Roberto Bolaño, Ανάσταση

βελανιδιες

Για το Ρομπέρτο Μπολάνιο Άβαλος

Η ποίηση μπαίνει στο όνειρο
όπως ο δύτης σε μια λίμνη.
Η ποίηση, πιο τολμηρή απ’ τον καθένα
μπαίνει και πέφτει,
σαν μολύβι
σε μια λίμνη άπατη όπως το Λοχ Νες
ή θολή και άτυχη όπως η λίμνη Μπαλατόν.
Παρατηρήστε τη από το βυθό:
Ένας δύτης
αθώος
τυλιγμένος στα φτερά
της θέλησης.
Η ποίηση μπαίνει στο όνειρο
όπως ένας δύτης νεκρός
στο μάτι του Θεού.

*Μετάφραση: Κωσταντίνα Παναγοπούλου-Pérez. Από το http://www.poiein.gr

Ειδήσεις 76

228281_141568239250055_7357410_n

*Δεν ξέρω τον ή την συγγραφέα αυτών των στίχων. Απλώς μου άρεσαν, είδα επίσης ότι είναι πολιτικοί στίχοι και τους αναδημοσιεύω εδώ. Όποια/ος γνωρίζει κάτι ας με πληροφορησει…

Μιχάλης Παής, Τόσο απλά

Artist impression shows swirling clouds of hydrogen and helium gases illuminated by the first starlight to shine in the universe after the Big Bang

Κι όμως…
… οι έννοιες που θαρρούμε
ότι ο νους μας γεννά
Δεν είναι άλλο από «τοπία»
Που περιγράφει η σκέψη
από την ισόβια Οδύσσεια της
στη δομή των πραγμάτων

Ούτε η διαστολή του σύμπαντος
οφείλεται σε κάποια μεγάλη έκρηξη,
αλλά στα όσα τυχαία ξεπηδούν στο χώρο
από το ξεχείλισμα της ενέργειας
και προσδένονται στη συνείδηση
του όλου κτίσματος…

Όλα διασυνδέονται
και εξελίσσονται αλυσιδωτά
Από την ικανότητα
των αρχικών μικρόκοσμων
να μορφοποιούν
με τις διακυμάνσεις της ενέργειας
τη πολυπλοκότητα
του νου των αισθήσεων
και να οργανώνονται
σε σύνθετες οντότητες-κοινωνίες…

Τόσο απλά!;

© M.Pais
Melbourne 2014

Dylan Thomas, Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία

Dylan-Thomas

Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία.
Γυμνοί οι νεκροί θα γίνουν ένα
Με τον άνθρωπο του ανέμου και του δυτικού φεγγαριού
Όταν ασπρίσουν τα κόκκαλά τους και τριφτούν τ’ άσπρα κόκκαλα
θάχουν αστέρια στον αγκώνα και στο πόδι
Αν τρελλάθηκαν η γνώση τους θα ξαναρθεί,
Αν βούλιαξαν στο πέλαγος θ’ αναδυθούν
Αν χάθηκαν οι εραστές δεν θα χαθεί η αγάπη
Κι ο θάνατος δεν θαχει πια εξουσία.
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία
Όσους βαθειά σκεπάζουν οι στροφάδες των νερών
Δεν θ’ αφανίσει ανεμοστρόβιλος
Κι αν στρίβει ο τροχαλίας κι οι κλειδώσεις ξεφτίζουν
Στον τροχό αν τους παιδεύουν δεν θα τους συντρίψουν
Στα σπασμένα τα χέρια τους θαναι η πίστη διπλή
Κι οι μονόκεροι δαίμονες ας τρυπούν το κορμί
Χίλια κομμάτια θρύψαλα κι αράγιστοι θα μείνουν
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία.
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία
Ας μη φωνάζουν πια στο αυτί τους γλάροι
Ας μην σπάζει μ’ ορμή στο γιαλό τους το κύμα
Εκεί που εν’ άνθι φούντωνε δεν έχει τώρα ανθό
Να υψώσει την κορφή του στης βροχής το φούντωμα
Τρελλοί, μπορεί, και ξόδια, ψόφια καρφιά, μα ιδές
Φύτρα των σημαδιών τους, να, σφυριές οι μαργαρίτες
Ορμούν στον ήλιο ωσότου ο ήλιος να καταλυθεί,
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία
(And Death Shall Have No Dominion, 25 Poems, 1936)

*Η πληρέστερη -ίσως- μέχρι σήμερα συλλογή ποιημάτων του μεγάλου Ουαλού ποιητή Ντύλαν Τόμας. Ενός ανθρώπου που αγαπήθηκε και λατρεύτηκε όσο τίποτε άλλο από την αμερικάνικη και βρετανική λογοτεχνική κοινότητα την εικοσαετία από το 1930 και έπειτα. Σε μετάφραση του έλληνα ποιητή-μεταφραστή Γιώργου Μπλάνα, από τις Εκδόσεις Ερατώ το 2003, ουσιαστικά η συλλογή στηρίχτηκε στο βιβλίο “Collected Poems, 1934-53”, που εκδόθηκε αρχικά το 1988 και ύστερα το 2000. Όμως ο μεταφραστής έλαβε υπόψη τους ένα σύνολο βιβλιογραφίας, που περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα βιβλία που έχουν εκδοθεί για τον Τόμας είτε ποίησης είτε πεζογραφίας, καθώς επίσης ραδιοφωνικές εκπομπές, κινηματογραφικές ταινίες, την σπουδαία αλληλογραφία του και συλλογές κειμένων για τον σπουδαίο ποιητή. Το τελικό αποτέλεσμα, το βιβλίο “Το Χρώμα της Λαλιάς”, περιλαμβάνει ένα αξιολογότατο εισαγωγικό σημείωμα του μεταφραστή με τίτλο “Διαβάζοντας το ποιήμα του Ντύλαν Τόμας”, μια πολύ καλή επιλογή ποιημάτων από όλες τις ποιητικές συλλογές του ποιητή, τα κείμενα του ίδιου του Τόμας για την ποιητική τέχνη, κριτικές των ποιημάτων του από σύγχρονούς του καθώς και ένα πλούσιο Χρονολόγιο της ζωής του.
Αγαπήστε με Ντύλαν Τόμας λοιπόν…


*Πηγή: http://vakxikon.blogspot.com

Fabio Morabito, Αλεξάνδρεια, Μιλάνο, Μεξικό

morabito.logoskaitexni

Ο Φάμπιο Μοράμπιτο γεννήθηκε από Ιταλούς γονείς το 1955 στην Αλεξάνδρεια, πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο Μιλάνο, εγκαταστάθηκε το 1970 στο Μεξικό και γράφει στα ισπανικά, διηγήματα και ποιήματα. Λίγα πεζά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά, την ποίησή του ανακάλυψε τώρα ο Χανς-Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ σαν μια νέα φλέβα χρυσού μέσα στην αχανή επικράτεια της ισπανικής λογοτεχνίας. Είναι μια ποίηση εντελώς απέριττη και βαθύτατα ανθρώπινη. 

Τα δόντια μου

Επί χρόνια παραμελούσα
το κόκκαλο που τα συγκρατεί,
και να τώρα οι συνέπειες.
Έχω χάσει κιόλας τρία,
ενώ ακόμα τέσσερα
βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο.
Στα πενήντα μου και κάτι
και κατά τα λοιπά σε άριστη φόρμα
έχω τη μασέλα ενός γέρου.
Κάθε μήνα εξετάζω με το δάχτυλο
Ένα-ένα τα δόντια μου και τρομάζω όταν κάποιο κουνιέται.
Αν πίστευα ακόμα στον θεό,
θα τον παρακαλούσα να διαφυλάξει
τη μασέλα μου στην παρούσα κατάσταση,
ούτε ένα δόντι λιγότερο ούτε ένα περισσότερο.
Αλλά τι να εκνευρίζω τώρα τον θεό
μόνο και μόνο για μερικά δόντια;
Καλύτερα να προετοιμάζεται κανείς
Για τα χειρότερα από την οδοντόπτωση.
Εξάλλου έχω σταματήσει από καιρό
να μασάω άγαρμπα
και να φιλώ αχαλίνωτα.
Είμαι ακόμα σχετικά εμφανίσιμος.
Αλλά η κατάπτωση έχει αρχίσει,
έστω κι αν την υπομένω με αξιοπρέπεια,
με έχει πειράξει αυτός ο εκφυλισμός των οστών,
στον βαθμό που δεν είναι αναστρέψιμος.
Το ξέρουμε: τα εμφυτεύματα δεν κάνουν τίποτα,
το κόκκαλο δεν είναι ανόητο, όπως νομίζαμε,
κανένα κόκκαλο δεν ξεγελιέται με άλλα ένθετα οστά,
το απόθεμα κοκκάλων είναι καθορισμένο διά παντός,
όπως και ο μέσος όρος ηλικίας.
Αυτά τα πράγματα δεν πολλαπλασιάζονται σαν το κεφάλαιο.
Ένα κι ένα κάνουν δύο, κι από κει και πέρα πρέπει να τα βγάλει
κανείς πέρα μόνος του, πόσο μάλλον που όπως τα δόντια
έτσι κι ο θεός, το χειρότερο όλων των εμφυτευμάτων,
μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκπέσει.

Ο δοκιμιογράφος και ποιητής Χανς-Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ ανακάλυψε και παρουσίασε έναν Ιταλομεξικανό ποιητή, τον Φάμπιο Μοράμπιτο. Η αναπάντεχη λιτότητα και ευθυβολία των στίχων του εκπλήσσει.

Είθισται τελευταίες μέρες του Δεκεμβρίου να συνιστά κανείς από τα διαβάσματα της χρονιάς ενδιαφέροντα βιβλία, που για τον ένα ή τον άλλο λόγο έμειναν αλησμόνητα. Εμείς ας μην προτείνουμε σήμερα κανένα φετινό βιβλίο, αλλά ένα συγγραφέα άγνωστο και αμετάφραστο ακόμα στα ελληνικά. Το όνομά του Φάμπιο Μοράμπιτο. Για την ακρίβεια τον ανακάλυψε πριν από μας και τον παρουσιάζει αυτή την εβδομάδα στη Frankfurter Allgemeine Zeitung o Χανς-Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, ένας από τους σημαντικότερους δοκιμιογράφους και ποιητές της μεταπολεμικής Γερμανίας. Ας διαβάσουμε κατ’ ευθείαν, χωρίς να προηγηθούν άλλες πληροφορίες για τον άγνωστο και αμετάφραστο Φάμπιο Μοράμπιτο, ένα ποίημά του:

Οι κούνιες

Ο καθένας μας ξέρει τις κούνιες,
είναι απλές όπως ένα κόκκαλο
ή όπως ένας ορίζοντας.
Λειτουργούν με έναν επιβάτη
και για τη συντήρησή τους αρκεί
να τις ξαναβάφει κανείς που και που.
Κάθε γενιά τις περνάει ένα χέρι
με ένα καινούργιο χρώμα
(για να εξυμνήσει τα δικά της παιδικά χρόνια),
αλλά κατά τα άλλα τις αφήνει ως έχουν.
Κανένας δεν προσπαθεί να βρει καινούργιο ντιζάιν
για τις κούνιες, ουδέποτε υπήρξαν
αγώνες ή μαθήματα κούνιας,
τις κούνιες δεν τις κλέβει κανείς,
ποτέ το ραδιόφωνο δεν μεταδίδει το τρίξιμο
που κάνουνε οι κούνιες.
Οι άνθρωποι κάθε γενιάς τις βάφουν
με άλλο χρώμα,
για να θυμούνται τις κούνιες εκείνες
που σαν ήταν παιδιά τους μύησαν
στο κούνια μπέλα,
στη μελαγχολία,
στη μάταιη προσπάθεια
να θέλουν να είναι διαφορετικοί από τους άλλους,
εξαντλώντας έτσι σαν παιδιά
και τις τελευταίες δυνάμεις τους
για κάτι το ακατόρθωτο,
με την ελπίδα να μεταμορφωθούν,
ως ότου κάποια μέρα, χωρίς να χύσουν
ούτε ένα δάκρυ, κατέβηκαν από την κούνια τους
και ξαναβρήκαν τον εαυτό τους
και το καθαρά προσωπικό τους όνομα,
ένα βήμα πια πιο κοντά στον μακρινό ακόμα θάνατο.

Προλογίζοντας το μικρό απάνθισμα από την ποίηση του Φάμπιο Μοράμπιτο, ο Χανς-Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ γράφει: «Τα καλά ποιήματα μπορεί να τα διαβάσει κανείς εντελώς γυμνά, χωρίς σχόλια και ερμηνείες». Ας είναι αυτή η παρατήρηση και η δική μας κατακλείδα.

*Του Σπύρου Μοσκόβου
Πηγή: http://www.dw.de
Πηγή: http://entefktirio.blogspot.com

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κέρματα V

2

Τρίστιχο μόνο
κι όμως χωρά μέσα του
μεγάλο πόνο.

***
Τρίστιχο μόνο
μ’ ακέραιο εκφράζει
το συναίσθημα.

***
Το καλοκαίρι
τρέχει ο ιδρώτας μου
κι ας μη δουλεύω.

***
Θλίψη το δείλι
κι ας βάφεται κόκκινος
ο ορίζοντας.

*** ΄Ομορφη φύση.
Κοιτά κι αποκοιμιέται.
Ντροπή, Ποιητή.

Erich Mühsam, Στο κελί

38

Άλλη μια μέρα που περνά αθόρυβα, δειλά:

κενή σταγόνα που προστίθεται στα χρόνια, φευγαλέα,

κι απ΄το πηχτό το Τίποτα της νύχτας σαν κυλά

και μέσα στην αυγή σκορπιέται η σκιά η τελευταία,

ευφρόσυνα για σένα το ψυχρό φιλί της μέρας δεν χαράζει,

γιατί το αύριο σαν σήμερα και χθες θα μοιάζει.

Στη φυλακή είναι η ζωή χωρίς παρόν

και της ελπίδας την επιστροφή μονάχα θέλει,

γεμάτη είναι ως τα χείλη απ΄το παρελθόν,

σκληρό αν είν΄το στρώμα που ησυχάζεις δεν την μέλει,

αν το πινάκι σου είναι άδειο ή τροφή αν έχει
-
απατηλός, χωρίς συναίσθηση στιγμής, ο χρόνος τρέχει.

Νέος δεν μένεις, αλλά ούτε δεν γερνάς,

συνήθεια είναι ό,τι σε ξυπνά κι ό, τι σε νανουρίζει,

το «Πότε;» και ποτέ το «Πώς;» είναι αυτό που ρωτάς,

μα «Πότε;» είναι απαίτηση που μέλλον προσδιορίζει.

Αλίμονο, μπορεί η συνήθεια αυτή να σε σκοτώσει…

Μείνε Εσύ! Πάντα Εσύ! Στη λήθη η ελπίδα ας μην τελειώσει!

*Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης. Από το http://www.poiein.gr

Κώστας Ρεούσης, Τρία ποιήματα

eaneia-dhiethiaoa-1993-1997

Χαμαιλέων

ΔΡΟΜΕΑΣ

Της αποκριάς η προσωπίδα

φώναξε μεστωμένη στο σάλιο

του προηγούμενου φιλιού

τα μάτια ανοιχτά το νερό

τρέχει τον κατήφορο

πρωταθλήτρια των στίβων

η ασώματη φορεσιά.
 
*

ΑΝΑΠΑΥΛΑ

Έναν ύπνο χρωστώ να κοιμηθώ

για να ’ναι η αύριο καλή

μέρα όμως τ’ άνοιγμα του

ματιού διαρκεί περισσότερο

όπως το βλέφαρο

ξεκολλάει την τσίμπλα ο νεκρός

φιλιέται με την ξεκούρασή μου.
 
*

ΚΡΕΑΣ ΠΛΕΕΙ ΣΤΟ ΒΥΘΟ

Μες στο σπέρμα με τη

μύξα της ίωσης ξερή

να υγραίνω την πλάτη

στα σεντόνια της φανέλας

ώσπου το σπίτι έγινε θάλασσα

ώρες ξυπνώ με τη σαπίλα

δίπλα να κοιμάται ακούω

τη φωνή της και κρυώνω

όνειρο φέρνω παντού

μουσκεμένο βλέπει στάλες

να κυκλώνουν κάμπιες όταν

η μούχλα καλύπτει με

πράσινα στίγματα την

ανάποδη όψη του σώματος.

*Από τη συλλογή “Καρίνα”, εκδ. Φαρφουλάς, 2012.

Έκτωρ Κακναβάτος, Σκύλος τοξότης

10168099_627320234026830_7482429859224850288_n

Τώρα σε τέταρτη διάσταση συνεχίζω όσα δεν είπαμε.
Χαμογελώ του χρώμιου χτες του ψευδάργυρου
αύριο πεθαίνω του λιγνίτη
χαλκός και νίκελ ματώνουν μες στα χέρια μου
που πρέπει τ’ αναστάσιμα καρφιά μας να ισιώνω
κ’ η διεθνής του αντιμόνιου απ’ το χαράκωμα
ατέλειωτο ταμπούρλο.

Θεόσταλτοι αφορισμοί από τους άμβωνες με οχταήχι
με σιγγίλια π ε ί θ ο υ ν ε με ξιφολόγχες και
χρηματιστήρια, με οχτάστηλα η τέταρτη εξουσία
κι ο δεξιός ιεροψάλτης λουστρίνι μάγουλο
βήμα που τό ’μαθε η χήνα
καινούργιος στη μασχάλη του ο χαρτοφύλακας
από το δέρμα σου πατρίδα.

Μόνο ο ιδρώτας μου ερυθρόδερμος παραμερίζει
υπόκλιση άψογη, χαμόγελο νέα μανιφατούρα
ξάφνου αμολάει το κανελί σκυλί του
κι όλα γίνονται της πουτάνας.
Δεν περνάει το δικό σου,
όχι.

*Από την ποιητική συλλογή: “Οδός Λαιστρυγόνων” και από το βιβλίο: Έκτωρ Κακναβάτος, «Ποιήματα 1943-1987», Εκδόσεις Άγρα, 2010, σελ. 225.

Σπύρος Μεϊμάρης, Ξημέρωσε Επιτέλους

digital-surrealism-3

Ξημέρωσε επιτέλους
εκεί πίσω στα βουνά.
Το αεράκι εισέρχεται
μέσα από το παράθυρο.
Δροσιά στους ώμους.
Βήματα αργά στην κουζίνα.
Ποτήρι κρύο νερό.
Όνειρα που αφήνω δυσαρεστημένος.
Μακρινές οπτασίες που διαλύονται
ενώ κάθομαι με τον εαυτό μου.
Χέρια που αφοσιώνονται.
Μνήμες που έρχονται.
Ηλιόλουστες σκηνές ταξιδεύοντας.
Επιστροφή στα οικεία,
στα καθημερινά.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα 2009-2013”.