Ταουφίκ Ζαγιάντ (1932-1994), Δύο ποιήματα

10488170_1445214262413329_5875604696673814130_n


Με τα δόντια

Με τα δόντια

θα υπερασπιστώ την κάθε στιγμή

από το χώμα της πατρίδας μου

με τα δόντια μου.

Γη άλλη πατρίδα μου δε δέχομαι

ακόμα κι αν με κρέμαγαν από τις φλέβες, μένω εδώ

όμηρος της αγάπης για τη μάντρα του σπιτιού μου,
για την πάχνη και το στοργικό ζαμπάκι, μένω εδώ

κι όλα τους τα σταυρώματα δε με συντρίβουν.

Μένω εδώ και υπερασπίζομαι

την κάθε σπιθαμή απ΄ το χώμα της πατρίδας μου

με τα δόντια.

***

Ο σταυρωμένος

Με λουλούδια και με γλυκά

Και μ’ όλη την αγάπη μας προσμένουμε

Εγώ, η γη, το φεγγάρι,

Η πηγή, η ελιά, τ’ αγριολούλουδα,

Τα διψασμένα περιβόλια και τ’ αμπέλια

και χίλια πράσινα τραγούδια

που κάνουνε τις πέτρες και φυλλοφοούν.

Με λουλούδια και με γλυκά

και μ’ όλη την αγάπη μου προσμένω

και καρτερώ του αγέρα την πνοή που έρχεται

απ΄ την ανατολή

μήπως και στα φτερά του φέρει μήνυμα

μήπως και κάποια μέρα ο ποταμός φωνάξει:

Σταυρωμένε, ανάσανε,

οι δικοί απόντες διάβηκαν.
 

*Τα ποιήματα προέρχονται από το βιβλίο “Ποίηση του λαού της Παλαιστίνης’, εκδ. έλευσις, Ομάδα Νεανικής Πολυέκφρασης Αρκαδίας’. Εγω τα πήρα από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/12990/index.html

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Fast Food IX

526570_10151835649248518_2127073834_n


XLI

Τ’ αγριοπούλι
χυμά. Γιατί σωπαίνεις,
αηδονάκι;

XLII

Βγήκα στη βροχή,
μα η φωτιά μέσα μου
άσβεστη μένει.

XLIII

Την ομορφιά της
τη βλέπει. Αόρατα
τα σχέδιά της.

XLIV

Σταμάτησαν πια
τα πόδια να χορεύουν.
Ώρα των χειλιών.

XLV

Ξέσκεπο κορμί
κολυμπά μες στ’ όνειρο
κι όμως ιδρώνει.

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Καλώ στην απολογία

10421556_10152587257249766_4735727639039198273_n

Χτυπάει ασταμάτητα το τύμπανο του πολέμου
Καλεί να μπήγουν σίδερο στους ζωντανούς.
Από τις διάφορες επικράτειες τους πολίτες
σαν σκλάβους πουλημένους
πετούν στην κόψη της λόγχης.

Για τι;

Τρέμει η γη
πεινασμένη,
απογυμνωμένη.
Ζεμάτισαν την ανθρωπότητα στο λουτρώνα
αιματηρό
μόνο γιατί
κάποιος επιμένει
να κερδίσει την Αλβανία.
Αρπάχθηκε το μίσος των ανθρώπινων
σκυλολογιών αιμόχαρο,
πέφτουν στο σώμα της γης χτυπήματα
ανελέητα, μόνο για να περάσουν
τον Βόσπορο
καράβια κάποια αφορολόγητα.
Σύντομα η γη
δε θα’ χει άσπαστο πλευρό.
Και την ψυχή θα βγάλουν
με τα χέρια απλωμένα στα δημόσια ταμεία,
μόνο για να
πάρει κάποιος
στα χέρια του
τη Μεσοποταμία.

Εν ονόματι ποιών συμφερόντων η αρβύλα
τη γη καταπατεί τρίζοντας άγρια;
Τι είναι εκεί στον ουρανό των μαχών;

Ελευθερία;

Θεός;

Δολάριο!

Πότε επιτέλους θα σηκωθείς με όλο σου
τ’ ανάστημα εσύ,
που τη ζωή σου δίνεις ηλίθια;

Πότε θα πετάξεις στα μούτρα τους την
ερώτηση
γιατί πολεμάμε, αλήθεια!

Νίκος Παϊζάνης, Τρία ποιήματα

-1

όταν μάθαινα ποδήλατο
έλειπε το ένα πετάλι

Οι καλύτεροι
Ακροβάτες
Είναι όσοι
Ισορροπούν
Με λειψά
Εφόδια
Σε σχοινί
Τεντωμένο
Σε κορυφαίο
Ύψος
Ενώ παράλληλα
Κοιτούν
Ευθεία μπροστά
Και γελούν
Από καρδιάς.
Γι’ αυτούς
Η περίφημη
Πτώση
Δεν υφίσταται
Σαν εκδοχή.

***

γαμήλια συνεύρεση

Χτες,
με πλησίασε μια τέλεια ύπαρξη.
Διαχυτική
Δυνατή
Πανέξυπνη
Θεϊκής ομορφιάς
Λαμπερή
Αιθέρια
Εκρηκτική
Άκρως ερωτική
Ήθελε να με παντρευτεί.
Μωρό μου, της απάντησα,
είμαι ένα τεράστιο μηδενικό.
Δεν άκουγε κουβέντα.
Την παντρεύτηκα

***

τρέχοντας πιο γρήγορα απότο τέλος

Ξεχαστήκαμε,
μεσ’ την παραζάλη…
Πλημμυρισμένοι από κρασί
κι από έρωτα,
πέρναγαν τα χρόνια…
Γελούσαμε.
Τραγουδούσαμε.
Κραυγές έσχιζαν τον αέρα.
Φωνές δάμαζαν την λύπη.
Χορεύαμε,
τα σώματα ίδρωναν
κι έσταζαν πόθο…
Μας σκότωναν
κι εμείς τους καλούσαμε κοντά:
«Τίποτα δεν κάνατε!»

*Από τη συλλογή “Ο έρωτας που κατάντησε ποίημα”, Εκδόσεις ΔΙΑΝΥΣΜΑ, 2014

Νίκος Καρούζος, Του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ ανωφέρεια

karouzos-2-0045

(για σένα μικρέ φτερωτέ τενόρο)

Άνοιξη φθινόπωρο καλοκαίρι χειμώνας
ο Μπαχ ανεβαίνει πάντα στους αιθέρες
γελαστός άγγελος του δρυμού
μεγάλος ιδιοκτήτης
ο Μπαχ ανεβαίνει την ουράνια σκάλα
ιερέας των ήχων απ’ τη βροχή νεότερος
αγιόκλημα φυτρωμένο στ΄ όργανο της εκκλησίας
η θαλπωρή μες στην ανάγκη του θεού μεγάλη.
Παντρεύει τις φωνές με την καθαρότητα
περ΄ από κάθε εποχή πετά νομίσματα χρυσά στους λυπημένους
δείχνοντας την ειρήνη ψηλά στα γαλανά τ’ αμπέλια
ψηλά στον ηδυόνειρο χρόνο της λησμονιάς.
Άγγελος της πηγής μοιράζει το νερό σε τόσους διψασμένους
κόβει με γαλανή ρομφαία τον καιρό
κι ανοίγει τ’ άσπιλα φτερά ως την έλπιση.
Βλέπω τους ήλιους είναι σταλαγμένοι σ’ ένα βόρειο κορμί
τη θλίψη κομίζοντας των άστρων.
Ποτάμι θαλερό πολύφυλλο της νύχτας το ασήμι
διαβάτες που θέρισαν ένα-ένα
τα χαμηλά έργα τ’ ανθρώπινα στην καθημερινή ζωωδία
και στάθηκαν
ακούγοντας τους ουράνιους ήχους-
ποτάμι θαλερό πολύφυλλο της νύχτας το ασήμι.
Ένα ψηλό χαρούμενο στάχυ βλέπω μες στην ουράνια Αττική
μετρώντας ήσυχα το θάνατο
μικρές ζωές τους κυματισμούς ανθρώπινους
ένα ψηλό χαρούμενο σταφύλι
μεθώντας την καρδιά μου σ’ άγνωστην αλήθεια
στις ερημιές της αγάπης όταν περπατώ μ’ ένα κλωνάρι τόσον
ανθισμένο
πέρα που ο άνεμος έχει σταματήσει
εκεί που το όνειρο δε βρίσκει τους λειμώνες του ύπνου
κι η κορασιά κοιμάται μόνη.
Ένα ψηλό χαρούμενο δέντρο δίχως όνομα
ρίχνει τις μεγάλες σκιές ένα δέντρο
πώς καθρεφτίζεται στη στεριά της γαλήνης!
Κι ο ήλιος με φύλλα και αθώα έντομα
τον ηχηρό Παράδεισο στ’ αμίλητα νερά μοιράζει.
Κρασί των αιθέρων
χύθηκε μες στους μίσχους ενθέων ψυχών
έρωτας ο γλυκύτερος του πόνου κάτοικος
ειρήνη και ο θάνατος όμαιμος ως τα πλάτη.
Χαίρε ο χλοερός ήλιος του χειμώνα
χαίρε ο ακατάλυτος κι όταν φύγω απ’ το σώμα
συ θα τραγουδάς υιός εύοσμος
Ιωάννης.
Ήχοι την αρμονία χύνετε στους κύλικες της ακοής
και πορφυρίζονται τα όνειρα με το αίμα.
σύγκορμος ο θνητός ανέφελα τα στήθη
κι η ορμή του σώματος περ’ απ’ το σώμα.
Στο φαράγγι του τρόμου στη χαρά των λουλουδιών
ας ονομάσουμε την αγάπη αντήχηση του Πατέρα
μόνος ο θάνατος αλλάζει τη φωνή μας.
Ένας βαθύς άγνωστος εορτάζει στα νεύρα
ηχώ της βροχής
όταν ο αέρας μυρίζει καρπούς και χώμα.

Κυριάκος Ραμολής, Δύο ποιήματα

wpulj7-zXmkI5EhFMF6bkeOiNJ-PaBvA3bTTu4bD45EXC79HVsPpNM_O8r19z46CSPSYikU9P4T8UR1awMq0jDLQhD7iHNjRoRFGhz4C58ZJ6wCDI_RBHzRnJC5yV3WQ1h9xvcA2s4Ei7n85fvAcP3qwuG8QaqLd=s0-d-e1-ft


ΤΡΙΣΒΑΘΑ

Απόψε δε βήχει ο φύλακας
και η πόρτα μας δεν τρίζει
Θα ανοίξουμε λοιπόν μια κονσέρβα
κι επιτέλους θα σκύψουμε πάνω της
…όπως σκύψαμε άλλοτε
πάνω από το πηγάδι
της φωτεινής -ως λεν- συνείδησης
ανασύροντας το έγκλημα
μες στο σκουριασμένο κουβά του
νερό γλυφό που δρόσισε
τα ακροδάκτυλά μας

ΕΝ ΠΑΡΙΣΙΟΙΣ, 1848

Τ’ αυλάκια της άμαξάς της
οδηγούσαν σε ένα κενοτάφιο
Εκεί λοιπόν μετοίκησε
ο Κάρολος Μπωντλαίρ
Ώσπου μια έφηβη αυγή
τράβηξε από τα βλέφαρά του
τη βελόνα του Θεού,
ξερίζωσε το σκιάχτρο του Σταυρού
και εναπόθεσε ευλαβικά το κεντημένο άνθος του

Ο νεκρός πλέον
αληθώς ανέστη

*Από τη συλλογή “Εσωτερικό σωλήνα”, εκδ. πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη 2008.

Ειρηναίος Μαράκης, Μουντιάλ – Γάζα – Ουκρανία

1




Πανσέληνος πάνω απ’ τα Χανιά

ποδόσφαιρο, τσιγάρο, φασαρία

η Διαλεκτική συγκρούεται με τον Μαγικό Ρεαλισμό
και κερδίζουν οι Οράνιε



πανσέληνος πάνω απ’ τη Γάζα

αίμα, πόλεμος, τρομοκρατία

ο ιμπεριαλισμός επιτίθεται στη δημοκρατία

και κερδίζει ο θάνατος



πανσέληνος πάνω απ’ την Ουκρανία

ξανά αίμα, σφαγές, ταλαιπωρία

η αδιαφορία τσακίζει ανθρώπινα δικαιώματα

κι ο θάνατος πετυχαίνει χατ τρικ



~

πανσέληνος πάνω απ’ την Πτολεμαΐδα

η κίτρινη σκόνη τυφλώνει συνειδήσεις

κάρβουνο μυρίζουν τα τραγούδια μας

και χορό στήνουν σε δάση ανύπαρκτα

τελετή φτιάχνοντας για λίγους και καλούς

φίλους αποχαιρετώντας που σκότωσε ο λιγνίτης



αλλά οι φίλοι δεν φεύγουν, το ξέρεις

δίπλα σου θα μείνουν μέχρι το ξημέρωμα

να σου θυμίσουν τους αγώνες σου

“μην απελπίζεσαι και δεν θ’ αργήσει”
η κίτρινη σκόνη να γίνει ανάμνηση

ο φόβος, η πείνα, η αλητεία άσχημο όνειρο



κι ο έρωτάς σου ν΄αναστηθεί.





Χανιά, 15/7/2014

Σαχίμ Αλ Κάσεμ, Δύο ποιήματα

palestine1-300x209

Και ύστερα

Γεννήθηκα σα ρόδι

και στις έξι γωνιές της γης μεγάλωσα

όταν θα γίνω

δίδυμος με την υδρόγειο

θα λάμψω απ΄ την αλήθεια

και θα σκουπίσω, φίλη, από τα μάτια σου

το δάκρυ

κι ύστερα

δεν πειράζει και σκοτωμένος αν βρεθώ

στου κήπου τα παγκάκια

***

Περιμένοντας το πουλί της βροντής

Και είναι να ΄ρθει
με τον ήλιο

πρόσωπο παραμορφωμένο

από τη σκόνη της παιδείας

και είναι να ΄ρθει

ύστερ’ απ΄ την αυτοκτονία της αναβροχιάς

μες τη φωνή μου

αυτό που τα θαύματά του είν’ ατελείωτα

που τ’ άσματα πουλί το λένε της βροντής

Θα ‘ρθει

γιατί το φτάσαμε

το φτάσαμε

το αποκορύφωμα του θανάτου


*Τα ποιήματα προέρχονται από το βιβλίο “Ποίηση του λαού της Παλαιστίνης’, εκδ. έλευσις, Ομάδα Νεανικής Πολυέκφρασης Αρκαδίας’. Εμείς τα πήραμε από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/12990/index.html

Αγγελική Δημουλή, Ποιήματα

School-girls-in-horrifying-gas-masks.-WWII-202x300

Η επανάσταση του γιασεμιού

Η επανάσταση του γιασεμιού
Κοιμήθηκα – με φίλησε η μάνα μου
είχαμε οργανώσει γλέντι
στην αυλή (τη μέσα) για το βράδυ
στάζανε έρωτες τα ρόδια μας

Ξύπνησα – με έσπρωχνε μια ξένη που βογγούσε
είδα τα μέλη (στη γιορτή) ακρωτηριασμένα
τα ρόδια στάζανε τον πόνο
τα μάτια μας μπερδέψανε το άλικο.

Πέθανα – με κόψανε τυφλοί με ιδεολογία
με βάλαν να στηθώ πλάι στα χέρια δίχως ταίρι
χόρεψε ‘λέγαν και γελούσαν
δεν πρόλαβα να δω τα ρόδια

(πετάχτηκαν λευκόσαρκα στον τοίχο)

***

Φιέστα

Σαν σε χορό ελληνικό
εβάλανε σε κύκλο τα καρότσια τους
στηθήκανε κι εκείνοι από πίσω
σε καρτ-ποστάλ

ριπές και έπεσε
έκαστος στο καρότσι το δικό του
να μη λερώσουνε -είπανε-
με το ξένο αίμα
το πολυφίλητο χαλίκι της
πατρίδας

και πάλι, σ’ ετούτη τη γιορτή τη φρίκης
όπου χορεύουνε μονάχα πεθαμένοι
θαυμάσιες γνωριμίες μπορείς να κάνεις
αφού εμάθανε τόσα ελληνικά οι καημένοι

Εσείς πώς λέγεστε; -Ομάρ! Από πού είστε;
κι εσείς Ναγκίμπ με σύζυγο Εβραία,
ήρθατε όλοι εδώ γι’ αναψυχή
με τα μοιραία γραφεία ταξιδίων
“Ο Μετανάστης”

*Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό”Ένεκεν” τεύχος Οκτωβρίου-Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 2013.

Ζακ Πρεβέρ, Το μήνυμα

Σύντελης Τάσσος, Άτιτλο (1963) - τονική οξυγραφία

Σύντελης Τάσσος, Άτιτλο (1963) – τονική οξυγραφία

Η πόρτα που κάποιος άνοιξε
Η πόρτα που κάποιος ξανάκλεισε
Η καρέκλα που κάποιος κάθισε
Ο γάτος που κάποιος χάιδεψε
Το φρούτο που κάποιος δάγκωσε
Το γράμμα που κάποιος διάβασε
Η καρέκλα που κάποιος έριξε
Η πόρτα που κάποιος άνοιξε
Ο δρόμος που κάποιος ακόμα τρέχει
Το δάσος που κάποιος διασχίζει
Το ποτάμι που κάποιος ρίχνεται
Το νοσοκομείο που κάποιος πέθανε.