Τάσος Σταυρουλάκης, ΑΠΟΡΗΔόΝ

Brassaï (Gyula Halasz). Graffiti, Παρίσι 1944-1945

Brassaï (Gyula Halasz). Graffiti, Παρίσι 1944-1945

1.
Γρόθοι στορίας κατέχουνε τα μέλλοντα φαρσί.
Άτοπη να ποδείχνεται η γεωγραφία των βρόχων.
Πώς στρέφονται στις αγωνίες αμέριμνα
τα οχήματα των όντων;
Πώς τα φρενάρουν όταν βρέχει προσμονές;
Πες. Πώς απολογιούνται στη μέση της παλαίστρας
γονατιστοί μπρος στο δοχείο μ’ έντρομα τα περιττώματα;
Πώς έμπλεοι αφροντούς 
όλο ανακτούν την υποδόρια μνήμη;
Τόση μανία για ευφορικά ανοήτων;
Τόση απεραντοσύνη του κενού 
σε φιάλες μίας κρίσεως;

2.
Μυαλά που σούμπιτα τα στούμπισαν
σε κατακάθια ξυδιασμένης αλκοόλης.
Αλλού αιχμαλώτισαν ζωύφια πεινασμένα
μες σε καρδίας χύτρα παχύτητος.
Υφαίνουν έκδοχα εκδοχών.
Ποιος είναι κει ακόμα και ιστορεί;
Ποιος είναι αυτός που ιστορεί ακόμα;
Ποιος ξεφυλλίζει τις σελίδες των σιγών;
Ποια κόγχη ανταγωνίζεται η σιαγών;
Πώς διαμελίστηκαν λουλούδια λασπωμένα
σε διαδηλώσεις των τραυλών αισθήσεων;

3.
Δες. Λέξεις γραπώνουν τη σκέψη.
Ταξίμια χιμάνε στους κώδικες.
Χάδια κρεμούν τους αλγόριθμους.
Προβολείς επιβλέπουν την όραση.
Κάφτρες ξενυχτούν. Πυροτεχνουργούν.
Πόσες ερωτήσεις γίνεται να κουστούν;
Τρεις; Για το νέρωτα, το θάνατο, το θεό;
Εφτά; Για τη σκύλλα, τη χάρυβδη, το πλοίο, 
την ελπίδα, το δόρυ, το στήθος, τη νύχτα;
Καμιά; Για το αιμόφυρτο κενό 
που πόθησε; Την άνοιξη;

4.
Μπορώ να κατακρίνω:
κάθε δημόσια εκδορά του λόγου 
όπως και κάθε λόγο που εισφέρεται πικρός
μες στο κουκούτσι της κοινότροπης αλήθειας.
Μπορώ να τρέξω ακόμα μέτρα,
μέτρα,
θα λαχανιάσω,
μπορώ να συνεχίσω, αν θέλεις.
Μπορώ να μην μπορέσεις να σταθείς
σε ισορροπία. Ν’ αυξήσω ενστικτωδώς
την εντροπία. Μπορώ και να πορίσω
ν’ απορήσω:
Ποιος ξενυχτάει κι αλυχτάει;
Ποιος έκρυψε την πράσινη μποτίλια;
Ποιος τρύγησε το θέρος;
Ποιος θέρισε την ιστορία;
Γιατί κοιμούνται όσοι κοιμούνται;
Γιατί γίνονται ερωτ…

5.
Εν κατακλείδει
άπορος ιδεών απορών μαζάνθρωπος
άλλοτε με λουκούμι σκέτο και βαρύ
τώρα με καπουτσίνικα και τέτοια
ρωτώντας για τα ίδια
για εικοσιτετράωρες πληροφορίες άωρες
στήνοντας αυτί-καρτέρι-καταστάσεις
λέξεις βεληνεκούς βδομήντα φτερολέπτων
ρεμβάζοντας σπουδαία κενοτάφια 
σιγώντας καθώς οι όχθες ερημώνουν
καθώς στεγνώνει το που απόμενε ρυάκι
καθώς κρυώνει ο ήλιος και κοιμιέται.

*Το ποίημα δημοσιεύθηκε στο 10ο τεύχος του ποιητικού σκεύους (και όχι μόνο) ΤΕΦΛΟΝ.
Εμείς το πήραμε, μαζί με την εικόνα της ανάρτησης, από το http://mhnymal.blogspot.gr/2014/06/blog-post_23.html

Άννα Αχμάτοβα, Η καταδικαστική απόφαση

Jorge Pedra, Absence

Jorge Pedra, Absence

Κι έπεσεν η λέξη η πέτρινη του νόμου
πα στο στήθος μου το ακόμα ζωντανό.
Τι να γίνει, από τον καιρό προετοιαζόμουν,
όπως όπως θα τα βγάλω πέρα και μ’ αυτό.

Έχω σήμερα πολλές δουλειές. Για μέτρα:
Πρέπει κάθε μνήμη ευθύς να σκοτωθεί,
πρέπει την καρδιά να κάνω πέτρα,
πρέπει πάλι τη ζωή να μάθω απ’ την αρχή.

Γιατί αλλιώς… Θροΐζει, να, ζεστά το θέρος,
στο παράθυρό μου στέκω κι είναι σαν γιορτή.
Το ‘λεγε η καρδιά μου από καιρό, τα ξέρω
τούτο εδώ το φως και τ’ άδειο σπίτι στη σιωπή.

Καλοκαίρι 1939


*Από το «Ρέκβιεμ», Εκδόσεις Άγρα 2011. Μετάφραση: ‘Αρης Αλεξάνδρου
Εμείς το πήραμε από εδώ: http://apodraseistounou.blogspot.com.au/2014/08/blog-post_25.html

Γιώργος Μπουρλής, Μαχαιρώνοντας τον θεό

μοναξιά

Να έχεις δει
ποιος μαχαίρωσε πισώπλατα τον θεό
και να μην είσαι τίποτα περισσότερο
από ένα φρέσκο ψέμα που περιμένει ετοιμόγεννο
ή απλά το πρώτο φύλλο που θα ζαρώσει και θα κιτρινίσει
μαγαρίζοντας μια καταπράσινη μουτζούρα.
Ήταν την ώρα που έστριβε
για έναν κήπο γεμάτο σιωπές
-σπουργίτι ξαπλωμένο ψόφιο ανάμεσα
στα κομμένα κοτσάνια-
και για μένα ήταν ο πρώτος εραστής που
έβλεπα στ’ αλήθεια να πεθαίνει.
Ο ουρανός πρόσωπο λασπωμένο από παλιά δάκρυα
και οι πληγές κουβεντιάζουν φωναχτά,
καθώς οι γέροι μαζεύουν
τα ξερά ψωμιά για τις κότες τους
κι οι άνθρωποι δεν μπορούν να πιστέψουν
πως υπάρχουν κάποιοι που δεν φοβούνται.
Και δεν το μπορούν να ζούνε μέσα στους ίσκιους.


*Από τη συλλογή “φλέβα που σπάει”, εκδ. Εξάρχεια, 2013

Χόρχε Λούις Μπόρχες, Μαθαίνεις

c1

Μετά από λίγο μαθαίνεις την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι και ν΄ αλυσοδένεις μια ψυχή!
Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια
Κι αρχίζεις να μαθαίνεις πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις
Κι αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου,
με το κεφάλι ψηλά
και τα μάτια ορθάνοιχτα.
Με τη χάρη μιας γυναίκας και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού
Και μαθαίνεις να φτιάχνεις όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.
Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις.
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου μπορεί να σου κάνει κακό.
Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ,
αντί να περιμένεις κάποιον να σου φέρει λουλούδια
Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις
Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη
Και ότι, αλήθεια, αξίζεις
Και μαθαίνεις, μαθαίνεις,με κάθε αντίο μαθαίνεις

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://merketta.wordpress.com/%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%AF%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B1/

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κέρματα Ι

σσ

Θόρυβος γύρω,
Μ’ αυτοί μπορούν κι ακούνε.
Μιλούν τα μάτια.

***

Mα πώς να μάθει
τι νιώθω για εκείνη;
Κρύβω τους στίχους.

***

Πώς να σ’ αφήσω;
Δε μπορεί. Η καρδιά μου
κάστρο σε φρουρεί.

***

Καλοκαιράκι:
Εποχή να ξεχαστείς
και να ξεχάσεις.

***

Επικοινωνεί
μέσω κουμπιών, μένοντας
στη ζωή μόνος.

Στρατής Παρέλης, Η ψυχή σου…

©Ana+Martínez-

Τι θα μπορούσα να διεκδικήσω από αυτό το ρήμα που
ακονίζει την ζέστα
όσο που να πονέσει ο Αύγουστος; Κι αν πεις
μυθικό είναι, καθώς
αφήνει ένα σμήνος πουλιών να πετά
πάνω από την ακούραστη μέρα
που χρωματίζεται
από του ήλιου το βασίλεμα και την ζωηράδα
των ανθρώπων.
Η πόλη καταλαγιάζει αργά, καθώς
έρχεται η νύχτα,
στο πνιγηρό ημίφως που γεννούν οι φανοστάτες.
Όλα διψασμένα και άυπνα.
γεύονται την τελετουργία του σκότους.
Ο καιρός περνά.
Η ψυχή σου σκουριάζει.
Την γρατζουνούν οι γάτες του φεγγαριού.
Το παν αναίτια και θεϊκά
αυτοαναφλέγεται.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδμοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητή στη διεύθυνση http://stratisparelis.blogspot.com

Θωμάς Γκόρπας, Τραγωδία

38258_1376935951556_1476582788_30960504_2569936_n

Κανείς δεν σκέφτηκε να κλείσει φεύγοντας την πόρτα
κανείς δεν σκέφτηκε τον άνεμο που θα ‘ρχονταν σε λίγο
κανείς δεν σκέφτηκε τι άφηνε και τι έπαιρνε κοντά του
φύλλα μαχαίρια βλέμματα ή τα τελευταία λόγια
που θα ‘διναν στην παρεξήγηση ένα τέλος.
Θέλω να σ’ αγαπήσω μα δε γίνεται έχω αργήσει
θέλω να σ’ αγαπήσω όσο δε μ’ αγάπησε κανένας
να σκιστώ για σένα ν’ αλλάξω γειτονιά ν’ αλλάξω στέκια.
Τώρα πελώρια άγνωστα χέρια ασυνείδητα με δέρνουν
τώρα ξαφνικά νερά μου έκλεισαν όλους τους δρόμους
τώρα παλιά τραγούδια λαϊκά βαραίνουν τον αέρα…
Αν θα σε ξαναβρώ δεν ξέρω που θα σε τρακάρω πάλι
σε πόλη ολοκαίνουργια με εναέριους δρόμους
ή σε μοντέρνα ερημιά ή μες το τελευταίο σκοτάδι…
Και θα ‘χω άραγε ακόμα την παλιά καρδιά;

Σπύρος Μαρούλης, Είσαι μια γλυκιά και δύσκολη εξίσωση

10514514_744724938917229_8467501705094593575_n

Είσαι μια γλυκιά και δύσκολη εξίσωση 

και για να παραμείνεις όπως είσαι,

χρειάζεται να πετάξεις πάνω από ερημιές, 

να σκιτσάρεις έναν ορίζοντα

κι αμέσως μετά να τον σβήσεις,

να φωτίσεις μια αστραπή

κι αμέσως να την αποχρωματίσεις… 

Ο μακρινός ουρανός είναι για σένα

πιο επιθυμητός
από τον κοντινό,

πιο όμορφος…

Αλλά οι φρουροί σε αλυσόδεσαν 

και σε φυλάκισαν στο βασίλειο της νοσταλγίας

όπου καδένες σε κρατούν

ανάμεσα στα άνθη της καρδιάς σου 

και το παράθυρο.


Πελαγία Φυτοπούλου, Κούκος

10537402_339612849538690_5834167570478201183_n

…/ ζητώ τον θανατό σου

…/ κι ας ορκίστηκες αντάρτης

…/ ω, έρωτα, τσόγλανε,

βυζαίνω το βιός σου

μια σκλάβα ευτυχία

σε γεννάω, Άντρα,

προσευχήσου…

…/ γυναίκα, αν είχα δεύτερη ευκαιρία

θα σου μιλούσα, ναι θα σου μιλούσα

θα ..δηλ. … θα, … ό,τι πιο κοντινό έχω κάνει…

αν είχα δεύτερη ευκαιρία, θα σου έλεγα ότι,

να, οτι…οι αντρες δεν θέλουν αυτό που νομίζεις,

ότι οι άντρες, δηλ,… ότι, το μόνο που θέλουν

είναι … αν είχα δεύτερη ευκαιρία, θα σου μιλούσα

και θα σου έλεγα, ότι το μόνο που θέλω είναι

να βάλεις το χεράκι σου στα μάτια μου 

γιατί φοβάμαι.

Αυτά
.
..
Αν είχα δεύτερη ευκαιρία δεν θα’ σουν σκλάβα.

…/

Προσεύχομαι.

…

/

Αν είχες δεύτερη ευκαιρία, δεν θα την ζητούσα, ανόητε,

μου αρέσει , όταν κλαίς.
.
…
/

Γκιγιώμ Απολλιναίρ, Τα παράθυρα

GuillaumeApollinaire-b

Από το κόκκινο στο πράσινο όλο το κίτρινο σβήνει
Την ώρα που φλυαρούν στα δάση τους οι παπαγάλοι
φτερά λαιμοί λοφία και πιί πιί
Ένα ποίημα μένει να γραφεί για το πουλί με τη μια μονάχα φτερούγα
Θα του το στείλουμε σαν τηλεφωνικό μήνυμα
Τούτη η βαρειά λαβωματιά
Να κλαις σε κάνει
Ανάμεσα στις κόρες από το Τουρίνο να κι ένα όμορφο κορίτσι
Το καϋμένο τ’ αγόρι λέρωσε το ζωστήρα του άσπρο
Έτσι κάνεις πως σηκώνεις την κουρτίνα
Εν τω άμα ανοίγει και το παράθυρο
Αράχνες εκεί που τα χέρια κλώθαν το φως
Ομορφιά χλωμάδα σκοτάδια αξεδιάλυτα
Του κάκου καρτερούμε να βρούμε ανάπαψη
Από τα μεσάνυχτα αρχινάμε
Τότε που υπ΄ρχει χρόνος και ελευθερία
Αμόνι Μύδι κάψες καμώματα και του ξαπλωμένου ο Αχινός
Ένα ζευγάρι κίτρινα παληά παπούτσια στο παράθυρο εμπρός
Ίλιγγος
Οι δρόμοι είναι ίλιγγος
Πηγάδια
Οι πλατείες γίναν πηγάδια
Πηγάδια
Στις κουφάλες των δέντρων φωλιάζουν πονηρές αλητόβιες
Τα πιτσούνια τραγουδάνε
Στις καστανές πιτσούνες τους σπαραχτικές άριες
Κι η χήνα ουά ουά τρομπέτα στο βορρά
Εκεί που οι κυνηγοί ασβών
Μαδάνε τις κυρίες με τις γούνες
Βανκούβερ
Διαμάντι αστραφτερό
Καθώς το τρένο λευκό από χιόνι και φώτα νυκτερινά
δραπετεύει απ’ το χειμώνα
Ω Παρίσι
Απ’ το κόκκινο στο πράσινο όλο το κίτρινο σβήνει
Παρίσι Βανκούβερ Ιέρ Νέα Υόρκη Μαιντενόν
και εσείς Αντίλλες
Σαν ένα πορτοκάλι φαντάζει στο παράθυρο
Ο Ωραίος καρπός του φωτός

*Μετάφραση: Ν. Κοντομήτρος/ Calligrammes. παρμένο από το ιστολόγιο Τήνελλα Τήνελλα στο http://surrealism9.blogspot.com.au/2012/02/5.html

220px-Calligramme