– Έχω μια ορφάνια για την κυοφορία σου
ένα ξεπροβόδισμα για το βιασμό σου
μια παραλυσία για την αυγή σου
ένα διπλαμπάρωμα για το αναθάρρεμά σου
μια γυρτή αντέννα για την πρόσκλησή σου
ένα ηλεκτρικό κύκλωμα για την εμμονή σου, ανοιχτό
μια κολακεία για τον εφησυχασμό σου
ένα βραβείο για την επιμήκυνσή σου
μια κλωστή για το πεταμένο σου
αλλά και ένα ντεπόζιτο για τον γκρεμό σου.
Αυτό έχω μόνο.
-Μεγάλη κι αλλόκοτη η πραμάτεια σου
-Κοίτα πιο προσεκτικά.
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Πρωινό Μέθης
Ω Αγαθό μου! Ω το Ωραίο μου! Φανφάρα βάναυση όπου δε σκοντάφτω καθόλου! Στρεβλή μαγική! Ουρά για το ανήκουστο έργο και για το θαυμαστό σώμα, για πρώτη φορά. Αυτό άρχισε κάτω από τα γέλια των παιδιών, θα τελειώσει από αυτά. Το δηλητήριο τούτο θα μείνει σε όλες τις φλέβες μας, ακόμα και όταν, καθώς η φανφάρα στραφεί, θα παραδοθούμε στην παλιά δυσαρμονία. Ω τώρα, εμείς τόσο άξιοι για αυτά τα μαρτύρια. Ας μαζέψουμε με θέρμη αυτή την υπεράνθρωπη υπόσχεση καμωμένη στο πλασμένο σώμα μας και στην ψυχή μας, αυτή την υπόσχεση, αυτή την παραφροσύνη. Η κομψότητα, η γνώση, η βιαιότητα! Μας υποσχέθηκαν να θάψουν στη σκιά το δέντρο του καλού και του κακού, να εξοστρακίσουν τις τυραννικές εντιμότητες, για να οδηγήσουμε τον πολύ αγνό μας έρωτα. Αυτό αρχίνησε με μερικές αηδίες και αυτό τελείωσε, μην μπορώντας να μας αρπάξει αμέσως από αυτή την αιωνιότητα, αυτό τελείωσε με ένα σκόρπισμα αρωμάτων.
Γέλιο των παιδιών, διακριτικότητα των σκλάβων, αυστηρότητα των παρθένων, φρίκη των μορφών και των εδώ αντικειμένων, να είστε καθηγιασμένοι με την ανάμνηση αυτής της αγρυπνίας. Να που τελειώνει με αγγέλους φλόγας και πάγου.
Μικρό ξενύχτι μεθυσιού, άγιο! όταν αυτό δε θα ήταν παρά για τη μάσκα που μας χάρισες. Σε βεβαιώνουμε, μέθοδε! Δεν ξεχνούμε ότι δόξασες χθες την καθεμιά από τις ηλικίες μας. Έχουμε πίστη στο δηλητήριο. Ξέρουμε να δίνουμε τη ζωή μας ολάκερη κάθε μέρα.
Νάτη η εποχή των Δολοφόνων.
*Αρθούρος Ρεμπώ, Εκλάμψεις, μετάφραση: Αλέξης Ασλάνογλου, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα 1981.
Αντονέν Αρτώ, Ζωή σημαίνει να σε καίνε τα ερωτήματα
Ζωή σημαίνει να σε καίνε τα ερωτήματα.
Δεν αντιλαμβάνομαι το έργο σαν ξεκομμένο απ’ τη ζωή.
Δεν μ’ αρέσει η ξεκομμένη απ’ τη ζωή δημιουργία. Άλλωστε, δεν αντιλαμβάνομαι, δεν μπορώ ν’ αντιληφθώ το πνεύμα σαν ξεκομμένο απ’ το πνεύμα. Κάθε ένα από τα έργα μου, κάθε ένα από τα εσωτερικά μου επίπεδα, κάθε μία από τις ψυχρές ανθοφορίες της ψυχής μου επικαλύπτουνε, θαρρείς, με κάτι σαν γλοιό ολόκληρο το είναι μου.
Γι’ αυτό και μπορώ να με βρίσκω τόσο μέσα σ’ ένα γράμμα προορισμένο να εξηγήσει το ενδόμυχο σημείο αιχμής του είναι μου και τον υπέρλογο ευνουχισμό της ζωής μου όσο και μέσα σ’ ένα δοκίμιο εξωτερικό του εαυτού μου και το οποίο φαντάζει στα μάτια μου σαν μία κύηση αδιάφορη προς το πνεύμα μου.
Υποφέρω που το Πνεύμα δεν βρίσκεται εντός της ζωής και που η ζωή δεν είναι το Πνεύμα, υποφέρω από το Πνεύμα-όργανον, από το Πνεύμα-μετάφραση, το Πνεύμα-φόβητρο που με βία εγγράφει τα πράγματα εντός του Πνεύματος.
*Από τη συλλογή “Ο ομφαλός των φύλλων”, 1925).
πηγή: http://www.avgi.gr
Γεώργιος Κ. Βαρβάτης, Εργάτης
Τω αγαπητώ μοι Ι.Μ. Μαγκανάρα
Φροντίζω για να βρω δουλειά, παρακαλώ τον ένα
του λέγ’ αφέντη πάρε με να εργασθώ κι εμένα,
να σκάψω για ‘λίγο ψωμί, να θρέψω τα παιδιά μου
να σου δουλέψω και εγώ μ’ αυτόν τον ίδρωτά μου.
Με την αξίνη τη βαρειά σε κουρασμένο ώμο
Γυρίζω για να βρω δουλειά σ’ ένα σ’ άλλο δρόμο.
Όλοι μου λέγουν: έχουμε εργάτας σταις δουλειαίς μας
περίσσιους, τους αναπληρούν τώρα αι μηχαναίς μας.
Αν δε κανένας σε δουλειά με πάρη από λύπη,
το ‘μεροδούλι δεν αρκει και το ψωμί μου λείπει.
Σε παγωμένο έδαφο, σε κρύα ατμοσφαίρα
για το ψωμί μου μοναχά εργάζομ’ όλη ‘μέρα!
Σκάπτω τα έγκατα τη γης, στα μεταλλορυχεία
και ζωντανό με θάπτουσι τα χώματα τα κρύα.
Ο ήλιος του καλοκαιριού μου λυώνει το κορμί μου
‘σαν το κερί, μαρτύριο είν’ όλη η ζωή μου.
Σεις που κοιμάσθε ήσυχοι σε πλούσιο κρεββάτι
Που βλέπετ’ όνειρα χρυσά, όταν σφαλάτε μάτι
όπου ξυπνάτε την αυγή με χείλι γελασμένο
‘ρωτήσατε και τον πτωχόν εργάτην τον καημένο,
πόσα τον δέρνουν βάσανα, πόσον ιδρώτα χύνει
για ν’ αποκτήση το ψωμί, που πλούσιος το δίνει
‘σαν να το βγάζη απ’ την καρδιά, με γυγαιτό με πόνο
κι αγανακτεί πώς δούλεψα δώδεμα ώραις μόνο!
*Δημοσιεύτηκε στην αναρχική εφημερίδα της Πάτρας “Επί τα Πρόσω” Νο 2 (15), 7 Απρίλη 1896. Ο Ι. Μ. Μαγκανάρας ήταν ο εκδότης της εφημερίδας. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για τον Γεώργιο Κ. Βαρβάτη (ή Βαρβατή).
Νεκταρία Μαραγιάννη, Το παιχνίδι των λέξεων
Πάλι τρέχουν οι λέξεις…
Πρέπει να σταματήσει το παιχνίδι της Μοίρας,
να πάψει κάθε συναίσθημα,
κάθε δύναμη,
κάθε παρόρμηση.
Είναι μονάχα στίχοι, λέξεις που βαδίζουν
στις οροσειρές
χαραγμένων γραμμών…
γιατί να διαφωνούν πάλι με τη γεωμετρία,
την αισθητική;
Δεν αλλάζουν δυο λέξεις την πορεία της σφαίρας,
το κόψιμο του τριαντάφυλλου,
τη ματιά του φεγγαριού…
Οι λέξεις γράφονται,
άλλες σβήνονται,
άλλες μένουν…
κάποιοι άλλοι, τσακίζουν την ανάβασή τους,
αμέσως οδηγούνται στην πτώση…
Τι είναι, όμως, οι λέξεις;
Ποιοι τις σχηματίζουν;
Ποιοι τις γκρεμίζουν;
Τάσος Δενέγρης, Ζεν
Ας αφεθούμε λοιπόν
Σε συναισθήματα πιό ακαθόριστα
Σε περιδιάβαση στον ουρανό.
Σύννεφα στάσιμα με αυτοτέλεια
Δεν προμηνύουνε κάτι κακό
Μάλλον υπόσχονται και βεβαιώνουν
Μέρα που άρχισε με καυσαέρια
Πιέσεις συμφέροντα συμβιβασμούς
Ίσως τελειώσει
Με μιά προσήλωση στο πουθενά
Με το κεφάλι
Μαύρου θηρίου
Που για τη χάρη σου
Μεταμορφώθηκε
Σε κατοικίδιο
Και σου γελά.
*Από τη συλλογή “Η κατάσταση των πραγμάτων” (Εκδ. Καστανιώτης, 1989). Παρμένο από το http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=36116.0#ixzz28mHyf6Ve
Πάβλο Νερούδα, Αχ τι Σάββατα βαθιά!
Αχ, τι βαθιά Σάββατα!
Είναι ενδιαφέρων ο πλανήτης,
με τόσο κόσμο εν κινήσει:
κύματα ποδιών στα ξενοδοχεία,
επείγουσες μοτοσυκλέτες,
σιδηρόδρομοι που φτάνουν ως τη θάλασσα
και πόσες κοπέλες ασάλευτες
που τις παγίδεψαν οι γρήγορες ρόδες.
Όλες οι βδομάδες καταλήγουν
σε άντρες, γυναίκες και άμμο,
και πρέπει να τρέχουν, να μη χάνουν τίποτα,
να δαμάζουν άχρηστους λόφους,
να μασάνε άλειωτη μουσική,
να γυρίζουν κατάκοποι στο τσιμέντο.
Εγώ πίνω για όλα τα Σάββατα,
χωρίς να ξεχνάω τον φυλακισμένο
πίσω απ’ τα άγρια ντουβάρια:
οι μέρες του δεν έχουν πια όνομα,
και τούτο το βουητό που περνάει και τρέχει
τον τυλίγει σαν ωκεανός
χωρίς να μαθαίνει ποιο είναι το κύμα,
το κύμα του υγρού Σαββάτου.
Άι, τι Σάββατα ερεθιστικά,
οπλισμένα με στόματα και πόδια,
αφηνιασμένα σαν να τρέχουν στις κούρσες,
πίνοντας περσότερο απ’ όσο λέει η φρόνηση:
καμιά διαμαρτυρία για την οχλοβοή
που δε θέλει να πηγαίνει μαζί μας.
*Από τη συλλογή “Εστραβαγάριο”, εκδ. Ίνδικτος. Μετάφραση Δανάη Στρατηγοπούλου.
**Ευχαριστίες στη φίλη Ζωή Θωμαΐδου που μας το χάρισε.
Valli Poole, The Garden
Dusky time
what’s in the craw? – caught –
a tacit whisper,
held in extremis
maroon leaves pause,
a clash of wings over,
flaked paint shingles
in chlorophyll surrounds.
Rusted
Statue
Flowers
jostle downward
in half – formed shadows
a plundering moon
concealed.
spinifex splayed
ends with brackens
whisked animations.
*From the book “Aeons”, published by Blank Rune Press, Melbourne 2012.
Μάριος Χάκκας, Μυρτώ στη φθινοπωρινή λιακάδα
Μυρτώ των φθινοπωρινών ξενοδοχείων
Οι κάμαρες δε βλέπουν τη βροχή
Μόνο κοιτάζουν σ’ άδειες ντουλάπες
σ’ ένα λαβομάνο χωρίς σεμνοτυφία
σ’ έναν καθρέφτη που μετράει ρυτίδες
χωρίς πρόσωπο ένα πόδι γυμνό
σκοπεύει τα κλειστά παράθυρα
κι είναι βγαλμένα πάνω στο σεντόνι
ζαρτιέρες μάτια και στηθόδεσμος.
*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης η οποία είναιτου André Derain, είναι από τον τοίχο της Thalassa Mystica στο facebook.
Dylan Thomas, Το χρώμα Της λαλιάς
Η ορμή που μέσα από τον ανθηρό δίαυλο
πορεύει το λουλούδι
Και τ’ ανθηρά μου χρόνια πορεύειֹ
Αφανίζει των δέντρων τις ρίζες
Είναι ο χαλαστής μου.
Και φωνή δεν έχω να πω στο τσακισμένο ρόδο
Πως απ’ τον ίδιο τσάκισε η νιότη μου χειμέριο πυρετό.
Η ορμή που πορεύει το νερό μεσ’ απ’ τους βράχους
Και το κόκκινό μου αίμα πορεύειֹ
ξεράινει τις βουνοπηγές,
Κερώνει και το δικό μου.
Και δεν έχω φωνή να κραυγάσω, ως με τις φλέβες μου
Πως τη βουνοπηγή το ίδιο στόμα τη βυζαίνει.
Το χέρι που αναδεύει στη λιμνούλα το νερό,
Ταράζει και τη σύρτηֹ
κατευθύνει το φύσημα του ανέμου,
Τη σαβανοφόρα μου πλεύση οδηγεί.
Και δεν έχω φωνή για να πω στον κρεμασμένο
Πως απ’ τη γη μου πλάθεται ο πηλός του κρεμαστή.
Τα χείλη του χρόνου κολλούν σαν βδέλες στην πηγήֹ
Η αγάπη στάζει και μαζεύει, μα το χυμένο αίμα
Θα γαληνέψει τις πληγές της.
Και φωνή δεν έχω να πω σ’ έναν άνεμο πρόσκαιρο
Πώς ο χρόνος με ουρανό τύλιξε τ’ αστέρια.
Και φωνή δεν έχω να πω στον τάφο του εραστή
Πως στο σεντόνι μου πορεύεται
Το ίδιο κουλουριασμένο σκουλήκι.
*Από το βιβλίο “Το Χρώμα Της Λαλιάς (Ποιήματα 1934-1953)”, εκδόσεις Ερατώ, 2003. Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.









