Λουκάς Σ. Λιάκος, Στο δεύτερο κόσμο η μοίρα (απόσπασμα)

Artworks: Droga Życia

Artworks: Droga Życia

Οι απαρχές.
 
Οι λέξεις μετρούν τα βήματα μου στο σύμπαν
αθόρυβα γλιστρώ στην εσωτερική γκρίνια του απρόβλεπτου
εκεί, στο δάσος με τα αποκαΐδια
ζεύγη από αλάτι και παραισθήσεις οι κινήσεις των ματιών μου ναρκοθετούν το νέο
αύριο
τραβώντας υποζύγια απέναντί μας κι απέναντι στις μοίρες που μας εξουσιάζουν
αλήτικα οι εντυπώσεις με συντροφεύουν κι έχω τη γεύση από καμένη σάρκα στα
μάγουλα
εκκωφαντικά πλέον, τοποθετώ στο κατώφλι της αναβολής τις ανάσες μου
παρασύρομαι ξέφρενα στην εξατομίκευση του κάθε μας ονείρου
η ξαστεριά πια δε με αντέχει’ δεκαεννιά και δεκαεννιά έτη.

*Απόσπασμα από μεγαλύτερη δουλειά του ποιητή δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα Bibliotheque στο http://bibliotheque.gr Από εκεί και η εικόνα της ανάρτησης.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κέρματα VI

kermata

Νύχτα έρχεσαι,
μα σημαίνεις έγερση
σε νου και σώμα.

***

Έρωτας νύχτα:
Τη σκοτεινιά της διώχνει
λάμψη στα μάτια.

***

Βαθύ λαγούμι
Έσκαψε στην καρδιά του,
μπαίνοντας κρυφά.

***

Πίνει, μεθώντας,
για να κερδίσει, όσα
μια ζωή χάνει.

***

Κλείνει τα μάτια
κι η φευγάτη αγάπη,
νάτη μπροστά του.

H., Hope / Ελπίδα

bird-of-hope

Hope is a bird
with wonderful feathers,
sits on the boughs of the soul
and sings the song of how to remain alive.
It sings when the dream breaks,
it sings when the boat overturns.
You are at the bottom
and far away is the beach.
It teaches you
how to ride from bottom to top,
how to swim to reach the beach.
How to rebuild the broken wings of your dream.
Then you get an energy in the form of a wind
that sings how to be alive
strongly, better than before.
And it will continue to sing until you want to listen.

*H. (17 years – detained 15 months on Christmas Island)
Published in the soon to be launched chapbook – ‘Our Beautiful Names’ with Writing Through Fences and MarkTIme

Ελπίδα

Η ελπίδα είναι ένα πουλί
Με θαυμάσια φτερά,
κάθεται στα κλαδιά της ψυχής
και τραγουδά το τραγούδι του πώς να μένεις ζωντανός.
Τραγουδάει όταν το όνειρο τελειώνει
Τραγουδάει όταν η βάρκα ανατρέπεται
Είσαι στον πάτο
και η ακτή είναι τόσο μακριά.
Σε μαθαίνει
πώς να οδηγείς απ’ τα κάτω προς τα πάνω,
πώς να κολυμπάς για να φτάσεις στην ακτή.
Πώς να ξαναφτιάχνεις τα σπασμένα φτερά του ονείρου σου.
Τότε αποκτάς μια ενέργεια με τη μορφή του ανέμου
που τραγουδά πώς να είσαι ζωντανός
πιο δυνατός, καλύτερος από ό,τι πριν.
Και θα συνεχίσει να τραγουδά μέχρι να θέλεις ν’ ακούσεις.

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης
Το ποίημα είναι γραμμένο από τον H., 17 χρόνων, κρατούμενο πρόσφυγα επί 15 μήνες στο Christmas Island (Νησί Των Χριστουγέννων).Περιλαμβάνεται στο υπό παρουσίαση βιβλίο με τίτλο “Our Beautiful Names” (“Τα Θαυμάσια Ονόματά μας”) από την ομάδα Writing Through Fences και τις Εκδόσεις MarkTIme, στη Μελβούρνη.

The poetry and brief life of a Foxconn worker: Xu Lizhi (1990-2014)

xu lizhi

Translations of poems by Xu Lizhi (许立志), the Foxconn worker who committed suicide on 30 September 2014, at the age of 24, in Shenzhen, China. Also includes an obituary with some explanatory notes. Note: Below are translations by friends of the Nao project, starting with Xu’s departing poem and an obituary, followed by other poems from 2011 to 2014. By translating these poems, we aim to memorialize Xu, share some of his excellent literary work, and spread awareness that the harsh conditions, struggles and aspirations of Chinese migrant workers (including but not limited to Foxconn) have not diminished since the more widely-publicized spate of 18 attempted Foxconn suicides in 2010, resulting in 14 deaths.

Insiders report that thereafter, although the frequency of suicides decreased (mainly due to Foxconn’s installation of nets making it more difficult for workers to jump from their dormitories, along with the development of workers’ collective resistance), such suicides have continued to the present. Including Xu Lizhi, at least 8 cases have been reported in the media since 2010, but insiders say that many other cases go unreported. We hope that in the future, workers in Foxconn and elsewhere manage to find ways around such companies’ military-style discipline and surveillance, come together, and forge collective paths out of this capitalist world of death, into a world worth living in. Don’t give up! Feel free to repost these translations anywhere.

Continue reading

Alejandra Pizarnik, Περιμένοντας το σκοτάδι

alexandra1

Στην Κλάρα Σίλβα

Αυτή η στιγμή που δεν ξεχνιέται
Τόσο κενή που την έχουν επιστρέψει οι σκιές
Τόσο κενή που την έχουν απορρίψει τα ρολόγια
Τούτη η φτωχή στιγμή υιοθετημένη από την τρυφερότητά μου
Γυμνή γυμνή από αίμα φτερούγας
Δίχως μάτια για να θυμάται αγωνίες τού άλλοτε
Δίχως χείλη για να συλλέξει τον χυμό των βιαιοτήτων
χαμένων στο τραγούδι των παγωμένων καμπαναριών.
Προστάτεψέ την τυφλό κορίτσι της καρδιάς
Ρίχ’ της τα μαλλιά σου κοκκαλωμένα απ’ τη φωτιά
Αγκάλιασέ την μικρό άγαλμα τρόμου.
Δείχ΄της τον κόσμο που σπαρταράει στα πόδια σου
Στα πόδια σου όπου πεθαίνουν τα χελιδόνια
Τρέμοντας από φόβο για το μέλλον
Πες της πως οι αναστεναγμοί της θάλασσας
Υγραίνουν τις μοναδικές λέξεις
Για τις οποίες αξίζει να ζούμε.
Αλλ’ αυτή η ιδρωμένη στιγμή του τίποτα
Ανακούρκουδα στη σπηλιά του πεπρωμένου
Δίχως χέρια για να πει ποτέ
Δίχως χέρια για να χαρίσει πεταλούδες
Στα πεθαμένα παιδιά.

*Από τη συλλογή «Η τελευταία αθωότητα» (1956). Μετάφραση: Αμαλία Ρούβαλη.

Γιώργος Ανδριώτης, Μιθριδατισμοί μικροί

600x600

Μιθριδατισμοί μικροί και σύντομοι
οι τίτλοι των ειδήσεων 

σε σάβανα αναλγησίας κυλιέται η αντίληψη
και με κάθε περαστικό τέρμινο
βάρος προστίθεται στο ζύγι της αδικίας

Είμαστε όλοι κοινωνοί

μια οικογένεια στον καναπέ καθισμένη
ζεσταίνεται στην θαλπωρή
χαζεύει το φως των γλόμπων των κρεματορίων

Σε μια πόλη μεθοριακή, με ηδονοβλεψία τρομακτική
τις Κυριακές κατοπτεύσεις viral σφαγών 
βομβαρδισμών και αποκεφαλισμών διάλογος

Φρικαλεότητες με μόνο πρόσχημα την καταγραφή
ειρωνική αντανάκλαση του αιματοβαμμένου λόγου μας
ηχώ της δικής μας δίψας για άρτο και βία

αίμα-σπέρμα-φόβος
αίμα-σπέρμα-φόβος

ο φόβος όμως έκανε το σπέρμα να κόψει 
και το αίμα να παγώσει
όλα τα χρώματα της Ίριδας καταπίνει
ο κανιβαλιστικός ορίζοντας

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητή “Η Επικράτεια του Μηδενός” στο http://epikrateiatoumidenos.blogspot.com/2014/10/blog-post_16.html

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, το κερί του χρόνου V

photo: Vivian Maier
Self-Portrait, 1953
 Gelatin silver print
30.5 x 30.5 cm
Vivian Maier/Maloof Collection, courtesy of Howard Greenberg Gallery

photo: Vivian Maier
Self-Portrait, 1953
 Gelatin silver print
30.5 x 30.5 cm
Vivian Maier/Maloof Collection, courtesy of Howard Greenberg Gallery

Όταν ονειρεύομαι το χρόνο

κρυώνω πολύ/

κι αν πω να αφεθώ να με συλλέξει/

γύρω μου πήζει και σφίγγει αμετάκλητος/

έτσι είναι ο χρόνος/

ένας γαλάζιος παγετώνας/

πάνω του βλέπω να αγκιστρώνονται/

λευκά ανθρωπάκια άσφαιρα/

με καρφίτσες εδώ κι εκεί/

άλλοι για να ορίσουν την αρχή τους

(-εδώ γεννήθηκα!-)/

ή να μετρήσουν και να αποτιμήσουν τις μέρες τους/

άλλοι για να ορίσουν την ίδια τη ζωή τους/

την μερίδα του χρόνου που τους αναλογεί προς κατανάλωση/

για τούτο τη γεμίζουν σημάδια και ορόσημα/

έτσι μετρήσιμη την κατανοούν περισσότερο/

και την αναπαράγουν λεκτικά/

τα μωρά που φέρνει ο πελαργός ξημερώματα Δευτέρας/

μια παλιοαρρώστια που εισέβαλε ένα απόγευμα όταν αποτραβιόταν στην κουζίνα το φως/

έναν έρωτα πολύτιμο/

που τον κράτησε ο πάγος σε χειμερία νάρκη τριάντα χρόνια/

τους στιγμιαίους θανάτους/

και τους χαμούς για πάντα/
των αγαπημένων/

τα μάτια των σκύλων μέσα στη βροχή/

Όλες οι καρφίτσες ταξιδεύουν αργά χαμηλότερα/

“χαμηλότερα” είναι μια λέξη που μας δείχνει τη βαρύτητα/

όμως -“αργά”/

είναι μια λέξη που χωράει στο χρόνο-

σταθερά/

γλύφοντας την ελάχιστη καμπύλη/

ακολουθώντας ένα νόμο  υδροδυναμικής/

που είναι και μηχανική των ρευστών/

-έχει ο παγετώνας αυτό το πλεονέκτημα/

να είναι ένα στερεό ρευστό που ολισθαίνει-

σαν ηπειρωτική τεκτονική πλάκα/

στην κούνια της αιώνιας λάβας/

ή σαν αδιάθετο γατί/

που αναγνωρίζει τις διαφορές θερμοκρασίας/

από αγκαλιά σε αγκαλιά/

έτσι κι αλλιώς ο χρόνος ο ίδιος, δεν πονά-

ούτε ματώνει/

ούτε υποφέρει/

αν ήταν να διαλέξει να γίνει θεός/

θα γινόταν ένας Βούδας/

έτσι ψύχραιμος και υπεράνω που τοποθετείται/

στο λαϊκό νου/

-δεν καταδέχεται όμως τη θέωση -

περιέχει τους θεούς και τους καταπίνει/

στην απέραντη έκτασή του/

καβάλα παν οι άνθρωποι σε τούτο το συμπαγές ποτάμι/

βαστώντας τις καρφίτσες τους

σα να ‘τανε πηδάλια/

-ενώ δεν είναι ούτε καν βοηθητικές προπέλες-

κι όταν εγκαταλείπουν/

κανείς δεν αναρωτιέται/

γιατί οι καρφίτσες απομένουν ορφανές/

δίχως τους καπετάνιους τους/

ή ο,τιδήποτε

εν πάση περιπτώσει

επί της οντολογίας τους/

τι σηματοδοτούν επιτέλους αυτές οι καρφίτσες;

τη ματαιοδοξία των θνητών και πεπερασμένων/

να μετρήσουν το αιώνιο και άφθαρτο/

περιβάλλον του παντός/

*Από τη συλλογή “Ξηρασίες, η πρώτη μάχη”.
**Το ποίημα και η εικόνατης ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητή στο http://loukopk.wordpress.com

Σοφία Περδίκη, Ρήγμα

1966849_10204646718503588_7161949704484695706_n

Η αναλγησία είναι κατάσταση.

Ξεκινάει από τη μέση των γεγονότων

ποτέ από την αρχή

το κεφάλι ευκίνητο ακόμα

το στόμα μιλά, τα άκρα πάντα αμήχανα.

Λέει η φωνή πως το ρήγμα

έχει επέλθει, είναι βαθύ

δίνει σύνθημα με τον αντίχειρα
πως το καράβι χάνεται, οι αντλίες δεν αρκούν
κι όλα εκλαμβάνονται σαν αφήγηση

ασκούν στο περιβάλλον

τη γοητευτική τους επίδραση.

Η απελπισία μέχρι να διαφανεί

πριν την αγκύλωση

τυλίγεται στον λαιμό με τη χάρη

κόμης χρυσής, χαϊδεύει την παρειά

βάφει με ποιητικές χλωμάδες

τ’ ανήσυχα μέτωπα.

Η αναλγησία εμφανίζεται 

μετά από ύπνο χωρίς όνειρα, ένα πρωί

όταν η ύπαρξη ξυπνάει χωρίς μνήμη.

Πατώντας στο σανίδι

να σταθεί προσπαθεί όπως μπορεί

με βλέμμα άτονο την πλάση ατενίζει.

Δημήτρης Γιαννάκης, Άδεια τείχη

184722_101412670038692_1685916221_n

στον Φαίδωνα και την Κατερίνα.

Κατάρα σε όσους κινάγανε τα οράματα,
Επειδή είναι της μόδας,
Γιατί ήταν νέοι, γιατί
Ήθελαν να χωρέσουν την ευτυχία
Τους
Στη μεγάλη πορεία
Των άλλων.

Σαν τα κουνούπια,
Πάνε όπου υπάρχει τροφή, άφθονη
Σφρίγος νεανικό και
Ζωή.
Να την πιούν στο ποτήρι.
Γιατί και αυτοί πίνουν αίμα για να γεννήσουν τα δικά τους
Παιδιά-Οράματα
Και να πιούν με την σειρά τους
Κι άλλο αίμα.
Και αποποιούνται τα παλιά,
Των άλλων,
Γιατί έχουν βρει νέα,
Στο βωμό του αίματος,
όπου τρώνε και πίνουν.
Και τα παλιά οράματα,
Τα κρύβουν στις ντουλάπες σαν τους μονόπλευρους έρωτες,
Της εφηβείας, τα λάθη
Βίτσια.
Το αίμα είναι τελικά,
η μόνη αλήθεια.

Μην λοιπόν αναρωτιέσαι γιατί,
Είναι άσπροι σαν το μάρμαρο,
Και μοιάζουν με αγάλματα,
Δεν έχουν αίμα δικό τους για να ροδίσουν.
Μόνο πίνουν,
Των αλλονών το αίμα,
Γιατί αυτό είναι,
Ο μόνος θεός.
Μην αναρωτιέσαι γιατί,
Μόνο γκρέμισε με το σφυρί, με την φωτιά,
Με την γροθιά!
Τ’ αγάλματα,
Τ’ άδεια τείχη που περιβάλουν
Καρδιές που σταμάτησαν
Τον κτύπο τους,
Που χτύπησαν από βίτσιο μόνο,
Από μόδα,
Και όχι
Από ανάγκη.

Γιατί και το κουνούπι, φαίνεται πιο χρήσιμο όταν εκπαιδεύει το χέρι,
να το χτυπάει με ακρίβεια.

Χρήστος Μπράβος, Του λυπημένου

fantasmata1

Σε φράχτη θα το δείτε το κεφάλι μου.

Σε καθαρή πετσέτα να το βάλετε
και να το πάτε.
Στάχτη και πριονίδι μη σκορπίσετε–
πίνουν το αίμα όχι τη φωνή του.

Δέστε το μαύρο άλογο που τρέχει
δέστε τ’ άσπρα φτερά του που χτυπούν·
κι ανοίξτε στη γριά με τ’ άγρια
δάχτυλα να μπήξει στο σανίδι
το καρφί της.

*Από τη συλλογή “Με των αλόγων τα φαντάσματα”, εκδ. Τυπογραφείο “Κείμενα” (1985).