Τι να πεις για αποδημίες
σ΄αυτήν την ολομόναχη
ώρα του θανάτου.
Για τις μελαγχολικές νύχτες
που δεν οδηγούν πουθενά!
Για τους σκυλοπνίχτες,
για τα κέντρα λαθρομεταναστών
που στάζουν μελαχγολία
και είναι γεμάτοι ένοχη σιωπή
οι φράχτες τους.
Τι να πεις για όλους εμάς
που έχουμε γίνει απουσία μασκαρεμένη
και λιμνάζουμε όπως τα γέρικα άλογα
στους ίσκιους των σταύλων!
Ναι, δεν ξέρεις τι να πεις!
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Μιχάλης Κατσαρός, Οροπέδιο ΙΙ
Τώρα μπορώ πια να μπω.
Η πόρτα έχει ανοίξει.
Μέσα στο δέντρο υπάρχω και ζω –
τρέμουν τα φύλλα –τα άνθη τρέμουν–
έγινε πια ο καρπός.
Ελάτε κοντά μου – έχει γαλήνη.
Ελάτε ελάτε. Ιδού το σώμα μου
σας το προσφέρω –έχει γαλήνη–
έγινα πια ο καρπός.
Δεχτείτε με πάλι. Είμαι ο άνεμος η οργή –
είμαι το τελευταίο σκαλί σας
εσείς πάλι το πρώτο – προχωρείτε.
Οι σημαίες αλλάζουν – αλλάζουν τα χέρια αλλάζουν
κατεβαίνουν τα πλήθη ασύνταχτα
– πάλι σε φάλαγγες
κατεβαίνουν.
Χωρίζει ο άνεμος τα στάχυα – τους λαούς
διαλύονται οι ομάδες –πληθαίνουν τα μέρη–
η σύγκρουση γίνεται.
Κανείς. Πάλι πάνω στο οροπέδιο μόνος
στους νέους τους βράχους – στα επίπεδα μόνος
μαζί με τον νέο τον άνεμο ένα και μόνος
κοιτάζω τη χλόη – τα δέντρα τον ήλιο
κοιτάζω κοιτάζω.
Ζακ Πρεβέρ, Δύο ποιήματα
ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ
Λευκά σεντόνια μέσα σε μια ντουλάπα
Κόκκινα σεντόνια πάνω σ’ ένα κρεβάτι
Ένα παιδί μέσα στη μάνα του
Η μάνα του μέσα στις ωδίνες
Ο πατέρας μέσα στο διάδρομο
Ο διάδρομος μέσα στο σπίτι
Το σπίτι μέσα στην πόλη
Η πόλη μέσα στη νύχτα
Ο θάνατος μέσα σε μια κραυγή
Και το παιδί μέσα στη ζωή.
***
PARIS AT NIGHT
Τρία σπίρτα αναμμένα ένα ένα μέσα στη νύχτα
Το πρώτο για να δω ολόκληρο το πρόσωπό σου
Το δεύτερο για να δω τα μάτια σου
Το τρίτο για να δω το στόμα σου
Κι ολόκληρη η σκοτεινιά για να μου θυμίζει όλο αυτό
Σφίγγοντάς σε στην αγκαλιά μου.
Lawrence Ferlinghetti, Το μάτι του ποιητή
Το μάτι του ποιητή πρόστυχα καθώς βλέπει
βλέπει την επιφάνεια του σφαιρικού κόσμου
με τις μεθυσμένες ταράτσες του
και τα ξύλινα oiseaux στα σκοινιά της μπουγάδας
και τα πήλινα αρσενικά και θηλυκά
με πόδια καυτά και στήθη μπουμπούκια τριαντάφυλλων
σε πτυσσόμενα κρεβάτια
Και τα δέντρα του όλο μυστήριο
και τα κυριακάτικα πάρκα του και τα άφωνα αγάλματα
και την Αμερική του
με τις πόλεις φαντάσματα και τα έρημα νησιά Έλις
και το σουρεαλιστικό τοπίο με
άμυαλα λιβάδια
προάστια σούπερμάρκετ
ατμοθερμαινόμενα κοιμητήρια
άγιες μέρες σε σινεμασκόπ
και διαμαρτυρόμενες καθεδρικές
Ένας κόσμος στεγανός στα φιλιά
γεμάτος πλαστικά καθίσματα τουαλέτας τάμπαξ και ταξί
ντοπαρισμένους καουμπόυδες και παρθένες του Λας Βέγκας
αποκηρυγμένους ινδιάνους και κινηματογραφόφιλες παραδουλεύτρες
μη – ρωμαίους συγκλητικούς και ευσυνείδητους μη – αντιρρησίες
κι όλα τα άλλα μοιραία ψαλιδισμένα αποκόμματα
του ονείρου του μετανάστη
που παραβγαίνουν αληθινά
και παρατημένα
ανάμεσα σ’ αυτούς που κάνουν ηλιοθεραπεία.
*Μετάφραση: Ρούμπη Θεοφανοπούλου.
Ειρήνη Παραδεισανού, Ο Φερνάντο Πεσσόα και η ηλιθιότητα των ευφυών
«Δεδομένου ότι ο Φερνάντο διαθέτει μια ευαισθησία σε υπερβολική ετοιμότητα καθότι συνοδεύεται από μια ευφυΐα σε υπερβολική ετοιμότητα, αντέδρασε πάραυτα στο Μεγάλο Εμβόλιο – το εμβόλιο που προστατεύει από την ηλιθιότητα των ευφυών».
Αυτά γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος, ένας από τους ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα για τον δημιουργό του.
Τη βλέπω γύρω μου αυτήν την ηλιθιότητα.
Στην κλειδωμένη ματιά του νέου ανθρώπου που στα είκοσι νομίζει πως βρήκε όλες τις απαντήσεις και δεν καταδέχεται να θέσει ερωτήματα.
Στην αλαζονεία του «επιτυχημένου» μεσήλικα που, αυτάρεσκα κλειδωμένος στο κουτί της γνώσης του, απορρίπτει μετά βδελυγμίας – καλά οχυρωμένης πίσω από ένα προσωπείο συναίνεσης και μετριοπάθειας – οτιδήποτε δε χωράει στα κουτάκια της μικρονοϊκής σκέψης του.
Χρήστος Ζάχος, Τρία ποιήματα
Το ποίημα που έφυγε
Το ποίημα που έφυγε
αυτό που δεν πρόλαβα να καταγράψω
αυτό ήταν το καλύτερο
Αλλά το πήρε ο άνεμος
ο συνειρμός –που δεν γυρνάει πίσω-
η θάλασσα
και τα στοιχεία της φύσης
***
Δίνη
Ένας φίλος μου είπε:
Οι άνθρωποι χάνονται στον χρόνο
Τους ρουφάει, εξαφανίζονται
Μη σε ρουφήξει κι εσένα
Αλλά ήμουν μες στη δίνη του κυκλώνα
Και είπα μηχανικά:
Όχι ρε…
***
Βοριάς
Φύσηξε ένας άνεμος
Βοριάς
και πήρε μαζί του όλη τη θλίψη
των ανθρώπων που καιγόντουσαν στην πόλη
και την πήγε μακριά
και μείνανε τώρα
όλοι οι φλεγόμενοι άνθρωποι
με ένα απέραντο κενό
να αναρωτιούνται:
Τι θα μας γεμίζει τώρα;
*Από τη συλλογή “Χ-έγερση υποσυνειδήτου” – ποιήματα και πεζά, Εκδόσεις των Συναδέλφων 2014.
Κώστας Ρεούσης, Δύο ποιήματα
Η ΑΝΑΡΧΙΑ ΤΩΝ ΠΝΕΥΣΤΩΝ
Ο ουρανός δεν έχει λάθος
να διορθωθεί απ’ τον ήλιο
κλειδωμένος χαζοκοιτά
το πέρασμα του jumbo
τέσσερις σαλαμάνδρες στο
κεφάλι προσέχουν
τη μουσική στο όνειρο.
***
ΘΥΜΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑΣ
Σε σελίδες γυρνώ να βλέπω
την τύχη ενός πτερούντος
με σπαράγματα π’ ένιωσαν το σώμα
μυρίζω το εκτόπλασμα να φέρνει
το πέταγμα στ’ ανοιχτό παράθυρο
δεν ήξερα τι απωθητικό
το ποίημα είναι.
*Από τη συλλογή “Καρίνα”, Εκδοσεις Φαρφουλάς, 2012
Γιώργος Μπουρλής, Τα μαύρα των ματιών
Βρέχει, στις πρώτες στάλες πλένονται
οι ζωές και το νερό στα πεζοδρόμια
παρασέρνει τη λέρα.
Άνθρωποι δεν μιλούν, μονάχα λιμπίζονται
τις αγκαλιές που έρχονται.
Μουσκεμένα νεανικά μέλη σωριάζονται
αναμένοντας. Αποθυμιά.
κολλούν στα μαλλιά οι λέξεις
κι ο άνεμος σκορπά τα γράμματα,
καθώς τα μαύρα των ματιών
αγέλη που συναντιέται
πιάνονται απ’ το χέρι και ξεκινούν μαζί τους δρόμους.
Σαν τα χαμόγελα πληθαίνουν οι ομορφιές,
την ώρα που μαζεύονται οι κοριτσοπαρέες
κι αραδιάζουν ένοχα τα λαίμαργα μυστικά τους.
Τώρα η σκέψη φορά κοκκάλινα γυαλιά
στο χρώμα τυφλών σκουληκιών.
Με τα χέρια περπατούν οι κλόουν.
*Από τη συλλογή “Φλέβα που σπάει”, Εκδόσεις Εξάρχεια, 2013.
Αγνώστου, Πωλείται κατάθλιψη
Η επιμονή της βρύσης να γεμίσει με τις σταγόνες της την κούπα
είναι ίδια με τα δευτερόλετπτα που αιμορραγούνε την ζωή μου
άραγε ποιο θα γεμίσει πρώτο
η κούπα η υπομονή μου ή η ζωή μου;
Πωλείται κατάθλιψη
Μεταχειρισμένη σε καλή κατάσταση
Οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να εκτελούν ποινή
Χρόνιας καταδίκης, απομόνωσης και θλίψης
Από μια άγνωστη κατάρα
Που τους έχει εξορίσει στο άγονο τίποτε
Κανείς δεν πρόκειται να ενδιαφερθεί
Για έναν ακόμα άρρωστο
Σε μια πολιτεία αρρώστων
Όλοι ψάχνουν για διαλείμματα χαράς
Γεμάτα ψευδαισθήσεις και ακίνδυνες ικανοποιήσεις
Και όσο τα θαμπά παιδικά χρόνια
Κουβαλούν μαζί τους την μοναξιά
Τόσο η διάθεση για ανάρρωση αφοπλίζεται
*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης από είναι από το περιοδικό “Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα” Νο 3, που μπορε΄τε να το κατεβάσετε από εδώ http://www.scribd.com/doc/247235586/%CE%A4%CE%B1-%CE%9A%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%B1-%CE%9D%CE%BF-3-pdf Το ποίημα δεν είχε τίτλο κι έτσι τον παρόντα τίτλο τον διαλέξαμε εμείς.
Γιώργος Σαραντάρης, Γιατί λες;
Γιατί λες πως η άνοιξη δεν φταίει;
Τα τραγούδια της σκόρπισαν τον τρόμο
Στην αμμουδιά όπου γελούσε ο πόθος
Από λουλούδια μακριά
Έφτανε ανέλπιστη
Η βοή της αγάπης
Μαζεμένοι κοιτάζαμε
Κι άξαφνα το νερό
Είχε σταματήσει να παίζει
Από ψηλά κατέβαιναν
Οι φωλιές των πουλιών
Τα χέρια μας μάθαιναν
Να κεηλαηδούν
Τα πουλιά δεν έπεφταν πια
Όλες μας οι φωνές
Είχαν καθίσει στον ουρανό
Ο θάνατος δεν τράβαγε μια τουφεκιά
Οι βρύσες ψιθύριζαν στ’ αφτιά μας
Το βύσσινο μιας μέρας παιδικής









