Μετά από κάθε στίχο
ο ποιητής σήκωνε το κεφάλι
και κοιτούσε να δει αν τώρα
ο κόσμος είχε αλλάξει.
*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπό του στο http://www.alexantonopoulos.com
Μετά από κάθε στίχο
ο ποιητής σήκωνε το κεφάλι
και κοιτούσε να δει αν τώρα
ο κόσμος είχε αλλάξει.
*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπό του στο http://www.alexantonopoulos.com
Από τα χείλη σου
Που ‘ναι σαν ψέμα
Του Πρωταπρίλη
Φιλιά αδέσποτα
Μ’ ήσυχο βλέμμα
Γυρνούν το δείλι.
***
Δε φτούρησε σ’ εμάς το δίκιο
Στο σώμα η ψυχή μ’ ενοίκιο
Δε φτούρησαν τα τόσα πάθη
Όλα τα νιώσαμε έν’ αγκάθι.
Μια μέρα, χάραμα κι αντάμα
Χωρίς αντίο, χωρίς γράμμα
Αφήσαμε συγκινημένοι
Την κοιμισμένη ειμαρμένη.
Αιθέρια, ανύποπτη, ωραία
Τόσο ολοκληρωτικά μοιραία
Γαλήνια καθώς κοιμόταν
Ποιος να το πει τι ονειρευόταν…
***
Στην έρημο του ανύπαρχτου
Χάσκουν μακριές οι νύχτες
Τα καραβάνια δεν περνούν
Νεκρός σκορπιός ο χρόνος.
***
Τρυφερό πρωί
Πάχνη στα φύλλα
Αδέσποτο πουλί
Φωλιάζει στα ξύλα.
Είναι μωρό
Περιμένει τη μάνα
Απ’ τον ουρανό
Να φέρει το μάννα.
Αγριομυρίκη εν τη ερήμω
/ επικατάρατος εν γη αλμυρά…
……………………………………………………………….
Έμπλεος από σένα
πώς κι από πού να σε φωνάξω;
Χύνεται μέσα μου η φωνή μου
και δεν μ’ ακούς και δε μ’ ακούω
και σε ζητώ και δε σε βρίσκω
γιατί είσαι όπου είμαι
κι είμαι όπου είσαι
και κανείς μας δεν είναι όπου είναι.
Απροσδιόριστοι στον κόσμο
Ένα κυμάτισμα είμαστε ένα τρέμισμα
έρωτα το είπαν
ποίηση το είπαν…
Ας ήταν να βρεθούμε
έξω από μένα
έξω από σένα
γιατί περνάει η ώρα και βραδιάζω.
Στα δυτικά μου πάντα ήθελα να’ σουν
να μου γνέφεις
απ’ τα βαθιά των ημερών.
II
Tώρα που δεν μπορώ παρά να με θυμάμαι μόνο
ξέρω, δεν ήταν έτσι, τίποτε δεν ήταν
αλλιώς έγιναν όλα.
Η μαρτυρία μου ασαφής. Τι υπεκφυγές, τι συγκαλύψεις
σε λόγια, σε γραφτά και σε φερσίματα…
Αλλά πώς να τα πω και φαντασίας καμώματα όλα αυτά;
Δε γίνεται.
Πώς να αναιρέσω μια κατάθεση
πώς να διευκρινίσω μια ζωή;
Το ειπωμένο με εκδικείται
κι ανεξιχνίαστο μένει πάντα το υπαρκτό.
Σίγουρα κάτι μου διαφεύγει
κάτι που λάθος το έζησα και λάθος με έζησε
κι όλο και σκοτεινιάζει γύρω μου
κι όλο και σκοτεινιάζει.
Πού βρίσκομαι
Τι ώρα να ‘ναι.
……………………………………………………………….
Έτσι το θέλησα και μη ρωτάς
Κι αν τώρα θλίβομαι είναι που σ’ αφήνω
στους πέντε δρόμους δίχως να ‘χω πει
για σένα όσα σου άξιζαν και δίχως
να σε δοξάσει ένας μου στίχος
Τόσο βαθιά τόσο πολύ
σε σώπασα μεσ’ στη ζωή μου
Δεν ήτανε για να φανερωθεί
ούτε με ουράνια λόγια να ειπωθεί
αυτό το μυστικό που ήσουν κι ήμουν
Σε όσους με ποιήματα τα αισθήματα μετρούν
τι θα ‘χεις από μένα να τους δείξεις;
Μια τέτοια αγάπη… δίχως αποδείξεις…
Και ποιος αυτός ο Βέρνερ Λέιο θα ρωτούν
Με τι καρδιά με τι πνοή είχα πάρει
τη ζωή… Μα δεν την άλλαξα· ούτε εσύ
Γι’ αυτό λοιπόν «χαμένη υπόθεση»
ο ποιητής Βύρωνας Λεοντάρης
*Από τη συλλογή “Εν γη αλμυρά”.
** Από http://itzikas.wordpress.com και http://poihshkaipoihtes.blogspot.com
Ντετέκτιβ συγχυσμένος… Πόλεις ξένες
με θέατρα με ελληνικά ονόματα
Τα αγόρια απ’ τη Μαγιόρκα αυτοκτόνησαν
στο μπαλκόνι στις τέσσερις το πρωί
Τα κορίτσια έσκυψαν απ’ το παράθυρο
με το που άκουσαν τον πρώτο πυροβολισμό
Διόνυσος Απόλλωνας Ερμής Ηρακλής…
Με ποικιλία
Το ξημέρωμα
πάνω στα ευθυγραμμισμένα κτίρια
Ένας τύπος που ακούει τις ειδήσεις μες το αμάξι
Και η βροχή που κουδουνίζει πάνω στη σκεπή
Ορφέας…
*Μετάφραση: Κωσταντίνα Παναγοπούλου-Pérez
***Από το http://www.poiein.gr/archives/26039/index.html
Όσο κι αν ψάξεις μέσα σου
δεν θα βρεις τίποτα παραπάνω από σκόνη
Σκόνη που δημιουργείται
από την πάλη του Εγώ με το Δήθεν
Εγώ Ηρεμία που δεν θα έρθει, παρά μόνο με
την ωρίμανση του νοητικού λέοντος
Νόηση που μας άφησε και έδωσε χώρο
και άνεση στην οργή να καταστρέψει τη σκέψη
Σκέψη που χωρίς αυτή δεν είσαι
αλλά μ’ αυτήν πονάς
Γιατί πονάει όποιος κοντά στον ήλιο πετά
*Από τη συλλογή “Κυνήγα τη νύχτα μέχρι να γίνεις φλογερή ύπαρξη”, εκδόσεις Εκάτη 2014.
Αυτή η στυγνή βιοπάλη μ’ έχει κατατσακίσει.
Ετούτο τ’ άγχος της δουλειάς.
Νίκος Σπάνιας,
Ποιήματα της Τρίτης Λεωφόρου (1963)
– Λοιπόν έχουμε και λέμε
(«Μα είδατε πως έλαμπε πίσω μας το Μανχάταν;»)
δύο μερίδες γαρίδες και δύο καλαμαράκια έτσι για ν’ αρχίσουμε
(«Φελινικό λούνα παρκ!»)
και τα σχετικά σαλατικά•
ρίξε και κανά μύδι
(«Μα τι ιδέα Νίκο μου για ψαροταβέρνα»)
Ρετσίνα από την δικιά σας έχετε;
(«Και πως βγήκε αυθόρμητα!»)
– Ναι, βέβαια
– Παιδιά καμιά αντίρρηση για ρετσίνα;
(«Μα φυσικά θα πάμε»)
Ρετσίνα all around
(«Κάθε καλοκαίρι»)
– Τίποτα άλλο;
(«Αν και όμως»)
– Αυτά για την ώρα και βλέπουμε
(«Ε εξορία είναι όπως και να το κάνουμε»)
– Ωραία, καλή όρεξη
(«Αν διαβάσατε»)
Με τον πεζό λόγο επ΄ώμου γραμμή για το μπαρ
– Βαρελίσια για οκτώ
Κάτι λέει ο Gus για το ντεκολτέ αυτής με το ολόσωμο
Μπαζάρει η κουζίνα για το τέσσερα φαντάζομαι
Ανάβει ο πυρετός του πήγαινε-έλα Φάτε μάτια ψάρια.
Με φιγούρα δίσκου
Εφάπτομαι του κύκλου της
Μάταια•
κλείνει το μάτι
σε άλλου είδους βιογραφικά.
Players διασποράς
Ξεκοκαλίζουν
Το προνόμιο αυθόρμητων εξόδων
Layers τα αποφάγια
Στριμώχνουν ραντεβού στην κουζίνα
Το ανόμοιο ταξικών διαδρομών
(Τι κάνουν οι Ελληνοαμερικανοί διανοούμενοι
για την εργατιά της ξενιτιάς;)
– Hey gorgeous!
Η Joyce αλατίζει τα ορεκτικά
Μισοκλείνοντας τα μάτια
Κάποιες αποστάσεις τσιγαρίζονται…
(«Ποτέ δεν προσέλαβε μαύρους για σερβιτόρους ο Μάκης»
θα σκεφτώ μόνο χρόνια αργότερα).
Μεταξύ παραγγελίας και λογαριασμού
«Τα έξοδα των με – ξοδέματα των δε»
Τσιρίζει το σώμα.
Βραδιά εξόδων
Βάρδια εσόδων
Afford me a night out at Gino’s
Ίσως προλάβω και τη Margie
που τώρα τελευταία
έχει ανάγκη τις υπερωρίες της…
Δέκα χρόνια χωρίς τον Μίλτο Σαχτούρη
Φεγγάρι πεθαμένο μου
για ξαναβγές και πάλι
θέλω να δω το αίμα σου
δεν έκαιγες λυχνάρι
φώτιζες
το φοβισμένο πρόσωπο
θέλω να δω
το φοβισμένο πρόσωπο
τώρα
πάλι και πάλι
τότε
όλο το σώμα μου ήταν
μιά πληγή
φεγγάρι
μια πηγή
και φώτιζε
της νύχτας το σκοτάδι
Φεγγάρι πεθαμένο μου
θέλω να δω το αίμα σου
τώρα
πάλι και πάλι
*Από τη συλλογή “Όταν σας μιλώ”.
Εκείνη
Πριγκηπικά πηγαίνει για ύπνο
Φορώντας πασούμια χωρίς νούμερο αφετηρίας
Το δωμάτιο
Χωρίς τέλη κυκλοφορίας το χαλί
Ταρακουνά το δωμάτιο τις μέρες
Χίλιες και μία τις νύχτες
Δεν θέλησε ποτέ να δει πίσω από
Την κουρτίνα
Εκείνη
Εγώ το δάχτυλο σου να τριγυρίζει
Το σχήμα ενός χάρτη μετρό
Χωρίς αριθμούς ταξινόμησης
Πού πηγαίνουμε άραγε;
Σε ποια παρένθεση ύπνου;
Εκείνη
Είναι ακριβή η πεποίθηση
Εκείνη
Έχει τίμημα
Εκείνη
Ακούς την δυστροπία της αμέλειας
Εκείνη
Το χαλί κάνει ένα μικρό ανασήκωμα στην γωνία
Από κάτω εκεί κρύβεται η απάντηση μιας μορφής
Χωρίς περίγραμμα
Εκείνη
Πριγκηπικά πηγαίνει για ύπνο
Φορώντας κόκκινο χρώμα στα νύχια
Εκείνη
Θα πέσει από το παράθυρο
Μια στιγμή οργασμού
Εκείνη
Την μόνη στιγμή που
Σταματάς να σκέφτεσαι
Εκείνη
Μόνο βιώνει
Εκείνη
Θα αφήσει την αμαξοστοιχία των δοντιών
Να μετεωρίσει την λέξη
Ανάμεσα σε δυο χείλη
Καμιά άρθρωση του “συναίσθημα”
Μαγκωμένο το σώμα στο προηγούμενο
Ω Θέλω
Ο μορφή
Ο ποτε
Α να
Και
Σιαμαία
Για τι
Συστρέφεται ο κατακόρυφος τονισμός
Και έξω όλη η πόλη
Ασυγκράτητη
Στο διαστημικό λεωφορείο
Φωτογραφίζει καταραμένα το κενό
Οθέλλο
Στον Βαγγέλη Γιακουμάκη
Νεκρός έπεσε στο δρόμο
μ’ένα στιλέτο στο στήθος
Δεν τον γνώριζε κανένας.
Πώς τρεμόσβηνε το φανάρι!
Μάνα.
Πώς τρεμόσβηνε το φαναράκι του δρόμου!
Ήταν χάραμα. Κανείς
δεν μπόρεσε να προβάλει στα μάτια του
ανοιχτά στον κρύο αγέρα.
Έμεινε νεκρός στο δρόμο
μ’ ένα στιλέτο στο στήθος
και δεν τον γνώριζε κανείς.
*Το ποίημα και η φωτογραφία τη ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο “για την φωτογραφία, την κριτική, τα μικρά και τα μεγάλα” στο σύνδεσμο https://christinehag.wordpress.com/2015/03/15/οργή/
Όταν σου κάνω έρωτα
προσπαθώ
κάθε άγγιγμα της γλώσσας μου
να είναι δήλωση
σ’ αγαπώ
πείραγμα
σ’ αγαπώ
σφυροκόπημα
σ’ αγαπώ
λιώσιμο
σ’ αγαπώ
και οι ήχοι σου ξεχύνονται
θεέ μου!
χριστέ μου!
και σκέφτομαι
ορίστε, κάποιος τύπος
παίρνει πάλι τα εύσημα
για όσα
έκανε μια γυναίκα.
*Το ποίημα προέρχεται από μικρό φυλλάδιο με ποιήματα της μαύρης φεμινίστριας, λεσβίας και αγωνίστριας για τα δικαιώματα των μαύρων των ΗΠΑ, Pat Parker (1944-1989) που κυκλοφόρησε από κοινού το ποιητικό περιοδικό ‘Τεφλόν” και η Μιγάδα – ομάδα γυναικών ενάντια στις νέες πειθαρχήσεις.