks) and common people every day in Athens and the islands.

How would you like your art to be remembered?

I hope to be remembered as a small handmade ark of a feeling and an era. Both old and (hopefully) new, open to new meanings.

Which other Greek poets and artists do you admire?

I strongly recommend George Prevedourakis. His book Kleftiko is a take on Allen Ginsberg’s Howl set in Greece amid the crisis; it’s a great book. In theatre, the director Theodoros Terzopoulos –he’s the most important Greek artist of our times. I would highly recommend younger directors like Savvas Stroubos and his Simeio Miden theatrical group; Aris Biniaris and his ‘holy goat’ performance; Stelios Faitakis’s mural paintings; Dimosthenis Papamarkos’s short stories; Mode Plagal’s blend of traditional music with jazz and funk elements; and the directors of the so-called ”weird wave’’ in cinema, which started with Giorgos Lanthimos’s Dogtooth in 2009.

Danae Sioziou, 29, Athens

An extract from Around the House (translated by Rachel Hadas):

imprisoned in a filthy cage

a ceiling without sunrise

little beetles on the floor

in the sink a dark lake

How would you like your art to be remembered
?
As heartfelt, I guess.

Which is the myth surrounding the Greek crisis you’d like to debunk?

That anything good can come out of such a crisis. Good things occur, but despite of it.

What is giving you hope?

Concerning the crisis? Lately, fewer and fewer things. People are being hunted, deprived, excluded. Walls, actual walls, as well as social and political ones are built upon. People who help bring them down give me hope.

What Greek cultural trends do you find most interesting?

The various voices emerging in poetry. The foundation of new publishing houses and literary journals. The experimentations of musicians and bands. The neighbourhood solidarity networks, which promote art among other things. The emergence of young artists who elaborate on the current condition in their own terms.

Which other Greek poets and artists do you admire?

Women poets of older generations who write and publish vivid poetry. There is a vast plurality trying to continue making art and survive. From opera and theatre to circus, music, poetry, filmmaking, photography, performance and more. Most of them collaborate with others. I especially admire those who reinvent themselves without betraying who they are.

Jazra Khaleed, 37, Athens

630

An extract from Words (translated by Peter Constantine):

My words are homeless

They sleep on the benches of Klafthmonos Square

covered in IKEA cartons

My words do not speak on the news

They’re out hustling every night

My words are proletarian, slaves like me

They work in sweatshops night and day

Can poetry be political?

Poetry can be part of the anti-fascist discourse and the working class discourse in Greece. There are autonomous anti-fascist groups and working class groups who publish magazines, do demonstrations, put posters on the walls.

What would you say to people who believe what is happening to Greece has been caused by external factors?

I blame the Greek middle class and the Greek capitalist system. I live in Greece so I don’t know what is going on in Germany or in England, I just know what’s going on in Greece. What’s called the crisis is used by the Greek state and the Greek middle class to push all the burden to the working class.

How is poetry perceived in Greece?

In Greece poetry is considered a high-class art. If you want to publish a poetry book, you have to pay a publishing house. So many publishing companies say that they are brands and they ask for £3,000 euros to publish your book. That means that most people who publish poetry in Greece belong to the middle class or are very rich. One important thing about Austerity Measures is that it includes poets that are not very well known in the poetry circles and who don’t have access to publishing houses.

What’s happening on the streets of Athens that you find exciting right now?

Many second-generation groups doing hip-hop and they’re really underground, doing self-organised free concerts. I can sense there are more people from a working class background that write poetry nowadays. There is a guy called Omega who writes about his experiences as working class or unemployed. His poetry is very direct, which is not very common in Greece.

Elena Penga, 50, Athens

An extract from Nightmare Pink (translated by Karen Van Dyck):

I open the balcony doors.

You’re singing.

But the rain is louder.

It comes into the house.

Hits the lampshades.

Knocks over the lights.

Collides with reality.

How would you define your poetry?

It uses fragments of personal memories to challenge our perception of what we are as a species and what we do here.

What were you trying to convey with the poems in Austerity Measures?

In this time of crisis what is the role of the personal, of the senses, of the body? Do people trust their body? Do they listen to it? How can they stop being just consumers, but active members of society who care about their environment? How do our senses and our body want us to live, work, relate, create?

How would you like your art to be remembered?

As meaningful and exciting and beautiful.

What is giving you hope?

In politics and society? Nothing. We are all shaken up and blinded by the shock. We have lost perspective and see no horizon.

Which Greek cultural trends do you find most interesting?

There is culture in Greece, but no money or real support for it. People worry about survival. This has killed all spirituality, inspiration, beauty. I find it remarkable that people want to work and do keep working in arts and culture, despite the hostile environment. All cultural trends in Greece are a kind of resistance to giving up.

Yiannis Doukas, 35, Galway (Ireland)

An extract from The Children of Abel (translated by Chloe Haralambous and Moira Egan):

The Danny F bound for Syria

Like an arc; for slaughterhouses

But it flounders with the waves

Of the sea that does not wash out

How do you define your art?

As bearing a sense of nostalgic irony towards the Greek and European cultural and political history.

What were you trying to convey with the poems in Austerity Measures?

They are attempting to encapsulate how my generation experiences reality and develops emotion in the digital age.

What has been your creative inspiration?

Interacting with memory, literature and the urban landscape. Also, trying to distil the times and the news.

Which myth of the Greek crisis would you like to debunk?

That the Greeks are a nation of lazies on a permanent vacation; that austerity measures, as they were implemented, were proportionally distributed or worth the sacrifice. But also, the over-simplistic populism that there was no need for reform in Greece; that we’d be better off outside the EU, trading in drachma. And, obviously, the neo-Nazi rhetoric that the foreigners – immigrants and refugees – are to blame for everything.

What is giving you hope?

Naïve as it may sound, the turning wheel of history: things are due to eventually get better. Also, whatever the disappointments and frustrations, the idea of a better world and a fairer society is still something worth fighting for.

What cultural trends in Greece do you find most interesting?

A hopeful moulding of community; people brought together around local and regional bookshops, publishing houses, galleries, concert venues; vibrant hubs and meeting points, new spaces and, hopefully, new ideas.

Which other current Greek poets and artists do you admire or recommend? 

For poets my age this anthology offers a balanced and representative specimen. From previous generations, I would have to single out Kiki Dimoula, Nasos Vayenas, Jenny Mastoraki, Christoforos Liontakis and Haris Vlavianos. In other fields: the films of Syllas Tzoumerkas, Yorgos Zois and Alexander Voulgaris (also the latter’s music, under the alias The Boy); the powerful photography of Enri Canaj and Myrto Papadopoulos, reinventing realism and reframing reality; finally, the marvellous theatrical work produced by the National Theatre of Greece, the Neos Kosmos Theatre and the Onassis Cultural Centre, featuring many young directors and thespians.

Glykeria Basdeki, 47, Ksanthi

An extract from Mama’s a Poet (translated by Karen Van Dyck):

Oh, yeah – Mama’s
an important poet
all day she cooks up commas

sweeps tenses under the rug

What were you trying to convey with the poems in Austerity Measures?

My poetry insists on being dark, ironic and sad. My poems are a kind of personal talisman that protects me from my evil self.

What has been your creative inspiration?

Family deaths, family births, sad sex memories. I turn the Greek folksongs into an autistic modern universe.

What is giving you hope?

My children, my friends, my faith in the revolution and life after death.

What Greek cultural trends do you find most interesting?

The dynamic Greek theatre groups (such as bijoux de kant, who I collaborate with) that survive without financial assistance. It’s a kind of miracle nowadays.

Which other current Greek poets and artists do you admire?

I love the post-Cavafian poetry of George Le Nonce, Stathi Tsagarousianos’s sad editorials in Lifo magazine, the wild romanticism of the bijoux de kant theatre group, Ersi Sotiropoulos, Maria Mitsora and Alexandro Kypriotis’s prose. And of course all of Jenny Mastoraki’s poetry, which is forever current.

Yannis Stiggas, 39, Athens

An extract from The Labrynth’s Perfect Acoustics (translated by Stephanos Papadopoulos):

Because

as much as I smoked

I never found my inner thread

so many loves

so many breathlessness
and the Minotaur,

my God, what a fiddler

If you had to define your poetry in one sentence, what would you say?

My poetry functions as a multitool: a pickaxe, a compass, a parachute, perhaps a first aid kit. Any of these is useful stuff for exploration. Poetry seems to involve all three dimensions of time: past, present and future. If someone is trying to comment only on current events, I suggest they would be better off using a polaroid camera.

What were you trying to convey with the poems in Austerity Measures?

They all bear the element of urgency and an agony for human destiny.

What is the myth surrounding the Greek crisis you’d like to debunk?

That Greeks are corrupted people. There are no corrupted nations, only corrupt power.
What cultural trends in Greece do you find most interesting?
After two decades of drought, poetry seems to blossom again, especially since 2004. It is very encouraging to see young people reading poetry, something which I regard as a political act.

Yiannis Efthymiades, 47, Athens

An extract from 9/11 or Falling Man (translated by Karen Van Dyck):

all of you think I was scared shitless that’s why I dove
head first into the abyss
god what idiots for once I took my life into my own hands
and let myself
drop provocative like in front of their eyes immense
ghoulish I stick my tongue out
then in that last moment I see a girl with a sad look in the
midst of the crowd

What has been your creative inspiration?

The thousands of people, my fellow citizens, who suffer from the austerity measures imposed on us, most of which threaten our dignity and our very existence. The source of my inspiration is the ominous future of young children, the frustrated life of older people and the puzzlement of us all against a ruthless technocratic monster that eats away our lives on a daily basis.

Which myth of the Greek crisis would you like to debunk?

That we are all to blame for the irregularities that have led us to this misery, that the Greeks do not work as hard as the rest of the Europeans and that all these austerity measures have been imposed with the sole purpose of purifying the economy and not to work as an experimental basis for undermining the institutions and manipulating the people.

Which other current Greek poets and artists do you admire or recommend?

The Greek poetic tradition happens to be one of the oldest and most important in Europe and the whole world. Great poems are still written today, poems that will define our future – poetic or not. I deeply admire Jenny Mastoraki, Christoforos Liontakis and many other younger poets of my generation, as I feel that my poetry interacts with theirs.
How would you like your art to be remembered in a hundred years?
As a testimony of truth and beauty.

• Austerity Measures: The New Greek Poetry is published by Penguin Books.

*http://www.theguardian.com/books/2016/may/11/meet-the-greek-writers-revolutionising-poetry-austerity

Ειρήνη Παραδεισανού, Ο Φερνάντο Πεσσόα και η ηλιθιότητα των ευφυών

F.+Pessoa

«Δεδομένου ότι ο Φερνάντο διαθέτει μια ευαισθησία σε υπερβολική ετοιμότητα καθότι συνοδεύεται από μια ευφυΐα σε υπερβολική ετοιμότητα, αντέδρασε πάραυτα στο Μεγάλο Εμβόλιο – το εμβόλιο που προστατεύει από την ηλιθιότητα των ευφυών».
Αυτά γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος, ένας από τους ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα για τον δημιουργό του.

Τη βλέπω γύρω μου αυτήν την ηλιθιότητα.

Στην κλειδωμένη ματιά του νέου ανθρώπου που στα είκοσι νομίζει πως βρήκε όλες τις απαντήσεις και δεν καταδέχεται να θέσει ερωτήματα.

Στην αλαζονεία του «επιτυχημένου» μεσήλικα που, αυτάρεσκα κλειδωμένος στο κουτί της γνώσης του, απορρίπτει μετά βδελυγμίας – καλά οχυρωμένης πίσω από ένα προσωπείο συναίνεσης και μετριοπάθειας – οτιδήποτε δε χωράει στα κουτάκια της μικρονοϊκής σκέψης του.

Μονάχα τα παιδιά στέκουν αλώβητα από αυτήν. Η ευφυΐα τους είναι στ’ αλήθεια μαγική, γιατί οι αλυσίδες της σκέψης δεν έχουν προλάβει ακόμη να τη μολέψουν. Και υποπτεύομαι πως η παιδική ματιά του είναι που έσωσε τον Φερνάντο Πεσσόα από την ηλιθιότητα των ευφυών.

«Σαν ένα παιδί προτού το μάθουν να είναι μεγάλος,
Υπήρξα αληθινός και πιστός σε ό,τι είδα και άκουσα».

Μονολογεί ο Φερνάντο Πεσσόα μέσα από τα ασύνδετα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο.

Το πιο σημαντικό: O ίδιος ο ποιητής δεν επαίρεται για τίποτα. Επινοεί τον ετερώνυμό του, τον Αλμπέρτο Καέιρο, ως τον υπέρτατο δάσκαλο που τον εμπνέει.

Νομίζω πως η ανάγκη του αυτή να επινοεί χαρακτήρες φανταστικούς πέρα για πέρα και αποστασιοποιημένος απ’ τον εαυτό του να γράφει τα ποιήματα που αυτοί του υπαγορεύουν, υπογράφοντας με τα ονόματά τους δεν είναι τυχαία. Πίσω απ’ αυτήν κρύβεται μια βαθιά εντιμότητα, μια αδήριτη ανάγκη για αλήθεια.

«Ο δάσκαλός μου Καέιρο δεν ήταν παγανιστής. Ο Ρικάρντο Ρέις είναι παγανιστής, ο Αντόνιο Μόρα είναι παγανιστής. Ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσσόα θα ήταν παγανιστής, αν δεν ήταν ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».

Γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος.

Ο Πεσσόα έχει την εντιμότητα να σκάψει βαθιά μέσα του, να κοιτάξει την έρημο της ψυχής του και να παραδεχτεί πως «είναι ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».
Έχει όμως παράλληλα μέσα του τη σφραγίδα της δωρεάς που λίγοι εκλεκτοί έχουν, το κεντρί της αμφιβολίας, την ακόρεστη ανάγκη για αναζήτηση της αλήθειας. Κι όταν αυτή τον πληγώνει;

Ο αυθεντικός ποιητής φτιάχνει τη δική του αλήθεια. Γίνεται ο προφήτης της και την κηρύσσει μέσα από το έργο του. Εναγώνια προσπαθεί να την προστατεύσει από τα βρώμικα χνώτα των άλλων.

Και η αλήθεια του ποιητή Φερνάντο Πεσσόα δεν υπήρξε ποτέ μονοδιάστατη. Από κει και η ανάγκη του να υποδυθεί ρόλους, να επινοήσει τόσους ετερώνυμους όσα και τα πρόσωπα της αλήθειας του.

«Δεν αλλάζω. Ταξιδεύω (…) Εμπλουτίζω την ικανότητά μου δημιουργώντας νέες προσωπικότητες. Συγκρίνω αυτήν την πορεία προς τον ίδιο μου τον εαυτό όχι με κάποια εξέλιξη αλλά με κάποιο ταξίδι».

Πάνω απ’ όλα όμως υπερασπίζεται την παιδικότητα, τη ματιά την μπολιασμένη με το όνειρο.

«Έχουμε όλοι δυο ζωές:
Την πραγματική, αυτή που ονειρευόμαστε
Στην παιδική μας ηλικία, αυτή
Που συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε, μεγάλοι,
Στο βάθος της ομίχλης
Και την ψεύτικη, αυτή που ζούμε
Στις συναλλαγές μας με τους άλλους.
Που είναι η πρακτική, η χρήσιμη,
Αυτή που την τελειώνουμε στο φέρετρο.

Στην άλλη δεν υπάρχουν φέρετρα, θάνατοι,
Μόνο εικόνες των παιδικών μας χρόνων:
Μεγάλα βιβλία χρωματιστά, για να δεις κι όχι για να διαβάσεις
Μεγάλες σελίδες χρωματιστές, για να θυμάσαι αργότερα.
Στην άλλη είμαστε εμείς,
Στην άλλη ζούμε.
Σ’ αυτή πεθαίνουμε, και ζωή σημαίνει αυτό ακριβώς.
Αυτή τη στιγμή, λόγω αηδίας, ζω στην άλλη…»

(Δακτυλογραφία, απόσπασμα, μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)

Πόσοι τη νιώθουν αυτήν την αηδία; Ή μάλλον πόσοι είναι ικανοί να τη νιώσουν; Σ’ αυτούς απευθύνεται ο ποιητής. Ο ποιητής «με τη διανοητική πάντα ευαισθησία του, την έντονη και ανέμελη προσοχή του, τη θερμή λεπτότητα που δείχνει στην παγερή ανάλυση του εαυτού του».

Ο Φερνάντο Πεσσόα, ένας διανοητής με βλέμμα που στοχεύει στην ψίχα των πραγμάτων ανέγγιχτος από τις μικρονοϊκές θεωρήσεις των ευφυών ηλιθίων.

(Τα αποσπάσματα είναι από τα βιβλία: «Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο», μετάφραση, σημειώσεις Μαρία Παπαδήμα, εκδόσεις Gutenberg και «Fernando Pessoa, Ποιήματα», εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)

*Αναδημοσίευση απο τον Ποιητικό Πυρήνα http://ppirinas.blogspot.com.au/2014/11/blog-post_30.html Η Ειρήνη Παραδεισανού διατηρεί το ιστολόγιο “Παρείσακτη” στη διεύθυνση http://wwwpareisakth.blogspot.com

Οδός Κατερίνας Γώγου

942795_770211283084643_2142839881530591821_n

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ*

Το όνομα της ποιήτριας και ηθοποιού Κατερίνας Γώγου (1940-1993), ενός από τα εμβληματικότερα πρόσωπα του αναρχικού χώρου στα πρώτα του βήματα στην ταραγμένη μεταπολιτευτική Ελλάδα κι ευρύτερα ενός προσώπου που διαμόρφωσε το πολιτιστικό ρεύμα που συνδέθηκε με το διεθνές κι εγχώριο αντιεξουσιαστικό κίνημα, θα δοθεί σε δρόμο της πόλης των Ιωαννίνων στη συνοικία του Λασπότοπου.

Η σχετική πρόταση της επιτροπής ονοματοθεσίας οδών και πλατειών του Δήμου Ιωαννιτών (καταλήχτηκε στις 5 Δεκεμβρίου 2012) εγκρίθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο στη συνεδρίαση της 21ης Μαρτίου και έχει το δικό της, ιστορικό βάρος, όπως συμβαίνει με την κάθε ονοματοδοσία δρόμου.

Κι αυτό επειδή τα ονόματα που δίνουμε στις πλατείες και τους δρόμους αποτυπώνουν (ή δεν αποτυπώνουν) τους κοινωνικούς συσχετισμούς-είναι ένας καλός δείκτης για το ποια είναι τα σύμβολα της πόλης, ποιους επιλέγει να τιμήσει η εκάστοτε εξουσία, ποια κομμάτια της ιστορικής μνήμης επιλέγει να αποσιωπήσει, ποια επιλέγει να αναδείξει, ακόμη και κόντρα στα ιστορικά γεγονότα.

Για παράδειγμα, την κεντρική πλατεία κοσμεί ο ανδριάντας του Συρρακιώτη πολιτικού Ιωάννη Κωλέττη (πρώτος συνταγματικός Έλληνας πρωθυπουργός) που αμφιβάλλουμε κατά πόσο θα πρέπει να τιμάται όταν υπήρξε ένας από τους πολιτικούς που θεμελίωσε το πελατειακό κράτος με τα περίφημα ρουσφέτια, ενώ καταμαρτυρούν για αυτόν τα μύρια όσα οι αγωνιστές του ’21 για τον βίο και την πολιτεία του στην ελληνική επανάσταση.

11863437_10152950246150957_247798389147488940_n

Αντίστοιχα, με δεδομένη την στρατιωτική επικράτηση της Δεξιάς στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο (1946-1949), η πλειοψηφία των κεντρικών δρόμων της πόλης πήρε τα ονόματα πολιτικών και προσώπων της πλευράς των νικητών. Όταν οι ηττημένοι αργότερα “αποκαταστάθηκαν”, εκπληρώθηκε, το 1983- αν θυμόμαστε καλά- ένα πάγιο αίτημα της δημοκρατικής παράταξης της πόλης, ήδη από τη δεκαετία του ’60: στήθηκε ο ανδριάντας του Ελευθερίου Βενιζέλου στην κεντρική πλατεία (μεταφέρθηκε από την κάτω πλευρά, το 2005, μπροστά από την σημερινή περιφέρεια όταν ξεκίνησαν οι εργασίες για το γκαράζ). Ή αργότερα, δόθηκε το όνομα του αριστερού εξόριστου Δημήτρη Χατζή στην πλατεία των Αμπελοκήπων.

Σαν να μαλάκωσε η μνήμη ή έστω αρχίσαμε με λιγότερους δισταγμούς να συζητάμε για την υπόθεση Πρίντζου.Ας επιστρέψουμε στη Γώγου όμως η οποία, εκτός από το να αποτελεί, μαζί με τον Άσιμο και τον Σιδηρόπουλο,ακόμη ένα από τα σταθερά σύμβολα αναφοράς και έμπνευσης του αντιεξουσιαστικού ρεύματος και στην πόλη μας (“Εμένα οι φίλοι είναι μαύρα πουλιά..”, ένα από τα ποιήματα της που έγινε τραγούδι), δάνεισε τον τίτλο της ποιητικής της συλλογής“Τρία Κλικ Αριστερά” στη δημοτική παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ στις δημοτικές εκλογές του 2010 με επικεφαλής τον Χρήστο Μαντά.Εντούτοις, η πρόταση να δοθεί το όνομή της σε ένα από τα δρομάκια του Λασπότοπου ήρθε από έναν…πρώην του ΣΥΡΙΖΑ και νυν της Δημοκρατικής Αριστεράς: τον αντιδήμαρχο Βασίλη Μασαλά!

Μία πρόχειρη θεωρία των τύψεων θα εξηγούσε την επιλογή του κ. Μασαλά (ο υπογράφων δεν την ασπάζεται). Υπάρχει κάτι άλλο πιο απλό, πέρα από την ευρύτερη κουλτούρα ποιυ κουβαλά η Γώγου και η οποία σίγουρα πότισε με αντιεξουσιαστικό πνεύμα την ελληνική αριστερά (ειδικά την ανανεωτική): ο αντιδήμαρχος τυγχάνει πρόεδρος της Επιτροπής ονοματοδοσίας του Δήμου στην οποία επίσης συμμετέχουν ακόμη οι δημοτικοί σύμβουλοι κκ. Μ. Ελισάφ, Φ. Τσουμάνης, Φ. Μπουραντάς και ο αντιπρύτανης του πανεπιστημίου Ιωαννίνων Γιώργος Καψάλης.

Όπως εξήγησε ο κ. Μασαλάς, μιλώντας στην “Ε”, η ονοματοδοσία των δρόμων γίνεται με δύο τρόπους: είτε αξιολογούνται προτάσεις πολιτών είτε κατατίθενται προτάσεις από τα μέλη της Επιτροπής. Στη συνέχεια οι προτάσεις εγκρίνονται από επιτροπή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης κι επιστρέφουν στο Δήμο ώστε να παρθεί σχετική απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου.

Η γενικότερη λογική είναι σε μία συνοικία τα ονόματα να έχουν μία ενότητα μεταξύ τους- πχ. άνθρωποι της τέχνης με ανθρώπους της τέχνης. Για παράδειγμα, η οδός Κατερίνας Γώγου θα έχει “γείτονες” ορισμένους από τους εκπροσώπους της γενιάς του ’30: Καραγάτσης, Γκάτσος, Θεοτοκάς, Καββαδίας, Πρεβελάκης, Μυριβήλης.
Η ίδια μπορεί να διαφωνούσε- άντε να τα έβρισκε με τον Καββαδία (λησμονημένος κι αυτός για καιρό) ή τον Γκάτσο. Ίσως θα ήθελε “γείτονες” τον Παύλο, τον Γιάννη, την Πάολα, τον Φίλιππο, το Νίκο, τον Μήτσο, την Μυρτώ…

 Είτε έτσι είτε αλλιώς, η επιλογή του Δήμου Ιωαννιτών είναι ιστορική: είναι ενδεχομένως ο πρώτος δήμος στην Ελλάδα που τιμά μία αναρχική ποιήτρια, ένα πρόσωπο των δαιμονοποιημένων Εξαρχείων τα οποία τόσο συκοφαντούνται, αλλά κανείς δεν μπορεί να τα αγνοήσει…

Γιατί γνωρίζουν όπως έλεγε και η Γώγου: “Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια./ Στο μυαλό είναι ο Στόχος, το νου σου ε;”. 

*Αναδημοσίευση τη Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012, από την τοπική εφημερίδα των Ιωαννίνων “Ενημέρωση”. Πρώτη δημοσίευση Babylonia.gr
http://www.babylonia.gr/news/topika-nea/politismos-texnes-istoria/istorika/to-onoma-tis-katerinas-gogou-se-dromo-ton-ioanninon.html

10393578_621281744644265_1820119378365130330_n

Νίκος Παπαστεργιάδης: «Αξιοθαύμαστο και σημαντικό το έργο του Γιάννη Βασιλακάκου»

FullSizeRender (2)

Layout 1

Την Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016 έγινε η παρουσίαση των δύο τελευταίων βιβλίων του συγγραφέα Δρα Γιάννη Βασιλακάκου την οποία διοργάνωσε το Πολιτιστικό Κέντρο της Ελληνικής Κοινότητας Μελβούρνης, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Μελβούρνης. Το πρόγραμμα παρουσίασε ο κ. Νίκος Ντάλλας. Πρώτος ομιλητής ήταν ο καθηγητής κ. Νίκος Παπαστεργιάδης (επικεφαλής της Σχολής Πολιτισμού κι Επικοινωνίας) του Πανεπιστημίου Μελβούρνης, ο οποίος έκανε μία εις βάθος ανάλυση του πρώτου βιβλίου: «Χρήστος Τσιόλκας: Η Άγνωστη Ιστορία – Η Ζωή και το Έργο του» (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2015). Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα της ομιλίας του:

«Είναι μεγάλη τιμή που μιλώ σήμερα για το βιβλίο του Γιάννη Βασιλακάκου για τη ζωή και το έργο του Χρήστου Τσιόλκα. Το βιβλίο του Γιάννη είναι όντως ένα καταπληκτικό και αξιοθαύμαστο επίτευγμα. Το διάβασα με τεράστιο ενδιαφέρον και θαυμασμό και είμαι πραγματικά περήφανος που μου δίνεται η ευκαιρία να μιλήσω γι’ αυτό το πολύ σημαντικό έργο. Αναφερόμενος στην ποιότητα του βιβλίου, ξεκινώ από το Α΄ Μέρος (που αποτελείται από μια σειρά συνεντεύξεων με τον Χρήστο) το οποίο θεωρώ πολύ σημαντικό διότι τεκμηριώνει την όλη εξέλιξη του Τσιόλκα ως άτομο (από παιδί ως ενήλικα). Κι επίσης διότι, στη συνέχεια, επιχειρεί μια διερεύνηση ορισμένων σημαντικών ζητημάτων που τον απασχόλησαν στη ζωή, όπως για παράδειγμα: την πολιτική, τη θρησκεία, την ταυτότητα, τον πολιτισμό, το ρατσισμό κτλ. Ο Γιάννης διαθέτει αυτή την εκπληκτική ικανότητα να θέτει κάποιες ουσιωδέστατες ερωτήσεις, με τέτοιο άμεσο κι ευφυή τρόπο, έτσι που ο Χρήστος να αναγκάζεται να σκάψει βαθιά στην προσωπική του ιστορία και στις σκέψεις του προκειμένου να απαντήσει όσο πιο αυθεντικά και ειλικρινά γίνεται. […] Οι ερωτήσεις αυτές αγγίζουν τόσο ευαίσθητες χορδές, σε σημείο που να μην υπάρχουν εύκολες κι ετοιμοπαράδοτες απαντήσεις. Εξού και ο Χρήστος αναγκάζεται να αναγνωρίσει τα γνωσιολογικά του όρια καθώς και αυτά της ίδιας της γλώσσας. Εξυπακούεται ότι οι συνεντεύξεις αυτές δεν αποτελούν ρεπορτάζ ιδεών, αλλά δίνουν μια αίσθηση όχι μόνο για το ποια ήταν η πορεία του Χρήστου, αλλά επίσης και για το έργο που αναγνωρίζει ο Χρήστος ότι απομένει να γίνει. Κι αυτό είναι ένα απίστευτο επίτευγμα εκ μέρους του Γιάννη Βασιλακάκου – χωρίς να αναφερθώ ακόμη στα άλλα πλεονεκτήματα του βιβλίου αυτού – για το οποίο αξίζει να τον χαιρετίσω και να τον συγχαρώ…».

Ο καθηγητής Νίκος Παπαστεργιάδης

Ο καθηγητής Νίκος Παπαστεργιάδης

Δεύτερος ομιλητής ήταν ο δημοσιογράφος και ποιητής κ. Δημήτρης Τρωαδίτης, ο οποίος αναφέρθηκε στο δεύτερο βιβλίο του Βασιλακάκου με τίτλο: «Η άγνωστη αλληλογραφία του Κώστα Ταχτσή – και η σχέση του με αυστραλιανούς καλλιτεχνικούς κύκλους» (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2014). Ο κ. Τρωαδίτης, αφού έκανε μια σύντομη αναδρομή κι επισκόπηση στην πολυτάραχη ζωή και το έργο του Ταχτσή και τον μυστηριώδη θάνατό του, αναφέρθηκε λεπτομερειακά στο περιεχόμενο του εν λόγω βιβλίου, τη ζωή και τις περιπέτειες του συγγραφέα του «Τρίτου Στεφανιού» στην Αυστραλία, την θυελώδη απέλασή του και τη σπουδαιότητα των επιστολών του προς τον Αυστραλό ζωγράφο Καρλ Πλάτε και τη σύζυγό του Τζόσελιν. Επίσης, στη σχέση του Ταχτσή με τον Αυστραλό νομπελίστα Πάτρικ Γουάιτ και ιδιαίτερα τον σύντροφο του τελευταίου Μανόλη Λάσκαρη, και γενικότερα το αυστραλιανό καλλιτεχνικό συνάφι. Χαρακτήρισε τον Βασιλακάκο ως «κατ’ εξοχήν βιογράφο του Ταχτσή, αφού ήταν ο πρώτος που συνέγραψε την επίσημη βιογραφία του “Κώστας Ταχτσής: η αθέατη πλευρά της σελήνης” που εξέδωσαν οι εκδ. Ηλέκτρα το 2009 κι έγινε μπεστ σέλερ στην Ελλάδα, αλλά και χαλκέντερο ερευνητή-μελετητή αφού ξόδεψε χρόνια ερευνώντας τη ζωή και το έργο του μεγάλου δημιουργού». Ιδιαίτερη μνεία έκανε στον «Απόρρητο φάκελο Ταχτσή» ο οποίος, χάρη στο ενδιαφέρον και τις ενέργειες του Βασιλακάκου αποδεσμεύτηκε από τα Εθνικά Αρχεία της Αυστραλίας (τέλη του 2015), μετά από 55 ολόκληρα χρόνια. «Σημαντικότατο επίτευγμα», τόνισε, «καθώς ο εν λόγω “φάκελος” ρίχνει άπλετο φως στην πολυτάραχη ζωή και δράση του επίμαχου συγγραφέα στους Αντίποδες».

Μια άποψη του ακροατηρίου. Σε πρώτο πλάνο (από δεξιά) οι Γιάννης Βασιλακάος και Δημήτρης Τρωαδίτης

Μια άποψη του ακροατηρίου. Σε πρώτο πλάνο (από δεξιά) οι Γιάννης Βασιλακάκος και Δημήτρης Τρωαδίτης

Τρίτος ομιλητής που ανέβηκε στο βήμα ήταν ο Δρ Γιάννης Βασιλακάκος, ο οποίος, στην αντιφώνησή του, αφού ευχαρίστησε όλους τους συμβαλλομένους στη διοργάνωση της εκδήλωσης – την Ελληνική Κοινότητα για το κάτερινγκ και την άψογη φροντίδα της διοργάνωσης, αλλά και τους έξοχους ομιλητές για τις οξυδερκείς αναλύσεις τους, μεταξύ άλλων τόνισε: «Πάντα με γοήτευε η ζωή των μεγάλων προσωπικοτήτων της τέχνης και των γραμμάτων – Ελλήνων και ξένων. Κυρίως των πρώτων, και ιδιαίτερα όσων υπήρξαν απόδημοι, ή παιδιά αποδήμων, οι οποίοι έζησαν την περιπέτεια του ξεριζωμού από πρώτο χέρι, όπως κι εγώ. Καθόλου τυχαίο λοιπόν που καταπιάνομαι με συγγραφείς που έζησαν εκτός Ελλάδας. Το κριτήριο της αποδημίας όμως δεν είναι το μόνο που λαβαίνω υπόψη. Εννοείται ότι πρωτίστως είναι η ποιότητα, σπουδαιότητα και γοητεία του έργου τους που με έλκει. Αλλά βεβαίως και η ζωή τους με αφορά άμεσα, καθώς, συχνά, είναι εξίσου ενδιαφέρουσα και σημαντική όσο και η δουλειά τους – ιδίως όταν υπάρχουν αχαρτογράφητα νερά όσον αφορά το ερευνητικό πεδίο». Και κατέληξε λέγοντας: «Παρακολουθώντας την αυτοεξομολογητική πορεία συγγραφέων σαν τους Τσιόλκα και Ταχτσή, εμμέσως πλην σαφώς, ιχνηλατώ, αναπόφευκτα, και τη δική μου συγγραφική πορεία. Είναι σα να πορευτήκαμε μαζί χέρι-χέρι όλα αυτά τα χρόνια, σα να συν-γράψαμε από κοινού, κομμάτι-κομμάτι τούτα τα βιβλία…»

Ακολούθησαν ερωταπαντήσεις από το ακροατήριο ενώ, στη συνέχεια, ο Γιάννης Βασιλακάκος υπέγραψε βιβλία του για το κοινό κατά τη διάρκεια της δεξίωσης.

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης

Ποίηση και ψυχολογία: ο ρόλος της ηθικής ομορφιάς

manos-564x272

Της Μαριάννας Πλιάκου

18/5/2016

Η ποίηση, ως «μητρική γλώσσα της ψυχής» (Romanyshyn, 2014), σχετίζεται άμεσα με την ψυχολογία. Κοινότοπο παράδειγμα η κληρονομιά της τελευταίας στην ποίηση της αρχαίας Ελλάδας (μίμηση, κάθαρση κ.τλ.). Πιο πρόσφατα η χρήση της ποιητικής αναπαράστασης στην ποιοτική έρευνα της ψυχολογίας (δηλ. η ανάλυση ποιητικών κειμένων προς ανάδειξη διακριτικών μορφών εμπειρίας, συναισθημάτων, σκέψεων), όπως στη διερεύνηση της έννοιας της πολιτισμικής ταυτότητας (ιδιαίτερα στα σημερινά συμφραζόμενα της μετανάστευσης) (Guzzardo, 2016).

Ως προς την επιρροή της ποίησης στον αναγνώστη μπορεί κανείς να γράψει πολλά (η ποίηση ως μορφή θεραπείας, ανάπτυξη της ενσυναίσθησης και του εαυτού κτλ.), αλλά πολύ σύντομα θα αναφερθώ στον ρόλο της ηθικής ομορφιάς (πράξεις αγάπης, δικαιοσύνης, ελέους, αυταπάρνηση κτλ.). Η ηθική ομορφιά (στην ποίηση, εδώ) προκαλεί συναισθήματα ανάτασης στον αναγνώστη και τον κάνει να θέλει να γίνει καλύτερος άνθρωπος (Haidt, 2008). Αυξάνει την οξυτοκίνη (νευροδιαβιβαστής που δημιουργεί αισθήματα αγάπης κι συναισθηματικών δεσμών), ώστε το άτομο (συνείδηση) να υπερβαίνει τα στενά όρια του εαυτού του.

Η υπέρβαση αυτή χαρακτηριστική στο παρακάτω ποίημα της Lucille Clifton:

εσύ με ποιον είσαι;

με τη γυναίκα στη στάση που
σέρνει τη τσάντα της
πάνω στο λεωφορείο προτού οι πόρτες
κλείσουν μ’ αυτήν είμαι
τής δίνω τα ψιλά που χρειάζεται
κι εκείνο το γέρο που κρατιέται απ’
το χερούλι το σακατεμένο χέρι του κλειστό
σα τις πόρτες μ’ αυτόν είμαι
όταν θέλει να κατέβει
το κουδούνι χτυπώ μ’ αυτούς είμαι
πάνω στο νυχτερινό λεωφορείο για το ίδιο
όποιο-νά ’ναι μέρος με το σκοτάδι πάντα
με τις κόρες μου
με τους κουρασμένους γιους μου

Guernsey, 17 Μάη 2016

*Αναδημοσίευση στο ηλεκτρονικό “Φρέαρ” στο http://frear.gr/?p=13820 (πρώτη δημοσίευση). Η μετάφραση του ποιήματος είναι της συγγραφέως. Φωτογραφία: Κωνσταντίνος Μάνος.

Κώστας Δεσποινιάδης, Ο Κάφκα ως αξιοθέατο

kafka-cover

Τριγυρνάμε σκοντάφτοντας απ’ την μια οφθαλμαπάτη στην άλλη, αποπροσανατολισμένα θύματα προφητών και τσαρλατάνων, που τα θαυματουργά γιατροσόφια τους για φτηνή ευτυχία δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να μας βουλώνουν τα αυτιά και τα μάτια
Φραντς Κάφκα

Τυχαία ενημερώθηκα ότι στο βιβλιοπωλείο Free Thinking Zone των Αθηνών οργανώνεται από κάποια λέσχη «Φιλελεύθερης Ανάγνωσης», στις αρχές Ιούνη παρουσίαση του βιβλίου μου «Φραντς Κάφκα. Ο ανατόμος της εξουσίας» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πανοπτικόν.

Ασφαλώς, κάθε βιβλίο που κυκλοφορεί ο καθένας μπορεί να το χρησιμοποιήσει όπως θέλει, ακόμα και ως σουβέρ για ποτήρια σαμπάνιας στη Μακρόνησο.

Ας είναι, ούτως ή άλλως είμαι από θέση αρχής ενάντια σε όλες τις απαγορεύσεις.

Απορώ όμως πώς κάποιος επιλέγει να παρουσιάσει το βιβλίο ενός εν ζωή συγγραφέα δίχως να μπει στον κόπο έστω και τυπικά να τον ενημερώσει για αυτό;

Ας πω λοιπόν, για την ιστορία, ότι ουδεμία ανάμειξη έχω στην εν λόγω παρουσίαση (για την οποία διαδικτυακά ενημερώθηκα) κι ας υπενθυμίσω ότι αυτό που επίμονα λέει το βιβλίο μου στις 110 σελίδες του είναι πως ο Κάφκα είναι αναρχικός (και όχι… φιλελεύθερος), κι ότι αυτό που σχεδόν επί έναν αιώνα αποσιωπάται και διαστρεβλώνεται είναι ότι το έργο του συνιστά μια ανατινακτική κριτική κάθε εξουσίας.

Όπως κι αν την διαβάσει κανείς, «η πρόζα του τάσσεται με το μέρος των απόκληρων, με τα αποπαίδια της οικονομικής ανάπτυξης»· από το Κολωνάκι ως την Μακρόνησο, κι από το Σίτι του Λονδίνου μέχρι την Τσιάπας.

Κώστας Δεσποινιάδης