Από το κόκκινο στο πράσινο όλο το κίτρινο σβήνει
Την ώρα που φλυαρούν στα δάση τους οι παπαγάλοι
φτερά λαιμοί λοφία και πιί πιί
Ένα ποίημα μένει να γραφεί για το πουλί με τη μια μονάχα φτερούγα
Θα του το στείλουμε σαν τηλεφωνικό μήνυμα
Τούτη η βαρειά λαβωματιά
Να κλαις σε κάνει
Ανάμεσα στις κόρες από το Τουρίνο να κι ένα όμορφο κορίτσι
Το καϋμένο τ’ αγόρι λέρωσε το ζωστήρα του άσπρο
Έτσι κάνεις πως σηκώνεις την κουρτίνα
Εν τω άμα ανοίγει και το παράθυρο
Αράχνες εκεί που τα χέρια κλώθαν το φως
Ομορφιά χλωμάδα σκοτάδια αξεδιάλυτα
Του κάκου καρτερούμε να βρούμε ανάπαψη
Από τα μεσάνυχτα αρχινάμε
Τότε που υπ΄ρχει χρόνος και ελευθερία
Αμόνι Μύδι κάψες καμώματα και του ξαπλωμένου ο Αχινός
Ένα ζευγάρι κίτρινα παληά παπούτσια στο παράθυρο εμπρός
Ίλιγγος
Οι δρόμοι είναι ίλιγγος
Πηγάδια
Οι πλατείες γίναν πηγάδια
Πηγάδια
Στις κουφάλες των δέντρων φωλιάζουν πονηρές αλητόβιες
Τα πιτσούνια τραγουδάνε
Στις καστανές πιτσούνες τους σπαραχτικές άριες
Κι η χήνα ουά ουά τρομπέτα στο βορρά
Εκεί που οι κυνηγοί ασβών
Μαδάνε τις κυρίες με τις γούνες
Βανκούβερ
Διαμάντι αστραφτερό
Καθώς το τρένο λευκό από χιόνι και φώτα νυκτερινά
δραπετεύει απ’ το χειμώνα
Ω Παρίσι
Απ’ το κόκκινο στο πράσινο όλο το κίτρινο σβήνει
Παρίσι Βανκούβερ Ιέρ Νέα Υόρκη Μαιντενόν
και εσείς Αντίλλες
Σαν ένα πορτοκάλι φαντάζει στο παράθυρο
Ο Ωραίος καρπός του φωτός
*Μετάφραση: Ν. Κοντομήτρος/ Calligrammes. παρμένο από το ιστολόγιο Τήνελλα Τήνελλα στο http://surrealism9.blogspot.com.au/2012/02/5.html
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Πάουλ Τσέλαν, Μαριάννα
Χωρίς πασχαλιές είν’τα μαλλιά σου, η όψη σου καθρέφτης.
Το σύννεφο περνά από το ένα μάτι σου στο άλλο, όπως τα Σόδομα στη Βαβέλ:
μαδά σαν φύλλωμα τον πύργο και λυσσομανά μέσα στους θάμνους από θειάφι.
Τότε μια αστραπή πέφτει γύρω από το στόμα σου-
αυτό το φαράγγι με τ’ απομεινάρια του βιολιού.
Με χιονόλευκα δόντια κρατά κάποιος το δοξάρι: Ω, πόσο πιο όμορφα
ηχούσε το καλάμι!
Αγαπημένη, εσύ είσαι το καλάμι κι εμείς όλοι η βροχή,
το σώμα σου κρασί δίχως ταίρι το πίνουμε και μεθούμε,
η καρδιά σου μια λέμβος στο σιτάρι, προς τη νύχτα την κωπηλατούμε ,
μια σταμνούλα ουρανός, φτερουγίζεις ελαφριά πάνω μας, και μας κοιμίζεις…
Μπρος στη σκηνή παρελαύνουν οι εκατό και μεθυσμένοι εμείς
σε μεταφέρουμε στον τάφο.
Τώρα ηχεί πάνω στα πλακόστρωτα του κόσμου
το σκληρό κέρμα των ονείρων
*Από το “Μήκων και Μνήμη”, ελδ. Νεφέλη 2007 . Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου .
Jorge Luis Borges, Είμαι
Είμαι αυτός που ξέρει πως άδικα παλεύει
σαν κι εκείνον που κοιτάζει μάταια
μέσα στον σιωπηλό, κρυστάλλινο καθρέφτη
κι ακολουθεί την αντανάκλαση ή το σώμα (το ίδιο κάνει)
του όμοιού του.
Είμαι, σιωπηλοί μου φίλοι, αυτός που ξέρει
πως άλλη τιμωρία από τη λησμονιά δεν υπάρχει
ούτε κι άλλη συγγνώμη. Κάποιος θεός έδωσε
στο ανθρώπινο μίσος τούτη την παράξενη δικλείδα.
Είμαι κείνος που, μ’ολες τις φοβερές παραπλανήσεις του,
ποτέ δεν μπόρεσε ν’αποκρυπτογραφήσει τον απλό
και μαζί πολλαπλό, αδιάβατο λαβύρινθο του χρόνου,
που ανήκει ταυτόχρονα σε έναν και σ’ όλους.
Είμαι κάποιος που δεν είναι κανένας, εκείνος που στον πόλεμο
δεν έπιασε σπαθί. Είμαι αντίλαλος, λήθη, τίποτα.
Ρω Νικολάου, Τα βράδια ακουμπώ …
Αλέξης Αντωνόπουλος, Ο ποιητής
Περνάει το δάχτυλο του από το εξώφυλλο.
Τα ποιήματα εδώ μέσα είναι δικά του.
Η πείνα έχει επιστρέψει
και η κούραση πια δεν φεύγει
και όταν σκέφτεται τον χρόνο
πονάει.
Ο χρόνος έχει τελειώσει.
Ο χρόνος τελειώνει όταν τελειώνουν
οι άνθρωποι που θα σε έσωζαν.
Ο χρόνος έχει τελειώσει.
Ο πόνος.
Ανοίγει το βιβλίο.
Χαϊδεύει τα γράμματα
το λευκό στις σελίδες.
Τα γράμματα είναι δικά του.
Ξεκίνησαν από το στυλό Bic στο τετράδιο
και τυπώθηκαν με όμορφο μελάνι στο όμορφο χαρτί
και διαβάστηκαν, και άνθρωποι δάκρυσαν.
Όχι πολλοί άνθρωποι, αλλά αρκετοί.
Σφίγγει το βιβλίο στην αγκαλιά του
το φιλάει με τους χτύπους της καρδιάς του.
Ξέρει. Ξέρει τι συμβαίνει όταν ένας ποιητής πλένει την ψυχή σου.
Και αυτό τον παρηγορεί.
Ψιθυρίζει λοιπόν στους ανθρώπους που τον διάβασαν
να πάνε σε όμορφα μέρη
να κάνουν έρωτα σε γενναιόδωρες γυναίκες
να δημιουργήσουν ιστορίες με τις ιστορίες τους
και να παίξουν, να παίξουν, να παίξουν
ώστε να παίζει κι αυτός μαζί τους.
Χαμογελάει.
Λίγο χρώμα από το εξώφυλλο έχει ξεβάψει πάλι στα χέρια του.
Όταν η πείνα, η κούραση, ο χρόνος
πεθάνουν
εκείνος θα βλέπει όσα
η πείνα, η κούραση, ο χρόνος έκρυβαν.
Και θα είναι. Εδώ. Άκου.
Σε παρακαλώ, πήγαινε τον κάπου όμορφα.
*Το ποίημα αυτό μαζί με την ειόνα της ανάρτησης δημοσιεύτηκε και στο ιστολόγιο Gathered Avant-guarde Poets στο http://gatheredavantgardepoets.blogspot.gr/2014/08/blog-post.html Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε την ιστοσελίδ του στο http://www.alexantonopoulos.com
Federico Garcia Lorca, Από τον κύκλο Romancero Gitano
Κάτου στης ακροποταμιάς το μονοπάτι περπατάει
κρατώντας βέργα λυγαριάς και στη Σεβίλλια πάει.
Τα κατσαρά του γυαλιστά πέφτουν στα μάτια του μπροστά
στην όψη του είναι μελαμψός από του φεγγαριού το φως.
Κάποτε λίγο σταματά, κόβει λεμόνια στρογγυλά
τα ρίχνει το νερό να στρώσει και να το χρυσαφώσει.
Εκεί στης ακροποταμιάς το μονοπάτι να, τον φτάνουν
κάτω απ’ τα κλώνια μιας φτελιάς χωροφυλάκοι και τον πιάνουν.
Αποβραδίς η ώρα οχτώ τον σέρνουν σε κελί μικρό
απέξω κάθονται φυλάνε πίνουν ρακί και βλαστημάνε.
*Ποιητική απόδοση: Οδυσσέας Ελύτης. Σύνθεση:Μίκης Θεοδωράκης.Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη.
Θοδωρής Βοριάς, 3 Ανιλίνες (αυγουστιάτικα φεγγάρια των πολέμων)
[α’]
Το αυγουστιάτικο φεγγάρι
βγήκε σημαδεμένο και ματωμένο.
Ποιος καρτεράει πίσω από τη νύχτα
με θραύσματα πολέμων κι άδεια όνειρα,
ανακατεύοντας σκοτάδι κι εκατόμβες σκοτωμένων;
Ποιος έσκαψε τους τάφους στο φεγγάρι;
8/2006
—-
[β’]
Μεταθανάτια καθαίρεση
Γονατισμένος
-με τον νεκρό στρατιώτη
ανάμεσα στα σκέλια σου-
μ’ ένα σουγιά ξήλωνες
της στολής τα επιρράμματα
από τα μπράτσα
και το στήθος.
Λάφυρα νίκης
κι αποδείξεις του θανάτου.
4/2008
—
[γ’]
Λέτε πως βοηθάει η απόσταση
γι’ αυτό δε σας πονάνε
τα θραύσματα
των μακρινών πολέμων.
Είναι κάποιοι στίχοι
που μειώνουν την απόσταση,
που διαβάζοντάς τους
φυτεύουν στο κορμί μου
τα φλεγόμενα συντρίμμια
των εμπόλεμων ζωνών.
8/2008
*Δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Chimeres, Τεύχος 16, Ιούλιο 2009. Εμείς το πήραμε μαζί με την εικόνα της ανάρτησης από το ιστολόγιο του ποιητή στο http://vorias.blogspot.gr
T.S. Eliot, Οι κούφιοι άνθρωποι
είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι,
οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι
σκύβοντας μαζί
κεφαλοκαύκι γεμισμένο άχυρο. Aλίμονο!
οι στεγνές φωνές μας όταν
ψιθυρίζουμε μαζί
είναι ήσυχες κι ανόητες
σαν άνεμος σε ξερό χορτάρι
ή πόδια ποντικών σε σπασμένο γυαλί
στο ξερό μας κελάρι σχήμα χωρίς μορφή, σκιά χωρίς χρώμα,
παραλυμένη δύναμη, χειρονομία χωρίς κίνηση αυτοί που πέρασαν
με ολόισια μάτια, στου θανάτου το άλλο βασίλειο
μας θυμούνται -αν καθόλου μας θυμούνται-
σαν κούφιους ανθρώπους
σα βαλσαμωμένους μάτια δεν τολμώ να δω στα όνειρα
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
αυτά δεν εμφανίζονται εκεί:
τα μάτια είναι
ηλιόφως σε μια σπασμένη κολώνα
εκεί, είναι ένα δέντρο χορεύοντας
και φωνές
στου ανέμου το τραγούδισμα
πιο μακρινές και πιο τελεστικές
από ένα μαραμένο αστέρι ας είμαι όχι πιο κοντά
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
ας φορέσω επίσης
τις μεταμφιέσεις
αρουραίου τρίχωμα, κοράκου δέρμα, κουρελούδες
σ’ έναν αγρό
φερόμενος όπως φέρεται ο άνεμος
όχι πιο κοντά όχι αυτή την τελική συνάντηση
στου λυκόφωτος το βασίλειο αυτή είναι η νεκρή χώρα
αυτή είναι του κάκτου η χώρα
εδώ τα πέτρινα είδωλα
σηκώνονται, εδώ λαμβάνουν
την ικεσία ενός χεριού νεκρού ανθρώπου
κάτω απ’ το σπίθισμα σβησμένου άστρου αυτό είναι σαν αυτό
στου θανάτου το άλλο βασίλειο
ξυπνώντας μόνοι
την ώρα που είμαστε
τρέμοντας με τρυφερότητα
χείλη που θα φιλούσαν
κάνουν προσευχές σε τσακισμένες πέτρες αόμματοι
αν δεν τα μάτια μας ξαναφανούν
όπως το αέναο άστρο
του πολύφυλλου ρόδου
στου θανάτου το λυκοφωτικό βασίλειο
η ελπίδα μόνο
των κενών ανθρώπων
των άδειων ανθρώπων μεταξύ ιδέας
και πραγματικότητας
μεταξύ κίνησης
και δράσης
πέφτει η σκιά μεταξύ αντίληψης
και δημιουργίας
πέφτει η σκιά η ζωή είναι πολύ μακριά μεταξύ πόθου
και σπασμού
μεταξύ δύναμης
και ύπαρξης
μεταξύ ουσίας
και πτώσης
πέφτει η σκιά
γιατί δικό σου είναι το βασίλειο γιατί δική σου είναι η ζωή
γιατί η ζωή σου είναι δική σου
δική σου αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος
όχι μ’ ένα πάταγο αλλά μ’ ένα λυγμό.
*Από το “The Hollow Men” (1925).
Giacomo Leopardi, Ονειρα και η Σίλβια
Το όνειρο
Hταν πρωί, κι απ’ τα κλειστά παντζούρια
Μόλις φαινόταν ο ήλιος στο μπαλκόνι
Η πρώτη αυγή στο σκοτεινό δωμάτιο.
Την ώρα που γλυκαίνει ο ύπνος
Και ρίχνει μια ελαφριά σκιά στα μάτια
Στάθηκε δίπλα μου και με κοιτούσε
Τ’ ομοίωμα εκείνης που αγαπούσα
Που πρώτη μου έμαθε τον έρωτα
Κι ύστερα μ’ άφησε μέσα στο κλάμα.
Δεν φαινόταν νεκρή, μα λυπημένη
Κι είχε τη όψη των δυστυχισμένων.
Με το δεξί της χέρι με χάιδεψε
Στο μέτωπο, αναστέναξε, και μου είπε
-Ζεις, με θυμάσαι λίγο; -Αχ, ομορφιά μου
Απάντησα, πώς ήρθες εδώ;
Πόσο πονώ για σένα, πώς πονούσα!
Ποτέ δεν πίστευα πως θα το ξέρεις
Κι έκλαιγα απαρηγόρητος.
Μα θα με ξαναφήσεις; Πόσο το φοβάμαι!
Πες μου, τι σου συνέβη; Είσαι εκείνη
Που ήσουν τότε; Τι σε βασανίζει;
Μου είπε: -Ο ύπνος και η λήθη
Τις σκέψεις σου τυλίγουν κι εμποδίζουν.
Είμαι νεκρή, και πάνε πολλοί μήνες
Από την τελευταία φορά που με είδες.
Ακούγοντας τα λόγια της, πόνος άφατος
Μου έσφιξε το στήθος.
-Στο άνθος της ηλικίας μου χάθηκα,
Συνέχισε να λέει, όταν η ζωή είναι γλυκιά
Κι η δύστυχη καρδιά δεν ξέρει
Πόσο μάταια ελπίζει. Μαθαίνει
Γρήγορα ο άμοιρος θνητός να επιθυμεί
Αυτό που θα τον σώσει απ’ τα δεινά του
Μα, όταν πεθαίνεις νέος, δεν υπάρχει
Παρηγοριά. Μοίρα σκληρή
Η ελπίδα που θάβεται στη γη.
Είναι μάταιο να ξέρεις όσα κρύβει η φύση
Από τους άπειρους της ζωής, και στην άγουρη γνώση
Ο τυφλός πόνος κυριαρχεί. -Δύστυχή μου αγάπη,
Σώπασε, σώπασε, είπα εγώ, μ’ αυτά τα λόγια
Μου ματώνεις την καρδιά. Είσαι λοιπόν νεκρή
Αγάπη μου, κι εγώ είμαι ζωντανός, κι ήταν γραφτό
Το αγαπημένο, τρυφερό κορμί σου
Να δοκιμάσει τρομερούς ιδρώτες
Ενώ η δική μου άθλια σάρκα
Θα έμενε ανέπαφη; Αχ, πόσες φορές
Θυμόμουν ότι δεν ζεις πια, δεν θα σε δω
Ξανά σ’ αυτόν τον κόσμο, και δεν το πίστευα.
Μα τι είναι αυτό που λένε θάνατο;
Ας το μάθαινα τώρα κι εγώ
Να γλιτώσω το άμαθο κεφάλι μου
Απ’ τα σκληρά χτυπήματα της μοίρας.
Είμαι νέος, μα η νιότη μου φεύγει
Χάνεται σαν γεράματα, που τόσο τα φοβάμαι
Κι ας είναι μακρινά. Το άνθος της ηλικίας μου
Δεν ξεχωρίζει τόσο από το γήρας.
-Και οι δυο μας, μου είπε, με κλάμα γεννηθήκαμε.
Στη ζωή μας ευτυχία δεν είχαμε, κι από τους πόνους μας
Χαιρόταν ο ουρανός. Κι είπα: -Αν έκλαψα ποτέ
Γιατί έφυγες, αν ποτέ χλόμιασε το πρόσωπό μου
Κι αν η καρδιά μου είναι βαριά απ’ τη συμφορά
Πες μου, έχει αγγίξει την καρδιά σου
Μια σπίθα οίκτου ή έρωτα, όσο ζούσες
Για το δύστυχο εραστή σου;
Τις μέρες και τις νύχτες μου περνούσα
Με την απελπισία και την ελπίδα
Κι η αμφιβολία με βασανίζει ακόμα.
Αν, έστω μια μόνο φορά
Συμπόνεσες τη μαύρη μου ζωή
Μην μου το κρύψεις, σε παρακαλώ
Αυτή η ανάμνηση θα είναι για μένα στήριγμα
Τώρα που οι μέρες μας δεν έχουν μέλλον πια.
Κι εκείνη: -Ησύχασε, φτωχέ μου.
Για σένα ένιωσα οίκτο, όσο ζούσα
Και τώρα νιώθω. Ημουν κι εγώ δυστυχισμένη.
Μην νιώθεις αγωνία για ένα κορίτσι
Τόσο θλιμμένο. -Για τις κακές μας τύχες, φώναξα,
Και για τον έρωτά μου που με καίει
Στο όνομα το γλυκό της νιότης
Για τις χαμένες μας ελπίδες, άφησέ με, αγάπη μου
Ν’ αγγίξω το χέρι σου. Κι εκείνη, με χειρονομία
Γλυκιά και λυπημένη, μου το έδωσε.
Κι όσο το σκέπαζα φιλιά και το έσφιγγα στο στήθος
Με πονεμένο χτυποκάρδι
Κι έτρεχε ιδρώτας απ’ το πρόσωπό μου
Πνιγόταν η φωνή μου στον λαιμό
Στο βλέμμα μου τρεμόπαιζε η μέρα.
Με κοίταξε εκείνη τρυφερά: -Ξέχασες ήδη
Αγαπημένε, ότι έχασα την ομορφιά μου
Και μάταια, δύστυχέ μου, τρέμεις από έρωτα;
Τώρα, αντίο τελειωτικό. Τα σώματά μας
Τα δύστυχά μας πνεύματα, χωρίζονται για πάντα.
Για μένα, δεν ζεις πια
Κι ούτε ποτέ θα ζήσεις: ήδη η μοίρα σβήνει
Τους όρκους σου. Τότε, θέλοντας να φωνάξω
Από τον πόνο, και τρέμοντας, και με τα βλέφαρα
Γεμάτα κλάμα απαρηγόρητο, ξύπνησα.
Εκείνη ήταν μπροστά μου
Και στις θαμπές, πρώτες αχτίδες του ήλιου
Πίστευα ακόμα ότι την βλέπω.
τη Σίλβια Σίλβια, θυμάσαι ακόμα
Τις μέρες της θνητής ζωής σου
Οταν γελούσε η ομορφιά
Στα λαμπερά και φευγαλέα σου μάτια
Κι εσύ, ελαφριά και σκεφτική, στεκόσουν
Στης νιότης το κατώφλι; Τα ήσυχα δωμάτια
Και οι γύρω δρόμοι ηχούσαν
Απ’ το τραγούδι σου, και σκύβοντας
Στις γυναικείες δουλειές, χαιρόσουν
Με τα όνειρά σου για ένα μέλλον μακρινό.
Ηταν Μάιος, μ’ όλα τ’ αρώματά του
Κι έτσι περνούσες τον καιρό. Αφηνα τότε τις μελέτες μου
Και τα ιδρωμένα μου χαρτιά
Οπου τα πιο καλά μου χρόνια ξόδευα
Και στο μπαλκόνι του πατρικού σπιτιού
Εβγαινα ν’ ακούσω
Τον ήχο της φωνής σου, το επιδέξιο χέρι
Που δούλευε το δύσκολο υφαντό.
Κοίταζα τον γαλήνιο ουρανό
Τους δρόμους που έλαμπαν, τους κήπους
Κι από μακριά τη θάλασσα
Και το βουνό πιο εδώ.
Λόγια δεν θα ‘βρισκε άνθρωπος να πει
Τι ένιωθα στο στήθος. Τι γλυκές σκέψεις
Τι επιθυμίες, τι καρδιές!
Αχ Σίλβια, πώς μας φαινόταν τότε
Η ανθρώπινη ζωή και η μοίρα!
Οταν θυμάμαι όλη εκείνη την ελπίδα
Πίκρα με πιάνει απαρηγόρητη
Θρηνώ και πάλι για τη συμφορά μου.
Αχ, φύση, φύση
Γιατί ποτέ δεν κράτησες
Τις υποσχέσεις σου;
Γιατί σε τέτοια πλάνη
Αφήνεις τα παιδιά σου; Πριν μαράνει ο χειμώνας το χορτάρι
Από κρυφή ασθένεια χτυπημένη, νικήθηκες
Και χάθηκες, μικρή μου. Και δεν είδες
Το άνθος της ηλικίας σου
Δεν σου μαλάκωσε η καρδιά
Μ’ επαίνους για τις μαύρες σου τις μπούκλες
Για τις ερωτευμένες, ντροπαλές ματιές
Ούτε τις μέρες της γιορτής, με φίλες
Κρυφομιλούσες για έρωτες. Μα και η δική μου ελπίδα
Η γλυκιά, γρήγορα χάθηκε.
Οι μοίρες έκοψαν και τη δική μου νιότη.
Πόσο έχεις σβήσει και χαθεί
Αγαπημένη, σύντροφε της άνοιξής μου
Δακρυσμένη μου ελπίδα!
Ποιος κόσμος είναι αυτός;
Αυτές είναι οι χαρές, ο έρωτας
Τα έργα, οι περιπέτειες
Που κουβεντιάζαμε μαζί;
Αυτή είναι η τύχη των ανθρώπων;
Μόλις η αλήθεια φάνηκε, φτωχή μου
Λύγισες, και με χέρι ορφανό
Εδειχνες από μακριά
Τον κρύο θάνατο κι ένα μνήμα γυμνό.
*Αποσπάσματα από τη δίγλωσση έκδοση (ιταλικά-ελληνικά) “Η νύχτα απομένει”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης Μετάφραση: Λένα Καλλέργη.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ: http://www.leopardi.it
Νικόλας Άσιμος, Ρε μπαγάσα περνάς καλά εκεί πάνω….
*Για τα χτεσινά 65α γενέθλιά του (20 Αυγούστου 1949)
Aφήνω πίσω τις αγορές και τα παζάρια.
Θέλω να τρέξω στις καλαμιές και τα λιβάδια,
να ξαναγίνω καβαλάρης
και ξαναέλα να με πάρεις ουρανέ,
για δεν υπήρξα κατεργάρης
και τη χρειάζομαι τη χάρη σου μωρέ.
Ρε μπαγάσα! Περνάς καλά εκεί πάνω;
Μιαν ανάσα γυρεύω για να γιάνω.
Δεν το πιστεύω να με χλευάζεις
σαν σε χαζεύω δε χαμπαριάζεις.
Πρότεινέ μου κάποια λύση
δε θα σου παρα κοστήσει.
Και θα σου φτιάχνω τραγουδάκια
με τα πιο όμορφα στιχάκια στο ρεφρέν.
Για το χαμένο μου αγώνα
που τ’ αστεράκια μείναν μόνα να τον κλαιν
Aφήνω πίσω το σαματά και τους ανθρώπους.
Έχω χορτάσει κατραπακιές και ψάχνω τρόπους
πως να ξεφύγω από τη μοίρα
κι έχω μέσα μου πλημμύρα ουρανέ,
για δεν υπήρξα κατεργάρης
και θα το θες να με φλερτάρεις γαλανέ.
Ρε μπαγάσα! Περνάς καλά εκεί πάνω;
Κάνε πάσα καμιά ματιά και χάμω.
κει που κοιμάσαι και αρμενίζεις
ξάφνου αστράφτεις και μπουμπουνίζεις
κι ότι σου `ρθει κατεβάζεις
μην θαρρείς πως με ταράζεις.
Γιατί σου φτιάχνω τραγουδάκια
με τα πιο όμορφα στιχάκια στο ρεφρέν.
Για το χαμένο μου αγώνα
που τ’ αστεράκια μείναν μόνα να τον κλαιν.








