Σπύρος Μαρούλης, Λες…

10464184_709348795788177_6488019413994851341_n

Λες ότι αγαπάς τη βροχή

Όταν η βροχή πέφτει ανοίγεις ομπρέλα

Λες ότι αγαπάς τον ήλιο

Όταν είναι ηλιόλουστη η μέρα, 

βιάζεσαι να βρεις τη σκιά κάτω από τον ήλιο

Λες ότι αγαπάς τον άνεμο 

Όταν τ’ αεράκι του θεού φυσήξει 

εσύ ερμητικά κλείνεις τα παράθυρα

Όταν λες ότι με αγαπάς

ο μορφασμός του μετώπου σου

στηρίζει τον παγετό.

Χλόη Κουτσουμπέλη, Δύο ποιήματα

daqzavyhfi4fe2a85812517

ΑΝΤΙΓΟΝΗ IV

Τώρα γνωρίζει
Ήρεμη γνώση, πάγος
Δεν ήταν ο Κρέοντας ο εχθρός
Ήταν εκείνο το ελάφι μέσα της
που λαχταρούσε υποταγή
Μ’ αυτό αναμετρήθηκε στη σκοτεινή σπηλιά

ΠΗΝΕΛΟΠΗ IV

Της έλειπε πολύ
Όχι γιατί ήλπιζε ή φοβόταν
Αλλά γιατί κάποια βράδια το ίδιο το νησί
ξεκολλούσε από το σώμα της
και χανόταν στη μαύρη θάλασσα που άχνιζε

*Από τη συλλογή “Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς”, εκδ. Γαβριηλίδης 2012.

Φερνάντο Αραμπάλ, Από την πέτρα της τρέλας

pio-epikinduna-plasmata-thalassas-02

Καμιά φορά το δεξί μου χέρι ξεκολάει απ’ το μπράτσο
μου στο ύψος του καρπού και πάει να ενωθεί με
το αριστερό. Το σφίγγω με δυναμη για να το εμποδίσω
να πέσει, γιατί θα μπορούσε να χαθεί. Πρέπει να
έχω ακατάπαυστα την προσοχή μου σ’ αυτό, για να
προφυλαχτώ από κάποια στιγμή αφηρημάδας την ώρα
της ανασυγκόλησης, μην το τοποθετήσω απ’ την
ανάποδη με την παλάμη γυρισμένη προς τα έξω.

*Μετάφραση Ανδρέας Ταρνανάς. Από το βιβλίο “Η πέτρα της τρέλας”, εκδόσεις Αιγόκερως, 1989.

Γιάννης Ζελιαναίος, Ακατάδεχτο βιος

454156-jula'163

Δεν είσαι εδώ να μοιραστείς το βιος μου.
Αλλοτινά όνειρα
χωρίς εσένα εξαργυρώνονται.
Μες στους αγρούς,
τους στάβλους και τα κοτέτσια.
Στις αποθήκες
που σκοτώνουν γέρικα γουρούνια
και τα σκυλιά
γλύφουν τη βυζανιάρικη κοιλιά τους.
Μες στα χέρια μου τα ταξιδιάρικα.
Ένα βιος ακατάδεχτο,
άλαλο,
χωρίς σώμα να το προστατέψει.
Δεν είσαι εδώ.
Ξοδεύτηκε μια ανατολή
στο ικρίωμα του απίστευτου.
Μια εποχή πρωί.
Που πάντα σιχαινόμουν.
Ημέρα,
που τότε με είχε αρπάξει από το σβέρκο
με αποκαθήλωνε από το πράγμα που λεγόταν συντροφιά.
Όλα τελικά πρόθυμα
για μια κτηνωδία.
Όλα.
Ακόμα και το στήθος μου,
αλέτρι ψεύτικο για σένα.

*Από τη συλλογή “Άννα”, εκδόσεις Εριφύλη, Αθήνα 2005.

Federico Garcia Lorca, Soléa Montoya

102_1755

Κοντά ογδόντα χρόνια πέρασαν, μια ολάκερη ζωή, από τότε που οι τσιγγάνοι του Αλμπαϊσίν προσπαθούσαν να καθαρίσουν τους αιμάτινους λεκέδες από τους ασπροβαμμένους τοίχους των σπιτιών τους κι οι νάρδοι σιγομουρμούριζαν πένθιμα τραγούδια, τα τραγούδια που συντρόφεψαν την ταφή του ποιητή Λόρκα, την ταφή της Ισπανίας…

Από τότε πέρασαν κοντά ογδόντα χρόνια. Η λήθη απλώθηκε πάνω σε δικαίους και αδίκους κι αυτοί που χάθηκαν φύγανε με την πίκρα στα χείλη κι οι τοτινοί νικητές είναι και τώρα νικητές και τα χρόνια πέρασαν κι οι πληγές κρύφτηκαν κάτω από καινούργια ρούχα. Ογδόντα χρόνια μια ολάκερη ζωή κι η Ισπανία της εφηβείας και του ονείρου κείτεται νεκρή στην αγορά.

Καθώς ο ήλιος, λίγο πριν χαθεί πίσω από της Γρανάδας τον ορίζοντα, βάφει χρυσοκόκκινα τα σπιτάκια του Αλμπαϊσίν, οι γεροτσιγγάνοι σιγοτραγουδούν την μπαλάντα της ταφής του ποιητή τους Λόρκα:

Απ’ την Ρεάλ ντε Καρντούχα
και τον λόφο Αλχακάμπα
μες’ απ’ το Αλμπαϊσίν και την πλατεία Λάργκα
στους ώμους έξη τσιγγάνων
πορεύεται κατά τους εφτά λόφους
ο Φεντερίκο Γκαρσία καθώς χαράζει η αυγή
στους ώμους έξη τσιγγάνων.
Τον πάνε για να τον θάψουν στο Τσέρο ντε Αϊσεϊτούνο
Και μόνο τσιγγάνοι είναι γύρω του,
μπρος και πίσω, στα πλάγια τσιγγάνοι
ενώ στον αέρα ακούγεται
να παίζει η σολέα.
Η σολέα, ω σολέα, η παγωνιά της αυγής
Διαπερνά τα κόκαλά σου με τον θρήνο της
Σολέα σολέα Μοντόγια *

*Από το http://parallhlografos.wordpress.com/2014/06/05/solea-montoya/

Δήμητρα Καραφύλλη, Δύο ποιήματα

Paros2

Στη μνήμη της πρόσφατα χαμένης Δήμητρας

Ντόμινο

Πρόβατα της θάλασσας
οι κάτασπροι γλάροι.
Βόσκουν στο πελώριο γαλάζιο λιβάδι.
Με το εύστοχο ράμφος τους
αδράχνουν σπαρταριστά αφρολούλουδα.
Τα καταπίνουν αμάσητα μαζί με τα λέπια.
Αναρωτιέμαι:
Μήπως τ΄ άσπρα φτερά κρύβουν λύκους;

Ο ερημίτης

Μην αγναντεύεις τη ζωή
με πρεσβυωπικό φακό μέσα σε τόμους δερματόδετους.
Κατέβα σε στενά και σε πλατείες
να σπρώξεις, να σπρωχτείς και να πονέσεις
να λερωθείς και να βραχείς
να νιώσεις στο πετσί σου την αλήθεια.
Κι όταν γυρίσεις μουσκεμένος σαν παπί
σ’ άγραφη κόλλα εξομολογήσου.

*Από τη συλλογή “Γρήγορα στις οθόνες σας” (34 ποιητικές προειδοποιητικές βολές). Εκδόσεις Αρκαδικός Κήρυκας, Αθήνα 2013.

Βύρων Λεοντάρης, Αποχρωματισμοί

Το δείλι σέρνεται κι αλλάζει πάλι δέρμα
Μες τις ψυχές μας, απαρνιέται όλα ξανά
τα χρώματά του – κι απομένουμε στεγνά
τοπία χωρίς αρχή και χωρίς τέρμα.

Γρίφοι λυμένοι και ξανά μπλεγμένοι
χτυπιόμαστε όλη μέρα σαν τυφλοί
για μια καλύτερη θεσούλα στο κλουβί
κι όλο βρισκόμαστε σφιχτότερα δεμένοι.

Στα λόγια σπάταλοι, φιλάργυροι όμως στο αίμα
κάναμε χάος το τοσοδά μας το μυαλό
-ο φόβος είναι θερμοκήπιο καλό,
ανθίζει σ’ όλες του τις ποικιλίες το ψέμα.

Ακούς και δεν γνωρίζεις τ’ όνομά σου,
κρυώνει η μοίρα που παλιά σου ‘χε δοθεί
-σε ποιές λοιπόν παγίδες έχουμε συρθεί;
Μέγα κακό είναι ν’αρνηθείς τ’ ανάστημά σου.

Δεν είναι ο κόσμος πείραμα στους τρόμους
του απείρου, όχι, δεν είναι δοκιμή.
Μπορείς να σέρνεσαι μια ολόκληρη ζωή,
υπογραφή δειλή μέσα στους δρόμους;

Θα ‘ναι φριχτό να φύγουμε έτσι, δίχως
μια πίστη, έναν αγώνα, μια κραυγή
-άνθρωποι που πεθάναν δίχως μια αμυχή,
άνθρωποι που “διελύθησαν ησύχως….’

*Από την “Ομίχλη του μεσημεριού’, 1959.

Μίλτος Σαχτούρης, Ο τρελός λαγός

Γύριζε στους δρόμους ο τρελός λαγός
γύριζε στους δρόμους
ξέφευγε απ’ τα σύρματα ο τρελός λαγός
έπεφτε στις λάσπες Φέγγαν τα χαράματα ο τρελός λαγός
άνοιγε η νύχτα
στάζαν αίμα οι καρδιές ο τρελός λαγός
έφεγγε ο κόσμος Bούρκωναν τα μάτια του ο τρελός λαγός
πρήσκονταν η γλώσσα
βόγγαε μαύρο έντομο ο τρελός λαγός
θάνατος στο στόμα

Άννα Νικολαΐδου, Μπουμπούκι

540474_441131225914682_127204757_n-1

1.

Έφτασε στο σταθμό -ένας απέραντος κήπος
τα βλέμματα συναντήθηκαν, δυό μέλισσες πέταξαν
μία μικρή αόρατη αστραπή.
χτυπήθηκαν, όπως τα λουλούδια απ’τις δυνατές βροχές
λέξεις μπλεγμένες σε δίχτυα προτύπων,
“πώς ήταν το ταξίδι;” ενώ φώναζε η καρδιά του
“έχεις τα πιο όμορφα μάτια, το ξέρεις;”, το κοτσάνι κόπηκε

2.

περπατούσαν μαζί και τα βήματα χάνονταν, δεν ήταν πια στον κήπο
δεν χρειαζόταν να πουν τίποτα
και πάλι μιλούσαν
και τα λόγια έφευγαν,
πουλιά σε πολύχρωμους ουρανούς ονείρων

3.

Τον ξεχώρισε γιατί ήταν μπουμπούκι
άφθαρτος, απαλός, χαμένος μες το πλήθος,
μυστική η ομορφιά που θα σου χάριζε
με μόλις μια σταγόνα νερό
γιατί τα ανθισμένα λουλούδια,
το ξέρεις,
δεν έχουν τίποτα να σου προσφέρουν,
το ξέρεις,
τα παίρνεις για να μαραθούν στα χέρια σου
– και αυτός ήθελε το μπουμπούκι.

4.

έχω μπουχτήσει απ’τα μαραμένα λουλούδια
δε βγαίνουν πια μπουμπούκια
χάθηκαν στους απέραντους κήπους
τα πάτησε ένα απρόσεκτο πόδι
δε βγαίνουν πια μπουμπούκια
ερήμωσαν οι κήποι

Αγάπη μου, μην ανθίσεις ακόμα, περίμενέ με
άφησε τα λόγια μου σαν καλοκαιρινό αεράκι να χαιδέψουν τα πέταλά σου
άσε τις σκέψεις μου σαν σταγόνες να μπουν στις ρίζες σου
όμως μην ανθίσεις ακόμα, περίμενέ με –
ήθελε να φωνάξει όταν πάλι έμπαινε στο σταθμό
– και θα μαραθούμε μαζί …

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Wirdicious στη διεύθυνση http://wirdicious.wordpress.com/2014/05/27/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B9/

Μαρία Μήτσορα, Στο Ξενοδοχείο των Δυτών

10458803_1512704082282531_4911897077029752268_n

Κάτι έπαθα-κάτι έχασα
-καμμιά μέρα δεν είναι πια σαν
άλλη μέρα.
Είναι σαν η άλλη μέρα να κοιτάζεται
στον καθρέφτη-κοιμάμαι και ξυπνάω
μέσα στον καθρέφτη της προηγούμενης
μέρας-κάτω απο τόννους Λυπημένου
και Αμίλητου Νερού- κι όσο πιο πολύ
ρουτίνα γίνονται όλα τόσο λιγότερα
καταλαβαίνω-τότε που δεν ήξερα αν πήγαινα
ή αν ερχόμουνα ήξερα κάτι καλύτερα-
γι’αυτό ζούσα μέσα σε βαλίτσες-
ερωτευόμουνα τις γωνίες των δρόμων-
όλες μου τις αναπνοές τις έχω
ξανααναπνεύσει-τυφλά ψάρια θα
μου φάνε τα μάτια.-

*Από το Timeline της Σοφίας Σεραφιμίδη στο facebook.