Nanja Noterdaeme, Change (10 small Spring poems)

Great-Autumn-Forest-Road


I

I don’t do things
I don’t copy the poems
I watch the butterflies
The butterflies pass
The man comes by
Gives me water
The weather goes by
Gives me flowers
The sun also walks by
With the time in its pocket
And gives me a light.

II

I watch a friend pass
She’s young and
walks like an old lady
Small steps
each step a rest
Da capo a little she bends
in black
A dressed
In black bent old
friend passes
bent and black in lent.

III

I wear my glasses
that everywhere I forget
I cannot read the pages well
The pages in a rush
run to the other side of the street
where you are not,
Any more
But the pages want to greet you,
Laugh about it all
It’s such a mess.

IV

Put together the pieces
The pieces and more
pieces of shriveled
designs, crooked papers,
Paper words
Lit a fire with the
deeds of evanescence
that still fuel
ashes of burned desires,
smoke of unborn ghosts.

V

There’s a tiny baby
A mini meteorite in my
coffee cup,
laying and waiting
to be born.
Could it be the corpse
of a Syrian child
wrapped in a white sheet
Could it be that
forever we mourn
what is yet unborn
and that the death
of the already dead
stops giving us any pain?
Could it be that
wrapped in white babies do not outlive
a butterfly, could it ?

VI

Down with the bike
to the rails
Swinging into a curve
Old kid, age fifteen,
long sleeves float from
your flabby jumper
winter after summer
withered basket shoes
searching for a kick
a twist of meaning
on the railway tracks
spring popping up.

VII

The drunken wasp flew turning on its own
drowned into the water,
scratching a spoon.
A voice gave an order
and some saw a little man bloom:
“The heavy part is mine!
I want the role of the executer”!
He dressed in black,
put a belt to his waist
The arrogant play started
A one man’s show joined by
drunken wasps in a one wasp’s show.
They put a gun into their belt,
and power is the drunken thing they felt,
and we the buzzing sound.

VIII

And than it stopped
A few drops left
Leftovers of
Grief some rain

Someone was listening
On the roof
It started again

Hesitating solitude
Not knowing what to do
With a powerful horizon
Too vast all of a sudden
Too fast.
Rain, no rain
Rains raining all over again

At loss with history
Tears converted into centuries

IX

Winter bones
crawl in a wooden soul
March fuels the bonfire
of late awakening and again
the rain carries it all away
A wave of light licks
The feet of dawn

X

You do not learn this
It is
You learn that it is.
Just like that
All over again
The blossom
The southern wind
The flower carpet
Purple my lovely Lila
Easter and in no time
scent subdued to
a split eyed summer hat.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Το πάθημα του ηλίθιου ποιητή

38_0029Ballet

α’

Δεν πρέπει να κοιτάξεις ποτέ
έναν ποιητή στα μάτια
αν δεν θες να γράψει ποίημα για τα μάτια σου.

β’

Δεν πρέπει να γράψεις ποτέ
ποίημα για τα μάτια μιας γυναίκας
αν εκείνη τρέμει την ίδια της την ομορφιά.

Ηλίθιε. Ηλίθιε ποιητή.
Το ήξερες. Οι θεές στο είχαν πει.

Τώρα βλέπεις τα μάτια της
μόνο μέσα από τις λέξεις που έγραψες τότε.

Το χρώμα τους, γαμώτο.
Θα μπορούσες τουλάχιστον να είχες γράψει
κι έναν στίχο για το χρώμα.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου επισκεφθείτε τη διεύθυνση http://www.alexantonopoulos.com/

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Fast Food V

10300321_701537739904824_8745169266661397618_n

XXI

Άνοιξη ήρθε.
Άνθη στον κήπο. Ήχος
τραγουδιού έξω.

XXII

Μάης λαμπρός. Μα
ο πόνος του άνεργου
αντιστέκεται.

XXIII

Σκόνη και λάσπες
στον ιδρώτα. Τ’ όνειρο
μένει καθαρό.

XXIV

Σπονδές κρασιού
για νεκρούς. Για ζωντανούς
κάποτε κι αίμα.

XXV

Στην αγκαλιά μου
την κρατώ. Χρόνε, γιατί
βιάζεσαι τόσο;

Nicanor Parra, Young Poets

Write as you will
In whatever style you like
Too much blood has run under the bridge
To go on believing
That only one road is right.
In poetry everything is permitted.
With only this condition of course,
You have to improve the blank page.

*Translated by Miller Williams.

Σοφία Γιοβάνογλου, Δύο ποιήματα σε ελληνικά και ιταλικά

Celebration

Οι τύποι των ήλων

Επιστροφές δακτύλων

με αποπλανούν

χαϊδεύοντας τύπους των ήλων

Δεν φοβάμαι

Οι τύποι έχουν πια επουλωθεί

κι οι διακορεύσεις

διαθέσεις είναι

μόνον των δακτύλων.
 
Le stigmate

Ritorni di dita
mi
corrompono

carezzando stigmate

Non ho paura

Le stigmate si sono cicatrizzate

e le deflorazioni

sono solamente

voglie delle dita.
 
*
 
Εραστή μου

Σε θέλω αντηχείο˙

ν’ αντανακλάς

τους ήχους μου

αναλλοίωτους

στο άπειρο.

Σε θέλω
σκοτάδι πηχτό˙

ν’ απορροφάς

τα χρώματά μου,

πισωγυρνώντας

μόνο μαύρο.

Σε θέλω διαβήτη

διπλά αιχμηρό˙

να διαγράφεις

κύκλους άπειρους,

με κέντρο σταθερό

τον ομφαλό μου.
 
Amante mio

Ti voglie cheggiante;

per ripercuotere

i miei suoni

all’infinito

inalterati.

Ti voglioscuro fitto;

per assorbire

i miei colori,

restituendo

solo nero.

Ti vogliocompasso

a punta doppia;

per tracciare

cerchi infiniti,

centro stabile

il mio ombelico.

*Αναδημοσίευση από το http://rebstein.wordpress.com/2014/05/15/poeti-greci-contemporanei-xiii/

Πελαγία Φιτοπούλου, Ξεθάβω…

10288790_304898639676778_4679729965568931565_n

…Το σκουλαρίκι της μάνας με θυμήθηκε
κάτω απο τον πάγο
με θυμήθηκε
κάτω απο τον πάγο
τα δάχτυλα ξύνουν το πατρικό μου σπίτι
ξεθαβουν το άλμπουμ της μάνας
και τα βιβλία του πατέρα
κάτω απο τον πάγο
ξεθάβω
ξεθάβω
ξεθάβω .
κι εγώ θυμήθηκα

Tristan Tzara, Είναι η τεράστια μοναξιά ενός ψαθάχυρου

1

είναι η τεράστια μοναξιά ενός ψαθάχυρου
παρατημένη πάνω στ’ αδηφάγα χείλη των αγρών
όπου θα ξηλώσω τη φωτιά απ’ τις ραφές του σεντεφιού
τα μελάνια της νυχτός με πτερύγια γεωργικά και πλοκάμους κλιματσίδες
τις σκουριασμένες αλόες στους τοίχους που ζωντάνεψαν σε παρελάσεις
  ανθρώπων και χαλαζοκόκκων
φούρνους ετοιμόρροπους όπου το ψωμί είναι από πέτρα και από τα φτερά
  της φτέρης έχουνε μείνει πια μόνο τα ψίχουλα
είναι οι γρύλλοι από γλυκάνισο και ύλες ίσκιων
μιας ασφαλούς διαυγείας με φωνή εντελώς στενή
της αφής κατ’ εξοχήν θαμπών αντικειμένων
ενός δέρματος πολύ γλυκού και κατά κύριο λόγο δηλαδή μακράς πνοής
ενός φτερακίσματος κοσμημάτων χωρίς αύριο και άνευ πτίλων
μιας μέρας σκαμμένης σ’ ένα δάσος μέσα περιστεριών
ενός παράθυρου ψυχρού όπως μία κόμη δίχως φύλλωμα
όπου τραντάζεται ακόμη και του ήλιου το δοκάρι

η σιωπή δεν άκουσε έως τώρα την κρυφή δομή της κρυσταλλοσκιάς
τις πτώσεις των βράχων πάνω στις χαίτες των ωχρών υδάτων
ο ύπνος χωρίζει τα έμβια όντα με κάθετες κοπές τα κατατάσσει
τα μεν είναι μαύρα τα δε θαλάσσια
ο δε ρήγας των κυμάτων δεν έχει εισέτι στεγνώσει το τελευταίο
του δάκρυ

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής. Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Αλωνάκι της Ποίησης στη διεύθυνση http://alonakitispoiisis.blogspot.com

Pierre Reverdy, Μονότονη μέρα

4161793744.2

Φταίει το νερό που η στέγη γλιστράει
Φταίει η βροχή που λιώνουν τα πάντα
Το πετρέλαιο το αλκοόλ και το κεράκι μου
Βάλανε φωτιά κάψανε το σπίτι.

Κήπος δίχως πουλιά
Κήπος αθόρυβος
Μαύρα θα δρέψετε άνθη
Τα φύλλα δεν είναι ποτέ τους πράσινα
Τ’ αγκάθια είναι όλα τους κόκκινα
Και τα χέρια σας ματωμένα

Στη μεσιανή αλέα περνά μια λιτανεία
Απ’ το παράθυρο της πεθαμένης
Όπου καίει μια λαμπάδα
Βγαίνει ψαλμωδία αργόσυρτη

Ήταν εκείνη και η άλλη
Ήτανε και η γειτόνισσα
Όλοι ψέλνουν και σου παίρνουν το κεφάλι
Και στα σκαλοπάτια που τους ακούς να γελάνε
Κάποιος πέφτει και μπήγει μια κραυγή
Ένα σκυλί το βάζει στα πόδια

Ακούς που κλαίει μόνο η βροχή

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Αλωνάκι της Ποίησης στο http://alonakitispoiisis.blogspot.com

Σπύρος Μεϊμάρης, Ύστερα από τόσα χρόνια

images-1

Ύστερα από τόσα χρόνια,
η ίδια θάλασσα,
η ίδια ατμόσφαιρα.
Και ο παρατηρητής τραυματίας,
αλλά με την ψυχή ανοιχτή,
το βλέμμα καρφωμένο στον ορίζοντα,
στο ροζ δείλι.
Και μια κοπέλα καθισμένη σταυροπόδι,
γόνατο τρυφερό, πόδι απαλό που καταλήγει
σε πολύχρωμο αθλητικό παπούτσι.
Όλα αυτά μες τη δροσερή βραδιά που πέφτει
αργά στους ώμους μας, ενώ ευγνωμονούμε.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα 2009-2013”.

Γιώργος Αναγνώστου, Διαδρομές σε αναζήτηση ονόματος

10169425_816277505068551_1576153002_n

Είμαι Πλακιώτης Μανχατανάς
Νικόλαος Κάλας                                                  

Στα Δίχτυα της Αράχνης Μπάροουζ Ο Ταξιτζής Γκάλης Το Βαρύ Πεπόνι NBA Άγνωστος Πόλεμος
Ο Ανθρωπος Δίχως Πρόσωπο Κουμανταρέας Λάσυ ΜακΚάλερς Άγγελοι του Τσάρλι Χαβάι 5-0 Ο
Νονός Φόκνερ Σαββόπουλος Μπόρχες Νέο Κύμα Καστρινάκης Μάτζικ Δούκα Τζόρνταν Κράμερ
Εναντίον Κράμερ Καζαντζίδης σκυλάδικα adidas Σαμπάτο σακάκι επαρχιώτικο Ο Θίασος Ντίλαν
γκάιντα Ευδοκία συγγενείς στη Γερμανία Η Θεία μου η Χίπισσα Αναγνωστάκης Μπαέζ Κότζακ
φροντιστήριο αγγλικών Ο Πρωτάρης Πασχάλης Αντονιόνι μπλου τζιν
πριν τα σόρι και τα οκέι
με ολ σταρ και μεις στο play
του πάνω κάτω Κυριακάτικης βόλτας
όπου κανείς 
μα κανένας
οι βαφτισμένοι στον καθ’ ημάς κανόνα
δεν μνημονεύσαμε την θελκτική μαντόνα  
με liqueur ποτέ
μα ποτέ
όπως της έπρεπε
«Ελληνοαμερικανοί plus»
το όνομα αυτής της. . . λεωφόρας.

*Από τη συλλογή “Διασπορικές διαδρομές”, εκδόσεις Απόπειρα, 2012.