Μνήμη Φραντς Κάφκα

Στον Χέντβιχ Βάιλερ
29 Αυγούστου 1907

Στον ήλιο του απογεύματος
με γερμένη την πλάτη μες το πράσινο
σε παγκάκια καθόμαστε.
Τα χέρια μας κρέμονται κάτω,
θλιμμένα ανοιγοκλείνουν τα μάτια μας.

Κι οι άνθρωποι ντυμένοι περνούν
με βήμα τρικλιστό πάνω σε χαλίκια
κάτω απ’ αυτόν τον τεράστιο ουρανό
που απλώνεται μακριά απ’ τους λόφους
ως τους λόφους πέρα μακριά.

*Από το βιβλίο “Η πληγή και η λέξη” εκδ. Σαιξπηρικόν, σε εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια Νίκου Βουτυρόπουλου.

Rene Char, Δαίδαλος

474px-René_Char.JPG

Σκάβε! πρόσταζε η σκαπάνη.
Σφάζε! ξανάλεγε το μαχαίρι.
Και μου ξερίζωναν τη μνήμη
Κι εβασάνιζαν το χάος μου.

Όσοι με είχανε αγαπήσει.
Μετά σιχαθεί, και πιο μετά ξεχάσει,
Έγερναν τώρα και πάλι πάνω μου.
Κάποιοι έκλαιγαν, κάποιοι άλλοι ήσαν ευτυχείς.

Ψυχρή αδελφή μου, του χειμώνα χλόη,
Περπάταγα και σ’ είδα ν’ αβγαταίνεις,
Να ψηλώνεις πιο πολύ από τους εχθρούς μου,
Να πρασινίζεις πιο πολύ από τις αναμνήσεις μου.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
*Το ποίημακαι την εικόνα της ανάρτησης τα πήραμε από το Αλωνάκι της Ποίησης στο http://alonakitispoiisis.blogspot.com

Άρης Αλεξάνδρου, Η προαγωγή

Όλα ήταν έξοχα χτες βράδι
τόσο που κρυσταλλώθηκε η θάλασσα στους βράχους
κ` έγινε αλάτι
τόσο που κρυσταλλώθηκαν τα σύννεφα ψηλά στον ουρανό
κ` έγιναν αστέρια
τόσο που κρυσταλλώθηκε δω κάτω η σιωπή μας
κ` έγινε φιλί.
Όλα ήταν έξοχα χτες βράδι
μόνο που ήρθαν ίσως με κάποια καθυστέρηση
όπως φτάνει στον πεσόντα
η διαταγή προαγωγής του σε υποδεκανέα.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Fast Food VIII

Feediing-Swallows-630x476


XXXVI

Κοιτάς τ’ ανθάκι
– ομορφιά που σε μεθά.
Μα μην ξεχνιέσαι.

XXXVII

Κόβεις τ’ ανθάκι
Μα γιατί της το δίνεις;
Κι αυτή ανθίζει.

XXXVIII

Άνοιξης τόποι
με καλούν, μα η πόλη
μ’ έχει δεμένο.

XXXIX

Άνοιξη χλωμή.
Της καρδιάς μου ο πόνος
της ρίχνει σκιά.

ΧL

Καλοκαιράκι
μύρισε και μαζί του
αντιηλιακό.

Juan Manuel Macías, Ασματικό

images

Αυτές οι αργές λέξεις κάτι έχουν
από αργό ήλιο που τα απογεύματα τα τελευταία
του σεπτέμβρη διαλύεται στο ασήμι.
Είναι το πορφυρό μυστήριο του οίνου
που σαν ένα παιδί ξαναγεννιέται στο πατητήρι
με θορυβώδη φωνή και μάτια ηλικιωμένου.
Αυτές οι λέξεις έρχονται στα χείλη
όπως στην άκρη μιας πισίνας η σελήνη
συναισθηματική, αρχαία, αυστηρή και ευγενής.
Είναι η βρεγμένη γη, ο αγνός άνεμος
που πλέκει μάγια ανάμεσα στα πουρνάρια˙
ο χάλυβας μετριασμένος από θάρρος˙
ο βασιλιάς και ο επαίτης, που, στη μεγάλη ώρα,
ξέρουν να βλέπουν μέσα τους σαν ένας καθρέφτης
του αιώνιου ανθρώπου που στη σιωπή πεθαίνει.
Και είναι η ακρόπολη, και είναι το μάρμαρο
που διατηρεί μάχες και καταδίκες,
απ’ τη φαυλότητα των ημερών πάντα ασφαλείς.
Αυτές οι αργές λέξεις είναι οι γονείς
που μας κληροδότησαν ναούς, παλιά ενδύματα
και μια ιστορία διδαγμένη στις σοφίτες.
Κι είναι τα σύννεφα επίσης χωρίς ιστορία
που οικοδομεί την έρημο μες στην αδυναμία
όπου μονάχα η πίστη κρατά σε αναμονή
το μετάξι, με το βάρος του θανάτου.

Πιο πέρα από τις άγονες γραμματικές,
πιο πέρα από τα ψυχρά ράφια,
πιο πέρα από των χρόνων τα φύλλα,
και πιο πέρα από τη λογοτεχνία,
αυτές οι αργές λέξεις είναι το δικό μου αίμα,
και καίνε σ’ αυτές μέσα πολλές ζωές μαζί,
πολλά μάτια που κοιτάζουν εκ του χρόνου,
άμα τις κάνω απ’ τις αβύσσους τους να γυρίσουν
στο αυτί για να σου μιλήσουν. Αυτές οι λέξεις
είναι το σώμα μου που θρύψαλα απ’ την άμμο έχει γίνει,
η καρδιά μου από την τρικυμία μεταφερμένη,
η ψυχή μου μέσα στο κοχύλι μαζεμένη.

*Από το βιβλίο Άσματα και φυλακές, Isla de Siltolá 2011. Ο Χουάν Μανουέλ Μαθίας [Juan Manuel Macías] (γεν. Καρταγένα, 1970), είναι φιλόλογος, ελληνιστής και μεταφραστής. Συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά που σχετίζονται με τα κλασικά γράμματα, με άρθρα και μεταφράσεις ελληνικής ποίησης. Ποιήματά του και άρθρα του λογοτεχνικής κριτικής έχουν δημοσιευτεί σε αρκετά περιοδικά ποίησης. Έχει εκδώσει 3 ποιητικές συλλογές καθώς επίσης σε μετάφραση ποιήματα της Σαπφούς και την ποιητική συλλογή της Μαρίας Πολυδούρη με τίτλο «Οι τρίλλιες που σβήνουν».
**Το ποίημα αυτό είναι από την Ανθολογία σύγχρονης ισπανικής ποίησης, από τις εκδόσεις Βακχικόν, σε μετάφραση ελληνικά και επιμέλεια Άτης Σολέρτη.

Μανόλο, Σκόρπιοι στίχοι

2-5-2014+σταλακτίτες

Ο έρωτας έχει χρώμα βυσσινί
Και γεύση απογοήτευσης

Όλοι περίμεναν το φως,
το φως που θα αποκάλυπτε
την μορφή μιας αμαρτίας
γιατί βαρέθηκαν τον ρόλο του αθώου

Οι καιροί φεύγουν
και εσύ μένεις
κλεισμένος μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο
τρέχοντας να τους προλάβεις

Σηκώναμε τα χέρια μας
ψηλά και από εκει που
τα κοιτάζαμε τα
βλέπαμε να φτάνουν
μέχρι τον ήλιο

Έτσι μας πυροβόλησαν
πισώπλατα μπροστά
στον ήλιο

Τον τσάκωσαν να σκέπτεται τον εαυτό του

Εκτός από τραγούδια
Δεν ήξερε τίποτα άλλο να κάνει.
Τίποτα, μόνο τραγούδια,
Τα τραγούδαγε και χόρευε

*Από τη συλλογή «Η τρύπα», Αθήνα 1994 (σε χειροποίητη, ανεξάρτητη έκδοση).

Γκέοργκ Τρακλ, Δύο ποιήματα

tumblr_mxw33fGJdY1qitcpbo1_500


ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Το βράδυ σωπαίνει ο θρήνος
του κούκου στο δάσος.
Βαθύτερα γέρνει το στάχυ
κι η κόκκινη παπαρούνα.
Πάνω απ’ το λόφο απειλεί
μαύρη καταιγίδα.
Το παλιό τραγούδι του γρύλου
ξεψυχά στον αγρό.
Το φύλλωμα της καστανιάς
πια δε σαλεύει.
Το φόρεμά σου θροΐζει
στο γύρισμα της σκάλας.
Γαλήνια φέγγει το κερί
στο σκοτεινό δωμάτιο
ένα ασημένιο χέρι
το ‘σβησε- άπνοια, νύχτα δίχως άστρα.

ΓΕΝΝΗΣΗ

Βουνά: μαύρο, σιωπή και χιόνι.
Κόκκινο κατεβαίνει το θήραμα απ’ το δάσος
Ω, τα βρυώδη μάτια του θηρίου.
Η γαλήνη της μητέρας όταν προβάλλει έκπτωτη
η παγωμένη σελήνη κι ανοίγουν τ’ αποκοιμισμένα χέρια
κάτω απ’ τα μαύρα έλατα.
Ω, η γέννηση του ανθρώπου! σκοτεινά παφλάζουν
τα γαλάζια νερά στο βραχώδη βυθό.
Στενάζοντας κοιτάζει την εικόνα του ο έκπτωτος
άγγελος, στο πνιγηρό δωμάτιο ξυπνάει κάτι χλωμό.
Δύο φεγγάρια λάμπουνε
τα μάτια της πέτρινης γριάς.
Αλίμονο, η κραυγή της γέννας με μαύρη φτερούγα
η νύχτα αγγίζει τον κρόταφο του αγοριού,
χιόνι, που πέφτει σιγανά από πορφυρό σύννεφο.

*Από το “Το Όνειρο του Κακού, Ποιήματα (1913-1915)”, Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Εκδόσεις Ερατώ, 2005. Εμείς τα πήραμε από το http://www.poiein.gr/archives/290/index.html

Carlos Pelicer, Ώρες Ιουνίου

SouthPoleShadows_lro

Γυρίζω σ’ εσένα, μοναξιά, κενό νερό,
νερό των εικόνων μου, τόσο νεκρό,
σύννεφο των λόγων μου, τόσο ερημικό
νύχτα της ανείπωτης ποίησης.
Για σε το ίδιο αίμα –δικό σου και δικό μου-
ρέει η ψυχή του κανενός πάντα ανοιχτά.
Για σένα η αγωνία είναι σκιά στην πόρτα
που δεν ανοίγει ούτε τη μέρα ούτε και τη νυχτιά.
Ακολουθώ την παιδική ηλικία στη φυλακή σου, και το παιχνίδι
που εναλλάσσει θανάτους κι αναστάσεις
από την μια εικόνα στην άλλη ζει τυφλό.
Κραυγάζουνε ο άνεμος, ο ήλιος κι η θάλασσα σε ταξίδι.
Εγώ κατασπαράζω τις καρδιές μου
και παίζω με τα μάτια του τοπίου.
Ο Ιούνιος μού ’δωσε τη φωνή, τη σιωπηλή
μουσική να σιγάσω ένα συναίσθημα.
Ο Ιούνιος παρασέρνεται τώρα σαν τον άνεμο
κι η ψυχή άδικα βιάστηκε να ευχαριστηθεί.
Στο χρόνο τής θανής μου κάθε μέρα
οι συνέπειες της φωνής μού είπαν τόσα
και τόσο σιωπηλά, που κάποιες μέρες
ζήσαν στη σκιά αυτού τού τραγουδιού.
(Εδώ η φωνή ραγίζει κι ο τρόμος
για την τόση μοναξιά τις μέρες τις γεμίζει.)
Σήμερα κλείνει χρόνος, Ιούνιε, που μας είδες,
άγνωστους, μαζί, για μια στιγμή.
Οδήγησέ με σε κείνο το λεπτό από διαμάντι
που συ μες σ’ ένα χρόνο έκανες πέρλα θλιβερή.
Σήκωσέ με ως το σύννεφο που ήδη υπάρχει,
σώσε με από τα σύννεφα, εμπρός.
Κάνε νάναι το σύννεφο η καλή στιγμή
που μού ‘δωσες, Ιούνιε, και σήμερα έχει ενός χρόνου ζωή.
Δίπλα στον ουρανό τη νύχτα θα περάσω
για να διαλέξω σύννεφο, το πρώτο
σύννεφο που απ’ τ΄όνειρο θα βγει, από τον ουρανό,
τη θάλασσα, τη σκέψη και την ώρα,
τη μόνη ώρα που εμένανε προσμένει
Σύννεφο των λόγων μου προστατευτικό!

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Είναι τα ποτάμια

1486774_10200946235681114_674524255_n

Είμαστε ο χρόνος. Εκείνη είμαστε η περίφημη
παραβολή του Σκοτεινού Ηράκλειτου.
Είμαστε το νερό, όχι το σκληρό διαμάντι,
αυτό που χάνεται, όχι αυτό που μένει.
Είμαστε το ποτάμι κι ο Έλληνας εκείνος
που κοιτάζεται στο ποτάμι. Η αντανάκλασή του
αλλάζει στο νερό του εναλλασσόμενου καθρέφτη
στο κρύσταλλο που αλλάζει σαν τη φωτιά.
Είμαστε το μάταιο προκαθορισμένο ποτάμι
όπως κυλά προς τη θάλασσα. Το σκέπασε η σκιά.
Όλα μάς αποχαιρετούν, όλα μακραίνουν.
Η μνήμη δεν εξαργυρώνει το νόμισμά της.
Και ασφαλώς κάτι υπάρχει που απομένει
και ασφαλώς κάτι υπάρχει που θρηνεί.

D.D. M. Fadul, Δύο ποιήματα

γατα

Το χρυσό τόξο διαπερνά

Τα μάτια που με περιγελούν
Οδήγησαν το δρόμο μου στον παράδεισο
και το κερί που άναψε για μας
Καίγεται μέχρι την τελευταία σταγόνα
Στα μάτια σου είδα κύματα
Της φωτιάς και του αίματος
Και στην ανάσα σου μύρισα το θάνατό μου
Αλλά διαπερνώ μέσα από τη ζωή
της ασπίδας σου και της δύναμής σου
και ταξίδεψα
Στην ύψιστη καρδιά του γαλαξία σου
Τα μάτια που με περιγελούν
Οδήγησαν το δρόμο μου στον παράδεισο

Περιπλανώμενες ψυχές

Οι νεκροί τινάζουν τη σκόνη από τα
παπούτσια τους και πεθαίνουν
άντρες και γυναίκες στοιχισμένοι
στο νεκροταφείο
πόρνες αστράφτουν και παιδιά κλαίνε
οι πύλες του Παραδείσου δεν έχουν
κλειδαριές ή δεσμούς
μα τα παιδιά κλαίνε – κλαίνε και κλαίνε
χωρίς χέρια χτυπούν
και χτυπούν – ντουκ – ουκ – ουκ
και κλαίνε περιπλανώμενες ψυχές

*Τα ποιήματα αυτά είναι από τη συλλογή “Η κραυγή της γέννησης” του D.D. M. Fadul, γνωστού ως Ντ. Ντ. Ο Ντ. Ντ. ήταν Σουδανός, με πτυχίο Καλών Τεχνών (Σχέδιο) από αμερικανικό πανεπιστήμιο και περιφερόταν και έκανε δουλειές του ποδαριού στη δεκαετία του 1980 στην Αθήνα και ειδικά στα Εξάρχεια όπου και τον γνώρισα. Την ίδια εποχή εξέδωσε με χίλιες δυό οικονομίες και περιπέτειες τη συλλογή αυτή, την οποία νόμιζα ότι είχα χάσει κάπου, αλλά τη βρήκα πρόσφατα χωμένη μέσα σε ένα μεγαλύτερο βιβλίο όπου είχε, φαίνεται, λουφάξει για χρόνια. Από τα τέλη της δεκεατίας του 1980 έχασα τα ίχνη του στην Αθήνα. Τα σχέδια στο εξώφυλλο και όλο το βιβλίο είναι δικά του.