Πελαγία Φυτοπούλου, Οι φίλοι μας

Σκηνή από τη θεατρική παράσταση "Γράμματα αγάπης στον Στάλιν"

Σκηνή από τη θεατρική παράσταση “Γράμματα αγάπης στον Στάλιν”

Είναι αυτά τα καθάρματα,

οι φίλοι μας,

καθάρματα είναι

και φίλοι μας είναι,

σηκώνουμε τα όπλα

μας πετάνε δυο ποιήματα

στα πόδια,

ζάχαρη κι αλεύρι η σφαίρα.

Αυτά τα καθάρματα 

ξέρουνε τον ποιητή.

Είναι αυτά τα καθάρματα,

οι φίλοι μας,

ξέρουνε τον τραπεζίτη,

σηκώνουμε τα όπλα,

το πατρικό ουρλιάζει.

τα καθάρματα,

ζάχαρη κι αλεύρι η σφαίρα.

Είναι αυτά τα καθάρματα,

οι φίλοι μας,

ξέρουνε τον δικαστή,

ποιός θα δίνει πρέζα

στο παιδί;

ζάχαρη κι αλεύρι η σφαίρα.

Είναι αυτά τα καθάρματα,
οι φίλοι μας,

ξέρουνε τον διευθυντή,

ποιός θα χουφτώνει

τις γυναίκες μας;

ζάχαρη κι αλεύρι η σφαίρα.

Είναι αυτά τα καθάρματα
οι φίλοι μας,

ω, ποτέ δεν σηκώσαμε τα όπλα

μας άρεσε να μας γαμούν οι πλούσιοι.

η γέννα μας αναβαθμίστηκε,

ο ποιητής μας δέχτηκε, 

τρία χρόνια με αναστολή, 

τα μούλικα είναι ξανθά,

ω, ο Χριστός μας χρειάζεται.

Ο ουρανός είναι δικός μας!

Και αυτά τα καθάρματα,

οι φίλοι μας το ξέρουνε.

Κι όλα αυτά γιατί;

Γιατί θέλαμε πάντα

τον άντρα, έναν
σύγχρονο αστό

και τη γυναίκα μια

γόνιμη γκιόσα.

Ω, ο ουρανός δεν μας σώνει, καθάρματα!

D.D. M. Fadul, Image / Εικόνα

φαντούλ

On the peak of the ocean
Beyond the moon
Mountains pile over mountains
With hollow eyes open to the sea
Casts its cold shadow upon life
Large, burning gravely
Fixed to see

Στην άκρη του ωκεανού
Πέρα από το φεγγάρι
Βουνά στοιβάζονται πάνω σε βουνά
Με βαθουλωμένα μάτια εκτεθειμένα προς τη θάλασσα
Ρίχνει την παγωμένη σκιά του πάνω στη ζωή
Μεγάλος, βαριά φλέγων
Προσηλωμένος να δω.

*Από τη συλλογή “Η κραυγή της γέννησης” του D.D. M. Fadul, γνωστού ως Ντ. Ντ. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι δικό του. Μερικά άλλα ποιήματα από την ίδια συλλογή έχουν δημοσιευτεί εδώ: https://tokoskino.wordpress.com/2014/06/29/d-d-m-fadul-%CE%B4%CF%8D%CE%BF-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/

Μανόλης Βάγιας (Μανόλο), στίχοι

μανολο

Όταν ήμουν παιδί
ζήλευα τους μεγάλους
γιατί μπορούσαν
να κάνουν τα πάντα.
Ποτέ δεν φαντάστηκα
πόσο πολύ βαριούνται.

***

Εκεί που πέθανε η πραγματικότητα
γεννήθηκε η φαντασία και το όνειρο

***

Το αντικείμενο της μοναξιάς
βρίσκεται ανάμεσα
στο σύμπαν και τον εαυτό μας.

***

Το καυτό υγρό,
Φτάνει μέχρι πίσω από την
μεμβράνη του ματιού μου,
Και σταματάει εκεί.

-Το γαμημένο
πολλές φορές θέλει,
κι αυτό να με ειρωνευτεί!!!

***

Τον χαζό τον
πάτησαν στον κάλο
και φώναζε… πω-πω το κεφάλι μου.

***

Εμείς δεν κρύβουμε τα λόγια μας
με τον φόβο, ότι θα μας καταλάβουν.
φανερά μιλάμε… μήπως δεν μας
καταλάβουν.

*Από τη συλλογή «Η τρύπα», Αθήνα 1994 (σε χειροποίητη, ανεξάρτητη έκδοση). Το σκίτσο της ανάρτησης είναι του ποιητή και περιέχεται στη συλλογή.

Maria Theofylakou, Squadrons lie low

10492239_259913194209828_8100163042100436746_n

The lone night bird lets its pain soak
stranded within the ever mourning moonshine
within the dateless rustle of aspen leaves
for all vagabonds to fall
for all innocents to see
that life unconquerable remains
a sinuous line of trenches
lying in a sultry wait
of the gallant men last standing

Thus if I dare,
and if I fall,
I mind it not – coming to naught
for so a doleful voice may sing
and may the night watcher vindicate
my grinding away at the deciduous forest
my passing through this fading season.

Νότης Γέροντας, Υβριστική Ωδή

ger2-520x220

Εμείς δεν πολεμήσαμε
Μα κάρφωσαν τον πόλεμο
Στις πιο απίθανες σπηλιές του οργανισμού μας
Ένα τανκ έρπει στα γενετήσια συμπραττόμενα
Τα αιδοία έγιναν κρατήρες που άνοιξαν οι νάρκες
Η ουρήθρα έγινε ο τηλεθεατής ενός υποβρύχιου αεροπλάνου
Εμείς δεν πολεμήσαμε
Μα έχυσαν την έρημο στα μακαρόνια μας
Οι διοικητές των σούπερ μάρκετ φόρεσαν πολιτικά
Ο αρακάς τρώγεται ή εκτοξεύεται
Οι δρόμοι της πρωτεύουσας ανακατασκευάστηκαν στο διάστημα
Για να μπορούν να μας πυροβολούν από ψηλά
Εμείς δεν πολεμήσαμε
Όμως από τα ταβάνια μας στάζει αίμα
Ένας μεταφυσικός ξυλοδαρμός περιβάλλει την αύρα μας
Λέρωσαν το χιόνι και έριξαν στη κατάψυξη εκρηκτικά ψάρια
Η γριά που πουλάει φυστίκια στο δρόμο
Είναι γυναίκα του μεσίτη που θέλει να πουλήσει τον πλανήτη
Εμείς δεν πολεμήσαμε
Γιατί έχουμε ειρήνη
Που είναι ντυμένη σκόνη στα σκοτάδια της κουζίνας
Και άλλοτε κρύβεται και ψύνεται στη σχάρα
Μεταμφιεσμένη σαν αδελφοσύνη
Και άλλοτε μπλε σκαραβαίος ανάμεσα στα μαχαιροπήρουνα
Εμείς δεν πολεμήσαμε
Κάθε μπαλκόνι έχει ένα πεζοναύτη που φυλάει τα σύνορα
και ειρηνικά τμήματα πάνοπλου στρατού
Ποτίζουν τις γλάστρες στις πολυκατοικίες
Όπου φυτρώνουν λουλούδια θεσπέσια λουλούδια
Απλώνουν τις φαρμακερές ρίζες τους και κατατρώγουν το τσιμέντο
Εμείς δεν πολεμήσαμε
Και ο άναρθρος λόγος του εναέριου σκυλόψαρου
Που σου ξεκολλάει το δέρμα άγαρμπο χάδι
Βγάζοντας τα έντερα ξεκοιλιάζοντάς σε
Λουρίδες λουρίδες σαν ένδοξη σημαία των πεδίων
Με μια γαλανόλευκη νεκροκεφαλή πειρατικού πλοίου της δικαιοσύνης
Εμείς δεν πολεμήσαμε
Το αλφάβητο έγινε ένας ύπουλος μηχανισμός ισότητας
Που προστατεύει από το κρύο τη βροχή το κεραυνό και τις πλημμύρες
Εκθέτοντάς σε στη χαοτική συνύπαρξη με τον άφαντο Άλλον
Ενώ τα χελιδόνια προσπαθούν να κλαδέψουν τις στέγες των νοσοκομείων
Και να φάνε τις πλάκες των τάφων γιατί δεν υπάρχουν ούτε άρρωστοι ούτε νεκροί
Εμείς δεν πολεμήσαμε
Γιατί μόνο στον έρωτα μπορούμε να βάλουμε σταυρό στα ψηφοδέλτια
Μασκαρεμένος σε κάτι το έναστρο σαν πορνογαλαξίας
Γιατί πάντα είναι Απόκριες πάντα είναι ειρήνη
Και ο γύφτος χτυπά τρελά δαιμονισμένα χαρούμενα ασταμάτητα
Μέχρι να σκάσει η αρκούδα να σωριαστεί ξέχειλη από ελευθερία
Το ντέφι του

*Περισσότερα για τον Νότη Γέροντα εδώ: http://notisgerontas.blogspot.com
Το ποίημα και η φωτογραφία αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο των “Ζωή Τάχα” στο http://zoitaxa.net/?p=1411

Κώστας Μπραβάκης, Δύο ποιήματα

layout-poems

Η μανούλα

και πρόσεχε
είπε η μανούλα
να σηκώνεις το χέρι
να λες μάλιστα κυρία
να μην κοιτάζεις κρυφά κάτω απ΄ την έδρα
να είσαι το καλό παιδί της τάξης
και κυρίως να είσαι σοβαρός
ακούς;
σοβαρός
ποιος ξέρει
κάποια μέρα μπορεί να γίνεις ποιητής

Το άγριο ποίημα

Το άγριο ποίημα
με τα σπασμένα δόντια
δεν πέρασε ποτέ έξω απ’ την πόρτα σου
μόνο κάτι γράμματα αγαπητικά
με φιλημένα γραμματόσημα
κάτι πορδές αναξιώνυμες
και κάτι κορδελάκια

έτσι θυμήθηκες
να ρίξεις το νερό στις αγριάδες
να χαραχτεί το διψασμένο ποίημα
στις παλάμες του θεριού
και πίσω σου μια καταιγίδα

*Από τη συλλογή “Εικοσιτέσσερα πρελούδια, δώδεκα σπουδες και εφτά πικρά τραγούδια”, εκδόσεις Πανοπτικόν, 2009.

Georg Trakl, Παράπονο

cf84ceb1-8-cf80cf81ceadcf80ceb5ceb9-cf80cebfcf85-cebcceb1cf82-cebacebbceadceb2cebfcf85cebd-cf84ceb7-ceb6cf89ceae

Ύπνος και Θάνατος, οι σκοτεινοί αετοί,
τη νύχτα αχολογούν γύρω από τούτο το κεφάλι:
Του Ανθρώπου την χρυσή εικόνα
το παγωμένο καταπίνει κύμα
της αιωνιότητας. Σε ύφαλους φριχτούς
τσακίζεται το πορφυρό κορμί.
Και η σκοτεινή φωνή παραπονιέται
πάνω απ΄τη θάλασσα
Κοίτα, Αδελφή ορμητικής βαρυθυμιάς
βυθίζεται μια φοβισμενη βάρκα
κάτω απ΄ τ΄ άστρα
στο σιωπηλό το πρόσωπο της νύχτας.

*Μετάφραση: Δημ. Στ. Δήμου, Εκδ. Το Ροδακιό

Κλείτος Κύρου: Η ελευθερία των ονείρων

David Skillicorn, Adagio XXIV

David Skillicorn, Adagio XXIV

Ξημέρωνε κι έλεγες πως όχι δεν υπάρχει
κανένας περιοριστικός όρος τουναντίον
μ’ εξουσιοδοτείς να διαβάζω τα όνειρά 
σου και να σου τα επιστρέφω κι έλεγες
ακόμη πως τα όνειρα δεν φυλακίζονται
ποτέ είναι κάτι μικροσκοπικοί αστεροει-
δείς που πάντοτε διαφεύγουν μέσα από
σήραγγες ταχείας κυκλοφορίας προς μιαν
άλλη ζωή εκτός του γνωστού πεδίου βολής.

29 Ιαν. 1999

*Το ποίημα και η εικόνα αναδημοσιεύονται από το περιοδικό “Εντευκτήριο” 58, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2002]
http://entefktirio.blogspot.com</

Render it barely

9781742585352

By Jeff Sparrow*

Collected Poems: Lesbia Harford
by Oliver Dennis (editor)
UWA Publishing
152pp
$29.99AU
Published September, 2014
ISBN 9781742585352

When Lesbia Harford died in 1927, she left behind three thick and neatly-lined exercise books full of handwritten poetry. These, now housed in the Mitchell Library, provided the basis for Nettie Palmer’s The Poems of Lesbia Harford (1941) and, in 1985, Drusilla Modjeska and Marjorie Pizer’s expanded collection, published under the same title.

Now we have a new and even more comprehensive edition, courtesy of Oliver Dennis and UWA Press. In his introduction to Collected Poems, Dennis writes:

Of the nearly four hundred poems in manuscript, just over half that number are reproduced here; of these, a third or so … have not, to my knowledge appeared in print previously.

Bringing so much writing by an important but under-appreciated Australian poet into the public arena is a major achievement, for which both editor and publisher should be congratulated. It is, however, regrettable that the new volume diminishes Harford’s work with an editorial framing that feels unpleasantly gendered.
Much of what we know about Harford’s life comes from research conducted by Pizer, a former Communist Party member personally acquainted with some of Harford’s circle. Dennis bases his introduction almost exclusively upon this material, ignoring, for instance, Ann Vickery’s recent study in Stressing the Modern (2007). Perhaps lacking Pizer and Modjeska’s political sympathies, he interprets it in ways that are frustrating and tendentious. For example, he writes:

Whereas many poets of the time – Mary Gilmore or Banjo Paterson, for example – wrote with an eye to establishing an Australian literature, Harford clearly never gave a moment’s thought to abstract notions of culture or nationhood … She instead found her place out of view, where she was free to articulate a distinctive brand of pure, incidental song.

Continue reading

Λευτέρης Πούλιος, Αθήνα

02_003

Τσιμέντο και σίδερο στον πνιγμένο αέρα
πανάρχαια γόησσα Αθήνα
γυαλίζει τ’ άσπρο σου στήθος απόψε
άσε με να σου το σφίξω μέχρι να πονέσεις
χύνοντας κόκκινο γάλα
καθώς θ’ ακούς το τραγούδι της συνουσίας
παράμερα στα δεντράκια δύο μαθητών
του γυμνασίου και το ρυθμό της καρδιάς μου
σ’ αυτό το βράδυ των μεθυσμένων συντριβανιών
του αμύγδαλου-κόσμου
……………………………………………………………………..
Ακου το ουρλιαχτό του περιπολικού και κοίτα
Αυτούς που οτυς βάζουν στο αυτοκίνητο και
Βιαστικά τους οδηγούν στο τμήμα.
Με προβολείς στο μάτι τους ρίχνουν κάτω
Τους ψάχνουν κι η μέση τους σπάει στο τραπέζι
Και τους αφήνουν με το στόμα πεταμένο
Στον ουρανό πάνω σ’ ένα κολοσιαίο
Κλάξον αυτοκινήτου πάνω στο δάπεδο του γραφείου
Τα παιδιά με τα γυαλιστερά εξαρτήματα
Ειδικευμένα στον τρόμο και τα μεγαλοπρεπή
Σειρήτια στα μάτια τους.

Κι αυτοί που
Έχουν δολοφονηθεί αδιαμαρτύρητα ή πετάχτηκαν
Απ’ την ταράτσα του κτιρίου μετά το πέρας
Των ανακρίσεων όπως γίνεται στο σινεμά
Κι αυτοί που αφανίστηκαν μες στη θάλασσα
Θέλοντας να το σκάσουν και οι καιροί
Αποθρασύνοντας τον ισχυρό
Σ’ αυτό τον κόσμο τον παράφρονα της φυλακής.

Κι αυτοί που πολτοποιήθηκαν απ’ τα τανκς
Μέσα στο Πολυτεχνείο ή έσκασαν απ’ τα
καπνογόνα κι αυτοί που σταυρώθηκαν
Στα διασταυρούμενα πυρά
Φωνάζοντας μέχρι τον άλλο κόσμο
«ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»

*Από τη συλλογή “Γυμνός ομιλητής “, Αθήνα 1977.