Anne Sexton, Μικρό Σύρμα

Φώτο: A. Mansolino

Φώτο: A. Mansolino

Η πίστη μου είναι ένα μεγάλο βάρος

Που κρέμεται απο ένα μικρό σύρμα σαν την αράχνη

Που κρεμάει το μωρό της

Από ένα λεπτό ιστό

Σαν το αμπέλι

Με την κληματαριά του

Να υποβαστάζει τα σταφύλια

Σαν βολβούς ματιών

Σαν τους Αγγέλους που στροβιλίζονται

Πάνω στο κεφάλι μιας καρφίτσας.

Ο Θεός δεν χρειάζεται πολύ σύρμα

Για να κρατηθεί εκεί

Μόνο μια λεπτή φλέβα

Με το αίμα να πηγαινοέρχεται μέσα της

Και λίγη στοργή.

Φωτογραφία: A.Mansolino

Ζαχαρίας Στουφής, Η μικρή φαντασία

10660145_677245152361783_462264007317175165_n

Έφυγε τόσο νέα και όμορφη

μ’ άφησε μόνο με τη στείρα λογική, όταν

η φαντασία μου αυτομόλησε στο πνεύμα των εφήβων.

Τώρα λοιπόν ήρθε καιρός να ξαναρχίσω να κοιτάω 

κάτω από τα έπιπλα και το κρεβάτι,

μήπως και πάλι δω

τα χιλιάδες εκατομμύρια φίδια που ζούνε

μες στο πάτωμα.

Ήρθε καιρός να ιδώ ξανά τα όνειρα εκείνα

που όλες οι γυναίκες του κόσμου –λέει-

επιδίδονται τις νύχτες σε ένα φεστιβάλ οργίων,

κρυφά από όλους τους άντρες.

Μπορεί ακόμα με λίγη προσπάθεια

βαθιά μες τα σκεπάσματα –ίσως-

να ξαναζωντανέψουν οι ποιο αθώες,

αιμομικτικές μου φαντασιώσεις.

Αυτά και άλλα πολλά

τα πρωτοείδα στη νηπιακή μου ηλικία

και οι μεγάλοι έκαναν πως δεν τα έβλεπαν.

Στη νηπιακή μου εφηβεία για λίγο τα ξαναείδα.

Τώρα όμως, στο νηπιακό μου γήρας –δυστυχώς-

δεν υπάρχουν μεγαλύτεροι για να τους μιμηθώ

και οι νεότεροι –ευτυχώς-

ούτε που θέλουν να με ακούσουν.

*Από τη συλλογή “Η ταξιθέτρια του χάους”.

Ειρηναίος Μαράκης, Διάλογος με τους ποιητές

1

ΒΑΡΔΙΑ

διάβαζε Καρούζο και μνημόνευε Γκόρπα
στην τσέπη παλιές αποδείξεις
φωτοτυπίες με ποιήματα του Σαλαπασίδη
στις διακοπές Καββαδίας κι Αλέξανδρος Μπάρας
Αλέξης-Νίκος Ασλάνογλου τα κρύα απογεύματα
με τούρκικο καφέ και Βαμβακάρη
ή να μαστιγώνει ζητιάνους και διαβάτες
στο πλοίο Καραγάτσης
χάνοντας τη λογική και τον προορισμό του
Σκαρίμπας στη Χαλκίδα
στην Αλεξάνδρεια Καβάφης
στο τέλος της βάρδιας τσιγάρο στριφτό
βρώμικο και ζεστή μπύρα
με μετανάστριες σε αισχρό νυχτοκάματο
και την Πολυδουρη γυμνή να χορεύει στο φεγγαρόφωτο

2

ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ

Σεφέρης, Ελύτης, Εμπειρίκος
ανανέωση στην ποίηση με (μικρο)αστικά κριτήρια
το Αιγαίο Πέλαγος, ο καημός της Ρωμιοσύνης
μια λανθάνουσα έκρηξη ερωτισμού
σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν
κι η αντίδραση να χορεύει στολισμένη
με μαγιάτικο στεφάνι
όχι, ποίηση χωρίς καταστροφή δε γίνεται
όλα τ’ άλλα είναι υπερβολή
η επιστροφή στη φύση
υπερβατικές πολιτείες χωρίς κοινωνική συνείδηση
γυμνά κορμιά στη φωτιά της Ενδοχώρας
και αναμνήσεις γέρων διπλωματών
ανατροπή, λοιπόν
σε ποιήματα και λέξεις
που γεννήθηκαν νεκρά
όπως αυτό εδώ, το ανάπηρο

Scan-11

Ο ΜΑΡΚΟΝΗΣ

ξανθή νεράιδα ο Έρωτας
κι αυτό που φοβόμουνα και λαχταρούσα
έγινε, εργάτης της θάλασσας
της σκληρής ζωής μαθητής
ναυαγός, σήμα στέλνω SOS
σε ‘σένα, αγάπησέ με
λύτρωσε την αμαρτωλή μου ύπαρξη
απ’ τον θάνατο που μακάριος
καπνίζει το τσιμπούκι του
μέχρι να σβήσει το καντήλι μου
α, το μεροκάματο, το μεροκάματο
κι ο φόβος της Γυναίκας
μ’ έβγαλαν στη θάλασσα
έτσι, που διπλά τις αγάπες μου
απάτησα και πρόδωσα
γι’ αυτό σου λέω, αγαπημένη
σχεδιασμένη στο νου μου
με παστέλ και υδρόχρωμα
λύτρωσε με
κι εγώ την αγάπη μας
θα κάνω τραγούδι

*Ο ποιητής Ειρηναίος Μαράκης διατηρεί το ιστολόγιο Κίβδηλη Αντιόχεια στη διεύθυνση http://kivdilh-antioxeia.blogspot.gr/

Kenneth Patchen, Καθήκον του καλλιτέχνη

tumblr_lenfjaz0bZ1qbwkn2o1_500

Είναι καθήκον του καλλιτέχνη, λοιπόν, να
αποδοκιμάζει όλα τα ίχνη ξεδιαντροπιάς
να διευρύνει τα σύνορα
να τα μπερδεύει στον καμβά του
να σκοτώνει μόνο το χυδαίο
να καταδεικνύει το πρόβλημα
να περιφρονεί τις λύσεις
να μην ακούει κανέναν
να μην παραλείπει τίποτα
ν’ αντικρούει τα πάντα
να προκαλεί το ελεύθερο πνεύμα
να μην υπομένει κανένα μαρτύριο
να μην παίρνει μέρος σε καμία σταύρωση
να προειδοποιεί όταν η ανθρωπότητα εκτρέπεται
να εκρήγνυται πάνω σ’ όλα τα μέρη
να πληγώνει πιο βαθιά απ’ ό,τι ένας στρατιώτης
να επουλώνει την καημένη αυτή πεισματάρικη
μαϊμού μεμιάς και για όλους
να επαληθεύει το παράλογο
να μεγαλοποιεί όλα τα πράγματα
να αναχαιτίζει τον καθένα
να ρυθμίζει κάθε μέτρο
να αισθάνεται μόνο το βίωμα
να βάζει φωτιά στον πιο δυνατό αέρα
να ξεφωνίζει μόνος του στα τετριμμένα
να προκαλεί ν’ ανοίξουν μάτια που δεν βλέπουν
να θαυμάζει μόνο το παράλογο
να νοιάζεται για κάθε ισχυρισμό εκτός απ’ τον δικό του
να δημιουργεί τυχαία πάταγο στις λεωφόρους της αλήθειας και
της ομορφιάς
να λαχταρά μια ηλεκτρισμένη συνουσία μ’ έναν
θηλυκό αλιγάτορα
να υψώνει τη σάρκα πάνω από τον πόνο
να συγχωρεί του ωραίου την απαρηγόρητη απάτη
ν’ αστράφτει το εκδικητικό του γνώρισμα σε κάθε άβυσσο

να ΣΥΝΤΕΛΕΙΤΑΙ

είναι του καλλιτέχνη καθήκον να μένει ζωντανός
να κουβαλά τους ανθρώπους σε λαμπερές ασχολίες
να κοκκινίζει διαρκώς χαζεύοντας την αθωότητα
ν’ αρμενίζει ευτυχισμένα μέσα απ’ τη ρημαγμένη
ευφυΐα της ράτσας
να σκαλίζει κάτω απ’ το υποσυνείδητο
να υπερασπίζεται το απατηλό με αντίτιμο τη λογική του
να υπακούει κάθε σκανδαλώδη παρόρμηση
να υποβάλει τη συντροφιά του σε όλες τις γοητείες.

*Από την ανθολογία “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν” σε μετάφραση και επιμέλεια του Γιώργου Μπουρλή, εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα 2013.

**Το σχέδιο της ανάρτησης είναι, επίσης, του Kenneth Patchen.

Κική Δημουλά, Βροχή επιστροφής

autumn

Εγώ, όταν μεγαλώσω
θα γίνω Σεπτέμβριος έλεγε ο Αύγουστος.
Έβρεξε δω λιγάκι.
Δοκιμαστικά, σαν έλεγχος
αν λειτουργούν καλά οι πτώσεις.
Όπως χτυπάνε κάθε τόσο
ξαφνικά οι σειρήνες, δοκιμαστικά,
αν λειτουργεί καλά
ο τρόμος του πολέμου.
Ελάχιστη βροχή,
ίσα που την πλατάγισε στο στόμα του
το χώμα τη σταγόνα
– καθώς δοκιμαστής κρασιών-,
μόλις που πρόλαβε η υγρόεσσα ευωδιά
παραπονιάρα να τριφτεί
πάνω στα περιβόλια.
Δέναν οι παραθεριστές
στις σχάρες των αυτοκινήτων την Αθήνα
μαρσάραν τις βαλίτσες τους και φεύγαν.
Πεθαίναν απ’ τη ζήλια τους τα σπίτια
κοιτώντας τα τροχόσπιτα
στην Εθνική Οδό του Σεπτεμβρίου.
Απ’ τ’ ανοιχτά παραθυράκια τους
μικρά όσο ένα σάντουιτς ματιάς
κουρτινάκια φτερακίζαν κατά έξω,
νάιλον γλάροι εμπριμέ, δεμένοι.
Λοξά στημένη
νανούριζε τα τέλια της
μια κιθάρα ηλιοκαμένη.
Ευτυχώς βελτιώθηκε
το βιοτικό επίπεδο της βάρκας.
Γίνανε βάρκες κατοικίδιες
– αστυφιλία των σκαριών.
Αστραφτερές, εξωλέμβιες,
πάνω στα τρέιλερ κουρνιασμένες
ακολουθούν τ’ αφεντικά τους,
σκυλάκια ράτσας
χωρίς καθόλου τρίχωμα θαλάσσης.
Γαύροι πηδάνε κατά πάνω,
μια τελευταία ασημένια περιέργεια.
Κάτι θα την πονέσει απόψε τη βραδιά
γι’ αυτό το προς το τέλος.
Αν έχει ξαστεριά
θα πιει κάποιο παυσίπονο αστέρι.
Εγώ θα μείνω ακόμα λίγο.
Μήπως και ξαναβρέξει.
Να σε ξεπλύνω λίγο.
Είσαι μες στην αρμύρα και τ’ αλάτια
από τότε που ήμουνα θάλασσα.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στη διεύθυνση http://stigmalogou.blogspot.com

Nicanor Parra, Γράμματα σε μια άγνωστη

nicanor5

Σαν περάσουν τα χρόνια, σαν περάσουν
Τα χρόνια κι ο αγέρας έχει ανοίξει ένα λάκκο
Ανάμεσα στις ψυχές μας’ σαν περάσουν τα χρόνια
Κι εγώ δεν είμαι άλλο από ένας άνθρωπος που αγάπησε,
Κάποιος που στάθηκε για μια στιγμή μπροστά στα χείλη σου,
Ένας φτωxός άνθρωπος που κουράστηκε να περπατάει στους
κήπους,
Πού θα βρίσκεσαι εσύ; Πού
θα βρίσκεσαι, ω κόρη των φιλιών μου!

*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος. Από το βιβλίο “Τα εκατό ωραιότερα ερωτικά ποιήματα της ισπανικής γλώσσας”, εκδ. Εκάτη, 2000
**Η φωτογραφία του Nicanor Parra είναι από το ubiobio.cl.

Octavio Paz, Δύο ποιήματα

10600456_4531706546929_1295707461301145103_n


Ζωή μισοειδωμένη

Αστραπές ή ψάρια
μες στη νύχτα της θάλασσας
και πουλιά, αστραπές
μες στη νύχτα του δάσους.

Τα κόκαλά-μας αστραπές
μες στου κορμιού τη νύχτα
Τα πάντα, κόσμε, είναι νύχτα
κι είναι η ζωή αστραπή.


Εδώ

Τα βήματά μου σ’ αυτό το δρόμο
Ηχούν
Σ’ έναν άλλο δρόμο
Όπου
Ακούω τα βήματά μου
Να περνούν σ’ αυτό το δρόμο
Όπου
Μονάχα η ομίχλη είν’ αληθινή.

*Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Δύο ποιήματα

1528513_10201075140383651_998427040_n


οδός Σοφοκλέους, 1959

Δεν έχω τίποτα γι’ αυτήν εδώ τη γυναίκα
ούτε λύπη, ούτε κατανόηση, ούτε φωτιά για το τσιγάρο της
– άλλος ανάβει ελπίδες άλλος δυναμίτες
εγώ
δεν ξέρω να παρηγορώ
δεν έχω ελπίδα
δεν έχω φράγκο κύριοι και κυρίες
κι αυτή η γυναίκα θα πεθάνει αύριο
μες στη γλυκειά τουριστική σας πολιτεία.

«ανία»

Άλλοι πεθαίνουνε στ’ αλήθεια
με τσακισμένα χέρια γόνατα συνθήματα
με την απελπισία μπηγμένη στην καρδιά τους μέχρι τη λαβή
δεν γονατίζουν ούτε πόντο τη ζωή τους
πεθαίνοντας δαγκώνουνε το θάνατο στο λαρύγγι —
κι εσύ
ξαπλωμένος στο γρασίδι
με την ωραία λιακάδα στα μαλλιά σου
παίζεις το κρυφτούλι με τη λύπη!