Ιάσωνας Σταυράκης, Στο τέλος θα δεις…

Έργο του Oswaldo Guayasamin

Έργο του Oswaldo Guayasamin

Στο τέλος θα δεις…
Θα χρωστάμε στον εαυτό μας μονάχα…
Και θα’ ναι μερες, μήνες και εποχές
και θα’ ναι χρόνια που άδικα μας προσπέρασαν…
Και θα’ ναι η πουτάνα η σιωπή
που στον δρόμο μας ξεγέλασε…
Και θα’ ναι η κούραση
το στοιχειό που θα στοιχειώνει
τ’ αγγεία των ματιών μας…
Και θα ‘ναι η πληγή ανοικτή
και το αίμα υστερόγραφο στον τοίχο…
Και θα’ ναι μια νύχτα άγρια
στον εμετό πνιγμένη
που θα γελάσεις
και θα πεις πως νικήσαμε…
Κι εγώ που κανένα δεν πίστεψα
εσένα θα σου δώσω το χέρι…

Μιχάλης Βάκρινος, Τρία ποιήματα

Capture

Στερνή ευχή

Δεν εζητούσα τα πολλά
μια χούφτα ρέστα από ουράνιο τόξο
να κράταγα στο χέρι.
Την ώρα της στερνής ευχής
να’ χω και εγώ μια ελπίδα.
Θα την χαράμιζα και αυτή, το δίχως άλλο.
Απόδειξη;
τούτα τα ερείπια στην άκρη των ονείρων μου.
Με ένα αεράκι δροσερό απομακρύνθηκα
και την ευχή στην τσέπη.
Καλή ζωή, στο θαύμα δεν πιστεύουν οι άνθρωποι

*

Μόνο για λίγο

Σβήσε τώρα το φώς καλή μου
ώρα να επιστρέψουμε στο έρεβος
σε αυτή τη μυστική γωνιά της έξης μας
που σαν αθώοι θάψαμε στο νου
…μα ήταν για λίγο
Τόσο δεν λένε ότι κρατάνε τα όμορφα;
Και εμείς ανήμποροι, εμείς καταραμένοι
να μην προφταίνουμε να αδράξουμε όσα όνειρα
εκπλήρωση ζητούσαν
Ο,τι ευχόμασταν να ζήσουμε, αφήσαμε να τρέξουν σαν ποτάμια
που χάνονται στο σίγουρο απέραντο.
Ούτως η άλλως
μονάχα η θάλασσα αφουγκράζεται επιθυμίες…

*

Τα χρόνια που χάσαμε…

Όμορφοι κήποι με ευωδιές, μας είχαν αγκαλιάσει
Στα δειλά μας χαμόγελα, στα ανθίσματα τα πρώτα
Ήλιο ποθούσε η καρδιά, ήλιο να μην δειλιάσει
Mόλις ωχρύνουν οι στιγμές, πρωτού σβήσουν τα φώτα

Χοντρές κλωστές τις σπάσαμε, τίποτα δεν μας δένει
Σε μια άνοιξη ελπίζαμε, σε μια άβυσσο χρυσή
Όμως ρυτίδιασε η καρδιά και εμείς ταπεινωμένοι
Έχασα εγώ τον δρόμο μου, τον έχασες και εσύ

Έτσι γινήκαμε έρμαια από τα είκοσι μας
κάποτε εκεί νομίζαμε πως θα’ ναι η στροφή
Ανάμνηση που κρύφτηκε στον ίσκιο της βιτρίνας
Ανδρείκελα που επιζητούν το λίγο για τροφή

* Από την ποιητική συλλογή του Μιχάλη Βάκρινου, Απροσδιόριστα Ψυχής Κομμάτια, εκδόσεις ΔΙΑΝΥΣΜΑ, 2014.
Για τις εκδόσεις ΔΙΑΝΥΣΜΑ δείτε εδώ: http://www.facebook.com/ekdoseisdianisma

Georg Trakl, Γέννηση

rainforest

Βουνά: μαύρο, σιωπή και χιόνι.
Κόκκινο κατεβαίνει το θήραμα απ’ το δάσος
Ω, τα βρυώδη μάτια του θηρίου.
Η γαλήνη της μητέρας όταν προβάλλει έκπτωτη
η παγωμένη σελήνη κι ανοίγουν τ’ αποκοιμισμένα χέρια
κάτω απ’ τα μαύρα έλατα.
Ω, η γέννηση του ανθρώπου! σκοτεινά παφλάζουν
τα γαλάζια νερά στο βραχώδη βυθό.
Στενάζοντας κοιτάζει την εικόνα του ο έκπτωτος άγγελος,
στο πνιγηρό δωμάτιο ξυπνάει κάτι χλωμό.
Δύο φεγγάρια λάμπουνε
τα μάτια της πέτρινης γριάς.
Αλίμονο, η κραυγή της γέννας με μαύρη φτερούγα
η νύχτα αγγίζει τον κρόταφο του αγοριού,
χιόνι, που πέφτει σιγανά από πορφυρό σύννεφο.

*Από το “σε Το Όνειρο του Κακού, Ποιήματα (1913-1915)”, Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια Μιχάλη Παπαντωνόπουλου, Εκδόσεις Ερατώ, 2005.

Αντονέν Αρτώ, από το 
”Η Μεγάλη Μέρα Και Η Μεγάλη Νύχτα”

1150330_529139387159603_1645721176_n

Η ζωή θα τραβήξει τον δρόμο της… τα γεγονότα

θα ξετυλιχθούν… οι πνευματικές συγκρούσεις 

θα λυθούν… κιεγώ δε θα συμμετέχω σ’αυτές.

Δεν περιμένω τίποτα… ούτε από την ηθική ούτε

από την υλική πλευρά.

Για μένα μένει ο αδιάφορος πόνος και η σκιά..
.
η Νύχτα της Ψυχής… και δεν έχω τη φωνή να το

φωνάξω.

Σπαταλείστε τα πλούτη σας μακριά απ’αυτό το 

αναίσθητο Σώμα… που καμμιά εποχή…
ούτε πνευματική

ούτε αισθησιακή δεν το επηρεάζει.

Διάλεξα την περιοχή του Πόνου και της Σκιάς… όπως

άλλοι διαλέγουν τη λάμψη και την συσσώρευση της ύλης.

Δεν δουλεύω πάνω στην έκταση μιας οποιασδήποτε περιοχής.

Δ ο υ λ ε ύ ω μ έ σ α σ τ η μ ο ν α δ ι κ ή δ ι ά ρ κ ε ι α.

Osip Mandelstam, Τα λόγια μου φύλαξε για πάντα

463217531

Τα λόγια μου φύλαξε για πάντα σαν γεύση δυστυχίας και καπνού,
Για την πίσσα της κυκλικής υπομονής, για το έντιμο κατράμι της δουλειάς . . .
Σα το νερό των πηγαδιών του Νόβγκοροντ που πρέπει να ‘ναι μαύρο και γλυφό,
Ώστε τα Χριστούγεννα να καθρεφτίζονται οι επτά θαλασσοπόροι τ’ αστεριού.

Και για τον πατέρα μου, τον φίλο μου και τον βοηθό μου τον τραχύ,
Εγώ – ο νόθος αδελφός, ο απόκληρος της οικογένειας του λαού –
Υπόσχομαι να φτιάξω τέτοιες πυκνές ξυλωσιές,
Ώστε σ’ αυτές, οι βρωμοτάταροι τους πρίγκιπες να κρεμούν.

Μόνο να μ’ αγαπήσουνε τούτα τα βρωμερά ικριώματα,
Όπως, στοχεύοντας τον θάνατο, οι πόλεις τα μπήγουνε στους κήπους –
Εγώ γι’ αυτό, όλη μου τη ζωή θα ζήσω, φορώντας την πράσινη πουκαμίσα
Και για τον απαγχονισμό του Πέτρου στο δάσος τσεκούρι να βρω.

3 Μαΐου 1931

*Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©
Από το http://samizdatproject.blogspot.com

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Σατυρικό

f9d1c11691c213c52d69e73343201b1a

γραμμένο για τον Μάριο Μαρκίδη

Βαρέθηκα τους ποιητές
που φλυαρούν,
αδέξια περπατούν
και πιθηκίζουν.
Τους βαρέθηκα αυτούς,
τους χλιαρούς,
που αρνούνται να παραδεχτούν
πως την ποίηση δεν ορίζουν.

*Από τη διαδικτυακή έκδοση “Ποιήματα”, εκδόσεις Ενδυμίων.

Omar Musa, The Fear (unfinished)

Adnate in Gertrude St. Fitzroy. Melbourne, Australia

Adnate in Gertrude St. Fitzroy. Melbourne, Australia

It was said,

“be afraid.”

And the people became afraid.

I stood,
a dwarf in a petrified forest,

watching them dance the ancient dance —

there seemed joy in their terror,

and laughter, too.

People baked bullets into their bread.

They chopped up newspapers

and fried them

with sliced onions & sizzling steaks.

They stroked surveillance cameras

between their legs.

They treated TV screens like wells,

dipping buckets into them,

filling teacups
and offering them to neighbours.

At times it held the shape of mirrors and men,

but mostly,

the Fear spread across the waking earth 

as if it were gas

and gas expands to fill

whatever vessel

it is put in.

Today,

A man would not serve me at the supermarket.

A woman crossed the street to avoid me.

An anonymous email wished death upon me.

I, too,

became afraid.

*Ο Omar Mousa είναι Αυστραλός ποιητής αραβικής καταγωγής.
**Για την εικόνα της ανάρτησης ευχαριστίες στην Katerina Libertaria, που την έβαλε στον τοίχο της στο facebook. Thanks to Katerina Libertaria for the photo.

Αργύρης Μαρνέρος, Σπασμένα αγάλματα

10659306_862033247162318_5458190709696320169_n

Τώρα το ξέρω

Πρέπει ν’ αγαπήσω τη ζωή

Ανάμεσα απ’ τα συντρίμμια

Που βρίσκονται μπροστά μου

Πρέπει να αγαπήσω ξανά

Κάθε μικρό κομμάτι

Κι ένα ένα να τα βάλω στη σειρά

Όμορφα δεν είναι μόνο

Τα απείραχτα πράγματα

Και τα σπασμένα αγάλματα

Έχουν τη δική τους τη χάρη

Και ίσως είναι αυτά

Που πιο πολύ μας μοιάζουν.

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Η άστεγη μέρα, εκδ. Μελάνι, 2014

725c20da-3d8f-4ab0-844d-f68c1dd5b5e1_2-202x300

Κάποιος στο δρόμο
θέλησε να μου χαρίσει τη μισή του στενοχώρια,
είπα όμως λάθος το όνομα της πόλης όταν μου ζητήθηκε
και βρέθηκα αλλού.
Αφελές εδώ το τοπίο αφού δεν έχει κρύπτες
κι ο ουρανός στάζει από πάνω του.
Ήρθαν οι βάρβαροι, το είδαν και φύγαν.
Μια αλήθεια που αδυνατίζει, λιώνει στα χέρια σου.
Μια κραυγή νερού φτιαγμένη από άλφα, η θάλασσα.
Εκβιάζει τις μυρωδιές πρώτα να ‘ρθουν και μετά να μείνουν.
Είναι πολλά τα μυστικά, γι’ αυτό ο νους γίνεται αυλή της καρδιάς,
τόπος απογευματινών συναντήσεων με ανοιχτά ραδιόφωνα.
Για αβαρείς ειδήσεις.
Εκεί που πληγώνει ο λόγος τη σιωπή, δεν ανθίζει ποτέ τίποτα.

*Πηγή: http://www.poiein.gr/

Diane Di Prima, Επαναστατικό Γράμμα Νο9

120_PRIMA

Το να υποστηρίζεις
την ανατροπή των κυβερνήσεων αποτελεί έγκλημα,
το να τις ανατρέπεις, όμως, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.
Μερικές φορές ονομάζεται επανάσταση,
μα μη γελιέσαι, η κυβέρνηση δεν είναι ο στόχος,
είναι μόνο ένας καλός τρόπος ν’ αρχίσει κανείς:
1. Σκότωσε την κεφαλή της Dow Chemical
2. Κατάστρεψε το εργοστάσιο
3. ΚΑΝ’ ΤΟ ΑΣΥΜΦΟΡΟ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ
ΝΑ ΤΟ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΟΥΝ ΞΑΝΑ.
Για παράδειγμα, διάλυσε την έννοια του χρήματος, όπως το ξέρουμε,
απαλλάξου από τόκους, αποταμίευση, κληρονομιές
(κουπόνια με ημερομηνία λήξης που έρχονται ταχυδρομικά στον
καθένα και σε 30 ημέρες ακυρώνονται αποτελούν ακόμα καλή ιδέα).
Ή να ξεκινήσουμε χωρίς λεφτά κι αν τα χρειαστούμε
να τα φτιάξουμε στην πορεία
ή ακόμα μπορούμε να τα περάσουμε στον πολύγραφο
κι ο καθένας να τυπώνει όσα θέλει
και να δούμε τι θα συμβεί.
Να εφαρμόσουμε μορατόριουμ στα χρέη,
το πρώτο Κογκρέσο το έκανε σ’ όλες τις οφειλές
δημόσιες και ιδιωτικές.
Κανείς να μην έχει στην κατοχή του γη που κάποιος άλλος
τη χρειάζεται, κι ούτε να κατέχει περισσότερη απ’ όση
μπορεί να δουλέψει ο ίδιος ή η οικογένειά του.
Να μη δουλεύει κανένας για κάποιον άλλον
παρά μόνο από αγάπη,
και ό,τι κερδίζεις πάνω από τις ανάγκες σου
αυτό ας δίνεται στη φυλή, μια κοινοπολιτεία.
Έτοιμες απαντήσεις κανείς μας δεν έχει,
αυτά τα πράγματα θέλουν σκέψη.
Η μέρα κείνη πάντως θα ’ρθει, που θα πρέπει
να ξέρουμε τις απαντήσεις.

*Από το βιβλίο-ανθολογία του Γιώργου Μπουρλή, Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν, εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα 2013. Μετάφραση: Γιώργος Μπουρλής.