Joyce Mansour, ένα ποίημα

Photo: Alphonse Mucha

Photo: Alphonse Mucha

Δες, έχω αηδιάσει τους ανθρώπους

Οι προσευχές τους, οι προβιές τους,

Η πίστη τους, οι τρόποι τους,

Βαρέθηκα των αρετών τους την χλιδή

Με τα κοντά βρακιά

Βαρέθηκα τα σκέλεθρά τους

Ευλόγησέ με φως τρελό που φωτίζει τα επουράνια όρη

Προσδοκώ πάλι άδεια να γίνω σαν την αγρύπνιας

Το ήσυχο μάτι

Προσδοκώ πάλι να γίνω άστρο.

*Από το le surréalisme, même 2, Άνοιξη 1957. Απόδοση: Thalassa Mystica.

Γιάννης Αντιόχου, Αντικλήτου Εκπνοές (δ΄)

garden3

Φως πληρωμένο και ξοδεμένο
Σκοτάδι συντροφικό
Άγοντες και φέροντες
Οι περιούσιοι έρωτες των αόμματων σκιών μας
Τυφλές επενδύσεις των ονείρων
Ρακοσυλλέκτες των μεταφυσικών στιγμών μας
Όλο κάτι να μαζέψουν
Όλο κάτι να ξοδέψουν Φως φως φως
Να συντηρείται το σκοτάδι.
Σπαρμένο στ’ άρματα του φόβου διακορευτή
Προελαύνοντας
Μονήρες κύτταρο
Ακολουθώντας την ωσμωτικότητα
Εκατέρωθεν μίας και μόνης μεμβράνης
Ενδο—κι εξω—κυττάρια διάχυσις
Ανιόντων και κατιόντων
—αρνητικά και θετικά φορτισμένων—
Παθών και λαθών
Κατ’ αντιστοιχία απόλυτη.


*Από τη συλλογή “Εκπνοές”, Εκδόσεις Ίκαρος (2014).

Nanja Noterdaeme, Από τα “Ποιήματα για τον Τζίτζικα”

Artwork: Frana

Artwork: Frana

IX

Δεν έχω χρόνο για τον έρωτα
Ο έρωτας δεν έχει για μένα ούτε χέρια
Ούτε πόδια ούτε σώμα ούτε στόμα.
Η απουσία ζωγράφισε όμως μια επιθυμία
Ένας άντρας μια γυναίκα
Δυο στάσεις δυο όρθιες
Φιγούρες ο άντρας
μπροστά και η γυναίκα γερνάει
τις πλάτες στο μολύβι στον άντρα και στον
Έρωτα
Δύο βήματα μπροστά, ένα λεπτό
Η γυναίκα κοιτάει
Στέκεται στο πλάι ενός άλλου
Κοιτάνε χαμένοι και οι δυο
Το μολυβένιο περιβάλλον
Αποτρεπτική κοινωνία
Δίχως χρόνο, χέρια, πόδια
Ούτε σώμα
Ούτε στόμα.

X

Ήπιε τον καφέ, κοίταζε τον δικό μου
Είναι καλό;
Ναι, θες να δοκιμάσεις;
Το δοκίμασε
Του άρεσε
Γιατί πείρες Γαλλικό;
Επειδή δεν έχει Ελληνικό.
Από δω και τώρα θα πιεις αυτό
Το Ιταλικό.
Έχει και γάλα, είναι πιο παχυντικό.
Το χρειαζόταν.
Ήπια το δικό του,
Το Γαλλικό
Ήταν πικρό
Και έτσι ήπιαμε από τον ένα
Και τον άλλο ο καφές
Πέρασε η ώρα
Έκλαψα. Μίλησα.

Γιώργος Γκανέλης, Αναζήτηση

6-7-foteini-c

Έψαξα την ψυχή μου
μέσα στους δισταγμούς και τις παλινωδίες
στη βοή του πλήθους και την ερημία της μουσικής
στους ακροτελεύτιους έρωτες
στα μάτια των περαστικών που αναζητούν το φως τους
στις βρόμικες σημαίες στα μπαλκόνια των κτιρίων
στη μεθεόρτια μελαγχολία μετά την κραιπάλη
στα συνθήματα στους τοίχους
στο παγωμένο χαμόγελο αρχές της άνοιξης
στην απεραντοσύνη μιας τελειωμένης μέρας
στις τρύπιες πολυθρόνες των νεοκλασικών σπιτιών
σ’ ερημικές παραλίες και σε ανέραστες γιορτές
στις αποτυχημένες εξεγέρσεις κατά της μοναξιάς.

Έψαξα την ψυχή μου
στα σκονισμένα κιονόκρανα των ναών
στην ξαφνική άφιξη του καλοκαιριού
στα τροχιοδεικτικά βλήματα
στα φοβερά σημεία των καιρών
στα εκμαγεία των μουσείων
στα χαρακώματα της νύχτας και στην αποπλάνηση του μυαλού
στα υπεραστικά δρομολόγια επαρχιακών πόλεων
στους φωτεινούς σηματοδότες κάτω απ’ το ράπισμα της βροχής
στα ασύστολα ψεύδη που λέγονται στις προεκλογικές συγκεντρώσεις
στο εναρκτήριο λάκτισμα μιας ακόμη κοροϊδίας.

Έψαξα την ψυχή μου και δεν τη βρήκα
παρά μόνο στη μοναξιά…

*Από τη συλλογή “Χρεοκοπία ιδεών”, εκδόσεις “Στοχαστής”, 2014.

Γιάννης Γκολφινόπουλος, Ανεπαρκείς χαρτογραφήσεις

utopia1-scaled10001-300x261

Η θερμάστρα που κρατώ σφιχτά στην αγκαλιά μου δεν έχει μέλλον
και το παρελθόν της μου προκαλεί ταραχή. Δυσκολεύομαι να αναγνωρίσω
τους τόπους απ’ τους οποίους πέρασα και δεν καταλαβαίνω τι απέγινε
η βασανισμένη ακρογιαλιά που μέχρι πέρυσι ήταν ακόμα εφικτή μπροστά μου,
ακριβώς δίπλα στο λιμάνι, που επενδύθηκε έξυπνα με κόκκινα τούβλα
και συνεχίζει το έργο του ως σφαγείο βοοειδών.
Θα κλαις, δεν μπορείς παρά να κλαις, επαναλαμβάνει η προστακτική φωνή
που ασφαλώς μου ανήκει, ενώ εγώ αναγνώρισα, σε μια συνάντηση
ποιος ξέρει ποιων δυνάμεων που διέσχισαν τον πατραϊκό κόλπο
ηλεκτροδοτώντας ακαριαία το βυθό του, πως αυτό είναι το τέλος του κλάματος,
το ξέφτισμα της θλίψης που γεννιέται μέσα στη θλίψη και απλώνοντας το χέρι
μου δείχνει με συγκατάβαση το album με τις πολύτιμες καρτ-ποστάλ που συνέλεγα καθ’ όλη τη διάρκεια
της «λεγόμενης» ζωής μου άδειο και ωστόσο διάστικτο
από τα ανεπίστρεπτα ίχνη των μικρών πουλιών της Νορμανδίας
που στάθηκαν για λίγο πάνω του πριν φύγουν πάλι

*Δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού “Κλήδονας” (Σεπτέμβρης 2006), της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών.

Ζαχαρίας Στουφής, Τρίπολις

10303469_784255184994112_3722848268101742975_n

Τρέχουν τ’ ανήσυχα μάτια

πυρακτωμένα

πίσω απ’ την καταχανιασμένη

σκιά του ποιητή.

Η πόλη έρημη θλιβή και παγερή

κάποτε αγγίζω τ’ όνειρο

με χέρια τρυπημένα.

*Από τη συλλογή “Ο φόβος, οι ηδονές κι ο πόνος των ανθρώπων”, Ζάκυνθος 1997

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κοντές ανάσες ΙΙ

v1

Oι γονείς δουλειά.
Τ’ αφήνουν μόνο σπίτι.
Μισεί τη δουλειά.

Τραγούδι παλιό.
Καινούργια η αγάπη.
Κι όμως ταιριάζουν.

Μέρα δεμένος,
μα πετάω με στίχους,
που γράφω νύχτα.

Ποια πεζοδρόμια!!!
Τα κλείνουν τροχοφόρα.
Πού νά ‘βρει φτερά;

Ταξιδεύοντας
στα λαγούμια της μνήμης
τη βλέπει παντού.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Πορσελάνη

maskesab

Ο άντρας με την πορσελάνινη μάσκα ζήλευε.
Ζήλευε εκείνους που ντρέπονται για τις μάσκες τους.
Εκείνους που θέτουν ως στόχο να τις σπάσουν,
να θυμηθούν τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους,
να τα παρουσιάσουν, περήφανοι, στον κόσμο.

Εκείνος ήταν περήφανος για τη μάσκα του. Ήξερε.
Είχε δει το πρόσωπο του˙ βέβαια στην αρχή δεν είχε καταλάβει.
Κατάλαβε όμως σαν άκουσε τους λυγμούς.

Εργάστηκε πολύ καιρό για να φτιάξει την καινούργια μάσκα.

Όλοι φοράνε πορσελάνινες μάσκες σ’ αυτό το βασίλειο.
Η πορσελάνη κρύβει τα χείλια˙ τα χαμόγελα, τους μορφασμούς.
Τα μάτια μπορούν να κοιτάνε ελεύθερα μέσα από τις κόγχες.

Σε μια μοναχική του περιπλάνηση στο δάσος,
καιρό αφού το πρόσωπο και οι λυγμοί είχαν ξεχαστεί,
τον είχε βρει ένας άγνωστος. Ο άγνωστος δεν φορούσε μάσκα.
Ο άγνωστος ήταν Άγιος.
Και το πρόσωπο του Αγίου, αν και άσχημο,
ήταν όμορφο. Τι παράξενη λέξη η ομορφιά.

Ο Άγιος τού είχε μιλήσει. Του είχε απαγγείλει
την ποίηση
που θα χρησιμοποιούσε για να τους πείσει
όλους
να σπάσουν τις μάσκες τους.

Ο άντρας με την πορσελάνινη μάσκα
άκουσε την ποίηση και δάκρυσε απ’ την ποίηση και
σταγόνες χτύπησαν ύπουλα την πορσελάνη.

Κανείς άλλος δεν πρέπει να είχε ακούσει τα λόγια του Αγίου.
Κανείς άλλος δεν θα άκουγε τα λόγια του Αγίου.
Εκείνος δεν θα ξεχνούσε ποτέ τα λόγια του Αγίου.
Μα, ευτυχώς, δεν τα είχε ακούσει μέχρι το τέλος.
Ευτυχώς, δεν είχε ακούσει τους τελευταίους στίχους.

Όλοι φοράνε πορσελάνινες μάσκες σ’ αυτό το βασίλειο.
Είναι όμορφη η πορσελάνη.
Είναι όμορφο να την αγγίζεις.
Όλοι φοράνε πορσελάνινες μάσκες σ’ αυτό το βασίλειο.

Το πτώμα του Αγίου σαπίζει στο δάσος.

Αφού τα λόγια του Αγίου είχαν σβήσει
μ’ εκείνα τα ατιμωτικά αποσιωπητικά,
ο εγκέφαλος του Αγίου, καλού-κακού,
πολτοποιήθηκε βιαστικά με μια πέτρα.

*Για περισσότερα ποιήματα και κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπό του στη διεύθυνση http://www.alexantonopoulos.com

Ούγκο Μουχίκα, Ποιήματα, εκδόσεις Θράκα

unnamed

Εισαγωγή: Γιολάντα Ντελγάδο Μπατίστα

Μετάφραση: Στάθης Ιντζές

Η ποίησή του είναι μια σαφής αποκύρυξη του ίδιου του του εαυτού, ώστε να μεταμορφωθεί σε έκφραση της ζωής, δημιουργώντας έναν οικείο και ανεξάντλητο διάλογο με τον κόσμο.

«Μόνο μια φορά πέφτει κάθε βροχή
και όλες οι σταγόνες της είναι
εκείνη η βροχή»

Είναι ακριβώς αυτή η απρόσκλητη προσφορά, αυτή η απογύμνωση, που κάνει τον Ούγκο Μουχίκα έναν ανένταχτο συγγραφέα και μακάρι να είναι έτσι για πάντα.

Να μιλάτε, κύριοι!

I Christina's avatarΤα χρώματα της σκέψης

Να μιλάτε, κύριοι. Να μιλάτε.
Σάμπως τι σας ζητάνε;
Κι αν δεν ακούσουν μια φορά, εσείς πιο δυνατά να μιλάτε.
Κι αν κάτι σας πονάει και σας τρώει τα σωθικά, εσείς να μιλάτε.
Κι αν για κάτι κουβέντα δεν τολμάει να βγει, εσείς πάλι να μιλάτε.

Μη με παρεξηγείτε, κύριοι. Εγώ ξέρω. Ξέρω καλά.
Σας μεταφέρω μόνο λόγια τους, όσων δεν ξέρουν να ακούν.
Τον ξεπεσμό τους ζητούν να γιατρέψετε με ξεπεσμό δικό σας.
Να μιλάτε. Όσο γίνεται πιο πολύ να μιλάτε.
Κι αν δεν γίνεται, πάλι εσείς να μιλάτε.
Σε φίλους, γνωστούς, αγνώστους, γονείς. Σ’ όσους βρείτε.
Σε όσους νοιάζονται και σ’ όσους νοιάζονται τάχα.
Να μιλάτε μέχρι να μην έχετε τι άλλο να πείτε.
Γιατί δεν βλέπουν, κύριοι. Γι’ αυτό εσείς να μιλάτε.

Τη φωνή σας να τους δίνετε. Να ξεχρεώνουν λίγο λίγο.
Τη φωνή σας, κύριοι, γιατί η φωνή των πεθαμένων τους βαραίνει.

Ας μείνει μεταξύ μας.

View original post 46 more words