Δειλινά διαπιστευτήρια

sephrakleio+054

Το «πού πάει ο έρωτας όταν φεύγει;»
του Tom Robins…
το «πού τριγύριζες κι έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη;»
του Οδυσσέα Ελύτη…
το «η νόηση μοιάζει με παγοθραυστικό»
του Νίκου Καρούζου,
το «εγώ δεν μπορώ να σκεφτώ κι ας έχω χέρια»
του Ναζίμ Χικμέτ,
το «είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή»
του Κώστα Καρυωτάκη,
το «ένα πουλί πληγωμένο είναι πιο ελαφρύ;»
της Ελένης Βακαλό,
το «το αίμα κλαίει, το αίμα λέει, δεν ακούτε;»
του Πέτρου Ανταίου,
το «οι παλιές φωτογραφίες είναι σοφές, ξέρουν να εκδικούνται»
του Κλείτου Κύρου,
το «τι ελευθερία καθώς η φωνή μου ραντίζει!»
του Αλέξη Ασλάνογλου,
το «οι χωροφύλακες δεν διαλύονται με αυταπάτες και ψυχοσάββατα»
του Μιχάλη Κατσαρού,
το «θα με πολεμούσες ακόμη και μ’ αυτά που σου’ μαθα»
του Τίτου Πατρίκιου,
το «δεν υπήρξα παρά μια λακκούβα σκοτεινιάς»
του Τζουζέπε Ουγκαρέττι,
το «στων δικών μου σπονδύλων θα παίξω τον αυλό»
του Βλαδιμίρ Μαγιακόφσκι,
το «στυφά τα μονοπάτια»
του Άρθουρ Ρεμπώ,
το «πόδια πέτρινα με κάλτσες άμμου»
του Πωλ Ελυάρ,
το «στόμα, τέτοια αιμάτινη τομή ομορφιάς»
του Πιερ Ζαν Ζουβ,
το «δεν σε σκέφτομαι, είμαι πολύ κοντά σου»
της Ελίζαμπεθ Μπράουνινγκ,
το «είμαι ευρύς, περικλείω άφθονα»
του Ουώλτ Ουίτμαν,
το «σπίτι σου είναι η ροή σου»
του Μιγέλ Ντε Ουναμούνο,
το «καρδιά σου με παγωμένα επιμνημόσυνα μάτια»
του Ντάντε Ροσέτι,
το «η ανθρώπινη καρδιά αχόρταγος κρατήρας»
του Ουίλιαμ Μπλέηκ,
το «άξιοι εμείς της ατίμωσης, ότι αυτή μας αποξένωσε από τον ανάξιο καιρό της»
του Γιώργου Χειμωνά…

*Αναδημοσίευση από το Επαναστατικό Ποιηταριάτο στο http://poiitariato.blogspot.com.au/2014/05/blog-post_26.html

Νεκταρία Μαραγιάννη, Πανάκεια

Prisoned_Soul_by_UAEian_Artists

Οι φύλακες των ψυχών
καραδοκούν
στους ξενώνες του νοσοκομείου.
οι δήμιοι κάνουν παρέλαση
μοιράζοντας αποδείξεις θανάτου
στους –εν λίαν συντόμως-
επιβάτες

φοβόμουν πως θα σταματήσει και στη δική μου κλίνη
με την ταμειακή μηχανή

μα, μια απλή σύγκρουση με τον προορισμό
και ανάρρωση αορίστου χρόνου
(κι οι λέξεις είχαν κουραστεί
να καρτερούν τη ματιά μου)

Νέττα, 7/6/2014

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Δύο ποιήματα

cf80cf85_ceb2__ceb3-ceb3___ceb5__ceb4_ceb7_cebe_ceb2__ceb3_cf85__ceb6_ceb1_ceb5__cf87_2013

Ό,τι πιστεύω στα σπλάχνα μαθαίνεται

Πιστεύω
στην αγρύπνια της σιωπής
και στο ρίγος του πάθους
στη ρωγμή του σπόρου μέσα στη γη
σ’ ό,τι είναι γραμμένο στον αέρα
στην ερημιά των δρόμων
και στα λαγούμια του πόνου.

Πιστεύω
στις λέξεις που βούλιαξαν στο έλος μιας αγάπης πυρπολούμενες
στ΄ άσπρα νερά του ποταμού με την ατέλειωτη ομίχλη
καθώς ορμητικά κατεβαίνουν
μυθικά
ανυπέρβλητα
στη μοίρα του μυροφόρου αντάρτη
που είναι πάντα μόνος
βουτηγμένος μέχρι το λαιμό μέσα του.

Πιστεύω
στη γυμνή κάμψη των δακτύλων της γροθιάς
στις κάθετες εφρομήσεις
στο γενικό ξέσπασμα του πυρός
και τέλος
-αν βέβαια υπάρχει τέλος-
πιστεύω στο πείσμα σου
καθώς βάζει βαθιά το νυστέρι.

Ντοκιμαντέρ

Οι ιππείς της σελήνης έφυγαν μακριά
σιωπηλοί και μόνοι
σκορπώντας δεξιά κι αριστερά τα κόκκαλά τους.
Με κινήσεις αργές
με τη μνήμη υπόγεια σήραγγα που καταρρέει
τα μεσάνυχτα
ξετυλίγουν γλαυκό το σκοτάδι.
Ξυπνούν το σαράκι της αλατόπετρας
αποκαλύπουν σκιές
μορφές θολές
ψυχές αποδιωγμένες
Ωσάν βεγγαλικά κρεμούν ανυπεράσπιστους έρωτες
στο ταβάνι του κόσμου
με πυρετό και μέταλλα φλογισμένους.
Με προσοχή ξεθάβουν τους ωραίους νεκρούς.
Κλείνουν τα μάτια στα φαντάσματα του νου
επικαλούνται το θαύμα
άσαρκα τα προσφέρουν τα φιλιά

κι όταν φουσκώνουν οι αρμοί τους
κι ανοίγουν τα ρήγματα
άλλο πλην την οργή τους μην έχοντας
περνούν το αίμα τους
το ίδιο το αίμα τους
στο τίποτα που τους βυθίζει
τους βυθίζει
ώσπου να χορτάσει το σώμα τους
με την ύλη του θανάτου.


*Δημοσιεύτηκαν στο ελληνοαυστραλιανό λογοτεχνικό περιοδικό “Ο Λόγος” Νο 26, 2013, σελ. 52-53.

Γιώργος Αναγνώστου, Τρία ποιήματα

G. Anagnostou, Diasporikes Diadromes

Study Abroad Itineraries

Καλοκαιρινά προγράμματα ανθρωπιστικών σπουδών
συνωστίζονται στα νησιά.

Στα χνάρια τουριστικών διαδρομών
οι ερμηνευτές της κοινωνίας.

Είδος διγλωσσίας Ι

Άγνωστη η λέξη
σ’ αυτήν τη γλώσσα
αλλά και η ανάκλησή της
στην άλλην
διαστέλλει μετέωρο κενό.

Το μεταξύ της ανεπάρκειας
συνθλίβει μια ψυχούλα
πρεσαρισμένης διγλωσσίας.

Ύστατη στάση

Η αρρώστια οστά καμπυλώνει
η καμπύλη ύλη συντρίβει
η συντριβή τριβή ακινητοποιεί
η ακινητοποίηση ποίηση κινεί
κίνηση icy στο προκείμενο.

*Από την ποιητική συλλογή “Διασπορικές διαδρομές”, εκδόσεις Απόπειρα, 2012. Ο Γιώργος Αναγνώστου γεννήθηκε στην Ορεστιάδα, έζησε στη Θεσσαλονίκη και στο Baton Rouge του Los Angeles των ΗΠΑ και τώρα ζει στο Columbus του Ohio, όπου διδάσκει στο εκεί πανεπιστήμιο. Διατηρεί ερευνητικά ενδιαφέροντα σε θέματα αμερικανικών εθνοτήτων, διασποράς και ελληνοαμερικανικών ταυτοτήτων. Έχει γράψει το βιβλίο Contours of White Ethnicity: Popular Ethnography and the Making of Usable Pasts in Greek America (Ohio University Press, 2009), το οποιο είναι υπό μετάφραση στα ελληνικά.

Ιάσωνας Σταυράκης, Πριν ξημερώσει

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Χαράζει.
Ο θάνατος σαν κινέζος καλλιγράφος
στριφογυρίζει τα πινέλα
στον καμβά της ανοχής,
νοσταλγώντας τον κόσμο
που δεν άντεχε να ζει με την πανούκλα.
Χαράζει με τα νύχια ο θλιμμένος νευροναύτης το σκοτάδι.
Μα πριν ξημερώσει
κλείνει τα μάτια κι αυτοκτονεί.

*Από την πρώτη ποιητική συλλογή του Ιάσωνα Σταυράκη “Το τσίρκο των στοχασμών”, εκδόσεις Ακτίς, 2012, Λεμεσός.

Theodor Kramer (1897-1958), Σ’ εκείνους που δεν έχουν φωνή

10425114_10203638091888553_8772247182862654653_n

Όμορφο είναι το φύλλωμα, όμορφοι και οι κόλποι, 

Και πολλά θα μπορούσα να πω

Για τα χρόνια τα παιδικά και για τον άνεμο•

Όμως, δεν είμαι εγώ παρών

Κι ό,τι μιλώντας βγαίνει από μένα

Μιλά γι’ αυτούς που δεν έχουν φωνή

Για το κατσαρό του μαθητευόμενου μαλλί
Και για τον υδροκέφαλο

Για το χέρι του σακάτη που κρατά το σκουφί

Για του δέρματος τη λεύκη

Για την πόρνη 

Με το μπανταρισμένο έλκος στο πόδι


Ασταμάτητα 
Μιλώ, με μίσος καμιά φορά, δεν είμαι

Ούτε καλός , ούτε κακός

Όταν είμαι μοναχός. 

Όταν πάω για ύπνο 

Είναι σαν να είναι το στόμα μου με αίμα μπουκωμένο


Αφήστε να μιλήσω , ω άνθρωποί μου

Εμένα που είμαι κι εγώ χαμηλά μέσα στο φως

Και τραγουδώ: δεν θα κρατήσει για πολύ,

Μια μικρούλα μόνο στιγμή

Θ’ ακούσετε για την απέραντη οδύνη

Κι ίσως, ίσως μετά κι ένα τραγούδι


*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.

Νίκος Νομικός, Ιπποτική είσοδος

dicembre2011+449

Ανάμεσα στο σκότος
της οδύνης, τα βήματά σου
έζησα “αυτά” μου είπες
είν’ το προζύμι της ανάστασης.

Στο φιλιστρίνι το θαμπό
η άνοιξη που είχαμε ερωτευθεί
πνίγηκε στα ανοιχτά
της μαύρης θάλασσας
σώθηκαν μόνο απομεινάρια
από καημούς, κάτι σωσίβια
μάταια, και μια σημαία αγάπης.

Πάντα μια νέα καταιγίδα
δίνει το χέρι της να μας λυτρώσει
απ’ τις παλιές, καταργεί κάθε
διαθήκη δεν έχω τίποτα και είμαι
ανάλαφρος, όπως πίστευε κι ο
Φιλάδελφος Καρο;yζος, κι ανοίγουν
οι ορίζοντες, πάσης πνοής κι ελπίδα.

Από το τρίτο σκαλοπάτι της άνοιξης

*Δημοσιεύτηκε στο ελληνοαυστραλιανό λογοτεχνικό περιοδικό ¨”Ο Λόγος” Νο 26, 2013, σελ. 48.

Cristina Campo, Θα πεθάνουμε απόμακροι

Θα πεθάνουμε απόμακροι, Θα είναι πολύ
αν ακουμπώ το μάγουλό μου στην παλάμη σου
την Πρωτοχρονιά. Αν στην δικιά μου το ίχνος
θα σχεδιάζει μιαν άλλη μετανάστευση.
Για την ψυχή μονάχα λίγα
ξέρουμε. Θα πιει ίσως απ’ τις γούρνες
των κοίλων νυχτών δίχως ν’ αφήσει ίχνη,
θα αναπαυθεί κάτω από αέρινες φυτείες
που έχουν βλαστήσει στα βράχια.
Ω, κύριε και αδελφέ!όμως για εμάς
Πάνω απο μία μανό θήκη από κρύσταλλο
φιλομαθείς λαοί θα γράψουν
ίσως, μετά από χίλιους χειμώνες:
“κανένας δεσμός δεν ένωνε τούτους τους πεθαμένους
μέσα στην έρημη νεκρόπολη”.

*Η Cristina Campo (πραγματικό όνομα Vittoria Guerrini), γεννήθηκε στον Μπολόνια στις 29 Απρίλη 1923 και πέθανε στη Ρώμη το Γενάρη του 1977. Ήταν συγγραφέας, ποιήτρια και μεταφράστρια. Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ένεκεν” στο τεύχος 29, Ιουλίου-Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 2013. Μετάφραση: Άννα Γρίβα.

Αναστασία Γκίτση, Σύνδρομη φυγής

zademack-08

Απονενοημένη επαφή.
για σώμα νυχτερινό
– τ’ αποφάσισα-
θα ρίξω πάνω μου αμυδρά το “νωρίς”
του ραγισμένου ρολογιού

Σε κάθε πυρά ιεροεξεταστών
σε κάθε χλεύη σιναφιού
-της Αγίας Ιντελιγκέντσιας-
θ΄ αλυχτώ λέξεις
ακατάληπτα στραβές ανύποπτων μανιφέστων

Σε κυλιούμενες σκάλες των σταθμών των τρένων
θα με δεις να περπατώ ανάποδα
-βήμα δεν σέρνω στον χαμό
χέρι προτάσσω όμως!-

Πρώτα θα γελάσεις
έπειτα θα σαστίσεις.
‘Η μήπως όλα ανάποδα θα συμβούν στο
χαλασμένο ρολόι του τοίχου (μας);

Σ’ ένα δωμάτιο αν σταθώ
καρφί και δεν γυρίζω
ακουσίως θα γδαρθείς
σ’ ανάδρομη φυγή.

Η απονενοημένη πληγή σου
τον Απρίλη θα σε βρει
ή μήπως κάποιον Ιούνη;

Πρώτα θα γελάσεις
έπειτα θα σαστίσεις.
-κάπου πιο μέσα στην πληγή μια κλήση
αναπάντητη-
Σύνδρομη φυγής.

Βρύγη Ιούλιος 2013

*Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ένεκεν” στο τεύχος 29, Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2013.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Fast Food VI

501688-626time

XXVI

Κοιτάνε μπροστά,
μα βλέπουνε πίσω τους,
ποτέ τριγύρω.

XXVII

Θα σε ξαναδώ;
Όχι, είπες. Μα ξεχνάς
τις ψευδαισθήσεις.

XXVIII

Μνήμες γεμίζουν
το άδειο μου παρόν.
«΄Ετοιμα» τρώω.

XXIX

Φως φεγγαριού
στο κορμί της βοηθά
να το χαίρομαι.

XXX

Η ρεμπέτικη
πενιά αλλού με πάει
πώς θες να με βρείς.