Alejandra Pizarnik, Άτιτλο Νο5

pizarnik-1

να προσέχεις με τις λέξεις
(είπε)
έχουν λεπίδες
θα σου κόψουν τη γλώσσα
να προσέχεις
θα σε βυθίσουν στην αιχμαλωσία
να προσέχεις
μην ξυπνήσεις τις λέξεις
ξάπλωσες σε μαύρες αμμουδιές
και η θάλασσα ας σε καταπιεί
και τα κοράκια ας βάλουνε τέλος στη ζωή τους
μέσα στα κλειστά σου μάτια
να προσέχεις
μην κολάσεις τους αγγέλους της φωνής σου
μην προσελκύσεις φράσεις
ποιήματα
στίχους
δεν έχεις τίποτα να πεις
τίποτα να υπερασπιστείς
ονειρέψου ονειρέψου ότι δεν βρίσκεσαι εδώ
ότι έχεις ήδη φύγει
ότι όλα έχουν τελειώσει

*Μετάφραση: Στάθης Ιντζές. Από το http://thraka-magazine.blogspot.gr/2014/12/alejandra-pizarnik.html

Χρήστος Μπράβος, … Άστρα

10993954_10203523183663203_8462421502670413916_n

Καπνίζουν κ’ οι άγγελοι, είπε.
Άμα σηκώσετε τη νύχτα
το κεφάλι σας θα τις ιδείτε
τις κάφτρες των τσιγάρων τους.
Τι καφενείο τι ουρανός
ντουμάνι και φτυσιές
κι αέρας σάπιος
(κι ο κάτω κόσμος
στάχτες κι αποτσίγαρα).

*Από τη συλλογή “Ορεινό καταφύγιο”, εκδ. Τυπογραφείο “Κείμενα” (1983).

Μίλτος Σαχτούρης, Ο σωτήρας

Μετρώ στα δάχτυλα των κομμένων χεριών μου
τις ώρες που πλανιέμαι στα δώματα αυτά τ’ ανέμου
δεν έχω άλλα χέρια αγάπη μου κι οι πόρτες
δε θέλουνε να κλείσουν κι οι σκύλοι είναι ανένδοτοι
Με τα γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στα βρώμια αυτά νερά
με τη γυμνή καρδιά μου αναζητώ (όχι για μένα)
ένα γαλανό παράθυρο
πώς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικά
δίχως μιά χαραμάδα φως
δίχως μιά αναπνοή οξυγόνου
για τον άρρωστο αναγνώστη
Αφού κάθε δωμάτιο είναι και μιά ανοιχτή πληγή
πώς να κατέβω πάλι σκάλες που θρυμματίζονται
ανάμεσα απ’ το βούρκο πάλι και τ’ άγρια σκυλιά
να φέρω φάρμακα και ρόδινες γάζες
κι αν βρω πεθαμένο το φαρμακοποιό
κι αν βρω τη γυμνή καρδιά μου στη βιτρίνα του φαρμακείου
Όχι όχι τέλειωσε δεν υπάρχει σωτηρία
Θα μείνουν τα δωμάτια όπως είναι
με τον άνεμο και τα καλάμια του
με τα συντρίμια των γυάλινων προσώπων που βογγάνε
με την άχρωμη αιμορραγία τους
με χέρια πορσελάνης που απλώνονται σε μένα
με την ασυχώρετη λησμονιά
Ξέχασαν τα δικά μου σάρκινα χέρια που κόπηκαν
την ώρα που μετρούσα την αγωνία τους

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κοντές ανάσες

souroupo_sto_fragma_faneromenis_tis_messaras


Σούρουπο ψυχρό
συναντά τη μοναξιά
κι έρχονται μαζί.

Θα βγω σε λίγο.
Πρέπει να βγω σε λίγο.
Γιατί να πρέπει;

Βροντά την πόρτα,
φεύγοντας θυμωμένη. ΄
Ηχος πιστολιάς.

Σ΄αρέσουν μου ΄πες.
Δε μπορείς ή δε θέλεις
τη Μούσα να βρεις;

Παντζούρια κλειστά.
Σκοτεινό παράθυρο.
Νυχτώνει νωρίς.

Μάρκος Μέσκος, Χωρικά όνειρα

10427999_10203464052944972_7181980168991890611_n

Ι
Έσφιξα τα χέρια των συγχωριανών μου
–τη μοίρα οργωμένη από τʼ αλέτρι
τον ήλιο και τʼ αγκάθια από τα χερσοχώραφα
και την οργή τους.

II
Ο ουρανός θρυμματισμένος όνειρα
κάπα στην αγρύπνια του βοσκού κι αμίλητη φλογέρα.
Τη νύχτα αυτή όσα τα μάτια τʼ ουρανού
τόσα τα πρόβατα στη γη.

ΙΙΙ
Ζέψαν τα βόδια από τίς τέσσερεις χαράματα
αφού τον αδερφό του ήλιο με την πλούσια κόμη
ξαπλώσανε στον κύκλο του αλωνιού
σπυρί σπυρί κουρσεύοντας το στάρι.

IV
Βάλτους δεν έχουμε δω να κρώζουνε τα νεροπούλια
τα καλοκαίρια δω άνεμος δε βογγάει, τʼ αρνιά
σκαρίζουνε, τα καριοφύλια κοιμούνται.
Πούθε έρχεται κάθε μεσάνυχτα η παιδική φωνή
τρέλα γεμάτη καί παράπονο;

*Από τη συλλογή “Πριν από τον Θάνατο”, 1958.

Μιχαήλ Μήτρας, Άσκηση ομιλίας

mitras

ας μιλήσει κάποιος γιατί δεν μιλάς

διστάζει να της μιλήσει τώρα μπο­-

ρείτε να μιλήσετε αποφεύγει να του

μιλήσει προτιμώ να μιλήσω αργότε-
­
ρα συνέχιζε να μη μιλά έχουμε καιρό

να μιλήσουμε είπε αν του είχε μιλήσει

έγκαιρα θα πούμε πολλά όταν συνα­-

ντηθούμε δεν καταλαβαίνω τι μου λες

μιλούσε χωρίς ν’ ακούγεται να μου το

πεις ξανά ο θόρυβος σκέπαζε τις ομι­-

λίες ποιος το είπε αυτό μίλησε μου

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Τρία ποιήματα

10958312_10203388442934769_2041968619585602234_n

Η ΔΙΑΦΟΡΑ

Είπαμε:
άλλο Λέων
άλλο Χαμαιλέων.

***

ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΜΨΗΣ

Κομμάτια χρόνια
δαπανημένα
με τους σκυφτούς
τους σκυφτούληδες
να κάνουν παιχνίδι.

***

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ

Βραδυφλεγείς·
θα εκραγούμε κάποτε
στα σκοτεινά μυαλά σας.

Κατερίνα Καρπούζη, Λένε πως όλα πρέπει να αρχίζουν

1743581_10203505519140281_949034337665642021_n

Τι σε μέλλει
φέτος πάλι θα κλάψεις
πάλι θα γελάσεις
Θα εύχεσαι να μη κλαις όσο γελάς
και πότε πότε να γελάς όσο έκλαψες.
Πάλι και φέτος-αλήθεια ειναι- θα πληγωθείς
πάλι ίσως να πληγώσεις
και θα εύχεσαι να μην πληγώνεις
όσο πληγώνεσαι
και κάπου κάπου να μην κάνεις και τίποτα.
Πάλι θα νευριάσεις με τους άλλους
επειδή δεν κάνουν κάτι όπως εσύ
ή επειδή δεν είναι εσύ.
ίσως νευριάσεις και με σένα περισσότερο.
Πάλι θα νιώσεις ανόητος
και δε θα αναγνωρίσεις την εξυπνάδα του να δεχτείς την ηλιθιότητα σου
τι σε μέλλει
κοιμήσου τώρα να ξαλαφρώσεις
αύριο πάλι βαρύς θα σηκωθείς.
Ίσως και όχι.
Να κοιμηθείς μόνο.

Νεκταρία Μαραγιάννη, Δύο ποιήματα

10940442_10203345726986897_1999389809338223833_n


Οι Λέξεις Μου

ξεπήδησαν από τη μοναξιά κάθε γραμμής
και στάθηκαν απέναντι από το κάτοπτρο.

κοιτούσα επίμονα την πλούσια κόμη των.

περίμενα.

(ορατό το κενό)

απαρνήθηκαν την αγκαλιά μου.

Τις ακολούθησα στη λίμνη ώσπου γέννησα ξανά.

***

Ετεροτοπία

ένα χρυσό κλειδί
μια φθαρμένη πόρτα
πίσω η σκάλα

στις υπόλοιπες διαστάσεις ∙ το τσίρκο της Μέγα αναλγησίας
μια μπαλωμένης Τσιμεντούπολης