Συζήτηση με το Στίγμα Λόγου

troaditis

Συζήτηση με τον εξ Αυστραλίας ορμώμενο ποιητή-blogger Δημήτρη Τρωαδίτη

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης διατηρεί το γνωστό ιστολόγιο http://tokoskino.me. “Συναντηθήκαμε” διαδικτυακά και συζητήσαμε για την ποίηση και για το πώς φαντάζει το ελληνικό ποιητικό τοπίο στα μάτια ενός ομογενή που ζει μόνιμα στην Αυστραλία.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Πώς ορίζεις την προσωπική σου σχέση με την ποίηση, Δημήτρη;

Δημήτρης Τρωαδίτης: Η δική μου σχέση με την ποίηση είναι μια σχέση δούναι και λαβείν. Είναι μια σχέση που κρατά χρόνια, από την εφηβεία μέχρι σήμερα, αμείωτη και αμετάβλητη, μ’ έχει χαράξει, μ’ έχει σημαδέψει… Ζω και ανασαίνω όλα αυτά τα χρόνια με τους ποιητές, τις ποιήτριες και την ποίηση. Ακόμα και κάποια χρόνια που δεν έγραψα ούτε μια λέξη, διατηρούσα αυτή τη σχέση ως κόρη οφθαλμού, με την έννοια ότι ενημερωνόμουν όσο μπορούσα για την ποιητική εν γένει κίνηση, αγόραζα συλλογές, διάβαζα, πήγαινα σε ποιητικές αναγνώσεις, συνέλεγα λέξεις, έννοιες και στοχασμούς από δω κι από κει, σαν να ήθελα να υφάνω το δικό μου ιστό, να δημιουργήσω μια βάση πάνω στην οποία θα ήθελα να κινηθώ σε έναν χρόνο απροσδιόριστο, να βρω ένα απάγκειο, να πιαστώ σε δύσκολες, ίσως, ώρες…
Πράγμα που εξακολουθώ να κάνω.

Ήταν σαν να έδινα μια μάχη εκ του συστάδην, για να κερδίσω ακόμα και μια τόση δα φράση, ακόμα και μια λέξη, που όμως για μένα σημαίνει πολλά, ίσως και τα πάντα..

Ακόμα και όταν καταπιανόμουν ή καταπιάνομαι με άλλα είδη λόγου και έκφρασης, την ποίηση έχω ως αφετηρία και πάντα σ’ αυτήν επιστρέφω. Τη θεωρώ μάνα μου, αδελφή μου, τη θεωρώ σανίδα σωτηρίας, αντίδοτο στα όποια δεινά μας κατατρέχουν σήμερα.

Για μένα, η ποίηση είναι παρελθόν, παρόν και μέλλον, που δεν είναι ξεκομμένα μεταξύ τους, αλλά οι διαφορετικές πτυχές, τα αναπόσπαστα στοιχεία ενός όλου, μιας τεράστιας εικόνας… Γιατί η ποίηση είναι εικόνα, ίσως διαφορετική από τους χρωστήρες και τα σχέδια, αλλά εικόνα λέξεων και εννοιών, συναισθημάτων και προσεγγίσεων.

Αυτή είναι η δική μου σχέση με την ποίηση και έτσι ορίζεται. Προσωπικά, “υπηρετώ” την ποίηση όλα αυτά τα χρόνια μέσα από αρκετά και διαφορετικά μετερίζια, του ποιητή, του μεταφραστή, του blogger, του οργανωτή ποιητικών εκδηλώσεων, του συμμετέχοντα σε αντίστοιχες εκδηλώσεις άλλων ποιητών, του αναγνώστη…

Χ.Λ.: Πώς βρέθηκες στην Αυστραλία;

Στην Αυστραλία, συγκεκριμένα στη Μελβούρνη, βρέθηκα κατά τα τέλη του 1992, μετά από απόφαση εμού και της συντρόφισσάς μου να εγκατασταθούμε εδώ. Εκείνη ήταν γεννημένη και μεγαλωμένη εδώ, Ελληνοαυστραλή δεύτερης γενιάς. Εξετάσαμε το ενδεχόμενο να έρθει εκείνη και να μείνουμε στην Ελλάδα, αλλά υπερίσχυσε η Μελβούρνη και η Αυστραλία.

Αν και η φυγή μου από την Ελλάδα δεν είχε να κάνει με οικονομικούς ή άλλους παρεμφερείς λόγους, για να πω την αλήθεια, ήθελα να φύγω. Υπήρχαν ορισμένα πράγματα που με έπνιγαν εκείνη την εποχή στην Αθήνα, τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο. Από την άλλη, δεν είχα καμία πρόσβαση ή κάτι παρόμοιο στην επαρχία. Έτσι ήθελα να φύγω, να αποδράσω, να δω άλλους τόπους, ανθρώπους, πολιτισμούς και συνήθειες, να ταυτιστώ μαζί τους ή και να τους απορρίψω. ‘Ηταν μια μεγάλη, αλλά όχι δύσκολη, απόφαση. Ήταν ένα μεγάλο βήμα, που βέβαια εμπεριείχε πολλά ρίσκα, τα οποία αποφάσισα σε στυλ “εδώ και τώρα” να τ’ αναλάβω. Και αυτό έκανα και εξακολουθώ να το κάνω.

Σήμερα κοντεύοντας 25 χρόνια εκτός Ελλάδας (με εξαίρεση 7 περίπου μηνών παραμονής μας στην Ελλάδα το 2002 και 2-3 ακόμα επισκέψεων λίγων βδομάδων), δεν μπορώ να πω ότι μετάνιωσα. Το αντίθετο, η Αυστραλία μου άνοιξε πολλά μέτωπα αλλά και ορίζοντες -και όχι μόνο στην ποίηση- στα οποία βάδισα και βαδίζω…

Χ.Λ.: Πώς βλέπεις το ελληνικό ποιητικό τοπίο από εκεί;

Δ.Τ.: Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα βιβλίο, μια ανθολογία-ορόσημο για την τωρινή ελληνική ποίηση. Μιλώ για την πρόσφατη, δίγλωσση (αγγλικά και ελληνικά) έκδοση της ανθολογίας “Austerity Measures – The New Greek Poetry” σε επιμέλεια Karen Van Dyck (η οποία -να πω πληροφοριακά- έχει εργαστεί και εδώ στη Μελβούρνη αρκετά χρόνια και έχει σχετιστεί με ποιητές της ελληνικής διασποράς) με ανθολόγηση ποιημάτων στην αγγλική και στην ελληνική.

Η ανθολογία αυτή αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ένα τεράστιο βήμα κοινωνικοποίησης, σε παγκόσμιο επίπεδο, της ελλαδικής ποιητικής σκηνής, τουλάχιστον ενός ικανού αριθμού ποιητών και ποιητριών και του έως τώρα έργου τους, το οποίο είναι εμβληματικό.

Η Ελλάδα διαθέτει πολύ καλούς ποιητές και ποιήτριες. Αυτοί οι ποιητές και οι ποιήτριες έχουν κατά βάση μερικά κοινά γνωρίσματα/χαρακτηριστικά: είναι νέοι, ίσως οι περισσότεροι διανύουν την τρίτη και/ή τέταρτη δεκαετία της ζωής τους, και ξέρουν πολύ καλά για ποια πράγματα γράφουν και μιλούν.

Δεν ξέρω εάν είναι σωστό να τους ορίσουμε ως ποιητές της κρίσης, γιατί αρκετοί από αυτούς άρχισαν να γράφουν πριν ξεσπάσει η λεγόμενη κρίση, ούτε συνηγορώ στο ότι ίσως θα πρέπει να τους “ταξινομίσουμε” σε μια σχολή/γενιά (π.χ. η γενιά του ’90, του ’00 κ.ο.κ.).

Αλλά από την σχεδόν σε καθημερινή βάση επαφή μου με μέρος του έργου αρκετών ποιητών και ποιητριών από τον ελλαδικό χώρο -και, φυσικά, από αυτούς ποιήματα των οποίων φέρνω στην επιφάνεια ή αναδημοσιεύω στο ιστολόγιό μου (στο http://tokoskino.me)-, πιστεύω ότι υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων που έχει ήδη προσφέρει στην ελληνική σύγχρονη ποίηση, εξακολουθεί να προσφέρει, παρά τα όποια εμπόδια, και ευελιστώ ότι θα συνεχίσει να το κάνει με την ίδια ζέση και αποφασιστικότητα, την ίδια αμεσότητα και αγριάδα -ας μου επιτραπεί η λέξη-, αλλά και την ίδια έντεχνη υφή και στοχαστικότητα του λόγου που βγάζει προς τα έξω.

Κατά 90%, η ποίηση αυτή με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο, με γοητεύει, μου αρέσει και γι’ αυτό την αναδημοσιεύω.

Εκείνο για το οποίο στεναχωρούμαι είναι το γεγονός ότι αυτοί οι άνθρωποι, οι ποιητές και ποιήτριες -όπως γίνεται και με άλλα είδη καλλιτεχνικής έκφρασης, τη μουσική, τα εικαστικά, τον κινηματογράφο κλπ.-, δεν τυχαίνουν καμίας απολύτως στήριξης από το κράτος, την “οργανωμένη” πολιτεία και τους φορείς (αν και αυτοί καταργήθηκαν ή περιέπεσαν σε αδράνεια) και φαίνεται ότι τα πρώτα θύματα της όποιας κρίσης, εκτός από τους εργαζόμενους και τα αδύνατα οικονομικά στρώματα, είναι και ο λόγος και η τέχνη.

Χ.Λ.: Μιλάς όμως, Δημήτρη, για μια μερίδα μόνο της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής. Έχεις υπόψη σου ότι τα τελευταία χρόνια κατατίθενται στην Εθνική Βιβλιοθήκη 1.000 κατά μέσο όρο ποιητικές συλλογές κάθε χρόνο, σε συνθήκες κρίσης; Εδώ έχουμε ένα νέο φαινόμενο που απάδει της ρομαντικής άποψης περί ποιήσεως που μπορεί να έχουμε εσύ κι εγώ. Μιλάμε για εξαγορά, ουσιαστικά, του τίτλου του ποιητή. Πώς το σχολιάζεις αυτό;

Δ.Τ.: Ναι, έχω επίγνωση του ότι μιλώ για μια μερίδα μόνο της σύγχρονης ελλαδικής ποιητικής παραγωγής ή, τουλάχιστον, της ποίησης με την οποία ασχολούμαι εγώ. Γιατί είναι φύσει αδύνατον να ασχοληθεί κανείς με το σύνολό της ή με το μεγαλύτερο μέρος της.

Έχω, επίσης, επίγνωση αυτού που αποκαλείς εξαγορά -που δεν θα το έλεγα έτσι- του τίτλου του ποιητή, αλλά του τι ακριβώς και ποιος πρέπει να λογίζεται ως ποιητής τη σημερινή εποχή. Με λύπη μου, βλέπω ότι έχουν πλέον “ανοίξει”, έχουν επεκταθεί τα “όρια”, τα “στενά πλαίσια” με βάση τα οποία ίσως “νομιμοποιούμασταν” έως τώρα να ορίσουμε κάποιον ως ποιητή. Φαντάζει σαν κάποιος να προσπαθεί να ανοίξει ένα λεγόμενο “κλειστό” επάγγελμα, κατά την έννοια ότι αφού όλοι μπορούν να είναι φαρμακοποιοί, φορτηγατζήδες ή οτιδήποτε άλλο γιατί να μην είναι όλοι ποιητές… Οπότε, ίσως, μπορούμε να μιλήσουμε για κατάχρηση…

Εγώ πιστεύω ότι σε αυτό έχει βάλει αρκετά το χέρι της και η τεχνολογία, κυρίως τα λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αρκεί σε πολλούς να βάζουν μερικές σκέψεις στην οθόνη, να τα ονομάζουν ποίηση ή κάτι παρόμοιο και να παίρνουν κάποια likes. Δεν αντιτίθεμαι στην ποίηση στο διαδίκτυο, στα ηλεκτρονικά βιβλία και τα παρόμοια -άλλωστε, είμαι και εγώ ένας από αυτούς που ασχολούνται σε καθημερινή βάση με την ποίηση στο διαδίκτυο- ή δεν αντιτίθεμαι στο δικαίωμα του καθένα να εκφραστεί όπως θέλει, όμως, κάποια πράγματα έχουν και τα όριά τους.

Όσον αφορά τον αριθμό συλλογών που κατατίθενται ετησίως στην Εθνική Βιβλιοθήκη, όχι δεν τον ήξερα, αλλά διαβεβαιώ ότι το ίδιο φαινόμενο συμβαίνει και εδώ στην Αυστραλία, μάλλον και αλλού. Μέσω της χρόνιας τριβής και ενασχόλησής μου, έχω δει ότι αρκετός κόσμος γράφει ποίηση, πηγαίνει σε αντίστοιχες εκδηλώσεις, αναζητεί τρόπους δημοσιοποίησής της και ένας από τους τρόπους αυτούς είναι βέβαια και η έκδοση συλλογών, από τις οποίες ο πιο μεγάλος αριθμός κατατίθεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστραλίας, στις Πολιτειακές Βιβλιοθήκες (State Libraries) αλλά και στις πανεπιστημιακές – αν και οι εδώ Βιβλιοθήκες ζητούν, κυρίως, οι ίδιες αντίτυπα. Ο δε πληθυσμός της Αυστραλίας, όπως ίσως θα ξέρεις, φτάνει σχεδόν στα 24 εκατομμύρια, δηλαδή ο διπλός και πλέον από αυτόν της Ελλάδας. Δεν έχω ακριβή εικόνα του αριθμού των ποιητικών συλλογών που κατατίθενται στις εδώ επίσημες Βιβλιοθήκες, αλλά σίγουρα είναι πολύ μεγαλύτερος από αυτόν της Ελλάδας. Και, σίγουρα, αυτό γίνεται σε, κατά βάση, παγκόσμια κλίμακα και δεν είναι μόνο ελλαδική ή αυστραλιανή υπόθεση.

Χ.Λ.: Αλλά εκεί είναι Αυστραλία, εδώ Ελλάδα. Όταν είχε έρθει ο Άμαρτζιτ Τσάνταν για την παρουσίαση της ανθολογίας του που μετέφρασα, «Φόρεσέ με», μου ζήτησε να τον πάω στο Μουσείο του Γιάννη Ρίτσου. Του απάντησα ότι δεν υπάρχει τέτοιο Μουσείο, ούτε καν Μουσείο για την ποίηση γενικότερα και τότε συνειδητοποίησα το όνειδος αυτής της έλλειψης για μια χώρα με δυο νομπελίστες ποιητές, που έχει εκφραστεί μέσω της ποίησης ήδη από την αρχαιότητα.

Δ.Τ.: Ούτε και εδώ υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο Μουσείο ποίησης. Υπάρχει όμως τεράστια μέριμνα, τόσο κρατική όσο και εκ μέρους άλλων φορέων, για τη διάσωση και διατήρηση της ποιητικής ιστορίας της χώρας, όλων όσον αφορούν μεγάλους ποιητές και ποιήτριες στην Αυστραλία, αλλά και γενικά ό,τι έχει σχέση με την ποίηση και την προώθησή της.

Υπάρχει πανεθνικός φορέας με την επωνυμία Australian Poetry, με βάση τη Μελβούρνη, που επιχορηγείται και παρουσιάζει συγκεκριμένο έργο σε ετήσια βάση, με εκδόσεις, οργάνωση σεμιναρίων και διαφόρων εκδηλώσεων, με διαγωνισμούς, δημιουργία βάσεων δεδομένων κ.λπ.

Υπάρχουν, επίσης, διάφοροι άλλοι φορείς -όπως το Melbourne Poets Union- που ασχολούνται με τη γενικότερη λογοτεχνία, αναπόσπαστο μέρος της οποίας είναι και η ποίηση και με σχεδόν παρεμφερή δράση όπως αυτή του Australian Poetry – όπως το Writer Victoria και άλλα.

Υπάρχουν, τουλάχιστον στη Μελβούρνη όπου ζω, πάρα πολλές ποιητικές “σκηνές”, ομάδες, παρέες, με δράση (και μια από αυτές είναι οι ποιητικές αναγνώσεις που οργανώνω σε μηνιαία ή διμηνιαία βάση και εγώ στη Βιβλιοθήκη Emerald στο South Melbourne).

Άλλωστε, η Μελβούρνη από το 2008 είναι η δεύτερη Πόλη Λογοτεχνίας στον κόσμο μετά το Εδιμβούργο. (Περισσότερα για τη γενικότερη λογοτεχνία στη Μελβούρνη, εδώ: http://www.cityofliterature.com/cities-of-literature/cities-of-literature/melbourne/)

Χ.Λ.: Κυκλοφόρησε πρόσφατα, εδώ στην Ελλάδα, ένα νέο βιβλίο σου, σωστά;

Δ.Τ.: Ναι, εξέδωσα πριν λίγες βδομάδες από τις εκδόσεις Οδός Πανός, την ποιητική συλλογή “Η μοναξιά του χρόνου”. Η συλλογή αποτελείται από δύο ενότητες: “η μοναξιά του χρόνου” και “υπολήψεις-απόπειρες” και αρχικά είχε γίνει ηλεκτρονική μόνο έκδοσή τους. Τα ποιήματα της πρώτης ενότητας έχουν γραφτεί το διάστημα 2008-2009 και της δεύτερης το 2012. Τα δημοσιεύω μαζί γιατί θεωρώ αυτές τις δύο ενότητες ποιημάτων αλληλένδετες μεταξύ τους, τη μια ενότητα συνέχεια της άλλης. Στην πρώτη ενότητα ασχολούμαι με το χρόνο που προχωρά και φεύγει, μόνος, ακαταμάχητος και αλώβητος, χωρίς να μας δίνει σημασία, χωρίς να τον ενδιαφέρει η κάθε μας δραστηριότητα και τι κάνουμε για να τον ξεγελάσουμε. Είναι σκέψεις που γυροφέρνουν στο μυαλό μου συχνά, πολύ συχνά, και πηγάζουν κυρίως από τις εντρυφύσεις μου στις φιλοσοφικές πτυχές και παρορμήσεις περί χρόνου. Ωστόσο, στη δεύτερη ενότητα τα ποιήματα πατούν μεν πάνω στα ζητήματα του χρόνου, αλλά έχουν να κάνουν με προσωπικές καθημερινές στάσεις, κυρίως με το πώς εγώ ο ίδιος παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου να αντιδρά στις σημερινές συνθήκες ζωής και να οργανώνει τη ζωή του. Φυσικά, σε όλα αυτά εισέρχεται και η πολιτική πτυχή των πραγμάτων, μιας και η ποίησή μου είναι πρωτίστως πολιτική και κραυγή κοινωνικής διαμαρτυρίας. Και λέγοντας αυτό, να πω ότι μέχρι το τέλος του χρόνου (ευελπιστώ) θα εκδοθεί και μια άλλη συλλογή μου με τίτλο “Με μια κόκκινη ανάταση” η οποία είναι κατ’ εξοχήν πολιτική ποίηση.

Χ.Λ.: Καλοτάξιδο λοιπόν το βιβλίο και καλή ευόδωση στα σχέδιά σου, Δημήτρη. Σε ευχαριστώ πολύ για τη συζήτηση.

Δ.Τ.: Ευχαριστώ κι εγώ από καρδιάς για την ευκαιρία που μου δόθηκε μέσα από το Στίγμα Λόγου να πω αυτά τα λίγα, σχετικά με την ποίηση κ.λπ. Θα ήθελα να ευχηθώ καλές εμπνεύσεις στους ποιητές και ποιήτριες στην Ελλάδα και, επίσης, να δουν κατάματα την πραγματικότητα και να οργανωθούν οι ίδιοι για τα δικά τους συμφέροντα, ώστε να αποτελέσουν μια διακριτή οντότητα αντίστασης σε ένα ζοφερό τοπίο, έτσι όπως αυτό διαμορφώνεται σήμερα.

*Η συζήτηση δημοσιεύεται εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2016/10/blogger.html

Στην αναζήτηση ισορροπιών μέσα από την ποίηση του Σκυθιώτη

211632g-10245396_703546113017518_2189062766315061760_n

Του Δήμου Χλωπτσιούδη

Πολύ συχνά οι συλλογές πρωτοεμφανιζόμενων ποιητών διακρίνονται από μία αποσπασματικότητα και μία άνευρη πολυθεματικότητα. Σε έναν κορεσμένο χώρο, η πρωτοτυπία λανθάνει στις σκιές των λέξεων, καθώς ακόμα εντοπίζεται μεγάλη ποικιλία ύφους, μια και ακόμα αναζητούν τη γραφή που τους εκφράζει καλύτερα. Έτσι, είναι λογικό, η πρώτη συλλογή του Πέτρου Σκυθιώτη, «συνθήκη ισορροπίας» (Θράκα, 2014), να προκαλέσει εντύπωση με τη γλωσσική αρτιότητά της που οικοδομείται σε ένα λιτό λεξιλόγιο με χαρακτηριστική ισορροπία στην ένταση των συνθέσεων.

Η προφορικότητα της εκφραστικής του με τα πεζολογικά χαρακτηριστικά της προσδίδει μία αμεσότητα στην ποιητική του. Σε μία κοινωνία που χειμάζεται από την ανισότητα και συνεχώς εμφανίζει αρρυθμίες και τάσεις κατάρρευσης, ο νέος ποιητής προσπαθεί να συνάψει τη δική του συνθήκη ισορροπίας· αποζητά τα δικά του βιώματα ως ισορροπιστής με δοκό την ίδια την ποίηση πάνω στο δηκτικό σκοινί που του όρισε μία κοινωνία άστοργη κι απάνθρωπη (2, 3, 4, 5, 26).

Η ποίησή του είναι βαθιά υπαρξιακή· ακόμα και στις συνθέσεις με ένα κοινωνικό υπόβαθρο και με ενσωματωμένες κοινωνικές παραστάσεις θεμελιώνεται πάνω σε έναν υπαρξιακής φύσης φόβο (1, 8, 17, 19, 27). Μόλο που κυριαρχεί η πρωτοενική έκφραση, η ανησυχία του α΄ ενικού εκφράζει έναν οικουμενισμό. Και τούτο αποκρυπτογραφείται ενίοτε με το α΄ πληθυντικό γραμματικό πρόσωπο (9, 21, 0) σε μία πανανθρώπινη προσέγγιση και κάποτε με αναφορές -άμεσες ή έμμεσες- σε ένα πλήθος ανθρώπων (7, 11, 20) ή ως απρόσωπη έκφραση (16).

Η γλώσσα του είναι συχνά σκληρή και “άκομψη” (9, 22, 23, 24) και άλλες φορές εκφράζει μία βαθύτερη σαρκαστική διάθεση (1, 3, 5, 7), ακόμα κι όταν κρίνουμε ότι ούτε η ποίηση τη χρειάζεται ούτε και οι συνθέσεις· ωστόσο, η “αγένεια” είναι πάντα επιτηδευμένη και ελεγχόμενη, συμβάλλοντας σημαντικά στη διοχέτευση του συναισθήματος και προκαλώντας τον αναγνώστη.

Άλλοτε υιοθετεί ένα ύφος πιο αποφθεγματικό (3, 5, 16, 20, 28) κι άλλες φορές πιο αφηγηματικό (1, 2, 6, 7, 8, 13, 21). Οι θρυμματισμένοι στίχοι αισθητοποιούν την ίδια την αγωνία του δημιουργού που αισθάνεται μετέωρος σε μια κοινωνία σχεδόν κανιβαλική· οι στίχοι του επιβάλλουν το δικό τους ρυθμό στις συνθέσεις, μεταδίδοντας το συναίσθημα των αβέβαιων αντιθέσεων της ζωής. Άλλωστε, ο ποιητής αναζητά συνεχώς την ισορροπία στις αβεβαιότητες της ζωής και τις αντιφάσεις του ευμετάβλητο ανθρώπινου βίου (1, 3, 4, 7, 8).

Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι η ποιητική ειρωνεία, με έντονο το τραγικό στοιχείο, διαπνέει όλη τη συλλογή, καθώς ο ποιητής εκθέτει όχι μόνο το σύγχρονο κοινωνικό κανιβαλισμό (7, 8, 10, 12) και την ασφυξία που τον πνίγει στο αδράστειο αστικό περιβάλλον (11, 13), μα και τον τρόπο που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι τον έρωτα (12, 22, 23), τη σχέση του με το φυσικό περιβάλλον (9, 24) ή ακόμα και τις μεταξύ τους επαφές (10, 11, 26).

Η ποίηση του Σκυθιώτη αφήνει ένα πικρό χαμόγελο στα χείλη. Ο βαθύς πόνος που εκφράζει ο δημιουργός σε συνδυασμό με το καυστικό χιούμορ του, λειτουργούν ως ποιητική μαχαιριά στι συνειδήσεις -ειδικά όταν προέρχεται από έναν νέο άνθρωπο. Και το χαμόγελο που αναδύεται καθαίρει στην δραματική ποιητική του τον πόνο που γεννούν οι στίχοι του. Απομακρύνει την απογοήτευση και την μελαγχολία· ο σαρκασμός γίνεται το αντίδοτο σε μία καταθλιπτική κοινότητα που αναζητά τη δική της ισορροπία στις νέες συνθήκες.

*Από το http://tvxs.gr/news/biblio/stin-anazitisi-isorropion-mesa-apo-tin-poiisi-toy-skythioti

211632-screen_shot_2016-10-03_at_10-44-54_p-m

Η περίπτωση Γιάζρα: Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνη

1040356_giazra

Το «Γκρόζνι» είναι η πρώτη συλλογή του πιο μεταφρασμένου νέου Έλληνα ποιητή που δίνει φωνή στη «γενιά της λιτότητας».

Φωτογραφίες: Solarski Liboska

Από τον Μ.ΗULOT*

Τα ποιήματα του Γιάζρα (ως Jazra Khaleed) εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στο blog του το 2009. Σκληρά, με στίχους σαν ραπάρισμα που θύμιζαν την άγρια πλευρά του χιπ χοπ, κοφτερά, βίαια, ήταν η αστική ποίηση του τέλους των ’00s και πρελούδια της νέας, απρόβλεπτης δεκαετίας που δεν είχε ακόμα δείξει την αγριότητά της. Τα ποιήματα του Γιάζρα αντιπροσωπεύουν όσο τίποτα άλλο τη νέα κατάσταση που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα μετά το 2008, είναι κραυγές, είναι πολιτική στάση, είναι η δύναμη του δρόμου και φωνές διαμαρτυρίας με την ίδια ένταση που είχαν το «The Message» του Grandmaster Flash, οι δυναμικοί στίχοι των Public Enemy ή οι οργισμένες και ενάντια στο σύστημα ρίμες των NWA. Ακόμα και αν λείπει το beat, αισθάνεσαι ότι το ακούς ως υπόβαθρο όταν συστήνεται «βουτώντας τα ποιήματά του στη βενζίνη»:

Με λένε Γ-Ι-Α-Ζ-Ρ-Α, γεννήθηκα στης Δύσης το σκοτάδι,
Λαθραίος μένω όσο κι αν λεν’ οι αριστεροί˙ όμορφα περνά το βράδυ, τσακίζοντας φασίστες στου Ψυρρή.
(…)

Δεν έχω ανθρώπους· η μοναξιά μου σαν ακονισμένο ξυράφι πάνω στη γυμνή σου καρωτίδα ακουμπά (σπόνσοράς μου η Gillete).

Μη με μπερδεύεις για Σάββατο, είμαι απλά μια γαμημένη Τρίτη, χωρίς ήλιο, χωρίς βροχή, τρώω σίδηρο για να ’χω καλή μνήμη.

Με το κεφάλι γεμάτο ρίμες βάζω την πένα στον αυτόματο, σκάβω το λάκκο σε κάθε νεοναζί·
γροθιές οι λέξεις, τον αφήνω να διαλέξει.

Μα θέλω να ξέρεις, αυτούς τους στίχους τούς έγραψα με τα γυμνά μου χέρια·
έκαψα τα δάχτυλά μου προσπαθώντας να βουτήξω τα ποιήματά μου στη βενζίνη.

Σε λίγο τα πιτσιρίκια στο δρόμο θα φωνάζουν τ’ όνομά μου: Γιάζρα, η πουτάνα της ποίησης.

Τ’ όνομά μου ήταν Παναγιώτης (τι σιχασιά!)·

θέλησα να ξεπλύνω από πάνω μου τη ντροπή του λευκού αρσενικού· επίτρεψέ όμως να κρατήσω λίγη απ’ τη βαρβαρότητα ενός καλού χριστιανού (προκαταβολικά).

Εγώ είμαι ο Γιάζρα, τραμπούκος ποιητής, σχιζομητροπολιτάνος, γιος μουσουλμάνας, πατέρας κανενός.
Εσύ ποια είσαι; Εσύ ποιος είσαι;

Θα μπορούσαν να είναι γραμμένα στους τοίχους, να γίνουν συνθήματα, να τραγουδιούνται σε αυτοσχέδια πάρτι στις γειτονιές, είναι η ποίηση της εργατικής τάξης που σχεδόν ποτέ δεν είχε χρόνο να γράφει ποιήματα. Ή δεν είχε τον τρόπο να τα δείξει στον κόσμο.

Δε μοιάζω στους άλλους ανθρώπους,
Είμαι ένα τέρας, ένας τρομοκράτης, είμαι ένας λαθροεισβολέας.
Δεν θα πεθάνω ποτέ, δεν έχω τίποτα να χάσω, δεν
υπάρχει τίποτα να διακινδυνεύσω.
Κάθε πράξη έχει νόημα πλέον: να κλέβεις παγκάρια εκκλησιών, να ξυλοφορτώνεις φασίστες, να καις το πανί με τις γαλάζιες κι άσπρες ρίγες, ν’ απαλλοτριώνεις σουπερμάρκετ.
Νοσταλγώ την εποχή των αναμορφωτηρίων και των ομάδων επανένταξης, την όμορφη εποχή των οδοφραγμάτων.
Κάθε δουλειά είναι ντροπή˙ ένας πωλητής παπουτσιών αξίζει όσο κι ένας χωροφύλακας.
Η εποχή των γενετιστών και των βιοτεχνολόγων αντικατέστησε επιτέλους αυτή των δικαστών και των ψυχιάτρων.
θα γίνω καρκίνος και θα σας χτυπήσω στον προστάτη,
θα βγάλω απ’ τη μέση κάθε υγιή˙
θα ζήσω μια στιγμή και θα εξαφανιστώ, σαν πυροτέχνημα στον ουρανό, σαν μολότοφ στο οδόστρωμα.
θα ουρλιάξω λέξεις από μέταλλο, λέξεις από κεραυνό˙ μέχρι να σπάσει η σιωπή, μέχρι η ζωή να επιστρέψει πεζή.
Δεν φοβάμαι πια.

«Στην Ελλάδα η ποίηση θεωρείται τέχνη της ανώτερης τάξης» λέει ο Γιάζρα στην επεισοδιακή συνέντευξή του στην Guardian, με αφορμή την κυκλοφορία της συλλογής Austerity Measures: The New Greek Poetry που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό η Penguin με υλικό από νέους Έλληνες ποιητές. «Αν θες να κυκλοφορήσεις ένα βιβλίο με ποίηση στην Ελλάδα, πρέπει να πληρώσεις τον εκδοτικό. Οι πιο πολλοί εκδοτικοί θεωρούν ότι είναι φίρμες και ζητούν από δύο έως πέντε χιλιάδες ευρώ για σου εκδώσουν το βιβλίο. Αυτό σημαίνει ότι οι πιο πολλοί άνθρωποι που κυκλοφορούν την ποίησή τους στην Ελλάδα ανήκουν στη μεσαία τάξη ή έχουν λεφτά να ξοδέψουν.

Το σημαντικό με την Austerity Measures είναι ότι περιλαμβάνει ποιητές που δεν είναι γνωστοί στους ποιητικούς κύκλους ή δεν έχουν πρόσβαση στους εκδοτικούς οίκους. Αυτή τη στιγμή στους δρόμους της Αθήνας συμβαίνουν συναρπαστικά πράγματα. Πολλά συγκροτήματα δεύτερης γενιάς Ελλήνων κάνουν χιπ χοπ και είναι πραγματικά underground, οργανώνουν δωρεάν συναυλίες μόνοι τους. Αισθάνομαι ότι όλο και πιο πολλοί άνθρωποι της εργατικής τάξης γράφουν ποίηση σήμερα. Υπάρχει κάποιος που ονομάζεται Ωμέγα που γράφει για τις εμπειρίες του ως εργάτης ή ως άνεργος. Η ποίησή του είναι άμεση, κατά πρόσωπο, κάτι που δεν είναι πολύ συνηθισμένο στην Ελλάδα». Στην παρουσίαση του βιβλίου στον Observer το μόνο ποίημα που χρησιμοποίησαν ήταν το Words του Γιάζρα (μεταφρασμένο από τον Peter Constantine).

1040355_20160428_164327

Tα ποιήματά του Γιάζρα προκάλεσαν την προσοχή του Peter Constantine από την αρχή, τα μετέφρασε στα αγγλικά και τα δημοσίευσε στο αμερικάνικο λογοτεχνικό περιοδικό World Literature Today. Από τότε άρχισε το μπαράζ των μεταφράσεων σε διάφορες γλώσσες και οι δημοσιεύσεις των ποιημάτων του σε σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά του κόσμου. Το 2012 το World Literature Today του έκανε μια μεγάλη συνέντευξη ως εξαιρετική σύγχρονη περίπτωση Έλληνα ποιητή -η οποία ήταν υποψήφια ως μία από τις πέντε καλύτερες της δεκαετίας.

Με τα ποιήματά του ο Γιάζρα ταξίδεψε στη Γερμανία, εκπροσωπώντας την Ελλάδα (μαζί με τον Τίτο Πατρίκιο, τη Δήμητρα Κοτούλα και το Γιάννη Στίγκα) στο Literaturwerkstatt, ένα από τα πιο σημαντικά λογοτεχνικά φεστιβάλ του κόσμου που γίνεται στο Βερολίνο. Την επόμενη φορά ξαναπήγε καλεσμένος, μαζί με την Κική Δημουλά. Η συνέχεια ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακή: άρχισαν να τον καλούν σε διεθνή φεστιβάλ, έγινε ο πιο πολυμεταφρασμένος νέος Έλληνας ποιητής (χωρίς να έχει κυκλοφορήσει τίποτα σε βιβλίο), τα ποιήματά του βραβεύτηκαν και έγινε πρωτοσέλιδο σε γερμανικές εφημερίδες, κι όλα αυτά χωρίς καμία δημοσιότητα στα ελληνικά μέσα, χωρίς ούτε μία αναφορά. Από το 2009 ανήκει στη συντακτική ομάδα του Τεφλόν, του περιοδικού για την ποίηση που κυκλοφορεί δωρεάν συστήνοντας στο ελληνικό κοινό μια γενιά Ελλήνων δημιουργών που κινείται στο περιθώριο -από επιλογή ή από ανάγκη- και έργα σημαντικών ποιητών από κάθε μέρος του κόσμου που δεν είχαν ποτέ μεταφραστεί στα ελληνικά. Ο Γιάζρα έχει μεταφράσει ποιήματα αγνώστων ποιητών, έχει συστήσει στα ελληνικά την ποίηση των Αβοριγίνων, έχει μεταφράσει underground Γερμανική ποίηση και σύγχρονες Αραβίδες ποιήτριες.

«Όταν τα αγαθά μειώνονται και δεν επαρκούν, οι άνθρωποι παλεύουν, αρπάζουν, σκληραίνουν» γράφει η Karen Van Dyck, ποιήτρια και επιμελήτρια του βιβλίου Austerity Measures στην Guardian. «Τον τελευταίο καιρό, η Ελλάδα και τα Βαλκάνια ζουν με περισσότερες στερήσεις από το μερίδιο που τους αναλογεί. Η πείνα, η ανεργία, οι περικοπές των συντάξεων και οι κατεστραμμένες επιχειρήσεις χαρακτηρίζουν τη ζοφερή πραγματικότητα στην Αθήνα. Οι ελλείψεις σε ηλεκτρικό ρεύμα και νερό φτάνουν σε επίπεδα που συναντά κανείς σε χώρες που βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση. Περισσότεροι από το 27% των Ελλήνων είναι άνεργοι. Το 55% των νέων, ιδιαίτερα εκείνων που (θα έπρεπε να) απασχολούνται στους τομείς της τεχνολογίας και της εκπαίδευσης, έχουν φύγει από την Ελλάδα για να βρουν δουλειά αλλού. Το 40% των παιδιών ζούσαν σε συνθήκες φτώχειας το 2014, και το ποσοστό τώρα πλησιάζει το 50%. Το δημόσιο χρέος είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη, πάνω από το 180% του ΑΕΠ, ενώ τα μέτρα λιτότητας κάνουν τη παραμονή στην ευρωζώνη τόσο δύσκολη όσο και το Grexit (…) Η ποίηση, όμως, αφθονεί. Υπεραφθονεί. Ποιητές γράφουν γκράφιτι στους τοίχους, διαβάζουν δημοσίως σε πλατείες, θέατρα και αλάνες, απαγγέλουν σε φτωχογειτονιές, φωνάζουν συνθήματα και τραγουδούν σε συλλαλητήρια, μπλογκάρουν και ποστάρουν στο ίντερνετ, συνεργάζονται με καλλιτέχνες και μουσικούς, διδάσκουν παιδιά και μετανάστες σε εργαστήρια. Μέσα στην όλη δυστυχία και την αταξία, η νέα ποίηση βρίσκεται παντού. Όσα γράφονται είναι τόσο πολλά και ποικίλα που δεν ταιριάζουν σε καμία πλευρά οποιουδήποτε ιδεολογικού ρεύματος. Μολονότι βιβλιοπωλεία συνεχώς κλείνουν, οι ποιητές καταφέρνουν και περνάνε τα ποιήματά τους στον κόσμο. Τα καθιερωμένα λογοτεχνικά περιοδικά ακμάζουν· οι μικροί εκδοτικοί οίκοι και τα νέα περιοδικά αφθονούν. Η παραγωγή ποίησης όχι μόνο αψηφά την οικονομική ύφεση, αλλά επίσης ξεπερνά και τις εθνικές, ταξικές και φυλετικές διακρίσεις. Τέτοια αφθονία νέας ποίησης έχει να σημειωθεί από την εποχή της στρατιωτικής χούντας, γνωστής ως η Δικτατορία των Συνταγματαρχών, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν εμφανίστηκαν για πρώτη φορά ποιήτριες όπως η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, η Τζένη Μαστοράκη και η Παυλίνα Παμπούδη. Πράγματι, η ιστορική συγγένεια δεν σταματά εκεί: είναι και πάλι οι ποιητές που έχουν τη μερίδα του λέοντος στην καθοδήγηση της νέας γενιάς».

Μέσα σε αυτή τη νέα κατάσταση που έχει δημιουργηθεί κοινωνικά και λογοτεχνικά ο Γιάζρα κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο, την ποιητική συλλογή με τίτλο «Γκρόζνι» (είναι η πρωτεύουσα της Τσετσενίας), ίσως το πιο ενδιαφέρον βιβλίο ποίησης που μπορείς να βρεις στα ελληνικά αυτή τη στιγμή από νέο ποιητή.

Τα ποιήματα του Γιάζρα είναι σκληρά και ταυτόχρονα τρυφερά:

Δεν έχω τίποτα να προτείνω, είμαι απλώς ένα πρωτόκολλο˙
η ζωή μου, ενδεκασύλλαβη και σχοινοτενής, χωρίς μαχαίρι και κουτάλι, μα με τα μάτια δεκατέσσερα,
δε συμφωνεί ούτε σε γένος ούτε σε αριθμό μ’ όσα γράφουν οι εφημερίδες, μ’ όσα ψιθυρίζουν οι εραστές.
Κρυώνει από θάνατο η ζωή μου –πώς ορθώνεται κι αγροικά!- καθώς απομακρύνονται με τα κόκαλά τους υπό μάλης
το αλέτρι και το άλογο, η μάνα και οι εννιά της μήνες˙ μαζεύει τα χρόνια της, τον Μαρξ και τον Ένγκελς της,
ετοιμάζεται για την ξεροκαιριά, το θάνατο του σκύλου.

Είναι άγρια αλλά και σπαρακτικά, βλάσφημα και ιερά -ακόμα και όταν φαίνεται να περιφρονεί και να βαριέται την ελληνική ποίηση:

Διαβάζω ελληνική ποίηση: τους αναγνωστάκηδες, τους πατρίκιους και τους βάρναλεις, όλους αυτούς που θέλουν να φορτώσουν τις ήττες τους στην πλάτη μου.
Πίστεψαν σε μια ιδέα αλλά αυτή τους πρόδωσε τελικά (ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων)
Προσπαθώ ν’ ακούσω τη χαμηλοφωνηποίησή τους, την τολμηρηγραφή τους, αλλά δεν ξέρω αν όλα αυτά είναι δικό μου πρόβλημα (δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις).
Μπαίνω στο ίντερνετ και βλέπω τους «νέους ποιητές» να ποζάρουν για λαΪφστάιλ περιοδικά φορώντας ολ στάρ˙
μιλάνε για τη λοξή τους ματιά
ενώ κοιτάνε πάντα μπροστά.
Βγαίνω στο δρόμο, μπάτσοι σε κάθε γωνία και τικανειςτετοιαωρασταεξάρχεια, και ησουνμεεκεινουςπουεπιτεθηκανστηδιμοιρία˙ παίρνω μπίρες απ’ το περίπτερο κι έχω ξεχάσει σε ποια σελίδα ήμουν.

Ο Γιάζρα γράφει ποιήματα σαμπλάροντας φράσεις από χιπ χοπ ύμνους και σκόρπια κομμάτια από την έκδοση Πολεοδομία και δημόσια τάξη: Αθήνα οχυρωμένη πόλη της Λέσχης κατασκόπων του 21ου αιώνα. Καταγράφει την σημερινή πραγματικότητα με έναν τρόπο τολμηρό και to the face, χτυπάει κατά μέτωπο φτιάχνοντας μια περσόνα που είναι παγκόσμια και ρεαλιστική, σύγχρονη αλλά και διαχρονική, κάνει το διαμέρισμά του το όχημα για να ακουστεί η φωνή του παντού. Και πετυχαίνει τον σκοπό του. Τα ποιήματά του είναι κοφτερά σαν μαχαίρι και επικίνδυνα σαν σφαίρα, είναι οι αγωνιώδεις κραυγές των προσφύγων και των μεταναστών που όλοι ακούν ξώφαλτσα και αγνοούν:

Είμαι ένας γαμημένος μουσουλμάνος, γροθιά, κνήμη, πούτσος.
Δε θα γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου (δεν έχω πατρίδα).
Είμαι μια υγειονομική απειλή, ένα μίασμα, δεν ανήκω σε καμία πολιτισμένη φυλή…

Γράφει για την καταπίεση, το ταξικό μίσος, για τους ανέργους και τους φτωχούς, για τη Συρία και τις χαμένες πατρίδες, για τα παιδιά της φωτιάς και την πόλη του.

«Η πόλη αυτή μοιάζει με τους προλετάριους προγόνους της, έχει τραχιά χέρια και μια σφαίρα βαθιά σφηνωμένη στη ραχοκοκαλιά της, μοιάζει με τον ταξικό πόλεμο που έθρεψε την πολεοδομία της, κηρύττει τον εμφύλιο δίχως ν’ απαρνιέται τη θλίψη, αυτή η πόλη είναι σάρκινη και υλική, ιδρώνει ολόκληρη, απ’ τον αφαλό ως τον αυχένα˙ προλετάριοι βλασταίνουν στην υγράδα της, εκείνη τους μετράει έναν έναν και τους βγάζει κοντούς σε καιρό πολέμου και ψηλούς σε καιρό ειρήνης, αυτή η πόλη είναι άνυδρη όπως η νύχτα που πιάστηκε στα μαλλιά της, αντιπαραγωγική όπως ένα ποίημα, σκανδαλιστική όπως ένα σαββατόβραδο, η πόλη αυτή πάντα με μάγευε με το ζοριλίκι της και τα σπασμένα πεζοδρόμιά της, πάντα με αποπλανούσε προφασιζόμενη τον διπλό χαρακτήρα της εργασίας, είναι μια πόλη που αν σε διασχίσει πάει, τελείωσες, θα σε καταπιεί μαζί με όλη τη θεολογία σου.
(…)
Αυτή η πόλη έχει μια αρρώστια στο αίμα, νοικοκυραίοι ιοί, μικροαστοί μύκητες, εθνίκια βακτήρια κρύβονται στο κόλον της, στο πίσω μέρος της γλώσσας της, κάτω απ’ την μπανέλα του σουτιέν της, περιμένουν ένα νεύμα του κράτους για να ξεχυθούν στις αρτηρίες της, να προκαλέσουν θρομβώσεις, πνευμονικές εμβολές, πογκρόμ, είναι ένας πόνος πισώπλατος, απ’ τα δυτικά προς τ’ ανατολικά, του λείπει ένα χέρι να δαγκάσει, του λείπει ένα πόδι να βαστάξει, αλλά του περισσεύει πατριωτισμός, του περισσεύει ρατσισμός, αυξάνονται τα λευκά αιμοσφαίρια, πιέζονται οι ιστοί, προκαλείται συμφόρηση καθώς πήζει το αίμα στους δρόμους, στις πλατείες, πρόκειται για μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ακολουθεί εθνική ενότητα, λαϊκή κυριαρχία, ακολουθούν ακρωτηριασμοί, αυτή η αρρώστια είναι γενετική, έχει μια συνέχεια, κληροδοτείται από πατέρα σε γιο, το ιατρικό ιστορικό περιλαμβάνει εσχάτως συλλαλητήρια για τη μακεδονία, εθνοπανηγύρια και κυνήγι μεταναστών, σιωπηλές διαμαρτυρίες και αγανακτισμένους, στενεύουν οι αρτηρίες, συσσωρεύεται ο θυμός, ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι˙ όλ’ αυτά σε συνδυασμό με έλλειψη πρωτεΐνης C μπορεί να οδηγήσουν σε κεραυνοβόλο πορφύρα ή αλλιώς χούντα».
(…)
Στη γειτονιά μου οι μέρες περνάνε εν λευκώ, τα γεγονότα είναι κολλημένα στους τοίχους, η ευτυχία σαπίζει στα βουλκανιζατέρ. Στο σφαγείο της καθημερινότητας εγώ πουλάω μπαλτάδες˙ γράφω ένα ποίημα κάθε που πηγαίνω απ’ το σπίτι μου στο μετρό. Αναμένω μια συγκίνηση.

Ο Γιάζρα είναι 37 ετών και ζει στα Εξάρχεια.

###Η ποιητική συλλογή «Γκρόζνι» του Γιάζρα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Υποκείμενο.

*O M.Hulot είναι διευθυντής της έντυπης LIFO.
**Πηγή: http://www.lifo.gr

Για το φευγιό του Ηλία Λάγιου

Στις 5 Οκτωβρίου 2005 αποδημεί, «χωρίς εισιτήριο», ο ποιητής Ηλίας Λάγιος. Επιχειρεί το απονενοημένο διάβημα με ένα salto mortale από το μπαλκόνι του σπιτιού του. Στα 47 χρόνια που πρόλαβε να ζήσει απέδειξε πως ο διανοούμενος, ο πνευματικός άνθρωπος, μπορεί να είναι «οργανωτής» μιας μαχητικής ουτοπίας.

Ο Λάγιος ρίχνει τον ποιητή από το βάθρο του, σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται χωρίς να γίνεται γραφικός. Ο λόγος του είναι αψύς. Του αρέσει να «παίζει» με διάφορους τρόπους γραφής.Καταπιάνεται με την καθημερινότητα, την σαπίλα, το θεό και τον Έρωτα. Κυρίαρχο μοτίβο ο θάνατος. Η ποίηση του φοβίζει τον απαίδευτο και τρομάζει τον βολεμένο. Τίθεται ενάντια σε κάθε μορφής εξουσία, μισεί τους καθωσπρέπει και αγαπά τους περιθωριακούς. Γράφει για τη ζωή όπως είναι και λέει τα πράγματα με το όνομα τους.

Γεννήθηκε το 1958 στην Άρτα, μεγάλωσε στο Ναύπλιο και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αθήνα. Εργάστηκε ως επιμελητής εκδόσεων μεταξύ των οποίων η Νέα Εστία και η Αυγή. Μαζί με τον Γιώργο Κοροπούλη εξέδωσε το λογοτεχνικό περιοδικό “Ωλήν”.

Κατηγορήθηκε από τα μέσα, ως κακοποιός της ελληνικής γλώσσας.

****”Το πέρασμα [‘Ενας αθώος άνθρωπος να συμφωνεί / Του κάνω νεύματα απεγνωσμένα / ‘Οπως πάντα έφτασα αργά] / Το πέρασμα στον θάνατο / Είναι μια κόκκινη στρογγυλή γουλιά / Τη σκουπίζεις στα χείλια / στο πάτωμα ή στο μαξιλάρι / Τα ίχνη φεύγουν λίγο αργότερα.”

***Απόψε οι πεθαμένοι ξαγρυπνούν μες στων κεριών τις φλόγες,
Και μοναχή παρηγοριά τα παιδικά της χρόνια στην Αθήνα•
γίνε αγερίτσα του Θεού και πέταξε εδώ πάνω.
Δεν το ’νιωσες, κορμάκι μου, που ο θάνατος μας κέρδισε για πάντα;
[Από τη συλλογή Πράξη υποταγής (2000).]

****«Κι από μακριά κιόλας εμείς (παγώνουν οι ώρες κι οι μέρες και δεν αντέχονται κι αποχωρούμε), όσοι ακόμα μέσα στη ζωή μας ζωντανοί, πομποί και δείκτες μνήμης αυριανής – οι μηδέ φωνασκούντες, μηδέ είρωνες. Από μακριά, με το μακριά που βάζουν τάχα για εγγύηση οι λέξεις. Με όλες τις λέξεις που πήρε δανεικές και έκανε δικές του – χρησιδάνειο. ‘Οσες μιλούσαν, κι όσες παραμιλούσαν μέσα σε ό,τι ακατανόητο του καθενός για τον καθένα. Με από κοντά τις λέξεις να τον χαιρετούν».

Απόσπασμα από το ποίημα «Δεν βλέπω τίποτ’ άλλο», του Ηλία Λάγιου: Άντε γαμήσου και χάσου,
πουτανίτσα φτιαγμένη στο Γαίηλ.
Θα κτενίσω τη νύκτα με κοκταίηλ
μολότωφ τα μαλλιά σου.

Ο Νίκος Γ. Ξυδάκης έγραψε στην “Καθημερινή” της 9.10.2005: “Τρυφερός έφηβος 47 ετών, ανήλικος και υπερώριμος μαζί, αστραφτερό ταλέντο, σπάταλος με τις λέξεις και τα αισθήματα, σπάταλος προ πάντων με τον εαυτό του. Ποιητής. […]”

****Το έργο του είναι χρήσιμο σε κάθε άνθρωπο που θέλει να ζει ελεύθερος

**********************

Έργα:
Πρόοδοι εν προόδω (Ωλήν, 1981, ως Αλέξης Φωκάς)
Ασκήσεις Ι-ΙΧ (Ωλήν, 1984, ως Αλέξης Φωκάς)
Το κατά Αλέξιον και Μαρίαν (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1990)
Συνεστίασις (1991)
Τριώδιο (Άγρα, 1991, με τους Διονύση Καψάλη και Γιώργο Κοροπούλη)
Η ιστορία της Λαίδης Οθέλλος (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1992)
Το βιβλίο της Μαριάννας (Ίκαρος, 1993)
Ανθοδέσμη (Άγρα, 1993, με τους Μιχάλη Γκανά, Διονύση Καψάλη και Γιώργο Κοροπούλη)
Ο Μικρός Ήρως: το σκετσάκι (Αντί, 1996)
Η έρημη γη (Ερατώ, 1996)
Περί ζώου (Παρουσία, 1996)
Μουζικούλες (Ερατώ, 1997)
Το εικοσιτετράωρο της Δηούς (Καστανιώτης, 1998)
Θεατρολογία (Καστανιώτης, 1998)
Της γυναικογυναίκας (Ερατώ, 1998)
Πράξη υποταγής (Ερατώ, 2000)
Φεβρουάριος 2001 (Ερατώ, 2002)
Η αρπαγή της κούτας (Ερατώ, 2003)
Ο άνθρωπος από τη Γαλιλαία (Ερατώ, 2004)

%ce%bb%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%82

ΗΔΥΦΩΝΟ / Το μοναδικό ουσιαστικό και ουσιώδες πολιτιστικό ένθετο του κυπριακού έντυπου τύπου

14448830_1111012802318544_1129667957198731708_n

Της Γιώτας Παναγιώτου

Ήταν ήδη εις γνώσην μου εδώ και μέρες και το’χα κάπως χωνέψει. Να όμως που έφτασε η σημερινή Κυριακή για να το πάρω στα χέρια μου, να δω το επικήδειο εξώφυλλο, να νιώσω κάτι – κάτι άνευ ορισμού ακόμα – και να αποφασίσω πως τελικά, δεν υπήρχε ούτε υπάρχει κάτι για να χωνέψω. Το λέω και το γράφω κατ’επανάληψη, σε σημείο που ίσως γίνομαι τραγικά φορτική ή/και που ίσως φαίνομαι ακλόνητα ρομαντική. Το λέω και το γράφω κατ’επανάληψη και θα το ξαναπώ, στον διαδικτυακό και στον πραγματικό κόσμο, η Τέχνη ΔΕΝ είναι είδος πολυτελείας αλλά ανάγκη έκφρασης. Και όχι αγαπητέ μου, εμείς που ασχολούμαστε μ’αυτήν δεν το κάνουμε γιατί είμαστε κάτι αργόσχολα τυπάκια που γουστάρουμε να πουλάμε αφενός μούρη και αφετέρου να τα κονομάμε χοντρά. [Και για να προλάβω τη σκέψη σου, ναι, υπάρχουν μες στα χωράφια της Τέχνης μυριάδες τέτοιοι εξυπνόβλακες που κάνουν τα πιο πάνω και που ασχέτως αν το ξέρουν/καταλαβαίνουν/παραδέχονται ή όχι, οι πράξεις και οι βλέψεις τους φαίνονται σαν τα κακά σπυριά στον κώλο – και εν τέλει, αυτοί, δεν έχουν να μου πουν τίποτα και δεν με αφορούν.] Η παρένθεση έκλεισε. Και μαζί μ’αυτήν και το Ηδύφωνο, για το οποίο άλλωστε γράφεται αυτή η ανάρτηση. Κι αν αγαπητέ μου, το Ηδύφωνο δεν σου λέει κάτι σαν λέξη, μη σκοτίζεσαι – δε χάθηκε κι ο κόσμος. Εδώ ο ίδιος ο εκδοτικός οίκος που το κυκλοφορούσε όχι μόνο δεν ήξερε τι πάει να πει Ηδύφωνο, όχι μόνο δεν ήξερε και δεν ενδιαφερόταν να διαβάσει τι γραφόταν με αγάπη και όρεξη στις σελίδες του, από τους ίδιους τους δικούς του συντάκτες αλλά και από τους συνεργάτες του, όχι μόνο ξεκίνησε να το διαφημίζει χωρίς καν να αναφέρει το όνομά του (γιατί τους ήταν δύσκολο), αλλά αποφάσισε, δείχνοντας ασέβεια στον κόπο και στο έργο των ανθρώπων πίσω και μέσα σ’αυτο, να το κλείσει γιατί προφανώς σύμφωνα με τα γεμάτα αριθμούς και μαθηματικές πράξεις τεφτέρια ενός λογιστάκου σ’ένα αναπαυτικό γραφείο δεν επέφερε ό,τι και όσο θα ήθελε ο εκδοτικός οίκος. Βλέπεις, αγαπητέ μου, ο πολιτισμός και η τέχνη δεν πουλάνε οπότε είναι αχρείαστο να υπάρχουν – άσε που οι άνθρωποι πίσω από την ιδέα και μέσα στο κάμωμα του Ηδυφώνου προφανώς δεν είχαν σώας τας φρένας αφού, άκουσον-άσκουσον!, επέλεξαν να ασχοληθούν με κάτι που δεν είχε να κάνει με κώλους, βυζιά και λοιπά σελεμπριτίστικα αλλά με θεατρικές παραστάσεις, βιβλία, εκδόσεις, μελέτες, έρευνες, μουσικές, κινηματογράφο, αφιερώματα και συνεντεύξεις. Ναι, αγαπητέ μου, το Ηδύφωνο ήταν “ένας ελιγμός ευτυχίας ώστε να μπορούμε να υπάρχουμε κάπως αναπαυτικά δυστυχισμένοι”, να έχουμε λόγο να αγοράζουμε, να διαβάζουμε και να ξεφυλλίζουμε μια κυριακάτικη εφημερίδα μόνο και μόνο για ένα ένθετο. Δεν ξέρω αν με πιάνεις αγαπητέ μου. Ξέρω όμως, πως αν έπρεπε να εξηγήσω στα τιγκαρισμένα παράδες στομάχια και στα κατάδειανα μυαλά των λογιστών και των διευθυντών ότι η Τέχνη εμποδίζει τον πολιτισμό να καταστραφεί από τον εαυτό του, δεν θα τα κατάφερνα και δεν θα υπήρχε συνάμα λόγος να το κάνω – διότι αυτοί είναι ήδη κατεστραμμένοι από μόνοι τους. Απλά κανείς δεν τους το είπε ακόμα..
Σε όλη τη συντακτική ομάδα, στους ανθρώπους μπροστά και στους ανθρώπους πίσω, και ειδικά στον Μιχάλη και τη Μαρία, ένα τεράστο ευχαριστώ μετά χαμόγέλου. Ο πολιτισμός δεν κληρονομείται, κατακτάται – κι εσείς, έχετε ακόμη πολλά να κατακτήσετε.
ΗΔΥΦΩΝΟ / Πολιτιστικό Ένθετο της Κυριακάτικης “Σημερινής
ΗΔΥΦΩΝΟ / Το μοναδικό ουσιαστικό και ουσιώδες πολιτιστικό ένθετο του κυπριακού έντυπου τύπου

Ποίηση και στιχουργική

3poesia3

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΣΟΦΙΑΝΟΥ*

Ποίηση, γενικά, είναι η παραγωγή έργου και μάλιστα η παραγωγή έργου με την πλήρη εκμετάλλευση των δυνατοτήτων της ύλης που χρησιμοποιείται γιά την πραγμάτωσή του. Στην ευρύτατη αυτή σημασία του ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως μεταφορικά για το χαρακτηρισμό κάθε έργου το οποίο εξ αιτίας της τέλειας κατασκευής του υπερβαίνει το χρηστικό σκοπό του και αποκτά, ως “ποίημα’ στο είδος του, αξία επιτεύγματος καθαυτό. Η αξία αυτή είναι τάξεως αισθητικής, όποιος και αν είναι ο σκοπός του έργου.

Ειδικότερα, τώρα, ποίηση είναι η παραγωγή λογοτεχνικού έργου με την πλήρη εκμετάλλευση της δυναμικής των λέξεων που χρησιμοποιούνται για τη σύνθεσή του και έτσι ώστε η απόλυτη τιμή καθεμιάς τους να υπερβαίνει την τιμή που φέρει ως μονάδα σημασίας, η δε αξία τους, ως συνόλου, να υπερβαίνει την αξία η οποία μπορεί να τους αποδοθεί βάσει των περιεχομένων νοημάτων. Αναλυτικότερα, τούτο σημαίνει ότι κατά την παραγωγή του λογοτεχνικού έργου που ορίζεται ως ποιητικό, η αξιολόγηση και ο χειρισμός της χρησιμοποιουμένης ύλης, δηλαδή η επιλογή των λέξεων και η θέση καθεμιάς στο σύνολο, δεν προσδιορίζεται κυριαρχικά από την απαίτηση προβολής του τυπικού νοήματος ή γενικότερα της θεματικής, αλλά από την απαίτηση αναδείξεως των στοιχείων εκείνων (προσωδία, ομοιοκαταληξία, τονισμός, “εσωτερικός’ ρυθμός, ένταση συνδυαζομένων νοημάτων, “αυτόματη’ συμπαράθεση λέξεων κατά τη ροή της συνειρμικής ανάδυσής τους από το “ασυνείδητο’ κοκ) τα οποία θεωρούνται “ποιητικά’ σύμφωνα με τον ισχύοντα κάθε φορά “λογοτεχνικό κανόνα’. Τούτο φαίνεται καθαρά τις φορές που ο λογοτεχνικός κανόνας θεσμοθετείται βάσει εξωτερικών ή τυπικών κριτηρίων, όπως η ομοιοκαταληξία λχ και μάλιστα στις ακραίες – αυστηρές μορφές της (σονέττο, μπαλάντα, ρόντω, τριολέ, σεστίνα κλπ). Στις περιπτώσεις αυτές οι απαιτήσεις του συγκεκριμένου ποιητικού είδους επιβάλλουν την οριακή επιλογή των λέξεων, και επομένως των νοημάτων, μεταξύ εκείνων που ανταποκρίνονται στην ηχητική των καταλήξεων και στην απαρέγκλιτη τήρηση του αριθμού των στροφών ή, με άλλα λόγια, επιβάλλουν την οριακή αναγωγή του “περιεχομένου’ στη “μορφή’.

Εξ αιτίας της οριακής αυτής αναγωγής του “περιεχομένου’ στη “μορφή’ έχει επικρατήσει η άποψη ότι ο ποιητικός λόγος διαφέρει από τά άλλα, τα μη ποιητικά είδη κατά το βαθμό αποκλίσεώς του από το “επικοινωνιακό’ λεγόμενο πεδίο της γλώσσας και συγκλίσεώς του προς το “εκφραστικό’ ή “συγκινησιακό’ λεγόμενο πεδίο. Κατά την κρατούσα δηλαδή άποψη, ο ποιητικός λόγος δεν λειτουργεί ως αγωγός σημασιών αλλά ως αγωγός συγκινησιακών κραδασμών. Αποτέλεσμα επομένως της λειτουργίας του δεν είναι η λογική ανταπόκριση αλλά η συναισθηματική ταύτιση πομπού (ποιητή) – δέκτη (αναγνώστη ή ακροατή). Τούτο επιτυγχάνεται με την επιστράτευση διαφόρων “τεχνασμάτων’ (κυρίως της “μεταφοράς’) ως εκ των οποίων το κέντρο βάρους του λεκτικού συνόλου που συνιστά κάθε ποίημα μετατίθεται από τα “σημαινόμενα’ (τις σημασίες) στα “σημαίνοντα’ (τις λέξεις ως καθαρές μορφές). Περαιτέρω αποτέλεσμα της μετάθεσης αυτής θεωρείται η αλλοίωση των παγιωμένων τρόπων της “κανονικής’, “επικοινωνιακής’, γλώσσας και η συνακόλουθη έκπληξη ή “παραξένισμα’ (ξάφνιασμα) που προκαλεί η ιδιόμορφη εκφορά του ποιητικού λόγου στον ακροατή του. Στην έκπληξη ή στο ξάφνιασμα αυτό αποδίδεται τέλος η αισθητική απόλαυση που παρέχει στους αποδέκτες του ο ποιητικός λόγος.

Continue reading

Dr Writer & Mr Editor: A guest post by Dmetri Kakmi

thumbnail_9781920882433-204x300

By Lee Kofman

As a writer who is also an editor, I’m often asked how it feels to be edited. In other words, how does it feel to be on the receiving end of criticism and someone else’s red pen, instead of being the one that dishes out the dirt?

The short answer is it’s discombobulating. The long answer is more complicated.

I edit for a living and when I have time I write; and that writing, should it be deemed publishable, is inevitably intensely scrutinised by other editors. As intensely, I hope, as I scrutinise other writers’ work before it is ready to be published.

When I gave the question serious consideration, I realised several things.

The first is that I love to be edited. The second is that I hate to be edited.

Following on from that, I saw that I am a split personality.

There are two Dmetris. One is a writer; the other is an editor. The former is an intuitive, imaginative creator and the latter a detached, analytical observer. They often contradict each other and have full-on arguments in my head. Over the years, I’ve learned to switch one voice on and to turn the other voice off, which is easier said than done, by the way. And it’s not always successful.

I’ll talk about my love/hate relationship with being edited shortly. First, l will digress slightly to tell you about a revelation I had when I saw the copy edited manuscript for my memoir Mother Land.

As a writer, I vacillate wildly between confidence and crippling uncertainty. One minute I’m Oscar Wilde, next minute I’m a dolt who can’t string two words together to make a sentence. Seeing the revisions of Mother Land the first time was humbling. Part of me was mortified by my infelicities. Another part was overjoyed and pathetically pleased that someone — anyone! — was paying attention to something I had slaved over for five solitary years.

The editor gave the manuscript an expert line-by-line copy edit and pushed my abilities to the utmost. However, if the editor was hard on me, I was harder on myself. After seeing what he had done, and agreeing with most of it, I rewrote almost the entire manuscript — a definite no-no at this late stage.

The editor in me knew it was the wrong thing to do, but the writer went, fuck it. It’s my name on the cover. I’ll do what I like. I wanted to get it right. The language, rhythm and pacing had to be unassailable. I would not get another chance.

The process made me see that good writing is rewriting. Bizarre as it sounds, it had not occurred to me before. At least it had not occurred to Dmetri, the writer. He thought his verbiage leaped fully formed from the keyboard. Of course, Dmetri, the editor, knew the truth and he sat in the wings going, ‘I told you so.’

Seeing the copy edited manuscript was a shock. It brought out the insecurities, the self-hatred and recrimination. I felt inept, despite the fact that, as an editor, I know being edited is par for the course, even for experienced authors. Your editor doesn’t think you’re a dolt. He or she is just trying to make a good thing even better, raise it to the next level.

At the time I worked as a senior editor at Penguin Books. In a flash, I saw that this is how my authors must feel when they see my scratches on their manuscript. That awful sinking feeling. The doubts; the questions. It would be sick-making no matter how practiced, professional or resilient one is.

From there on I began to be even more sensitive to the authors’ needs. I’d return the edited manuscript and followed up with a phone call to the writer a day or so later to make sure they hadn’t hanged themselves. Communication channels were open and I was there to give support, should it be required. It may sound absurd to a non-writer, but the support is a lifeline to a writer.

Being an editor isn’t merely about checking for typos; there’s a lot of handholding as well.

To get back to being edited. When I say I love to be edited I mean that I appreciate the editor’s objective eye. It helps to hone and refine a piece of writing until it zings.

It’s a mistake to think a writer who is also a professional editor can edit his own work. You’re too close to the manuscript. You can’t see the forest for the pencils, especially when it comes to structural matters.

An editor, on the other hand, has no vested interest. It’s business. This allows her to have an overview. She sees the big picture, strengths and failings. And, if she’s good, she can suggest how to resolve a problem. If you’re lost and wandering, she can guide you through the tangled undergrowth to the main path. For all that, you need a thick skin to survive the lacerations. And, unfortunately, I do not have a thick skin.

A short time ago, I entrusted the first draft of my new novel to my agent and to an author friend. Long story short, they were unimpressed. The consensus was that there’s a good story there, but there’s an even better one underneath. Interestingly, their feedback coincided on many points and even though Dmetri the editor knew they were right — the manuscript needs a lot of work before it can be shown to a publisher — Dmetri the writer was crushed.

A fortnight passed before I could look at the feedback and decide how to approach a new draft.

So if you ask how does it feel to be edited, I will say it’s awful. It’s like being crucified and pierced with spears; however, should you survive the ordeal, you will be triumphantly resurrected and adulation shall come to thee from all quarters. Or so I like to imagine.

I also take heart from a friend’s sage observation. ‘You’ve done it before and you’ll do it again.’

*Dmetri Kakmi is a writer and editor. His fictionalised memoir Mother Land was shortlisted for the New South Wales Premier’s Literary Awards; and is published in Australia, England and Turkey. He edited the acclaimed children’s anthology When We Were Young. His ghost story ‘The Boy by the Gate’ was reprinted in The Year’s Best Australian Fantasy and Horror 2013. Haunting Matilda was shortlisted in the Aurealis Awards Best Fantasy Novella category in 2015. His essays and short stories appear in anthologies and journals. He lives in Melbourne.

**Taken from Lee Kofman’s webpage at http://www.leekofman.com.au/the-writing-life/dr-writer-mr-editor-guest-post-dmetri-kakmi/

In Journeys Begin Dreams: Antigone Kefala and Ania Walwicz

Antigone Kerala

Antigone Kerala

Ania Walwicz

Ania Walwicz

By Sneja Gunew*

In dreams begins the journey. . . (Kefala, 1973:5)

How easy is it, even now, to attach notions of the literary to ethnic minority writing? If not, then what are the implications for practitioners who wish to participate in selecting the words which, according to Barthes, consolidate social meaning? ‘Literature remains the currency in use in a society apprised, by the very form of words, of the meaning of what it consumes’ (Barthes, 1967:38). What kind of signification is ethnic minority writing permitted within Australia? Such writing is not usually received as ‘literature’ which, for the moment, can be described as a textuality which is visibly more worked over, and more conscious of textual conventions, than other forms of writing, and whose implicit opposite is the apparent ‘disorder’ of speech (ibid.:25). If we accept the suggestion that ethnic minority writing signifies only within the formations of sociology and history then, paradoxically, its value lies here with speech rather than writing. In other words, when made synonymous with migrant writing, it is the migrant’s speech (rather than writing) which is solicited, and the more disordered it is the more authentic it supposedly sounds. In those terms, ethnic minority writing is valued precisely in so far as it is inscribed with the marks of linguistic naivety and (even) incompetence: broken language is perceived as symptomatic of subjects not yet ‘assimilated’ (rendered the same) or ‘naturalised’.

In the little writing of this kind which receives limited exposure (whether autobiographical or autobiographically based), any obvious signs that the language has been crafted are read nonetheless as relatively unmediated confessions (see chapter 5). Complexities, if acknowledged, are thought of as provided by ‘life’, the complicated history of the migrant or marginalised subject–rather than by any consciously wrought textuality. To consider ethnic minority poetry, for instance, is under those circumstances therefore perverse. Poetry, the least transparently functional manifestation of linguistic self-consciousness, can be read only with difficulty for sociological or historical content. In Barthes’ terms, classical poetry is ‘a speech which is made more socially acceptable by virtue of the very conspicuousness of its conventions’ (ibid.:48). To write poetry means that one is staking a claim to the literary and hence to public cultural participation. On what grounds can this be legitimated, more particularly when the language used is patently either not English, or, if English, then filtered through other languages and literary traditions with their own codes, canons and conventions? Those ‘conspicuous conventions’ alluded to by Barthes are not simply acquired when setting foot on this continent, nor are they part of the naturalisation certificate. Rather, they belong to that cultural ghosting which floats above the home territory and signifies a mystery only gradually comprehended after many rites of passage. Poetry? From ethnic minorities? Classic realist narratives, perhaps, and reluctantly, but not poetry.

To some extent, as I have argued elsewhere (Gunew, 1985), the experience of migration, particularly when it involves negotiating another language, changes the conditions governing signification. In some ways, speaking psychoanalytically, it may be seen as analogous to re-entering the Lacanian symbolic (Wilden, 1968:xii), or (in classic Freudian terms) changing the secondary, censoring processes of the preconscious (Silverman, 1983). In either model we are dealing with a foundational process in the construction of human subjectivity, namely the conditions under which subjects both participate in and are produced by signification. To enter language is to become a social being rescued from the incoherence and anarchy of drives, ‘the mental representative of a somatic impulse’ (ibid.:67); but inevitably this is achieved at the cost of certain repressions, including degrees of alienation from the drive.

In the last few decades there have been considerable efforts to mark the discursive formation of Australian literature, in gendered and cultural terms, as predominantly Anglo-Celtic and male. Hence the work of those who consider the implications of treating Aboriginal writing as either true to oral traditions or colonised by white forms (Davis and Hodge, 1985; Benterrak, Muecke and Roe, 1984), and also of those who see women’s writing as throwing new light on, for example, foundation myths of mateship and the bush (Modjeska, 1981; Ferrier, 1985; Schaffer, 1988). The further complications offered by poetry written from non-Anglo-Celtic perspectives raise questions about the modernity of such writings that relate as much to form as content (Sollors, 1986). Those able to think from the beginning in more than one language find it impossible to consider language as a ‘natural’ and unproblematic expression of experience. And those who have experience of more than one culture may find it more difficult to regard one culture as universal. As David Malouf points out:

What we may have to be vigilant about is the groups in our society who feel that the culture belongs to them, who insist that their version of the culture is central or the only authentic one. Mostly the only cultural history we get of a society is the one that is passed down to us by those who have power, privilege and the use of language. (Malouf, 1985:61)

The reception of Walwicz and Kefala has been instructive in so far as it can be read symptomatically to gauge the ways in which ethnic minority writers are positioned in Australian culture. Let us consider Kefala first.

I am tired, living at home among strangers,

sitting at the same tables,

waiting for an acceptance that never comes,

an understanding that would not be born,

the measure in us already spent. (Kefala,1973:8)

Continue reading

Πρωτοεμφανιζόμενες ποιητικές φωνές με προοπτική

ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΓΚΟΛΙΤΣΗ*

H Δανάη Σιώζιου (1987), μεγαλωμένη στην Καρλσρούη της Γερμανίας και στην Καρδίτσα, με σπουδές αγγλικής φιλολογίας στην Αθήνα και μέλος της ομάδας του περιοδικού «Τεφλόν», εμφανίζει την πρώτη ποιητική της συλλογή Χρήσιμα παιδικά παιχνίδια και ήδη από τον τίτλο της μας ανοίγει σε μια ιδιότυπη προβληματική.

vivlio_2_11

ΔΑΝΑΗ ΣΙΩΖΙΟΥ
«Χρήσιμα παιδικά παιχνίδια»
Αντίποδες, 2016
Σελ. 80

Χαρακτηρίζοντας τα παιδικά παιχνίδια ως «χρήσιμα» συναντά την ουσία του παιχνιδιού, μες στο βάρος και στην ιερότητά του, κάτι που υποδηλώνει ότι το ίδιο το παιχνίδι αποτελεί τάξη, δημιουργεί τάξη στην αταξία, άρα ίσως και να παρέχει έναν τρόπο ψυχικού οφέλους, μια μορφή αυτογνωσίας.

Απέναντι σε έναν ατελή κόσμο λοιπόν, στη σύγχυση και στη ρευστότητα της ζωής η ποιήτρια αντιτάσσει το παιχνίδι, την προσωρινή και περιορισμένη αυτή μορφή τελειότητας, ακινητώντας την ύπαρξη, δηλ. κατορθώνοντας μια μορφή μη μεταβολής, συναντώντας τον Homo Ludens του Γ. Χουιζίνγκα (εκδ. Γνώση, 2010) και ξορκίζοντας το επικείμενο του αφανισμού μας.
Αν μάλιστα ο Μίλτος Σαχτούρης είναι ο «τρελός λαγός» της ποίησής μας (ο οποίος και εμφανίζεται στη συλλογή με το θηρίο του, «μη φεύγεις θηρίο, θηρίο με τα σιδερένια δόντια») η Σιώζιου είναι μια ακρωτηριασμένη ποιήτρια-παιδί, μια τεμαχισμένη κούκλα που τελετουργικά, μες στο ακίνητο και διασκορπισμένο των μελών της, οργανώνει τον κόσμο γύρω της ώστε να αποκαταστήσει «οριστικά» την τάξη στην αταξία, την ακινησία στην ένταση, τα παιδικά χρόνια στο τώρα που μας συμβαίνει.

Βλέπουμε στη συλλογή, που απαρτίζεται από τέσσερα μέρη: «Ζωολογικός κήπος», «Κρύπτη», «Εγκληματολογικό μουσείο», «Στο πάρκο», μια δομή που ακολουθεί τον Βάλτερ Μπένγιαμιν (Μονόδρομος, εκδ. Αγρα, 2006), τη γιαγιά να κεντά δαντέλα ολόλευκη για τον γάμο της ποιήτριας, μα πλησιάζοντας στο τέλος της να τη χαλά αθόρυβα, πάλι τη γιαγιά να φορά τα Σάββατα το νυφικό και να «στέκεται πλάι στην πόρτα περιμένοντας» τον νεκρό παππού, μια νιόπαντρη επίσης, την Αλεξάνδρα, να πέφτει από την ταράτσα και να γίνεται πουλί, τη μαμά που αντί για καρδιά «έχει έναν καταψύκτη που η κοιλιά του δεν γουργουρίζει ποτέ», τα τρία κορίτσια της γιαγιάς φορώντας την ποδιά του χασάπη με μαχαίρια ακονισμένα να ξεσκίζουν τους τρυφερούς λαιμούς των πασχαλιάτικων ζώων, ακέφαλα κοτόπουλα να χοροπηδούν στους κήπους κ.λπ.

Η ποιήτρια διατηρώντας την αυτοερωτική ωμότητα του παιδιού («επιθυμώ να νυμφευτώ την καρδιά μου») εμφανίζεται συνολικά συνεπαρμένη από τον ρυθμό της γέννησης και του αφανισμού (λέει χαρακτηριστικά για τον παππού: «ο πρώτος μου έρωτας και ο πρώτος μου θάνατος») και αναμετράται με την ανθρώπινη μοίρα προσκολλώμενη σε έναν παιδικό-ονειρικό κόσμο όπου μετασχηματίζει το ρίγος και τον «συγκλονισμό» από τη συνάντηση της συνείδησής της με τον κόσμο σε ποίημα-ανάμνηση.

Δεν προτάσσει μάλιστα το παίζειν, αλλά το ίδιο το παιχνίδι που γίνεται μέσο για να αναψηλαφήσει το αδιέξοδό της, την ασφυκτική μοναξιά της και τη διαρκή αίσθηση της εγκατάλειψης-ναυτίας που νιώθει. Το ποίημα ως παιχνίδι-ξόρκι τελικά ασκεί μια ευεργετική επίδραση, στον ψυχισμό της και στον αναγνώστη, αξιώνοντας μια μορφή ασφάλειας και νηνεμίας.

Τέλος, σκαλίζοντας τις πληγές της, φαίνεται να ανακουφίζεται προσωρινά τουλάχιστον, προκαλώντας μια μορφή πόνου που δείχνει να την απολαμβάνει, αποκαλύπτοντας πως μέσω του παιχνιδιού επαληθεύουμε την ετερότητά μας, θέτουμε όρια και κανόνες και ίσως μετασχηματίζουμε τον λίγο κόσμο – χώρο που μας αναλογεί.

————————————–
georgota_0

ΑΝΤΖΕΛΑ ΓΕΩΡΓΟΤΑ
Στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη
Ποίηση, Γαβριηλίδης, 2016, 
Σελ. 76

Στην ίδια γραμμή, πιο ώριμη όμως, ρυθμική και τραγική, η Αντζελα Γεωργοτά (Κέρκυρα, 1977) με σπουδές στη φιλοσοφική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης και δημιουργικής γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, ενώ ξεκινά από την Κατερίνα Γώγου και την Αν Σέξτον, συναντώντας τη μετωπική αμεσότητα της μιας και την εξομολογητικότητα της δεύτερης, στην πρώτη της συλλογή Στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη, μας ανοίγει σε έναν δικό της μορφικά και ατμοσφαιρικά κατακτημένο κόσμο.
Κινούμενη μακριά από έτοιμες φόρμες και στροφικά σχήματα, η ποίησή της −με ομοιοκαταληξίες και τονισμούς που ζευγαρώνουν σπειροειδώς σε φαινομενικά άτακτα σημεία του στίχου− βαδίζει έμμετρα σε μετα-σαχτουρικά μονοπάτια και ξέφωτα, πιστοποιώντας τη μέγιστη δυνατή μουσικότητα της ποίησης και τη χαρακτηριστική εξπρεσιονιστική της εικονοποιία, η οποία τελικά πυκνώνεται σ’ ένα ποίημα κάδρο.

Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: «Στεκόμουν μετέωρη/κάτω από τα πόδια/το σύμπαν έκαιγε […] Ασπρες κυρίες μου μιλούσαν/και ένας Ανδρας με σιδερένιο πρόσωπο/με χτύπαγε στην πλάτη,/καθώς οι λέξεις του με κάρφωναν στο πάτωμα» ή συντομότερα: «Θυμόμουν το κόκκινο και έσταζαν τα χέρια παπαρούνες» ή «τα όνειρα τρυπώνουν μες στο στήθος,/γίνονται γάλα,/παίρνουν μορφή».

Είναι φανερό πως η εικόνα-κάδρο είναι αυτή που οδηγεί το ποίημα, ενώ το «νόημα» σαφώς έπεται. Η εικαστική-σκηνοθετική μάλιστα οργάνωση-άρθρωση του ποιήματος, η οποία συχνά αποκαλύπτεται ως πηγαία, ξεκομμένη από το «νόημα», λες και κάνει σημειωτόν στο ίδιο σημείο διανοίγοντας έναν μεταιχμιακό τόπο ή ενεργοποιώντας μια καταβύθιση.

Η ποιήτρια, προτάσσοντας έντονα το υποκείμενο, τον φορέα του προσωπικού θα λέγαμε βιώματος, σκηνοθετεί ή προσπαθεί να αδράξει ένα μεταίσθημα, κινούμενη ταυτόχρονα προς τον τόπο του απολόγου, με την έννοια του τελικού λόγου-απολογισμού, όπου και προσπαθεί να καταλήξει σε οριστικά σχετικά συμπεράσματα και σε ποιητικές μεταγραφές που αποτυπώνουν τη στιγμιαία αίσθηση-συναίσθημα.

Η νόηση εκ των υστέρων φιλτράρει και «λογοκρίνει» το βίωμα οδηγώντας το συχνά σε προειλημμένες θεωρήσεις και στάσεις.

Η ρυθμική και η φραστική λιτότητα της ποίησής της, ο χειρισμός του ρυθμού έως την τελευταία σελίδα της συλλογής με ωριμότητα, οι σαφώς προσεγμένες αλλαγές στίχων και στροφών, η λιτότητα και η πυκνότητα των ποιημάτων, η αξίωση μιας κάποιας αρχιτεκτονικότητας στο σύνολο, αλλά και ο παιγνιώδης διάλογος μεταξύ ρυθμού και περιεχομένου, όχι απλά αφήνουν μια αίσθηση πως ο αναγνώστης κοινώνησε-συμμετείχε σε ποίηση, αλλά επίσης καλούν και προς μια επαναφορά και μια μελλοντική επανατοποθέτηση απέναντι στο ποίημα το οποίο και αναμένει μες στην ερμητικότητα την επανεκτέλεσή του.

*Από την Εφημερίδα των Συντακτών http://www.efsyn.gr/arthro/protoemfanizomenes-poiitikes-fones-me-prooptiki

Ο ποιητής Θάνος Ανεστόπουλος

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Πριν από λίγες μέρες, μας ήρθε η είδηση του θανάτου του Θάνου Ανεστόπουλου. Αφήσαμε να περάσει λίγο ο θόρυβος της είδησης, «να κατακάτσει ο κουρνιαχτός», όπως λέει εύστοχα ένα δημοτικό τραγούδι, έτσι ώστε να μπορέσουμε με ησυχία και τον απαιτούμενο σεβασμό να αγγίξουμε το έργο του.

Το έργο του Ανεστόπουλου είναι πολυσχιδές, όμως, εδώ δεν θα ασχοληθούμε με τα σκίτσα του, ούτε με τους ποιητές, που μελοποίησε μαζί με τα υπόλοιπα μέλη των Διάφανων Κρίνων, αλλά με την ποίησή του. Γιατί ο Θάνος Ανεστόπουλος ήταν πάνω από όλα ποιητής.

Θα μπορούσε να πει κανείς, πως χαρακτηρίζουμε εύκολα ποιητή κάποιον, που εξέδωσε μόλις μία ποιητική συλλογή, μόλις το 2015 όταν ήταν 48 ετών, όμως, τότε θα έπρεπε να ξεχάσουμε τον Καβάφη, που δεν εξέδωσε ποτέ ποιητική συλλογή όσο ζούσε και αν δεν θέλουμε να πάμε τόσο πίσω, έχουμε το παράδειγμα του Νίκου Γκάτσου, που σε όλη του τη ζωή εξέδωσε μόλις μία ποιητική συλλογή. Βέβαια, ο Νίκος Γκάτσος είχε την τύχη να μελοποιήσουν στίχους του συνθέτες-ογκόλιθοι, όπως ο Χατζηδάκις, ο Θεοδωράκης και ο Ξαρχάκος. Ο Θάνος Ανεστόπουλος έγραφε στίχους, που τους μελοποιούσε και τους ερμήνευε ο ίδιος. Πολλά, λοιπόν, από τα τραγούδια της δισκογραφίας των Διάφανων Κρίνων είναι ποιήματα του Θάνου Ανεστόπουλου γι’ αυτό δεν θα σταθούμε στη μία και μόνη ποιητική συλλογή, που εξέδωσε, αλλά σε ορισμένα ποιήματα, που βρίσκονται αναρτημένα στο διαδίκτυο.

Το πρώτο, που παρατηρούμε, όταν ερχόμαστε σε επαφή με την ποίηση του Θάνου Ανεστόπουλου είναι ότι ο ποιητής ήταν γλωσσοπλάστης. Έφτιαχνε δικές του λέξεις, που φαντάζουν πιο ποιητικές και δίνουν μια άλλη χροιά στην ποίησή του. Για παράδειγμα, η λέξη «αΰπνωτος», που είναι πολύ πιο εύηχη από τη λέξη άυπνος. Επίσης, η λέξη «ηλιοκράτορας» παραπέμπει στη λέξη ηλιάτορας του Οδυσσέα Ελύτη.

Η ποίηση του Θάνου Ανεστόπουλου είναι ορμητική σαν χείμαρρος. Η πλούσια φαντασία του και η ευχέρεια του λόγου του και το πλούσιο και δημιουργικό λεξιλόγιό του φαίνονται κυρίως στα ποιήματα: «Αΰπνωτος», «Βλέφαρα του Φλεβάρη», «ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΠΑΝΘΕΟΝ ΣΤΙΓΜΩΝ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΩΝ», «Ο Ρόντια στον πάγο» κ.α.

Όμως, οι καλύτερες στιγμές του Θάνου Ανεστόπουλου είναι στα κοινωνικά του ποιήματα(*). Εκεί, ο στίχος του γίνεται ασυμβίβαστος και αναρχικός. Εκεί, ο ποιητής οικτίρει τον άνθρωπο, που είναι κλεισμένος στον εαυτό του και δεν τον φτάνουν οι φωνές των κολασμένων της γης. Τον άνθρωπο, που έχει κλειστεί στον δικό του γυάλινο πύργο και φοβάται να βγει παραέξω. Ο άνθρωπος αυτός καταλήγει: «Να φθείρεται ακίνδυνα…. Χωρίς ποτέ ο ίδιος να υπήρξε. / Πεθαίνοντας χωρίς να έχει γεννηθεί.» Στο αφηγηματικό ποίημα «Οι κρεμάστρες» θα συναντήσουμε έναν μετανάστη ρακοσυλλέκτη, που δέχεται ρατσιστική επίθεση από έναν φασίστα μικροαστό.

Στα ποιήματα, που αναλύσαμε πιο πάνω ο Θάνος Ανεστόπουλος περιγράφει με αδρές πινελιές τις κοινωνικές αδικίες, όμως, σε άλλα ποιήματα δεν περιγράφει απλά, αλλά προτρέπει. «Ανοίξτε όλες τις φυλακές», γράφει στο ποίημα «Παράθυρα», για να καταλήξει: «Ανοίξτε τα λαμπερά μάτια των παιδιών / και κλείστε την τηλεόραση.» Σε άλλο ποίημα θα δείξει ότι η ελπίδα μένει ακέραια, όσες προδοσίες κι αν γίνουν χρησιμοποιώντας τον εύστοχο τίτλο: «Κάποτε τα δεσμά θα σπάσουνε», ενώ στο ποίημα «το αναντικατάστατο οστεοφυλάκιο» θα γράψει: «Είναι όλα έτοιμα. Οι καιροί αλλάζουν!»

Με αυτή, λοιπόν, τη σύντομη ανάλυση αποχαιρετάμε τον ποιητή Θάνο Ανεστόπουλο και κρατάμε ως παρακαταθήκη τους στίχους του, όπως και τους τελευταίους στίχους του ποιήματος «Σκάψιμο», που θα μπορούσε να είναι η ποιητική διαθήκη του: «Εγώ ο άγνωστο που υπήρξα / δεν είμαι πια εδώ. ……. ΚΟΙΜΗΣΟΥ ΚΙ ΕΓΩ ΘΑ ΚΟΙΜΗΘΩ…/ όταν πεθάνω.»

(*) Τα κοινωνικά ποιήματα του Θάνου Ανεστόπουλου βρίσκονται αναρτημένα στο διαδίκτυο σε αφιέρωμα, που έγινε στο blog: «ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ» και μπορείτε να τα διαβάσετε ακολουθώντας τον σύνδεσμο: http://poihtikostayrodromi.blogspot.gr/2016/09/blog-post.html