Rainer Maria Rilke, Άνθρωποι μέσα στη νύχτα

Laurie Justus Pace, The Good People are Gathering

Laurie Justus Pace, The Good People are Gathering

Οι νύχτες, για τα πλήθη δεν έγιναν, στοχάσου.

Η νύχτα σε χωρίζει από το γείτονά σου

Γι’ αυτό δεν πρέπει εσύ να τον ζητήσεις.

Κι αν νύχτα ανάψεις φως στην κάμαρά σου,

Στο πρόσωπον ανθρώπους ν’ αντικρίσεις…

Ποιους; – πρέπει τον εαυτό σου να ρωτήσεις.

Οι άνθρωποι, φοβερά απ’ το φως, είν’ αλλοιωμένοι

ιδρώνουνε τα πρόσωπά τους

Κι αν νύχτα, τύχαινε να είναι μαζεμένοι

Έναν κόσμο που θα παραπάταγε, να δεις θα μπορούσες

Ο ένας στον άλλο πάνω ακουμπισμένοι.

Κίτρινο φως, πάνω στα μέτωπά τους,

όλες τις σκέψεις έδιωξε μακριά,

το κρασί τρέμει μες τα βλέμματα τους

και στα χέρια τους κρέμεται η βαριά χειρονομία

που μ’ αυτήν εννοούνε, όταν συνομιλούν,

όταν συνομιλούν, ο ένας τον άλλο και σ’ αυτό επάνω,

ολοένα λεν: Εγώ κ’ Εγώ και. Με το Εγώ, έναν άλλον,

οποιονδήποτε θεωρούνε.


*Μετάφραση: Άρης Δικταίος.
**Από τη σελίδα της Ιωάννας Αβραμίδου στο facebook.

Χάρης Μελιτάς, Τρία χαϊκού

Natalia Sergeevna Goncharovna, Composition (1916)

Natalia Sergeevna Goncharovna, Composition (1916)

ΣΥΣΚΟΤΙΣΗ

Ρίξτε στο μέλλον
αποχρώσεις σιωπής.
Μη μαρτυρήσει.

ΙΑΒΕΡΗΣ

Λίγο πριν φύγω
συνέλαβα τον δράστη.
Στον καθρέφτη μου.

ΣΑΦΑΡΙ

Όλη τη νύχτα
κυνηγάω τη μέρα
μ’ ένα μαχαίρι.


*Από τη συλλογή ”Ποτάμι κόκκινο”, εκδ. Μανδραγόρας, 2013.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Αυτή τη νύχτα

10527869_320909201391973_5678161735279076375_n

Αυτή τη νύχτα
δε μπορώ να κοιμηθώ,
η καρδιά μου χτυπά.
Το δωμάτιο γυρίζει,
οι δρόμοι τρέμουν.
Σεισμός του πλήθους η φωνή,
τραντάζει τα θεμέλια του σπιτιού,
διώχνει τα όνειρα,
μπαίνει στα αυτιά μου,
με τρομάζει.
Αυτή τη νύχτα
δε μπορώ να κοιμηθώ,
η καρδιά μου χτυπά
στην Παλαιστίνη!

*Το ποίημα αυτό γράφτηκε το 2002 όταν σκοτώνονταν Παλαιστίνιοι στη Γάζα. Πιστεύουμε ότι σήμερα εξακολουθεί να είναι τραγικά επίκαιρο…

Κατερίνα Κούσουλα, Δύο ποιήματα

elpida_swtirias_0512

Η επίθεση

τα μουσκεμένα μου μαζεύω
θλιμμένα δώρα ξέμπαρκα
βαρκούλες χάρτινες ονείρων
που απέτυχαν στην πλεύση
ο ωκεανός αληθινός
την πρόσκαιρη τη φύση τους βυθίζει

μικρές μου χάρτινες βαρκούλες
κομψότατες σας σκάρωνα
τόσο μα τόσον τεχνικά
τα ονόματά σας σύννεφα
“ελπίδα” “καλομοίρα” “πάντοτε”
με πινελάκι κόκκινο καλλιγραφούσα

κι αδύναμες σας υπεράσπιζα
από του μέγα χρόνου το ανελέητο κατόπι

Το κέρδος

πυκνές σκέψεις ακίνητες
αδιάφορο γαλάζιο σήμερα
τάξη στη μέρα

με ορμή ανοίγω
θάλασσα γνώσης
λίγο να δροσιστώ

όμως μεγάλα απλώνοντας
τα χέρια, ξυπνά η πληγή
πονά το να θυμάσαι

πριν να προλάβει αυτό το κέρδος
της αόρατης μέρας
να σηκώσει κεφάλι

πάλι μόνη την ώθηση δίνω
-ύπτιο, πρόσθιο, ακίνητη
να ξεχνώ να ξεχνώ-

ας αρχίσει πάλι η μέρα.
συντεταγμένες αόρατες πληγές
αιμάσσοντα τα κέρδη


*Η Κατερίνα Κούσουλα γεννήθηκε, ζει και εργάζεται ως αρχαιολόγος στη Θεσσαλονίκη. Έχει κυκλοφορήσει τις συλλογές “Ζητήματα Κυμάτων” εκδ. Έψιλον 2009, “Σαν αγελτήρια” εκδ. Πάροδος 2009, “Ο Μέγας Απών” εκδ. Πάροδος 2010, “Αρμόδιο σώμα” εκδ. Μικρός Αστρολάβος 2011 και “Βαθύ κανάλι – Αδήλωτη Άνοιξη” Εκδόσεις των Φίλων 2013. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί και ανθολογηθεί στην “Αυγή”, τον “Πόρφυρα” και την “Πάροδο”. Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό”Ένεκεν” τεύχος Οκτωβρίου-Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 2013.

Θεοδοσία Δουτσίου, Μονοτονία

psycho2

Ξέρεις,
η ανία πολλές φορές σκοτώνει
γδέρνει
γδέρνει το καθετί που προσπαθεί να αναπνεύσει.

Η ανία μπορεί να σκοτώσει
η ανία γδέρνει
γδέρνει
κάθε ζωντανή ιαχή μέσα σου
γδέρνει
γδέρνει τον αυθορμητισμό
τη χαρά.

Η ανία φτύνει
η ανία φτύνει με μίσος
όλες τις ημέρες της εβδομάδας που περνάνε σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

Γυμναστήριο, σχολείο, μελέτη, φροντιστήριο αγγλικών,
χόμπι, τηλεοπτικά σίριαλ, πάνελ
συνελεύσεις, διαδήλωση.

Η ανία κρέμεται από το μπαλκόνι της απέναντι γειτόνισσας,
έτοιμη να πέσει στο πεζοδρόμιο,
στο κέντρο της πλατείας,
μπροστά από την παιδική χαρά.

Υπάρχουν διάφορες ανίες
κρεμασμένες σε πολλά μπαλκόνια.
Νέες, μεσήλικες, γερασμένες ανίες.
Κάποιες είναι γύρω στα 30
και απλώς έχουν βαρεθεί τη ζωή τους.

Είναι ωραία τα μάτια σου
Είναι ωραία τα μάτια σου απόψε
Μου λείπεις
αλλά η ανία πίνει τον έρωτα, τον αυθορμητισμό.

Η ανία μπορεί να διατηρήσει μια αγάπη
Η ανία πλάθει αγάλματα
Η ανία πλάθει αγάλματα,
βαρετά άρθρα στις εφημερίδες, ευτελείς διασημότητες
περιοδικά μόδας, τηλεοπτικά σίριαλ, φτηνά b-movies.

Η ανία μπορεί να γεμίσει ενα σχολικό
με δωδεκάχρονα που δεν θα διαβάσουν ποτέ Όσκαρ Ουάιλντ
ή δεν έχουνε διαβάσει ποτέ ένα ποίημα.

Πόσο άσχημο μπορεί να γίνει
ένα στόμα όταν βαριέται.
Πόσο άσχημο μπορεί να γίνει
ένα όμορφο στόμα.
Η ομορφιά συνηθίζεται.
Η ανία κρεμασμένη στο απέναντι μπαλκόνι
περιμένει.

Η ανία ποτίζει κάθε πόρο του δέρματος
με μαύρο δηλητήριο.

Το χρήμα.

Η ανία τυλίγει τα χαρτονομίσματα.
Η ανία τυλίγει τα χαρτονομίσματα
με εκδηλώσεις και παρουσιάσεις ανέραστων συγγραφέων.
Η ανία τυλίγει με χαρτονομίσματα
τις εκδηλώσεις στο Μέγαρο Μουσικής και την Όπερα.
Η ανία τυλίγει με χαρτονομίσματα
τις πουτέντες της μπαλαρίνας.

Ανία
Πλήξη

Χιλιάδες νοικοκυρές με πλήξη στα μάτια
Εκατομμύρια δωδεκάχρονα με ένα ipod 4 στο χέρι.
Πλούσιοι Αμερικάνοι ξαπλώνουν απ’ τα ξημερώματα
μπροστά από το υπερκατάστημα
για να προλάβουν να αγοράσουν πρώτοι
το καινούργιο μοντέλο ενός κινητού τηλεφώνου.
Χιλιάδες άστεγοι κοιμούνται δίπλα από τις ράγες των τρένων
Εκατοντάδες πρεζάκια άρρωστα,
ξαπλωμένα μπροστά από τα Μουσεία της Αθήνας
Εκατοντάδες νεαροί ξαπλωμένοι στο γήπεδο
περιμένουν για ώρες να μπουν τρέχοντας πρώτοι
για να δούνε τη συναυλία του αγαπημένου τους rock star.

Πλήξη
Ανία

Ξέρεις
υπάρχουνε πολύ όμορφες κοπέλες
που έχουνε βαρεθεί να ντύνονται
να μακιγιάρονται.

Η ανία σκοτώνει.
Ποιος έχει βαρεθεί το απέραντο της θάλασσας;
Ποιος;
Ποιος έχει βαρεθεί τα τρίσβαθα του ουρανού;

Ένα σμήνος πουλιών
δεν βαριέται ποτέ
να ταξιδεύει από τη μια Ήπειρο στην άλλη.
Ένας ώριμος άντρας που
έχει βαρεθεί να κοιτάζει αυτό το σμήνος πουλιών
να επισκέπτεται την πόλη του κάθε καλοκαίρι.

Τα φύλλα δεν βαριούνται ποτέ
να αλλάζουνε χρώμα από εποχή σε εποχή.
Μια γυναίκα γύρω στα 50
έχει βαρεθεί να κοιτάζει τα φύλλα να αλλάζουνε χρώμα.

Η ανία μπορεί να σκοτώνει
η ανία γδέρνει
γδέρνει
κάθε ζωντανή ιαχή μέσα μου.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό”Ένεκεν”, τεύχος Οκτωβρίου-Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 2013.

Τζούλια Φορτούνη, Το κόκκινο σπίτι

10377288_10204389245240961_7076574217019049779_n

(στην Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ)

τρίζουν οι σκάλες συνήθως

στα παλιά σπίτια

σκουριάζουν τα λουκέτα

φυτρώνουν συκιές

σαν ερημώνονται

κατοικούν σκιές και σκοτάδι

κι όλα έτοιμα να σωριαστούν

μα στο κόκκινο σπίτι

μπαίνει φως απ΄τα σπασμένα παράθυρα

σε κάθε γωνιά παίζει ένα παιδί

– όλοι το βλέπουν -

κι εκείνο ντρέπεται

στο κόκκινο σπίτι 

δεν υπάρχει λουκέτο

σκουριάζει μόνο η μνήμη

και η ξύλινη σκάλα

ανεβαίνει ποιος ξέρει πού

και στον κήπο στην κούνια

ανάμεσα στις φιστικιές

λικνίζεται ένας άγγελος

τις νύχτες κλέβει το ποδήλατο

-βλέπουμε τις διαδρομές του στα όνειρά μας-

μα κάθε πρωί ο χρόνος σκάει τα λάστιχα

τίποτα και όλα είναι στη θέση τους

στο κόκκινο σπίτι κατοικούν μόνο ποιήματα

λίγες φωτογραφίες και μια μουσική πιάνου

οι άλλοι απλώς πάνε κι έρχονται

στο κόκκινο σπίτι

δεν σκεπάζουν τους καθρέφτες με σεντόνια

η φθορά σ’ αγγίζει απαλά στον ώμο

με εκείνη την ανεπαίσθητη σκόνη των βιβλίων

το πιο ακατέργαστο υλικό

που θα κρατάει στέρεο

για πάντα

το κόκκινο σπίτι

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, ιδιόλεκτη

ιδιόλεκτη/
κι αν το σώμα σου μεγαλώνει μαζί με το δικό μου/
τέντα της ψυχής/
του πόθου κάλτσα/
κι αν τα χρόνια επιπλέουν άσηπτα στο αρχαίο νερό/
βυθισμένες κούκλες/
με πανσφράγιστα βλέφαρα/
οι πλόες τους για πάντα θα υφαίνουν/
την Ερατινή,την Υπάτη, το παλιό Γαλαξίδι/
στο ελώδες σημάδι τους/
καλοκαίρι κοντεύοντας/
λίγο πριν τη βροχή/
ΚΛ- 2014

Γιάννης Ποταμιάνος, Σύννεφο με νυφικό

10444005_899235476770320_5433180110108635811_n


=============

Το σύννεφο φορούσε άσπρο νυφικό

—– ήταν διάφανο όπως γυάλινο ενυδρείο
και μέσα του κολυμπούσαν 

—————————- όμορφα κορίτσια

γυμνά, με τον ήλιο ανάμεσα

————— στους ανοιχτούς μηρούς τους

Κι ο αέρας έφερνε τον εύοσμο οίστρο

————————— της υγρασίας τους

Κι ορθώνονταν το φλογοδίαιτο ορμέφυτο 

——————- των νυμφόληπτων νεαρών
Ένας ψαλμός ανέβαινε ως τα ουράνια

————- μακάριοι οι ιπτάμενοι άγγελοι, 

——————- μακάριοι κι οι νηφμόληπτοι

Ίσως αυτοί μυρίσουν τα λευκά στήθη

——————— μες τα διάφανα σεντόνια 

Εκεί κοντά στο λυκαυγές 

—– που τα χέρια ασυναίσθητα 

————————– ψάχνουν άλλα χέρια

τα σώματα άλλα σώματα,

———————– τα όνειρα άλλα όνειρα

Όταν ο βραχνός τζίτζικας τραγουδάει 

————————- μόνο για το τραγούδι

κι ο πόθος γυρεύει απεγνωσμένα πόθο,

ίσως κι ο ξαγρυπνισμένος ποιητής βρίσκει

—– τον έρωτα στην άκρη της γραφίδας του

Κι όλα αυτά πριν το ξημέρωμα 

———– που ξυπνάει ο ανθρωποφύλακας,

αυτός ο ληξίαρχος των πόθων

—– που τακτοποιεί το χάος του βυθού

—————————– πριν την κάθε αυγή

Ποιος ξέρει; Ίσως ο έρωτας 

———————– είναι μύστης των σκιών

φυτρώνει σε μέρη σκιερά κι απρόσιτα 

όπως αγριολούλουδο στα κρημνά των βράχων

Εκεί ανθίζει και σκορπάει την ομορφιά του

να τη φοράει το άσπρο σύννεφο, 

—— που ταξιδεύει στους γλαυκούς ορίζοντες

Έτσι για να κολυμπούν μέσα του,

όμορφα κορίτσια με ανοιχτούς μηρούς 

——————– και μακροβούτια του βυθού

15 Φλεβάρη 2014


Πελαγία Φιτοπούλου, Mantona

10442946_329390000560975_8018670693707691812_n

../ Ευγένεια είναι η αλήθεια.

Εμφανίζεται στην ασπράδα των βυζιών μιας ανήλικης

Στα φαγωμένα κόκκινα νύχια της μαγείρισσας του Δάντη

Στην κάλτσα του ανάπηρου “σκεπαστή ανωνύμων”

Στον πάτο των ψυγίων

Στο πούρο του πατέρα

Στο χώμα του άντρα που αγάπησα

Στο σχοινί που κρατάει όρθιο το σύννεφο,

γι’ αυτούς που τρέχουν με τα μάτια

Στην ταράτσα που κοιμήσαμε τ’ αγόρι μας

Στην νεράιδα που ένοχα θυμάται

τα ξυπόλητα στιχάκια που ακόμα

κρέμονται ηλικιωμένα πια 

στα μαλλιά σου

Κι όμως
Κι όμως

τα βράδια πλένεται κρυφά

κι αυτός ο σκύλος ζωγραφίζει την πραμάτεια της.
…

Ω, ξέχασες το χέρι σου στο εικονοστάσι της.
../

Έκτωρ Κακναβάτος, Αυλίδα – Σχόλιο

Έργο του Agim Sulaj

Έργο του Agim Sulaj

Εστί ουν τραγωδία μίμησις πράξεως
σπουδαίας και τελείας…
Αριστοτέλης

Σου ‘λαχε να δεις τέτοια απανεμιά πριν το χαμό
όπως η γόμωση οβίδας;
Κάποιος ρωτούσε για πού θα κινούσανε τα πλοία
Γιατί κατάπεσε ο άνεμος
Γιατί σα χύμηξε ο χαλκός ίσα στο λαιμό της
τον είπαν πετεινό
πού τη σφάξανε;

…κι οι θάμνοι γύρω σαστισμένοι
βουβαμένο κόλυβο ύπνωνε τη χούφτα
το σκυλί απόμακρο αυτοπυρπολήθηκε

στο γιαλό ακούστηκαν πατούσες·
είπαν, η ψυχή της που έφευγε
Και τότες — χίλιοι ταύροι —
από τον ανοιγμένο της λαιμό σηκώθηκε
ούριος άνεμος
— Αχαιοί, στα πλοία…

Αν όχι τίποτ’ άλλο
κι αν σακατεύτηκαν κι αν δεν έμεινε σανίδα
απ’ τα καράβια
κι αν η Τροία
«και Πρίαμος και λαός ευμελίοιο Πριάμοιο»
αν όλα πήγαν κατ’ ανέμου
τουλάχιστον αυτό: η σφαγή χρησίμεψε
να είναι αλάθητος ο λόγος σου
να ‘σαι κι ελόγου σου για Νόμπελ Σταγειρίτη.

Κάποιος ρωτούσε αν προβλέπεται
ποινική παρακαμπτήριος
για αθλιότητες δεδοξασμένων.