Γιώργος Ρούσκας, Στις πεδιάδες των γραμμάτων

assets_LARGE_t_11761_2553145

Πού ζουν οι ποιητές παππού;
-Σε πεδιάδες απέραντες που είναι σπαρμένες με κάθε λογής
γράμματα, εκεί θα τους βρεις.
-Δηλαδή;
-Στάσου ένα λεπτό να φέρω το βιβλίο, ν’ ακούσεις από “πρώτο χέρι”.

Ντυμένος με λέξεις χιλιοειπωμένες
κυνηγώ το ανείπωτο.

Με βήματα αθόρυβα στις σελίδες
ιχνηλάτης του νοήματος γίνομαι.

Κολυμπώντας στη λίμνη των φωνηέντων
αγναντεύω τα σύμφωνα
που λιάζονται στη στεριά.

Στις πεδιάδες των γραμμάτων
αναζητώ την ιδέα,
λατρεύω την εκδοχή.

Το θέμα πασχίζω να κατακτήσω
συνταιριάζοντας του λόγου τη ροή.

Ψηλαφώ με τα χέρια, τολμώ,
με ερεθίζει η μυρωδιά
στα σκέλια των παραγράφων.

Τα ώριμα νιάτα μου χαίρομαι
ανάμεσα στις καμπύλες
των ζωηρών δεκαεξασέλιδων.

Γεύομαι την πίκρα,
ακούω τη χαρά
βλέπω κρυμμένα μυστικά,
λεπτομερείς εικόνες.

Όταν κουράζομαι,
στο κόμμα ξαποσταίνω
ξέροντας πως στο τέλος
η τελεία βρίσκεται.

Τη ράχη του βιβλίου τα δάχτυλα χαϊδεύουν
ψαχουλεύοντας αγιάτρευτες παλιές πληγές.

Ονειροπόλος εξερευνητής
σε χάρτινα δάση
πιστός παραμένω εραστής
του ανεκπλήρωτου.

*Από την ποιητική συλλογή “Άυλο Πύαρ”, εκδόσεις Χίλων 2013.

Στεφάν Μαλλαρμέ, Αίτημα

Σοφία Περδίκη, μινιατούρα, 12cm x 12cm, Μικτή Τεχνική

Σοφία Περδίκη, μινιατούρα, 12cm x 12cm, Μικτή Τεχνική

Από καιρό ονειρεύομαι να’ μαι, ω Δούκισσα,

Η Ήβη που γελά στο τάσι σου, στο φίλημα

των χειλιών σου.

Μα είμαι ποιητής, κάτι λιγότερο από αβάς,

Κι ως τώρα η μορφή μου δεν κόσμησε πορσελάνη.

Αφού δεν είμαι το σγουρόμαλλο σκυλάκι σου,

Ούτε οι καραμέλες, η άλικη πούδρα σου,

τα μάτια σου που ξεγελούν

Και που ωστόσο πάνω μου ρίχνουνε τη

ματιά τους,

Ξανθιά εσύ που οι θείοι κομμωτές σου οι 

χρυσοχόοι είναι,

Ονόμασέ με… εσύ που τα άλικα χαμόγελά σου

Είναι κοπάδι πάλλευκο από ήμερα αρνιά

Που βόσκησαν στις καρδιές βελάζοντας

εκστατικά,

Ονόμασέ με… κι ο Μπουσέ σε μια βεντάλια ρόδινη

Με φλογέρα στα χέρια θα με φτιάξει τη

στάνη μου να κοιμίζω,

Δούκισσα, ονόμασέ με βοσκό των

χαμογέλιων σου.

*Μετάφραση: Γ.Σ. Πατριαρχέας
**Από τον τοίχο της Σοφίας Περδίκη στο facebook.

Γιώργος Φιλιππίδης, Από το ποίημα “Εγωτική προπαγάνδα”

10443414_866361380058758_3094003969407838633_n

… Αδέλφια μου,
ακούστε καλά,
μια μέρα θα φτιάξουμε
τον γυάλινο κήπο που ονειρευόμαστε,
μια μέρα από το γυάλινο πηγάδι του
θα αντλήσουμε
ζεστή σοκολάτα
και λουλούδια εντελβάις
πολύτιμο δώρο
γι’ αυτούς που παλεύουνε
για να γίνουν παραμυθένιοι,
ίσως για μια γυναίκα
ίσως, απλά, για την καύλα του παραμυθιού,
ίσως, αλλόκοτα,
γιατί αλλιώς δεν θα
μπορούσαν.
Εκδίκηση,
στ’ όνομα καθετί εύθραυστου!

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Γαλάζια μηχανή”. Εκδ. Καστανιώτη , 1999 (σελ. 28).

Γεωργία Τρούλη, A Paris

aeriallandscapephotographybymatjazcater2

Εκεί που το κοίλωμα της γέφυρας
Επαναλαμβάνει το βλέμμα
Προοπτική να σε δω ρουφηγμένο από χρόνο
Σε διάσταση άλλη
Και από κάτω ροή ποταμός
Και από πάνω φεγγάρι
Ολοστρόγγυλο σε έναν ουρανό
Χρώμα βινυλίου συλλεκτικό
Με υγρό για την βροχή
Που την επομένη θα ακολουθήσει
Το περπάτημά μας
Αριστερή όχθη
Δεξιά οπλή των ερώτων μας
Να μην θέλει να αποφασίσει
Ποιο ταξίδι είναι παρθενικό
Αφού επαναλαμβάνει τόσο την μνήμη
Η ανάμνηση
Τα επίχρυσα αγαλματάκια
Γεφυρώνουν τον αιώνα που δεν υπήρξαμε
Ούτε γεννηθήκαμε εκ νέου και με γαλλική διάθεση
Να περπατήσουμε στο επιβλητικό
Σταυροδόμι της ζωής
Που κρύφτηκε σαν κουασιμόδος
Στην κορυφή μιας μαρμάρινης λάμψης
Μέσα στην νύχτα
Με τόση λεπτομέρεια γύρω το κτίσμα
Που κρύβω
Εγώ εμένα εσένα χωρίς με πάλι
Πότε θα φθάσει η ώρα για ύπνο
Στην σκάλα που τρίζει πράσινο χρώμα
Ξύλινο και στριφογυριστό
Στον τέταρτο όροφο μιας αθώας φωτογραφίας
Που εξομαλύνει το γηρασμένο
Ψηλά βλέπω το κωνικό να επιτάσσει ουρανό
Να λέγεται πύργος ισοσκελισμένος
Σε δύο που γίνονται ένα
Και διάτρητη στιβαρότητα μαρτυρά
Την κατασκευή της νύχτας
Από όνειρο μέσα σε αχνοπερπάτημα
Σε φινίρισμα πεταλούδας
Θα είναι αυτή η απόχρωση που δόθηκε
Στο ταξίδι
Να σε χάνω στο έρχομαι
Εκατόν πενήντα χρόνια
Στα κλεφτά μιας μετενσάρκωσης
Πανοραμικής
Kρυφτήκαμε
Ολόγυμνοι ολόγιομοι από φεγγάρι
Πάνω από την καμπυλότητα
Και με αριστοκρατική διάθεση
Να ερωτευόμαστε
Το παρελθόν στο παρόν για αυτό
Που θα
Μαζί θα γραπωθούμε στο ξύπνημα του πρωινού
Γεμάτα δακρυσμένα νερά
Τα βλέφαρα θα θέλουν να βλέπουν
Πώς τσαλαβουτάει στο μπουμπούκιασμα
Του φωτός
Την πρώτη λάμψη μιας πόλης
Που έγινε δική μας
Μετά από την προσπέλαση
Ενός τοίχους που λέγεται
Συγκομιδή αυταπάτης
Για να συνεχίζει το μολύβι να αφήνει στίγματα
Σε μια καρτ ποστάλ
Που ακόμη δεν κόπηκε
Σε παραλληλόγραμμη άφιξη
Και εγώ να βλέπω τους δύο
Να περπατάν ώρες δώδεκα και μία
Νυχτερινές
Tres fatigue
Με λαχτάρα τόση να πιαστούν από την
Αποταμίευση της ανάμνησης
Για ολική επαναφορά της έκλειψης
Φεγγαρίσιο φυτό η γλώσσα
Που σε βινύλιο χρώμα ουρανό
Θα ακούγεται το γρατζούνισμα μιας ηλικίας
Που δεν έρχεται από τότε

Γιώργος Μπλάνας, Eis aiona tui sum o mea vita

374494_1397299550508954_1356339084_n

Ό,τι έχει το χρώμα της θάλασσας σου μοιάζει.
Ακολουθούν: τα νησιά,
με το πράσινο τρίχωμα των βράχων να σαλεύει στο βυθό,
οι ακρογιαλιές, πιο πέρα τα δέντρα βουβά
στις ποδιές των βουνών
κι ακόμα μακρύτερα οι πόλεις
ξαπλωμένες σαν γιγάντια γατιά στις απλωσιές:
δρόμοι, πλατείες, σπίτια, δωμάτια, κρεβάτια, εσύ
να κοιμάσαι μέσα σε θύελλες σεντονιών
κι ο ύπνος σου: διάφανο βότσαλο στο δέρμα των νερών.

Ελισσαίος Βγενόπουλος, είναι

997092_554390331360609_6791671358788433777_n

έφευγαν οι κλειδώσεις της μέρας δυσοίωνα 

η μια πίσω από την άλλη

όπως οι μονολεκτικές αυταπάτες

ανασηκώθηκε και πλησίασε στο παράθυρο

ο κόσμος θαμμένος κάτω από το σεντόνι της μοναξιάς 

ανάσαινε την ανημποριά του

σ’ έναν πίνακα έγραψε 

την περίληψη του πρωινού 

ήταν κάτι πρόστυχα λόγια

και μερικές αμαρτίες

γερμένες στο μπράτσο της λησμονιάς

από τους φθαρμένους φεγγίτες

φεύγουν οι εποχές

κι από τις ανοιχτές πληγές της ταπείνωσης

γλιστρά η ζωή

πάντα έτσι ήταν

25/10/14

Ειρηναίος Μαράκης, βροχή, νύχτα, φθινόπωρο στην πόλη [δέκα μικρά ποιήματα συν δύο]

1

Ι

ποίηση για χίλια χρόνια
για όλους τους ανθρώπους
αυτός ήταν ο στόχος του
τελικά ένα μόνο έγραψε ποίημα
για το κορίτσι των ονείρων του
κι έμεινε απόλυτα ευχαριστημένος

ΙΙ

δεν αυτοκτονεί η ποίηση
μόνο να δολοφονηθεί μπορεί
και πάλι θα είναι αιώνια
μόνο για τους ποιητές υπάρχει θάνατος
οι ανθολογίες για τους αναγνώστες
και για τους κριτικούς το μίσος τους

ΙΙΙ

χωρίς την ποίηση, ποιητές δεν υπάρχουν
αλλά ακόμα και με τους ποιητές
η ποίηση μοιάζει ανώτερη όλων
των ανθρώπινων συναισθημάτων μας
όμως, μόνο τα δάκρυα και το γέλιο
στέκονται αιώνια

IV

δεν γίνεται μόνο ποίηση
με μολύβι, χαρτί και διάβασμα
ούτε καν με το πληκτρολόγιο
θέλει νύχτες μοναξιάς και φόβου
βρεγμένα τσιγάρα κι αγκαλιές
και τότε, ίσως κάτι να γραφτεί

V

σε φοβίζει η μοναξιά
νύχτα, δίσκους τζαζ ακούς
πίνεις μαυροδάφνη, κάνεις τσιγάρο
το φως στους δρόμους χάθηκε
γράφεις ποίηση, κρυώνεις
καλύτερα να έπιανες το τηλέφωνο

VI

βροχή, νύχτα, φθινόπωρο στην πόλη
μαλλί της γριάς, ζεστά κάστανα
γλυκιά λατέρνα, Βέμπο και Σουγιούλ
βραδιές αρχοντορεμπέτικου
πλανόδιοι, τυφλοί τσιγγάνοι, βιολιστές
και αργεί πολύ να ξημερώσει

VII

περνάς και δε μας χαιρετάς
γελάς, κάνεις τα κόλπα σου
πονηρά με αποφεύγεις, μπερδεύομαι
δε σε θέλω πια κι όμως είσ’ ωραία
αχ, και να ήμουν ο Μάρκος Βαμβακάρης
τη φλυαρία μου θα έκανα τραγούδι

VIII

φιλοσοφώ, ο αιώνας των λαβυρίνθων
έγινε αιώνας τωνχρηματιστηρίων
διαφωνείς, μικρή, θα πεις, η διαφορά
αλλά τόσο μεγάλη όμως
κάποτε πηγαίναμε με γέλια στη σφαγή
τώρα το γέλιο μας στα παζάρια ξεπουλήθηκε

IX

ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας
ήταν τολμηρός, ωραίος και με αποτέλεσμα
σήμερα, στα χρόνια του διαδικτύου
ο έρωτας μοιάζει ακατόρθωτος
επικίνδυνη αποστολή, επιχείρηση αυτοκτονίας
λάθος κάτι κάναμε και χάσαμε την ουσία

X

άδειες καρέκλες, άδεια παγκάκια, 

ο κόσμος απομακρύνθηκε απ’ τα θέατρα και τις πλατείες
σκοτεινά τα καφενεία και νεκρά
όλοι πια συχνάζουν στις τράπεζες
καταθέτοντας τον ιδρώτα των ονείρων τους
κι αν λάμπει ο ήλιος, μην ελπίζεις, αυταπάτη είναι

XI

δρόμοι παλιοί που χάθηκαν
εραστές, νταβατζήδες, μαχαιροβγάλτες
έκλεψαν το χαμόγελο της πόλης
έβαλαν φωτιά, πούλησαν τη γη μας
κι όμως από τη στάχτες μας θα αναστηθούμε
με αίμα κόκκινο να σβήσουμε τις φωτιές τους 
  
XII

τραγουδώ τις εμμονές μου
κοινοποιώ ποιήματα στο Facebook
επαναλαμβάνομαι, φλυαρώ
από μια ερωτική απογοήτευση
ξεκίνησα να γράφω
για την ανατροπή του φόβου, συνεχίζω

Χανιά, 23/10/2014

Πάνος Σταθόγιαννης, Γέφυρες

10645222_1013408958685223_2429345508927030829_n

Πάψε, επιτέλους, να φιλονικείς – δεν υπάρχει κανένας απέναντι. Έχουμε εδώ και
χίλια χρόνια τιθασεύσει τη φωτιά, τετραγωνίζουμε τη βαρβαρότητα της ποίησης, ο
καθένας σώζεται μόνος του. 


Μέγεθος της αδράνειας είναι η ψυχή, κι αυτό που ακούς τις νύχτες να παφλάζει είναι
το αίμα σου. Κατατρώει τις κρημνώδεις ακτές στις ανεξερεύνητες ηπείρους του
σώματός σου. 


Δύστροπο σώμα. Με όργανα, χορδές και νόστιμες εκκρίσεις. Ξέρει όμως να
μετατρέπει την αθλιότητα σε ομορφιά. Μονάχα στις αισθήσεις αληθεύει, δεν
συμβολίζεται. Κι αν θες να σου φανερωθεί αυτούσιο, βρες ένα πάθος και
παραδώσου στο σφυρί του. Διότι ένα άνθος είναι απλώς ένα άνθος κι όχι η πορφύρα
μιας τρύπας στον κρόταφο.


Γι’ αυτό σου λέω να γκρεμίσεις τις γέφυρες. Οι αμνήμονες δεν ελπίζουν. Ο θεός τους
είναι πάντα ανήλικος.

***
Έχω δει τα φτερά σου να τρέμουν.

Έχω δει τα φτερά σου να καίγονται, καλέ μου.

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Νο 733 (ασκήσεις)

Έργο του Friedrich Schröder Sonnenstern

Έργο του Friedrich Schröder Sonnenstern

εντάξει,
το ήθελες,
μπλέχθηκες στο σκελετό του χρόνου
και στοιβάζεις
εγχειρίδια ποίησης,
για να οπλίζεις το όπλο,
με λέξεις,
από συνταγές
καλοθρεμμένων
ιππέων σου και
βέβαια
θυμάσαι,
τους πένητες δρόμους,
τότε που οι τοίχοι ξεψυχούσαν,
στην αντίστροφη
μέτρηση των βογγητών μας,
όμως,
πίσσωσες το φως
και οι δαίμονες κατέφθαναν
στο αίμα
που αιμορραγούσε, ανακρίσεις
σκότωσαν την αφήγηση
και όταν
ο αέρας,
τα ψέματα αυνανίζοντας,
βρέθηκε ένοχος
για την ασφυξία της φλόγας μας,
τα αιχμάλωτα ζώα
πυροβόλησες
των ενοχών σου,
τα μάτια μου για να σβήσεις
με τα καλλυντικά
του γέλιου
σου, όμως,
τη διασταύρωση ξέχασες,
οι δρόμοι
συγκρούονται,
όταν το λίπος της ενοχής
γίνεται αντίδοτο
και βρέθηκες,
στη σιωπή να χειρονομείς,
με το θόρυβο
της απιστίας

Έργο του Friedrich Schröder Sonnenstern

Dylan Thomas, Υπήρξε καιρός

Άγαλμα του ποιητή στο Maritime Quarter της γενέτειράς του Swansea της Ουαλίας

Άγαλμα του ποιητή στο Maritime Quarter της γενέτειράς του Swansea της Ουαλίας

Υπήρξε καιρός
που χορευτές με το ξεφάντωμά τους
Σε χαρωπές παιδιάστικες συνάξεις
Τα βάσανά τους αλαφρώναν;
Υπήρξε καιρός
που μπορούσαν να κλάψουν με βιβλία.
Όμως ο χρόνος
έβαλε το σαράκι του στο πέρασμά τους.
Τώρα ειν’ αβέβαιοι
κάτω από την αψίδα τ’ ουρανού.
·Ο, τι για πάντα άγνωστο θα μείνει
Είναι το βεβαιότερο σε τούτη τη ζωή.
Κάτω απ’ τα ουράνια σημεία,
ο δίχως άκρα
Έχει τ’ αγνότερα χέρια
και σαν τ’ άκαρδο στοιχειό
Απλήγωτο στη μοναξιά του,
ο τυφλός καλύτερα βλέπει.