Η Δήμητρα δεν είναι πια εδώ – Εις μνήμην

karafy1

Καλές μου φίλες, καλοί μου φίλοι, ανέθεσα στον σύντροφό μου Χάρη Μελιτά,
μια δυσάρεστη αποστολή. Να σας αναγγείλει ότι από τις 8 το βράδυ μιας βροχερής μέρας του Ιούνη δεν βρίσκομαι πια κοντά σας.
Άφησα την τελευταία μου ανάσα σε νοσοκομείο των Αθηνών. Ελπίζω ο Χάρης να αναρτά ποιήματά μου στο δικό του τοίχο από δω και στο εξής. Γι’ απόψε το ποίημα ΕΠΙΠΕΔΗ, αφιερωμένο στον ίδιο.
Να είστε όλοι καλά και να με θυμάστε…

ΕΠΙΠΕΔΗ
Επίπεδη.
Ροζ πέταλο κρυμμένο στις σελίδες πολύτιμου βιβλίου
του βιβλίου μας
που προδίνεται από ελαφρότατο άρωμα
το άρωμά μας.
Ροζ πινελιά στο μάγουλο, στο στήθος, στο λαιμό σου.
Διακριτικό τατού στο αριστερό σου μπράτσο
από τη μέσα μεριά
ξυπνώ τις Κυριακές στο πλάι σου
και βρίσκομαι. Επίπεδη.
Μωβ πέταλο φυλαγμένο στις σελίδες του βιβλίου μας.
Όταν το άρωμα θα έχει ξεθυμάνει
όταν η ροζ πινελιά θα έχει σχεδόν σβήσει
όταν το μικρό τατού θα έχει ξεθωριάσει
όταν πια δεν θα βρίσκομαι στο πλάι σου
θα με θυμάσαι.

*Από τη συλλογή μου ”Στο βάθος κήπος”, εκδ. Αρκαδικός Κήρυκας 2011.

Continue reading

Γιώργος Β. Μακρής, Άλλοτε

ΜΑΚΡΗΣ+ΓΙΩΡΓΟΣ+Β+2.JPG

Άλλοτε
κι ας ήταν τ’ όνειρο πικρό
σαν το σπασμένο γέλιο στον κήπο
και σαν το κυνηγητό των άγριων παιδιών
και σαν την πρόσοψη που χάνεται
γλιστράει και δεν έχεις πού να κρατηθείς.
 
Θα ήθελα να ζήσω τη ζωή για τη ζωή
άλλοτε
στην ίδια νύχτα με το φεγγάρι και με τη λεμονάδα
κι ας ήταν τα φώτα πικρά
σαν τα κόκκινα σκουλαρίκια σου όταν φεύγεις
ή όταν φεύγω.
 
Θα ήθελα νά πεθάνω το θάνατο για το θάνατο
άλλοτε
φωνάζοντας τα μαύρα κύματα και χτυπώντας τη σημαία
κι ας ήταν το σκοτάδι πικρό σαν τσάι
και σαν σπασμένη λόγχη
σαν μάσκα αδειανή και σαν πνιγμένο πουλί.
 
Τώρα
τη νύχτα αυτή δεν μπορώ να μιλήσω
για επιθυμίες.
Όταν κοιμάμαι ιδρώνω και βλέπω να περνάει
μια σεβαστή κυρία κρατώντας ένα πηρούνι
έναν εσταυρωμένο, ένα μανιτάρι και λέει:
«Εγώ ειμί», και γελάει για να φοβηθώ.
Τη νύxτα αυτή περπατάω με το στόμα ανοιχτό.
 
 Ο θάνατος στην κάθε ώρα της ζωής
και συ στην κάθε ώρα του θανάτου.
Αχ! κάποια μέρα θά ’ρθει που τα κόκκινα σκουλαρίκια
ποτισμένα στα άνοστα φώτα που ρουφάν το άνοστο σκοτάδι
θά ’ναι για μένα άνοστα άνοστα άνοστα
σαν το τίποτα…

[1944;]

*Από το βιβλίο: «Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή», Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1986, σελ. 93-94.
**Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Αλωνάκι της Ποίησης στη διεύθυνση http://alonakitispoiisis.blogspot.com

Αλέξης Αντωνόπουλος, Η θυμωμένη γυναίκα

283640_489367807756355_805734276_n%CE%9F

Μια γυναίκα σπρώχνει ένα μικρό παιδί.
Πριν το παιδί προλάβει να καταλάβει,
η γυναίκα το αγκαλιάζει·
ίσως τώρα οι σφαίρες να μη φτάσουν το κορμί του.

Όμως τα κορμιά τους είναι σαν τις καρδιές τους
και οι σφαίρες και τα χέρια πίσω από τις σφαίρες
δεν ακούνε την ποίηση
και ενώ η γυναίκα κοιτάζει το παιδί
και το παιδί κοιτάζει τη γυναίκα

ενώ όλα τελειώνουν
η γυναίκα είναι θυμωμένη.

Νομίζει ότι απέτυχε,
αλλά δεν απέτυχε.

Το παιδί πεθαίνει σε μια αγκαλιά.

*Για περισσότερα ποιήματα και κείμενα του συγγραφέα επισκεφθεότε την ιστοσελίδα του στο http://www.alexantonopoulos.com

Τέσσερις ποιητες δημοσιεύουν στο www.vakxikon.gr

10320406_1456033141302261_4961859238346940443_n

Ντέμης Κωνσταντινίδης, 


One click away




Πόσο κάνουν μια καριέρα

Και δυο εύηχα πτυχία;

Πόσο κάνει η επιτυχία;



Πόσο κάνουν οι  αναγνώστες

Του καινούργιου σου βιβλίου;

Πόσο η ευγνωμοσύνη

Του φιλόπτωχου ταμείου;



Πόσο κάνει η βενζίνη

Της ferrari που οδηγείς;

Πόσο η αγορασμένη πόρνη

Και εκπάγλου καλλονής;




*Ο Ντέμης Κωνσταντινίδης έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Διαθέσεις (University Studio Press 2009), Ιχθύων λόγος (University Studio Press 2011), Κι όμως, γελούν καλύτερα οι τζίτζικες (University Studio Press 2013). Ζει κι εργάζεται στη Θεσσαλονίκη.




Λουκάς Λιάκος


, Ένιωσα




Ένιωσα μια παγωμένη νύχτα

το αποτύπωμά σου

μια υπόσχεση

πάνω σε βαριά χείλη

άκουσα τη προφορά σου

διάφανη σα νεογέννητο
ύ
ύπαρξη

μέσα σε μπουκάλι

είχα πάψει πια

να σε εξοντώνω

είχα πάψει

Ένιωσα.




*Ο Λουκάς Λιάκος έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Στο δεύτερο κόσμο η μοίρα (Ενδυμίων 2011). Ζει κι εργάζεται στη Λειβαδιά.




Χρήστος Ντικμπασάνης, 


Ελευθέρωσα τον εαυτό μου

Τον εαυτό μου είχα ρίξει σε μαύρη τρύπα

Χρόνια κεριά έσβηνε

Η ζωή κυλούσε σα ρολόι

κι αυτός έμαθε ν’ αγαπά και να χάνεται

Με την υγρασία των ματιών του

να ξυπνά το σκοτάδι

διώχνοντας των μεταλλαγμένων

μορφών τα βήματα

Έμαθε να νιώθει την ανακούφιση

μέσα στην κοσμική νύχτα του πόνου

Έμαθε να ζει λεύτερος




*Ο Χρήστος Ντικμπασάνης έχει εκδώσει τα βιβλία (ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια, μελέτες): Ο Υπομνήμων (ποίηση 1984), Απόδραση στην πολιτεία του ανθρώπου (δοκίμιο, Σφακιανάκης 1986), Θρύψαλα από πράσινο γαλαξία (ποίηση, Πύρινος κόσμος 1991), Συναυλία στην άκρη της νύχτας (ποίηση, Μπίμπης 1994), Οφιολατρεία (μελέτη, Αρχέτυπο 2002), Ηθοκυβερνητική (δοκίμιο, Ερωδιός 2003), Απόκρυφος Αδάμ (δοκίμιο, Ερωδιός 2005), Τέρατα και δράκοι (μελέτη, Άγνωστο 2011), Η αποστροφή και το προσκύνημα (ποίηση, Συμπαντικές Διαδρομές 2011), Ζώα – θεοί, ζώα ιερά (μελέτη, Ερωδιός 2012).




Λαμπριάνα Οικονόμου


, Από το φινιστρίνι




Φαίνονται τα λευκά κατάρτια των ιστιοφόρων

ο φάρος που ανάβει.

Πράσινος



Οι υπερήλικες επιβάτες ενθουσιώδεις

«καλή διαμονή», «καλές γιορτές», «να γυρίσετε γρήγορα».

Οι λοιποί απολαμβάνουμε το λιγοστό φως 

κρύβοντας τα νυστέρια μας, στον πάτο της βαλίτσας.

*


Η Λαμπριάνα Οικονόμου ζει κι εργάζεται στη Χίο.

*Αναδημοσίευση από το http://www.vakxikon.gr

Κατερίνα Γώγου, Εγώ, η Κατερίνα…

Εγώ, η Κατερίνα…
Κόρη του πατέρα μου Θάνατου – Ουρανού…
Και της γυναίκας του, μητέρας μου Ζωής – Γης…
Λιπόταχτη, ομογάλακτη αδελφή, της αδελφής μου Σελήνης…
Και με άνομο ζωοποιό έρωτα για τον υπέρλαμπρο αδελφό μου Ήλιο…
Χωρίς φόβο, γράφω αυτά…
Γιατί τον πατέρα μου Θάνατο, πιο πολύ από τη μητέρα μου ζωή
αγάπησα…
Και εκ φύσεως αιρετική, τη λογική αντέστρεψα…
Και με πίστη βαθιά πίστεψα, πως από τον πατέρα μου Θάνατο – Ουρανό αρχίζει
η Ζωή…
Και πως τελειώνοντας, τότε μόνο θ’ αρχίσω…
Γι’ αυτό ο πατέρας μου, το πέρασμα με τους
εφτά αγγέλους της μέρας και τους εφτά αγγέλους της νύχτας μου έδειξε…
Πως από την ερημιά του πλήθους να βγαίνω…
Και στον ουρανό ξανά κάνοντας κίνηση κυκλικά ανοδικά πάντα να μπαίνω…
Εγώ, η Κατερίνα…
Χωρίς ιδιοτέλεια γράφω αυτά…
Έτσι τη δοκιμασία της δόξας και της ταπείνωσης τα λιμνάζοντα νερά πέρασα…
Χωρίς να μ’΄ακουμπήσουνε, χωρίς να τ’ ακουμπήσω…

*Από τη συλλογή “Νόστος”.

10256986_331126253709383_748798970154088517_n

Άννα Νιαράκη, Η χαρά είναι μια άπιαστη θλίψη

10334290_673402969363236_7896521137061930482_n

Η χαρά είναι μια άπιαστη θλίψη

Η θλίψη σπάει με θόρυβο, θρυμματίζεται

σαν τζάμι 

Κάθε νύχτα που ξημέρωσε 

νίκη

επί θανάτου, ένα ξενύχτισμα για τα νεκρά

όνειρα 

της ενηλικίωσης

Κάθε νύχτα έρωτα 

νίκη

για την άχαρη τελετουργία της μέρας

Καλύτερα μισός, από νεκρός

καλύτερα ο πόνος από το τίποτα

Η χαρά δεν είναι επίφαση, 

είναι μια άπιαστη θλίψη
 
Οι νεκροί δεν υποφέρουν

Ηταν νεκρός, κι οι νεκροί δεν υποφέρουν

ανοίγουν μόνο τα βράδια τις βρύσες

και πλυμμηρίζουν το υπόγειο δάκρυα
 
Περίμενε σκυφτός το τραμ

Οπως κάθε μέρα, κάθε πρωί

από τότε που θυμόταν τον εαυτό του

Κάθε μέρα στη στάση, φορώντας το καπέλο του

κρατώντας την ομπρέλα

χειμώνα-καλοκαίρι

με ήλιο με βροχή με αέρα

Περίμενε το τραμ

Όπως άλλοι περιμένουν τον θάνατο.
 
Τα ραδιόφωνα

Τα ραδιόφωνα στη διαπασών

κι η μάνα μου να σιδερώνει στο μπαλκόνι

Υποβρύχιο και τα τζιτζίκια να σκάνε

Ιδρωμένες σκέψεις, ανοιχτοί δρόμοι

ξεχειλωμένα κοντομάνικα μπλουζάκια

Και το μπλουζ του χαμού που σφυρίζει αμέριμνα

πάνω από τα κεφάλια μας.

Θα κάνουμε έρωτα, θα μαλώσουμε, θα χαθούμε

θα ξαναβρεθούμε, θα ζήσουμε



Θα χαθούμε

*Αποσπάσματα από την ανέκδοτη ποιητική ενότητα “Η χαρά είναι μια άπιαστη θλίψη”
Αναδημοσίευση από το http://www.poema.gr/poem.php?id=535&pid

Κώστας Καραχάλιος, Μη με αγγίζεις

10314566_308159216006288_1275061077934429678_n

Τι σημασία μπορεί να ‘χει για σε, αγαπημένη
αν ένας μικρός ποιητής γεννήθηκε
κάτω από του Σεράγεβο τον αστερισμό,
αν τον νανούρισεν έν’ ατέλειωτο μοιρολόι
για το μεγάλο του αδερφό
που ταξίδεψε με τρυπημένη καρδιά
ανάμεσα στις καλαμιές του Σαγκάριου.
Τι σημασία μπορεί να ‘χει για σε
αν κοπήκανε τα φτερά
που αψήλωναν τα παιδικά μου όνειρα,
αν τα ψηλά βουνά της πατρίδας
τέντωσαν την καρδιά μου ως που να σπάσει.
Μη με αγγίζεις τρυφερό μου όνειρο
Θα πληγώσω τα δάχτυλά σου.

Jorge Luis Borges, Ποίημα στους Φίλους

10305965_682570925112226_1234976525264280902_n

Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις
για όλα τα προβλήματα της ζωής σου,
ούτε έχω απαντήσεις
για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου ˙
όμως μπορώ να σ’ ακούσω
και να τα μοιραστώ μαζί σου. Δεν μπορώ ν’ αλλάξω
το παρελθόν ή το μέλλον σου.
Όμως όταν με χρειάζεσαι
θα είμαι εκεί μαζί σου.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματά σου.
Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου
να κρατηθείς και να μη πέσεις.
Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου
δεν είναι δικές μου.
Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.
Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια
αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,
όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο
που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου
όταν κάποιες θλίψεις
σου σκίζουν την καρδιά,
όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
και να μαζέψω τα κομμάτια της
για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.
Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι
ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.
Μόνο μπορώ
να σ’ αγαπώ όπως είσαι
και να είμαι φίλος σου.
Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν
τους φίλους μου και τις φίλες μου,
δεν ήσουν πάνω
ή κάτω ή στη μέση. Δεν ήσουν πρώτος
ούτε τελευταίος στη λίστα.
Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.
Να κοιμάσαι ευτυχισμένος.
Να εκπέμπεις αγάπη.
Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.
Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.
Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες.
Να ακούμε την καρδιά μας.
Να εκτιμούμε τη ζωή. Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος
στη λίστα σου.
Μου αρκεί που με θέλεις για φίλο.
Ευχαριστώ που είμαι.

*Μετάφραση: Δ. Καλομοίρης

Σπύρος Μαρούλης, Ποιήματα

10371505_696576640398726_7622827124705945090_n

H ζωή είναι υπερβολικά βιαστική,
τα χρόνια αναμονής ανελέητα…

(Ο τσικνιάς εμφανίστηκε από δυτικά
πέρασε μέσα απ’ το πορφυρό κόκκινο χρώμα
του παράθυρου,
κρυφά με φίλησε στο πρόσωπο,
και χάθηκε)

Δεν μετανιώνω
που στις τελευταίες πράξεις
της παράστασης,
συγχέω τη ζωή χωρίς λύπη,
με τον ορίζοντα
της μη επιστροφής.

——–

Το σάλι που σου έστειλα….
να το φοράς.

Έχει υγρασία…

Βάλτο πάνω σου σωστά…

Το αγόρασα για σένα
αυτό το σάλι.

Να το φοράς…

Χρησιμοποίησέ το, για να ζεστάνεις το σώμα σου

με το αχνό του άρωμα να μυρίζουν τα μαλλιά σου

και το σώμα σου να πάρει τη γεύση του γάλακτος.

Κοίταξε ψηλά στον ουρανό
υπάρχουν περιστέρια που πετούν

υπάρχει και η αγαπημένη σου φιγούρα
πάνω από τo διακεκομμένο σύννεφο

Αυτό το σάλι είναι
το δικό μας μικρό σπίτι

Ζούμε μέσα σε αυτό

Ζω μέσα σε αυτό…

——–

Μερικές φορές,
είμαι τόσο ήρεμος
με την αποδοχή
του πόνου που κουβαλώ
που ξεχνώ αν είναι
ή δεν είναι
δικός μου…