Χλιαρές αισθήσεις
φυγόδικες των προσδοκιών της κανονικότητας,
άνανδρα συναινεί η επιβολή της
σε ευοδιάζουσες μυσταγωγικές τελετές.
Διχοτομώντας κάθε απεγνωσμένο ταίριασμα,
αποπροσανατολίζοντας τους ιερείς της αρμονίας.
Χαοτικέ Στρόβιλε ,
οι αναλώσιμοι σε χαιρετούν.
—-
Δεν είναι τεμπέλικη η ρίζα
και ήρεμα χλευάζει την ειμαρμένη.
Καθώς η παραγωγή της ρυτίνης
στους κορμούς των υποχρεώσεων ,
πηγάζει απο την φύση
και καίει αντιδραστικά .
κάθε κύτταρο για τον σκοπό της δίνης.
*Τα ποιήματα αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του Τάσου Πολίτη Libertad Poema στη διεύθυνση http://libpoema.espivblogs.net
οι ψήφοι δεν μιλούν
οι άνθρωποι όμως…!
Δυστυχώς κι οι άνθρωποι
τελευταία δεν μιλούν.
Κι οι ψήφοι τι κάνουν!…
δεν μπορούν να τους επηρεάσουν.
Μα βέβαια…
οι ψήφοι έκαναν ό,τι μπορούσαν
μην ξεχνάς
κάποτε…
οι άνθρωποι μιλούσαν.
*Δημοσιεύτηκε στο τεύχος Ιούλη 1985 της εφημερίδας “Δοκιμή” (σελ. 15).
Μ’ ένα προμήνυμα σεισμού στην όψη και στα δάχτυλα
πόσο άξαφνα χαθήκαμε μες στις γιορτές των λουλουδιών…
δεν μπορώ να υποφέρω τις γιορτές, που πνίγουν την ανάσα
δε θέλω αυτή τη βλάστηση, που τα βλαστάρια της
πνίγουνε το ένα τ’ άλλο,
δε θέλω αυτή τη βλάστηση,
τόσο πυκνή – και δεν μπορώ να βρω τα μάτια σου,
τόσο πυκνή – και δεν μπορώ να βρω τα χέρια σου.
Όλη η ζωή μας ρουφηγμένη απ’ τις δειλές ύπουλες ρίζες
για να παχαίνουν οι ατσαλένιες φυλλωσιές,
για να θροούν τα κύμβαλα στην άδεια οικουμένη.
Δεν τις αντέχω τις γιορτές που πνίγουν τις ανάσες,
γιορτές, και γύρω φυλακές,
χαμόγελα, που οι φυλακές βαθαίνουν πίσω τους…
Μ’ ένα προμήνυμα σεισμού στην όψη και στα δάχτυλα, ελάτε,
πάμε να λύσουμε τις αποστασίες των εξοχών,
πάμε να λύσουμε πολιορκίες ομίχλης!
Θα ελευθερώσουμε ανάσες λουλουδιών,
θα παραβγούμε τα όνειρα/ θα ζαλίσουμε ιλίγγους!
Γιατί δεν είναι άνοιξη η άνοιξη, που εξορίζει τα λουλούδια της,
δεν είναι μάνα η μάνα, που προγράφει τα παιδιά της,
δεν είναι θάλασσα η θάλασσα, που αρνιέται και δολοφονεί
τις ανταρσίες των κυμάτων της,
γιατί δεν είναι ζωή η ζωή, που μας χωρίζει και μας λέει
άλλους παιδιά κι άλλους αποπαίδια της.
Τώρα μετράει τό βιός του
πόσα χαράματα πόσες αφιλόξενες νύχτες πόση ξενιτιά
και πόση αντίδωρη αγάπη
χάθηκε στη ζωή του.
1. Δήθεν αιωνιότητα
Μοναδική του ηδονή το σήμερα•
με το φως του ήλιου και θάλασσα βαθιά γαλάζια
χελιδόνια που δίνουν την τροφή στον αέρα
τιτιβίζοντας ευχαριστημένα σήμερα•
με το νέο δάσος και το χορτάρι και τα ζωντανά
μέρα νύχτα και με φεγγερή σελήνη πολεμούν
οι αλλόφρονες ενάντιοι στους άλλους πλανήτες
για το χρήμα το ματαιόδοξο το θανατηφόρο σήμερα•
εφτά του Αυγούστου ημέρα Τρίτη, στον τροχό του Χρόνου
το έτος 2007 μετά Χριστόν — κι εσύ μόριο φευγαλέας
σκόνης• ένα τίποτε.
2. Ενδοχώρα
Γκρίζο πρωινό σκελετωμένα δέντρα ορίζοντες τυφλοί•
για ‘κει που πας κανείς δεν σε προσμένει• φώτα χλωμά
ο πεινασμένος κι άλαλος κοκκινολαίμης μόνο
βουβός ο δρόμος κρύο πολύ
πάχνη στο αναποδογυρισμένο χώμα•
–άξιος είμαι πάρε με!
3. Σήματα
V
Πεινασμένος ο λόγος που καρτερεί σιωπηλά
λέξεις που σημαίνουν λέξεις που δεν σπιθοβολούν
λέξεις που εγείρονται να μιλήσουν πάλι βιαστικά
μην τάχα δεν προλάβουν…
*Από τη βραβευθείσα ποιητική συλλογή «Τα λύτρα»εκδ. Γαβριηλίδης, 2012
ΚΑΠΟΤΕ, ΕΝΑΣ ΣΦΥΡΟΒΟΛΟΣ, που δεν πρόλαβε τη σφύρα από το χέρι του ν’ αφήσει, εξακοντίστηκε μαζί της στο διάστημα. Τις ξάστερες θερινές νύχτες, μπορεί κανείς να διακρίνει τον αστερισμό αυτό να περιστρέφεται ακόμα στο κενό, παρασυρμένος από μιαν αέναη, άνευ προηγουμένου, δύναμη φυγόκεντρο.
Πρέπει, βεβαίως, να ειπωθεί ότι επρόκειτο περί εξαίρετου σφυροβόλου.
3.
ΜΟΝΟ Η ΣΙΩΠΗ, η απόλυτη σιωπή προσφέρεται για τη χαμηλόφωνη συνομιλία των πραγμάτων που, κάτω από άλλες, ηχηρές συνθήκες, ούτ’ ένα νεύμα δεν μπορούν να ανταλλάξουν, γιατ’ είν’ ευαίσθητα τα πράγματα στον ήχο και δεν αποκαλύπτουν την ψυχή τους εν μέσω οιουδήποτε θορύβου.
Σφαλνά τις πόρτες, τα παράθυρα, τα μάτια, εξώνει από το χώρο ήχο και φως. Ακίνητος, σε μια γωνιά, και σιωπηλός, γίνεται κοινωνός των μυστικών τους, γίνεται κι αυτός πράγμα δικό τους. Καλόγερος με λίγα ρούχα κρεμασμένα πάνω του.
4.
ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ να εντοπίσει τα ίχνη του πουλιού στον ουρανό, τα ίχνη του ψαριού μες στο νερό; Αυτός ωστόσο τα γυρεύει κι επιμένει πως μπορεί να τα εντοπίσει. Πιστεύει επίσης πως μπορεί να ανιχνεύσει το Θεό επάνω στην ψυχή του. Αφήνει, λέει, αποτυπώματα βαθιά, όπως αυτά του κυνηγού πάνω στο χιόνι, βαθιά αλλά πρόσκαιρα, καθότι, όπως το χιόνι, έτσι κι ψυχή γρήγορα λιώνει.
5.
ΗΛΙΟΓΔΑΡΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΑΣΤΡΟΠΛΗΚΤΟΣ, στην αγκαλιά μιας φύσης τόσο υπέρμετρα φιλόξενης που δεν τον ξεχωρίζει από τα δέντρα της, νιώθει τις ρίζες του να εισχωρούν, σιγά σιγά, μέσα στη γη κι ακούει τα φύλλα της καρδιάς του να θροΐζουν ένα ποίημα ανεπαίσθητο.
Δεν πίνω νερό
το φυλάω για σένα
στον λαιμό σαν το ματόκλαδο που ράγισε
το στοίχημα και η ρωγμή ρούφηξε τον κλέφτη
Δεν πίνω νερό
το έχω δέσει στο ψαροκόκαλο
αντιστέκεται
απέκτησα τικ
δεν πίνω
το κρατάω για σένα
ω, μνήμη
Με τραβάνε
Ανοίγουν την διαθήκη μου
Ε, μην πουν πως στα ψέμματα ξέμεινα παιδί
και δεν είχα ούτε μια ρίζα να ποτίσω.
Είχα.
Άξενος
στην πλάτη του ξενοφώντα
φύτρωσα την ιαχή
θάλαττα θάλαττα
Και εσύ την σκέπασες
ω, σκρόφα
*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης πάρθηκαν από τη σελίδα της Πελαγίας Φιτοπούλου στο facebook.
Όλοι μου οι φίλοι πολιτευτήκανε
γίνανε υποψήφιοι και χαθήκανε
πιάσανε πόστα τηλεοπτικά
κάνουν ομιλίες, δίνουν και λεφτά
κι όλα τα κορίτσια που ‘χα γκόμενες
τώρα κάνουν σχέση με τους βουλευτές
πίνουνε ουϊσκάκι, ζητάνε διορισμό
κι αφήνουνε εμένα να πάω να πνιγώ
τώρα σαν τους βλέπω δεν τους χαιρετώ
ούτε και γουστάρω εγώ να διοριστώ
κι άμα μου τη δίνει κάτι τέτοια δειλινά
παίρνω τ’ άλογό μου και φεύγω στα βουνά.
Πάμε Ντόλη!
Ειρηναίος Μαράκης, Χανιά Κρήτης
*Διασκευή του τραγουδιού του Λουκιανού Κηλαηδόνη ¨Είμαι ένας φτωχός και μόνος καουμπόυ” από τον ομώνυμο δίσκο του 1978.
Αφιερωμένα στην Ασημίνα Ξηρογιάννη για το ποίημά της “Πυροβολήστε τα όνειρα”
ΠΛΗΓΩΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ
Απόψε, επισκέφτηκα ξανά
τα πληγωμένα μου όνειρα.
Έπλυνα με νερό
κι έδεσα τις πληγές τους.
Καμιά φορά
θέλουν φροντίδα και τα όνειρα.
Ποιος ξέρει;
Αν τα επισκέπτομαι συχνά
ίσως και γειάνουν.
ΠΥΡΟΒΟΛΩΝΤΑΣ
Τράβηξε το πιστόλι του
κι άρχισε να πυροβολεί.
Σκότωσε αρκετούς.
Μα, όταν πυροβόλησε το όνειρο,
η σφαίρα εξοστρακίστηκε
και μπήκε στην καρδιά του.
Κόβω με ένα ψαλίδι την παιδική μου ηλικία,
δύο μαυρόασπρα κοριτσάκια
που επιπλέουν θολά
θρυμματίζονται στο πάτωμα.
Είχα ποτέ δίδυμη αδελφή
ή ήμουν αυτή που δεν γεννήθηκε ποτέ;
Μία φωτογραφία σπαρταράει
ασημένια και στιλπνή μέσα στην γυάλα της.
Είναι παράξενο πως κάθε φορά
τα λέπια που αφαιρώ
τα εντόσθια τις μνήμες τα πτερύγια
όταν βάζω στο φούρνο το κεφάλι
και μετά κόβω προσεκτικά φέτες τις φλέβες
θυμάμαι πιο βαθιά.
Κόβω με ένα ψαλίδι το μαλακό κουνουπίδι του εγκεφάλου
αυτό που γεμίζει συνέχεια θάλασσα
Μη έλεγε η μαμά
Μη βάζεις το χέρι κάτω από το λευκό φουστάνι
το κλειδί γυρνάει μία πόρτα
ένα σπίτι περιστρέφεται
κράτα στο χέρι τα κόκκινα παπούτσια.
Η μαμά και ο μπαμπάς χαμογελούν
ο αδελφός από πίσω μου σφίγγει το χέρι
εσύ με προδίδεις ξανά και ξανά
κι εγώ σε ένα δωμάτιο με εγκαταλείπω πάλι.
Κόβω με ένα ψαλίδι αυτό το ποίημα.
Κορμί είναι μπορεί δικό σου,
μπορεί κάποιου ξένου
από αυτούς που κοιμάσαι και χάνονται.
*Από τη συλλογή “Κλινικά απών”, εκδόσεις Γαβριηλίδη 2014.
Οι μυστικές μας ώρες
Μέσα στις άλλες ώρες
Όταν φοράμε αστραφτερά χαμόγελα
Δόντια μακριά
Ή δάκρυα μαύρα ζωγραφισμένα
Κι οι αστυνόμοι της ψυχής
Εξαπολύουν πίσω μας εκπαιδευμένους σκύλους
Οι μυστικές μας ώρες είναι ένα μυστικό
Οι μυστικές μας ώρες
Όταν από τα πριν ένα αγγελούδι
Χαρίζει στα μαλλιά σου ένα βαθύ ποτάμι
Κι εγώ καλώ ανάσκελα τ’ αστέρια
Ένα προς ένα έμβρυα να κομματιάσουν την κοιλιά μου
Μα όχι όχι όχι
Οι μυστικές μας ώρες είναι ένα μυστικό!
*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 19, σελ. 34.