Πελαγία Φυτοπούλου, Συνήθεια

1919662_358147864351855_2388687124413668620_n

Μου έδειξες το πόδι σου
Ήταν κομμένο

Την επομένη προς εκπληξή μου
ο Μαύρος κρατούσε το πόδι σου
και περπατούσε πλάι στη μάνα
που’χει χαμένο το παιδί

Τους ακολούθησα
Ασάλευτοι στέκουν ακόμα
μεσ’ το φρενιασμένο μνήμα

Τους ακολούθησα απο συνήθεια!

Νύχτωσε νωρίς
εγώ κι ο Μαύρος
μείναμε μόνοι

εδώ στα πρώην νεκροταφεία
με τους πρώην νεκρούς

και το ποδάρι σου
όρθιο στο δρόμο
να κατουράει πένθος

εδώ στα πρώην νεκροταφεία
με τους πρώην νεκρούς

βάφουμε τους τάφους μας
βάφουμε τα δέντρα
βάφουμε τα κεριά
βάφουμε τις χήρες

όλα τα βάφουμε
όλα εκτός απ’ το πόδι σου
Αυτό το θέλουμε λευκό ΄

να’ χουμε κάτι ν’ αστειευόμαστε.

*Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι του Λάμπρου Πιππή.

Roberto Bolano, Οι χαμένοι ντετέκτιβ

roberto-bolano-screen

Οι χαμένοι ντετέκτιβ στη σκοτεινή πόλη.

Άκουσα τους λυγμούς τους.

Άκουσα τα βήματα τους στο Θέατρο της Νεότητας.

Μια φωνή που ανεβαίνει όπως μια σαίτα.

Σκιά από καφέδες και πάρκα

Πολυσύχναστα στη νεότητα

Οι ντετέκτιβ που παρατηρούν

Τα ανοιγμένα τους χέρια

Το πεπρωμένο λεκιασμένο με το ίδιο του το αίμα.

Κι εσύ δε μπορείς ούτε καν να θυμηθείς

Πού βρέθηκε η πληγή

Τα πρόσωπα που κάποτε αγάπησες

Τη γυναίκα που σου έσωσε τη ζωή

*Μετάφραση Κωνσταντίνα Παναγοπουλου-Perez. Από το http://www.poiein.gr

Αχιλλέας Κατσαρός, Δύο ποιήματα

parkeharisson-3105


Μπαλάντα για τον ποιητή της διάρκειας

Γράφω
χωρίς να βλέπω γράμματα στο χαρτί.
Δεν γράφω ύμνους.
Δεν γράφω για να μελαγχολώ
αλλά για να θυμάμαι
εκείνο τον πρώτο λυρισμό
του ανεπαίσθητου φωτός
που έκαμε ακόμα και τους αφασικούς
σπονδύλους στην πλάτη
να υπομειδιούν στο νωχελικό γαργάλημα
της σάρκας της αθρυμμάτιστης από έρωτα.

Les grandes personnes

Η τέχνη ν’ αγαπάς
είναι μεταξωτή.
Άσε τα λόγια τα μικρά
για τον μεγάλο κόσμο.
Κύλα μέσα στο τετράγωνο σύρμα σου.
Πινελιά βαθιά που σε χαράζει
το κύμα-φύγε.
Φύγε… Για να ξαναρθείς…
Κύλα στις μαύρες πεταλούδες σου
να γίνουν ποτάμια οι σταυροί σου.
Κύλα μέχρι να γίνεις αποσιωπητικό.

*Το δεύτερο ποίημα μαζί με την ειόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο Ενύπνια Ψιχίων στη διεύθυνση http://ifigeneiasiafaka.com/2013/04/

Angela Costi, Γυναίκες στο Βράχο

images

Η Άννα αντικρίζει το αρχαιοελληνικό της αντίστοιχο
γλυκά λαμπυρίζοντας στις σταγόνες της θάλασσας
ντυμένο στο λεπτό νήμα της θλίψης
«Αριάδνη», φωνάζει, «πώς μπορώ να τον αφήσω να φύγει για πάντα;»

Η τύχη της Αριάδνης ήταν να μουσκεύει τα βράχια της Νάξου
με τα πιο αλμυρά της δάκρυα, πήρε χιλιάδες χρόνια
για να γίνει ο βράχος της το μεγαλύτερο θαλάσσιο σφουγγάρι
στο Αιγαίο, φουσκωμένο και σαν σημαδούρα
από αναφιλητά άλλων, πονώντας τις καρδιές.

Η Άννα ξεκουράζει το πηγούνι της στα φύκια
παίρνει την κουρασμένη καρδιά της και την τοποθετεί
ανάμεσα στα κοχύλια και τα στρείδια των κοραλλιών
και οι πριονωτές ρωγμές βρίσκουν παρηγοριά.

Η σκιά της Αριάδνης δεν φεύγει ποτέ
παρά την ώθηση του αγέρα και τον καυτό ήλιο
Η Άννα τρέφεται με αιώνιους ψιθύρους προδοσίας
«Μη δίνεις ποτέ την καρδιά πριν απ’ το μυαλό σου»
Ο Θησέας τα πήρε και τα δύο σαν βυθισμένο θησαυρό.

Η Άννα κρατά ένα άδειο κουτί Marlboro, μέσα
στα ορνιθοσκαλίσματα της υπόσχεσης του Χρήστου που εξασθενίζουν με αδύνατη μελάνι
– θα σε δω στην παραλία μωρό μου –
δύο, τρεις, τέσσερις μέρες ερευνών για το καπέλο του μπέιζμπολ
ένα εύκολο κλείσιμο του ματιού, τα χέρια που έκαναν το σώμα της σαν μαλακό πηλό.

Η μικρή παλίρροια επιτρέπει στην Άννα να πάρει το αρχαίο της χέρι
που παίζει ανάμεσα στους κυματισμούς καθώς αυτή τσαλαβουτάει στον ορίζοντα,
μπορεί τώρα να δει το Χρήστο στη μοτοσικλέτα του
πλέοντας στο ηλιοβασίλεμα του Θησέα
η πλάτη του χτυπιέται στο μάρμαρο,
αντικρίζοντας για πάντα τον άλλο κόσμο.

*Το πρωτότυπο ποίημα γράφτηκε στα αγγλικά από την Angela Costi (Αγγελική Κωστή). Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Ανοιχτοί λογαριασμοί

Empty-chair

Η θλίψη πάλι μού χτυπάει την πόρτα.
Τα περασμένα χρόνια
με είχε στείλει στα Τάρταρα
(άπειρη ήμουν και αφέθηκα)
Αφού γλύτωσα (από καθαρή τύχη είν’η αλήθεια)
έμαθα με τον καιρό
να την διαχειρίζομαι.
Κι όμως, να που πάλι με θράσος μου χτυπάει την πόρτα,
την ώρα ακριβώς που η Αριάδνη
κατουράει στο πάτωμα
και γλιστράει από τα τσίσα της
και πέφτει κάτω
και την πιάνει το παράπονο και κλαίει.
Την ίδια στιγμή που η Γαλήνη
σκαρώνει προτασούλες
και ρίχνει πονηρές ματιές,
ψηλαφίζοντας με το ένστικτό της και μόνο
τον οικογενειακό της μικρόκοσμο.
Ναι,η θλίψη πιο επίμονα από ποτέ μού χτυπάει την πόρτα.
Μα αυτή τη φορά δεν πρέπει να της ανοίξω.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα”, διαδικτυακή έκδοση Ενδυμίων, 2014.

Γιώργος Αναγνώστου, Αποκλίσεις

100_6652

Για τους περιθωριακούς
καλλιτέχνες
μποέμ
κάποιους λαϊκούς,
τον Τσάρλι γκαραζιέρη βιβλιόφιλο
τη Νάνσι βύσσινο βυθό
την – τέξας two step*
τη Μάικ μαριχουάνα κραγιόν,
εσάς που
σε νεοφερμένο φοιτηταριό από το Κέννεντι
κάνατε χώροο
στα μπαράκια στα κρεβάτια σας
πριν
?πολύ πριν
?εθνοτικές ταπισερί
?αποστηθίσουν
την ηχομόνωση του μέλλοντός σας,
τους παρελθόντες?
“δύσκολους, συναρπαστικούς
σχεδόν Κέρουακ θα έλεγε κανείς
καιρούς¹t

*http://www.youtube.com/watch?v=D_H1x2MpeEk
**Από τη συλλογοί “Λόγοι Χ Αμερικής”, διαδικτυακή έκδοση Ενδυμίων, 2014.

Μίλτος Σαχτούρης, Το πρωί και το βράδυ

10569090_251237531753513_6399834751354357300_n

Το πρωί
βλέπεις το θάνατο
να κοιτάζει απ’ το παράθυρο
τον κήπο
το σκληρό πουλί
και την ήσυχη γάτα
πάνω στο κλαδί

έξω στο δρόμο
περνάει
τ’ αυτοκίνητο-φάντασμα
ο υποθετικός σωφέρ
ο άνθρωπος με τη σκούπα
τα χρυσά δόντια
γελάει
και το βράδυ
στον κινηματογράφο
βλέπεις
ότι δεν είδες το πρωί
το χαρούμενο κηπουρό
το αληθινό αυτοκίνητο
τα φιλιά με το αληθινό ζευγάρι

ότι δεν αγαπάει το θάνατο
ο κινηματογράφος


*Από τη συλλογή ” Ο περίπατος”, 1960.

Κώστας Κοβάνης, Μας ήρθε μια καινούργια εργάτρια

1662197_10201417680346936_89357771_n

Μας ήρθε μια καινούργια εργάτρια.
Είναι 16 χρονών κι οι ώρες της ζωής της
θα γίνουν σκληρά μεροκάματα.
Την έφερε ο πατέρας της ωραία και ντροπαλή,
σαν να την πήγαινε περίπατο στη θάλασσα.
Κορδέλες στα μαλλιά και πηδήματα…
Θα φτιάχνει 40.000 κουτιά τη βδομάδα,
για να μπορεί ν’ αγοράσει ένα φουστάνι
με τριαντάφυλλα κι ανεμώνες.
Τώρα μπορούν να τη φωνάζουν οι φίλες τις Κυριακές.
Μας ήρθε μια καινούργια εργάτρια,
είναι 16 χρονών κι άφησε τη γειτονιά της,
τ’ ανυπόμονα διαλείμματα του σχολείου της,
για να σηκώνεται χαράματα νυσταγμένη
πεζοπορώντας να φυτοζωήσει.
Σήμερα φέρτε μια χειραψία απ’ τον κόσμο της,
μην ταραχτεί και μας πεθάνει
κάτω από τ’ άψυχα βογκητά των μηχανών
μια μικρή εργάτρια 16 χρονών.

*Ο Κώστας Κοβάνης γεννήθηκε στη Θήβα το 1930. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη Χαλκίδα. Είναι πτυχιούχος Πολιτικών Επιστημών και εργάζεται ως λογιστής-φοροτεχνικός. Τα πρώτα του ποιήματα δημοσιεύθηκαν στον αριστερό Τύπο της Αθήνας στα 1950-53 (“Δημοκρατικός”-“Δημοκρατική”-“Φρουροί της Ειρήνης”-“Δημοκρατικός Τύπος”). Από το 1960 μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών. Πολλές συνεργασίες του (ποιήματα-διηγήματα-άρθρα-σχόλια δοκίμια) έχουν δημοσιευθεί στον ημερήσιο τύπο (“Αυγή”-“Τα Νέα”-“Κυρ. Ελευθεροτυπία”) καθώς και σε λογοτεχνικά περιοδικά (“Νέα Εστία”, “Επιθεώρηση Τέχνης”, “Μαρτυρίες”, “Εφημερίδα των Ποιητών”, “Διανοούμενος” κ.ά.) Το 1979 έγινε τακτικός συνεργάτης σε θέματα λογοτεχνίας στην εβδομαδιαία επιθεώρηση “Πολιτικά Θέματα”. (ΠΗΓΗ: ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ).

**Το ποίημα αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο Ποιητικό Σταυροδρόμι του Θεοχάρη Παπαδόπυολου στο σύνδεσμο http://poihtikostayrodromi.blogspot.gr/search/label/%CE%9A%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%82%20%CE%9A%CF%8E%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82

Τάσος Σταυρουλάκης, ΑΠΟΡΗΔόΝ

Brassaï (Gyula Halasz). Graffiti, Παρίσι 1944-1945

Brassaï (Gyula Halasz). Graffiti, Παρίσι 1944-1945

1.
Γρόθοι στορίας κατέχουνε τα μέλλοντα φαρσί.
Άτοπη να ποδείχνεται η γεωγραφία των βρόχων.
Πώς στρέφονται στις αγωνίες αμέριμνα
τα οχήματα των όντων;
Πώς τα φρενάρουν όταν βρέχει προσμονές;
Πες. Πώς απολογιούνται στη μέση της παλαίστρας
γονατιστοί μπρος στο δοχείο μ’ έντρομα τα περιττώματα;
Πώς έμπλεοι αφροντούς 
όλο ανακτούν την υποδόρια μνήμη;
Τόση μανία για ευφορικά ανοήτων;
Τόση απεραντοσύνη του κενού 
σε φιάλες μίας κρίσεως;

2.
Μυαλά που σούμπιτα τα στούμπισαν
σε κατακάθια ξυδιασμένης αλκοόλης.
Αλλού αιχμαλώτισαν ζωύφια πεινασμένα
μες σε καρδίας χύτρα παχύτητος.
Υφαίνουν έκδοχα εκδοχών.
Ποιος είναι κει ακόμα και ιστορεί;
Ποιος είναι αυτός που ιστορεί ακόμα;
Ποιος ξεφυλλίζει τις σελίδες των σιγών;
Ποια κόγχη ανταγωνίζεται η σιαγών;
Πώς διαμελίστηκαν λουλούδια λασπωμένα
σε διαδηλώσεις των τραυλών αισθήσεων;

3.
Δες. Λέξεις γραπώνουν τη σκέψη.
Ταξίμια χιμάνε στους κώδικες.
Χάδια κρεμούν τους αλγόριθμους.
Προβολείς επιβλέπουν την όραση.
Κάφτρες ξενυχτούν. Πυροτεχνουργούν.
Πόσες ερωτήσεις γίνεται να κουστούν;
Τρεις; Για το νέρωτα, το θάνατο, το θεό;
Εφτά; Για τη σκύλλα, τη χάρυβδη, το πλοίο, 
την ελπίδα, το δόρυ, το στήθος, τη νύχτα;
Καμιά; Για το αιμόφυρτο κενό 
που πόθησε; Την άνοιξη;

4.
Μπορώ να κατακρίνω:
κάθε δημόσια εκδορά του λόγου 
όπως και κάθε λόγο που εισφέρεται πικρός
μες στο κουκούτσι της κοινότροπης αλήθειας.
Μπορώ να τρέξω ακόμα μέτρα,
μέτρα,
θα λαχανιάσω,
μπορώ να συνεχίσω, αν θέλεις.
Μπορώ να μην μπορέσεις να σταθείς
σε ισορροπία. Ν’ αυξήσω ενστικτωδώς
την εντροπία. Μπορώ και να πορίσω
ν’ απορήσω:
Ποιος ξενυχτάει κι αλυχτάει;
Ποιος έκρυψε την πράσινη μποτίλια;
Ποιος τρύγησε το θέρος;
Ποιος θέρισε την ιστορία;
Γιατί κοιμούνται όσοι κοιμούνται;
Γιατί γίνονται ερωτ…

5.
Εν κατακλείδει
άπορος ιδεών απορών μαζάνθρωπος
άλλοτε με λουκούμι σκέτο και βαρύ
τώρα με καπουτσίνικα και τέτοια
ρωτώντας για τα ίδια
για εικοσιτετράωρες πληροφορίες άωρες
στήνοντας αυτί-καρτέρι-καταστάσεις
λέξεις βεληνεκούς βδομήντα φτερολέπτων
ρεμβάζοντας σπουδαία κενοτάφια 
σιγώντας καθώς οι όχθες ερημώνουν
καθώς στεγνώνει το που απόμενε ρυάκι
καθώς κρυώνει ο ήλιος και κοιμιέται.

*Το ποίημα δημοσιεύθηκε στο 10ο τεύχος του ποιητικού σκεύους (και όχι μόνο) ΤΕΦΛΟΝ.
Εμείς το πήραμε, μαζί με την εικόνα της ανάρτησης, από το http://mhnymal.blogspot.gr/2014/06/blog-post_23.html