Άννα Γρίβα, Ανανέωση κάρτας ανέργου

10168150_10201942541873552_1523421395_n

Είμαστε ουρά ασπόνδυλου
μόλις αρχίζει να χαράζει
και οι σκιές γίνονται πρόσωπα

Μπροστά μου στέκονται δύο άντρες
το βλέμμα τους αστράφτει
με γλώσσα βαριά χείλη σκληρά

ο πρώτος στη σιωπή μου αποκρίνεται
“από τον Καύκασο κάθε χειμώνα
κατεβαίνουνε πουλιά
προς τις ζεστές πεδιάδες
τα κοίταζα παιδί
να ραίνουνε τη στέγη μου
πολύχρωμα ράμφη και φωλιές
το χωριό είχε εκατό κατοίκους
κι όλοι θέλανε να φύγουν
ίσως γι’ αυτό ο ερχομός τόσων φτερών
έφερνε αγρύπνια
και τον Ίκαρο να καίγεται
στης σόμπας μας τις φλόγες”

ο άλλος μένει σιωπηλός
απ’ το σαγόνι του καταλαβαίνω
ότι του λείπουνε τα δόντια
ανοίγει τότες την παλάμη του
κι απ΄ τον καρπό ως τ΄ ακροδάχτυλα
με μαύρη μελάνι έχει γράψει
“’ενα δόντι προσέφερα
σε κάθε νεκρό μου”

“αν έκαψες τον Ίκαρο’
στου Καύκασου τη χόβολη
κι αν χάλασες το στόμα σου
για τα κλειδιά της Μνημοσύνης
αυτή η ουρά πλέον σου φαίνεται
ουρά και πλάτη ελαφίνας”
είπε η γυναίκα πίσω μου
και τα ταμία ανατινάχθηκαν
και οι ψυχές μας γίνανε δάση

*Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ένεκεν” στο τεύχος 29, Ιουλίου-Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 2013.

Nanja Noterdaeme, Δύο ποιήματα στα ιταλικά

10444383_1467266926845549_8698032072732509494_n

I conti

Brava a fare i conti
I conti, quali conti?
Sulla schiena del tempo seduta,
calcolava i bicchieri di nostalgia bevuti,
calcolava le ciffre del dispetto.

Il corpo contava le sue rughe
e le costellazioni sulle braccia, le gambe
Pieno di riccordi il corpo si dilatava
nello specchio di questi calcoli
complementari.

Ma come si viveva cosi
In questa matematica del riccordo?
Dov’era l’alter ego
Per butare i conti in aria
Per amare l’altro lato
Le costellazioni infinite
E la vita che rimane?

Filiazione

Mamma, mamma, mamma, ma
Nonna, na, na, na, na
Figlia, figlia, figlia, glia
La la la
Mensogne, mensogne ogne ogne gne ne ne ne
Figli figli figli figli
Nonni nonni nonni nonni
Ni ni ni ni
Bugie bugie bugie gie gie
Della nonna nonna nonna na
Na na na na e del no no n ono.

Αρθ. Ρεμπώ, Φωνήεντα

charun

Α μαύρο, Ε άσπρο, Ι κόκκινο, Ο μπλαβό, Υ σμαράγδι
θα ειπώ πως ήρθατε κρυφά στον κόσμο μια φορά.
Α μαύρος χνουδωτός κορσές σ΄ έντομα αστραφτερά
που σ’ ανυπόφορες βρωμιές γυροβολούνε ομάδι,

ισκιεροί κόρφοι. Ε βαποριών, σκηνών ασπράδα τόση,
ρήγας λευκός, παγωτατζή δόρυ, ρίγη ανθών.
Ιώτα πορφύρες, αιμόφτυσμα, γέλιο ωραίων χειλιών
σ’ ώρα θυμού ή μάνητας που έχουμε μετανιώσει.

Υ, κύκλος, θεϊκοί παλμοί σε θάλασσα αγριεμένη,
αγρών σιγή με ζωντανά, ειρήνη τυπωμένη
αλχημικά, σε μέτωπα μεγάλα και σοφά.

Ο, σάλπιγγα που ξαπολνά στριγγές δαιμονισμένες,
Κόσμων κι Αγγέλων σιωπές μακροταξιδεμένες.
Ω μέγα, από τα μάτια Του ακτίνα βιολετιά.

*Μετάφραση: Νίκος Στρατάκης. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Το μεθυσμένο καράβι, β΄ έκδοση, εκδ. Ελεύθερος Τύπος 1997.

Φώτης Γερασίμου, Μικρές αγγελίες

Natalia Sergeevna Goncharova, Rayonism Composition Sketch 1912-1913

Natalia Sergeevna Goncharova, Rayonism Compoistion Sketch 1912-1913

Έλεγα: όποιος θέλει να ξέρει το ταβάνι
που θα κοιτάζει όταν πεθαίνει, κτίζει ένα σπιτάκι.
Κι όποιος θέλει να ζήσει μετράει ξενοδοχεία
και χιλιόμετρα.

Μα τελικά, μήπως ο χαμένος ήμουν εγώ;
γιατί, αφήνοντας διαρκώς ίχνη – ναι, αν κοιτάξει
κανείς τα διαβατήριά μου, θα δε λεπτομερώς
από πού πέρασα – θα ‘ναι ευκολο να με βρει.
Ενώ εκείνοι που χτίσαν το σπιτάκι τους κι
ενταφιάστηκαν εξ αρχής εκεί πριν ακόμα ζήσουν,
άντε, βρες τους…

Μήπως ν’ αρχίσω να ψάχνω για οικόπεδο;
Ή τουλάχιστον για “ενοικιάζεται”;

*Από τη συλλογή “Γεύμα στη χλόη”, εκδ. Κουκούτσι, 2012.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Έξυπνες βόμβες Ι

images

Ι

Το σουλούπι του
ήταν διαφορετικό.
Τον σκοτώσανε.

ΙΙ

Τα είπαν όλα.
Της έπιασε κουβέντα
με μια του ματιά.

ΙΙΙ

Όχι στολίδια.
Όχι στις φιοριτούρες.
Οι στίχοι αρκούν.

IV

Σκληρή η νύχτα.
Μου χρέωσε ακριβά
τον κάθε στίχο.

V

Μία εικόνα
Χίλιες λέξεις αξίζει
ένας του στίχος.

Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα

frames-wall3

Διώχνοντας τα όνειρα μακριά

Η νύχτα σε άξονα
κι εσύ στο αναμμένο μου κάρβουνο
κοιμάσαι με την καρδιά ανοικτή
το φως είναι κάθετο, ποιος το απαρνιέται

κάθε του σπίθα όνειρο
για μένα λόγχη

αποφλοιώνω τη μνήμη
θέλω το κάρμινο κορμί σου
και ευτυχώς, αν δεν το έχω
έχω τη δίψα του

και τον αξιοπρεπή
και πρακτικό
αδυσώπητο χρόνο
που μας λάτρεψε έχω,
τις ανεξάρτητες πανβιωτικές μας νύχτες

επαναλαμβάνεται η ζωή,
με άλλους συνανθρώπους
μεριζόμαστε σκέψεις,
σε βαθμούς Κελσίου της επόμενης
σε εσοχή και επανάληψη

αυτό το μάθημα ήταν αστήρικτα δύσκολο
δεν πρόλαβα καμία υποσημείωση
κυλάμε σαν ποτάμι δίπλα, ομαλά με συγγνώμες,
μη μου λες όμως για δέκτες αποδέκτες
αιμορραγήσαμε, διώχνοντας τα όνειρα μακριά
εμείς, από τους πολλούς, μονάχα εμείς

Ευγενικό

Aυτό είναι το ντύσιμο που επί τέλους θέλει η λέξη

κάθε πατημασιά και κάθε θόρυβος
αδυνατίζουν την όραση της ισορροπίας
εδώ τα φύλλα φτιάξανε δικούς τους
γρήγορους χορούς
βήμα του ανέμου
βήμα φτερού
επιστροφή κατά συνθήκη
επιστροφή σε συγκατάβαση
και σε ρυθμό, πίσω γυρμένο το κεφάλι
στην πίστα σαν να τρέχει το αίμα
από τα μάτια από την κοίτη

και ο χορός
είναι χαρά ως αίμα
ρέει όταν υπάρχει ζωή
είναι βαθύς ως κοίτη
και η ευγένεια
είν’ η πορεία των καλών σχέσεων
του πνεύματος με το σώμα
επιλογή σου ο χρόνος
που μεσολάβησε
όταν ήρθα αργοπορημένη

η πορεία, αντίθετη με όσα ήθελες

να είχε πεινασμένος;
να είχε απόλυτα;

τόσο ξέρεις,
πως αυτό είναι
δεν έχει άλλο
ξέρεις πως όταν χορεύεις, το λάθος φαίνεται
είναι τέλειο από μόνο του
το τραγούδι της εντέλειας
κι ο χορός βασίζεται
στο βιβλίο που δεν άντεξες ν’ ανοίξεις

πόσες μανούβρες να χρειάστηκες
να γίνεις αυτό που είσαι
ενώ το ήσουν τέλειος όταν φιληθήκαμε;
το ήσουν έστω μικροαστός
αστός των αισθημάτων σου
η άμαξα που μας έφερε τη νύχτα είχε σταθμό
τη μια στο Ψυχικό την άλλη στα Πετράλωνα
εδώ που είμαι δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο
έχει μόνο ευγένεια χρόνου
και παρορμήσεις
που δεν αδυνατίζουν μνήμη
είμαι το φως της νύχτας
το βήμα ενός χορού
το μεσονύχτι του λιτού περάσματος

φοξ τροτ, ποιήματα, Έρμα Βασιλείου, Αφροδίτη, 2013
Μπλε και άσπρο σατέν

Έτσι αφού κάποτε έμαθα τη μεγαλομανία του χρόνου
άντεξα να μην του ζητήσω να σε δω από έτη φωτός μακριά
ήσουν ντυμένος με μπλε σατέν και άσπρο
σαν γη από πλανήτη αλλόπιστο
και η γη ακούγεται στη ρύπανση της περηφάνιας
στριφογεμίζει κύκλους
να μετράει ένας πλανήτης άδειος από κοσμήματα
ασορτί σατέν σαν θάλασσα
φαρμπαλάδες ακοίμητους
κοκτέιλ με αγάπης σπίρτο
ευωδιές ιβίσκων
λούλουδα μπανανιάς πελώρια σφίγγονται πάνω σου
να σ’ αφήσουν να γιάνεις
έρχομαι να σε δω
σαν έλεος
στο κοιμητήρι παραδόσεων
να, η αφάνεια
σου γλιστρά
γυαλοκοπά η αυτάρκεια
φεύγω πάντα ακίνητη
και πάντα νικημένη
όμως με χρόνια είναι που θέλει ο αέρας να σε ντύσει
είναι που θέλει ο κάμπος να ντυθεί
εγώ γυμνή να δίνω, μόνο εγώ, γυμνή
ούτε ντυμένη, ούτε άντυτη

γιατί σε θέλω ακόμα στο ατελείωτο

*Από τη συλλογή “φοξ τροτ”, εκδόσεις Αφροδίτη, 2013.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Fast Food VII

photoday-08-04-2014-665x435

ΧΧΧΙ ΄

Ομορφη φύση
Μα … αλληλοτρώγεται.
Κορνίζα κενή.


XXXII

Του νταλκά ζητά
τραγούδια για ν’ ακούσει.
Μαζί του κι εγώ.

XXXIII

Φαίνεται καλός,
μα σαν μένει μόνος του
τροχίζει νύχια.

XXXIV

Αγαπά το γιο
η μάνα, μα πεθαίνει
για τον εραστή.

XXXV

Θαύμα η φύση,
είπε, μα τους ανθρώπους
βάζει χωριστά.

Τζούλια Φορτούνη, κυκλαδίτικο παράπονο

3+ξερολιθιές+Τήνος

ακουμπώ σε τούτη την ξερολιθιά
μια νότα κλαίει μέσα μου
βιολί που γρατσουνάει παράτονα
καταμεσήμερο καλοκαιριού

δεν έχω άλλο στήριγμα
από αυτή την παράξενη μονωδία
άλλη μουσική δεν ξέρω

όταν ακούς ήχο μονότονο
καταμεσήμερο καλοκαιριού
να ξέρεις
είμαι εγώ που κλαίω

ανάμεσα στα άλλα τζιτζίκια
αυτού του πεύκου
δίπλα στην ξερολιθιά και τ’ αγριόχορτα

*Από τη συλλογή ‘Φυσικό αντίδοτο”, εκδ. Μανδραγόρας 2013.

Γιώργος Καββαδίας, διλήμματα

2008-12-29_171236

Καληνύχτα, κι ίσως καλημέρα..
Κι ίσως μια διαφορετική αρχή,
κάπου στη μισοσκότεινη σκηνή, κάπου στο βεστιάριο της θλίψης σου…
Εκείνης της μοναδικής χαρμολύπης του χαμόγελού σου…
Καταχωνιασμένη και πάλι,
ανάμεσα σε φορέματα και ψεύτικα μαλλιά…
Καταχωνιαμσένη και πάλι,
ανάμεσα σε παρελθόν και σε μέλλον…
Δίχως απάντηση καμιά σε ερώτηση αιώνια…
Τρομαγμένη, μαζεμένη στη γωνία,
σαν μια γάτα που αναρωτιέται αν πρέπει να επιτεθεί…
Άγνοια κι απελπισία…
Φόβος και οικειότητα…
Έλξη και αμαρτία…
Λόγια μεγάλα, σημαντικά, ίσως και ψεύτικα…
Λόγια σαν μαστίγια στ’ αυτιά μας…
Επαγρύπνηση… και πόνος…

*Από τη συλλογή “Ό,τι μας στοιχειώνει”, εκδ. Νυχτερίδας http://www.nyxteridas.gr