Τάκης Σινόπουλος, Ποίημα για την Ελένη

Ωραία εσύ η ανείδωτη
μέσα στον ουρανό του ποιήματος
καυτερή θρησκεία γυναίκα αγέρινη,
ντυμένη χαραυγές ένα άστρο σύμβολο
με τ’ όνομά σου δένοντας των εποχών τις γέφυρες.
Ωραία εσύ
νυχτερινή του απείρου εξαίσιο του θανάτου λάφυρο
από τη σκόνη του θανάτου αναγεννώμενη.
Σ’ αναγνωρίζω Ελένη μου μέσα στους μαύρους έρωτες
που κάψανε μ’ οράματα τα χρόνια μου. Ω ποτέ
ποτέ μη φύγεις για τους τόπους του χαμού
στις χώρες τις απάνθρωπες μη σπαταλήσεις
τούτη τη σάρκα σου από σμάλτο κι από κρύσταλλο.
Σε περιμένω.
Κοίταξε, σου ‘φερα καπνούς κι αρώματα από τα βουνά
πετράδια από τη θάλασσα
ήλιους και φύλλα σου ‘φερα, κατηφοριές κι ανέμους
καλάμια από τις ποταμιές βράχια και πέτρες κι όνειρα
και καταχνιές κι αφρούς για σένα προσφορά.
Με χέρια και με γόνατα σπασμένα παραμόνεψα
γυμνός πλανήθηκα πάνω στη γη σε κάθε στρίψιμο
του κόσμου παραμόνεψα. Σε περιμένω.
Είμαι νεκρός τα βράδια κάτω απ’ το λυχνάρι μου
κι όμως ακόμα ζωντανός αστράφτοντας απ’ τη δική σου δύναμη.
Κοιμάμαι σε κρεβάτι φορτωμένο με γεννήτορες
που μου γυρεύουν να μιλήσω. Κι ανυμνώ τη χώρα μου
κι εσένα και τη βλάστηση
γεύομαι μνήμες όνειρα και βλάστηση
και χώμα αιώνιο απ’ τη δική μας γη,
προπάντων χώμα χώμα Ελένη.

Και τούτο τ’ ονομάζω προσμονή. Η γέννηση του ποιήματος.

Τάχα θα’ ρθείς;
Μια νύχτα Ελένη τάχα θα σε συναντήσω,
όταν ο χρόνος θα ‘ναι ακίνητος από τα θαύματα,
στεφανωμένη υποταγή κι ανάσταση τρεμάμενη;
Μες στην πελώρια πόλη του ύπνου θα συναντηθούμε
σάμπως σε μια αυτοκρατορία νεκρών ποιητών
κατάμεστη από σταλαχτίτες – ποιήματα
και τάχα θα μιλήσουμε θα κοιταχτούμε
λουλουδισμένοι κι άφωνοι με τη χωμάτινη καρδιά
να ζωντανεύει και να γίνεται
ξανά ένα ρόδο πορφυρό ξανά μια πυρκαγιά απαράμιλλη
τάχα θα σμίξουμε άλλη μια φορά
μια νύχτα που η σιωπή θα ‘ναι μια απέραντη σιωπή
εγώ γεμάτος διάστημα
εσύ γεμάτη μ’ άστρα
πάντα άφθαρτη παρθένα ανέγγιχτη
μεταρσιωμένη;

*Από τη συλλογή “Ελένη” (1957). Απαγγελία: Παρμενίδης Ιωάννης Μπουσίου.

Γεωργία Τρούλη, Το σώμα

10302455_292141910952451_6534965500949500046_n

Σε ένα παλιο μαγνητόφωνο
Και σε μια συλλογή βινυλίων
Υπερτροφήθηκε το εγώ
Με μια βαριά αλυσίδα
Αλλού σκουριά και αλλού απάτη
Παλινδρομήσεις
Παράγει κενό
Κουβαλάω νερό Νερό κουβαλάω
Δάση γύρω
Εσείς μην αφεθέιτε ποτέ να δοκιμάσετε
Υπόθεση
Θα ξεκοιλιαστείτε Θα ξεκοιλιαστείτε
Απαγορευμένοι Απογοητευμένοι καρποί θα μπαίνουν στα
Μάτια
Προγούλι θα αποκτήσει η σκέψη
Και το συναίσθημα κυτταρίτιδα
Πόσα τα δάση με δάκρυα και με την κολπική μου Αποτοξίνωση

Μην αφεθείτε ποτέ να κάνετε υπόθεση
Για το πώς έζησαν οι δύο άκρες του εγώ μου
Και έξω από το όριο
Συνεχώς νερό
Από το βάθος το βγάζω στην επιφάνεια
Αλλοτε αλατούχο γαλάζιο
Σαπισμένο
Διάφανο
Με πολλά ζωύφια
Και απόνερα μυρηκασμού
Κάθε σοδειά νερού με άλλη ποιότητα
Άρα και δάση με διαφορετικά καρποφόρα
Όταν όμως στα χείλη γευόμαστε
Την γεύση
Μέλι με συνοδεία
Δημητριακών και γάλα
Η Περσεφόνη

Wiliams Carlos Williams, Μετρική μορφή

10463001_10204558441256712_7682761032271610666_n

Ένα πουλί μέσα στις λεύκες

Είναι ο ήλιος

Τα φύλλα είναι μικρά κίτρινα ψάρια

Που κολυμπούν μες στο ποτάμι

Το πουλί τα ψαύει

Η μέρα ξυπνά μες στα φτερά του

Ο Φοίνικας!

Αυτός αφήνει μια μεγάλη ανταύγεια

Ανάμεσα στις λεύκες

Το τραγούδι του
Σβήνει τη λάμψη από το θρόισμα

Των φύλλων καθώς κροταλίζουν

Μες στον αγέρα

*Μετάφραση: Τάκης Σινόπουλος.

Octavio Paz, Ζωή μισοειδωμένη

Φωτογραφία: Άγνωστου

Φωτογραφία: Άγνωστου

Αστραπές ή ψάρια

μες στη νύχτα της θάλασσας

και πουλιά , αστραπές

μες στη νύχτα του δάσους.

Τα κόκαλά-μας αστραπές

μες στου κορμιού τη νύχτα

Τα πάντα , κόσμε , είναι νύχτα

κι είναι η ζωή αστραπή .

*Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης.

Γιώργος Σαραντάρης, Ήταν γυναίκα ήταν όνειρο…

Ήταν γυναίκα ήταν όνειρο ήτανε και τα δυο
Ο ύπνος μ’ εμπόδιζε να τη δω στα μάτια
Αλλά της φιλούσα το στόμα την κράταγα
Σαν να ήταν άνεμος και να ήταν σάρκα
Μου ‘λεγε πως μ’ αγαπούσε αλλά δεν το άκουγα καθαρά
Μου ‘λεγε πως πονούσε να μη ζει μαζί μου
Ήταν ωχρή και κάποτε έτρεμα για το χρώμα της
Κάποτε απορούσα νιώθοντας την υγεία της σαν δική μου υγεία
Όταν χωρίζαμε ήτανε πάντοτε νύχτα
Τα’ αηδόνια σκέπαζαν το περπάτημά της
Έφευγε και ξεχνούσαν πάντοτε τον τρόπο της φυγής της
Η καινούργια μέρα άναβε μέσα μου προτού ξημερώσει
Ήταν ήλιος ήταν πρωί όταν τραγουδούσα
Όταν μόνος μου έσκαβα ένα δικό μου χώμα
Και δεν τη σκεφτόμουνα πια εκείνη

Γιώργος Θ. Γιαννόπουλος, Τρία ποιήματα

τζαμι+σπασμενο

Ιοκάστη

Γυναίκες μ’ αρώματα μεθυστικά
φλέβες ρυάκια
δόντια κοράλια
στη σάρκα του μήλου.
Βλέμμα γαλάζιο
ελιγμός
αεροσκάφους.

***

Οδός Δελφών

Μνήμη Ανδρέα Παγουλάτου

Οι νεκροί κρατούν στα χέρια τους
το σπασμένο γυαλί της μνήμης.
Οι νεκροί σηκώνουν
Το βάρος των ανθρώπων.

Οι νεκροί
ένα σχήμα λόγου
που φθέγγεται
που μέλλει.

***

Το μπαλαούρο της ζωής

Μια λέξη μια ελπίδα
ένα λευκό πυρκαγιά
ένας έρωτας θάνατος
ένα ταξίδι πράσινο
ένας στίχος κλάμα νεογνού
μάρμαρο γενέθλιο
φως.

*Από τη συλλογή “Το θέρος των βροτών”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2010.

Τέος Σαλαπασίδης (1924-1983), Remember Elena

10613003_376358509189069_2219867918845028946_n

Περιμένω να μου φέρουν τις πεντακόσιες δραχμές
αυτός που χρωστά προσποιείται τον φυματικό
άλλοι λόγω θέσεως προσποιούνται τους δυνατούς
η λύση διαφαίνεται
η εκφώνηση ξεχάστηκε
ακούμε δίσκους προκλασικής μουσικής
ζητάμε δανεικά
αν όχι
ξεγελάμε τα κορίτσια στο Λιτόχωρο και παίρνουμε λίρες
εγώ επιμένω στην πρώτη επαφή
έστω και χωρίς χρήματα επιμένω. Εδώ
δεν μπορούν να σερβίρουν ούτ’ ένα θάνατο σωστό
κάπου ο δίσκος θα κτυπήσει
και θα χυθούν κάτω στο παρκέ λίγα δάκρυα
Από μικρός ξεφώνιζα πως οι υπηρέτριες πρέπει να περνούν
από ειδικές σχολές αναρχικών
οι επαναστάτες από σχολές ορθοφωνίας
Κανείς δεν θυμάται σήμερα τους Δεκεμβριστές
την ομίχλη του Πετροπαβλόφσκ
τα χείλη της θείας Γκρέτα
Ανοίγω βιομηχανία αεριούχων αναψυκτικών
τίτλος: ο Λαϊκός Επίτροπος
Λαέ: πίνε λεμονάδες, οι Δικηγόροι εσίγησαν
Λαέ: στις δύσκολες στιγμές πίνε πορτοκαλάδες!
Η βίβλος διαβάστηκε – του καλού Σαμαρείτη δώσατε διαβατήριο προς Μόσχαν
οι πουτάνες ακούν Μπελαφόντε
όποιος δεν έχει σαράντα φράγκα δεν ακούει Μπελαφόντε
οι μετοχές του Μπελαφόντε ανεβαίνουν
ο Μπελαφόντε ανεκαλύφθη
στο Κρεμλίνο πανικός -η Ουάσιγκτον ολοφύρεται-
οι μετοχές του Μπελαφόντε στο απώγειο!
Εδώ είστε και δω είμαι
τον Μπελαφόντε θα τον χρησιμοποιήσουν ή θα τον κάψουν
-σε περίπτωση που τον χρησιμοποιήσουν θα τον κάψουν αργότερα-
τώρα ανοίξτε διάπλατα τις πόρτες στον γιο του γιατρού που σπουδάζει ιατρική
στον γιο του λεμβούχου που εξηνθρωπίσθη
ανοίξτε τις πόρτες στους τζόκεϊ στους σοσιαλιστές στους παλαιοημερολογίτες
στους πυροβάτες
σ’ εκείνον που δήθεν υπεσχέθη να γίνει διαρρήκτης και τώρα υπάλληλος
μετράει χρήματα σεμνός σε κάποια τράπεζα
ξοδεύοντας το μισθό του σε πράκτορες που παρακολουθούν τη γυναίκα του
κλείστε τις πόρτες -τα χέρια τους ιδρώνουν- ανάψτε τα εντομοκτόνα βεγγαλικά
η γιορτή πλησιάζει στο τέρμα της
χωρίς την Κατίνα. Χωρίς την Ελένη.
(Η μικρή Ελένη κάθεται και κλαίει επειδή δεν την παίζουν οι λευκές φιλενάδες της)
Η μικρή Ελένη
τώρα κάθεται και κλαίει
που δεν την παίζουν
ούτε οι μαύρες στο Χάρλεμ

Στέλλα Δούμου, Μωβ

catatumbo-lightning2-550x377

Ασφαλώς και κοιμήθηκες
μέσα σε μωβ αστραπές
με χείλη σφιγμένα πάντα
στο κλειδί της άρνησης.
Ασφαλώς και κρεμάστηκες
με ομπρέλα μωβ
επάνω στα ιερατεία των οπαδών.
Ασφαλώς μάσησες
σουσάμια αστεριών
πριν καν αντικρίσεις τις νύχτες και
ψιθυριστά μάζευες ιππόκαμπους
με υπομονή θανάτου
κάτω απ’ το βλέφαρο που σκούριαζε.
Κι ασφαλώς
από φαγωμένο παράθυρο κοίταξες
που σε απιθώσαμε
σ’ ένα μικρό σύννεφο από ίριδα
και σε αποχαιρετήσαμε
με μωβ δήγματα φιλιών
που τόσο σου άρεσαν.

Τα πένθη της φωνής σου σε όλες τις πτώσεις.
Έιμυ.

Ασφαλώς.

*Από τη συλλογή “Χαμηλές οκτάβες”, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2013.

Θωμάς Χαραλαμπίδης, Δύο ποιήματα

broken

Μετακόμιση

Φεύγεις τώρα.
ξαναμαζεύεις τα πράγματα
οι εφημερίδες μπήκαν στα κουτιά
τι να ‘γινε τόσα χρόνια…
Φεύγεις τώρα
εδώ, εκεί
πάντα κάπου αλλού
από καλά καλύτερα;
Φεύγεις τώρα
οι χάρτες ξαναξεδιπλώθηκαν
ο κόσμος όλος μια σταλιά
να ξεχειλίσει μια ψυχή ξεπαγιασμένη.
Γεια σου χαρά σου Santa Vangela
μ΄ αγάπησες, σ’ αγάπησα
όλα τα ωραία πράγματα τελειώνουνε…

***

Οίκοθεν

Καλησπέρα ραγισμένο μου απόγευμα.
Οι φίλοι μου δεν ήρθανε απόψε.
Στείλανε μόνο κάτι κάρτες
άλλος εδώ, άλλος εκεί
περνάν ωραία, λένε.
Κι εγώ στις ίδιες πάντα ιστορίες
στις ίδιες γειτονιές
στις ίδιες ψευδαισθήσεις.

*Από τη συλλογή “Μούργκα”, εκδόσεις Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη 2008.

Sylvia Plath, Last words

603151_1425246657704036_1466155251_n

I do not want a plain box, I want a sarcophagus
With tigery stripes, and a face on it
Round as the moon, to stare up.
I want to be looking at them when they come
Picking among the dumb minerals, the roots.
I see them already — the pale, star-distance faces.
Now they are nothing, they are not even babies.
I imagine them without fathers or mothers, like the first gods.
They will wonder if I was important.
I should sugar and preserve my days like fruit!
My mirror is clouding over —
A few more breaths, and it will reflect nothing at all.
The flowers and the faces whiten to a sheet.

I do not trust the spirit. It escapes like steam
In dreams, through mouth-hole or eye-hole. I can’t stop it.
One day it won’t come back. Things aren’t like that.
They stay, their little particular lusters
Warmed by much handling. They almost purr.
When the soles of my feet grow cold,
The blue eye of my turquoise will comfort me.
Let me have my copper cooking pots, let my rouge pots
Bloom about me like night flowers, with a good smell.
They will roll me up in bandages, they will store my heart
Under my feet in a neat parcel.
I shall hardly know myself. It will be dark,
And the shine of these small things sweeter than the face of Ishtar.