Αγνώστου, Πωλείται κατάθλιψη

ποίημα 3

Η επιμονή της βρύσης να γεμίσει με τις σταγόνες της την κούπα
είναι ίδια με τα δευτερόλετπτα που αιμορραγούνε την ζωή μου
άραγε ποιο θα γεμίσει πρώτο
η κούπα η υπομονή μου ή η ζωή μου;

Πωλείται κατάθλιψη
Μεταχειρισμένη σε καλή κατάσταση
Οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να εκτελούν ποινή
Χρόνιας καταδίκης, απομόνωσης και θλίψης
Από μια άγνωστη κατάρα
Που τους έχει εξορίσει στο άγονο τίποτε

Κανείς δεν πρόκειται να ενδιαφερθεί
Για έναν ακόμα άρρωστο
Σε μια πολιτεία αρρώστων
Όλοι ψάχνουν για διαλείμματα χαράς
Γεμάτα ψευδαισθήσεις και ακίνδυνες ικανοποιήσεις

Και όσο τα θαμπά παιδικά χρόνια
Κουβαλούν μαζί τους την μοναξιά
Τόσο η διάθεση για ανάρρωση αφοπλίζεται

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης από είναι από το περιοδικό “Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα” Νο 3, που μπορε΄τε να το κατεβάσετε από εδώ http://www.scribd.com/doc/247235586/%CE%A4%CE%B1-%CE%9A%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%B1-%CE%9D%CE%BF-3-pdf Το ποίημα δεν είχε τίτλο κι έτσι τον παρόντα τίτλο τον διαλέξαμε εμείς.

Γιώργος Σαραντάρης, Γιατί λες;

569

Γιατί λες πως η άνοιξη δεν φταίει;

Τα τραγούδια της σκόρπισαν τον τρόμο
Στην αμμουδιά όπου γελούσε ο πόθος

Από λουλούδια μακριά
Έφτανε ανέλπιστη
Η βοή της αγάπης

Μαζεμένοι κοιτάζαμε
Κι άξαφνα το νερό
Είχε σταματήσει να παίζει

Από ψηλά κατέβαιναν
Οι φωλιές των πουλιών
Τα χέρια μας μάθαιναν
Να κεηλαηδούν
Τα πουλιά δεν έπεφταν πια
Όλες μας οι φωνές
Είχαν καθίσει στον ουρανό

Ο θάνατος δεν τράβαγε μια τουφεκιά
Οι βρύσες ψιθύριζαν στ’ αφτιά μας
Το βύσσινο μιας μέρας παιδικής

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, ελπίδα

images

άφησε
φόβους,
εδώ και κει,  

στο μυαλό τους σκουλήκια γίνονται,

μετά,
το μόνο
που θα χρειάζεσαι,
λίγο φως,
τρεις σταγόνες αίματος
και
άφθονο
σκοτάδι    

alexmil (299) 

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης (του Paul Rumsey) αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητή στο http://alexandrosmilioridis.blogspot.gr

Ειρηναίος Μαράκης, ένας ξύλινος σταυρός [τρία ποιήματα για την Επανάσταση]

Lyonel Feininger (1871–1956)
, Uprising (1910)

Lyonel Feininger (1871–1956)
, Uprising (1910)

1973

και να ‘μαστε πάλι στα 1973
αστυνομία, φόβος, τρομοκρατία
αλλά δεν λυγίζω, να το ξέρεις
μπορεί αύριο να έχουμε κι άλλους νεκρούς
όμως η νίκη θα είναι δική μας
πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά
μα η αλήθεια δεν είναι αφήγηση
κι η ιστορία αποτέλεσμα αγώνα
μέσα απ’ τους αγώνες αλλάζουν οι συσχετισμοί
που αυτή την περίοδο βρίσκονται υπέρ μας
σκέψου, αν τώρα υποχωρήσουμε
αύριο πως θα αντικρύσουμε στα μάτια το μέλλον μας
σε μάχη οριστικά κι αμετάκλητα ταξική
ας βαδίσουμε συντονισμένα
γιατί όπως λέει και το παλιό σύνθημα
στο δρόμο σπάει η τρομοκρατία

βιογραφικό σημείωμα

γεννήθηκα Οκτώβρη
ταλαιπώρησα τη μητέρα μου
σαν μπολσεβίκος σε άγρια απεργία
πρώτη φορά περπάτησα Νοέμβρη
σαν φοιτητής που κάνει βήματα προς την ελευθερία
τον Μάη ερωτεύτηκα πρώτη φορά
τον Αύγουστο πρόδωσαν την αγάπη μου
τη μια φορά σαν απεργός εργάτης στη Θεσσαλονίκη
κι ως εξόριστος στον Άη Στράτη η δεύτερη
τέλος, Δεκέμβρη σκότωσαν την αθωότητά μου
ξυπνώντας μέσα μου μια υποταγμένη συνείδηση
πέρασαν τα χρόνια, ούτε ηλικιωμένος, ούτε παιδί
βαδίζω στον δρόμο της εξέγερσης μαζί σας
κι αν χάνω τα πάντα στον Έρωτα
τα κερδίζω στην Επανάσταση


ξύλινος σταυρός

στον Στέλιο Καζαντζίδη

ένας ξύλινος σταυρός
τα νιάτα μας στο χώμα
και μια κόκκινη γροθιά
στο δρόμο οι ελπίδες μας
προχωρούμε εμπρός
τίποτα δεν μας σταματάει
κι η μητέρα μας
από ευχαρίστηση γελάει

Χανιά, 13-14/11/2014

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο του ποιητή ‘Κίβδηλη Αντιόχεια” στο http://kivdilh-antioxeia.blogspot.gr

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κέρματα VII

10423780_776110799089728_9001218511163786788_n

Πεινούν και τρώνε.
Κάποιοι δεν έχουν. Κι άλλοι
τρώνε και πεινούν.

***

Ζούμε… δε ζούμε…
Ποιός τάχα να νοιάζεται;
Κι ο χρόνος περνά.

***

Ο χρόνος μιλά,
μα οι καρδιές δε ξέρουν
αυτή τη γλώσσα.

***

Ο χρόνος περνά,
αφήνοντας σημάδια.
Τυφλές οι καρδιές.

***

Πανσέληνέ μου,
αρκεί της μέρας το φως
για τα «στραβά» μας.

Μάριος Μαρκίδης, Δύο ποιήματα

Έργο του Francesco Del Bravo

Έργο του Francesco Del Bravo

Οιονεί ποίημα     
 
Λαθρεμπόριο, γιατρέ μου, ιδεών
λαθρεμπόριο αισθημάτων.
Έκλεισα τα εξήντα κι είμαι παρών:
έτοιμος προς εκποίησιν των τραυμάτων.
Ξόδεψα τη νοσταλγία των ουρανών
βγήκα με ψευδώνυμο στο κυνήγι.
Διαπρεπής στοχαστής, σώφρων,
πλην όμως η πελατεία μου λίγη.

****

Σοφιά Σολομώντος

Εμείς πουλάμε στην άλφα τιμή,άλλοι πουλάνε στη βήτα.
Δικαίωμά τους,δικαίωμά μας.
Βαραίνει οπωσδόποτε στην αγορά το όνομά μας
-ζήτημα σχετικό η νίκη και η ήττα.

Η ήττα μάλιστα σήμερα ¨τραβάει¨:
Τί ραγισμένοι δρόμοι,τί ασβεστωμένα συνθήματα,
Τα πιο καλά είναι τα γκρινιάρικα ποιήματα
κι ο Σεφέρης που δεν μου απαντάει.

Το ουσιώδες είναι ότι όλοι μας πουλάμε. 

Erich Mühsam, Η απόφαση

page1-220px-Kain_–_Zeitschrift_für_Menschlichkeit_1-1.djvu

Όταν σε ρώτησα: «Έχω την άδεια να σας προστατεύσω ο καημένος;»

Είπες: «Μα, κύριε μου, είστε τόσο τετριμμένος!»

Όταν σε ρώτησα: «Μπορώ σε κάτι να σας βοηθήσω;»

Είπες: «Ίσως μια άλλη φορά… Όχι τώρα, θα αργήσω».

Όταν σου ζήτησα: «Μικρή μου, δώσε μου για ανταμοιβή ένα φιλί!»

Είπες: «Θεέ μου, φιλί; Τι είναι αυτό που θέλετε από μένα, δηλαδή;»

Όταν διέταξα: « Έλα μαζί μου, πάμε εκεί που μένω!»

Είπες: «Αχ, επιτέλους! Έτσι σε θέλω: αποφασισμένο!»
`
ΕΠΙΜΕΤΡΟ:

Ο Έριχ Μύσαμ γεννήθηκε στις 6 Απριλίου 1878 στο Βερολίνο. Υπήρξε γιος του εβραϊκής καταγωγής φαρμακοποιού Ζίγκφριντ Ζέλιχμαν και της συζύγου του Ρόζαλη και είχε τρία ακόμα αδέλφια. Μεγάλωσε στην πόλη Λύμπεκ.

1896 -1900
: Αποβάλλεται από το Γυμνάσιο εξαιτίας «σοσιαλιστικών εξτρεμιστικών ενεργειών». Μεταξύ 1896 – 1899 ολοκληρώνει την μαθητεία του ως φαρμακοποιός και εργάζεται ακολούθως ως βοηθός φαρμακοποιού μέχρι το 1900 σε διάφορες πόλεις της Γερμανίας.

Το 1901 εγκαθίσταται ως συγγραφέας στο Βερολίνο και γίνεται μέλος της ομάδας ποιητών «Νέα Κοινωνία». Έρχεται σε επαφή με το αναρχοκομμουνιστικό κίνημα της εποχής.

1901 – 1904
: Στα χρόνια που ακολουθούν εξελίσσεται σε εκπρόσωπο ενός «λογοτεχνικού Αναρχισμού» και εκφράζεται κατά των αστικών κανόνων και της κρατικής επιβολής. Σ΄αυτόν τον «Συναισθηματικό Αναρχισμό», όπως τον ονόμαζε, συνυπάρχουν θέσεις διάφορων θεωρητικών της Αναρχίας, όπως του Μπακούνιν και του Κροπότκιν, αλλά και στοιχεία ενός αστικού Ιντιβιντουαλισμού, όπως αυτά απαντιούνται στον Νίτσε. Το ίδιο χρονικό διάστημα δημοσιεύει κείμενα του σε διάφορα πολιτικά περιοδικά επικρίνοντας το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα για αστικές τάσεις και απορρίπτοντας τον Μαρξισμό εξαιτίας αυταρχικών χαρακτηριστικών.

1904 – 1924
: Καλεσμένος από φίλους επιχειρεί με τον ερωτικό του σύντροφο Γιοχάνες Νολ εκτενή ταξίδια στην Ζυρίχη, Ασκόνα, την Βόρεια Ιταλία, στο Μόναχο και την Βιέννη. Επιστρέφοντας στην Γερμανία ιδρύει την «Ομάδα Πράξη» για την προπαγάνδα του υποπρολεταριάτου. Συλλαμβάνεται το 1910 κατηγορούμενος για συνομωσία, αλλά αθωώνεται λίγο αργότερα.


Μεταξύ 1911 – 1919 εκδίδει το έντυπο «Κάιν, Περιοδικό για την ανθρωπιά». Κατά την διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου προσπαθεί να ιδρύσει χωρίς επιτυχία ένα σύλλογο ακτιβιστών κατά του πολέμου.
Επειδή αρνείται να πάρει όπλο καταδικάζεται σε εξάμηνη φυλάκιση το 1915. Το 1916 έρχεται σε επαφή με την ομάδα «Σπάρτακος» και γίνεται ο κύριος διοργανωτής διαμαρτυριών και απεργιών εναντίον του πολέμου.
 Μετά την καταστολή της λεγόμενης Βαυαρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας καταδικάστηκε σε φυλάκιση 15 ετών, αφέθηκε όμως ελεύθερος το 1924. Εγκαθίσταται στο Βερολίνο όπου εκδίδει το αναρχικό περιοδικό «Ένδειξη».

Ανάμεσα στα έτη 1925 και 1929 δραστηριοποιήθηκε στους κόλπους της οργάνωσης «Κόκκινη Βοήθεια», φιλικά προσκείμενης στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας. Από την οργάνωση αποχώρησε το 1929, αφού στο μεταξύ είχε αποτάξει και το Ιουδαϊκό θρήσκευμα. Λίγο μετά την άνοδο των εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία, συνελήφθη το 1934, βασανίστηκε και δολοφονήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Οράνιενμπουργκ. Η ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στον φασιστικό τύπο έλεγε: «Ο Εβραίος Έριχ Μύζαμ κρεμάστηκε στο κρατητήριο».


Εκτός από πολιτικά κείμενα, ο Μύζαμ έγραψε πλήθος ποιημάτων, θεατρικά έργα και ημερολόγια.

Muehsam_1193_Kopie2

*Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης. Από το http://www.poiein.gr/archives/28014/index.html#more-28014

Στέλλα Δούμου, Aurelia

bird-on-grass-edgeworth-johnstone

Ανήλικη νύχτα άλλου πλανήτη μάλλον
αφού τρώγοντας άστρα ωμά
βουλιάζει το στόμα και
αποχτούν φτέρωμα
οι ξεχασμένες κλειδώσεις.
Φταίει που κάτω απ’ το κρεβάτι
κοιμάται ένα ξύλινο πουλί
πάνω σε σάπιο φύλλο.
Καμιά φορά τινάζεται
και με ρωτάει:
“Θα δηλητηριαστώ
από την Άνοιξη, μανούλα;”
Οι πορώδεις εποχές απορροφούν μεγάλο φως
σ’ αυτόν τον παράξενο, πουλί μου, πλανήτη.
Φάε όση κίτρινη χλιδή προλάβεις.
Κι ύστερα, έλα
να με γεμίσεις γάλατα
αφού σε γέννησα
χωρίς να έχω γεννηθεί.

*Από τη συλλογή “Χαμηλές οκτάβες”, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2013.

Κυριάκος Σιφιλτζόγλου, Μεταναστευτικά πουλιά

IMG_0418

πάσχει είπαν η χώρα
από αιμορραγική νόσο

αδύνατη άνοιξη
και πονοκέφαλος
– εξάνθημα η φιλοξενία

μια νύμφη του κακού καιρού
από τη Σενεγάλη
κοιμήθηκε στα Αντικύθηρα

είναι και ο ύπνος
μια άμυνα απέναντι στο δρόμο

το περιβάλλον
δεν είναι και τόσο φυσικό
ανώριμα θηλαστικά
ανώριμα θηλάζουν

τι κι αν είμαστε
οι καλύτεροι ξενιστές

το φταίξιμο
θα πέφτει πάντα
σε μια
χαλκοκουρούνα

*Το πήρα από τη “Θράκα”, τεύχος 1, Φθινόπωρο 2013, σελ. 23.

Δήμητρα Καραφύλλη, Δύο ποιήματα

1554520_1519546411617600_1831504172762092222_n


Η Κούκλα

άλλαξα χίλιες φορεσιές,
Βασίλισσα,
καλόγρια,
τροτέζα,
καμαριέρα.
Μόνο το σώμα μου γυμνό δεν φόρεσα.
Ποτέ μου.

*Από τη συλλογή “Γρήγορα στις Οθόνες σας”.

***

Abstrait

Εξομολόγηση:

Mακριά από το βλέμμα σας μεγαλουργώ.
Αφόρετες, τριμμένες, μπαλωμένες
ξύλινες, μολυβένιες, πλαστικές
άνυδρες, μουσκεμένες σε σιρόπια ή ξυδόνερο
λέξεις
που από ‘δω και από ‘κει έχω συλλέξει
τις πετάω στον ανεμιστήρα με τη σέσουλα
κι όπου πάνε.
Σαν ψόφιες μύγες καταγής
– νεκρός στρατός σωτηρίας –
τα ηρωικά θύματα της αφαίρεσης.
Όσες διασωθείσες, σμήνος ετερόκλητο
αγκιστρωμένες σε στρατσόχαρτο
απεικονίζουν το ρεύμα.
Του ανεμιστήρα.
Κι εσείς, αμύητοι στου νου μου τα μυστήρια
στην πλάνη της κουλτούρας παραδίδεστε.

Merci beaucoup.

*Από τη συλλογή “Τρελή τυγλόμυγα”. Και οι δύο συλλογες εκδόθηκαν από τον “Αρκαδικό Κήρυκα” το 2013.