Eleni Vakalo, Two poems translated in English by Karen Emmerich

1*FjswI_uUcOAVHTBPpdNC2A

The water

A the water’s edge
The fish moves
Images foundered and fearful from before
In seaweed
In muddy sand
In cracks in the rocks
Grown slimy in the water.

The fish: reptile
The fish: hanged man’s tongue
Membrane still held by a slaughters beast
Hazy plucked-out star the fish in the shallows.

—-

Digression about the spider

Striking the spider
The spasm of its legs
That falling contract and tangle together
In three closed corners
The whole spider shrinking
Death when it suddenly comes
With a swift pain from the strike
And that strength you have in your hands
The image collects for a few moments
As passing you saw it on the wall
Walking with its eight legs
In a strange rhythmical arrangement
The rapid change
In the sight, starting with the strike,
Transforms what was innocent in intent.

*From the “Diary of Age”.

Πάνος Καπώνης, Δύο ποιήματα

5330_1130936228200_1071072359_30386219_3562719_n

After dark

Εκρηκτικά φαινόμενα εκλάψεων
μετά τη νύχτα
που λάμπει αδιάκοπα
στα μαύρα ηχητικά συστήματα
ώθησαν σπασμούς
στο πεζοδρόμιο
και στις πέριξ ανταύγειες οφθαλμών.

Οι προβολείς άναψαν
στη ροή των διαχωρισμών των ήχων
φύλλα που σκέπαζαν
τα ευτυχισμένα λουλούδια.

Σ’ ένα μπαρ στα Εξάρχεια, 2006

Ρεύματα

Στο μήκος του ήχου προεξείχε η διαδήλωση
αναλώσιμη στη φλόγα των φλογοβόλων

Ανάμεσα στα γυμνά πόδια των λαμπρών φεγγαριών
οι υπόγειοι ρυθμοί ούρλιαζαν στο βάθος
ρεύματα οινοπνεύματος.

Αθήνα, 2006

*Από τη συλλογή “Κύβος”, εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων, 2011.

Θάνος Πάσχος, Κάλεσμα

410522-l amour et psyche in hermitage

Περιορίζω την αιωνιότητα
σε δώδεκα χαραγμένα όνειρα.
Ο χρόνος περιδίνητος
απ’ τους έλικες του σώματος
δίχως εξουσία
στον καιάδα του γκρεμίζεται
με ένα δικό μας χτύπημα στον άνεμο.
Φαντάζει η ζωή
λίγη για να μετρήσει τους σιωπηλούς αντίλαλους
της αγάπης μας.

Σ’ αυτή την παύση
ξεκινάω κι αναποδογυρίζω αριθμούς,
για να σβήσω στη σκιά σου.

*Από τη συλλογή “Έρως ονειρευόμενος”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2012.

Μανώλης Μεσσήνης, Εδώ θα σταθώ

Εικόνα του Roberto Paletti

Εικόνα του Roberto Paletti

Λιγόστεψε το φως,
χαμήλωσε ο ουρανός το πρόσωπό του,
κρεμάστηκε το φεγγάρι μεσίστιο
στον ιστό των ματιών μου
Στο στήθος μου κατοικεί ένα πουλί,
αλαφιασμένο, χωρίς φτερά και κράζει
Μοιάζω του Σίσυφου,
φορτωμένος μια πέτρα
να τη στηρίξω προσπαθώ στην κορυφή,
μα όλο κατρακυλά
Εδώ θα σταθώ,
σε τούτη την πέτρα,
στην πέτρα που με γέννησε
Αγωνιώντας για του ανθρώπου τις ρωγμές,
λουσμένος ιδρώτα, φορτωμένος μνήμες
Σηκώνοντας το βάρος της νυκτός
Εξουσιάζοντας τη θέληση, κι ανάβοντας φωτιές
Εδώ θα σταθώ,
με το αγκάθι στο στήθος μου σφηνωμένο,
άγρυπνος μες στο σκότος που με περιβάλλει,
γυμνός από λάμψη – σαν φλόγα ασχημάτιστη,
όρθιος πάνω στον σταυρό,
καταρρίπτοντας με όνειρα τους εφιάλτες
Κι αν μέρα τη μέρα βαδίζω
σε λιμνασμένα νερά
και δρόμους φλογισμένους
Κι αν καίω το βλέμμα μου
σε αδιάβατες κορφές
Εδώ θα σταθώ,
ανάβοντας φωτιές σε πλατείες,
κτυπώντας καμπάνες
για να ξυπνήσουν του κόσμου οι γειτονιές
Εδώ θα σταθώ,
μαστιγώνοντας τον φόβο
έξω απ’τις κατοικίες της σιωπής,
με τα μάτια στραμμένα στα βέλη που με σημαδεύουν
Εδώ θα σταθώ,
στην πέτρα που με γέννησε

© Μανώλης Μεσσήνης

Πάνος Κουτρουμπούσης, το τοπίο τη νύχτα / the landscape at night

10488294_884327568250479_226000556105083585_n

Πες πως βλέπεις σαν σε όνειρο
το αγρόκτημα, τον ανεμόμυλο,
τη σιδηροδρομική άμαξα,
το πολεμικό αεροπλάνο, το τανκ,
τη βυζαντινή εκκλησία, τη Φάτνη, το ζέπελιν,
σαν σε όνειρο
την έξοδο του Μεσολογγίου, την Έπαυλη,
τη Χιονάτη και τους 7 Νάνους,
την Κοκκινοσκουφίτσα, τη Σταχτοπούτα,
τον Κοντορεβυθούλη, τους 40 Δράκους,
τον παπουτσωμένο Γάτο,
τις ελληνικές ενδυμασίες, το Κρυφό Σχολειό,
σαν ζωντανή οπτασία
τα 3 Γουρουνάκια, το θέρος,
τα ζώα του αγρού και του βάλτου,
τα ζώα της αυλής,
τον Λευκό Πύργο,
τον Μυστικό Δείπνο.

the landscape at night

Say you see as in a dream
the farm, the windmill,
the train carriage,
the warplane, the tank,
the byzantine church, the Manger, the airship,
as in a dream
the sally out of Messolonghi, the Mansion,
Snow-White and the 7 Dwarfs,
Red Riding Hood, Cinderella,
Tom Thumb, the 40 Ogres,
Puss-in-Boots,
greek costumes, the Secret School,
as a vision alive
the 3 Little Pigs,
summertime, animals of field and swamp,
animals of the yard,
the White Tower, the Last Supper.

*Από τη δίγλωσση συλλογή “Η εποχή των ανακαλύψεων”, εκδόσεις Futura 2002 / From the bilingual poetry collection “the age of discoveries”, Futura editions Athens 2002.

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, μακριά

images

Η απόσταση ποτέ δεν σπάει,
αλλά τα θραύσματά της κόβουν σαν γυαλί.
Καθρεφτίζονται πάνω της ξεκάθαρα όλα τα όμορφα
που θα μπορούσαν κάποτε να γίνουν,
σαν σκοινί δένει το εδώ με το εκεί
και σαν γκρεμός το καταβαραθρώνει.

Η απόσταση έχει μάτια κόκκινα και πράσινα.
Δεν συγχωρεί, μόνο γελάει,
αυτή η μεγάλη αδελφή της αδικίας,
μέχρι που γίνεται μετάσταση
και κάνει έρωτα με δύο ωραία νεανικά κορμιά.

Νεκρόφιλη απόσταση.

*Από τη συλλογή “Ανεκπλήρωτοι φόβοι”, εκδ. Πολύτροπον 2012.

Else Lasker-Schüler, Τρία ποιήματα

avramidou21.6.16

ΟΡΓΙΟ

Όλο μυστήριο φιλούσε το βράδυ

Τις μπουμπουκιασμένες πικροδάφνες

Κι εμείς παίζαμε και χτίζαμε για τον Απόλλωνα Ναό.

Και τρεκλίζαμε από πόθο μεγάλο
ο ένας μέσα στον άλλον

Κι έχυνε ο νυχτερινός ουρανός το μελανό του άρωμά

στου γκαστρωμένου ανέμου τα φουσκωμένα κύματα

και αιώνες βούλιαζαν
και τεντώνονταν

και πρόβαλλαν ξανά χρυσαφένιοι

σαν τεχνάσματα αστεριών σμιλεμένοι.

Παίζαμε με την πιο ευτυχισμένη ευτυχία

με τους καρπούς του παραδείσιου Μαγιού

και μέσα στο άγριο χρυσάφι των μπερδεμένων σου μαλλιών.

Και ο βαθύς μου πόθος τραγουδούσε

κραυγές

σαν ένα μαύρο πουλί αρχέγονου δάσους.

Και έπεφταν νεογέννητοι ουρανοί

πεντάγλυκες ευωδιές αδιανόητου πάθους

Σκίζαμε τα ιμάτιά μας
και κραυγάζαμε

από της ατμόσφαιρας το γλεύκος μεθυσμένοι.

Μ’ έδεσα στη ζωή σου

Τόσο που έλιωνε και γινόταν σκόνη

Τόσο που συνεχώς έπαιρνε πάλι μορφή

Και συνεχώς να ξαναλιώνει.
Και ένας αλαλαγμός ήταν του έρωτά μας το τραγούδι

Δυο άγριες συμφωνίες

——-

Άκου,

Τις νύχτες ληστεύω

Τα ρόδα του στόματός σου,

Ώστε κανένα θηλυκό να μην μπορεί να πιει.

Αυτή που σ’ αγκαλιάζει

Μου κλέβει τα ρίγη μου

Που τα ζωγράφισα γύρω από τα μέλη σου.

Είμαι το περιθώριο του δρόμου σου

Που σε χαϊδεύει
Σε ρίχνει καταγής.
Αισθάνεσαι τη ζωή μου
Παντού

Σαν τέρμα διαδρομής;

*Από τον κύκλο ποιημάτων “Dr Benn”.


ΤΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΜΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Σαν μυστική πηγή

Μουρμουρίζει το αίμα μου,

Πάντα για σένα, πάντα για μένα.

Κάτω από τη ζαλισμένη σελήνη

Χορεύουν τα γυμνά μου, ανήσυχα όνειρα,

Παιδιά που υπνοβατούν,

πάνω από θάμνους σκοτεινούς, αθόρυβα

Ω, είναι ηλιόλουστα τα χείλη σου…

Αυτά τα μεθυστικά των χειλιών σου αρώματα

με το ασήμι γαλάζιων αγάπανθων τυλιγμένα

Γελάς εσύ… εσύ..εσύ.

Πάντα το φιδωτό κελάρυσμα

Πάνω στο δέρμα μου

Πάνω και πέρα από τους ώμους

Κρυφακούω

Σαν μια ουράνια πηγή

Μουρμουρίζει το αίμα μου.


©Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου

*Η Else Lasker-Σούλερ (11 Φλεβάρη 1869 – 22 Γενάρη 1945) ήταν Γερμανοεβραία ποιήτρια και θεaτρική συγγραφέας, διάσημη για τον μποέμικο τρόπο ζωής της στο Βερολίνο. Ήταν μία από τις λίγες γυναίκες που συνδέθηκαν με το εξπρεσιονιστικό κίνημα. Έφυγε από την Ναζιστική Γερμανία και έζησε το υπόλοιπο της ζωής της στην Ιερουσαλήμ.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Από τα “Λόγια στην Καλυψώ”

1660313_1389091674690598_533904439_n

I

Έτοιμη η σχεδία
σαράντα τόσα χρόνια την έτοίμαζα
κόβοντας δέντρα φυτεύοντας δέντρα
γράφοντας και σβήνοντας
— γράφοντας και σβήνοντας έλιωσα τη ζωή μου.

Δεν έχω άλλα προσχήματα
έτοιμη η σχεδία
κι ή θάλασσα κάλμα μπουνάτσα.
Όλα σε τάξη μέσα στο μυαλό
χτισμένο σπίτι και χτισμένο μέλλον
με φυλακές χαρούμενες, τραγούδια, και με φως.
Δέν έχω πια καμμιά δουλειά σε τούτο το νησί.

II

Όπως άπό καράβι φεύγοντας σε βλέπω τώρα πιά
να χαμηλώνεις λίγο λίγο τα φώτα σου για μένα.
Αλλόγλωσο και το τραγούδι μεταφρασμένη μουσική
— δεν θα το ξαναδούμε τούτο το λιμάνι.

Δίπλα μου οι σύντροφοι σκυφτοί στο συρματόσκοινο
δεν κλαίνε και δεν βλαστημάνε
ήρθαν μαζί φεύγουν μαζί απ’ αυτές τις αμμουδιές
έχουν πολλή δουλειά δεν ξέρουνε δεν συλλογιούνται πού
τραβάνε.
Μονάχα ο καπετάνιος ξέρει μα ο καπετάνιος δεν μιλάει.

Στον τιμονιέρη δόθηκε η πορεία
φεύγουν τά φώτα της στεριάς
κι ο αγέρας φέρνει άμμο και δάκρυα στα μάτια
— όπως από καράβι
όπως από καράβι φεύγοντας σέ βλέπω τώρα πιά.

ΙΙΙ

Μονάχα τό κρασί κι η θάλασσα δεν άλλαξαν

Κι όμως ετούτα πρέπει νά ‘ναι τα παιδιά μας
έχουν τα σπίτια μας και τα ονόματά μας
Τζόγια Δημήτρης Κάκια
πόσο απρόσεχτα μας αγαπούν
μέσα στο νέο φως που δεν μας ξέρει!

Άπό λιοστάσι σε λιοστάσι κατεβαίνοντας στη θάλασσα
βρίσκω τα χρόνια μου ξερά φιδοπουκάμισα
κλειστά παράθυρα κλειστά πηγάδια και καχύποπτες πηγές που
αρνούνται το νερό

Αμερική Αυστράλια Καναδά
χώρα τη χώρα και σελίδα τη σελίδα – στο πουθενά

Χαθήκαμε χωρίς να πέσει ντουφεκιά.

*Περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Υπό ξένη σημαία – Ποιήματα 1967-1987”, εκδ. ύψιλον/βιβλία, 1991.

Άννα Γρίβα, Ανανέωση κάρτας ανέργου

10168150_10201942541873552_1523421395_n

Είμαστε ουρά ασπόνδυλου
μόλις αρχίζει να χαράζει
και οι σκιές γίνονται πρόσωπα

Μπροστά μου στέκονται δύο άντρες
το βλέμμα τους αστράφτει
με γλώσσα βαριά χείλη σκληρά

ο πρώτος στη σιωπή μου αποκρίνεται
“από τον Καύκασο κάθε χειμώνα
κατεβαίνουνε πουλιά
προς τις ζεστές πεδιάδες
τα κοίταζα παιδί
να ραίνουνε τη στέγη μου
πολύχρωμα ράμφη και φωλιές
το χωριό είχε εκατό κατοίκους
κι όλοι θέλανε να φύγουν
ίσως γι’ αυτό ο ερχομός τόσων φτερών
έφερνε αγρύπνια
και τον Ίκαρο να καίγεται
στης σόμπας μας τις φλόγες”

ο άλλος μένει σιωπηλός
απ’ το σαγόνι του καταλαβαίνω
ότι του λείπουνε τα δόντια
ανοίγει τότες την παλάμη του
κι απ΄ τον καρπό ως τ΄ ακροδάχτυλα
με μαύρη μελάνι έχει γράψει
“’ενα δόντι προσέφερα
σε κάθε νεκρό μου”

“αν έκαψες τον Ίκαρο’
στου Καύκασου τη χόβολη
κι αν χάλασες το στόμα σου
για τα κλειδιά της Μνημοσύνης
αυτή η ουρά πλέον σου φαίνεται
ουρά και πλάτη ελαφίνας”
είπε η γυναίκα πίσω μου
και τα ταμία ανατινάχθηκαν
και οι ψυχές μας γίνανε δάση

*Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ένεκεν” στο τεύχος 29, Ιουλίου-Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 2013.

Nanja Noterdaeme, Δύο ποιήματα στα ιταλικά

10444383_1467266926845549_8698032072732509494_n

I conti

Brava a fare i conti
I conti, quali conti?
Sulla schiena del tempo seduta,
calcolava i bicchieri di nostalgia bevuti,
calcolava le ciffre del dispetto.

Il corpo contava le sue rughe
e le costellazioni sulle braccia, le gambe
Pieno di riccordi il corpo si dilatava
nello specchio di questi calcoli
complementari.

Ma come si viveva cosi
In questa matematica del riccordo?
Dov’era l’alter ego
Per butare i conti in aria
Per amare l’altro lato
Le costellazioni infinite
E la vita che rimane?

Filiazione

Mamma, mamma, mamma, ma
Nonna, na, na, na, na
Figlia, figlia, figlia, glia
La la la
Mensogne, mensogne ogne ogne gne ne ne ne
Figli figli figli figli
Nonni nonni nonni nonni
Ni ni ni ni
Bugie bugie bugie gie gie
Della nonna nonna nonna na
Na na na na e del no no n ono.