Σπύρος Μεϊμάρης, Ύστερα από τόσα χρόνια

images-1

Ύστερα από τόσα χρόνια,
η ίδια θάλασσα,
η ίδια ατμόσφαιρα.
Και ο παρατηρητής τραυματίας,
αλλά με την ψυχή ανοιχτή,
το βλέμμα καρφωμένο στον ορίζοντα,
στο ροζ δείλι.
Και μια κοπέλα καθισμένη σταυροπόδι,
γόνατο τρυφερό, πόδι απαλό που καταλήγει
σε πολύχρωμο αθλητικό παπούτσι.
Όλα αυτά μες τη δροσερή βραδιά που πέφτει
αργά στους ώμους μας, ενώ ευγνωμονούμε.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα 2009-2013”.

Γιώργος Αναγνώστου, Διαδρομές σε αναζήτηση ονόματος

10169425_816277505068551_1576153002_n

Είμαι Πλακιώτης Μανχατανάς
Νικόλαος Κάλας                                                  

Στα Δίχτυα της Αράχνης Μπάροουζ Ο Ταξιτζής Γκάλης Το Βαρύ Πεπόνι NBA Άγνωστος Πόλεμος
Ο Ανθρωπος Δίχως Πρόσωπο Κουμανταρέας Λάσυ ΜακΚάλερς Άγγελοι του Τσάρλι Χαβάι 5-0 Ο
Νονός Φόκνερ Σαββόπουλος Μπόρχες Νέο Κύμα Καστρινάκης Μάτζικ Δούκα Τζόρνταν Κράμερ
Εναντίον Κράμερ Καζαντζίδης σκυλάδικα adidas Σαμπάτο σακάκι επαρχιώτικο Ο Θίασος Ντίλαν
γκάιντα Ευδοκία συγγενείς στη Γερμανία Η Θεία μου η Χίπισσα Αναγνωστάκης Μπαέζ Κότζακ
φροντιστήριο αγγλικών Ο Πρωτάρης Πασχάλης Αντονιόνι μπλου τζιν
πριν τα σόρι και τα οκέι
με ολ σταρ και μεις στο play
του πάνω κάτω Κυριακάτικης βόλτας
όπου κανείς 
μα κανένας
οι βαφτισμένοι στον καθ’ ημάς κανόνα
δεν μνημονεύσαμε την θελκτική μαντόνα  
με liqueur ποτέ
μα ποτέ
όπως της έπρεπε
«Ελληνοαμερικανοί plus»
το όνομα αυτής της. . . λεωφόρας.

*Από τη συλλογή “Διασπορικές διαδρομές”, εκδόσεις Απόπειρα, 2012.

Ιβάν Γκολ, Το χέρι της καστανιάς

assets_LARGE_t_420_36213545

Της καστανιάς το χέρι κρατάει το δικό μου τρομαγμένο χέρι
Ένα χέρι με οχτώ δάκτυλα γεμάτο πράσινους ρόζους
Κι ανοιχτό για κάθε φόβο πουλιού
Μόλις πριν εφτά μέρες έχει πλαστεί
Και το δικό μου πενηντάχρονο χέρι λευκό και τρυφερό
Ναι ένα χέρι από σάρκα που δολοφόνησε και έπνιξε πολύ
Χαμόγελο που φύτρωσες ή τριανταφυλλιές
Τι γύρευε έτσι ξαφνικά από σας αυτό το χέρι-κριτής;
Και το ανθρώπινο χέρι μου εμβρόνητο
Συντρίβονταν από εμέ τον ίδιο

*Μετάφραση: Δημήτρης Παπαδίτσας. Από τη συλλογή “Ονειροχλόη”, Εκδόσεις στιγμή, 2012 (σελ. 19).

Δημήτρης Δούκαρης, Η τροπική βροχή

fall-colors-through-the-rain-by-sandy-woosley

Εδώ που άρχισε η τροπική βροχή
και το χώμα σπαράζει, αμίλητο
το τζάμι ραγίζει,
το κλαδί το ανθισμένο
πέφτει στα γόνατα, όχι, δεν έφταιξε,
όχι δεν έφταιξε.

Εδώ που άρχισε η τροπική βροχή,
πώς να σταθώ ανυπεράσπιστος
μέσα στο απειλητικό νερό, που δε γνωρίζει,
ούτε πώς άρχισα επάνω στο βορρά,
ούτε πώς κύλησα μές στη περιοχή του,
όχι, δεν έφταιξε, όχι δεν έφταιξε

Εδώ που άρχισε η τροπική βροχή
και ο χαλασμός καλπάζει, μέσα στο δάσος,
ο χαλασμός πλησιάζει, το νερό πλησιάζει,
δε βρίσκω διέξοδο επάνω στο βουνό –
πώς να σταθώ αθώος κι έρημος,
επάνω στο βουνό.

*Από την ενότητα “Εντυπώσεις” που περιλαμβάνεται στη συλλογή “Ποιήματα της καλής ελπίδος”, Αθήνα 1963.

Χάρης Μελιτάς, Υποκριτική

dtgwfwepnz504352fa09e27

Υποστήριξη.
Υποτροφία.
Υποδιεύθυνση.

Υπομνήσεις.
Υποδείξεις.
Υποβολέας.

Υποτίμηση.
Υποκατάσταση.
Υπονόμευση.

Υπομονή.
Υπολογισμοί.
Υπογλώσσια

Υποστροφή.
Υποτέλεια.
Υπόκλιση.

*Από τη συλλογή “Παράσταση ήττας”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2012.

Ρωξάνη Νικολάου, Η μουσική ανάβει σκοτεινά δέντρα

artistic-surreal-photomanipulation-by-sarolta-ban-01

Η μουσική ανάβει σκοτεινά δέντρα σε ξένες χώρες
σπαρμένα μεγαλωμένα
κι αφημένα στον ίσκιο τους.

Μ’ ένα καυτό σπαθί μέσα από φωτιά που καίει αγνοημένη στα απομεινάρια
κάποιου πολέμου κόβω τα σκοινιά του χαμηλοτάβανου ουρανού. Απομακρύνεται
σαν αερόστατο. Τα λόγια τρέχουν ξωπίσω του.

Στις πόλεις που έζησα δόθηκα
χωρίς ψιμύθια. Φιλούσα
κι έτρωγα το χιόνι τους
ακόμα κι όταν μαύριζε
από τις σειρές των ανθρώπων
που γύρευαν
το ένα φουντούκι ζωής.

Μ’ ακολουθούσαν το ζεστό σχήμα
ενός δέντρου
και τα ματογυάλια της γιαγιάς.
Εξέπεμπαν κοφτερό φως
όταν το σύμπαν ερήμωνε.

s

Στην ίδια θέση βρίσκομαι
συλλέγω αντικατοπτρισμούς
από το λειμώνα των νεκρών
κι από τη ζώσα γη.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο της ποιήτριας στη διεύθυνση http://hliodendron.blogspot.com

Φρεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Σονέτο του Γλυκού Παραπόνου

Φωτογραφία: Imogen Cunningham

Φωτογραφία: Imogen Cunningham

Πονώ που είμαι σε

Τούτη την όχθη κορμός

Δίχως κλαδιά

Μα πιότερο λυπάμαι

Που δεν έχω τον ανθό..πόλφο..

Ή πηλό για το σκουλήκι

Του μαρτυρίου μου..
.
Αν είσαι εσύ ο κρυμμένος

Θησαυρός 

Αν είσαι εσύ ο σταυρός

Και ο υγρός μου πόνος

Αν είμαι το σκυλί της αρχοντιάς σου

Μη με αφήνεις να χάσω 

Ό,τι έχω κερδίσει

Και στόλισε τα Νερά
Του ποταμού μου

Με φύλλα απο το

Φρεσκοκρουσμένο μου Φθινόπωρο.

Έκτωρ Κακναβάτος, Σχέδιο για άλλοθι

Natalia Sergeevna Goncharova, Cats (1913)

Natalia Sergeevna Goncharova, Cats (1913)

Το σκυλί μου κόπια του όγδοου αιώνα
κομμένο στα τέσσερα
μ’ άλλους σακατεμένους κώδικες
λέω να το πουλήσω για πατατόσπορο

έχω παιδιά να θρέψω
θέλει πισσόχαρτο η στέγη μου
θέλει καλαμπόκι το κοτέτσι
θέλουν τα ποντίκια μου τυρί
την Πτολεμαία Κλεοπάτρα θέλω στο στρώμα μου
και βρέχει

Άννα Νικολαΐδου, Αχτίδα, πάει να πει ελπίδα

tumblr_n5kfjgxakj1r1p5gvo1_500

Ψίθυροι
“Τι ζητώ εδώ; Με τόση αγωνία, τί , στο καλό , ψάχνω;
Προς τα πού πηγαίνω; Γαμώτο μου, άλλη μια φορά”
Όλα θολά
Όλα δειλά
Ζωές κρυμμένες πίσω από επίμονα δάχτυλα
Τσαλακωμένα με μανία όνειρα
κείτονται στον κάδο σκουπιδιών μου
Απεγνωσμένες σιωπές…
Το κλείσιμο του διακόπτη στο δωμάτιο
για να μείνεις μόνος στο σκοτάδι
γιατί ίσως έτσι να ναι καλύτερα
λυτρωτική ελευθερία, να μη βλέπεις τίποτα, να μη θυμάσαι
– Πάντα θα βρίσκω καταφύγιο στο σκοτάδι –
Χαμένες μελωδίες στο αχανές μυαλό μου
Όλα θολά
Όλα δειλά
Το ρολόι, κολλημένο στον τοίχο, ο χειρότερος εχθρός μου
Το σκυλί που γεύεται τις πρώτες σταγόνες καλοκαιρινού ήλιου
ο καλύτερος μου φίλος.
Είμαι το παιδί που ακούει μουσική απ’το χτύπημα των χεριών του
στα κάγκελα του σχολείου
είμαι το παιδί που ανοίγει την κουρτίνα στην τάξη, να αφήσω τον ήλιο να δώσει
λίγο απ’το φως του στη σκέψη μας.
Το αεράκι μπερδεύει τις σελίδες του βιβλίου μου, τις σκέψεις μου
οι πολυκατοικίες μου κρύβουν το ηλιοβασίλεμα.
Ψάχνοντας διαρκώς μια αχτίδα
είμαι εγώ και τίποτα άλλο,
ξερό και διάφανο: εγώ
εγώ που τα βλέπω όλα θολά, όλα δειλά
εγώ που ξέρω…
ότι η μέρα που θα δούμε το ηλιοβασίλεμα δεν αργεί
και θα μαστε εσύ και ‘γω, που θα το δούμε πρώτοι.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο wirdicious στη διεύθυνση http://wirdicious.wordpress.com

Τζόρντι Ντόθε, Τότε

staf1[1]

Όταν ο κόσμος μετατράπηκε στον κόσμο
το φως έλαμπε σαν από συνήθεια
πάνω από ένα ρολόι αδιάφορο,
ο αέρας ήταν γεμάτος ξεκινήματα
και χίλιες φορές σε χίλιες διαφορετικές οδούς
κάποιος παραπατούσε σε μια πέτρα
κι αυτή η πέτρα του άνοιγε τα μάτια˙
ήταν η ευκαιρία που όλοι περιμέναμε
για να πάρουμε τις ίδιες αποφάσεις,
να φιλήσουμε εκ νέου το ίδιο έδαφος,
να πούμε τα αντίο της ημέρας πριν του χθες˙
και το πρόσωπο αγαπημένο και συνηθισμένο
που προσποιούταν ν’ ακούει
ή προσέφερε ένα χέρι αφηρημένο
διαχωρίστηκε ξανά πολύ νωρίς.
Πίσω από τα παράθυρα το ημίφως μεγάλωνε,
ένας γλάρος τα σκουπίδια σκάλιζε
και τα παιδιά έπαιζαν σχεδόν στα τυφλά
αδιαφορώντας για τις κραυγές των μητέρων τους.
Ήταν μια οποιαδήποτε μέρα κάτω από τον ουρανό,
με το θόρυβο του βάθους της στις φλέβες μας
και την αιθάλη της νύχτας να εξαλείφει εγγύτητες.
Όποιος φύλαξε ένα νόμισμα στην τσέπη του,
δεν έγινε πιο πλούσιος το πρωί.
Τίποτε δεν συνέβη που να μπορεί να ενθυμηθεί κανείς,
κανένας από εμάς δεν συνειδητοποίησε
πότε ο κόσμος μετατράπηκε στον κόσμο.

(2009)

*Από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισοανικής Ποίησης από τις Εκδόσεις Βακχικόν, σε μετάραση και επιμέλεια Άτης Σολέρτη. Ο ποιητής διατηρεί το ιστολόγιο http://jordidoce.blogspot.com/